← Κύπρος

EASTERN HOLDINGS LTD ν. ΚΩΣΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9060/2010, 23 Δεκεμβρίου, 2010

EASTERN HOLDINGS LTD ν. ΚΩΣΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9060/2010, 23 Δεκεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A420 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Ι. ΠΟΓΙΑΤΖΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9060/

  1. EASTERN HOLDINGS LTD, Ενάγουσα, - και -
  2. ΚΩΣΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ,
  3. ARLENE NAHIKIAN ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ,
  4. TROMSON ENTERPRISES LIMITED,
  5. FACIPERO INVESTMENTS LTD, Εναγόμενοι. ------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 27 OKTΩΒΡΙΟΥ, 2010, ΓΙΑ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ: 23 Δεκεμβρίου,
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κ.κ. Χρίστος Σκορδής και Αλέξανδρος Γαβριηλίδης για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ων 1-3-Εναγομένους 1-3: κ. Γιώργος Τριανταφυλλίδης για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ης 4-Εναγομένη 4 : κ. Χρίστος Φρακάλας. ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν Μονομερούς Αιτήσεως, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 29 Οκτωβρίου, 2010 τα ακόλουθα Διατάγματα εναντίον όλων των Εναγομένων: «Α. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και να εμποδίζει την Εναγόμενη 4 ή και τους διοικητικούς συμβούλους ή και αξιωματούχους ή και υπαλλήλους ή και αντιπροσώπους αυτής ή και τους Εναγομένους 1 και 2 υπό την ιδιότητα τους ως Διοικητικών Συμβούλων αυτής ή και την Εναγόμενη 3 υπό την ιδιότητα της ως μετόχου αυτής από του να λαμβάνουν ή και να εγκρίνουν οποιαδήποτε απόφαση αναφορικά με την αντικατάσταση ή τον διορισμό προσώπων τα οποία να έχουν εξουσία υπογραφής και/ή διαχείρισης σε σχέση με οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης 4 μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου, εκτός εάν τα πρόσωπα που θα διορισθούν για να έχουν εξουσία υπογραφής ή διαχείρισης σε σχέση με οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης 4 τυγχάνουν της έγκρισης όλων των μετόχων της Εναγομένης 4 ή εάν στα εν λόγω πρόσωπα περιλαμβάνεται ένα πρόσωπο που να τυγχάνει της έγκρισης της Ενάγουσας και ένα πρόσωπο που να τυγχάνει της έγκρισης της Εναγομένης 3 που να υπογράφουν από κοινού. Β. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και να εμποδίζει την Εναγόμενη 4 ή και τους διοικητικούς συμβούλους ή και αξιωματούχους ή και υπαλλήλους ή και αντιπροσώπους αυτής ή και τους Εναγομένους 1 και 2 υπό την ιδιότητα τους ως Διοικητικών Συμβούλων αυτής ή και την Εναγόμενη 3 υπό την ιδιότητα της ως μετόχου αυτής από του να λάβουν ή και να εγκρίνουν οποιαδήποτε απόφαση σε σχέση με το θέμα

(6)της ημερησίας διατάξεως που αναφέρεται στην υπογραφείσα από την Εναγόμενη 2 ειδοποίηση ημερομηνίας 22.10.2010, η οποία επισυνάπτεται στην παρούσα ως Παράρτημα 1 και με την οποία συνεκλήθη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 4 για την 1.11.2010, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε απόφασης για σύναψη, λήψη ή και εκταμίευση οποιουδήποτε δανείου, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου εκτός εάν υπάρχει συγκατάθεση ή και θετική ψήφος τουλάχιστον ενός εκ των Διοικητικών Συμβούλων που διορίστηκαν από την Ενάγουσα, ήτοι της κυρίας Σωτηρούλας Κωνσταντίνου ή της κυρίας Σωτηρούλας Μιχαήλ.» Το Θέμα 6, όπως αναφέρεται στο Παράρτημα Α, έχει ως ακολούθως: «
(6)Approval of the issuance of the letter from the Company to its shareholders with regard to the financing of the Company in a form attached to the notice» Όλοι οι Καθ΄ ων η Αίτηση εμφανίστηκαν στην Αίτηση, απλώς οι Καθ΄ ων 1-3 δήλωσαν ότι θα καταχωρίσουν Ένσταση, ενώ η Καθ΄ης 4-Εναγομένη 4 δήλωσε μέσω της Δικηγόρου της, κας Χριστίνας Ιωαννίδου, ότι δεν θα καταχωρίσει Ένσταση, αλλά θα δεσμεύεται από την οποιαδήποτε Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΑΙΤΗΤΩΝ Οι ισχυρισμοί των Αιτητών προβάλλονται μέσα από την Ε/Δ της Γιούλης Οικονόμου, Δικηγόρου στο Δικηγορικό Γραφείο των Δικηγόρων των Αιτητών, η οποία έγινε ταυτόχρονα με την Αίτηση, αλλά και τη Συμπληρωματική Ε/Δ ημερ. 23 Νοεμβρίου, 2010, που έγινε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και είναι οι ακόλουθοι: 1. Η Εναγομένη 4 Εταιρεία, Facipero, αποτελεί κοινοπρακτικό όχημα της Ενάγουσας και της Εναγομένης 3 δυνάμει Συμφωνίας Μετόχων, ημερ. 29.9.2009. Ο σκοπός της Facipero είναι να κατέχει τις Μετοχές της Ρωσικής Εταιρείας 000 Eldorado, η οποία είναι μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες που ασχολούνται με το λιανικό εμπόριο ηλεκτρονικών και οικιακών συσκευών. Η σχετική συνολική επένδυση των μερών ανέρχεται σε περίπου €400.000.000, ποσό το οποίο συνεισέφεραν τα μέρη είτε σε χρήμα, είτε σε είδος. 2. Το Καταστατικό της Facipero, ως αυτό διαμορφώθηκε και υιοθετήθηκε στη βάση της Συμφωνίας Μετόχων, αποκλείει στο σύνολο του τον Πίνακα Α του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. 3. Το εκδοθέν Μετοχικό Κεφάλαιο της Facipero, αποτελείται από 200.000 Μετοχές ονομαστικής αξίας €2 εκάστη, οι οποίες κατέχονται ως ακολούθως: (α) 100.001, από την Εναγομένη 3, (β) 99.999, από την Ενάγουσα. Συνεπώς, η Εναγομένη 3 κατέχει το 50% συν μία Μετοχή και η Ενάγουσα το 50% μείον μία Μετοχή. 4. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι Διοικητικοί Σύμβουλοι της Facipero, οι οποίοι εκπροσωπούν την Εναγομένη 3 και διορίστηκαν από αυτήν σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού και της Συμφωνίας Μετόχων. Η Facipero έχει ακόμη δύο Διοικητικούς Συμβούλους, τη Σωτηρούλα Κωνσταντίνου και τη Σωτηρούλα Μιχαήλ, οι οποίες εκπροσωπούν την Ενάγουσα και διορίστηκαν από αυτήν και πάλι σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού και της Συμφωνίας Μετόχων. 5. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 131 του Καταστατικού, ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου διορίζεται από το Μέτοχο που κατέχει την πλειοψηφία των Μετοχών και έχει νικώσα ψήφο σε περίπτωση ισοψηφίας, εκτός σε σχέση με θέματα που συνιστούν «Επιφυλαγμένα Ζητήματα/Ουσιώδη Επιφυλαγμένα Ζητήματα», δυνάμει του Κανονισμού 99. 6. Από απλή ανάγνωση του Καταστατικού, προκύπτει ότι αυτό περιέχει αριθμό διατάξεων οι οποίες αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων και/ή της θέσης της Ενάγουσας ως Μετόχου μειοψηφίας της Facipero που κατ΄ ουσία συνεισέφερε το ½ της σχετικής επένδυσης και που κατέχει ποσοστό που υπολείπεται μόνο μίας Μετοχής (από τις 400.000 Μετοχές του κεφαλαίου), για να έχει το 50%. Μεταξύ άλλων, υπάρχουν στο Καταστατικό διατάξεις οι οποίες καθορίζουν τη διαδικασία των Συνεδριάσεων των Διοικητικών Συμβούλων και των Συνελεύσεων της Εταιρείας ως και τον τρόπο λήψης Αποφάσεων σε σχέση με συγκεκριμένα ζητήματα και οι οποίες αποσκοπούν, αφενός στο να διασφαλίζεται η πλήρης εκ των προτέρων ενημέρωση της Ενάγουσας και/ή των Διοικητικών Συμβούλων που την εκπροσωπούν σε σχέση με κάθε Συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου και κάθε Συνέλευση της Εταιρείας και, αφετέρου, στο να διασφαλίζεται ότι ουδεμία έγκυρη Απόφαση μπορεί να λαμβάνεται σε σχέση με συγκεκριμένα θέματα χωρίς τη σύμφωνη γνώμη ή θετική ψήφο της Ενάγουσας ή και των Διοικητικών Συμβούλων που την εκπροσωπούν. 7. Η διαδικασία λήψης Αποφάσεων στις Συνεδριάσεις των Διοικητικών Συμβούλων και στις Συνελεύσεις των Μετόχων για τα θέματα για τα οποία απαιτείται σύμφωνη γνώμη ή θετική ψήφος της Ενάγουσας ή και των Διοικητικών Συμβούλων που την εκπροσωπούν («Επιφυλαγμένα Ζητήματα/Ουσιώδη Επιφυλαγμένα Ζητήματα»), διέπονται από τους Κανονισμούς 69-150 του Καταστατικού. Ειδική μνεία γίνεται στους Καν. 99, 101-104, 106, 114, 140-141, 143 και 145, 147-148. 8. Κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ των εκπροσώπων των Μετόχων, ήτοι της Ενάγουσας και της Εναγομένης 3, συμφωνήθηκε όπως η Facipero ανοίξει Λογαριασμό στην ΡPF Banka της Τσεχίας, Τράπεζα η οποία ανήκε στον Όμιλο ΡPF. 9. Στα πλαίσια του ανοίγματος του Λογαριασμού, τέθηκε και συζητήθηκε εκτεταμένα ποιοι και με ποιο τρόπο θα καθόριζαν τα πρόσωπα που θα είχαν εξουσία υπογραφής (authorized signatories) σε σχέση με το Λογαριασμό. Τελικά επιβεβαιώθηκε ότι, κατ΄ ακολουθία του Καταστατικού και της Συμφωνίας Μετόχων και προκειμένου να μην υπάρχει δυνατότητα παράκαμψης των προνοιών της, θα απαιτείτο για σκοπούς δέσμευσης και λειτουργίας του Λογαριασμού, η υπογραφή τουλάχιστον ενός προσώπου που θα καθοριζόταν από την Ενάγουσα και ενός προσώπου που θα καθοριζόταν από την Εναγομένη 3. Η διευθέτηση αυτή ουσιαστικά αντανακλούσε τις πρόνοιες του Καταστατικού που αφορούν στη λήψη Αποφάσεων από τους Διοικητικούς Συμβούλους σε σχέση με Επιφυλαγμένα Ζητήματα. 10. Στα πλαίσια της πιο πάνω διευθέτησης, ο Όμιλος ΡΡF, μέσω της Home Credit Bank, που αποτελεί μέρος του Ομίλου, παραχώρησε Δάνειο Δολ. ΗΠΑ200.000.000 στη Facipero, η οποία με τη σειρά της το συνεισέφερε ως Κεφάλαιο στην Eldorado. Ακολούθως η Eldorado, «επέστρεψε» το εν λόγω ποσό υπό μορφή Δανείου στη Facipero, ώστε η τελευταία να «ξοφλήσει» το εν λόγω Δάνειο προς την Home Credit Bank. Η Facipero όντως «ξόφλησε» το Δάνειο προς την Home Credit Bank, αλλά , τεχνητά, παρέμεινε «χρεωμένη» προς τη θυγατρική της. 11. Η διεύθυνση και διαχείριση της Eldorado γίνεται από πρόσωπα που ελέγχονται από την Εναγομένη 3. 12. Με Ειδοποίηση ημερ. 6.10.10 (η «Πρώτη Ειδοποίηση») η Εναγομένη 2, ως Διοικητική Σύμβουλος της Facipero, συνεκάλεσε Συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου για τις 15.10.10 με θέματα, μεταξύ άλλων: (
  1. i)την ανάκληση της εξουσίας των δύο προσώπων που διορίστηκαν από την Ενάγουσα για να ενεργούν ως εξουσιοδοτημένοι υπογραφείς του Τραπεζικού Λογαριασμού της Facipero με την PPF Banka, (
  2. ii)το διορισμό των Εναγομένων 1 και 2 ως των μόνων προσώπων με εξουσία υπογραφής και/ή διαχείρισης του Τραπεζικού Λογαριασμού, και (iii) την έγκριση και αποστολή εκ μέρους της Facipero, διά των Διοικητικών Συμβούλων αυτής, επιστολής προς τους Μετόχους της Facipero αναφορικά με τη χρηματοδότηση της, με περιεχόμενο ως το συγκεκριμένο Προσχέδιο Επιστολής που Επισυναπτόταν μαζί με την Ειδοποίηση. 13. Όπως προκύπτει από ανάγνωση του Προσχεδίου Επιστολής, αυτό αφορά στο επίδικο Δάνειο και αυτό που προτείνεται είναι να σταλεί από την Facipero επιστολή με την οποία να πληροφορεί τους Μετόχους της ότι: (
  3. i)To επίδικο Δάνειο θα καταστεί πληρωτέο στις 31.12.2010, (
  4. ii)η Eldorado ζήτησε επιβεβαίωση στα πλαίσια του ελέγχου των οικονομικών της καταστάσεων ότι, μεταξύ άλλων, η Facipero, ως οφειλέτης, έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει το Δάνειο και δεν υπάρχουν περιστάσεις που μπορεί να οδηγήσουν στην αναβολή ή παράλειψη εξοφλήσεως του, (iii) η Facipero είναι απλώς ιθύνουσα και δεν έχει εισοδήματα με τα οποία να μπορεί να αποπληρώσει το Δάνειο, και να καλεί αυτούς να δηλώσουν επειγόντως κατά πόσο είναι έτοιμοι να παράσχουν τα σχετικά χρηματικά ποσά που απαιτούνται ώστε να καλυφθεί ικανοποιητικά η υποχρέωση αποπληρωμής του Δανείου. 14. Από την Πρώτη Ειδοποίηση και το Προσχέδιο Επιστολής, προκύπτουν ξεκάθαρα τα ακόλουθα: (
  5. i)H Εναγομένη 3 επιδιώκει να αποκτήσει τον αποκλειστικό έλεγχο του Τραπεζικού Λογαριασμού ώστε να προβαίνει σε πληρωμές χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση των εκπροσώπων της Ενάγουσας, κάτι που απαγορεύεται από το Καταστατικό της Facipero (Καν. 114). (
  6. ii)Η Εναγομένη 3 επιχειρεί να παρακάμψει τις διατάξεις του Καταστατικού σύμφωνα με τις οποίες η αύξηση ή συνεισφορά κεφαλαίου, η υποβολή προτάσεων που τείνουν να έχουν σαν συνέπεια την έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας σχετικής με διάλυση ή αναδιοργάνωση της Facipero και η έγκριση οποιαδήποτε συναλλαγής με συνδεδεμένα πρόσωπα αποτελούν Επιφυλαγμένα Ζητήματα, για τα οποία απαιτείται η συγκατάθεση ή η θετική ψήφος τουλάχιστον ενός από τους Διοικητικούς Συμβούλους που εκπροσωπούν την Ενάγουσα. (iii) Η Εναγομένη 3 καλεί εμμέσως τους Διοικητικούς Συμβούλους της Facipero να παραδεχθούν ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυα ως μη δυνάμενη από μόνη της να αποπληρώσει τους δανειστές της, κάτι που επίσης αποτελεί Επιφυλαγμένο Ζήτημα. 15. Με Επιστολή ημερ. 12.10.2010, προς μεταξύ άλλων την Εναγομένη 3, η Ενάγουσα αμφισβήτησε την εγκυρότητα της Πρώτης Ειδοποίησης, γι΄ αυτό και οι Διοικητικοί Σύμβουλοι που εκπροσωπούν την Ενάγουσα, δεν παρέστησαν στη Συνεδρίαση που συγκλήθηκε με βάση την Πρώτη Ειδοποίηση. 16. Αντί απαντήσεως στην πιο πάνω Επιστολή της Ενάγουσας, προφανώς με οδηγίες της Εναγομένης 3, απέστειλε τη Δεύτερη Ειδοποίηση για σύγκληση την 1.11.10 εξ αναβολής συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου, με ταυτόσημη ημερήσια διάταξη ως αναφερόταν στην Πρώτη Ειδοποίηση. 17. Στη Δεύτερη Ειδοποίηση σημειώνεται με νόημα ότι αυτή δίδεται δυνάμει του Καν. 140 και ότι συνεπώς, θα θεωρείται ότι υπάρχει απαρτία εάν είναι παρόντες τουλάχιστον δύο Διοικητικοί Σύμβουλοι, περιλαμβανομένου του Προέδρου. 18. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, είναι απολύτως ξεκάθαρο από τη Δεύτερη Ειδοποίηση: (
  7. i)Ότι η Εναγομένη 3 επιμένει στο να αποκτήσει αποκλειστικό έλεγχο των λογαριασμών της Facipero κατά παράβαση του Καταστατικού, (
  8. ii)ότι επιχειρείται να ληφθεί Απόφαση από το Διοικητικό Συμβούλιο της Facipero σε σχέση με Επιφυλαγμένα Ζητήματα διά της πλάγιας οδού και συγκεκριμένα, διά της παράτυπης έγκρισης του Προσχεδίου Επιστολής μόνο από τους Διοικητικούς Συμβούλους που εκπροσωπούν την Εναγομένη 3. 19. Η πιο πάνω πρόθεση της Εναγομένης 3 επιβεβαιώνεται από Επιστολή της, η οποία φέρει ημερ. 11.10.2010 και η οποία αποστάληκε στην Ενάγουσα στις 15.11.2010. Με την εν λόγω Επιστολή η Εναγομένη 3 επιχειρεί να ενεργοποιήσει τον Καν. 106 του Καταστατικού, ο οποίος, εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, επιτρέπει στην Εναγομένη 3 να προχωρήσει σε χρεωστική χρηματοδότηση της Facipero χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας. 20. Ενόψει των διατάξεων του Καταστατικού σε σχέση με τα Επιφυλαγμένα Ζητήματα, τυχόν μονομερής χρηματοδότηση της Facipero από την Εναγομένη 3, δυνατό να επιτρέψει στην Εναγομένη 3 να αποκτήσει κατά τρόπο τεχνητό, τον αποκλειστικό έλεγχο της Facipero. 21. Η Ενάγουσα ουδέποτε αρνήθηκε, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, να παράσχει κεφάλαια στην Facipero και στην πραγματικότητα υπέβαλε συγκεκριμένες προτάσεις για επίλυση του τεχνητού αυτού θέματος μέσα στα πλαίσια του Καταστατικού και των συνολικών διευθετήσεων των μερών. 22. Η Αιτήτρια αποκάλυψε ότι η Συμφωνία Μετόχων μεταξύ Ενάγουσας και Facipero περιέχει ρήτρα (Άρθρο 30), σύμφωνα με την οποία οι μεταξύ των μερών διαφορές σε σχέση με τη Συμφωνία Μετόχων, παραπέμπονται σε διαιτησία στο Λονδίνο. Επίσης, ότι η Συμφωνία Μετόχων διέπεται από το Αγγλικό Δίκαιο. Είναι όμως ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι οι πιο πάνω πρόνοιες της Συμφωνίας Μετόχων ουδεμία σχέση ή και εφαρμογή έχουν καθόσον αφορά τα επίδικα θέματα της παρούσας Αγωγής, τα οποία άπτονται της ερμηνείας του Καταστατικού της Facipero, η οποία είναι Κυπριακή Εταιρεία. Τα θέματα αυτά εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων ως Δικαστηρίων της έδρας της Facipero τόσο σύμφωνα με τον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, όσο και σύμφωνα με το Άρθρο 22 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, περί δικαιοδοσίας και εκτέλεσης Αποφάσεων. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ 1-3 Η Ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση 1-3 είναι λιτή, αλλά σαφέστατη και αναφέρεται ουσιαστικά στους πιο κάτω λόγους: (Α) Η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. (Β) Το Κυπριακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας να εκδικάσει την Αγωγή λόγω ρήτρας Διαιτησίας στη Συμφωνία Μετόχων. (Γ) Η Αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει τις απαιτήσεις για Ενδιάμεσο Διάταγμα. (Δ) Το Ενδιάμεσο Διάταγμα είναι καταπιεστικό και αφαιρεί κατοχυρωμένα δικαιώματα των Καθ΄ ων η Αίτηση με βάση τη Συμφωνία Μετόχων και το Καταστατικό της Εναγομένης 4 Εταιρείας. (Ε) Η Αιτήτρια έχει παρερμηνεύσει τα διάφορα έγραφα και/ή τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001, μεταξύ άλλων, το Άρθρο 22 αυτού. Οι ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η Αίτηση 1-3 εμφαίνονται στις δύο Ε/Δ της Αdina-Viviana Szemethy, Δικηγόρου που εργάζεται στην Panglobe Services Ltd, εταιρεία που παρέχει εταιρικές υπηρεσίες στον Όμιλο της Εναγομένης 3. Αυτό που προβάλλει έντονα από τις Ε/Δ είναι ότι η εικόνα που προσπαθεί η Αιτήτρια να δημιουργήσει, ότι δηλαδή η Εναγομένη 3 προσπαθεί να παραβλάψει τα δικαιώματα της ως Μετόχου μειοψηφίας στη Facipero είναι εντελώς αναληθής και ότι στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει είναι το αντίθετο. Οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η Αίτηση 1-3 αναπτύσσονται σε κάθε ενότητα πιο κάτω. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κάθε ενότητα χωριστά. (Α) ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Θα εξετάσω πρώτα αυτό το Λόγο Ένστασης αφού η Νομολογία δεικνύει ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι υπήρξε από πλευράς Αιτητή απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος, μπορεί να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος Διατάγματος, χωρίς καν να προχωρήσει στην εξέταση άλλων θεμάτων ουσίας. Η νομική αρχή που πηγάζει από τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι πολύ καλά καθιερωμένη και επαναλήφθηκε με σαφήνεια στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Rybolovlev ν. Rybolovleva, Π.Ε. 130 & 131/09, ημερ. 29.1.10. Ο κ. Κληρίδης, Δ., απαγγέλλοντας την ομόφωνη Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ανέφερε στις σελ. 13-15: «Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το Δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφασή του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A v. Evans & Sons Ltd v. Άλλων
(1998)1(Β) Α.Α.Δ 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της απόφασης, η οποία είχε δοθεί από τον Γ. Πική, Πρόεδρο, από τη σελ. 1186 του τόμου Αποφάσεων: «...Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. 157/90, 30.5.96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. (ανωτέρω) (σελ. 4) «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη Μ. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. THE TIMBERLAND CO OF USA (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα του, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:-(σελ. 7) «... γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθ ' ως και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας,» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 598).» Στην υπόθεση Ηarvardskiy Prumyslovy Holding A.S - υπό Εκκαθάριση ν. 1. Daventree Resources Limited κ.α. Π.Ε. 9/2007, ημερ. 10.7.2008 και Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd Π.E. 181/07, ημερ. 19.6.2009 ο Ηλιάδης, Δ., αναφέρθηκε στις προεκτάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης γεγονότων ως ακολούθως: «
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεση και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είμαι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος.» Οι Καθ΄ων η Αίτηση 1-3 ισχυρίζονται (Παράγρ. 28 Ε/Δ τους), ότι η Αιτήτρια, εσκεμμένα παρέλειψε να αναφέρει και επισυνάψει δύο Επιστολές, ημερ. 7.7.10 και 11.10.10, από την Eldorado προς τη Facipero, με κοινοποίηση προς την Αιτήτρια και την Καθ΄ ης η Αίτηση 3, στις οποίες αναφέρεται ότι, σε περίπτωση που η Facipero παραλείψει να ξοφλήσει το Δάνειο στην καθορισθείσα ημερομηνία (31.12.10), η οικονομική κατάσταση της Eldorado θα υποστεί σοβαρή ζημία και ότι τέτοια παράλειψη θα έχει σημαντικό επιζήμιο αποτέλεσμα σε όλο το φάσμα των εργασιών της. Επιπρόσθετα, η Eldorado ζητούσε από τη Facipero επιβεβαίωση για τρία συγκεκριμένα θέματα. Σ΄ απάντηση, η Αιτήτρια παραδέχεται μεν ότι δεν επισύναψε τις πιο πάνω Επιστολές στην Ε/Δ της, πλην όμως αναφέρθηκε στο περιεχόμενο τους στις Παραγρ. 13 και 19 της Ε/Δ της. Κάτι τέτοιο όντως διαπιστώνεται από ανάγνωση των πιο πάνω Παραγράφων, γι΄ αυτό και ενώ θεωρώ τη μη επισύναψη των Επιστολών ως παράλειψη, δεν τη θεωρώ ως ουσιώδη παράλειψη στο πνεύμα των πιο πάνω αρχών της Νομολογίας. Τα πλείστα γεγονότα είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο της μονομερούς εξέτασης της Αίτησης και η επισύναψη των δύο επιστολών δεν θα επηρέαζε την κρίση του. Για τους πιο πάνω λόγους, αυτός ο Λόγος Ένστασης απορρίπτεται. (Β) ΕΛΛΕΙΨΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1-3 εγείρουν θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων όπως επιληφθούν της παρούσας Αγωγής και κατ΄ επέκταση και της παρούσας διαδικασίας. Ως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο διατηρεί δυνατότητα εξέτασης αρμοδιότητας να επιληφθεί συγκεκριμένης διαφοράς σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπάγγελτα. Βλ. Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168, Αναφορικά με την Αίτηση της Κυριακής Άχλη
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ
  1. Ο ισχυρισμός των Καθ΄ ων η Αίτηση 1-3 είναι ότι η Συμφωνία Μετόχων περιέχει ρήτρα ότι οι μεταξύ των μερών διαφορές σε σχέση με αυτήν παραπέμπονται σε διαιτησία στο Λονδίνο. Η ρήτρα αυτή αποκαλύφθηκε από την Αιτήτρια στο στάδιο της μονομερούς εξέτασης, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, προβάλλοντας όμως και τις δικές της αντίστοιχες θέσεις. Σχετικό είναι το Άρθρο 30 της Συμφωνίας Μετόχων. Το Άρθρο 30.1 προνοεί τα ακόλουθα: «30.1 Τhe Parties agree that any dispute of difference of whatever nature arising out of or in connection with this Agreement (including any question regarding its existence, validity or termination), the Transaction Documents or otherwise shall be referred to and finally settled be arbitration under the Rules of the London Court of International Arbitration then in effect (the Rules) which are deemed to be incorporated by reference into this clause.» Οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί της Αιτήτριας εμφαίνονται πιο πάνω και είναι ότι τα επίδικα θέματα άπτονται της ερμηνείας του Καταστατικού της Facipero, η οποία είναι Κυπριακή Εταιρεία. Γίνεται επίκληση του Άρθρου 22 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/
  2. Για να δυνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί στο θέμα της δικαιοδοσίας, θα πρέπει τα γεγονότα που είναι ενώπιον του να είναι σαφή, σε τόσο βαθμό που να υποβοηθούν την υπαγωγή της στις εφαρμοζόμενες νομικές αρχές. Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει διαφωνία στο κατά πόσο η επίδικη διαφορά αφορά στο Καταστατικό, στη Συμφωνία Μετόχων ή και στα δύο. Οι πρόνοιες της Συμφωνίας Μετόχων (Άρθρο 30.1) για ρήτρα Διαιτησίας που θα διεξαχθεί στην Αγγλία είναι μεν σαφείς, αλλά θα πρέπει να δοθεί προσοχή και στο Άρθρο 30.3, το οποίο αναφέρει πιο κάτω: «30.3 The Parties shall have the right to seek interim relief from a court of competent jurisdiction, at any time before and after the Arbitral Tribunal has been formed, up until the Arbitral Tribunal has made its final award.» Αναφορικά με τον Κανονισμό για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, 44/2001 μπορεί να γίνει αναφορά στο Άρθρο 31, που προνοεί ότι «τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους αυτού, έστω και αν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης». Η Αιτήτρια έχει επιπρόσθετα επικαλεσθεί το Άρθρο 22 του πιο πάνω Κανονισμού, το οποίο αποδίδει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία: «Άρθρο
  3. ...........................................
  4. σε θέματα κύρους, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων ή ενώσεων φυσικών ή νομικών προσώπων ή κύρους αποφάσεων των οργάνων τους, τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο η εταιρεία, το νομικό πρόσωπο ή η ένωση έχουν την έδρα τους. Προκειμένου να καθορισθεί η έδρα το δικαστήριο εφαρμόζει τους ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κανόνες του. ...........................................» Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1-3 αμφισβητούν την εφαρμογή των πιο πάνω Άρθρων στην επίδικη διαφορά. Προτού καταλήξω στο παρόν θέμα, θεωρώ ορθό όπως αναφέρω και την πρόσφατη υπόθεση Willstrop κ.ά. v. Mammous κ.α., Π.Ε. 86/08, ημερ. 10 Νοεμβρίου,
  5. Το βασικό επίδικο θέμα ήταν η μη αναφορά ύπαρξης ρήτρας Διαιτησίας σε διαδικασία μονομερούς έκδοσης Ενδιάμεσου Διατάγματος. Αφού επαναλήφθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο οι γνωστές αρχές ότι τέτοια ρήτρα πρέπει να αποκαλύπτεται, αναφέρθηκαν από τον Χ"Χαμπή, Δ., τα ακόλουθα με περιπτώσεις που αμφισβητείται η εμβέλεια της ρήτρας αυτής: «Το θέμα της εμβέλειας της ρήτρας διαιτησίας δεν θα μπορούσε εξ άλλου να κριθεί παρεμφερώς στο στάδιο της ex parte αίτησης, αλλά ούτε και εκ των υστέρων στα πλαίσια της απόφασης του Δικαστηρίου, όπως φαίνεται να έχει γίνει εδώ, παρά μόνο θα αποτελούσε το ουσιώδες θέμα σε περίπτωση αίτησης για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και εκεί είναι που θα εξετάζοντο σε λεπτομέρεια οι θεραπείες της αγωγής για να κριθεί αν και σε ποια έκταση ενέπιπταν στη ρήτρα διαιτησίας. Το ζητούμενο στο στάδιο της ex parte αίτησης λοιπόν δεν ήταν η εμβέλεια της ρήτρας διαιτησίας αλλά η επισήμανση της (πέραν της απλής περίληψης στην αίτηση της συμφωνίας στην οποία περιείχετο) ώστε το Δικαστήριο να είχε ενώπιον του όλα τα στοιχεία που θα το βοηθούσαν να κρίνει αν ήταν ορθό να δώσει το διάταγμα ex parte ή αν θα έπρεπε να ακούσει και την άλλη πλευρά.» Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι με τα δοθέντα στοιχεία, το Δικαστήριο δεν θα ήταν ορθό να αποφανθεί στο θέμα της δικαιοδοσίας, ένα θέμα το οποίο επηρεάζει ουσιωδώς τα δικαιώματα όλων των διαδίκων, γι΄ αυτό και αυτός ο Λόγος Ένστασης απορρίπτεται. (Γ) ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ Με βάση το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 όπως αυτό επεξηγήθηκε και διασαφηνίστηκε σε σειρά Αποφάσεων οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για έκδοση Ενδιάμεσου Διατάγματος είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του Διατάγματος. Επιπρόσθετα, τόσο στην υπόθεση Κούνουνα ν. C & A Simonοs Ltd
(2002)1(B) A.A.Δ 1361, όσο και στην πιο πρόσφατη Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδης κ.α., Π.Ε. 216/06 ημερ. 24.3.09, αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει ένα τέτοιο Διάταγμα. Όπως αναφέρουν οι Καθ΄ ων 1-3 στην Αγόρευση τους, τα γεγονότα που οδήγησαν στην επίδικη διαφορά, καθώς και η Συμφωνία Μετόχων και το Καταστατικό της Facipero, είναι παραδεκτά. Εκείνο που αρνούνται επίμονα είναι το κατά πόσο τα θέματα που αναφέρονται στο επίδικο Διάταγμα αποτελούν Επιφυλαγμένα Ζητήματα/Ουσιώδη Επιφυλαγμένα Ζητήματα ούτως ώστε, με βάση τα συμφωνηθέντα, για τη λήψη απόφασης να χρειάζεται και η συγκατάθεση των εκπροσώπων της Αιτήτριας. Κατ΄ αρχήν πρέπει να τονιστεί ότι το τι αποτελεί «Επιφυλαγμένα Ζητήματα» καθορίζεται λεπτομερώς στο Παράρτημα Β της Συμφωνίας Μετόχων και στον Κανονισμό 99 του Καταστατικού της Facipero. Το λεκτικό των δύο αυτών κεφαλαίων είναι ταυτόσημο και περιλαμβάνει κατάλογο με 26 ενέργειες ή γεγονότα που κατονομάζονται ρητά ως Επιφυλαγμένα Ζητήματα. Είναι ισχυρισμός των Καθ΄ ων 1-3 ότι, ό,τι δεν περιλαμβάνεται ρητά στον εν λόγω κατάλογο δεν αποτελεί Επιφυλαγμένο Ζήτημα και με βάση το Άρθρο 8.4 της Συμφωνίας Μετόχων θα πρέπει να αποφασίζεται σύμφωνα με το Καταστατικό της Facipero. Οι Καθ΄ 1-3 βασικά διαχωρίζουν το επίδικο Διάταγμα σε τρία μέρη, ανάλογα με τι επιβάλλει στους Καθ΄ ων: (α) αντικατάσταση των υπογραφέων στις Τράπεζες, (β) Θέμα 6 του Παραρτήματος 1, (γ) σύναψη, λήψη ή εκταμίευση οποιουδήποτε Δανείου. Θα προχωρήσω να εξετάσω το κάθε θέμα χωριστά έχοντας υπόψη τη νομολογιακή αρχή ότι σε τέτοιου είδους διαδικασίες το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε μία σε βάθος εξέταση των θεμάτων. Βλ. Φετοκάκης ν. Χριστοφή κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 800, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248. (α) Αντικατάσταση των υπογραφέων στις Τράπεζες: Οι Καθ΄ ων 1-3 ισχυρίζονται ότι, αφ΄ ης στιγμής το θέμα αυτό δεν περιλαμβάνεται ρητά στον κατάλογο των Επιφυλαγμένων Ζητημάτων, είναι ξεκάθαρο ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ακολουθούνται οι πρόνοιες του Καταστατικού. Από την άλλη, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 3 επιδιώκει να αποκτήσει τον αποκλειστικό έλεγχο του Τραπεζικού Λογαριασμού, ώστε να προβαίνει σε πληρωμές χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση των εκπροσώπων της Ενάγουσας. Αυτό απαγορεύεται από τον Καν. 114 του Καταστατικού της Facipero, αφού εξ ορισμού συνιστά διορισμό από το Διοικητικό Συμβούλιο, πληρεξουσίων αντιπροσώπων με γενικές εξουσίες αναφορικά με τη διαχείριση των εργασιών της Facipero. Κάτι τέτοιο απολήγει σε παράκαμψη των διατάξεων του Καταστατικού σε σχέση με τους περιορισμούς που εφαρμόζονται στις διαδικασίες των Συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου σύμφωνα με τους Καν. 139, 140, 142 και 143 ή των περιορισμών σε σχέση με Επιφυλαγμένα Ζητήματα ή Ουσιώδη Επιφυλαγμένα Ζητήματα. Σημειώνεται συναφώς ότι στα Επιφυλαγμένα Ζητήματα περιλαμβάνονται θέματα που αφορούν ή σχετίζονται με τη διενέργεια πληρωμών από τη Facipero. Oι δύο πλευρές δίνουν διαφορετική ερμηνεία του Καν. 114 του Καταστατικού. Η Αιτήτρια καταλήγει στο πιο πάνω αποτέλεσμα με μια λογική γραμμή σκέψης. Όμως το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει κατά πόσο η ίδια η πράξη πρέπει να θεωρείται Επιφυλαγμένο Ζήτημα και όχι το αποτέλεσμα της, που στην παρούσα περίπτωση είναι, μεταξύ άλλων, και η διενέργεια πληρωμών. Εξάλλου, όπως αναφέρεται πιο κάτω, αυτή καθ΄ αυτή η αποπληρωμή Δανείων αναφέρεται ρητά ως Επιφυλαγμένο Ζήτημα. Σε τέτοιες περιπτώσεις που το Διάταγμα επηρεάζει δραστικά τη λειτουργία μιας εταιρείας, το αγώγιμο δικαίωμα και η πιθανότητα επιτυχίας πρέπει να είναι αρκετά ξεκάθαρα μιας και με την Αγωγή επιζητούνται παρόμοιες θεραπείες. Η διαφορά είναι ότι με την Αγωγή επιζητούνται Διατάγματα τα οποία να ισχύουν στο διηνεκές. Εξάλλου η Νομολογία επιτάσσει ότι ο ευαίσθητος χαρακτήρας ενός Ενδιάμεσου Διατάγματος προϋποθέτει ότι η έκδοση του πρέπει να γίνεται μόνο στις πιο καθαρές περιπτώσεις. Βλ. Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Για όλους τους πιο πάνω λόγους στο θέμα αυτό, θεωρώ ότι δεν έχουν αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις. (β) Θέμα 6 του Παραρτήματος 1: Το αντίστοιχο μέρος του επίδικου Διατάγματος, εμφαίνεται πιο πάνω στην παρούσα Ενδιάμεση Απόφαση. Είναι παραδεκτό ότι το μέρος του Διατάγματος αφορά στην Επιστολή που απέστειλε η Facipero στην Ενάγουσα και Εναγομένη 3 (Τεκμ.8Β στην Ε/Δ Αιτήτριας), το σημαντικό μέρος της οποίας είναι η τελευταία παράγραφος της Επιστολής, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «As the shareholders of our company you are aware that FACIPERO INVESTMENTS LIMITED is a holding company which does not perform any commercial activities allowing us to have any income except shareholders΄investments. Due to the fact that the maturity date of the loan is approaching we urge you to provide us with your opinion whether you are ready to inject into FACIPERO INVESTMENTS LIMITED relevant financial funds sufficient to cover forthcoming expenses.» Η θέση της Αιτήτριας είναι ότι το πιο πάνω θέμα συνιστά ή άπτεται Επιφυλαγμένων Ζητημάτων για τους ακόλουθους λόγους: (α) σύμφωνα με το Καταστατικό της Facipero, η αύξηση ή συνεισφορά κεφαλαίου, η υποβολή προτάσεων που τείνουν να έχουν ως συνέπεια την έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας σχετικής με διάλυση ή αναδιοργάνωση της Facipero και η έγκριση οποιασδήποτε συναλλαγής με συνδεδεμένα πρόσωπα, αποτελούν Επιφυλαγμένα Ζητήματα, (β) με το Θέμα 6, η Εναγομένη 3 καλεί εμμέσως τους Διοικητικούς Συμβούλους της Facipero να παραδεχθούν, μεταξύ άλλων, ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυα, ως μη δυνάμενη από μόνη της να αποπληρώσει τους δανειστές της, κάτι που αποτελεί Επιφυλαγμένο Ζήτημα. Από την άλλη, οι Καθ΄ ων 1-3, αντιμετωπίζουν το θέμα από άλλη οπτική γωνία. Με την πιο πάνω Επιστολή απλά ζητείται η γνώμη των δύο Μετόχων της Facipero κατά πόσο είναι έτοιμοι να εμβάσουν κεφάλαια στην Εταιρεία. Αυτό δεν αποτελεί Επιφυλαγμένο Ζήτημα. Επαναλαμβάνοντας τα όσα αναφέρονται στο πιο πάνω θέμα, ότι δηλαδή η πράξη και όχι οι συνέπειες ή οι παράμετροι της θα πρέπει να εμπίπτουν στα Επιφυλαγμένα Ζητήματα, θα υιοθετήσω τα επιχειρήματα των Καθ΄ ων 1-3, γι΄ αυτό καταλήγω ότι ούτε σ΄ αυτό το θέμα ικανοποιούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία. (γ) Σύναψη, λήψη ή εκταμίευση οποιουδήποτε Δανείου: To θέμα αυτό είναι παραδεκτό ότι εμπίπτει στα Επιφυλαγμένα Ζητήματα, πλην όμως οι Καθ΄ ων 1-3 για να αναπτύξουν τις θέσεις τους επικαλούνται τις πανομοιότυπες πρόνοιες του Άρθρου 8.6 της Συμφωνίας Μετόχων και του Κανονισμού 106 του Καταστατικού. Σύμφωνα με αυτές, εάν η Αιτήτρια ή Διοικητικός Σύμβουλος που διορίζεται από αυτήν, δεν εγκρίνει μια προτεινόμενη αύξηση του εκδοθέντος ή του ονομαστικού κεφαλαίου ενός Μέλους του Ομίλου Εταιρειών εντός 10 εργάσιμων ημερών μετά την υποβολή τέτοιας πρότασης στους σχετικούς Μετόχους για έγκριση ως Ουσιώδους Επιφυλαγμένου Ζητήματος βάσει του Κανονισμού 99(ii), τότε η PPF ή οποιοδήποτε από τα συνδεδεμένα με αυτή πρόσωπα δύναται να επιλέξει να παρέχει χρεωστική χρηματοδότηση (debit finance) για αντίστοιχο ποσό με συνήθεις εύλογους εμπορικούς όρους σε τέτοιο Μέλος του Ομίλου Εταιρειών και η παροχή τέτοιας χρηματοδότησης δεν θα αποτελεί Επιφυλαγμένο Ζήτημα ή Ουσιώδες Επιφυλαγμένο Ζήτημα για τους σκοπούς των παρόντων Κανονισμών. Οι Καθ΄ ων 1-3 ισχυρίζονται ότι η Εναγομένη 3 ακολούθησε την πιο πάνω διαδικασία αποστέλλοντας Επιστολή ημερ. 11 Οκτωβρίου, 2010 (Τεκμ. 11 στην Ε/Δ Αιτήτριας), με την οποία εισηγείτο άμεσα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Facipero. Σύμφωνα με τους Καθ΄ ων 1-3, η Αιτήτρια απάντησε με Επιστολή ημερ. 18 Οκτωβρίου, 2010 (Τεκμ. 12 στην Ε/Δ Αιτήτριας), με την οποία απέρριπτε την εισήγηση της Εναγομένης
  2. Με τον τρόπο αυτόν, ενεργοποιήθηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 8.6 και του Καν. 106 και η Εναγομένη 3 δικαιούται να προχωρήσει η ίδια να χρηματοδοτήσει τη Facipero και το θέμα αυτό δεν είναι πλέον Επιφυλαγμένο ή Ουσιώδες Επιφυλαγμένο Ζήτημα. Από την άλλη, η Αιτήτρια αντιμετωπίζει διαφορετικά το θέμα: ισχυρίζεται ότι η Επιστολή της Εναγομένης 3, ημερ. 11.10.2010 (Τεκμ. 11), έγινε στα πλαίσια της οργανωμένης προσπάθειας της να ανακτήσει τον αποκλειστικό έλεγχο των λογαριασμών της Facipero, κατά παράβαση του Καταστατικού. Στην προσπάθεια της αυτή επιχείρησε να ενεργοποιήσει τις πιο πάνω πρόνοιες (Άρθρο 8.6 και Καν. 106) κατά τρόπο τεχνητό. Η δε Επιστολή της Αιτήτριας, ημερ. 18 Οκτωβρίου, 2010 (Τεκμ. 12), δεν αποτελεί άρνηση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της Facipero. Αποτελεί επεξήγηση τόσο της τυπικής φύσης του επίδικου Δανείου όσο και της επάρκειας των κεφαλαίων, τόσο της Facipero όσο και της Eldorado. H Aιτήτρια ισχυρίζεται ότι ουδέποτε αρνήθηκε, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, να παράσχει κεφάλαια στη Facipero και στην πραγματικότητα υπέβαλε συγκεκριμένες προτάσεις για επίλυση του τεχνητού αυτού θέματος μέσα στα πλαίσια του Καταστατικού και των συνολικών διευθετήσεων των μερών. Στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, οι Καθ΄ ων 1-3 ανταπαντούν ότι οι πιο πάνω πρόνοιες δεν προβλέπουν διάλογο ή συζήτηση επί του θέματος αυτού, διότι με τον τρόπον αυτό καταστρατηγούνται οι ρητές πρόνοιες τόσο της Συμφωνίας Μετόχων όσο και του Καταστατικού. Οποιοσδήποτε και εάν ήταν ο απώτερος στόχος και σκοπός της Καθ΄ ης 3, αυτή φαίνεται να ενήργησε εντός των πλαισίων της Συμφωνίας Μετόχων και του Καταστατικού χρησιμοποιώντας τα δικαιώματα που της παρέχονται σχετικά. Αφ΄ ης στιγμής της παρέχεται το δικαίωμα για χρηματοδότηση και παράκαμψη των προνοιών ότι τέτοιο θέμα εμπίπτει στα Επιφυλαγμένα/Ουσιώδη Επιφυλαγμένα Ζητήματα, το χρησιμοποίησε. Εκείνο που ήταν αναγκαίο ήταν η μη έγκριση της προτεινόμενης αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου από πλευράς Αιτήτριας και στο σημείο αυτό θα συμφωνήσω με την πλευρά των Καθ΄ ων 1-3 ότι η μακροσκελέστατη Επιστολή ημερ. 18 Οκτωβρίου, 2010, δεν αποτελεί τέτοια έγκριση, αλλά απλώς προβολή κάποιων απόψεων και προβληματισμών. Για τους πιο πάνω λόγους, ούτε στο κεφάλαιο αυτό ικανοποιούνται οι πρώτες δύο πιο πάνω προϋποθέσεις. Δίκαιο και Εύλογο να διατηρηθεί σε ισχύ το Ενδιάμεσο Διάταγμα Παρόλον ότι η πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου σφραγίζει και τη μοίρα της παρούσας Αίτησης, θα πρέπει να αναφερθεί και κάτι καταληκτικό: και εάν ακόμη ικανοποιούνταν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία, αυτό δεν θα ήταν αρκετό. Το Δικαστήριο όφειλε πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να διατηρήσει σε ισχύ ένα τέτοιο Διάταγμα. Βλ., μεταξύ άλλων, Κούνουνα ν. C & A Simonos Ltd
(2002)1(B) A.A.Δ. 1361, Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Φυλακτίδης κ.α., Π.Ε. 216/06, ημερ. 24 Μαρτίου,
  1. Προς το σκοπόν αυτό ένας παράγοντας που θα είχε βαρύνουσα σημασία ήταν τα ίδια τα γεγονότα, τα οποία στην παρούσα περίπτωση είναι αρκετά και περιπλεγμένα και δεν μεταδίδουν μία τόσο σαφή εικόνα, ιδιαίτερα υπέρ των θέσεων της Αιτήτριας. Το γεγονός αυτό συνδυάζεται με τη δραστικότητα του εκδοθέντος Διατάγματος που επηρεάζει τη λειτουργία των Καθ΄ ων 3-
  2. Όλα αυτά θα έκλιναν το ισοζύγιο υπέρ της ακύρωσης του Διατάγματος αφού θεωρώ ότι ούτε αυτό το κριτήριο ικανοποιείται. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το Ενδιάμεσο Διάταγμα ημερ. 29 Οκτωβρίου, 2010, ακυρώνεται. Επιδικάζονται Έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων 1-3 και σε βάρος της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη Κλίμακα και θα είναι πληρωτέα μετά το πέρας της υπόθεσης. Αναφορικά με την Καθ΄ ης 4, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για Έξοδα. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.