Γρηγοριάδης Σέργιος εμπορευόμενος διά της εμπορικής επωνυμίας «ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΣΕΡΓΙΟΣ» ν. Rustork Import Export Ltd, Αρ. Αγωγής: 3802/09, 22.09.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2010:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3802/09 Μεταξύ: Γρηγοριάδης Σέργιος εμπορευόμενος διά της εμπορικής επωνυμίας «ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΣΕΡΓΙΟΣ» Ενάγοντα και Rustork Import & Export Ltd Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 24.03.2010 για παραμερισμό ή ακύρωση απόφασης Ημερομηνία: 22.09.2010 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγόμενους: κ. Π. Κλεοβούλου Για Καθ΄ ου η αίτηση-Ενάγοντα: κ. Λ. Διομήδους για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αίτηση: Στις 24.03.2010 οι εναγόμενοι (οι οποίοι στο εξής θα καλούνται οι αιτητές) καταχώρησαν αίτηση (στο εξής η επίδικη αίτηση) με την οποία αιτούνται την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων: Α. Διάταγμα που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την εκδοθείσα απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και να επιτρέψει στους εναγόμενους να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Β. Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία. Η επίδικη αίτηση βασίζεται επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.17 Κ.10, Δ.26 Κ.14, Δ.48 Κ.1, 2, 3, 4 και 9 (h), (
- n)και τις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Ριόλα Μουρατίδη, γραμματέας της εναγόμενης εταιρείας καθώς και από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 25.06.2010 από το Δημήτρη Σουραϊλίδη ένα εκ των διευθυντών των αιτητών. Τα ουσιαστικά γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση από τις δύο προαναφερόμενες ένορκες δηλώσεις συνίστανται στα ακόλουθα: Ως αναφέρει η Ριόλα Μουρατίδη η οποία είναι γραμματέας των αιτητών, για την έκδοση της απόφασης έλαβε γνώση μία βδομάδα προ της 24.03.2010 και όταν εκκρεμούσε ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας οπότε αμέσως έδωσε οδηγίες σε δικηγόρο για να διερευνήσει τις συνθήκες που εκκρεμεί απόφαση εναντίον τους. Όσον αφορά στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος θυμάται "αμυδρά" ότι το έλαβε και ενημέρωσε το σύζυγο της ο οποίος χειριζόταν όλα τα θέματα της εταιρίας, όμως αυτός βρισκόταν στο εξωτερικό και της ανέφερε ότι με την επάνοδο του στην Κύπρο θα έκανε διευθετήσεις. Όταν όμως αυτός επέστρεψε στην Κύπρο λόγω πολλών εκκρεμοτήτων και επειδή το κλητήριο δεν βρέθηκε στο γραφείο του όπου αυτή το άφησε και ίσως χάθηκε επειδή τακτοποιούσε η μητέρα της το γραφείο, το θέμα ξεχάστηκε. Ο σύζυγος της ξαναέφυγε για τη Γερμανία και γι' αυτό δεν αντιμετώπισε τελικά το θέμα. Επί της ουσίας της αγωγής ως αναφέρει μέχρι τον Ιούνιο του 2008 ο ενάγοντας ήταν μέτοχος των αιτητών. Εξακολουθεί δε να είναι ένας εκ των διευθυντών, στις 13.06.2008 όμως μεταβίβασε τις μετοχές του όλες (5.000) στο σύζυγο της, οπότε σ' αυτό το στάδιο ο ενάγοντας ήλθε σε διακανονισμό όλων των υποθέσεων του που είχε με τους αιτητές και "μηδενίστηκαν" οι δοσοληψίες του με αυτούς. Στην ένορκη του δήλωση ο Δ. Σουραϊλίδης και διευθυντής των αιτητών προβαίνει σε αναφορές οι οποίες κατά τη θέση του αντανακλούν στην ύπαρξη Υπεράσπισης, και ότι ο ενάγοντας προέβηκε σε πονηρή προσπάθεια διαχωρισμού της ιδιότητας του ως μέτοχος και διευθυντής της εναγόμενης από την ιδιότητα του ως εμπορευόμενου με την εταιρεία. Με βάση όμως κατάσταση την οποία επισυνάπτει φαίνεται ότι ο εναγόμενος συναλλασσόταν με την εναγόμενη εταιρεία υπό την προσωπική του ιδιότητα, και έστω αν φαίνεται ότι η εναγόμενη του όφειλε το ποσό των €5.745,02 αυτό το ποσό συμψηφίστηκε με χρεωστικά τιμολόγια για προμήθειες τις οποίες λάμβανε ο ενάγοντας στοιχείο το οποίο φαίνεται μέσα από την κατάσταση Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση του. Περαιτέρω αναφέρεται πως όταν ο ενάγοντας περί τις 13.06.2008 διεκδίκησε κέρδος για τη δραστηριότητα της εναγόμενης και του παρουσιάστηκαν βιβλία ότι δεν υπήρχε κέρδος, τότε ο ενάγοντας παραιτήθηκε από μέτοχος, και στη συνέχεια κατασκεύασε σενάρια ότι η εταιρία του όφειλε προμήθειες. Η Ένσταση: Στην πιο πάνω επίδικη αίτηση ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηριζόμενη στους ακόλουθους λόγους: (α) Η εναγόμενη δεν έχει καταδείξει κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, παρόλο που η αγωγή επεδόθη δεόντως και νομότυπα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης. (β) Η εναγόμενη δεν έδωσε κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί τη μη έγκαιρη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, παρόλο που η αγωγή επεδόθη δεόντως και νομότυπα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης. (γ) Η εναγόμενη απέτυχε να επιδείξει πως έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. (δ) Εν πάση περιπτώσει οι ισχυρισμοί της εναγόμενης στην προσβαλλόμενη υπεράσπιση είναι αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε βάση υπεράσπισης πέραν από αόριστους ισχυρισμούς. (ε) Η εναγόμενη δεν παρουσιάζει σοβαρούς ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (στ) Η εναγόμενη επέδειξε αδικαιολόγητη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. (ζ) Ο ενάγοντας ακολούθησε πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. (η) Η ένορκη δήλωση της κας Ριόλας Μουρατίδη ημερομηνίας 24.03.2010 που υποστηρίζει την αίτηση, είναι παράτυπη και/ή ευρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη Δ.39 Θ.2 και/ή τη Νομολογία καθότι μεταξύ άλλων βρίθουν από αόριστους και/ή διαζευκτικούς ισχυρισμούς και/ή στηρίζονται σε εικασίες και/ή εμπεριέχουν εξ ακοής και/ή ανεπίτρεπτη μαρτυρία, καθότι δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφοριών της και/ή άλλως πως. (θ) Δεν αποκαλύπτονται και/ή αποκρύβονται και/ή παραποιούνται ουσιώδη γεγονότα και δεν έχει προβεί σε πλήρη και αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων. (ι) Ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα, παρεμποδίζοντας τον από το να εισπράξει το λαβείν του από την προς όφελος της νομότυπα εκδοθείσας απόφασης. (κ) Το αιτούμενο διάταγμα θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules), Δ.17, Θ.10, Δ.48, Θ.1, 2, 3, 4, 8 και 8 επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Σημειώνεται περαιτέρω πως η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη μαρτυρία του ενάγοντα-καθ΄ ου η αίτηση Σέργιου Γρηγοριάδη ο οποίος απορρίπτει τα όσα αναφέρει ο διευθυντής των αιτητών. Προς αντίκρουση δε στην έκδοση διατάγματος παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης εμμένει στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν προωθήσει την εκδοχή των πελατών τους, όπως αυτή εκφράζεται από τους λόγους που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση, με επιχειρήματα επικαλούμενοι σχετική επί του θέματος νομολογία. Νομική πτυχή: Η ρύθμιση για την αίτηση παραμερισμού απόφασης ουσιαστικά στηρίζεται και πηγάζει μέσα από τη συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως, το οποίο πρέπει να έχει κάθε πολίτης, δηλαδή να δίδεται η ευκαιρία στον κάθε διάδικο να ακουστεί πριν την έκδοση απόφασης. Για το σκοπό αυτό λειτουργεί η πρόνοια της Διαταγής 5 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα προκειμένου να δίδεται η ευκαιρία να λάβει γνώση κάθε πολίτης για διαδικασία που αρχίζει εναντίον του στο Δικαστήριο. Η εν λόγω διαταγή όταν τηρηθεί τότε το Δικαστήριο προχωρεί τη διαδικασία στην απουσία διαδίκου, ο οποίος δεν εμφανίζεται. Αν παρά την πιο πάνω πρόνοια για οποιοδήποτε λόγο υπάρξει παραβίαση της, δηλαδή η επίδοση δεν γίνει εντός των προϋποθέσεων και του τρόπου που προβλέπεται, τότε ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δικαιούται και προβλέπεται ως θεραπεία το αίτημα του για παραμερισμό της απόφασης προκειμένου να τηρηθεί πλήρως η συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως. Σε συνέχεια με το σημείο αυτό θεωρείται χρήσιμο να αναφερθεί ότι προκύπτει από τη νομολογία πως, όταν πρόκειται για κακή επίδοση τότε το Δικαστήριο έχει αυξημένη απόλυτη υποχρέωση να παραμερίσει την απόφαση, ενώ όταν πρόκειται για καλή επίδοση τότε θα εξετάσει το αίτημα του αιτητή υπό το πρίσμα διαφόρων πλέον παραγόντων και προϋποθέσεων όπως τις έχει καθιερώσει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι οποίες παρατίθενται πιο κάτω. Κατ΄αρχήν το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει κατά νου και να συνεκτιμήσει δύο βασικά στοιχεία. Το ένα στοιχείο είναι η αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και εκδίδεται απόφαση η οποία πρέπει να παραμένει οριστική και κατ΄επέκταση τελεσίδικη, ενώ το άλλο στοιχείο είναι το μέρος που αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης να μην στερείται του δικαιώματος του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο νοουμένου ότι εγείρει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικά με το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης η νομολογία επιβάλλει, βλέπε υπόθεση Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιου Χαραλάμπους, Πολιτική Έφεση 8035, ημερομηνίας 21.10.1991, ότι το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία προκειμένου να διαγνώσει μόνο κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και, στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία του θέματος της υπεράσπισης, συνεπώς δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της οποιασδήποτε μαρτυρίας ενώπιον του που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Επιπλέον όμως, και εκτός από το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ο αιτητής πρέπει να δικαιολογήσει την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, καθώς επίσης, θα πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε αμέσως και χωρίς αργοπορία προς την κατεύθυνση να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Σχετική προς τούτο προβάλει η υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R., σελ. 204, στην οποία αναφέρθηκε ότι, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου ο οποίος παρέλειψε να ενεργήσει με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, να ασκήσει το δικαίωμα του για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Επίσης στην υπόθεση Ζ. Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Inns Ltd, Πολιτική Έφεση 8276, ημερομηνίας 28.11.1994, αναφέρθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται στις αιτήσεις παραμερισμού απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου γίνεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης γραπτής μαρτυρίας που επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, δεν προσκομίζεται προφορική μαρτυρία εκτός και αν οι διάδικοι ασκήσουν το δικαίωμα τους για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ως προς το θέμα αυτό το Δικαστήριο παρατηρεί ότι πλέον μετά την τροποποίηση της Διαταγής 48 Κ.4 στις 23.12.1999 η διαδικασία αυτή παραμένει ως η μόνη και ισχύει για όλες τις αιτήσεις, πλην βέβαια της αίτησης έρευνας για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις ή άλλως πως, όπου πρόκειται για ιδιόμορφη διαδικασία. Τέλος και σε συνέχεια με τα πιο πάνω κρίνεται ορθό να γίνει παραπομπή στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 941, παρατίθενται δε το πιο κάτω απόσπασμα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» Ακόμη στην πιο πάνω απόφαση έχουν αναφερθεί και τα πιο κάτω: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην πιο πάνω απόφαση παρ΄όλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και συμπέρασμα Δικαστηρίου: Από την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία εκ μέρους των αιτητών παραμένει ξεκάθαρο πως το κλητήριο ένταλμα έχει επιδοθεί δεόντως και δεν τίθεται θέμα κακής επίδοσης. Συνακόλουθα το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην εξέταση των δύο βασικών προϋποθέσεων, ήτοι εάν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και κατά δεύτερο λόγο εάν οι αιτητές δικαιολόγησαν τη μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο και αν ενέργησαν έγκαιρα στον παραμερισμό απόφασης ή κατά πόσο επέδειξαν αδιαφορία στις δικαστηριακές διαδικασίες και δικαιώματα του αντίδικου. Αρχίζοντας από το στοιχείο της μη εμφάνισης, έστω και με αποδοχή των όσων οι αιτητές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνεται ότι η όλη στάση των αιτητών έναντι των δικαστηριακών διαδικασιών και δικαιωμάτων του αντίδικου ήταν αδικαιολόγητη. Εφ΄ όσον η αγωγή επιδόθηκε κανονικά και έλαβε γνώση τόσο η γραμματέας της εταιρείας (Ριόλα Μουρατίδη) όσο και ο διευθυντής (Δημήτρης Σουραϊλίδης) αναμενόμενο και λογικά προβλεπτό θα ήταν να δοθούν οδηγίες σε δικηγόρο για εμφάνιση στο Δικαστήριο, όπως έπραξαν άλλωστε όταν αντελήφθηκαν την έκδοση της απόφασης, αντ΄ αυτού άφησαν το θέμα και ξεχάστηκε γι΄ αυτούς αγνοώντας όμως ταυτόχρονα τα δικαιώματα του αντίδικου ο οποίος προχώρησε δεόντως και εξασφάλισε απόφαση προς όφελος του. Κρίνεται περαιτέρω ότι καμία πειστική εξήγηση δόθηκε γιατί θα έπρεπε να έρθει από το εξωτερικό ο διευθυντής των Εναγομένων - Αιτητών και μετά να διοριστεί δικηγόρος στην υπόθεση. Συνακόλουθα ούτε ο φόρτος εργασίας ή οποιεσδήποτε άλλες απασχολήσεις στο εξωτερικό, είναι δυνατό να κριθούν ως πειστικές εξηγήσεις, λαμβανομένων υπόψη ότι η αγωγή επιδόθηκε στις 05.10.2009 και για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν υπήρξε αντιμετώπιση στην εμφάνιση ή ενδιαφέρον για την εξέλιξη. Επιπρόσθετα, κρίνεται ως μη ικανοποιητική η αναφορά της Ριόλα Μουρατίδη επί της ένορκης δήλωσης της στην παράγραφο 2, ότι έλαβε γνώση προ μίας εβδομάδας για την έκδοση και ύπαρξη της απόφασης, ο λόγος οφείλεται στο ότι δεν δίδονται λεπτομέρειες ή στοιχεία κάτω από τα οποία έτυχε να λάβει γνώση για την απόφαση, γεγονός που δεν θέτει τη βάση για το Δικαστήριο ούτως ώστε να αξιολογήσει ότι όντως αμέσως και χωρίς καθυστέρηση λήφθηκαν μέτρα προς παραμερισμό της απόφασης. Όσον αφορά την απόδειξη συζητήσιμου θέματος και/ή απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, επίσης το Δικαστήριο με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν ικανοποιείται για το εν λόγω ζήτημα, οι λόγοι εξηγούνται στη συνέχεια: (α) Γίνεται αναφορά σε ισχυρισμό για μηδενισμό των δοσοληψιών που είχαν ο Ενάγοντας με την Εναγόμενη εταιρεία, ωστόσο δεν εξηγείται ο τρόπος με τον οποίο επήλθε τέτοιος διακανονισμός όπως τον αντιλαμβάνονται οι αιτητές, ως εκ τούτου πρόκειται για αόριστο και αφηρημένο ισχυρισμό. Συνεπώς το γεγονός αυτό αποτελεί αδυναμία για την υπόθεση των αιτητών. Περαιτέρω όμως δε μπορεί να παραγνωριστεί το αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι ο Ενάγοντας μεταβίβασε το 2008 όλες τις μετοχές του στο διευθυντή της Εναγομένης, ωστόσο ουδεμία αναφορά γίνεται στο σχετικό επί τούτου έγγραφο (Τεκμήριο Β επί της ένορκης δήλωσης της Ριόλας Μουρατίδη ημερομηνίας 24.3.2010) περί διακανονισμού όπου θα ήταν και αναμενόμενο. (β) Ο Ενάγοντας έχει εξασφαλίσει απόφαση στη βάση έγγραφης καρτέλλας πελάτη με αναφορά σε επί μέρους τιμολόγια και αποδείξεις για τα οποία όμως οι αιτητές δεν σχολιάζουν ή να τοποθετηθούν, παρά μόνο κατά γενικό τρόπο αναφέρουν ότι επήλθε διακανονισμός. Σημειώνεται επιπλέον ότι το ποσό για το οποίο αφορούσε το χρέος ήταν €23.713,60 ενώ ο διευθυντής των αιτητών στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 25.6.2010 αναφέρει ότι όντως οφειλόταν το ποσό των €5.745,02 στον Ενάγοντα το οποίο όμως συμψηφίστηκε με χρεωστικά τιμολόγια που εκδόθηκαν προς τους Ενάγοντες και τα οποία δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Τεκμήριο Δ επί της εν λόγω ένορκης δήλωσης είναι κατάσταση η οποία εν πάση περιπτώσει δεικνύει ποσό €4.291,27 και όχι €5.745,02, αλλά ούτε και €23.713,60 και ούτε αποδεικνύεται ότι με το Τεκμήριο Β επί της ένορκης του δήλωσης ότι μηδενίστηκαν οι όποιες διαφορές. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα μπορούσε να υπάρξει απαίτηση των Εναγομένων εναντίον του Ενάγοντα με ξεχωριστή όμως αγωγή. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν την αίτηση τους, και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος τους, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/other actions/Interim Αναφορά: Παραμερισμός Απόφασης - Δ.26 Κ14 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο