← Κύπρος

ΦΡΟΣΩΣ ΜΙΧΑΗΛ ΣΙΑΜΠΤΑΝΗ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ κ.α., Έφεση / Αίτηση Αρ.: 235/04, 6.8.2010

ΦΡΟΣΩΣ ΜΙΧΑΗΛ ΣΙΑΜΠΤΑΝΗ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ κ.α., Έφεση / Αίτηση Αρ.: 235/04, 6.8.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2010:A7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΜΑΡΚΟΥ, Ε.Δ. Έφεση / Αίτηση Αρ.: 235/04 Μεταξύ: ΦΡΟΣΩΣ ΜΙΧΑΗΛ ΣΙΑΜΠΤΑΝΗ, από τη Λεμεσό Εφεσείουσας/Αιτήτριας - και -

  1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ
  2. ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΙΤΙΟΥ, από τη Λάρνακα Καθ΄ ών η Αίτηση/Εφεσιβλήτων ------------------------ Ημερ.: 6.8.2010 Για την Εφεσείουσα/Αιτήτρια: κ. Γ. Θωμά (κα Α. Αριστείδου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Καθ΄ ής η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2: κ. Χ. Πότσης και για κ. Ν. Κ. Κλεάνθους ------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 30.4.2001 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού αίτηση από την ως άνω Εφεσείουσα / Αιτήτρια ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 871 Φύλλο/Σχέδιο 42/28, αρ. εγγραφής 1529 χωριό Κουκά (στο εξής θα αναφέρεται ως το τεμάχιο 871) για επίλυση συνοριακής διαφοράς αναφορικά με το τεμάχιο 871 και του όμορου τεμαχίου με αριθμό 775 Φύλλο/Σχέδιο 47/28, αρ. εγγραφής 1446 χωριό Κουκά (στο εξής θα αναφέρεται ως το τεμάχιο 775). Εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 775 είναι η Ιερά Μητρόπολις Κιτίου (Εφεσίβλητη 2). Με την καταχώρηση στο Κτηματολόγιο της Αίτησης της Εφεσείουσας για διευθέτηση της συνοριακής διαφοράς των τεμαχίων 871 και 775 ανοίχτηκε από το Κτηματολόγιο ο φάκελος ΑΧ645/01, και καθορίστηκε ως η ημέρα της επιτόπιας εξέτασης των επιδίκων τεμαχίων η 17.10.
  3. Παρόντες κατά την επιτόπια εξέταση παρευρίσκονταν η Εφεσείουσα, ο εκπρόσωπος της Εφεσίβλητης 2 κ. Λοΐζος Λοΐζου, ενώ από το Κτηματολόγιο παρόντες ήταν ο κ. Μιχάλης Μιχαήλ, Ανώτερος Χωρομέτρης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού και η κα Δώρα Νικολάου, Κτηματολογικός Γραφέας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Η συνοριακή διαφορά επιλύθηκε από το Κτηματολόγιο υπέρ της Εφεσίβλητης
  4. Στην ειδοποίηση ημερομηνίας 26.4.2004 αναφορικά με την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στην πιο πάνω συνοριακή διαφορά που κοινοποιήθηκε στα εμπλεκόμενα μέρη αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: «..Η έκταση γης που σημειώνεται με ΚΟΚΚΙΝΟ χρώμα στο σχέδιο που είναι κολλημένο στο πίσω μέρος της ειδοποίησης αυτής αποτελεί μέρος του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 775 του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου 47/28 σε κλίμακα 1:5000 και είναι μέρος της εγγραφής 1446 στο όνομα της Ιεράς Μητρόπολης Κιτίου από τη Λάρνακα (Αντίδικοι).....» Η επίδικη Έφεση/Αίτηση Ακολούθησε η καταχώρηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού της επίδικης Έφεσης / Αίτησης εναντίον του Διευθυντή του Κτηματολογίου και της Εφεσίβλητης 2 την 26.5.2004 με την οποία ζητείται μεταξύ άλλων η ακύρωση της εν λόγω απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου (βλ. αιτητικό Α - Ζ): Η επίδικη Έφεση / Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 όπως τροποποιήθηκε και στα άρθρα 5 και 7 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στη νομολογία και στις ενυπάρχουνσες και / ή εγγενείς και / ή συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Έφεση / Αίτηση έχουν ως εξής: «
  5. Η επιτόπια εξέταση της διαφιλονικούμενης έκτασης γης έγινε από τους υπαλλήλους του Κτηματολογίου κατά αυθαίρετο και / ή λανθασμένο και / ή αντικανονικό τρόπο.
  6. Κατά την επιτόπια εξέταση λήφθηκαν λανθασμένα κριτήρια για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς.
  7. Κατά την επιτόπια εξέταση ακολουθήθηκε λανθασμένη μέθοδος μέτρησης.
  8. Κατά την επιτόπια εξέταση χρησιμοποιήθηκαν ανεπαρκή και / ή ανακριβή όργανα μέτρησης όπως μόνο υφασμάτινη κορδέλα και όχι αποστασιόμετρα ακτινών.
  9. Κατά την εξέταση της υπόθεσης ΑΧ645/01 ο διευθυντής χρησιμοποίησε και / ή βασίστηκε σε λανθασμένα και / ή ανακριβή χωρομετρικά σχέδια.
  10. Κατά την εξέταση της υπόθεσης ΑΧ645/01 ο διευθυντής χρησιμοποίησε και / ή βασίστηκε σε παραπλανητικά γεγονότα και / ή ενήργησε κάτω από νομική πλάνη.
  11. Κατά την εξέταση της υπόθεσης ο διευθυντής αγνόησε τα φυσικά σύνορα του κτήματος και / ή την επιτόπια κατάσταση και / ή απέτυχε να τα λάβει υπ΄ όψιν.
  12. Η απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου δεν έχει αιτιολογηθεί δεόντως και / ή στερείται επαρκούς αιτιολογίας.» Η επίδικη Έφεση/Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Εφεσείουσας/Αιτήτριας η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι αγόρασε το κτήμα της (το τεμάχιο 871) κατά το
  13. Μέχρι την ημερομηνία λήψεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Διευθυντή του Κτηματολογίου ουδέποτε είχε οιονδήποτε πρόβλημα και/ή απαίτηση με τους εφεσίβλητους και η διαφιλονικούμενη έκταση γης άνηκε στο τεμάχιο της. Σύμφωνα με την Εφεσείουσα η απόφαση του Κτηματολογίου είναι λανθασμένη. Με την επίδικη Έφεση/Αίτηση επισυνάπτεται η ειδοποίηση ημερομηνίας 26.4.2004, αναφορικά με την απόφαση του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Η αιτιολογημένη απόφαση Ακολούθως την 7/6/2004 αποστάληκε η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου η οποία φέρει τίτλο «αιτιολογημένη απόφαση..» και η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου (Κανονισμός 6

(2)του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχής Εγγραφής και Εκτίμησης) Κανονισμών του 1956 (Τεκμήριο 5). Προς τούτο δηλώθηκε σχετικό παραδεκτό γεγονός. Ακολούθως την 5.11.2004 η Έφεση/Αίτηση εναντίον του Διευθυντή του Κτηματολογίου αποσύρθηκε. Η ένσταση Την 19.1.2005 καταχωρήθηκε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης από την Εφεσίβλητη αρ. 2 η οποία στηρίζεται στα άρθρα 50, 61 και 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 όπως τροποποιήθηκε και στα άρθρα 5 και 10 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στη νομολογία και στις ενυπάρχουσες και / ή εγγενείς και / ή συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  1. Η απόφαση του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι καθόλα ορθή και νόμιμη και ήτο αποτέλεσμα ενδελεχούς μελέτης και πιστής εφαρμογής των προνοιών του σχετικού Νόμου.
  2. Οι λόγοι που επικαλείται η αιτήτρια - εφεσείουσα προς υποστήριξη της αίτησης - έφεσης της για παραμερισμό και ή ακύρωση της απόφασης του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ουδόλως την βοηθούν ή και είναι παντελώς αβάσιμοι και αστήρικτοι.
  3. Η χωρομετρική εργασία που διεξήχθη προς επίλυση της συνοριακής διαφοράς ήτο καθόλα νόμιμη, ορθή και πρέπουσα.» Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. Λοΐζου Λοΐζου, γραμματέα - διευθυντή της Εφεσίβλητης
  4. Απαντά στις θέσεις της Εφεσείουσας και επαναλαμβάνει στην ουσία τους λόγους ένστασης. Καταχώρηση επιπρόσθετων γραπτών ενόρκων δηλώσεων από την πλευρά της Εφεσείουσας Την 30.11.2007, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε από την Εφεσείουσα συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στις πρώτες δύο παραγράφους αναφέρεται σε δύο άλλα γειτονικά κτήματα (τεμάχια 689 και 870), συνορεύοντα με το δικό της κτήμα: Ακολούθως αναφέρεται στην επίδικη συνοριακή διαφορά του κτήματος της (τεμάχιο 871) με το τεμάχιο 775: Εκ μέρους της Εφεσείουσας ακολούθησε και η καταχώρηση της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 7.4.2008 του κ. Χριστόδουλου Μάρκου, ιδιώτη τοπογράφου /χωρομέτρη όπου αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: Γνωρίζει καλά το κτήμα της Εφεσείουσας (Τεμάχιο 871) ακόμη πριν από την επίδικη διαφορά καθότι το 1993 είχε κληθεί από την Εφεσείουσα και τον ιδιοκτήτη άλλου συνορεύοντος με το κτήμα της ακίνητο (τεμάχιο 870) να διεξάγει την αναγκαία τοπογραφική εργασία, και να ετοιμάσει σχέδιο για την παραχώρηση διόδου από το τεμάχιο της Εφεσείουσας στο τεμάχιο 870 και την ταυτόχρονη παραχώρηση μέρους του τεμαχίου 870 ίσου εμβαδού στο τεμάχιο της Εφεσείουσας. Έτσι είχε επισκεφθεί την περιοχή των δυο κτημάτων, όπου οι δύο ιδιοκτήτες των τεμαχίων 871 και 870 του υπέδειξαν ότι το σύνορο μεταξύ του κτήματος 871 (της Εφεσείουσας) και του κτήματος 689, στο ανατολικό σύνορο του οποίου θα εφαπτόταν η παραχωρούμενη τότε δίοδος προς το κτήμα 870, καθοριζόταν από μια παλιά δόμη ύψους πέραν των δυο μέτρων, η οποία κτίστηκε πριν το 1900 και χώριζε τα δυο τεμάχια (871 και 689) πριν από τη γενική χωρομετρία. Για σκοπούς καθορισμού της διόδου αφ΄ ενός και καθορισμού του μέρους του τεμαχίου 870 που θα ενσωματωνόταν στο τεμάχιο 871 (της Εφεσείουσας) είχε κάμει ο ίδιος μεταξύ άλλων εργασιών και εξωτερική οριοθέτηση του τεμαχίου της Εφεσείουσας και τοποθέτησε ορόσημα επί του εδάφους. Η εξωτερική οριοθέτηση που έγινε τότε με μεγάλη προσοχή κατέδειξε: (α) ότι πραγματικά το σύνορο μεταξύ των τεμαχίων 871 και 689 ήταν η παλιά δόμη που υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει στο σύνορο των δυο εν λόγω κτημάτων και (β) ότι το σύνορο μεταξύ των επίδικων στην παρούσα διαδικασία κτημάτων (δηλαδή των τεμαχίων 871 και 775) βρισκόταν στο σημείο, στο οποίο το διεκδικεί η Εφεσείουσα και το αμφισβητούμενο μέρος δια το οποίο αργότερα έγινε και εξετάστηκε η επίδικη αίτηση συνοριακής διαφοράς ΑΧ645/01 ανήκε στην Εφεσείουσα. Αφού τοποθέτησε τα αναγκαία ορόσημα τότε ετοίμασε σχέδιο, το οποίο κατέθεσε στο Κτηματολόγιο και η όλη εργασία του ελέγχθηκε από λειτουργό του Κτηματολογίου, κρίθηκε απόλυτα ορθή και στη βάση της παραχωρήθηκε δίοδος στο τεμάχιο 870, έγινε η αναγκαία ανταλλαγή γης, η διαφοροποίηση των τεμαχίων και εκδόθηκε τροποποιημένο χωρομετρικό σχέδιο της περιοχής στο οποίο αποτυπώθηκαν επίσημα οι διαφοροποιήσεις στην περιοχή των κτημάτων. Επισυνάπτει (α) Αντίγραφο επίσημου χωρομετρικού σχεδίου της περιοχής που εκδόθηκε την 2.11.1993, (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του), (β) αντίγραφο επίσημου χωρομετρικού σχεδίου της περιοχής που εκδόθηκε την 6.9.2006, (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του) και στο οποίο φαίνεται η αλλαγή στο σχήμα των δυο τεμαχίων (871 και 870) και η παραχωρηθείσα δίοδος και (γ) σχέδιο που ετοίμασε τότε δια την διεκπεραίωση της συγκεκριμένης εργασίας, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του. Ακολούθως αναφέρεται στην επίδικη συνοριακή διαφορά. Μετά την εφεσιβαλλόμενη γνωστοποίηση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου για την επίδικη συνοριακή διαφορά, κλήθηκε και πάλι από την Εφεσείουσα και αφού διεξήγαγε με μεγάλη προσοχή την αναγκαία χωρομετρική εργασία διαπίστωσε ότι η απόφαση του Διευθυντή που εφεσιβάλλεται με την παρούσα διαδικασία είναι πρόδηλα λανθασμένη. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα σε περίπτωση που η επίδικη απόφαση γίνει τελεσίδικη θα υπάρξουν στην περιοχή αλυσιδωτές ανακατατάξεις στα σύνορα των κτημάτων, γεγονός που θα δημιουργήσει μεγάλες προστριβές μεταξύ των ιδιοκτητών. Επισυνάπτει σχέδιο που ετοίμασε (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του) το οποίο δείχνει, όπως αναφέρει, με κάθε ακρίβεια τις διάφορους παραμέτρους της υπόθεσης, την επιτόπου κατάσταση, την οριοθέτηση του Κτηματολογίου, τα σύνορα με βάση το εν χρήσει σχέδιο καθώς επίσης και την συνεπακόλουθη θέση των υπόλοιπων συνόρων του τεμαχίου 871 (πλην του συνόρου που αποφάσισε το Κτηματολόγιο) σε περίπτωση που θα ισχύσει και εφαρμοστεί επί τόπου η εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Καταχώρηση επιπρόσθετης ένορκης δήλωσης από την πλευρά της Εφεσίβλητης 2 Την 25.6.2008 κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε εκ μέρους της Εφεσίβλητης ένορκη δήλωση από τον Μιχαήλ Μιχαήλ, Ανώτερο Χωρομέτρη στο Τμήμα Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του μεταξύ άλλων τα εξής: Με την καταχώρηση της Αίτησης της Εφεσείουσας /Αιτήτριας στο Κτηματολόγιο για διευθέτηση της συνοριακής διαφοράς μεταξύ των τεμαχίων 871 και 775 ανοίχτηκε ο φάκελος ΑΧ645/
  5. Αφού ανοίχτηκε ο φάκελος ΑΧ645/01 ανατέθηκε στην κα Δώρα Νικολάου (Κτηματολόγο) και στον ίδιο ως χωρομέτρη η εξέταση της προαναφερόμενης υπόθεσης συνοριακής διαφοράς μεταξύ των τεμαχίων 871 και
  6. Η 17.10.2002 καθορίστηκε ως η ημέρα της επιτόπιας εξέτασης των επιδίκων τεμαχίων 871 και 775 και την ημέρα αυτή πήγε με την κα Δώρα Νικολάου στο χώρο που βρίσκονται τα τεμάχια αυτά. Τόσο η Εφεσείουσα όσο και οι αντιπρόσωποι της Εφεσίβλητης 2 του υπέδειξαν επί τόπου λωρίδα γης η οποία διεκδικείτο και από τις δυο πλευρές. Έτσι έπρεπε να υποδειχθεί το πραγματικό σύνορο των τεμαχίων αυτών σύμφωνα με το εν χρήσει χωρομετρικό σχέδιο και/ή τα μητρώα του Κτηματολογίου και/ή τα διάφορα στοιχεία και πληροφορίες που περιέχονταν σε σχετικούς φακέλους του Κτηματολογίου. Ενόψει των πιο πάνω διενήργησε χωρομετρική εργασία σύμφωνα με τις ακολουθούμενες πρακτικές και τεχνικές του Γραφείου του και με τη χρήση του πλέον σύγχρονου χωρομετρικού εξοπλισμού και βοηθημάτων, όπως το υπερσύγχρονο βοήθημα GPS (Global Position System). Πιο κάτω στις παραγράφους 9 και 10 αναφέρει τα εξής: Με το φάκελο Β474/95 του Κτηματολογίου είχε γίνει σε προγενέστερο χρόνο εξωτερική οριοθέτηση του τεμαχίου της Εφεσίβλητης 2
(775)μετά από σχετική χωρομετρική εργασία του Γραφείου του. Η χωρομετρική αυτή εργασία καταχωρήθηκε στο Χωρομετρικό Βιβλίο (Field Book) υπ΄ αριθμό Μ1408 (σελίδες 8 και 9). Η εργασία αυτή είχε ελεγχθεί και επιβεβαιωθεί ως ορθή τόσο από το Τμήμα Χωρομετρίας, όσο και από τον Κλάδο Χαρτογραφίας του Κτηματολογίου και έκτοτε θα έπρεπε να εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε άλλη χωρομετρική εργασία συνυφασμένη με το Τεμάχιο
  1. Βασικός οδηγός του στη χωρομετρική εργασία που διεξήγαγε για την επίδικη συνοριακή διαφορά για τον καθορισμό δηλαδή του συνόρου των τεμαχίων 871 και 775 ήταν η ρηθείσα χωρομετρική εργασία που έγινε στην πιο πάνω υπόθεση Β474/
  2. Έτσι αφού έλαβε υπόψη και τα επιτόπου σταθερά και/ή φυσικά σημεία καθόρισε το σύνορο των τεμαχίων 871 και
  3. Τη χωρομετρική αυτή εργασία του την κατέγραψε στο Χωρομετρικό Βιβλίο Μ1408 (σελίδες 44 και 45). Η εργασία του αυτή επίσης ελέγχθηκε και επιβεβαιώθηκε τόσο από το Τμήμα του (δηλαδή το Τμήμα Χωρομετρίας) όσο και από τον Κλάδο Χαρτογραφίας του Κτηματολογίου ως απόλυτα ορθή και συνάδουσα με τα εν χρήσει σχέδια (παρ. 11). Επίσης χωρομέτρησε το τεμάχιο 871 (το τεμάχιο της Εφεσείουσας) και οι μετρήσεις αυτές επιβεβαίωσαν επί τόπου τη χωρομετρική του εργασία που έγινε, όπως αναφέρει πιο πάνω, με οδηγό την υπόθεση Β474/95 και το Χωρομετρικό Βιβλίο Μ1408 (σελίδες 8 και 9). Δηλαδή όλη η χωρομετρική του εργασία συμφωνούσε με τη μορφολογία, τα σταθερά σημεία και γενικά την επί τόπου εικόνα των τεμαχίων 871 και 775 (παρ. 12). Πιο κάτω στις παραγράφους 13 και 14 προσθέτει: Η Εφεσίβλητη 2 έχει εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια Αρχή για το διαχωρισμό του τεμαχίου 775 σε οικόπεδα και έχει ζητήσει με σχετική αίτηση της την έκδοση υπό του Κτηματολογίου ξεχωριστών τίτλων για το κάθε ένα από τα δημιουργηθέντα οικόπεδα. Με την αίτηση αυτή έχει ανοιχθεί σχετικός φάκελος από το Κτηματολόγιο. Στα πλαίσια της εξέτασης της προαναφερόμενης αίτησης της Εφεσίβλητης 2 για το διαχωρισμό του τεμαχίου 775 σε οικόπεδα έχει διεξαχθεί και πάλι χωρομετρική εργασία στο τεμάχιο 775 από άλλο χωρομέτρη του Τμήματος του. Οι μετρήσεις που προέκυψαν από τον πιο πάνω χωρομέτρη έτυχαν ηλεκτρονικής επεξεργασίας σε ηλεκτρονικό υπολογιστή με σχετικό πρόγραμμα και το αποτέλεσμα κα/ή το σχέδιο που προέκυψε από την επεξεργασία αυτή επιβεβαίωσε ως ορθή τη χωρομετρική του εργασία που αναφέρεται στις προηγούμενες παραγράφους της παρούσας ένορκης δήλωσης του. Δηλαδή επιβεβαιώθηκε ότι ήταν ορθή η επί τόπου υπόδειξη του κ. Μιχαήλ ως προς το πού βρίσκεται ακριβώς επί του εδάφους το κοινό σύνορο των τεμαχίων 871 και
  4. Ακροαματική διαδικασία (βλ. Καν. 10
(3)του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2006) Κατά την ακρόαση η Εφεσείουσα επέμενε στο περιεχόμενο της Αίτησης και των ενόρκων δηλώσεων της και ότι η συνοριακή διαφορά προκύπτει μόνο με το τεμάχιο 775 της Εφεσίβλητης 2 και όχι με άλλο γειτονικό τεμάχιο. Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στις επισκέψεις του Κτηματολογίου στο τεμάχιο της. Υπήρξε σύντομη επανεξέταση. Κατά την ακρόαση ο Χ. Μάρκου, ο Ιδιώτης Χωρομέτρης, μάρτυρας για την Εφεσείουσα, επέμενε στις θέσεις του όπως τις διατύπωσε στην ένορκη δήλωση του. Είπε ότι στη μελέτη του έλαβε υπόψη τη δόμη η οποία βρίσκεται στην απέναντι πλευρά από το διαφιλονικούμενο μέρος και καθορίζει ποια είναι η έκταση του κτήματος της Εφεσείουσας δηλαδή τη δόμη η οποία υπάρχει μεταξύ του τεμαχίου 689 και του τεμαχίου της Εφεσείουσας. Έλαβε επίσης υπόψη και άλλα αδιαφιλονίκητα σημεία. Πρόσθεσε ότι για την επίλυση της επίδικης συνοριακής διαφοράς χρησιμοποίησε αερογραφία και εξήγησε τι ακριβώς είναι η αερογραφία. Διευκρίνισε ότι το σημείο της διαφιλονικούμενης διαφοράς για την οποία το Κτηματολόγιο εξέδωσε την απόφαση του το υπέδειξαν οι ιδιοκτήτες και ότι ο ίδιος δεν είδε ούτε την απόφαση ούτε το σχέδιο της απόφασης του Κτηματολογίου. Ήταν η θέση του ότι η απόφαση του Κτηματολογίου δεν συσχετίζεται με το εν χρήσει σχέδιο. Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και επεξήγησε το σχεδιάγραμμα που είχε ετοιμάσει (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του) για σκοπούς αναπροσαρμογής συνόρων του τεμαχίου της Εφεσείουσας
(871)και του τεμαχίου
  1. Υπήρξε σύντομη επανεξέταση. Κατά την ακρόαση ο κ. Λοΐζος Λοΐζου, Γραμματέας-Διευθυντής της Εφεσίβλητης 2 επέμενε στην ορθότητα της ένορκης δήλωσης του και ανάφερε μεταξύ άλλων ότι ο διαχωρισμός των οικοπέδων στο κτήμα της Εφεσίβλητης 2 άρχισε περίπου από το
  2. Συμφώνησε επίσης ότι από το σημείο όπου η Εφεσείουσα διεκδικεί ότι είναι η αρχή του κτήματος της υπήρχε όχτος/δόμη. Ανέφερε επίσης ότι το 1995 έγινε εξωτερική οριοθέτηση του κτήματος της Εφεσίβλητης
  3. Πρόσθεσε ότι ο τότε χωρομέτρης πρέπει να είχε αντιληφθεί ότι η Εφεσείουσα καλλιέργησε ένα μέρος του κτήματος τους και έκανε δόμη μέσα και επενέβαινε, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι έπρεπε να στραφούν νομικά εναντίον της γιατί το κτήμα τους ήταν δεδομένο και ήταν θέμα του Κτηματολογίου. Πολλές φορές για ηθικούς σκοπούς δεν δημιουργούν πρόβλημα. Απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις γύρω από το θέμα αυτό. Αναφέρθηκε στα σχέδια που υπέβαλε η Μητρόπολη για να εξασφαλίσει το διαχωρισμό των οικοπέδων. Επέμενε ότι την 17/10/2002 σε επιτόπια εξέταση η Εφεσείουσα συμφώνησε με τις υποδείξεις του Κτηματολογίου αλλά δεν γνωρίζει γιατί η ίδια δεν είχε υπογράψει σχετική συγκατάθεση. Υπήρξε επανεξέταση. Ο κ. Μιχάλης Μιχαήλ, Ανώτερος Χωρομέτρης στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, μάρτυρας για την Εφεσίβλητη 2, κατά την ακρόαση επέμενε στην ένορκη δήλωση του και στην ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Ανάφερε ότι επιπρόσθετα από το φάκελο 474/95 στον οποίο βασίστηκε και τον οποίο αναφέρει στη γραπτή ένορκο δήλωση του, λόγω του ότι η αίτηση αφορούσε συνοριακή διαφορά, προχώρησε και έδωσε χωρομετρία στο κτήμα της Εφεσείουσας. Ήταν η θέση του ότι βασίστηκε και σε άλλους φακέλους (φάκελος αρ. Α1859/93 και Α1054/92). Κατά την αντεξέταση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1Α αντίγραφο σχετικής έκθεσης αναφορικά με την επίδικη συνοριακή διαφορά (αρ. Φακέλου ΑΧ645/01). Ήταν η θέση του ότι ελέχθησαν οι αποστάσεις όλων των φακέλων. Αναφορικά με το φάκελο 1859/93 που αφορά την προαναφερθείσα ανταλλαγή γης μεταξύ του τεμαχίου της Εφεσείουσας
(871)και του τεμαχίου 870, κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του ως Τεκμήριο 2Α σχεδιάγραμμα του Κτηματολογίου και ως Τεκμήριο 3Α αντίγραφο του σχεδιαγράμματος του Ιδιώτη Χωρομέτρη δηλαδή του κ. Μάρκου. Ο μάρτυρας σχολίασε ότι πρόκειται για αναπροσαρμογή συνόρων. Για να γίνει αναπροσαρμογή συνόρων έπρεπε να προηγηθεί εξωτερική οριοθέτηση κάτι που σύμφωνα με την αρχική θέση του μάρτυρα δεν έγινε από τον κ. Μάρκου. Ακολούθησαν διάφορες ερωτήσεις και απαντήσεις σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό. Ο μάρτυρας επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι μερικές από τις αποστάσεις που καταγράφει στο Τεκμήριο 3Α ο Ιδιώτης Χωρομέτρης είναι λανθασμένες, παραδέχθηκε όμως ότι δεν φαίνεται οτιδήποτε στο φάκελο που να δεικνύει ότι ο Κτηματολόγος κατέληξε σε συμπέρασμα ότι οι μετρήσεις του Ιδιώτη Χωρομέτρη ήταν λανθασμένες. Συμφώνησε ότι με βάση τη χωρομετρική εργασία του ιδιώτη χωρομέτρη κ. Μάρκου αφαιρέθηκε από το κτήμα της Εφεσείουσας το κομμάτι που έδωσε για να περνά από το δημόσιο δρόμο ο ιδιοκτήτης του συνορεύοντος κτήματος (του τεμαχίου 870) και από το συνορεύον κτήμα (τεμάχιο 870) αφαιρέθηκε μια λωρίδα γης η οποία προστέθηκε στο κτήμα της Εφεσείουσας. Σε επακόλουθη ερώτηση κατά πόσο το Κτηματολόγιο για να αλλάξει το χωρομετρικό πρέπει να έλεγξε με σχολαστικότητα την εργασία του ιδιώτη και του κτηματολόγου, απάντησε «έλεγξε ό,τι του δόθηκε.» Αναφέρθηκε επίσης στο περιεχόμενου του φακέλου Α1054/
  1. Επιπρόσθετα έγιναν διάφορες ερωτήσεις και απαντήσεις αναφορικά με την επίσκεψη του τον Οκτώβρη του 2002 στην περιοχή για να εξετάσει τη συνοριακή διαφορά, ως προς τα ορόσημα που τοποθέτησε και ως προς την έκταση της συνοριακής διαφοράς. Κατέθεσε χωρίς ένσταση σχετικό σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 4Α το οποίο ετοίμασε. Ακολούθησαν ερωτήσεις και απαντήσεις ως προς τον τρόπο που εργάστηκε για την επίλυση της συνοριακής αυτής διαφοράς και ως προς το τι έλαβε υπόψη (π.χ. ποια σταθερά σημεία) πριν καταλήξει στα συμπεράσματα του. Μεταξύ άλλων τέθηκε ζήτημα ως προς το κατά πόσο θεώρησε ως δεδομένη την ορθότητα του φακέλου Β474/95 ή κατά πόσο έλεγξε την ορθότητα του. Δεν συμφώνησε με υποβολή ότι σε περίπτωση που εφαρμοστεί η απόφαση του Κτηματολογίου τότε ολόκληρο το κτήμα της Εφεσείουσας μετακινείται με αποτέλεσμα την επέμβαση του κτήματος της Εφεσείουσας σε άλλα τεμάχια. Απάντησε σε ερωτήσεις ως προς το κατά πόσο η Εφεσείουσα δέχθηκε τις υποδείξεις του. Κατά την επίσκεψη του τον Οκτώβριο του 2002 ο ίδιος είχε αντιληφθεί ότι η Εφεσείουσα είχε δεχθεί τις υποδείξεις του και παρέπεμψε στις σημειώσεις του. Υπήρξε επανεξέταση. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις. Κύρια γεγονότα Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες και τον τρόπο και ύφος με το οποίο απαντούσαν. Η Εφεσείουσα η οποία δεν είχε τεχνικές γνώσεις δεν μπορούσε εν πάση περιπτώσει να διαφωτίσει το Δικαστήριο στα ουσιώδη ερωτήματα. Έπεισε όμως ότι η ίδια δεν αποδέχθηκε τις υποδείξεις του Κτηματολογίου αναφορικά με την επίδικη συνοριακή διαφορά κατά την επίσκεψη των λειτουργών του Κτηματολογίου τον Οκτώβριο του 2002 στο κτήμα της. Αναφορικά με τον ιδιώτη Χωρομέτρη κ. Μάρκου: Στο σύνολο χαρακτηρίζεται μεν ως μάρτυρας που ήθελε να αναφέρει την αλήθεια, όμως δεν πέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία, εάν είχε το Δικαστήριο, θα μπορούσαν να αποτελούσαν εργαλείο για έλεγχο της ορθότητας των ισχυρισμών του. Ο κ. Λοΐζος Λοΐζου διευθυντής της Εφεσίβλητης 2 δεν είχε τις τεχνικές γνώσεις για το θέμα της συνοριακής διαφοράς. Πάντως δεν έπεισε ότι η Εφεσείουσα συμφώνησε κατά την επιτόπια εξέταση του Οκτωβρίου του 2002 με τις υποδείξεις του Κτηματολογίου. Αναφορικά με το χωρομέτρη του Κτηματολογίου κ. Μιχάλη Μιχαήλ μάρτυρα για την Εφεσίβλητη 2: Δεν ήταν απόλυτα σταθερός σε όλες τις θέσεις του. Για παράδειγμα ενώ κατά την αντεξέταση αρχικά υποστήριξε ότι ο ιδιώτης χωρομέτρης κ. Μάρκου δεν είχε προβεί σε εξωτερική οριοθέτηση του τεμαχίου της Εφεσείουσας κατά την εργασία του κ. Μάρκου για την ανταλλαγή γης μεταξύ του τεμαχίου της Εφεσείουσας και του τεμαχίου 870, εν τούτοις κατόπιν περαιτέρω ερωτήσεων κατά την αντεξέταση διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι κατά την πεποίθηση του ο κ. Μάρκου είχε τελικά προβεί σε εξωτερική οριοθέτηση αλλά δεν την είχε αποτυπώσει στο σχετικό σχεδιάγραμμα. Αναφορικά με το φάκελο Β474/95 τον οποίο ο κ. Μιχαήλ είχε ως βασικό οδηγό του κατά την εξέταση της επίδικης συνοριακής διαφοράς: Παρά το ότι σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση υποστήριξε ότι έλεγξε ο ίδιος την ορθότητα του εν λόγω φακέλου, εντούτοις το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό δεν υποστηρίζει τη θέση αυτή. Αν είχε ελέγξει ο ίδιος την ορθότητα του φακέλου 474/95 στα πλαίσια της εξέτασης της επίδικης συνοριακής διαφοράς θα αναμενόταν να το ανέφερνε στην ένορκη δήλωση του. Εκεί όμως αναφέρει ότι ο εν λόγω φάκελος ελέγχθηκε από το Τμήμα Χωρομετρίας και Χαρτογραφίας, διευκρινίζοντας κατά την αντεξέταση ότι ο έλεγχος τον οποίο αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του (παρ. 9) δεν είχε γίνει από τον ίδιο. Μάλιστα σε κάποιο στάδιο κατά την αντεξέταση του αναφερόμενος στο φάκελο 474/95 παραδέχθηκε ότι είχε στηριχθεί σε εργασία που είχε διεκπεραιωθεί από άλλους. «Ε. Λέτε στην ένορκη δήλωση σας, παράγραφο 9 συμφωνείτε ότι δεν είσαστε εσείς που καταχωρήσατε αυτή την δουλειά στο Field Book; Α. Βέβαια. Ε. Δεν είσαστε εσείς, ούτε την ελέγξατε εσείς; Α. Όχι, δεν είχα καμία σχέση. Ε. Είχατε στηριχθεί στη δουλειά που είχαν ελέγξει κάποιοι άλλοι; Α. Ναι.» Αργότερα όμως ισχυρίστηκε ότι έλεγξε την ορθότητα του φακέλου Β474/
  2. Επιπρόσθετα τόσο στην ένορκη δήλωση του όσο και κατά την αντεξέταση τονίζει ότι ήταν δεσμευμένος να εφαρμόζει τη χωρομετρική εργασία του Β474/95: «....και έκτοτε θα έπρεπε να εφαρμόζεται και ή να ακολουθείται σε οποιαδήποτε άλλο χωρομετρική εργασία συνυφασμένη με το τεμάχιο 775.» (Βλ. παράγραφος 9 της ένορκη δήλωση του κ. Μιχαήλ.) Και από την αντεξέταση του κ. Μιχάηλ: «Διότι είχα δέσμευση με αυτό το πράγμα, προηγήθηκε εξωτερική οριοθέτηση η οποία ελέγχθηκε όπως είπα, βρέθηκε απόλυτα ορθή και έπρεπε εγώ να εφαρμόσω αυτή τη χωρομετρία.» Αφού λοιπόν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κ. Μιχαήλ ήταν δεσμευμένος να εφαρμόσει τη χωρομετρική εργασία του Β474/95, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο υπήρχε εν πάση περιπτώσει περιθώριο ελέγχου του εν λόγω φακέλου από τον κ. Μιχαήλ και κατά πόσο η αναφορά του κατά την αντεξέταση ότι έλεγξε την ορθότητα του φακέλου εκείνου ευσταθεί. Επιπρόσθετα δεν τεκμηρίωσε τη θέση του ότι κατά την επίσκεψη του στα σχετικά κτήματα τον Οκτώβριο του 2002 η Εφεσείουσα αποδέχθηκε τις υποδείξεις του Κτηματολογίου. Πέραν από κάποια τυπικά γεγονότα που παρατίθενται στην αρχή της παρούσας απόφασης (π.χ. ποιοι οι ιδιοκτήτες των τεμαχίων 775 και 871) τα ακόλουθα αποτελούν πραγματικά γεγονότα: Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η Εφεσείουσα αγόρασε το κτήμα της (το τεμάχιο 871) κατά το 1992 το οποίο χρησιμοποιεί ως περιβόλι και υπάρχει σε αυτό μια κτισμένη γεωργική αποθήκη και μια διάτρηση με δεξαμενή. Το κτήμα της Εφεσείουσας συνορεύει (όπως κάποιος μελετά το σχέδιο που είναι κολλημένο στην ειδοποίηση ημερ. 26.4.2004) στη βόρια πλευρά του με το κτήμα της Εφεσίβλητης 2 (το τεμάχιο 775), στη νοτιοδυτική πλευρά του με το τεμάχιο 689 και στη βορειοδυτική πλευρά του με το τεμάχιο
  3. Έχω πειστεί και στην ουσία δεν έχει αμφισβητηθεί ότι σε κάποιο σημείο στη νοτιοδυτική πλευρά του κτήματος της Εφεσείουσας στην πλευρά δηλαδή που συνορεύει με το 689 υπάρχει μια παλαιά δόμη. Πρόκειται για δόμη που βρίσκεται στην άλλη πλευρά, απέναντι από το διαφιλονικούμενο σύνορο. Αποτελεί επίσης πραγματικό γεγονός ότι, προγενέστερα της επίδικης απόφασης του Διευθυντή, είχε δοθεί λωρίδα γης από το τεμάχιο της Εφεσείουσας δηλαδή από το τεμάχιο 871 στο γειτονικό τεμάχιο 870, και άλλο μέρος του τεμαχίου 870 δόθηκε ταυτόχρονα στο τεμάχιο
  4. Γι΄ αυτή την εργασία εργάστηκε ο Ιδιώτης Χωρομέτρης κ. Μάρκου ο οποίος είχε επισκεφθεί την περιοχή των δυο κτημάτων (871, 870) αφού τον είχε καλέσει η Εφεσείουσα το 1993, οπότε ο κ. Μάρκου ετοίμασε σχετικό σχέδιο το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του ως Τεκμήριο
  5. Στη βάση της εργασίας αυτής έγινε η πιο πάνω ανταλλαγή και διαφοροποίηση των τεμαχίων 870 και 871 και εκδόθηκε τροποποιημένο χωρομετρικό σχέδιο από το Κτηματολόγιο την 6.9.2006 (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του κ. Μάρκου) στο οποίο φαίνεται η αλλαγή στο σχήμα του τεμαχίου της Εφεσείουσας και του τεμαχίου 870 και η δίοδος που παραχωρήθηκε στο τεμάχιο
  6. Ο φάκελος Α1859/93 αφορά ακριβώς αυτή την ανταλλαγή γης μεταξύ των τεμαχίων 870 και
  7. Όπως προκύπτει και από τη μαρτυρία του κ. Λοίζου Λοίζου, Διευθυντή της Εφεσίβλητης 2, περί το 1990 άρχισε η διαδικασία για διαχωρισμό σε οικόπεδα του κτήματος της Εφεσίβλητης 2 (τεμάχιο 775). Μάλιστα σε κάποιο στάδιο τα σχέδια που είχε υποβάλει η Μητρόπολη για να εξασφαλίσει το διαχωρισμό των οικοπέδων είχαν τροποποιηθεί. Επίσης η αρχική θέση του δρόμου που είχε κατασκευαστεί για να εξυπηρετήσει τα οικόπεδα είχε αλλάξει λόγω των ενστάσεων της κοινότητας ενόψει συγκεκριμένου δέντρου το οποίο βρισκόταν στην πορεία του δρόμου όπως είχε αρχικά κατασκευαστεί. Την επίδικη συνοριακή διαφορά εξέτασαν εκ μέρους του Κτηματολογίου η κα Δώρα Νικολάου Κτηματολογική Γραφέας και ο κ. Μιχάλης Μιχαήλ χωρομέτρης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού (μάρτυρας για την Εφεσίβλητη 2). Ο κ. Μιχαήλ διενήργησε χωρομετρική εργασία και ετοίμασε σχέδιο Τεκμήριο 4Α. Μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης του Διευθυντή η Εφεσείουσα διόρισε για να εξετάσει τη συνοριακή διαφορά εκ μέρους της τον Ιδιώτη Χωρομέτρη (κ. Μάρκου) μάρτυρα για την Εφεσείουσα. Προκύπτει από την αντεξέταση του κ. Μιχαήλ, Χωρομέτρη του Κτηματολογίου και μάρτυρα της Εφεσίβλητης 2, ότι κατά την επίσκεψη του στα επίδικα κτήματα τον Οκτώβριο του 2002 έβαλε ορόσημα καθόλο το μήκος του κοινού συνόρου των επίδικων κτημάτων (871 και 775) τα οποία σημειώνει στο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε (Τεκμήριο 4Α) με τα σημεία Α, Β, Γ, Δ, Ε και Ζ και επί του ιδίου Τεκμηρίου σημείωσε ότι το διαφιλονικούμενο μέρος καλύπτει την περιοχή από τα σημεία Γ, Δ, Ε μέχρι και Ζ. Προκύπτει από τη μαρτυρία του κ. Μιχαήλ ότι στα σημεία Α, Β, Γ (Τεκμήριο 4Α), έξω δηλαδή από το σημειωμένο ως διαφιλονικούμενο μέρος, υπήρχε ψηλός όχθος που χωρίζει το κτήμα της Εφεσείουσας με το κτήμα της Εφεσίβλητης
  8. Προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία του κ. Λοίζου Λοίζου, Διευθυντή της Εφεσίβλητης 2 ότι η Εφεσείουσα διεκδικούσε το κτήμα της από τον εν λόγο όχθο (Α, Β, Γ - Τεκμήριο 4Α) σημείο που η Εφεσίβλητη 2 θεωρούσε δικό της μέρος. Προς αποφυγή δε οποιασδήποτε ασάφειας την οποία επικαλούνται κατά την αγόρευση οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Εφεσίβλητης 2, σημειώνονται και διευκρινίζονται τα εξής: Από τη μαρτυρία προκύπτει ξεκάθαρα ότι υπάρχει η παλαιά δόμη (αναφέρεται πιο πάνω) περίπου στην νοτιοδυτική πλευρά του τεμαχίου της Εφεσείουσας που συνορεύει με το τεμάχιο 689, στην απέναντι δηλαδή πλευρά από το διαφιλονικούμενο μέρος. Πρόκειται για την δόμη στην οποία αναφέρθηκε η Εφεσείουσα και ο Ιδιώτης Χωρομέτρης κ. Μάρκου. Υπάρχει επιπρόσθετα όχθος (αναφέρεται επίσης πιο πάνω) στην πλευρά που συνορεύουν το τεμάχιο της Εφεσείουσας
(871)με το τεμάχιο της Εφεσίβλητης 2 (τεμάχιο 775). Πρόκειται για τον όχθο που βρίσκεται περίπου στο σημείο Α, Β, Γ, ως το σχεδιάγραμμα του κ. Μιχαήλ Τεκμήριο 4Α έξω και δίπλα από την περιοχή που σημειώθηκε ως διαφιλονικούμενη. Το γεγονός ότι σε κάποιες περιπτώσεις κατά την ακρόαση έγινε αναφορά στο συγκεκριμένο όχθο χρησιμοποιώντας τη λέξη «δόμη» αντί τη λέξη όχθο δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βασικός οδηγός του κ. Μιχαήλ για την εξέταση της συνοριακής διαφοράς ήταν προηγούμενη χωρομετρική εργασία άλλου συναδέλφου του που εμπεριέχεται στο φάκελο Β474/95 και αφορούσε εξωτερική οριοθέτηση του τεμαχίου της Εφεσίβλητης 2
(775)και η οποία είχε καταχωρηθεί στο χωρομετρικό βιβλίο (filed Book υπ΄ αριθμό Μ1408 σελίδες 8 - 9). Ταυτόχρονα όπως προκύπτει και από τη μαρτυρία του κ. Μιχαήλ και από την έκθεση Τεκμήριο 1Α ο κ. Μιχαήλ έλαβε υπόψη του το φάκελο Α1859/93 και είχε υπόψη του επίσης το φάκελο Α1054/92. Στην έκθεση Τεκμήριο 1Α αναφέρεται επίσης και ο φάκελος ΜΑ221/80 αλλά δεν επεξηγήθηκε περί τίνος πρόκειται. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, ο φάκελος 1859/93 αφορά την προαναφερθείσα ανταλλαγή γης μεταξύ του τεμαχίου της Εφεσείουσας
(871)και του τεμαχίου 870. Ο φάκελος 1054/92 αφορούσε αίτηση από την Εφεσείουσα για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ του τεμαχίου της
(871)και του τεμαχίου της Εφεσίβλητης 2
(775). Ζητείτο οριοθέτηση των κτημάτων χωρίς τότε να υποδειχθεί συνοριακή διαφορά οπότε η αίτηση απορρίφθηκε χωρίς χωρομετρική εργασία. Αποτελεί επίσης πραγματικό γεγονός ότι ο ιδιώτης χωρομέτρης κ. Μάρκου δε διάβασε ούτε είδε την επίδικη απόφαση του Κτηματολογίου όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, αλλά εργάστηκε με βάση τη συνοριακή διαφορά που του υπέδειξαν οι ιδιοκτήτες. Κατά την εξέταση της συνοριακής διαφοράς ετοίμασε σχετικό σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του). Ως προς το ερώτημα κατά πόσο η Εφεσείουσα συγκατατέθηκε με τις υποδείξεις του κτηματολογίου κατά την επιτόπια εξέταση τον Οκτώβριο του 2002 αναφορικά με την επίδικη συνοριακή διαφορά: Από το σύνολο της μαρτυρίας έχοντας ακούσει την πλευρά της Εφεσείουσας όσο και τους μάρτυρες από την Εφεσίβλητη 2 δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι κατά την επίσκεψη του Κτηματολογίου στην περιοχή τον Οκτώβριο του 2002 η Εφεσείουσα διαφώνησε με την υπόδειξη του Κτηματολογίου ως προς τα σύνορα μεταξύ του τεμαχίου 871 και του τεμαχίου 775. Γι΄ αυτό και δεν υπόγραψε οποιαδήποτε σχετική συγκατάθεση. Σ' αυτό το σημείο, προτού προχωρήσω σε περαιτέρω ανάλυση και πραγματικά γεγονότα, κρίνω χρήσιμο να αναφερθώ στη νομική πτυχή. Νομική Πτυχή Στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου εκδόθηκε με αναφορά στο άρθρο 58 του Κεφ. 224 το οποίο προνοεί μεταξύ άλλων ότι: «
(1)Όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει τη διαφορά αυτή, σε πρώτο στάδιο,........» Πότε έχουμε συνοριακή διαφορά; Απάντηση δίδεται στην απόφαση Sherife Ibrahim v. Mehmed Souleyman 19 C.L.R. 237, στη σελ. 239, όπου λέχθηκε ότι: Συνοριακή διαφορά στην έννοια του άρθρου 58 του Νόμου (τότε το ίδιο άρθρο ήταν αριθμημένο ως 56) έχουμε στην περίπτωση που το σύνορο περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας ή απεικονίζεται σε σχέδιο και η φιλονικία είναι ως προς το πού το φυσικό σύνορο πράγματι ευρίσκεται επί της γης έτσι ώστε να συμμορφώνεται με τον τίτλο ή το σχέδιο. Δεν αποτελεί συνοριακή διαφορά η αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο η περιγραφή του ακινήτου στο πιστοποιητικό εγγραφής ή ο καθορισμός των συνόρων του σε σχέδιο είναι ορθός ή εσφαλμένος. Η συνοριακή διαφορά επιλύεται ορθά με την ορθή μεταφορά της γραμμής του συνόρου επί του σχεδίου στο έδαφος. Επομένως ως συνοριακή διαφορά με την έννοια του άρθρου 58 θεωρείται η αμφισβήτηση ως προς την τοποθέτηση των συνόρων ακινήτου επί του εδάφους με τρόπο που να ανταποκρίνεται προς το σύνορο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εγγραφής ή καθορίζεται σε σχέδιο. (Βλ. επίσης Chrysanthou and Others v. Antoniades
(1969)1 C.L.R. 622, Παναγιώτου ν. Χ"Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362 και Χ"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ. 844.) Η Εφεσείουσα εφεσίβαλε την επίδικη απόφαση του Διευθυντή με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224. Οι πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ. 224 έχουν αναλυθεί σε σειρά υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το άρθρο αυτό παρέχει τη δυνατότητα σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο από οποιαδήποτε διαταγή ή απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου να προσφύγει με έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο μέσα σε 30 μέρες από την έκδοση ή κοινοποίηση της και να αιτηθεί την ακύρωση της. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Είναι μόνο στο πλαίσιο τέτοιας έφεσης που είναι επιτρεπτός ο δικαστικός έλεγχος της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή (βλ. Χ"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου (πιο πάνω)). Επιπρόσθετα, η έρευνα του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν περιορίζεται στο εύλογο της απόφασης του Διευθυντή αλλά επεκτείνεται και στην ουσία της (βλ. Georgiou v. Hjiphessa
(1979)1 C.L.R. 58, Kafieros & Another v. Theocharous & Others
(1978)1 C.L.R. 619, Peyiotis v. Polemitis (1982 1 C.L.R. 442, Λιασίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 185 και Αθανάση & άλλοι ν. Χατζημάμα και άλλου
(1990)1 Α.Α.Δ.). Να σημειωθεί ότι το βάρος απόδειξης ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι ορθή το φέρει ο Εφεσείων. (Βλ. Παπαχρυσοστόμου ν. Παπασταύρου κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 546.) Η ουσία της νομολογίας επί του θέματος συνοψίζεται πιστεύω στα εξής δυο αποσπάσματα τα οποία κρίνω ορθό να παραθέσω: «Όσο και αν η απόφαση του Διευθυντή στις περιπτώσεις αυτές είναι οιονεί δικαστική, εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της διοικητικής διαδικασίας την οποία ο Διευθυντής, ως διοικητικό όργανο, στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου σ΄ αυτή την περίπτωση, διεξάγει για την εκπλήρωση των ειδικών καθηκόντων που του αναθέτει ο Νόμος και την άσκηση των αντίστοιχων εξουσιών του. ....... Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80, αντίθετα προς ό,τι ισχύει στην περίπτωση του αναθεωρητικού ελέγχου που ασκεί το Ανώτατο Δικαστήριο κατά το Άρθρο 146
(1)του Συντάγματος, ερευνά όχι μόνο αν η απόφαση του Διευθυντή ήταν εύλογη αλλά και αν ήταν ουσιαστικά ορθή. Μπορεί έτσι να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιο. .... Εξακολουθεί όμως η δικαιοδοσία του να οριοθετείται σε συνάρτηση προς το συγκεκριμένο ζήτημα που τίθεται ενώπιον του το οποίο και προσδιορίζει τη φύση του δικαστικού έργου που είναι δυνατό να αναληφθεί». (Βλ. Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1312, 1317 - 1318.) Και το άλλο απόσπασμα: «Ο Διευθυντής «εκδίδει απόφαση η οποία εμπίπτει εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή πρέπει να εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση.....» (Βλ. Ανδρέα Αριστοτέλους ν. Σωτήρη Χ"Κυριάκου
(2001)1 Α.Α.Δ. 100, 108-109.) Η απόφαση του Διευθυντή, δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ. 224, αναφορικά με συνοριακές διαφορές αποτελεί θέμα ιδιωτικού δικαίου, ο δε Διευθυντής δεν δικαιούται να μην εκδώσει απόφαση, ενώ το Δικαστήριο μπορεί να τον διατάξει να εξετάσει την υπόθεση με βάση τα γεγονότα της και να τον διατάξει να εκδώσει απόφαση την οποία ο Διευθυντής θεωρεί ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (βλ. Pitsillides v. Nasif
(1982)1 C.L.R. 426). Επιπρόσθετα, η απόφαση του Διευθυντή πρέπει να είναι και αιτιολογημένη. Το θέμα δε της αιτιολόγησης της απόφασης εξετάζεται ανεξάρτητα από την εξέταση της ορθότητας της απόφασης του (βλ. Παύλου ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973 σελ.979). Η δε υποχρέωση του Διευθυντή να δικαιολογήσει την απόφαση του πηγάζει από τη φύση της διαδικασίας που είναι οιονεί δικαστική και από τις ρητές πρόνοιες του Καν. 6
(2)των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956. Περαιτέρω ανάλυση και πραγματικά γεγονότα /Λόγοι για επανεξέταση Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία ο εφεσείων φέρει το βάρος απόδειξης ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι ορθή. Συνεπώς σ΄ αυτό το σημείο προκύπτει το εξής ερώτημα: Το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί πλήρως στη μαρτυρία του μάρτυρα για την Εφεσείουσα ιδιώτη χωρομέτρη κ. Μάρκου, οδηγεί αυτόματα στην αποδοχή της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή; Η απάντηση στο ερώτημα η οποία είναι αρνητική δίδεται στην πρόσφατη απόφαση Ελένη Νεοκλή Κυριάκου ν. Χαράλαμπου Νεοκλή Παπαστεφάνου, Πολιτική Έφεση 301/06 ημερ. 20.4.2010: «Το γεγονός ότι η μαρτυρία του εφεσείβλητου απορρίφθηκε, δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στην αποδοχή της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή. Το Δικαστήριο, όπως τονίστηκε στην Πατσαλίδη ν. Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1248, από την οποία και το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε, έχει υποχρέωση να εξετάσει:-(σελ. 1254) «..κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το Δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητα της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο.» Συνεπώς, μετά την απόρριψη της μαρτυρίας του εφεσείβλητου, ορθά το Δικαστήριο ασχολήθηκε με τη μαρτυρία της εφεσείουσας, η οποία, όμως για λόγους που με λεπτομέρεια εξήγησε, δεν του επέτρεπε την εξαγωγή αφαλών συμπερασμάτων.» (Εφεσίβλητος σ΄ εκείνη την υπόθεση ήταν το άτομο που καταχώρησε την Έφεση/Αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο.) Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία εκ μέρους της Εφεσίβλητης 2 παρατηρώ το εξής: Κατ΄ αρχήν υπάρχει μια σημαντική πτυχή της μαρτυρίας του κ. Μιχάλη Μιχαήλ, Χωρομέτρη του Κτηματολογίου και μάρτυρα για την Εφεσίβλητη 2 που έρχεται σε αντίθεση ή δεν συνάδει με τη θέση της Εφεσίβλητης 2 όταν η πλευρά της Εφεσίβλητης 2 αντεξέταζε το μάρτυρα για την Εφεσείουσα, Ιδιώτη Χωρομέτρη κ. Μάρκου. Πιο συγκεκριμένα. Στη γραπτή ένορκη δήλωση του ημερ. 7.4.2008, παράγραφος 5, ο Ιδιώτης Χωρομέτρης κ. Μάρκου αναφέρει ότι για τους σκοπούς της εργασίας που είχε διεκπεραιώσει για τα τεμάχια 870 και 871 (ανταλλαγή γης) έκανε τότε εξωτερική οριοθέτηση του τεμαχίου της Εφεσείουσας
(871). Στην παράγραφο 6 της εν λόγω ένορκης δήλωσης του ο Ιδιώτης Χωρομέτρης αναφέρει ότι στα πλαίσια της εργασίας του αναφορικά με την ανταλλαγή γης για τα τεμάχια 870 και 871 είχε ετοιμάσει σχέδιο το οποίο κατέθεσε στο Κτηματολόγιο και η όλη του εργασία είχε ελεγχθεί από το Λειτουργό του Κτηματολογίου, κρίθηκε απόλυτα ορθή, και στη βάση της έγινε η αναγκαία ανταλλαγή γης, η διαφοροποίηση του τεμαχίου και εκδόθηκε τροποποιημένο χωρομετρικό σχέδιο (πρόκειται για το φάκελο 1859/93). Κατά την αντεξέταση του εν λόγω Ιδιώτη Χωρομέτρη κ. Μάρκου δεν του τέθηκε ποτέ ότι δεν προέβηκε σε εξωτερική οριοθέτηση του κτήματος της Εφεσείουσας και δεν είχε αμφισβητηθεί το περιεχόμενο της παραγράφου 6 και 7 της ένορκης δήλωσης του και γενικά η ορθότητα της εργασίας του αναφορικά με την ανταλλαγή γης μεταξύ των τεμαχίων 870 και
  1. Μάλιστα κατά την επανεξέταση του κ. Μάρκου ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσίβλητης 2 δήλωσε ρητά ότι δεν αμφισβητείται η ορθότητα της εν λόγω εργασίας του κ. Μάρκου. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την επανεξέταση του κ. Μάρκου, μάρτυρα της Εφεσείουσας: «Ε. Μετά που είχατε καταθέσει στο Κτηματολόγιο το Τεκμήριο 3, αυτό το σχέδιο που κάματε για να δείξετε την αναπροσαρμογή συνόρων και ελέχθηκε από το Κτηματολόγιο, πήρατε οποιαδήποτε ειδοποίηση ότι ήταν λανθασμένη η εργασία που κάματε; Α. Όχι. Ε. Δέχθηκε την εργασία σας το Κτηματολόγιο; Α. Όχι, το Κτηματολόγιο τη δέχθηκε ως σωστή και προχώρησε στην έκδοση τίτλων σύμφωνα με την αναπροσαρμογή που κάναμε. κ. Κλεάνθους: Τούτο το πράγμα δεν το αμφισβητώ ως λάθος, το Κτηματολόγιο έλαβε υπόψη ακόμη και έκαμε το σχέδιο, δεν έχομε διαφορά αν είναι σωστό. Ε. Οι διάφορες γωνιές, κορυφές Α, Β, Γ, Δ, που υπήρχαν στο σχέδιο που εκάματε τότε όταν εκάματε τον έλεγχο για σκοπούς ελέγχου της συνοριακής απόφασης, βρέθηκαν οι ίδιες ή ήταν διαφορετικές; Α. Ναι ήταν ακριβώς οι ίδιες.» Όμως σε διάσταση με τα πιο πάνω ήταν η αρχική θέση του μάρτυρα για την Εφεσίβλητη 2 κ. Μιχαήλ κατά την αντεξέταση του ότι ο Ιδιώτης Χωρομέτρης στα πλαίσια της μελέτης του για την αναπροσαρμογή συνόρων μεταξύ του τεμαχίου 870 και 871 δεν προέβη σε εξωτερική οριοθέτηση του τεμαχίου της Εφεσείουσας. «Ε. Συμφωνείτε... ότι για να γίνει αναπροσαρμογή συνόρων έπρεπε να προηγηθεί εξωτερική οριοθέτηση του τεμαχίου; Α. Η οποία δεν έγινε. Συμφωνώ ότι έπρεπε να γίνει αλλά δεν έγινε.» Αργότερα όμως ανέφερε ότι πιστεύει ότι ο Ιδιώτης Χωρομέτρης προέβη σε εξωτερική οριοθέτηση. «Εγώ είπα τι βλέπω στο σχεδιάγραμμα του ιδιώτη Τοπογράφου. και ακόμη πιστεύω ότι ο ιδιώτης Τοπογράφος έκαμε εξωτερική οριοθέτηση αλλά δεν την παρουσίασε εδώ..» Επιπρόσθετα ενώ σε κανένα σημείο κατά την αντεξέταση του κ. Μάρκου δεν αμφισβητήθηκε ο κ. Μάρκου για την ορθότητα της εργασίας του και των μετρήσεων του, όσον αφορά την ανταλλαγή γης μεταξύ των τεμαχίων 870 και 871, εντούτοις ο κ. Μιχαήλ, Χωρομέτρης του Κτηματολογίου αμφισβήτησε την ορθότητα της εργασίας του κ. Μάρκου για την ανταλλαγή γης των τεμαχίων 870 και 871 λέγοντας ότι κάποιες αποστάσεις που είχε μετρήσει ο κ. Μάρκου και αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα του (Τεκμήριο 3Α) είναι λανθασμένες και κάποιες ορθές. Βέβαια προκύπτει το ουσιώδες ερώτημα: Επηρεάζουν οι πιο πάνω αντιφατικές θέσεις της Εφεσίβλητης 2 με οποιοδήποτε τρόπο την παρούσα υπόθεση της επίδικης συνοριακής διαφοράς μεταξύ του τεμαχίου της Εφεσείουσας και του τεμαχίου της Εφεσίβλητης 2; Η απάντηση είναι καταφατική: Ο ίδιος ο μάρτυρας για την Εφεσείβλητη 2 Χωρομέτρης του Κτηματολογίου κ. Μιχαήλ ανέφερε ότι κατά την εξέταση της παρούσας συνοριακής διαφοράς έλαβε υπόψη του το φάκελο 1859/
  2. Το ότι έλαβε υπόψη του το φάκελο Α1859/93 αποτελεί πραγματικό γεγονός. Πιο συγκεκριμένα κατά την εξέταση της παρούσας συνοριακής διαφοράς εφάρμοσε μεταξύ άλλων τις αποστάσεις που μετρήθηκαν στα πλαίσια του φακέλου 1859/93, κάτι που αποτελεί πραγματικό γεγονός. «Ε. Αφού τους χρησιμοποιήσατε θέλω να μας πείτε τι αφορά ο φάκελος Α1859/
  3. Α. Έχω μπροστά μου το φάκελο, είναι αναπροσαρμογή συνόρων ... Συνηθιζόταν τότε, λόγω του ότι οι Κτηματολόγοι δεν είχαν τα μέσα που διαθέτουμε εμείς οι Χωρομέτρες, να περνούν ιδιώτες τοπογράφοι να ετοιμάζουν την όλη χωρομετρική εργασία και μετά να πηγαίνει το Κτηματολόγιο να την ελέγχει και να την εφαρμόζει. Ο Κτηματολόγος ετοίμασε μια χωρομετρική σελίδα στην ποία αναγράφονταν ορισμένες αποστάσεις τις οποίες εφάρμοσα.» Υπενθυμίζεται σ΄ αυτό το σημείο ότι με βάση τα πραγματικά γεγονότα στο πλαίσιο του φακέλου 1859/93 το Κτηματολόγιο εφάρμοσε τη χωρομετρική εργασία του κ. Μάρκου. Και σε άλλο απόσπασμα: «Ε. Η εργασία που έκαμε τότε ο Κτηματολόγος στο φάκελο του 1993 για αναπροσαρμογή των συνόρων, έχει περαστεί σε field book; Α. Όχι από μένα. Ε. Βασικά το Κτηματολόγιο; Α. Από μένα μετά δόθηκε χωρομετρία για το τεμάχιο με την υπόθεση που εξέτασα εγώ της διαφοράς συνόρων. Ε. Περάσατε σε field book αυτά που βρήκατε εσείς; Α. Ναι και έλαβα υπόψη όμως το φάκελο εκείνο.» Ασάφεια συνεπώς γεννιέται ως προς την ορθότητα της απόφασης του Κτηματολογίου αφού ένα από τα στοιχεία που έλαβε υπόψη ο Χωρομέτρης του Κτηματολόγιο κ. Μιχαήλ για την επίλυση της παρούσας συνοριακής διαφοράς (οι αποστάσεις που καταγράφτηκαν με βάση το φάκελο 1859/93) τέθηκαν κατά την ακρόαση υπό αμφισβήτηση από το ίδιο το Κτηματολόγιο. Κατά συνέπεια αφήνονται αναπάντητα ερωτηματικά και αμφιβολίες αναφορικά με την ορθότητα των στοιχείων / αποστάσεων που έλαβε υπόψη ο κ. Μιχαήλ, μάρτυρας της την Εφεσίβλητη 2, από το φάκελο Α1859/93 κατά την εξέταση της επίδικης συνοριακής διαφοράς κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί με τα στοιχεία που έχουν τεθεί, από το παρόν Δικαστήριο. Διαφιλονικούμενο μέρος Υπάρχει κατά την άποψη μου επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο η διαφορά θα πρέπει να επανεξεταστεί από το Διευθυντή. Στην απόφαση του Κτηματολογίου σημειώνεται ότι ο Χωρομέτρης του Κτηματολογίου ετοίμασε «..σχεδιάγραμμα στο οποίο δείχνεται με σαφήνεια το διαφιλονικούμενο μέρος..». Αποτελεί πραγματικό γεγονός το οποίο προέκυψε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα της Εφεσίβλητης 2 κ. Μιχαήλ ότι ο ίδιος τοποθέτησε επί του κοινού συνόρου των επίδικων κτημάτων 6 ορόσημα και τα σημείωσε επί του σχεδιαγράμματος (Τεκμήριο 4Α) ως Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ (βλέπε επίσης την έκθεση του ιδίου μάρτυρα (Τεκμήριο 1Α)). Όμως σημείωσε επί του σχεδιαγράμματος ότι το διαφιλονικούμενο μέρος καλύπτει την περιοχή, μόνο από τα ορόσημα Γ, Δ, Ε, Ζ. Προκύπτει περαιτέρω από τη μαρτυρία του ιδίου μάρτυρα ότι στα σημεία Α, Β, Γ (Τεκμήριο 4Α) υπήρχε ψηλός όχθος που χωρίζει το κτήμα της Εφεσείουσας με το κτήμα της Εφεσίβλητης αρ.
  4. Κατά την αντεξέταση του κ. Λοίζου, Γραμματέα-Διευθυντή της Ιεράς Μητρόπολης, διαφάνηκε και αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι η Εφεσείουσα-Αιτήτρια διεκδικούσε το κτήμα της από το σημείο του εν λόγω όχθου. Ο εν λόγω όχθος όμως, σύμφωνα με τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, καλύπτει περιοχή πέραν από το σημειωμένο ως διαφιλονικούμενο μέρος. Επιπρόσθετα προκύπτει από τη μαρτυρία του Ιδιώτη Χωρομέτρη κ. Μάρκου, χωρίς να αμφισβητηθεί ότι οι ιδιοκτήτες των σχετικών τεμαχίων (871, 775) έστω μετά την έκδοση της απόφασης του Διευθυντή του είχαν υποδείξει ως διαφιλονικούμενο μέρος ολόκληρο το κοινό σύνορο των δύο τεμαχίων (το οποίο σημειώνεται από τον κ. Μιχαήλ με τα έξι ορόσημα Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ στο δικό του σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 4Α).) Γι΄ αυτό και η υπόδειξη αυτή από τους ιδιοκτήτες αντικατοπτρίζεται στο σχεδιάγραμμα του κ. Μάρκου (Τεκμήριο 4 της ενόρκου δηλώσεως του) όπου ο κ. Μάρκου υποδεικνύει ως διαφιλονικούμενο μέρος ολόκληρο το διεκδικούμενο κοινό σύνορο των δύο τεμαχίων. Να διευκρινιστεί επίσης το εξής: Κατά την αντεξέταση του ο Ιδιώτης Χωρομέτρης κ. Μάρκου παραδέχθηκε ότι όφειλε να μελετούσε την απόφαση του Κτηματολογίου και ότι στο σχεδιάγραμμα του (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση) κατέγραψε μεγαλύτερη περιοχή ως διαφιλονικούμενη από τη διαφιλονικούμενη περιοχή που τελικά σημειώθηκε στην απόφαση του Κτηματολογίου. Δεν ανέφερε ότι κατέγραψε μεγαλύτερη διαφιλονικούμενη περιοχή απ΄ αυτήν που του είχαν υποδείξει οι ιδιοκτήτες ως διαφιλονικούμενη. Ούτε και του είχε τεθεί τέτοια υποβολή. Παραμένει στην ουσία πραγματικό γεγονός, και αυτό έχει σημασία, ότι οι ιδιοκτήτες, του υπέδειξαν σε κάποιο χρονικό στάδιο μετά την έκδοση της απόφασης του Διευθυντή, ως διαφιλονικούμενο μέρος μεγαλύτερο από αυτό που καταγράφηκε στο σχεδιάγραμμα του κ. Μιχαήλ Τεκμήριο 4Α και στην απόφαση του Διευθυντή. Κάτι που αποτελεί ένδειξη και συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι δεν καταγράφηκε με ακρίβεια στο σχέδιο Τεκμήριο 4Α και στην απόφαση του Διευθυντή το διαφιλονικούμενο μέρος. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι ο αρμόδιος Χωρομέτρης του Κτηματολογίου παρέλειψε ενδεχόμενα εκ παραδρομής να δείξει με σαφήνεια το ακριβές διαφιλονικούμενο μέρος ή τουλάχιστον μπορεί να λεχθεί ότι ενόψει των πιο πάνω υπάρχει ασάφεια ως προς το διαφιλονικούμενο μέρος. Συνεπώς, βασικό στοιχείο της απόφασης του Διευθυντή, η εξακρίβωση δηλαδή και η διατύπωση επί της αποφάσεως του διαφιλονικούμενου μέρους, πάσχει. Και ένα επιπρόσθετο γενικό σχόλιο: Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία του κ. Μιχαήλ θεωρώ ότι για σκοπούς εκδίκασης της συνοριακής διαφοράς θα μπορούσε να ήταν πιο επεξηγηματικός ως προς την εργασία που διεκπεραίωσε. Κατά την άποψη μου το γεγονός ότι κατατέθηκε κατά την αντεξέταση ως Τεκμήριο 4Α το σχεδιάγραμμα του όπου υπάρχουν καταγεγραμμένες μετρήσεις δεν αποτελεί από μόνο του ικανοποιητική επεξήγηση της εργασίας του και έτσι δεν δίνεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να ελέγξει σε όλα τα σημεία την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή. Για παράδειγμα στην έκθεση του που κατατέθηκε κατά την αντεξέταση ως Τεκμήριο 1Α αναφέρονται φακέλοι σχετικοί με την εργασία του. Μεταξύ των άλλων φακέλων καταγράφονται και τα στοιχεία ΜΑ221/
  5. Ουδέποτε επεξηγήθηκε τι ρόλο έχουν αυτά τα στοιχεία για τον επίδικο φάκελο ΑΧ645/01 και κατά πόσο πρόκειται για ακόμα ένα φάκελο τον οποίο έλαβε υπόψη. Επιπρόσθετα η επεξήγηση του σχεδιαγράμματος Τεκμήριο 4Α κατά την ακρόαση ήταν ελάχιστη με αποτέλεσμα να μη δίδεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο για ασφαλή συμπεράσματα ως προς την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή. Με βάση όλα τα πιο πάνω θεωρώ αχρείαστη την οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η απόφαση του Διευθυντή θα πρέπει να ακυρωθεί και η διαφορά να επανεξεταστεί. (Στο ερώτημα κατά πόσο οι πιο πάνω λόγοι ακύρωσης περιλαμβάνονται στους λόγους της Έφεσης/Αίτησης, έχω την άποψη ότι καλύπτονται από τους λόγους 1, 2 και 6 της Έφεσης/Αίτησης.) Υπό τις περιστάσεις η επίδικη απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 7.6.2004 ακυρώνεται. Παράλληλα διατάσσεται η επανεξέταση της συνοριακής διαφοράς από άλλο χωρομέτρη στα πλαίσια της οποίας να εξακριβωθεί μεταξύ άλλων το ακριβές διαφιλονικούμενο μέρος. Αναφορικά με τα έξοδα: Η Εφεσείουσα έχει πετύχει την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή. Από την άλλη δεν έχει αποδειχθεί στην παρούσα διαδικασία ότι το οποιοδήποτε διαφιλονικούμενο μέρος ανήκει στην Εφεσείουσα. Η υπόθεση θα επανεκδικαστεί για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Υπό τις περιστάσεις κρίνω δίκαιο όπως τα έξοδα, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, βαρύνουν μόνο κατά τα 2/3 την Εφεσίβλητη
  6. (Υπ). ............... Λ. Μάρκου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.