IKOS CIF LIMITED ν. Vincent Pfister, Αγωγή Αρ. 3200/10, 24.8.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A233 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 3200/10 Μεταξύ: IKOS CIF LIMITED, από την Λεμεσό Εναγόντων και Vincent Pfister Εναγόμενου ------------------- Αίτηση ημερ. 18.2.2011 για παρακοή διατάγματος ημερ. 24.6.2010 24 Αυγούστου 2011 Για την ενάγουσα-αιτήτρια: κ. Λ. Παπαφιλίππου, κ. Χρ. Νικολάου, κα Γ. Νικολάου, κ. Γ. Χριστοδούλου και κα Ελ. Χριστοφή Για τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση: κα Λ. Στυλιανού και κα Π. Σάββα Καθ' ου η αίτηση παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 24.6.2010 το Δικαστήριο εξέδωσε στη βάση μονομερούς αίτησης της ενάγουσας μια σειρά από διατάγματα εναντίον του καθ' ου η αίτηση με τα οποία: 1. Διατασσόταν ο καθ' ου η αίτηση όπως εντός δυο ημερών από την επίδοση του Διατάγματος και/ή εντός τέτοιας περιόδου την οποία θα καθορίσει το Δικαστήριο, να παραδώσει στους δικηγόρους της ενάγουσας/αιτήτριας: Α. Όλα τα έγγραφα τα οποία ανήκουν στην αιτήτρια και/ή όλα τα έγγραφα υπό οποιαδήποτε μορφή και/ή είτε με την μορφή σκληρού αντίγραφου (Hard copy) είτε μαλακού αντίγραφου (soft copy), τα οποία περιέχουν οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία για την αιτήτρια και/η σχετικά με την αιτήτρια και/ή την δραστηριότητά της, τα οποία απέκτησε ο καθ' ου η αίτηση και/ή τα οποία του είχαν εμπιστευθεί εξαιτίας και/ή λόγω της ιδιότητάς του ως εργοδοτουμένου της αιτήτριας (που εφεξής θα αναφέρονται ως «σχετικά έγγραφα») τα οποία περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων οποιαδήποτε και όλα τα έγγραφα της αιτήτριας τα οποία ο καθ' ου η αίτηση αντέγραψε και/ή έστειλε στην προσωπική διεύθυνση e-mail (e-mail address) (Vincent@famille-pfister.net) στα οποία περιλαμβάνονται τα εξής έγγραφα: (
- i)Έγγραφο το οποίο στάλθηκε στις 10.2.01 υπό τον τίτλο "linsub.py", (ιι) Έγγραφο το οποίο στάλθηκε στις 27.1.10 υπό τον τίτλο "Perf0912.xls"; (iii) Έγγραφο το οποίο στάλθηκε στις 7.1.10 υπό τον τίτλο "Computer Trend Strategy"; (
- iv)Έγγραφο το οποίο στάλθηκε στις 7.1.10 υπό τον τίτλο "FW: Quant documentation", (
- v)Έγγραφο το οποίο στάλθηκε στις 5.1.10 υπό τον τίτλο Winton Capital Management, (
- vi)Έγγραφο το οποίο στάλθηκε τις 25.10.09 υπό τον τίτλο "Fw: UBS COMMENTS", (vii) Έγγραφο το οποίο στάλθηκε στις 7.10.09 υπό τον τίτλο "Work ." και στο οποίο επισυνάπτονταν 3 προγράμματα python (python programmes), (viii) Έγγραφο το οποίο στάληκε 6.10.09 υπό τον τίτλο "FW: Conversation with Steve Posner", (
- ix)Έγγραφο το οποίο στάλθηκε στις 2.10.09 υπό τον τίτλο "FW:" στο οποίο επισυναπτόταν το οικονομικό πρόγραμμα "python" (python programme proprietary financial forecast documentation), επονομαζόμενο "Modelconte.up". Β) Οποιαδήποτε άλλα σχετικά έγγραφα (
- i)τα οποία στάλθηκαν στην προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση (e-mail address) ή διευθύνσεις του Καθ' ου η αίτηση και/ή (
- ii)αποθηκεύτηκαν από αυτόν σε προσωπικά του αρχεία ή καταλόγους (directories) και/ή (iii) αποθηκεύθηκαν σε ψηφιακό ή άλλο δίσκο ή δισκέττα, ράβδο μνήμης ή οποιαδήποτε άλλη φορητή ηλεκτρονική συσκευή αποθήκευσης (removable electronic storage device) ή μέσω αποθήκευσης μνήμης και/ή (ίν) με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αφαιρέθηκαν από αυτόν από την κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της αιτήτριας τα οποία παραμένουν στην κατοχή του, φύλαξη ή κάτω από τον έλεγχο του. 2. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση να: Α) Χρησιμοποιεί, διαβιβάζει ή αποκαλύπτει σε οποιαδήποτε πρόσωπο, επιχείρηση ή εταιρεία, οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία και/ή σχετικά έγγραφα ή μέσα τα οποία περιέχουν οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία. Β) Παραποιεί, καταστρέφει, διαγράφει, αποκρύπτει, κρυπτογραφεί, προστατεύει με κωδικούς ή διαφορετικά να αποξενώνει ή να κάνει απρόσιτη οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή σχετικά έγγραφα ή οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία αποδεικνύουν το γεγονός ότι χρησιμοποίησε τις εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή τα σχετικά έγγραφα με τρόπο διαφορετικό από τον προβλεπόμενο από τα διατάγματα και/ή εκτός αν απαιτείται από τον νόμο και/ή εκτός αν λάβει την προηγούμενη σύμφωνο γνώμη των δικηγόρων της αιτήτριας, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή εκτός αν διατάξει διαφορετικά το Δικαστήριο. 3. ................................ 4. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεοτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου ή χωρίς την προηγούμενη σύμφωνο γνώμη των δικηγόρων της αιτήτριας, να χρησιμοποιεί ή να διαβάζει σε οποιοδήποτε πρόσωπο οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία, (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε πληροφορίας η οποία λέχθηκε εμπιστευτικά στον καθ' ου η αίτηση ή ως προς την οποία η αιτήτρια ή οποιαδήποτε άλλη εταιρεία η οποία ανήκει στον όμιλο εταιρειών της αιτήτριας έχουν καθήκον εμπιστευτικότητας) συμπεριλαμβανομένων των πιο κάτω: Α) Οποιαδήποτε στοιχεία πελατών, επενδυτών, μελλοντικών πελατών, προμηθευτών ή παροχέων υπηρεσιών, όροι εργασιών, επιχειρηματικών σχεδίων, οικονομικών πληροφοριών, πληροφοριών αναφορικά με τις πωλήσεις και το μάρκετινγκ και/ή την επιχειρηματική στρατηγική και/ή δραστηριότητα της αιτήτριας και/ή οποιαδήποτε στοιχεία εργοδοτούμενων και αξιωματούχων και το ύψος των μισθών και άλλων ωφελημάτων τους και/ή στοιχεία της προσωπικής ζωής οποιουδήποτε από τους υπαλλήλους, διευθυντές ή μετόχους της αιτήτριας ή οποιασδήποτε άλλης εταιρίας η οποία ανήκει στον Όμιλο Εταιριών IKOS και/ή των προσωπικών επενδύσεων, συμφερόντων και/ή οικονομικών ή οικογενειακών τους σχέσεων. Β) Διοικητικές πληροφορίες και/ή εμπορικές πληροφορίες και/ή προγράμματα λογισμικού και/ή κωδικούς και/ή άλλα στοιχεία σχετικά με το σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών που χρησιμοποιεί η αιτήτρια και/ή ο Όμιλος Εταιρειών IKOS στον οποίον ανήκουν και/ή σχετικά με την έρευνα και τα αναπτυξιακά προγράμματα, την πνευματική ιδιοκτησία, τεχνικές και/ή επιχειρησιακές πληροφορίες και/ή τεχνογνωσία (know-how) της αιτήτριας και/ή του Ομίλου. 5. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται ο καθ' ου η αίτηση να αποκαλύψει όλες τις εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή τα σχετικά έγγραφα που τις περιέχουν, τα οποία αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του στην αιτήτρια και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του. 6. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση να αποκαλύψει ή χρησιμοποιήσει ή διαβιβάσει είτε κατευθείαν είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου, προς οποιοδήποτε πρόσωπο, οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία ή στοιχείο ή έγγραφο περιλαμβανομένης και της παρούσας αίτησης και της συνοδεύουσας ένορκης δήλωσης και τεκμήρια και/ή οποιωνδήποτε αντιγράφων τους, που θα περιέλθουν στην κατοχή του και/ή θα επιδοθούν στον ίδιο ή στους συνηγόρους του, λόγω της εκκρεμότητας και/ή της προόδου της παρούσας αγωγής και/ή της διαδικασίας έκδοσης διαταγμάτων, εκτός αποκλειστικά για σκοπούς της υπεράσπισης του στην παρούσα αγωγή και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Αποτελεί γεγονός ότι τα διατάγματα, μαζί με τη σχετική αίτηση, επιδόθηκαν προσωπικώς στον καθ' ου η αίτηση στις 29.6.2010, όπως επιμαρτυρείται από τη σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης ημερομηνίας 30.6.2010, Τεκμ.2Α και 2Β αντιστοίχως στην ένορκη δήλωση του Μιχάλη Πολυμενάκου, ημερομηνίας 18.2.2010 προς υποστήριξη της αίτησης παρακοής και γεγονός αποδεκτό από τον καθ' ου στην § 42 της ένορκης δήλωσης τoυ ημερομηνίας 27.5.2010, που υποστηρίζει την ένσταση. Στις 2.9.2010 καταχωρίζεται αίτηση για παρακοή των διαταγμάτων ημερομηνίας 24.6.2010. Η αίτηση ορίζεται επανειλημμένως για επίδοση ενώ η αίτηση για συντηρητικό διάταγμα αναβάλλεται με σκοπό την καταχώριση ένστασης, μετά την εμφάνιση στις 5.7.2010, δικηγόρου που αντιπροσώπευε τον καθ' ου. Στις 29.12.2010 τα διατάγματα καθίστανται, εκ συμφώνου, απόλυτα αναφορικά με τις §§ 1, 2, 4, 5 και 6, ενώ τα διατάγματα αναφορικά με τις §§ 3Α - Γ έπαυσαν να ισχύουν Στις 13.1.2011 η αίτηση για παρακοή αποσύρεται άνευ βλάβης. Στις 18.2.2011 καταχωρίζεται δεύτερη αίτηση παρακοής, η υπό εκδίκαση. Η αίτηση επιδίδεται προσωπικώς στον καθ' ου στις 16.3.2011 και ορίζεται, μετά την εμφάνιση δικηγόρου που τον εκπροσωπούσε, στις 27.5.2011, με οδηγίες για καταχώριση ένστασης μέχρι τότε. Με την αίτηση επιζητείται η έκδοση: (α) Διατάγματος και/ή απόφασης του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση όπως παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να δείξει λόγο γιατί να μη φυλακισθεί και/ή να καταβάλει πρόστιμο για εξαναγκασμό σε υπακοή στο προστακτικό διάταγμα παράδοσης εμπιστευτικών πληροφοριών της αιτήτριας και/ή των «σχετικών εγγράφων» που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 24.6.2010 και/ή για τιμωρία του λόγω παρακοής από μέρους του και/ή παράλειψης συμμόρφωσης του προς το πιο πάνω. (β) Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση όπως παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να δείξει λόγο γιατί να μη φυλακισθεί και/ή να καταβάλει πρόστιμο λόγω παρακοής του Διατάγματος ημερομηνίας 24.6.2010 και/ή για τιμωρία του λόγω του ότι χρησιμοποίησε χωρίς άδεια της ενάγουσας-αιτήτριας και/ή κοινοποίησε και/ή διέγραψε εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή σχετικά έγγραφα και/ή παραβίασε τους όρους εργοδότησής του κατά παράβαση του πιο πάνω διατάγματος. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στη Δ.40 Κ.9, Δ.42(Α), Κ.1-13, στη Δ.34, Κ.5, στη Δ.48, Κ.1-9 και 13, στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος, καθώς και στις Συμφυείς Εξουσίες, τη Γενική Πρακτική και Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζουν τρεις ένορκες δηλώσεις: του Μιχάλη Πολυμενάκου, εργοδοτούμενου της ενάγουσας αιτήτριας, διευθυντής προγραμματισμού και γνώστης προσωπικά των γεγονότων, σε αναφορά και συμφωνία με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Σπύρου Επισκόπου που υποστήριζε την αίτηση για συντηρητικό διάταγμα, της Camilla Bevan, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Bird & Bird LLP, στην Αγγλία και του Ian Mayes, διευθυντή της αιτήτριας και QC στο Λονδίνο. Στην ένσταση του ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει: (α) Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιβάλει ποινή σε πρόσωπο το οποίο είναι εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. (β) Ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση έχει συμμορφωθεί πλήρως με το Διάταγμα ημερομηνίας 24.6.
- (γ) Δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- (δ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.42Α των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (ε) Τα γεγονότα που συνοδεύουν την αίτηση παρακοής δεν καταδεικνύουν ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε πρόθεση παρακοής του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.6.
- (στ) Ο καθ' ου η αίτηση δεν είχε πρόθεση καταστρατήγησης του Διατάγματος ημερομηνίας 24.6.
- (ζ) Ο καθ' ου η αίτηση δεν είχε πρόθεση παρακοής του διατάγματος και/ή δεν πληρείται η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου. (η) Ούτε κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης παρακοής αλλά ούτε και σήμερα υφίσταται οποιαδήποτε παρακοή του Διατάγματος ημερομηνίας 24.6.
- (θ) Ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει παρακούσει το Διάταγμα ημερομηνίας 24.6.
- (ι) Η αιτήτρια στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση της δήλωσε ψευδή και/ή φανταστικά γεγονότα. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση. Οι σχέσεις και η διαφορά των μερών απαιτεί μια αναδρομή στα γεγονότα που προηγήθηκαν, ώστε να υπάρχει σφαιρική αντίληψη των πραγμάτων που κρίνονται αναγκαία για την απόφανση του Δικαστηρίου. Η ενάγουσα, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, είναι ένας όμιλος διαχείρισης κεφαλαίων που λειτουργεί μέσω ενός άκρως εξελιγμένου συστηματικού και αλγοριθμικού μοντέλου συναλλαγών και ένας από τους μεγαλύτερους και καταξιωμένους Διαχειριστές Εναλλακτικών Επενδύσεων στην Ευρώπη. Πρωτοπόρος στη δημιουργία και διαχείριση χαρτοφυλακίου με μεγάλο πελατολόγιο στο οποίο συμπεριλαμβάνονται παγκόσμιες επενδυτικές τράπεζες και ανεξάρτητα κρατικά ταμεία διαχείρισης κεφαλαίων. Στην ουσία η ΙΚΟS αντικατέστησε τον προσωπικό διαχειριστή χαρτοφυλακίου λαμβάνοντας επενδυτικές αποφάσεις μέσω ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τα δίκτυα ηλεκτρονικών υπολογιστών της λαμβάνουν και αναλύουν δεδομένα από παγκόσμιες αγορές για να προχωρήσει σε προβλέψεις και εκτελεστικές αποφάσεις: στη διαχείριση χαρτοφυλακίου. Τα συστήματα των ηλεκτρονικών υπολογιστών της είναι βασισμένα σε πολύπλοκα και άκρως εξελιγμένα μαθηματικά μοντέλα, τα οποία προβλέπουν τις κινήσεις της αγοράς. Τα μαθηματικά/αλγοριθμικά μοντέλα της IKOS, είναι γραμμένα σε προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών (γνωστά ως source codes) και απαρτίζουν το σύστημα διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Η IKOS ανέπτυξε ειδικά εξελιγμένα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών βασισμένα σε πολύπλοκους αλγόριθμους. Τα μαθηματικά μοντέλα και εμπορικά συστήματα: Fox, Wendy και Badger, επινοούνται, αναπτύσσονται και δοκιμάζονται συνεχώς σε εσωτερικό επίπεδο από την IKOS. Τα μαθηματικά αυτά μοντέλα και εμπορικά συστήματα υποβοηθούνται από άλλα προγράμματα που είναι αναγκαία για τη λειτουργία των συστημάτων αυτών, όπως αυτά που συλλέγουν τα δεδομένα από τις αγορές και τα εναλλάσσουν σε αναγνώσιμη μορφή. Τα προγράμματα Wendy, Fox, Badger Ι και ΙΙ, καθώς και άλλα συστήματα, καταγράφονται και επεξηγούνται με λεπτομέρεια στην ένορκη δήλωση του Επισκόπου και αποτελούν σημαντικά εργαλεία στο όλο σύστημα λειτουργίας της IKOS. Είναι η θέση της αιτήτριας, πως κάθε ένα από τα πιο πάνω συστήματα και η τεχνολογία έχουν δημιουργηθεί και αναπτυχθεί από εργοδοτούμενους της IKOS U.K. LTD, κατά το χρόνο της εργοδότησης τους. Επειδή για κατοχύρωση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί των τεχνολογιών και της βάσης των δεδομένων απαιτούσε, είναι η θέση της αιτήτριας, δημόσια αποκάλυψη στοιχείων, δεν προωθήθηκε η κατοχύρωση τους. O εναγόμενος ξεκίνησε να εργοδοτείται ως διευθυντής ερευνών της IKOS στις 2.4.2009 και υπέγραψε σχετική σύμβαση εργοδότησης Τεκμ.1-5 έκθεση όρων και προϋποθέσεων της εργοδότησης ημερομηνίας 2.4.2009, στην ένορκη δήλωση του Επισκόπου που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων ημερομηνίας 23.6.
- Ανάμεσα στις υποχρεώσεις του εναγομένου δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, ήταν και υποχρέωση εμπιστευτικότητας, όπως ρητώς προβλεπόταν σε σχέση με την πνευματική ιδιοκτησία της ενάγουσας ή της πνευματικής ιδιοκτησίας που παραγόταν από τον εναγόμενο κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του. Ο καθ' ου είχε ανάμιξη στην δοκιμή και τελειοποίηση των μαθηματικών μοντέλων και συστημάτων της IKOS, καθώς και ανάμιξη στην επανασυγγραφή του Fox και Wendy στη γλώσσα προγραμματισμού Python. Λόγω του ρόλου του είχε προσωπική γνώση, τόσο των τεχνικών συσκευών που η ενάγουσα χρησιμοποιούσε, όσο και των στρατηγικών στόχων της ενάγουσας και του Ομίλου. Ακριβώς λόγω της θέσης και του ρόλου του, είχε τη δυνατότητα πρόσβασης στο λογισμικό σύστημα της ενάγουσας από το σπίτι του. Από την σχέση του καθ' ου η αίτηση με την ενάγουσα και την θέση του σε αυτήν, προκύπτει ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε εκτεταμένες υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας και ειδικότερα να μην αποκαλύπτει, χρησιμοποιεί, αποστέλλει ή μεταφέρει οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες ή πνευματική ιδιοκτησία της ενάγουσας, χωρίς την άδεια της. Κατά ή περί τα τέλη Μαρτίου 2010, για τους λόγους που εξηγούνται στην ένορκη δήλωση του Δρ. Σπύρου Επισκόπου και στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 18/2/2011, του Ian Mayes που συνοδεύει την αίτηση, λήφθηκε η απόφαση από την ενάγουσα για παρακολούθηση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail account) που χρησιμοποιούσε ο καθ' ου η ως εργοδοτούμενος. Είναι η θέση της αιτήτριας πως αυτό επιτρεπόταν ρητώς από το Εγχειρίδιο Εργαζομένων, το οποίο αποτελεί μέρος της σύμβασης εργασίας του εναγομένου. Πράγματι έγινε έλεγχος του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Εναγομένου σε τακτική βάση από τα τέλη Μαρτίου 2010 και στην συνέχεια ενεπλάκησαν και ειδικοί σε θέματα ερευνών που σχετίζονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Σταδιακά ο έλεγχος έδειξε πως από την 2 Οκτωβρίου 2009, μέχρι τις 24 Μαρτίου 2010, ο εναγόμενος χρησιμοποιώντας υπολογιστή που ανήκε στην ενάγουσα και τον οποίο χρησιμοποιούσε κατά την εκτέλεση των εργασιών και καθηκόντων του ως εργοδοτούμενος της , είχε προωθήσει 27 έγγραφα σχετικά με την ενάγουσα (είτε e-mails είτε έγγραφα επισυνημμένα σε αυτά), στην ηλεκτρονική διεύθυνση Vincent@famille-pfister.net του προσωπικού του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Επίσης αποκάλυψε πως ένας αριθμός στοιχείων που προωθήθηκαν στην ηλεκτρονική διεύθυνση του προσωπικού του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, περιείχαν πνευματική Ιδιοκτησία και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες της ενάγουσας. Τα βασικά έγγραφα τα οποία ο εναγόμενος μετέφερε από το ασφαλές δίκτυο της ενάγουσας, στην προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση του, όπως έχει διαπιστωθεί από τον έλεγχο που διεξήγαγε ο Πολυμενάκος στον υπολογιστή που χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και την έρευνα στο κεντρικό σύστημα αποθήκευσης εξερχομένων και εισερχομένων μηνυμάτων που διατηρεί η ενάγουσα, αναφέρονται στις §§ 81 - 96 της ένορκης δήλωσης του Δρ. Επισκόπου, Τεκμ. 10 -
- Επίσης η ίδια έρευνα αποκάλυψε πως από το πρόγραμμα του υπολογιστή που χρησιμοποιούσε από την εργασία του ο καθ' ου, το οποίο διαχειριζόταν το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο, φαίνονται ως αποσταλμένα δυο έγγραφα, Τεκμ.18 και 13, στην ένορκη δήλωση του Επισκόπου, ενώ τα υπόλοιπα είναι, κατά τους ισχυρισμούς του Επισκόπου, δυνατό να έχουν διαγραφεί από τον καθ' ου μετά την αποστολή τους ή να έχουν σταλεί μέσω άλλου ηλεκτρονικού υπολογιστή με τη χρήση της ίδιας ηλεκτρονικής διεύθυνσης και του κωδικού του καθ' ου η αίτηση, όπως άλλωστε επαναλαμβάνει και υιοθετεί ως θέση και ο Πολυμενάκος. Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων του Πολυμενάκου η ενάγουσα ανέθεσε στην Επιστημονική Ερευνητική Ομάδα της Kroll, Αγγλική εταιρεία που προσφέρει ανάμεσα στις υπηρεσίες της επιστημονική έρευνα σε υπολογιστές, να ερευνήσουν τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή της εργασίας του εναγομένου στα τέλη Μαΐου του
- Η εταιρεία ετοίμασε σχετική έκθεση στις 4.6.2010, Τεκμ.20 στην ένορκη δήλωση Επισκόπου. Λόγω εσωτερικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η ενάγουσα με διάφορους αξιωματούχους και διευθυντές ή υπαλλήλους της, ανάμεσα στους οποίους ο Coward, ανώτερος επενδυτικός αξιωματούχος, Διευθυντής και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της IKOS, ο οποίος στις 11.12.2009 παραιτήθηκε και κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας είχε συγκαλυμμένα σχεδιάσει μια ανταγωνιστική επιχείρηση με βάση το Μονακό, αναζήτησε και προσπάθησε να δελεάσει πολλούς εργαζόμενους της ενάγουσας να την εγκαταλείψουν, όπως και διάφορους επενδυτές της. Η ενάγουσα έχει εμπλακεί σε δικαστική διαδικασία, τόσο εναντίον του Coward, όσο και κάποιων άλλων προσώπων που σχετίζονται με ισχυριζόμενες καταχρήσεις εμπιστευτικών πληροφοριών που ανήκουν στην IKOS. Έτσι η ενάγουσα σε αυτό το διάστημα πήρε όλα τα αναγκαία μέτρα, ώστε να προστατεύσει την επιχείρηση και την πνευματική ιδιοκτησία της εταιρείας. Ο καθ' ου σύμφωνα με τη δική του θέση, ήταν ενήμερος από τη διευθύντρια της ενάγουσας για τα τεκταινόμενα. Ενώ είχε αρχικά δει ευνοϊκά την αποχώρηση του Coward, στη συνέχεια εξέφρασε τις αμφιβολίες του και την επιθυμία του να φύγει από την εταιρεία. Με τελική κατάληξη να υποβάλει προφορικά την παραίτηση του στην συνάντηση που είχε με τον Επισκόπου και τον Διοικητικό Σύμβουλο της ενάγουσας, Αλωνεύτη, στις 13.5.2010, με προειδοποίηση έξη μηνών. Παραίτηση που υποβλήθηκε και γραπτώς με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 16.5.2010, οπότε και τέθηκε, όπως είναι παραδεκτό και από τον ίδιο τον καθ' ου, σε αναγκαστική άδεια (garden leave) για τη διάρκεια της προθεσμίας ειδοποίησης (notice period) μέχρι 12.11.2010, οπότε και θα συνέχιζε να πληρώνεται από τους αιτητές, Τεκμ.8 στην ένορκη δήλωση του Επισκόπου. Ο καθ' ου συνέχιζε για όλο αυτό το διάστημα να τηρεί ενήμερους τους αιτητές για το πού βρίσκεται, ώστε να μπορεί οποτεδήποτε να κληθεί για να ασκήσει οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του. Είναι η θέση της αιτήτριας πως μετά την επίδοση του προσωρινού διατάγματος στον καθ' ου, ο τελευταίος προσπάθησε να τοποθετήσει τον εαυτό του εκτός δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου, ώστε να μη μπορεί η IKOS να εκτελέσει το προσωρινό διάταγμα στην Κύπρο. Ο καθ' ου πράγματι φεύγει από την Κύπρο στηριζόμενος στη συμβουλή, όπως είπε, του τότε Κύπριου δικηγόρου του Μιτσίδη: ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις του δεν προνοούσαν ότι ήταν υποχρεωμένος να παραμείνει στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής του άδειας. Είναι η θέση του καθ' ου πως λόγω της συνεχιζόμενης συμπεριφοράς της αιτήτριας, ο Μιτσίδης τον συμβούλευσε ότι θα μπορούσε να θεωρήσει ότι το συμβόλαιο του είχε παραβιασθεί και συνεπώς θα μπορούσε να αποδεχθεί ότι το συμβόλαιο θα τερματιζόταν. Έτσι ο Μιτσίδης έστειλε σχετική επιστολή ημερομηνίας 15.9.2010, Τεκμ.11 στην ένορκη δήλωση του Mayes, με την οποία τερμάτισε τη συμφωνία εργοδότησης, τερματισμό που απέδιδε στην παράνομη συμπεριφορά της εταιρείας. Ο καθ' ου στη δική του ένορκη δήλωση, δέχεται ότι ήδη από τον Φεβρουάριο του 2010 ερευνούσε μια πιθανή ευκαιρία εργοδότησης στην BNP Paribas του Λονδίνου και είχε για το σκοπό αυτό ανεπίσημες συζητήσεις. Στις 25.5.2010 υπέγραψε τελικώς με την εν λόγω εταιρεία σύμβαση εργασίας στο Λονδίνο, Τεκμ.6 στην ένορκη δήλωση του, με καθήκοντα σε χρηματικές συναλλαγές με τη χρήση υψηλής συχνότητας ενδοημερήσιες στρατηγικές συναλλαγές (automated high frequency intra day trading strategies). Ο καθ' ου αρνείται τα όσα του αποδίδονται περί εγκατάλειψης της διαδικασίας για λόγους που άπτονται της συμμόρφωσης με το διάταγμα και συνδέει το ζήτημα αποκλειστικά και μόνο στην προετοιμασία του ιδίου και της οικογένειας του για μόνιμη εγκατάσταση στο Λονδίνο ενόψει των νέων καθηκόντων του που ανέλαβε στην BNP Paribas. Είναι η θέση της αιτήτριας πως παρά την προσωπική επίδοση του διατάγματος στον καθ' ου και της εμφάνισης των δικηγόρων του στο Δικαστήριο, ο καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να συμμορφωθεί και συνέχισε να μη συμμορφώνεται με το διάταγμα του Δικαστηρίου χωρίς να δίνει οποιαδήποτε εξήγηση. Η αιτήτρια μέσω των δικηγόρων της απέστειλε στις 20.7.2010 με τηλεμοιότυπο επιστολή προς το δικηγόρο του καθ' ου η αίτηση με την οποία επέσυρε την προσοχή του στο ότι παρέβαινε τις πρόνοιες του προστακτικού διατάγματος ημερομηνίας 24.6.2010: δεν είχε παραδώσει οποιοδήποτε έγγραφο, παρά την προ πολλού πάροδο της προθεσμίας των δυο ημερών από την επίδοση του διατάγματος, Τεκμ.4 στην ένορκη δήλωση του Πολυμενάκου. Η αιτήτρια υποστηρίζει τη θέση της περί απροθυμίας του καθ' ου να συμμορφωθεί με τους όρους του διατάγματος, στην αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων μερών, καθώς και μεταξύ της αιτήτριας και του καθ' ου η αίτηση, Τεκμ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και
- Από τα εν λόγω τεκμήρια προκύπτει, είναι η θέση τους, πως ο καθ' ου ουδέποτε εξέφρασε την πρόθεση ή τη διάθεση να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του διατάγματος του Δικαστηρίου, ιδιαιτέρως τις προστακτικές πρόνοιες παράδοσης των σχετικών εγγράφων. Συμπεριφορά που συνεχίζει και αργότερα με την άρνηση του να παραβρεθεί σε προγραμματισμένη συνάντηση της αιτήτριας στις 13.9.2010, Τεκμ.10, μαζί με τον δικηγόρο του, για να παραδώσει ό,τι κατείχε ως εργοδοτούμενος της αιτήτριας. Η αιτήτρια λόγω των παραβάσεων του προσωρινού διατάγματος και με την υποψία ότι ο καθ' ου θα μετακόμιζε στην Αγγλία, προχώρησε μέσω δικηγορικού γραφείου στο Λονδίνο για εγγραφή του προσωρινού διατάγματος στην Αγγλία. Το διάταγμα πράγματι ενεγράφη στο Queens Bench Division στο High Court of Justice στις 4.8.2010, αντίγραφο επισυνημμένο ως Τεκμ.1 στην ένορκη δήλωση της Camila Bevan, ημερομηνίας 18.2.
- Καθώς η Αγγλική διεύθυνση του καθ' ου δεν ήταν γνωστή όταν εκδόθηκε το διάταγμα εγγραφής στην Αγγλία, ο Άγγλος Δικαστής έδωσε άδεια για επίδοση του διατάγματος στους δικηγόρους του καθ' ου κ.κ. Χρ. Π. Μιτσίδης & Σία, επίδοση που πραγματοποιήθηκε στις 19.8.2010, Τεκμ.2 στην ένορκη δήλωση της Camila Bevan. Κάτω από τους όρους του διατάγματος εγγραφής δόθηκε μια περίοδος δυο μηνών από την ημερομηνία επίδοσης, μέσα στην οποία ο καθ' ου μπορούσε να εφεσιβάλει την εγγραφή του διατάγματος, αλλά καμιά κίνηση δεν έγινε από τον τελευταίο. Είναι η θέση της αιτήτριας, όπως προωθήθηκε μέχρι τέλους και όπως προωθήθηκε και με τη δια ζώσης μαρτυρία των Μ.Κ.1 Ian Mayes, M.K.2 Μιχάλη Πολυμενάκου και Μ.Κ.3 Sophie Eyre πως ο καθ' ου η αίτηση έχει σε διάφορες ημερομηνίες και με διαφορετικούς τρόπους, παραβεί τα διατάγματα του Δικαστηρίου που έχουν καταστεί εκ συμφώνου απόλυτα: (α) Παρέλειψε να παραδώσει εντός δυο ημερών από την επίδοση του προσωρινού διατάγματος όλα τα σχετικά έγγραφα και εμπιστευτικές πληροφορίες που κατείχε, όπως ορίζεται στις §§ 1Α και 1Β του διατάγματος. (β) (αα) Απέστειλε και κοινοποίησε σε τρίτους σχετικά έγγραφα και εμπιστευτικές πληροφορίες κατά παράβαση των §§ 2Α και 4 του προσωρινού διατάγματος: αποστέλλοντας στη Γαλλία μια φορητή συσκευή αποθήκευσης πληροφοριών (removable data storage device). (ββ) Αποστέλλοντας στη διεύθυνση του στην εταιρεία BNP Paribas το αρχείο contop Pyx. (γ) Απέκρυψε εμπιστευτικές πληροφορίες των εναγόντων κατά παράβαση της § 3Α του προσωρινού διατάγματος με την αποστολή στη διεύθυνση του στη Γαλλία μιας φορητής συσκευής αποθήκευσης πληροφοριών. (δ) Κατέστρεψε ή διέγραψε σχετικά έγγραφα, εμπιστευτικές πληροφορίες και στοιχεία που θα επέτρεπαν στην αιτήτρια να διαπιστώσει τον τρόπο με τον οποίο τα χρησιμοποίησε. Στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση γίνεται μια ιστορική αναδρομή από την ημερομηνία εργοδότησης του στην αιτήτρια και δίδονται εξηγήσεις, με ειδική αναφορά στον τρόπο με τον οποίο εργαζόταν εξ αποστάσεως πάνω σε έγγραφα τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις τα έστελλε από το λογαριασμό του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου στη δουλειά, στον προσωπικό λογαριασμό του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου. Με αυτό τον τρόπο μπορούσε να έχει πρόσβαση στα έγγραφα αυτά όταν διεξήγαγε κατ' οίκον εργασία, και ιδιαιτέρως, όταν υπήρχε ανάγκη εκτύπωσης των εν λόγω εγγράφων: Στέλνοντας τα έγγραφα στην ηλεκτρονική του διεύθυνση μπορούσε να τα διαβιβάσει στον ηλεκτρονικό του λογαριασμό, g-mail, και να τα εκτυπώσει στον τοπικό εκτυπωτή του. Με την ολοκλήρωση της εργασίας του, τα έγγραφα διαγράφονταν. Πρακτική η οποία ήταν γνωστή στην ομάδα πληροφορικής της αιτήτριας και όχι ασυνήθιστη μεταξύ άλλων υπαλλήλων. Θέση που αμφισβητεί η πλευρά της αιτήτριας απορρίπτοντας τόσο τα περί πρακτικής, όσο και τα περί πληροφόρησης αρμοδίων. Ο καθ' ου προβάλλει τη θέση πως από την ημέρα που υπέβαλε την παραίτηση του και τέθηκε σε αναγκαστική άδεια, είχε προχωρήσει σε προσωπική έρευνα σε διάφορους τομείς τους οποίους παραθέτει. Το έργο που παρήγαγε, κυρίως μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου του 2010, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας ειδοποίησης, αποθηκεύτηκε σε αρχείο του υπολογιστή με την ονομασία «okapy». Είναι η τελική θέση του καθ' ου η αίτηση, την οποία συνοψίζω από την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι ο ίδιος έχει επιστρέψει τα πάντα και ό,τι είχε στην κατοχή του στην IKOS, σε πλήρη συμμόρφωση με το προσωρινό διάταγμα. Αδυνατεί λοιπόν να αντιληφθεί τι περαιτέρω ζητείται από τον ίδιο να κάνει ή πώς μπορεί να αποδείξει ότι δεν έχει οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή άλλα αντίγραφα στην κατοχή του. Μέσα στην ίδια παράμετρο προβάλλει τη θέση πως, όλα τα έγγραφα που ονομαστικά καταγράφονται στο προσωρινό διάταγμα, κάτω από την § 1Α και ήταν σε ηλεκτρονική μορφή, διαγράφηκαν από το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο μετά που ολοκλήρωσε την εργασία του. Διαγραφή την οποία τοποθετεί πολύ πριν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα και επομένως είναι η εισήγηση του, δεν μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση του προσωρινού διατάγματος. Τα της επιστροφής ή παράδοσης εγγράφων εκ μέρους του καθ' ου, δέχεται εν μέρει η πλευρά της αιτήτριας, δίνοντας τη δική της εκδοχή και τα δικά της στοιχεία που αντικρίζουν διαφορετικά το ζήτημα και που τεκμηριώνει, κατά την άποψη της αιτήτριας, παρακοή στα διατάγματα του Δικαστηρίου. Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό το επί μέρους ζήτημα της παράδοσης των εγγράφων, θα πρέπει να γίνει μια εμβόλιμη αναφορά στο τι προηγήθηκε, γεγονός το οποίο συνδέεται επίσης με τη θέση του καθ' ου ότι αντιλήφθηκε για πρώτη φορά την έκταση των διαταγμάτων όταν του επιδόθηκε ιδιοχείρως στην Αγγλία, επιστολή ημερομηνίας 17.11.2010, των δικηγόρων της αιτήτριας Bird & Bird LLP, με επισυνημμένα το διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου (English High Court Order) του Διατάγματος του Κυπριακού Δικαστηρίου με την Αγγλική του μετάφραση και την αίτηση παρακοής. Τότε ο καθ' ου ισχυρίζεται ότι αντιλήφθηκε ότι κατηγορείτο ότι βρισκόταν σε παρακοή. Επικοινώνησε με δικηγόρους στην πιο πάνω εταιρεία, μέσω των δικηγόρων του Charles Russell LLP, οπότε και διευθετήθηκε μια πρώτη συνάντηση με αντικείμενο τα ζητήματα που εγείρονταν στην επιστολή. Aκολούθησαν άλλες έξι συναντήσεις. Απετέλεσε πάγια και σταθερή υπερασπιστική γραμμή του καθ' ου, πως ουδέποτε πριν από τις 17.11.2010 είχε αντιληφθεί τις πρόνοιες του διατάγματος του Δικαστηρίου: έτυχε ελλιπούς νομικής συμβουλής από το δικηγόρο του στην Κύπρο κ. Μιτσίδη. Μια μέρα μετά την επίδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου ήλθε σε επαφή με τον κ. Μιτσίδη, ο οποίος του εξήγησε ότι η αιτήτρια «έκανε διάφορες διεκδικήσεις εναντίον του και είχε εξασφαλίσει δικαστικό διάταγμα». Ο δικηγόρος του του μετάφρασε, προφορικά, τα κύρια σημεία του διατάγματος. Ήταν γραμμένο στα ελληνικά, και τον πληροφόρησε «ότι η αιτήτρια τον κατηγορούσε για συμμετοχή σε μια μεγάλης κλίμακας πλεκτάνη με τον κ. Coward. «Υπονοούσαν ότι είχα κλέψει, υποτίθεται, εμπορικά μυστικά από την IKOS και τα χρησιμοποίησα για προσωπικό κέρδος εφαρμόζοντας σε συναλλαγές για λογαριασμό μου. Οι ισχυρισμοί τους υποστηρίχθηκαν από την επισύναψη ηλεκτρονικών μηνυμάτων που ανταλλάχθηκαν μεταξύ του λογαριασμού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μου (e-mail account) στην ΙKOS και του προσωπικού μου λογαριασμού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.» Ανησύχησε, αλλά όπως είπε, καθησυχάστηκε από τον κ. Μιτσίδη ότι τα μέτρα που έλαβε η ΙΚOS ήταν «απλώς διαδικαστικά και ότι δεν έπρεπε να ανησυχώ γι' αυτά». Δεν χρειαζόταν, τον συμβούλευσε, να κάνει τίποτε περισσότερο από αυτή την άποψη. Επρόκειτο κατά την άποψη του μια σύγκρουση συμφερόντων της κας Αμβροσιάδου και του κ. Coward. Ο ίδιος χρησιμοποιείτο στη μεταξύ τους διαμάχη. Έτσι δεν έκανε τίποτε σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα ακολουθώντας τη συμβουλή του κ. Μιτσίδη. Είναι στη συνάντηση που έλαβε χώρα στις 24.11.2010, όπου ο καθ' ου παραδέχτηκε, όπως είχε ήδη παραδεχθεί και με την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 19.11.2010, Τεκμ.4 στην ένορκη δήλωση της Camila Bevan, ότι είχε αποστείλει στην προσωπική ηλεκτρονική του διεύθυνση τα έγγραφα που περιγράφονται στις §§ 81 - 96 της ένορκης δήλωσης του Δρα Επισκόπου. Παραδέχτηκε ότι είχε διαγράψει αριθμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων που περιείχαν εμπιστευτικές πληροφορίες της αιτήτριας για να προσθέσει, ότι δεν μετέφερε ή απεκάλυψε, οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία ή έγγραφα που περιείχαν εμπιστευτικές πληροφορίες ή δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας της αιτήτριας σε τρίτα πρόσωπα και ειδικότερα στους νέους εργοδότες του ΒΝP Paribas. Παραδέχθηκε επίσης με επιστολή των δικηγόρων του, ημερομηνίας 22.11.2010 και στην συνάντηση 24.11.2010, πως αμέσως μετά τη λήψη της επιστολής ημερομηνίας 17.11.2010, έστειλε την κάρτα μνήμης που περιείχε προγράμματα και εμπιστευτικές πληροφορίες που ανήκαν στην αιτήτρια στη διεύθυνση των γονιών του στη Γαλλία, Τεκμ.5 στην ένορκη δήλωση της Bevan. Τις πιο πάνω τοποθετήσεις της Bevan δέχεται ουσιαστικά ο καθ' ου όταν σχολιάζει την ένορκη δήλωση της τελευταίας στις §§ 125 - 132 της ένορκης του δήλωσης, για να προβάλει εν κατακλείδι τις επιμέρους επεξηγήσεις και διαφωνίες του, όχι επί της ουσίας των γεγονότων που έλαβαν χώραν κατά τις εν λόγω συναντήσεις, αλλά για να προβάλει: τη συμμόρφωση του, την εθελούσια συνεργασία του, την αυτόβουλη αποκάλυψη πληροφοριών και την απουσία πρόθεσης ή κακοβουλίας: - Παράδωσε έντυπα αντίγραφα (hard copies) του ερευνητικού υλικού που βρέθηκαν στο σπίτι του και σχετίζονταν με την εργασία του στην αιτήτρια. - Συναντήθηκε οικειοθελώς με τους Bird & Bird στις 24.11.2010 για να απαντήσει αναφορικά με το προσωρινό διάταγμα και άλλα συναφή θέματα. - Παρέδωσε οικειοθελώς τον φορητό του υπολογιστή που χρησιμοποιούσε στο σπίτι και δυο σκληρούς δίσκους που ήταν δυνατό να περιείχαν πληροφορίες αποθηκευμένες στη μνήμη τους, αν και πίστευε ότι είχε διαγράψει τα πάντα πολύ πριν από την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. - Συμφώνησε σε πρωτόκολλο για την έρευνα και έλεγχο των εν λόγω αντικειμένων από την Kroll και την IKOS. - Μερίμνησε αμέσως για την επιστροφή της κάρτας μνήμης που περιείχε δεδομένα που ανήκαν στην IKOS και η οποία στάληκε στο σπίτι του στη Γαλλία. - Τα πιο πάνω μέτρα λήφθηκαν μέσα σε ένα πολύ σύντομο και απαιτητικό χρονικό διάστημα που φανέρωνε ότι αναγνώριζε τη σοβαρότητα του θέματος και την επιθυμία του να συνεργαστεί πλήρως. Από τη στιγμή που έμαθε στις 17.11.2010, για το περιεχόμενο του διατάγματος, έλαβε όλα τα αναγκαία και εύλογα μέτρα για να συμμορφωθεί και να συνεργαστεί, με την αιτήτρια στην έρευνα που είχε αναληφθεί εκ μέρους της, για τον εντοπισμό του όποιου υλικού της ανήκει. Αρνείται επίσης ο καθ' ου οποιαδήποτε επιχειρηματική εμπλοκή με τον Coward ή με οποιουσδήποτε άλλους πρώην υπαλλήλους της IKOS, για να καταλήξει πως έχει συμμορφωθεί πλήρως με τις πρόνοιες του προσωρινού διατάγματος και οποιεσδήποτε παραβιάσεις του όπως τις δέχεται και ο ίδιος, συνιστούν «ιστορικές παραβιάσεις». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση για τιμωρία του καθ' ου για παρακοή διατάγματος βασίζεται ανάμεσα σε άλλα, στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, το οποίο συνάδει με το άρθρο 162 του Συντάγματος και στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 κ.9, Δ.42(α) κ.1-
- Η διαδικασία που ακολουθείται είναι ταυτόσημη με τη διαδικασία σε ποινική δίκη. Ηalin v. Timour
(2005)1 A.Α.Δ. 424. Ενδελεχής ανάλυση της νομολογίας σε ότι αφορά τη διάκριση της αστικής (civil) από την ποινική (criminal) παρακοή βρίσκεται στην υπόθεση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Constantinos Ioannides v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 8, σελ. 48 - 57 και Ελισάβετ Θεοφάνους ν. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α.
(2009)2 Α.Α.Δ. 634 από όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: «Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα The Law of Contempt των Anthony Arlidge και David Eady, έκδοση 1982, παράγραφος 2-28, ιστορικά, πίσω από τη διάκριση μεταξύ αστικής και ποινικής καταφρόνησης κρυβόταν η γενική διάκριση ότι διατάγματα που εκδίδονται σε υποθέσεις ποινικής καταφρόνησης σκοπό έχουν την τιμωρία, ενώ στην αστική καταφρόνηση, σκοπός σχετικούς διατάγματος είναι να αναγκαστεί ο απειθών να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη ενέργεια επ' ωφελεία διαδίκου σε πολιτική υπόθεση. Υπήρχε επίσης η γενική άποψη ότι από την ποινική καταφρόνηση απειλείται η απονομή της δικαιοσύνης ως σύνολο, ενώ τα μόνα πρόσωπα που ενδιαφέρονται στην άρση αστικής καταφρόνησης είναι οι διάδικοι της συγκεκριμένης υπόθεσης. Όμως, κατά το τέλος του 19ου αιώνα συνειδητοποιήθηκε ότι τέτοιες γενικές αρχές συνιστούσαν υπεραπλούστευση του θέματος. Καταφρόνηση δικαστηρίου μπορεί να είναι είτε ποινική, είτε πολιτική. Η ποινική καταφρόνηση είναι πράξη η οποία απειλεί την απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα και η οποία απαιτεί τιμωρία.» Στην Καναδέζικη υπόθεση Videotron Ltee v. Industries Microlec Produits Electroniques Inc.
(1993)96 D.L.R. (4th) 376, 398 αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά ότι: ". the imposition of penalties for contempt of court, even when used to enforce a purely private order, still involves an element of "public law" because "respect for the role and authority of the courts, one of the foundations of the rule of law, is always at issue." Για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση σε διάταγμα του Δικαστηρίου απαιτείται να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή. Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287. To βάρος απόδειξης το φέρει το αιτητής, ο οποίος και έχει την υποχρέωση να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση του, Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 Α.Α.Δ. 750. Όπως τονίστηκε ιδιαιτέρως στην πιο πάνω απόφαση η έλλειψη μαρτυρίας που να αποδεικνύει τα αμφισβητούμενα γεγονότα, καθιστά την ετυμηγορία του Δικαστηρίου ακροσφαλή και την όποια απόφαση του υποκείμενη σε ακύρωση. Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία στην έννοια ότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. Δρόσος Μιχαηλίδης v. Margita Μιχαηλίδου Poliakova Έφεση αρ. 22/2009 ημερ. 24.2.11 και In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R.
- Tο αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον ικανοποιητικό βαθμό και στην διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ' ου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. David Bean Injunctions 8η έκδοση, παρ.618 και
- Για να είναι δυνατή, κατά συνέπεια, η τιμωρία του καθ' ου, τα διατάγματα θα πρέπει να διατυπώνονται με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και κάτω από ποια ιδιότητα. Ο καθ' ου θα πρέπει να γνωρίζει με πάσα δυνατή λεπτομέρεια τι δεν επιτρέπεται να πράξει: οι πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες επιζητείται η τιμωρία του, θα πρέπει να εμπίπτουν στο λεκτικό του διατάγματος, οι πρόνοιες του οποίου θα πρέπει να είναι ρητές και αναμφισβήτητες. Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 (Repr.) και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1668)1 All E.R. 963, οι οποίες υιοθετούνται από τον Ναθαναήλ, Δ. στην απόφαση Δρόσος Μιχαηλίδης (πιο πάνω). Το Δικαστήριο, για να προχωρήσει σε καταδίκη, θα πρέπει να έχει ενώπιον του ικανοποιητική μαρτυρία επί των ακολούθων σημείων: (α) ότι οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι, (β) να έχει τεκμηριωθεί ότι ο εναγόμενος έχει λάβει γνώση των όρων του διατάγματος, ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης του διατάγματος και των όρων του στον καθ' ου και (γ) θα πρέπει να υπάρχει ξεκάθαρη απόδειξη ότι ο Εναγόμενος έχει παραβιάσει τους όρους του διατάγματος. Borris & Lowe: The Law of Contempt, 2η έκδοση, σελ. 395. Τι απαιτείται για να αποδειχθεί παρακοή αναφέρεται ευσύνοπτα στην απόφαση Δρόσος Μιχαηλίδης (πιο πάνω), απ' όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: «Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 ΑΑΔ 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «..για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του δικαστηρίου..». Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο, δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No.2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η Έκδ. σελ. 400-
- Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην ανάλυση της μαρτυρίας για να εξετάσει την ουσία του πράγματος, θα πρέπει να κριθούν προκαταρκτικά τυπικά στην ουσία ζητήματα, τα οποία όμως δυνατό να εκθεμελιώνουν τα συστατικά στοιχεία της παρακοής: της πρόθεσης του καθ' ου η αίτηση και της όποιας υπεράσπισης του για αμέλεια ή και λάθους:
- Ύπαρξη διατάγματος.
- Αναγκαία οπισθογράφηση.
- Προσωπική επίδοση του διατάγματος.
- Προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής.
- Αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης, άρθρο 42, Ν.14/
- Ο καθ' ου η αίτηση με την ένσταση του είχε εγείρει θέμα δικαιοδοσίας: Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιβάλει ποινή σε πρόσωπο το οποίο είναι εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το στοιχείο αυτό, δεν προωθήθηκε ούτε με μαρτυρία ούτε και με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση και ως εκ τούτου, κρίνω ότι έχει καλώς εγκαταλειφθεί. Για να υπάρχει όμως πληρότητα θα ήθελα να παρατηρήσω πώς το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως το ζήτημα, εφόσον αυτό αποτελεί δικαιοδοτική προϋπόθεση. Από την στιγμή που η αίτηση επιδόθηκε στον καθ' ου προσωπικώς και ενώ αυτός βρισκόταν εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, εμφανίστηκε αργότερα ενώπιον του Δικαστηρίου μετά την έκδοση διατάγματος σύλληψης εναντίον του, στη συνέχεια εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, το ζήτημα παύει πλέον να υφίσταται. Ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση αποδέχθηκε την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων ήδη από την μη αμφισβήτηση της επίδοσης της αίτησης για έκδοση των διαταγμάτων του Δικαστηρίου τα οποία έγιναν εκ συμφώνου απόλυτα, αλλά και από την μη αμφισβήτηση της επίδοσης της αίτησης παρακοής και της μαρτυρικής κλήσης. Δεν χωρεί λοιπόν πλέον αμφισβήτηση ως προς αυτό το ζήτημα. Επιμαρτυρείται από τα στοιχεία του φακέλου και από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις υπό στοιχεία 1 -
- Η υπερασπιστική γραμμή στήριξε την παράλειψη του καθ' ου η αίτηση να συμμορφωθεί αμέσως με το διάταγμα, κατά κύριο λόγο, στην κακή νομική συμβουλή που είχε λάβει από τον τότε δικηγόρο του καθ' ου, σε συνάρτηση με το ότι τόσο το διάταγμα όσο και η οπισθογράφηση ήταν συντεταγμένα στην Ελληνική γλώσσα. Ο τότε δικηγόρος του, του μετάφρασε προφορικά και σε γενικές γραμμές, το περιεχόμενο του διατάγματος, αλλά όχι το ουσιωδέστερο: την οπισθογράφηση όπου καταγράφονται οι συνέπειες της παράλειψης του να συμμορφωθεί. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί πλήρως και σε όλη την έκταση είτε το περιεχόμενο του διατάγματος, είτε πολύ περισσότερο τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης. Το άρθρο 3
(1)του Συντάγματος καθιερώνει την Ελληνική και την Τουρκική ως επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με τον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 Ν.67/88, όπως τροποποιήθηκε καταργήθηκε ο προσωρινός νόμος, ο περί Νόμων και Δικαστηρίων (κείμενο και διαδικασία) Νόμος του 1965 (Ν.51/65)τερματίστηκε η μεταβατική περίοδος και ενεργοποιήθηκαν οι Συνταγματικές διατάξεις που καθιστούσαν τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας τις μόνες γλώσσες στις οποίες διεξάγεται η δικαστική διαδικασία. Έτσι από τις 27.5.1988 αποκλείστηκε η χρησιμοποίηση της Αγγλικής γλώσσας με τον Ν.67/88 και/ή οποιασδήποτε άλλης από τις επίσημες γλώσσες στην επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων ή στη λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου. Διαπιστώνεται από έλεγχο του φακέλου, δεν αμφισβητείται από την πλευρά της αιτήτριας, ότι τα διατάγματα του Δικαστηρίου που επιδόθηκαν στον καθ' ου η αίτηση είναι συντεταγμένα στην Ελληνική γλώσσα. Δεν αμφισβητείται επίσης και είναι αποδεκτό ότι ο καθ' ου ομιλεί την Αγγλική γλώσσα, η μητρική του γλώσσα είναι η Γαλλική, ενώ δεν γνωρίζει την Ελληνική και η επίδοση του διατάγματος έγινε ενώ αυτός βρισκόταν στην Κύπρο, εντός της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου. Kamal HassaNein v. Hellenic Island and/or Island κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 A.A.Δ. 303, Νικόλας Σοφοκλέους ν. Χρίστος Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 81, Τhe United Bible Societies (Gulf) v. Κώστα Χατζηκακού
(1990)1 Α.Α.Δ. 395. Η επίδοση σε αλλοδαπό, ο οποίος δεν γνωρίζει την γλώσσα δικαστικού εγγράφου συντεταγμένου στα Ελληνικά είναι δυνάμει της πιο πάνω συνταγματικής διάταξης καθ' όλα νόμιμη και έγκυρη. Κάθε διάδικο μέρος οφείλει να αναγνωρίζει πως σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία η οποία ξεκίνησε ή εκκρεμεί στη Δημοκρατία και η οποία τον αφορά, θα διεξάγεται σε μια από τις επίσημες γλώσσες της. Κατά συνέπεια κάθε διάδικος οφείλει να αναγνωρίζει πως σε κάθε τέτοια περίπτωση και τα δικαστικά έγγραφα θα είναι συντεταγμένα σε μια από τις δυο επίσημες γλώσσες. Ακαταστασία θα προκαλούσε μάλλον η τυχόν σύνταξη δικαστικού εγγράφου που προορίζεται να επιδοθεί σε αλλοδαπό σε γλώσσα άλλη από τις επίσημες γλώσσες. KEAN Soft Drinks Ltd v. Safmarine Container Lines N.Y κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1784,
- Στην τυπική του διάσταση, το ζήτημα λήγει εδώ. Το κατά πόσο στη συνέχεια το Δικαστήριο θα αποδεχθεί τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση για την όποια συμπεριφορά του τότε δικηγόρου του, και πώς οι ισχυρισμοί και οι θέσεις του θα λειτουργήσουν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε συνάρτηση με το αποδεικτικό βάρος που φέρει η πλευρά της αιτήτριας, είναι ζήτημα το οποίο θα εξετάσω στη συνέχεια. Η αιτήτρια προσκόμισε την δική της μαρτυρία για να αντικρούσει την εκδοχή του καθ' ου ή και βεβαίως κατ' επέκταση να αποσείσει το δικό της αποδεικτικό βάρος σε συνάρτηση με την γνώση του καθ' ου ως προς τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές απέρρεαν από τις ξεκάθαρες πρόνοιες του διατάγματος του Δικαστηρίου. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τη μαρτυρία όσων κατέθεσαν ενόρκως για την ενάγουσα και είμαι απολύτως πεπεισμένη ότι όλοι έδωσαν αμερόληπτα τις θέσεις τους, εισήγαγαν γεγονότα και έγγραφα και προέβησαν σε σχολιασμό και τοποθετήσεις έχοντας ως γνώμονα την αλήθεια. Εμπεριστατωμένα αναφέρθηκαν στα γεγονότα και απάντησαν με σαφήνεια σε ό,τι τέθηκε από την άλλη πλευρά δίνοντας αντικειμενικά την εκδοχή τους. Στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας τους την οποία αποδέχομαι κάνω ανάλογα ευρήματα τα οποία κρίνω ότι δεν είναι ανάγκη να επαναλάβω. Ως προς κάποια επιμέρους ζητήματα τα οποία είτε κρίνονται ουσιώδη για σκοπούς υπερασπιστικής γραμμής, είτε ως ζητήματα που άπτονται των θέσεων των αιτητών για τη συνεχιζόμενη παρακοή των Διαταγμάτων, αναφέρομαι πιο κάτω. Η Sophie Eyre, δικηγόρος στο Δικαστήριο της Αγγλίας και Ουαλίας και συνέταιρος στους Bird & Bird LLP, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για να υποστηρίξει πως ο πρώην δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση κ. Μιτσίδης, την διαβεβαίωσε τηλεφωνικώς στις 17.6.11 πως είχε επεξηγήσει το διάταγμα στον καθ' ου η αίτηση: ο καθ' ου του είχε πει ότι δεν είχε πάρει οποιαδήποτε δεδομένα (data) και ως εκ τούτου, δεν υπήρχε τίποτε με το οποίο να έπρεπε να συμμορφωθεί, αναφορικά με το μέρος του διατάγματος που απαιτούσε παράδοση των εμπιστευτικών πληροφοριών και δεδομένων που είχαν ληφθεί. Οποιαδήποτε πληροφορία είχε, του δήλωσε, ήταν δικό του δημιούργημα. Ήταν, του μετέφερε, θύμα της διαμάχης της IΚOS με τον Coward. Δόθηκαν από τον καθ' ου οδηγίες να προχωρήσει με ένσταση στην αίτηση του προσωρινού διατάγματος. Ο Μιτσίδης είχε συντάξει σχετική ένορκη δήλωση, η οποία και τροποποιήθηκε από τον ίδιο τον καθ' ου. Στη συνέχεια, τον ενημέρωσε ότι έπρεπε να έρθει στην Κύπρο για να ορκιστεί ενώπιον του Πρωτοκολλητή, αλλά ο καθ' ου αρνήθηκε γιατί φοβόταν ότι θα συλληφθεί. Ο Μιτσίδης τον διαβεβαίωσε ότι δεν διέτρεχε τέτοιο κίνδυνο. Ακολούθως και όταν ο Μιτσίδης τόνιζε στον καθ' ου ότι έπρεπε να έρθει να ορκιστεί, αντικαταστάθηκε από άλλο δικηγόρο. Έχω παρατηρήσει με πολλή προσοχή την Sophie Eyre και τον καθ' ου η αίτηση ενώ έδιδαν μαρτυρία. Στο επί μέρους ζήτημα που εξετάζεται απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη θέση του καθ' ου. Τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από το φάκελο και η λογική του πράγματος διαψεύδει τον καθ' ου η αίτηση: Μετά την επίδοση του διατάγματος το Δικηγορικό Γραφείο Μιτσίδη εμφανίζεται ανελλιπώς στη δικαστική διαδικασία και ζητά χρόνο για καταχώριση ένστασης: 22.9.2010, 13.10.2010, 17.11.2010, 9.12.
- Την τελευταία ημερομηνία ο Μιτσίδης αποχωρεί μετά από άδεια του Δικαστηρίου για το λόγο ότι δεν υπάρχει πλέον επικοινωνία με τον καθ' ου, οπότε την ίδια ημέρα αναλαμβάνει ως νέος δικηγόρος η κα Στυλιανού. Ότι περιέρχεται σε γνώση ενός δικηγόρου προέρχεται κατά κύριο λόγο ή και αποκλειστικά από τον ίδιον τον πελάτη. Ο δικηγόρος ο οποίος αναλαμβάνει μια υπόθεση δεν μπορεί να γνωρίζει τα γεγονότα. Αναμένεται από τον πελάτη να τον προμηθεύσει με το απαραίτητο εκείνο υλικό, ώστε να προχωρήσει αναλόγως, και στην περίπτωση εδώ, με την ένσταση, υπεράσπιση του, πράγμα που φαίνεται ότι παραλείπει ο καθ' ου. Αναδρομή στην ένορκη δήλωση του καθ' ου με τις ίδιες θέσεις που επαναλήφθηκαν και με τη γραπτή του δήλωση, κυρίως εξέταση και αντεξέταση, φανερώνει το κατασκευασμένο της δικαιολογίας που προβάλλει: Αναγνωρίζει ότι του επιδόθηκε «ένας σημαντικός φάκελος εγγράφων». Επικοινώνησε με τον κ. Μιτσίδη, ο οποίος του ανέφερε στη γενικότητα ότι «έκαναν διάφορες διεκδικήσεις εναντίον του και είχαν εξασφαλίσει δικαστικό διάταγμα», του οποίου μετάφρασε προφορικά τα κύρια σημεία. Του είπε ότι τον κατηγορούσαν για συνωμοσία και πλεκτάνη, αλλά και κλοπή εμπορικών μυστικών για προσωπικό κέρδος. Του είπε πού στήριζαν τους ισχυρισμούς τους: από την επισύναψη ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ο ίδιος είχε απόλυτα ισχυρές εξηγήσεις για την αποστολή των μηνυμάτων αυτών. Παρόλο που ανησύχησε, καθησυχάστηκε από τον κ. Μιτσίδη ότι τα μέτρα ήταν διαδικαστικά και ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί. Προσθέτει όμως αμέσως πως «ήταν ασαφές για μένα ποιες ήταν οι υποχρεώσεις μου λόγω του διατάγματος». Και τίθενται αμέσως εύλογα τα ερωτήματα. Εφόσον ήταν ασαφές για τον ίδιο ποιες ήταν υποχρεώσεις του γιατί δεν ζήτησε αμέσως από το δικηγόρο του είτε να του επεξηγήσει καλύτερα την έκταση των διαταγμάτων, είτε να του μεταφραστούν τα έγγραφα και στη συνέχεια να πάρει τη συμβουλή του, Ο κ. Μιτσίδης, ακόμα και αν δεχτούμε τη θέση του καθ' ου η αίτηση λειτουργεί πάνω στα γεγονότα που του μεταφέρει ο ίδιος ο καθ' ου § 4 ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση: «Έχοντας συζητήσει για τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails) που είχα στείλει στον εαυτό μου ... ... καθώς και για τα έγγραφα και ό,τι άλλα στοιχεία είχα επιστρέψει την ημέρα που παραιτήθηκα ..... καθώς και για το γεγονός ότι δεν είχα προσπαθήσει ούτε σκόπευα να αποκτήσω προσωπικό όφελος ή να προκαλέσω οποιαδήποτε ζημιά στην IKOS, ο κ. Μιτσίδης με συμβούλευσε ότι δεν χρειαζόταν να κάνω τίποτε περισσότερο από αυτή την άποψη.» Mόνο και μόνο από την παράγραφο αυτή φαίνεται ότι ο καθ' ου επιλεκτικά αποκαλύπτει ή δέχεται ότι κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της υπόθεσης του. Εξάγεται ως μόνο λογικό συμπέρασμα ότι η συμβουλή του κ. Μιτσίδη δόθηκε στη βάση των διαβεβαιώσεων και επιλεκτικών αποκαλύψεων του ιδίου του καθ' ου. Και γεννάται επίσης το επόμενο ερώτημα, τι σημαίνει ή πως εννοεί ο καθ' ου η αίτηση τη φράση «δεν χρειαζόταν να κάνω τίποτε περισσότερο από αυτή την άποψη». Με τα δεδομένα που είχε υπόψη του ο Μιτσίδης έδωσε και την ανάλογη συμβουλή. Από τη στιγμή που ο ίδιος ο πελάτης διαβεβαίωνε το δικηγόρο του ότι είχε επιστρέψει όλα τα έγγραφα και όλα τα στοιχεία την ημέρα που παραιτήθηκε και δεν είχε προσπαθήσει, ούτε σκόπευε να προσπαθήσει να κάνει οτιδήποτε, τότε λογικά ο δικηγόρος του, αφού πρέπει να του εξήγησε τις πρόνοιες του διατάγματος, έκρινε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο να κάνει για να συμμορφωθεί με τα διατάγματα του Δικαστηρίου. Τη μισή αλήθεια λέει ο καθ' ου όταν ισχυρίζεται ότι δεν του επεξηγήθηκαν οι συνέπειες της παρακοής. Το Τεκμ. 2 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση του Ian Mays και συγκεκριμένα το e-mail ημερομηνίας 23.8.2010 το οποίο απέστειλε ο Μιτσίδης προς τον Επισκόπου, με κοινοποίηση στον καθ' ου αναφέρει: «Having said that we are instructed to state that, Mr. Pfister has fully complied with the contents of the court order and his contract of employment and subject to the reservations stated above is always and willing to comply with any reasonable request on your part.» Οι τελευταίες παρατηρήσεις στην επιστολή του Μιτσίδη για την προθυμία του καθ' ου να συμμορφωθεί, με τις όποιες λογικές απαιτήσεις της αιτήτριας, δείχνουν πως ο Μιτσίδης ενεργούσε κατά τρόπο που να διασφαλίζει την συμμόρφωση του καθ' ου με τα διατάγματα του Δικαστηρίου έχοντας βεβαίως επίγνωση των συνεπειών από ενδεχόμενη παραβίαση των όρων του διατάγματος, συνέπειες που βρίσκω ότι μετέφερε και εξήγησε στον καθ' ου. Στην εικόνα εμπλέκεται και το όνομα ενός ακόμα Κυπρίου δικηγόρου, ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας συμβούλευσε τον καθ' ου γύρω από το ζήτημα της παρακοής του διατάγματος. Ο καθ' ου δεν αρνείται ότι αποτάθηκε και σε άλλο δικηγόρο εισάγοντας όμως τη θέση πως «δεν είναι ακριβώς» για το διάταγμα που ζήτησε γνωμοδότηση, ήταν για τη διαδικασία που μπορούσα να ακολουθήσω όσον αφορά την ένορκη δήλωση μου και την εργοδότηση μου στην IKOS. Ο δεύτερος δικηγόρος κοινοποίησε την απάντηση του στον Μιτσίδη λέγοντας ότι συμφωνούσε στα δυο σημεία που ηγέρθηκαν. Αξίζει να σημειωθεί πως η αιτήτρια με την γραμμή που ακολούθησε και κατά την αντεξέταση του καθ' ου, θέλησε να συνδέσει το ζήτημα με τον Martin Coward, ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς τους κατέβαλε την αμοιβή του εν λόγω δικηγόρου, ο οποίος ενεργούσε και ως δικηγόρος του ιδίου. Αυτό σε μια προσπάθεια τους να θεμελιώσουν ανάμεσα σ' άλλα και τα περί συνωμοσίας του καθ' ου με τον εν λόγω Martin Coward. To αν ο καθ' ου συμμορφώθηκε ή όχι με το περιεχόμενο του δικαστικού διατάγματος, αντικρίζεται μόνο σε αντιπαραβολή των θέσεων του καθ' ου, όπως τις μετέφερε στο δικηγόρο του με τις πρόνοιες του δικαστικού διατάγματος. Δεν μπορεί ο δικηγόρος να αποφάσιζε αν υπήρχε ή όχι συμμόρφωση αν προηγουμένως δεν εξηγούσε στον πελάτη του τις πρόνοιες του διατάγματος για να πάρει τις θέσεις του τελευταίου και να τοποθετηθεί πλέον ο ίδιος επί του νομικού ζητήματος. Η κα Στυλιανού στην αγόρευση της σχολιάζοντας το ζήτημα εισηγείται πως η μαρτυρία της Eyre είναι εξ ακοής και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη εφόσον ο ίδιος ο δικηγόρος Μιτσίδης δεν κλήθηκε ως μάρτυρας, ενώ κάτι τέτοιο ήταν δυνατό για να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει τους ισχυρισμούς του καθ' ου. Το ζήτημα βέβαια αντικρίζεται διαφορετικά. Το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο, το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε άλλος διάδικος δύναται, με την άδεια του Δικαστηρίου, πριν ο διάδικος που έχει προσάξει την εξ ακοής μαρτυρία κλείσει την υπόθεση του, να κλητεύσει το εν λόγω πρόσωπο για να το αντεξετάσει σε σχέση με την αρχική του δήλωση. Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να μη επιτρέψει την κλήτευση, αν κρίνει ότι η κλήτευση του εν λόγω προσώπου δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογη και εφικτή ή ότι δεν είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.» Το πιο πάνω άρθρο παρέχει τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει ή όχι την κλήτευση ως μάρτυρα του προσώπου, το οποίο είχε προβεί σε αρχική δήλωση για να αντεξεταστεί. Νοουμένου πάντοτε, πως πριν ο διάδικος που έχει προσάγει την εξ ακοής μαρτυρία κλείσει την υπόθεση του, ζητήσει την άδεια του Δικαστηρίου για κλήτευση και αντεξέταση του. Ένα τέτοιο αίτημα ουδέποτε υπεβλήθη από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση. Akritas Insurance Company Ltd και Αντώνη Μιχαηλίδη, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Trevor Arthur James Norris, Π.Ε. 369/06, ημερ. 15.8.
- Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό του καθ' ου στη βάση του δικού του λόγου και του αναξιόπιστου της μαρτυρίας του. ΄Ο,τι προσθέτει η μαρτυρία της Jane Eyre εισάγεται προς απόδειξη των ισχυρισμών της αιτήτριας προς απόσειση του αποδεικτικού βάρους των αιτητών, ως προς την πρόθεση του καθ' ου να παραβεί ηθελημένα τις πρόνοιες του διατάγματος. Ότι ο καθ' ου επιλέγει κάθε φορά ότι ο ίδιος κρίνει ότι πρέπει να αποκαλύψει στους δικηγόρους του, παρακρατώντας πληροφορίες και λεπτομέρειες για τον εαυτό του, τις οποίες επιλεκτικά μεταφέρει ή αποκαλύπτει αργότερα, φανερώνεται και από τη στάση που κράτησε απέναντι στους Άγγλους δικηγόρους του, όπως η μαρτυρία καταδεικνύει. Ο ίδιος ο Άγγλος δικηγόρος του κατά την κυρίως εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε πως στις 18.11.2010 ο καθ' ου έκανε επίπονες προσπάθειες, τόσο για να συμμορφωθεί με τους όρους του διατάγματος, αλλά και να βοηθήσει την ενάγουσα στην ευρύτερη έρευνα της, κάτι που δεν απαιτείτο από το Κυπριακό διάταγμα. Την ίδια θέση προσπάθησε να παρουσιάσει ο καθ' ου δίνοντας τις δικές του εξηγήσεις για το πώς αντέδρασε μετά τις 17.11.2010 όταν του επιδόθηκε το διάταγμα του Κυπριακού Δικαστηρίου, όπως είχε εγγραφεί στην Αγγλία. Συμπεριφέρθηκε στον Άγγλο δικηγόρο του όπως και με τον Μιτσίδη: Του μετέφερε τις μισές πληροφορίες. Του απεκάλυψε ό,τι ο ίδιος ήθελε επιλεκτικά να αποκαλύψει για να παραστήσει και πάλι στους Άγγλους δικηγόρους, ότι η μη συμμόρφωση του, αν υπήρχε, ήταν απότοκο της κακής συμβουλής του Μιτσίδη: δεν χρειαζόταν να κάμει οτιδήποτε προκειμένου να συμμορφωθεί με τους όρους του διατάγματος. Φαίνεται ξεκάθαρα πια πως ο καθ' ου κινείται πάνω στον καμβά που ο ίδιος μπλέκει και καλύπτεται πίσω από δικαιολογίες για να αποφύγει τις συνέπειες των δικών του πράξεων και επιλογών. Στην υπόθεση Parker and another (t/aNBC Services) v Rasalingham (t/a Microtec) and others [2000] All E.R (D)912 όπου αποφασίστηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Τhe fact that the defendants have acted on legal advice in pursuing conduct which is held to amount to a contempt does not excuse the contempt but "may be relevant, and sometimes very important as mitigation" Re Mileage Conference Group on the Tyre Manufacturers Conference [1966]1WLR 1137,1162.But in this case I do not consider that any significant weight should be attached to this factor which is relevant both to penalties and to costs. This is because the advice ,which (as I have said) is nowhere recorded, was based on instructions which had no factual foundation and given by an adviser who did not have any knowledge of it and did not make any enquiries about it. It is not a case of defendant having a bona fide belief in the correctness of legal advice which later turns out to be untrue." Με επιστολή του Hurley προς τους Bird & Bird, ημερομηνίας 19.11.2010, μέρος του Τεκμ.7, στην ένορκη δήλωση του καθ' ου, επαναλαμβανόταν η πάγια θέση του καθ' ου ότι δεν κατείχε οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες που ανήκαν στην IKOS και ότι δεν είχε καμία πρόθεση να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία, είτε για δικό του προσωπικό όφελος, είτε προς όφελος των νέων εργοδοτών του. Για να συνεχίσει σε κάποιο σημείο η επιστολή πως: "We have advised our client that he must be absolutely certain that he has not, inadvertently, retained any of your client´s proprietary information in any format whatsoever. Our client has therefore completed a detailed search and has found three hard copy documents which he considers amount to your client´s property. We have asked him to return these to us and we will deliver them immediately to you, which we anticipate will be by no later than 4.00 pm on Monday 22 November 2010." Φαίνεται λοιπόν ότι ο καθ' ου είπε ψέματα στον Μιτσίδη όταν έλεγε ότι δεν είχε στην κατοχή του οποιαδήποτε έγγραφα ή πληροφορίες που ανήκαν στην αιτήτρια, όπως ο Μιτσίδης διαβεβαίωνε τον Επισκόπου και πάλι κατόπιν οδηγιών και διαβεβαιώσεων του ιδίου του καθ' ου ότι δεν κατείχε οποιαδήποτε έγγραφα της αιτήτριας. Ψέματα που συνεχίζουν και προς τους νέους δικηγόρους του: αποκρύπτει την ύπαρξη της κάρτας μνήμης που περιείχε δεδομένα που είχε κατεβάσει «download», ενώ εργαζόταν στην αιτήτρια. Πανικοβλήθηκε, είπε, όταν συνειδητοποίησε για τα δεδομένα που υπήρχαν καταχωρισμένα και την απέστειλε στη διεύθυνση του σπιτιού του στη Γαλλία. Και εδώ φαίνεται η κακή πίστη και τα ψέματα του καθ' ου η αίτηση: Ενώ είχε προηγηθεί συνάντηση με τους δικηγόρους του, δυο μέρες μετά την επίδοση του διατάγματος, στις 19.11.2010, δεν τους ανέφερε ότι είχε αποστείλει την κάρτα μνήμης στη Γαλλία ήδη από το απόγευμα της 17.11.2011 αμέσως μετά την επίδοση του διατάγματος. Αναφέρει την ύπαρξη της κάρτας μνήμης στον Hurley, όπως ο τελευταίος βεβαιώνει κατά την αντεξέταση του, το πρωί στις 22.11.
- Ψεύτικη και κατασκευασμένη είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση, ότι αγνοούσε τις πλήρεις πρόνοιες του διατάγματος, ότι αγνοούσε ποιο ήταν το πρόβλημα και γιατί ξεκίνησαν οι διαδικασίες στην Αγγλία, όπως κατασκευασμένη και ψεύτικη ήταν εξ υπαρχής η θέση του περί άγνοιας της σοβαρότητας του διατάγματος. Σε καμία περίπτωση το δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί τις θέσεις του και τις όποιες εξηγήσεις του για την αποστολή της κάρτας μνήμης στη Γαλλία ως μια αθώα αντίδραση ή αντίδραση προσώπου που τελούσε κάτω από πανικό. Αντίδραση ενός προσώπου που θέλει να φέρεται και να παρουσιάζεται ως το αθώο μέρος το οποίο καταδιώκεται από την ενάγουσα και αποτελεί το θύμα προσωπικής διαμάχης των διευθυντών της ενάγουσας. Πώς είναι δυνατό ο καθ' ου η αίτηση να μη γνώριζε τι είχε και τι δεν είχε στην κατοχή του, ποια έγγραφα είχε διατηρήσει ή ποια αρχεία στην κάρτα μνήμης και παρουσιάζεται πως οικειοθελώς και για να είναι σίγουρος ότι δεν είχε διατηρήσει κατά λάθος οποιαδήποτε έγγραφα, έκανε μια διεξοδική έρευνα στο σπίτι του. Δεν είναι δυνατό αυτή την κάρτα μνήμης που περιείχε δεδομένα που είχε κατεβάσει (download) ενώ εργαζόταν στην IKOS να μη θυμόταν ότι την κατείχε και να χρειαζόταν να διεξάγει έρευνα στο σπίτι του. Μα δεν επρόκειτο βεβαίως για οικιακό σκεύος ή μικροαντικείμενο. Προγράμματα όπως το Wendy και Fox αποτελούσαν και με παραδοχή του ιδίου την κορωνίδα των προγραμμάτων της αιτήτριας. Ενσυνειδήτως βρίσκω πως ο καθ' ου προσπάθησε να αποκρύψει τα στοιχεία αυτά από την αιτήτρια για να τα χρησιμοποιήσει και να τα αξιοποιήσει αργότερα, όπως φανερώνουν όλες οι ενέργειες και οι συμπεριφορές του, για δικό του όφελος και για τους δικούς του σκοπούς. Είναι λοιπόν γι' αυτό το λόγο που απέστειλε ταχυδρομικώς την κάρτα μνήμης στη Γαλλία με το ενδεχόμενο να τη χρησιμοποιήσει αργότερα, αλλά και να αποκρύψει στοιχεία από την ενάγουσα ώστε να μην αποκαλυφθούν οι κινήσεις του. Κατακράτησε την κάρτα αυτή για ακόμα κάποιες μέρες, οπότε και απεκάλυψε την ύπαρξη της στις 24.11.2010 στη συνάντηση που είχε με τους δικηγόρους του στα γραφεία των Bird & Bird. Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να δεχτώ ότι οι ενέργειες αυτές φανερώνουν αφέλεια, κινήσεις πανικού ή απουσία πρόθεσης όπως κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί η ευπαίδευτη συνήγορος του καθ' ου. Αυτό που η συνήγορος περιγράφει ως ειλικρινή μαρτυρία με συνοχή απολογητική στάση προς το Δικαστήριο και προθυμία του καθ' ου να συνεργαστεί με τους δικηγόρους της αιτήτριας, ώστε να ξεκαθαρίσει η θέση του, δεν είναι τίποτε άλλο βρίσκω, παρά μια καλά μελετημένη απόφαση του καθ' ου να προσδώσει στις ενέργειες του πέπλο αθωότητας και έλλειψη πρόθεσης με σκοπό να απαλλαγεί των κατηγοριών που αντιμετωπίζει και των ενδεχόμενων συνεπειών, σε περίπτωση που βρεθεί ένοχος παραβίασης των διαταγμάτων του Δικαστηρίου. Είναι η κατάληξη μου πως ο καθ' ου η αίτηση μετά που αντιλήφθηκε ότι ξεκίνησαν διαδικασίες στην Αγγλία, ενώ πλέον ο ίδιος βρισκόταν στην Αγγλική επικράτεια, δεν είχε άλλη διέξοδο από του να συνεργαστεί, ώστε να απαμβλύνει τις συνέπειες και να χρησιμοποιήσει αργότερα τη συνεργασία αυτή ως μετριαστικό παράγοντα και τις όποιες παραβάσεις να τις χαρακτηρίσει ως ιστορικές και θεραπεύσιμες. Δεν μπορώ να κάμω αποδεκτή τη θέση του καθ'ου ότι τα τρία βασικά συστήματα Wendy, Fox και Badger, σημαντικά για τη λειτουργία της εταιρείας και δημιούργημα της ίδιας της εταιρείας ήταν τέτοιας μηδαμινής αξίας συστήματα, ώστε ο καθ' ου να μην έχει πλήρη ανάμνηση ότι τα είχε στην κατοχή του. Αλλά και να μη θυμάται πότε τα αντέγραψε ή τα απέσπασε χωρίς γνώση ή συγκατάθεση της αιτήτριας, ενώ δεν είχε τέτοιο δικαίωμα. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία η οποία βρίσκεται ενώπιον μου και απετέλεσε ήδη μαρτυρία για σκοπούς έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος: ένορκη δήλωση Επισκόπου ημερομηνίας 23.6.2010 και Μιχάλη Πολυμενάκου που υποστηρίζει την αίτηση, καθώς και η προφορική ενώπιον μου μαρτυρία του τελευταίου, αποδεικνύει ότι ο καθ' ου κινείτο προ πολλού και έκανε διάφορες απόπειρες για να «κατεβάσει» τον πηγαίο κώδικα της IKOS για τα συστήματα Fox και Wendy. Υπάρχει σαφής μαρτυρία και επιστημονικό υλικό από την ερευνητική ομάδα της Kroll, η οποία μετά από έρευνα του φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή εργασίας του εναγομένου στα τέλη Μαΐου του 2010 φανερώνει ότι έγιναν απόπειρες να εισαχθεί μια συσκευή USB στον φορητό υπολογιστή του καθ' ου στις 29.11.
- Σχετική ανάλυση και ακολουθία των γεγονότων σε τεχνητούς όρους, Τεκμ.20 στην ένορκη δήλωση του Πολυμενάκου. Γίνεται φανερό από την πιο πάνω ανάλυση πως ο καθ' ου ακολούθησε μια συγκεκριμένη διαδικασία για παράκαμψη της ασφάλειας του υπολογιστή, ώστε να γίνει δυνατή η αντιγραφή των προγραμμάτων και να αποσπασθούν τα προγράμματα για να περάσουν στην κατοχή του. Τελικώς, όπως αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων, είναι η σωστή θέση της ενάγουσας ότι ο καθ' ου η αίτηση με μια ορθά ρυθμισμένη συσκευή μνήμης που είχε εκκινηθεί μέσω του φορητού υπολογιστή του εναγομένου διά μέσου αρχείου, αφαίρεσε τα προγράμματα Fox και Wendy. Ο καθ' ου μέχρι τέλους δεν προσδιόρισε, επιμελώς το απέφυγε, το χρόνο αντιγραφής των προγραμμάτων ενώ αναλώθηκε για σκοπούς απάμβλυνσης των δυσμενών εντυπώσεων που ενδεχομένως άφηνε η μαρτυρία του και συσκότισης του πράγματος, στην ευκολία με την οποία έγινε δυνατή η αντιγραφή των προγραμμάτων περιγράφοντας την απλώς ως μια διαδικασία «drag and drop». Στη συνέχεια όπως αποκαλύπτει η μαρτυρία, ο καθ' ου προώθησε από την προσωπική του ηλεκτρονική διεύθυνση που διατηρεί στην BNP Paribas, νέος εργοδότης του ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο υπήρχαν τέσσερα επισυνημμένα έγγραφα, ένα εκ των οποίων περιείχε εμπιστευτικές πληροφορίες της αιτήτριας και ειδικότερα το πρόγραμμα contop.pyx. Τόσο η αιτήτρια, όσο και ο καθ' ου δέχονται ότι το ονομαζόμενο contop.py αρχείο ανήκει στην IKOS με τη διαφορά κατά τον καθ' ου ότι ο βασικός αλγόριθμος δεν ανήκει στην IKOS ή σε οιανδήποτε εταιρεία. Ο καθ' ου παραδέχτηκε ότι το πρόγραμμα αυτό το ανέπτυξε κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του από την αιτήτρια και ενώ βρισκόταν σε άδεια αφυπηρέτησης. Οι όροι εργοδότησης του καθ' ου πρόβλεπαν ότι οποιοδήποτε πρόγραμμα ανέπτυσσε ο εναγόμενος κατά την εργοδότηση του ανήκε στην αιτήτρια. Η ενέργεια του αυτή ιδωμένη μέσα στο πρίσμα των απαγορευτικών διαταγμάτων φανερώνει και πάλι ότι ο εναγόμενος εν γνώσει του, και κατά τη διάρκεια που βρισκόταν σε άδεια αφυπηρέτησης είχε αποσπάσει το πρόγραμμα contop.pyx όπως είχε αναπτυχθεί από την αιτήτρια και διαβίβασε το απόρρητο αυτό έγγραφο που περιέχει αλγόριθμούς του συστήματος της αιτήτριας, το απέστειλε με e-mail στις 29.9.2010 και 8.10-2010 μετά την έναρξη της απασχόλησης του από την BNP Paribas. Και εδώ ο καθ' ου εισάγει τη δικαιολογία ότι έκανε τις πράξεις αυτές στα πλαίσια έρευνας «για δική του χρήση και όχι στα πλαίσια της εργοδότησης του». Κάτω από την ίδια ανάλυση και παράμετρο γεγονότων εξάγεται από τη μαρτυρία την οποία αποδέχομαι πως από ανάλυση της κάρτας μνήμης που βρέθηκε στη Γαλλία αποδεικνύει ότι σε τουλάχιστον τέσσερις περιπτώσεις ο καθ' ου η αίτηση είχε προχωρήσει σε ανάγνωση και χρήση των εμπιστευτικών πληροφοριών της αιτήτριας: Στις 20.9.2010 και 27.9.2010 μετέγραψε δεδομένα της αιτήτριας σε εννέα αρχεία csv, πράξη που εξηγείται μόνο αν είχε σκοπό να τα εισάγει σε συστήματα τρίτων. Παρακολουθώντας τη συμπεριφορά του καθ' ου διαπιστώνω ότι: - Αρχικά αρνείται ότι έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία, δεδομένα ή πνευματική ιδιοκτησία της αιτήτριας. - Παραδέχεται στη συνέχεια ότι έλαβε μόνο τα έγγραφα που η αιτήτρια ήταν σε θέση να αναγνωρίσει ότι είχαν ληφθεί από τον ίδιο. - Ο καθ' ου παίρνει την κάρτα μνήμης που περιέχει εμπιστευτικές πληροφορίες και πνευματική ιδιοκτησία της αιτήτριας και φεύγει μαζί της από την Κύπρο για την Αγγλία, ενώ ήδη του είχε επιδοθεί το Δικαστικό διάταγμα στην Κύπρο. - Όταν του επιδίδεται το διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου στις 17.11.2010 και με την παραλαβή της επιστολής των Άγγλων δικηγόρων της αιτήτριας στέλνει και πάλι μια κάρτα μνήμης με τις εμπιστευτικές πληροφορίες και την πνευματική ιδιοκτησία της αιτήτριας εκτός της δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων στη Γαλλία. Ο καθ' ου δεν έχει προσφέρει οποιαδήποτε λογική εξήγηση ή ικανοποιητική εξήγηση για την από μέρους του παραδεκτή λήψη των εμπιστευτικών πληροφορικών και της πνευματικής ιδιοκτησίας της αιτήτριας. Οι ενέργειες αυτές δείχνουν στο τέλος της ημέρας προγραμματισμένες και συνειδητές κινήσεις και όχι κινήσεις ενός αφελούς προσώπου ή λανθασμένες κινήσεις ή κινήσεις πανικού, όπως ο ίδιος θέλησε να περιγράψει. Η εξήγηση που έδωσε πως παρά την προφανή αξία των προγραμμάτων και των άλλων στοιχείων που απέσπασε από την αιτήτρια, δεν τα έδειξε σε κανένα, ούτε έδωσε αντίγραφο τους σε κανένα και ότι ο ίδιος τα πήρε επειδή απλά αυτό θα του έδινε «ανακούφιση» ή ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως σημείο αναφοράς, δεν είναι ούτε λογική ούτε πειστική. Συναισθηματικής απόχρωσης δικαιολόγηση και ασυνήθης προσδιορισμός για ένα πρακτικό και μαθηματικό μυαλό όπως ο καθ' ου. Αφελής ακόμα δικαιολόγηση, αν ληφθεί υπόψη ότι ο καθ' ου κατείχε σημαντική θέση στην αιτήτρια και γνώριζε πολύ καλά τις υποχρεώσεις του βάση των όρων εργοδότησης του: την υποχρέωση εμπιστευτικότητας των πληροφοριών και προγραμμάτων που χειριζόταν. Η συμπεριφορά του δείχνει μια προειλημμένη απόφαση και προσχεδιασμό στην απόσπαση των εμπιστευτικών πληροφοριών και της πνευματικής ιδιοκτησίας της αιτήτριας, τουλάχιστον ήδη από το χρόνο που έλαβε την απόφαση να παραιτηθεί, αν όχι ενωρίτερα. Από τη μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί, εξάγεται θετικά ως λογικό συμπέρασμα ότι ο καθ' ου κινείτο και διερευνούσε το ζήτημα ενδεχόμενης συνεργασίας με τον Coward, ο οποίος φαίνεται ότι συζητούσε με άλλα βασικά στελέχη της αιτήτριας, συμπεριλαμβανομένου του καθ' ου η αίτηση, το ενδεχόμενο να συστήσει Ανταγωνιστικό Κεφάλαιο Αντιστάθμισης, (Hedge Fund). Υπάρχει ξεκάθαρη περιστασιακή μαρτυρία η οποία οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο καθ' ου ενήργησε επί συγκεκριμένου σχεδίου με σκοπό να αποσπάσει πνευματική περιουσία της αιτήτριας για δικό του όφελος και/ή μέσα στα πλαίσια των μελλοντικών του σχεδίων για ενδεχόμενη συνεργασία με τον Coward, και ως πλέον ουσιαστική: (α) Ο κοινός δικηγόρος με τον Coward το όνομα και την ύπαρξη του οποίου προσπάθησε να αποκρύψει ο καθ' ου, από τον οποίο πήρε δωρεάν, όπως ισχυρίστηκε, νομική συμβουλή για τους χειρισμούς και της παρούσας διαδικασίας. (β) Το Τεκμ.2 - Οργανόγραμμα που βρέθηκε στα γραφεία του Coward κατόπιν νόμιμης δικαστικής έρευνας στο Μονακό, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν ανάμεσα σε ονόματα πρώην στελεχών της αιτήτριας, το όνομα του Coward και του καθ' ου η αίτηση. (γ) Οι προηγούμενες επαφές και κινήσεις του καθ' ου με τον Coward μετά την αποχώρηση του τελευταίου από την αιτήτρια, τις οποίες απέκρυψε από την τελευταία. (δ) Την ρητή παραδοχή του ότι με την αποχώρηση του Coward επιθυμούσε να συνεργαστεί μαζί του. Στην υπόθεση Κrashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1(E) A.A.Δ. 750, 761 αποφασίστηκε πως επιβάλλεται λόγω της φύσης της διαδικασίας και των κυρώσεων που μπορεί να προκύψουν να τηρηθούν σχολαστικά οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42. Υποδεικνύεται στην απόφαση με παραπομπή στις Αγγλικές αποφάσεις Chiltem DC v. Keane
(1985)2 All E.R. 118 και Attorney-General v. Leveller
(1979)1 All E.R. 74 ότι οι παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο στις ποινικές υποθέσεις. Στη βάση της νομολογιακής αυτής διακήρυξης η ευπαίδευτη συνήγορος του καθ' ου με την αγόρευση της εισηγείται ότι η αιτήτρια δεν έχει προσδιορίσει με σαφήνεια τις παραβιάσεις του διατάγματος από τον καθ' ου. Ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός, είναι η θέση της, ότι δεν έχει επιστρέψει έγγραφα δεν μπορεί να οδηγήσει στην τιμωρία του. Ούτε και μπορούσε από τις πρόνοιες του διατάγματος να γνωρίζει τι έπρεπε ακριβώς να πράξει για να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Κατά πρώτον θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συμπεριλαμβάνεται στους λόγους ένστασης. Εισάγεται μόνο με την αγόρευση. Αντιθέτως στο υπό στοιχείο (β) των λόγων της ένστασης εισάγεται η θέση ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει συμμορφωθεί πλήρως με το διάταγμα ημερομηνίας 24.6.2010. Ορθά παρατηρεί ο ευπαίδευτος δικηγόρος για τους αιτητές ότι ο ίδιος ο καθ' ου περιγράφει στις παραγράφους 49 - 53 της κατάθεσης του με κάθε λεπτομέρεια τις πρόνοιες του διατάγματος και εισηγείται ότι έχει συμμορφωθεί πλήρως. Στην Attorney General v. Punch Limited & Another
(2002)UKHL, 50 την οποία επικαλείται η πλευρά του καθ' ου, εξεδόθη διάταγμα εναντίον πρώην στελέχους των μυστικών υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου, με το οποίο διατασσόταν στη γενικότητα του να μην αποκαλύψει οποιαδήποτε πληροφορία η οποία περιήλθε στην κατοχή του κατά τη διάρκεια ή συνεπεία της εργοδότησης του ή που σχετίζεται ή μπορεί να θεωρηθεί ότι σχετίζεται με τις υπηρεσίες ασφαλείας ή τις δραστηριότητες των μυστικών υπηρεσιών γενικώς. Ορθώς παρατηρεί ο κ. Παπαφιλίππου ότι το Δικαστήριο αφού προβαίνει σε λεπτομερή ανάλυση των διαταγμάτων που αφορούν εμπιστευτικές πληροφορίες σχολιάζοντας το πιο πάνω λεκτικό, κατέληξε ότι ο σκοπός του διατάγματος και οι πρόνοιες του ήταν ξεκάθαρες και πέρα από οποιαδήποτε πιθανολόγηση. Ανεξαρτήτως όμως από τις πιο πάνω παρατηρήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, αντίθετες ως αναμενόταν, από προσεκτική ανάγνωση των προνοιών του διατάγματος γίνεται φανερό ότι υπήρχε σαφήνεια και συγκεκριμενοποίηση των εγγράφων που όφειλε να επιστρέψει και παραδώσει ο καθ' ου στους δικηγόρους της ενάγουσας καθώς και των πράξεων οι οποίες απαγορεύονταν σε σχέση με εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή έγγραφα πνευματική ιδιοκτησία της αιτήτριας και/ή του ομίλου. Είναι η κατάληξη μου πως η αιτήτρια έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο καθ' ου εκ προθέσεως είχε παραβεί τα διατάγματα του Δικαστηρίου με τις πιο κάτω πράξεις ή ενέργειες ή παραλείψεις του: §§ 1Α και 1Β του προσωρινού διατάγματος. - Υποχρέωση του καθ' ου να παραδώσει εντός δυο ημερών από την επίδοση του διατάγματος όλα τα έγγραφα τα οποία ανήκουν στην αιτήτρια και ή όλα τα έγγραφα υπό οποιαδήποτε μορφή και είτε με τη μορφή σκληρού αντιγράφου, είτε μαλακού αντιγράφου τα οποία περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες για την αιτήτρια - σχετικά με την αιτήτρια - την δραστηριότητα της. (αα) Ο καθ' ου είχε στην κατοχή του κατά την έκδοση του διατάγματος τα προγράμματα Wendy, Fox και Badger. Ο καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ότι είχε κατεβάσει τα λογισμικά γνωστά ως Fox και Wendy και τα αποθήκευσε στην κάρτα μνήμης κατά παράβαση της § 1Β του διατάγματος. (ββ) Ο καθ' ου κατακράτησε και δεν παρέδωσε ένα έγγραφο το οποίο ήταν σε φυσική μορφή αντίγραφο από τα εννέα έγγραφα που περιγράφονται ονομαστικά στην § 1Α του διατάγματος και το είχε στην κατοχή του για μήνες μετά την επίδοση του διατάγματος. (γγ) Το αρχείο contop.py. το οποίο βρισκόταν στην κατοχή του κατά την έκδοση του διατάγματος και ανήκει στην αιτήτρια και/ή εν πάση περιπτώσει δημιουργήθηκε ενώ ο καθ' ου βρισκόταν στην υπηρεσία της αιτήτριας, αποτελούσε παράγωγο η εξέλιξη προγράμματος της αιτήτριας. § 2Α του προσωρινού διατάγματος Απαγόρευση του καθ' ου να χρησιμοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες των εναγόντων ή αποκαλύπτει σε οποιοδήποτε πρόσωπο εμπιστευτική πληροφορία και/ή σχετικά έγγραφα. Ο εναγόμενος όπως προκύπτει από τη μαρτυρία η οποία έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο έκανε χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών της αιτήτριας κατά παράβαση της § 2Α του προσωρινού διατάγματος αποστέλλοντας στη Γαλλία μια φορητή συσκευή αποθήκευσης πληροφοριών και περιελάμβανε εμπιστευτικές πληροφορίες των εναγόντων. - Στις 29.6.2010 ο καθ' ου η αίτηση με δική του παραδοχή αναγνώρισε ότι έχει στην κατοχή του σε ηλεκτρονική μορφή τα εμπιστευτικά προγράμματα της αιτήτριας Wendy και Fox. Όταν του επιδίδεται το διάταγμα αντί να τα παραδώσει στην αιτήτρια τα μεταφέρει μαζί του στην Αγγλία. - Στις 17.11.2010 όταν του επιδίδεται το Αγγλικό διάταγμα αποστέλλει ταχυδρομικώς στη Γαλλία την κάρτα μνήμης με παραλήπτη τον εαυτό του. - Από τη μαρτυρία αποδεικνύεται ότι ο καθ' ου η αίτηση σε τέσσερις περιπτώσεις χρησιμοποίησε τις εμπιστευτικές πληροφορίες της αιτήτριας οι οποίες βρίσκονταν στην κάρτα μνήμης που αποστάληκε στη Γαλλία: στις 20.9.2010 και 27.9.2010 μετέγραψε δεδομένα της αιτήτριας σε νέα αρχεία τύπου csv, στις δε 29.9.2010 και 8.10.2010 διαβίβασε απόρρητα έγγραφα που περιγράφουν αλγόριθμους του συστήματος συναλλαγών της αιτήτριας. - Ο καθ' ου η αίτηση φύλαξε, μετέτρεψε και/ή αρχειοθέτησε εμπιστευτικές πληροφορίες και πνευματική ιδιοκτησία της αιτήτριας όπως το πρόγραμμα Badger. § 2Β του προσωρινού διατάγματος Απαγόρευση παραποίησης, καταστροφής, διαγραφής, απόκρυψης ή αποξένωσης των εμπιστευτικών πληροφοριών και/ή εγγράφων. Ο εναγόμενος απέκρυψε εμπιστευτικές πληροφορίες των εναγόντων κατά παράβαση της § 2Β του προσωρινού διατάγματος αποστέλλοντας στη Γαλλία φορητή συσκευή αποθήκευσης πληροφοριών, αφού προηγουμένως μετέφερε μια κάρτα μνήμης από την Κύπρο στην Αγγλία και στη συνέχεια από την Αγγλία στη Γαλλία. Οι προσπάθειες του καθ' ου συνιστούν προσπάθειες απόκρυψης, αποξένωσης ή ενέργειες για να καταστήσουν απρόσιτες οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή σχετικά έγγραφα τα οποία αποδείκνυαν το γεγονός ότι χρησιμοποίησε τις εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή τα σχετικά έγγραφα με τρόπο διαφορετικό από τον προβλεπόμενο από τα διατάγματα. (αα) Στις εν λόγω πρόνοιες του διατάγματος εμπίπτει και πάλι η αποστολή μιας κάρτας μνήμης εκτός δικαιοδοσίας σε δυο περιπτώσεις όπως πιο πάνω έχει περιγραφεί. (ββ) Αρχειοθέτησε, φύλαξε και/ή μετέτρεψε εμπιστευτικές πληροφορίες της αιτήτριας το πρόγραμμα Badger. Συνεχιζόμενη παρακοή. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι ο καθ' ου συνεχίζει να παραβαίνει τα διατάγματα του Δικαστηρίου. Στηρίζει τη θέση της στο γεγονός ότι: (α) ο καθ' ου έχει διατηρήσει αντίγραφα των εγγράφων που ανήκουν στην αιτήτρια και (β) έχει παραδώσει τέτοια αντίγραφα στην κατοχή τρίτου προσώπου. Στο Τεκμ.7 της ένορκης δήλωσης του καθ' ου στηρίζει το επιχείρημα της η αιτήτρια. Αντίγραφο επιστολής από το δικηγόρο του τελευταίου Charles Russell, με ημερομηνία 22.11.2010 και τα επισυνημμένα σε αυτή έγγραφα. Στην επιστολή αυτή περιλαμβανόταν, σε μετάφραση: «Ο πελάτης μας έχει διεξάγει έρευνα στο σπίτι του στο Λονδίνο και έχει ανακαλύψει κάποια έγγραφα τα οποία αφορούν τον πελάτη σας και τα οποία εσωκλείονται. Δεν έχει διατηρήσει αντίγραφα των πληροφοριών αυτών.» Εσωκλείονται στην επιστολή αυτή κατά συνέπεια έγγραφα που σχετίζονται με την IKOS και για τα οποία δεν κρατήθηκαν αντίγραφα των στοιχείων. Υπέθεσε η αιτήτρια ότι όλα τα έγγραφα είχαν παραδοθεί στους δικηγόρους της αιτήτριας και ουδέποτε της δόθηκε οποιαδήποτε ένδειξη ότι είχαν κρατηθεί αντίγραφα των εγγράφων κατά παράβαση του διατάγματος του Δικαστηρίου. Εάν τους είχε δοθεί οποιαδήποτε τέτοια ένδειξη, είναι η θέση της μάρτυρος Sophie Jane Eyre, θα είχαν εγείρει αμέσως το θέμα με τους δικηγόρους του καθ' ου και θα απαιτούσαν την άμεση παράδοση οποιωνδήποτε εγγράφων τα οποία ακόμα κατέχονται από την άλλη πλευρά. Είναι κατά τον ισχυρισμό της αιτήτριας προφανές από το Τεκμ.7 ότι ο καθ' ου και όσοι ενεργούσαν σύμφωνα με τις οδηγίες του κατακράτησαν αντίγραφα αυτών των εγγράφων κατά περαιτέρω παράβαση του διατάγματος του Δικαστηρίου και έξι μήνες μετά την επιστολή των Charles Russell. Είναι η θέση του καθ' ου σε αυτή την κατηγοριοποίηση της παρακοής, όπως υποστηρίχθηκε και από τη γραπτή κατάθεση του δικηγόρου του Nicolas Hurley, πως όντως ο καθ' ου επέστρεψε όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τη δικαστική διαδικασία. Το δε γεγονός ότι η επιστολή αυτή και τα έγγραφα που επισυνάπτονταν αποθηκεύτηκαν ηλεκτρονικώς στο φάκελο του πελάτη (electronic client folder) και σε έντυπη μορφή (hard copy format) στο φάκελο του πελάτη τους σύμφωνα με τη συνήθη επαγγελματική συμπεριφορά τους σχετικά με τη διατήρηση των αρχείων, δεν συνιστά παράβαση του Δικαστηρίου. Τα έγγραφα και τα αρχεία διατηρούνται άκρως εμπιστευτικά και κρατήθηκαν σύμφωνα με τη συνήθη επιχειρηματική πρακτική τους αλλά και στη βάση της δικής τους ερμηνείας του Κυπριακού διατάγματος, το οποίο εξαιρεί «οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία ή στοιχείο ή έγγραφο .. εκτός αποκλειστικά για σκοπούς της υπεράσπισης του στην παρούσα αγωγή ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». Δικαιωματικώς λοιπόν ο καθ' ου διατήρησε ορισμένα έγγραφα που κρατήθηκαν για σκοπούς της υπεράσπισης του, ώστε να μπορεί να αποδείξει ποια έγγραφα έχει επιστρέψει στους ενάγοντες- αιτητές για σκοπούς υπεράσπισης του ιδίου και να δείξει ότι έχει συμμορφωθεί με τους όρους του διατάγματος. Η πλευρά της αιτήτριας στήριξε την επιχειρηματολογία της ανάμεσα στα άλλα στην Αγγλική υπόθεση Re Barrell Enterprises and others
(1972)3 All E.R. 631, η οποία αφορούσε την καταδίκη της Barrell σε φυλάκιση λόγω παράβασης της ανάληψης υποχρέωσης (undertaking) με την οποία ανέλαβε να παραδώσει όλα τα έγγραφα της εταιρείας της στον εκκαθαριστή. Η Barrell παρέδωσε μόνο μερικά από τα έγγραφα στον εκκαθαριστή και ισχυρίσθηκε ότι η ίδια δεν είχε άλλα έγγραφα στην κατοχή της. Ο εκκαθαριστής καταχώρισε εναντίον της αίτηση παρακοής και εκείνη ισχυρίσθηκε ότι όταν έλαβε το διάταγμα είχε όλα τα έγγραφα (περιλαμβανομένων πολύτιμων αξιόγραφων) και τα είχε και κατά την ημέρα που εισήλθαν εντός του υποστατικού της εταιρείας λειτουργοί του εκκαθαριστή και πήραν μαζί τους όλα τα έγγραφα της εταιρείας. Από την άλλη οι λειτουργοί του εκκαθαριστή δήλωσαν ότι δεν βρήκαν ανάμεσα στα έγγραφα που συνέλεξαν τα πολύτιμα αξιόγραφα. Το Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή της και κατέληξε ότι: «The second of these points was a suggestion that in arriving at his conclusion as to contempt, Pennycuick V-C overlooked an aspect of the onus being on those who assert contempt. The relevant suggestion was that it was necessary that the Official Receiver should satisfy the court that the relevant documents were not on the companies' premises when his officials visited them and removed documents and furnishing on 22nd March, 1971. Pennycuick V-C was satisfied that they were not among the documents removed on that occasion - which the appellant had before him sought to suggest they were, but before Brightman J no longer so suggested. The point she sought to make was that they might have been there on the occasion of that visit and have been overlooked and later abstracted by some person unknown, or have been in items of furniture taken into the store of Mr Thomas and there been mislaid. The various possibilities had been canvassed, but the point now technically put was that when the Official Receiver took possession of the premises on 22nd March the necessarily as a matter of law took possession of all the contents including all the documents therein; that any documents that were then there were thus taken out of the possession and control of the appellant, who could not thereafter wilfully disobey the order to hand over any documents that were there. In those circumstances, the visit of the Receiver to satisfy the court that the missing documents were not there on 22nd March when possession was taken of the premises. We think that this is a false point. The appellant's story was that they were there - moved by her on 21st March, from a fireproof box to a filing cabinet in a different room. It is clear that Pennycuick V-C and this court considered that beyond reasonable doubt this was not so, and that when the officials took possession on 22nd March they did not in any sense take possession of the missing documents.» Δεν διαφωνώ πως υπάρχουν όντως ομοιότητες με τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, όμως υφίσταται μια πολύ σημαντική διαφορά: Στην υπόθεση Βarrell πιο πάνω φαίνεται ότι στα έγγραφα τα οποία ανέλαβε να παραδώσει η Barell στον εκκαθαριστή συμπεριλαμβάνονταν συγκεκριμένα έγγραφα, αξιόγραφα. Επρόκειτο για έγγραφα τα οποία μπορούσαν με σαφήνεια να προσδιοριστούν και να αναζητηθούν στη βάση της φύσης τους και της υλικής τους υπόστασης. Εκεί οι λειτουργοί του εκκαθαριστή ήταν σε θέση να βεβαιώσουν ότι δεν βρήκαν ανάμεσα στα έγγραφα που συνέλεξαν τα συγκεκριμένα αξιόγραφα. Ο ισχυρισμός της Barrell ότι δεν είχε άλλα έγγραφα στην κατοχή της απερρίφθη πρωτόδικα και κατ' έφεση. To Δικαστήριο αποδεχόμενο ότι είχε αποδειχθεί πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι όταν οι λειτουργοί του εκκαθαριστή ανέλαβαν την κατοχή των υποστατικών και των εγγράφων της εταιρείας δεν είχαν πάρει στην κατοχή τους τα έγγραφα που έλειπαν, απέρριψε τις θέσεις της. Εδώ στην περίπτωση μας δεν είναι νοητό να καταλήξει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο καθ' ου κατέχει ακόμα έγγραφα της εταιρείας: δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα έγγραφα - ηλεκτρονικά μηνύματα που αναφέρονται στο διάταγμα δεν είχαν διαγραφεί στο σύνολο τους ή αυτομάτως όπως είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση. Για να υποστηρίξει την πιο πάνω θέση η αιτήτρια επικαλείται τη μαρτυρία του Πολυμενάκου, ο οποίος αναφέρει ότι στην κάρτα μνήμης δεν περιεχόταν κανένα από τα δεκαεννέα ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία περιγράφονται ονομαστικώς στο δικαστικό διάταγμα, περιέχονταν όμως δυο προγράμματα που ήταν επισυνημμένα επί των εγγράφων με στοιχείο ix και i του διατάγματος. Είχαν δηλαδή ανευρεθεί στην κάρτα μνήμης έγγραφα - προγράμματα που ήταν συνημμένα στα ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία υποτίθεται ότι ο καθ' ου διέγραψε. Επομένως, εισηγείται η αιτήτρια, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα ηλεκτρονικά αυτά μηνύματα δεν είχαν διαγραφεί. Για να εισηγηθεί τελικώς ότι τα μηνύματα αυτά ο καθ' ου τα επεξεργαζόταν μεταφέροντας τα σε άλλες ηλεκτρονικές συσκευές και ότι εξακολουθεί να τα κατέχει. Η θέση αυτή δεν βρίσκεται σε πλήρη ευθυγράμμιση με την ένορκη δήλωση του Πολυμενάκου που υποστηρίζει την αίτηση και συγκεκριμένα με τις παραγράφους 19 - 26 της ένορκης δήλωσης, ιδιαιτέρως δε της τελευταίας παραγράφου. Στην § 26 ο Πολυμενάκος ισχυρίζεται ότι τα επισυνημμένα έγγραφα στη μορφή που προωθήθηκαν δεν βρέθηκαν σε ηλεκτρονικές συσκευές τις οποίες ο καθ' ου επέτρεψε να εξετάσουν η Kroll και συνεπώς είναι βέβαιο ότι ο καθ' ου η αίτηση είτε διέγραψε κατά παράβαση του δικαστικού διατάγματος τα ίχνη των εγγράφων χωρίς δυνατότητα επαναφοράς, είτε έχει και άλλες επιπρόσθετες ηλεκτρονικές συσκευές τις οποίες δεν απεκάλυψε. Άρα έχει στην κατοχή του και άλλα έγγραφα και πνευματική ιδιοκτησία της αιτήτριας. Η αδυναμία της πιο πάνω θέσης γίνεται προφανής από την διαζευκτική της τοποθέτηση. Στην γραπτή κατάθεση του Πολυμενάκου που αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του § π, σελίδα 35 σχολιάζοντας τις θέσεις του καθ' ου σε σχέση με τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι ο καθ' ου μπορεί να είχε στείλει τα έγγραφα της ΙKOS σε άλλο πρόσωπο και στη συνέχεια να διέγραψε τυχόν αποσταλθέντα στοιχεία, sent items, πριν από την έρευνα της Kroll, παραδέχεται ότι «τα διαγραφόμενα e-mail διαγράφονται εντελώς από τα g-mail χωρίς δυνατότητα επαναφοράς τους, είτε από τον ίδιο το χρήστη προσωπικά, είτε αυτόματα από το σύστημα μέσα σε τριάντα μέρες μετά που διαγράφονται.» Είναι λοιπόν φανερό από τα πιο πάνω πως το ζήτημα παραμένει ανοικτό: είναι και τα δυο ένα πιθανό ενδεχόμενο. Είναι δυνατό είτε να έχουν αποσταλεί τα έγγραφα σε τρίτο πρόσωπο και στη συνέχεια ηθελημένα ο καθ' ου τα διέγραψε, είτε να μη συμβαίνουν τα πιο πάνω και να διαγράφηκαν εντελώς από τα g-mails αυτομάτως από το σύστημα μέσα σε τριάντα μέρες. Στο τέλος της ημέρας ο συλλογισμός της αιτήτριας δεν οδηγεί σε θετικό συμπέρασμα και πολύ περισσότερο δεν αποδεικνύει πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο καθ' ου προώθησε τα έγγραφα αυτά σε τρίτο πρόσωπο. Σχετική με το ζήτημα είναι η Re Bramblevale Ltd
(1969)3 All E.R. 1062 από όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: "A contempt of court is an offence of criminal character. A man may be sent to prison for it. It must be satisfactorily proved. To use the time-honoured phrase, it must be proved beyond reasonable doubt. It is not proved by showing that, when the man was asked about it, he told lies. There must be some further evidence to incriminate him. Once some evidence is given, then his lies can be thrown into the scale against him. But there must be some other evidence .. On this charge, the court has to see whether there is sufficient evidence that the appellant did have these books in the week of 19th to 26th November
- On his own confession, leaves two possibilities: either that he had them on that date in November 1968, and wrongfully refused to deliver them, or, alternatively, he got rid of them before that time so that he could not deliver them. Those two possibilities are equally likely. It is not possible to say which of them is correct. The court cannot be satisfied beyond reasonable doubt that he still had the books in November
- That would be conjecture rather than inference - surmise rather than proof. Where there are two equally consistent possibilities open to the court, it is not right to hold that the offence is proved beyond reasonable doubt. The appellant´s conduct in telling lies was very reprehensible. But it is not sufficient ground for holding that he committed contempt of court about these two books." Όταν εγείρεται θέμα παρακοής σε θετική διαταγή, τότε όπως αναφέρεται στο πιο κάτω απόσπασμα, από το σύγγραμμα Borrie & Lowe´s Law of Contempt, σελ.401 και υιοθετείται στην Δρόσος Μιχαηλίδης, πιο πάνω: ".. It is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants." (A-G v. Walthamstow UDC
(1985)11 TLR 533)." O καθ' ου μετά τον Νοέμβριο του 2010 έχει ρητώς τοποθετηθεί ότι δεν διατηρεί οποιαδήποτε έγγραφα, αρχεία, προγράμματα ή άλλα δεδομένα - πνευματική ιδιοκτησία της αιτήτριας. Η αιτήτρια είχε τη δυνατότητα, γεγονός παραδεκτό, να ερευνήσει όλα τα συστήματα του υπολογιστή του καθώς και την κάρτα μνήμης που επέστρεψε μαζί με τον προσωπικό λογαριασμό του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου, καθώς και άλλων συσκευών που παρέδωσε ο καθ' ου στην αιτήτρια. Οι θέσεις που πρόβαλε η αιτήτρια μέσω των γραπτών καταθέσεων του Μιχάλη Πολυμενάκου, του Ian Mayes ή της Camila Bevan γύρω από αυτά τα έγγραφα ή εμπιστευτικές πληροφορίες της αιτήτριας παρέμειναν σε επίπεδο εικασίας, πιθανολόγησης και πεποιθήσεων χωρίς να οδηγούν σε θετικό εύρημα και απόδειξη γεγονότων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως απαιτεί η παρούσα διαδικασία. Μέσα στην ίδια παράμετρο εντάσσεται και το ζήτημα των εγγράφων που κρατήθηκαν από τους Άγγλους δικηγόρους του καθ' ου η αίτηση. Ισχυριζόμενη παραβίαση της § 6 του προσωρινού διατάγματος και § 5 του διατάγματος όπως είχε καταστεί απόλυτο εκ συμφώνου. Είναι η θέση και η αντίληψη τόσο των Άγγλων όσο και των Κυπρίων δικηγόρων του καθ' ου, ότι από το γράμμα του διατάγματος τους, παρείχετο η άδεια να διατηρήσουν ως δικηγόροι του καθ' ου αντίγραφα των εγγράφων για σκοπούς υπεράσπισης του: Να είναι σε θέση να αποδείξει ο καθ' ου ποια έγγραφα έχει επιστρέψει στην αιτήτρια για σκοπούς υπεράσπισης του και ότι έχει συμμορφωθεί με τους όρους του διατάγματος. Αναγκαία κίνηση ιδιαιτέρως και εφόσον τα έγγραφα αυτά είναι αμφιλεγόμενα: υπάρχει διάσταση απόψεων κατά πόσο ανήκουν ή απλώς σχετίζονται με την αιτήτρια όπως είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση. Τα έγγραφα κρατήθηκαν από τους Άγγλους δικηγόρους και εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο τους. Πράγματι από ανάγνωση της σχετικής παραγράφου του διατάγματος εξαιρούνται τεκμήρια και/ή αντίγραφα, εμπιστευτικές πληροφορίες ή έγγραφα συμπεριλαμβανομένων της αίτησης, των ενόρκων δηλώσεων και των τεκμηρίων τα οποία μπορούν να αποκαλυφθούν και χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για σκοπούς υπεράσπισης του καθ' ου στην παρούσα αγωγή και μόνο. Στη βάση της ένορκης δήλωσης και των διαβεβαιώσεων του Άγγλου δικηγόρου του καθ' ου Nicolas Hurley, ότι τα έγγραφα διατηρήθηκαν και κρατήθηκαν ως άκρως εμπιστευτικά, για σκοπούς υπεράσπισης του καθ' ου στην παρούσα διαδικασία και ότι ο καθ' ου τα είδε ξανά όταν επισυνάφθηκαν ως τεκμήρια στην ένορκη του δήλωση στα τέλη Μαίου του 2011, βρίσκω ότι αυτά δεν περιήλθαν σε γνώση τρίτων ή χρησιμοποιήθηκαν από τότε που επιστράφηκαν στους Bird & Bird εκτός για σκοπούς υπεράσπισης στην εδώ διαδικασία. Σε τελευταία ανάλυση δεν έχει αποδειχθεί πρόθεση κατακράτησής τους για άλλους σκοπούς ή παραβίασης του Διατάγματος. Η αιτήτρια βρίσκω απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο στο βαθμό που απαιτείται ότι συνεχίζεται η παρακοή των διαταγμάτων ή οποιωνδήποτε από τα διατάγματα, είτε κάτω από το κεφάλαιο της κατακράτησης αντιγράφων, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή των συνηγόρων του καθ' ου ούτε κάτω από το γενικό κεφάλαιο της συνεχιζόμενης παρακοής μέσα στην έννοια της μη παράδοσης ή αποκάλυψης εγγράφων ή αντιγράφων που ανήκουν στην αιτήτρια ή συνεχιζόμενης μη συμμόρφωσης. Λαμβάνοντας όμως υπόψη την προηγούμενη συμπεριφορά του Καθ΄ου, τη φύση των εγγράφων και τους ενδεχόμενους κινδύνους από τη διατήρηση τους σε ηλεκτρονική μορφή, ενδεχόμενη διαρροή ή επέμβαση τρίτων στο ηλεκτρονικό σύστημα του δικηγορικού γραφείου όπου τηρούνται, εκδίδω διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο καθ' ου η αίτηση και/ή οποιοσδήποτε εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του να παραδώσει στους δικηγόρους της αιτήτριας στην Αγγλία και ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ήθελε υποδειχθεί από την αιτήτρια εντός πέντε ημερών από σήμερα, όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του και ή φύλαξη του ιδίου και ή των δικηγόρων του και αποτελούν ιδιοκτησία και ή περιουσία της αιτήτριας. Ο καθ' ου είναι ελεύθερος και έχει δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο ακολουθώντας την κατάλληλη διαδικασία, ώστε να του επιτραπεί να πάρει οποιεσδήποτε πληροφορίες, στοιχεία ή αντίγραφα, των εγγράφων που έχουν κατατεθεί και βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου ως τεκμήρια αποκλειστικά για σκοπούς υπεράσπισης του στην παρούσα αγωγή. O καθ' ου η αίτηση κρίνεται ένοχος ηθελημένης παρακοής των διαταγμάτων του Δικαστηρίου υπό στοιχεία §§ 1Α και 1Β, § 2Α, § 2Β, όπως πιο πάνω με λεπτομέρεια καταγράφονται. (Υπ.) .............. . Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Παρακοή Διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο