Γιωργούλλας Κουκκουλή κ.α. ν. Δημήτρη Παπαδημήτρη, Αρ. Αγωγής: 4209/05, 27.10.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2010:A9 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4209/05 Μεταξύ:
- Γιωργούλλας Κουκκουλή εκ Λεμεσού
- Κώστας Κουκκουλή εκ Λεμεσού, διαχειριστές της περιουσίας του Νίκου Κουκκουλή, αποβιώσαντος τέως εκ Λεμεσού Εναγόντων Και Δημήτρη Παπαδημήτρη εκ Λεμεσού Εναγομένου --------------------------- 27.10.2010 Για Ενάγοντες κ. Ρ. Χ¨Αράπη για Κώστας Μελάς και Συνεργάτες Για Εναγόμενο κ. Στ. Ερωτοκρίτου για Αντρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με την ιδιότητα τους σαν διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Νίκου Κουκκουλή, απαιτούν από τον Εναγόμενο αποζημιώσεις για οδύνη λόγω απώλειας οικείου, αποζημιώσεις για οποιαδήποτε ζημιά και/ή απώλεια συνεπεία του θανάτου του αποβιώσαντα, αποζημιώσεις προς όφελος της περιουσίας και/ή των κληρονόμων του αποβιώσαντα, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι κατά ή περί την 10.11.2005 και ενώ ο αποβιώσας οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής DAB 116 στο δρόμο Λεμεσού-Πάφου παρά την γέφυρα Στερακόβου με ανατολική κατεύθυνση ο Εναγόμενος που οδηγούσε το όχημα- τρέϊλερ - με αριθμό εγγραφής ΗG 87 με ίδια κατεύθυνση και προπορευόμενος, οδήγησε με αμέλεια και παραβαίνοντας τα νομικά του καθήκοντα απέκοψε την ελεύθερη και νόμιμη πορεία του αποβιώσαντα το όχημα του οποίου συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του οχήματος του Εναγομένου. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν ο αποβιώσας να υποστεί σοβαρά τραύματα και να υποκύψει σ΄ αυτά. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο θάνατος του αποβιώσαντα οφείλεται στην αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών καθηκόντων του Εναγόμενου ο οποίος οδηγούσε με ταχύτητα κατώτατη του επιτρεπόμενου ορίου και προκάλεσε τη σύγκρουση ανακόπτοντας την νόμιμη και ελεύθερη πορεία του οχήματος του αποβιώσαντα. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι Ενάγοντες ότι ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του έχοντας επικίνδυνο φορτίο και/ή ανώτατο και/ή βαρύτερο του νομίμως επιτρεπτού, οδηγούσε με ελαττωματικό και/ή μη σωστά τοποθετημένο προστατευτικό σίδηρο και οδηγούσε με την προστατευτική πίσω πόρτα του οχήματος του ανοικτή και/ή κατεβασμένη. Είναι επίσης ισχυρισμός των Εναγόντων ότι οδηγούσε με ανεπαρκή φωτισμό και/ή ελαττωματικά πίσω φώτα. Στην Έκθεση Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του αποβιώσαντα καθ΄ ότι οδηγούσε το όχημα του με υπερβολική ταχύτητα υπό το κράτος κόπωσης και υπνηλίας. Παρέλειψε να αντιληφθεί το όχημα του Εναγόμενου έγκαιρα και/ή καθόλου και επέπεσε στο πίσω μέρος του οχήματος του Εναγόμενου. Είναι επίσης ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι ο αποβιώσας παρέλειψε να προβεί σε οποιονδήποτε ή τον ενδεδειγμένο ελιγμό για αποφυγή της σύγκρουσης. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι Ενάγοντες κάλεσαν επτά μάρτυρες και κατέθεσαν τεκμήρια. Ο Εναγόμενος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Έγινε επίσης παραδεκτό γεγονός, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι ο αποβιώσας κατά το χρόνο της σύγκρουσης είχε σχεδόν τριπλάσια ποσότητα αλκοόλ στο σώμα του από το επιτρεπόμενο, 250 mg αντί 90 mg. Πρώτος μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν ο Παναγιώτης Συμεωνίδης (Μ.Ε.1) ο οποίος ανέφερε ότι είναι Λοχίας στις Βρετανικές Βάσεις. Στις 10.11.05 βρισκόταν σε υπηρεσία και γύρω στις 6.08 μ.μ. ενημερώθηκε ότι έγινε θανατηφόρο δυστύχημα στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Πάφου. Το δυστύχημα έγινε στις 17.
- Σαν μέλος της ομάδας εξέτασης θανατηφόρων δυστυχημάτων στην αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων πήγε στη σκηνή μαζί με τον αστυφύλακα 510 Ονησιφόρου. Πριν από τον ίδιο πήγαν στη σκηνή οι αστυφύλακες 251 Στυλιανού και 247 Γκαρσία. Την ημέρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν καλός, δεν έβρεχε και η άσφαλτος ήταν καλή. Ήταν όμως σκοτεινά, πολύ σκοτεινά γιατί δεν υπήρχε φωτισμός ούτε και φεγγάρι. Στο σημείο του δυστυχήματος υπάρχει ανηφόρα 4,25% και μεγάλη δεξιά στροφή. Το δυστύχημα έγινε 200-300 μέτρα μετά την στροφή. Στη σκηνή είδε ένα άσπρο van όχημα με αριθμό εγγραφής DAN 116 που κρατούσε την αριστερή λωρίδα με τα φώτα αναμμένα. Το αυτοκίνητο είχε μεγάλη ζημιά μπροστά και στην οροφή. Σε 20 μέτρα από αυτό υπήρχε ένα φορτηγό με αριθμό εγγραφής HG 87 που κρατούσε επίσης την αριστερή λωρίδα και μέρος του ερίσματος. Η πισινή πόρτα ήταν οριζόντια ανοικτή. Μπροστά από το όχημα με αριθμό εγγραφής DAN 116 2-3 μέτρα στο δρόμο υπήρχε ένα πασαμάνο που ήταν η προστατευτική μπάρα του φορτηγού. Η πόρτα του φορτηγού ήταν ανοικτή και στερεωμένη οριζόντια με σκοπό να τοποθετηθούν περισσότερα κιβώτια με γκρέιπφρουτ. Τα πισινά φώτα του φορτηγού στη δεξιά πλευρά δεν άναβαν και αριστερά ήταν θαμπά. Ο λόγος που δεν άναβαν ήταν γιατί κρεμμάστηκαν μετά την σύγκρουση. Όταν τα ένωσαν άναψαν. Τα φώτα ήταν εντάξει πριν το δυστύχημα ήταν όμως κάπως σκονισμένα και θαμπά. Για το όχημα υπήρχε σε ισχύει η έγκριση Μ.Ο.Τ. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης. Στις 17.11.05 έγινε στο φορτηγό έλεγχος ταχύτητας όμως λόγω προβλήματος στο «κλατς» δεν ολοκληρώθηκε ο έλεγχος. Αφού επιδιορθώθηκε το πρόβλημα στις 18.1.06 έγινε ξανά ο έλεγχος με ίδιο φορτίο όπως την ημέρα του δυστυχήματος. Σε μια απόσταση λίγο πριν το σημείο του δυστυχήματος η ταχύτητα που ανέπτυξε ήταν 45 χ.α.ω. Ο μάρτυρας κατέθεσε σαν Τεκμήριο 1 το σχεδιάγραμμα της σκηνής. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος κατηγορήθηκε ότι οδηγούσε με ταχύτητα 45 χ.α.ω. αντί 65 χ.α.ω. και ανέφερε ότι δεν τον κατηγόρησε ότι το όχημα ήταν εκτός κυκλοφορίας δρόμου ή είχε λερωμένα φώτα ή για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Σε ερώτηση της κ. Ερωτοκρίτου αν έλεγξε από πόση απόσταση φαίνονταν τα φώτα του οχήματος του Εναγόμενου ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά και απάντησε επίσης αρνητικά σε ερώτηση αν γνώριζε την ορατότητα των φώτων του οχήματος του Εναγομένου. Ανέφερε επίσης ότι από τις εξετάσεις που έγιναν στο θύμα από τον ιατροδικαστή Σοφοκλέους βρέθηκαν 250 mg αλκοόλης στο αίμα του, τρεις φορές σχεδόν περισσότερο από το επιτρεπόμενο που ήταν τότε 90 mg. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι από εξετάσεις που έκαμε λήφθηκε μαρτυρία ότι ο αποβιώσας πριν το δυστύχημα έφυγε από ταβέρνα στο χωριό Πισσούρι όπου κατανάλωσε 2 ούζα 10 centiliter. Δεύτερος μάρτυρας για τους Ενάγοντες (Μ.Ε.2) ήταν η σύζυγος του θύματος Γιωργούλλα Κουκκουλή η οποία υιοθέτησε την γραπτή της δήλωση - Τεκμήριο Α - και κατέθεσε τα τεκμήρια 2-8 τα οποία είναι αποδείξεις πληρωμών και βεβαιώσεων του εργοδότη του αποβιώσαντα και των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τις αποδοχές του αποβιώσαντος στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην οικογενειακή τους κατάσταση και είπε επίσης ότι ο σύζυγος της έκαμνε και δεύτερη δουλειά αλλά δεν γνώριζε ακριβώς τα εισοδήματα του από αυτή και τα καθόρισε μεταξύ Λ.Κ.500 - Λ.Κ.700 μηνιαίως. Τρίτος μάρτυρας (Μ.Ε.3) για τους Ενάγοντες ήταν ο Ahmed Salahi, Λοχίας στις Βρετανικές Βάσεις ο οποίος δήλωσε ότι παρακολούθησε διάφορα σεμινάρια στην Αγγλία σαν εξεταστής τροχαίων δυστυχημάτων. Στις 10.11.05 του ζήτησαν να επισκεφτεί την σκηνή του δυστυχήματος σαν ειδικός. Την επισκέφθηκε γύρω στις 8.00 μ.μ., εξέτασε τις περιστάσεις του δυστυχήματος που συμπεριλάμβαναν και την κατάσταση του δρόμου. Όταν πήγε εκεί ήταν σκοτεινά. Το δυστύχημα έγινε μια ώρα μετά την δύση του ήλιου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 15 η δύση του ήλιου στις 10 Νοεμβρίου είναι στις 16.
- Ήταν στον υπεραστικό δρόμο Λεμεσού-Πάφου όπου το όριο ταχύτητας είναι 100 χιλιόμετρα το ανώτατο και 65 χιλιόμετρα το κατώτατο. Είδε τα δύο οχήματα στις τελικές τους θέσεις και πολλά γκρέϊπφρουτ σκορπισμένα στο δρόμο. Ακριβώς μπροστά από το όχημα του θύματος υπήρχε μια μεταλλική μπάρα που κόπηκε από το φορτηγό. Το όχημα του θύματος είχε πολλές ζημιές στο μπροστινό του μέρος. Είκοσι μέτρα περίπου πιο μπροστά ήταν το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος, μισό στο δρόμο και μισό στη λωρίδα διαφυγής. Το ένα από τα πισινά φανάρια του ήταν σπασμένο. Τα φώτα ήταν σκονισμένα και δεν φώτιζαν αρκετά καλά, δημιουργούσαν θαμπό φως. Η πίσω πόρτα του φορτηγού ήταν ανοικτή και προεξείχε μισό μέτρο. Ήταν ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι η προστατευτική μπάρα στο φορτηγό ήταν κατασκευασμένη από «φτανό» μέταλλο και δεν ήταν σύμφωνα με τα πρότυπα του Νόμου. Ήταν τοποθετημένη σε απόσταση 1.40 μ. προς τα μέσα αντί σε 0.60 μ.. Η συγκόλληση επίσης δεν ήταν καλή με αποτέλεσμα από την σύγκρουση να κοπεί πολύ εύκολα. Ανέφερε επίσης ότι στον έλεγχο ταχύτητας που έγινε στο φορτηγό το ίδιο βράδυ όταν το μετέφεραν στον αστυνομικό σταθμό ο αστυφ. Πιτσιλλίδης του είπε ότι η ταχύτητα του φορτηγού στο ανήφορο δεν ξεπερνούσε τα 5-10 χ.α.ω. Λαμβάνοντας υπόψη την ταχύτητα αυτή και τις ζημιές του οχήματος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το όχημα του αποβιώσαντα οδηγείτο με αρκετά ψηλή ταχύτητα. Σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς και λαμβάνοντας υπόψη σαν βασική ταχύτητα τα 120 χ.α.ω. καθόρισε ότι όταν προσέγγιζε το φορτηγό η ταχύτητα του οχήματος του αποβιώσαντα ήταν 110 χ.α.ω. Ένας απρόσεκτος οδηγός όπως είπε κάτω από αυτές τις συνθήκες θα έβλεπε το φορτηγό στα 50-60 μ.. Η προσεγγίζουσα ταχύτητα ήταν 30 μ. το δευτερόλεπτο που σημαίνει ότι είχε δύο δευτερόλεπτα να το αντιληφθεί. Λαμβάνοντας υπόψη και τον χρόνο αντίδρασης δεν είχε καθόλου χρόνο να πατήσει τα φρένα του και συγκρούστηκε με όλη την ταχύτητα. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα η κ. Ερωτοκρίτου αμφισβήτησε τα προσόντα του και ιδιαίτερα τον ισχυρισμό του ότι είναι ειδικός για αναπαράσταση δυστυχημάτων. Σε ερώτηση της κ. Ερωτοκρίτου γιατί πήρε σαν βασική ταχύτητα τα 120 χ.α.ω. και όχι τα 150 χ.α.ω. ο μάρτυρας ανάφερε ότι χρησιμοποίησε αυτή την ταχύτητα «για να κάμει ένα πρόχειρο υπολογισμό» και σε ερώτηση επίσης ποια μέθοδο χρησιμοποίησε ο μάρτυρας είπε ότι για την χρήση συγκεκριμένης μεθόδου χρειάζονται και κάποιες άλλες ταχύτητες άλλων αυτοκινήτων στο δρόμο που δεν είχε. Ήταν επίσης πολύ μεγάλη η διαφορά στο βάρος των δύο αυτοκινήτων και έτσι δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει την μέθοδο. Είπε επίσης ότι την μπάρα του φορτηγού την εξέτασε ο ίδιος και ο αστυφ. Μαρίνου αλλά δεν την πήρε σε κάποιο ειδικό για μέταλλα και ούτε γνώριζε την αντοχή της. Στηρίχθηκε στα ευρήματα του εξεταστή του δυστυχήματος. Σε ερώτηση επίσης αν γνωρίζει τις προδιαγραφές του Νόμου στις οποίες αναφέρθηκε απάντησε αρνητικά και παρέπεμψε επίσης στον εξεταστή του δυστυχήματος. Τέταρτος μάρτυρας (Μ.Ε.4) ήταν ο αστυφ. 199 Αναστάσιος Ιωάννου ο οποίος είπε ότι είναι αστυνομικός στις Βρετανικές Βάσεις και έχει ειδικά καθήκοντα σαν εξεταστής σκηνών δυστυχημάτων και φωτογράφος. Επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος, πήρε αριθμό φωτογραφιών τις οποίες κατέθεσε σαν Τεκμήρια 11 και
- Ο πέμπτος μάρτυρας για τους Ενάγοντες (Μ.Ε.5) ήταν ο Πολύκαρπος Γρηγορίου, ασφαλιστής γενικών ασφαλίσεων στην Άλφα Ασφαλιστική. Όπως ανέφερε στον ουσιαστικό χρόνο επέστρεφε από την Πάφο και ήταν σούρουπο. Περνώντας το γεφύρι στο Παραμάλι εκεί που η δεξιόστροφη στροφή ισιώνει είδε από απόσταση 40-50 μέτρων κάσιες και πορτοκάλια στο δρόμο και καπνό. Δεν είδε τι προηγήθηκε, δεν είδε την σύγκρουση. Κατέβηκε στη σκηνή και ζήτησε από τον οδηγό του φορτηγού να ανάψει τα φώτα. Αυτό έγινε 5-10 λεπτά πριν έρθει η αστυνομία η οποία έφτασε σε 10-15 λεπτά μετά τη δική του άφιξη στη σκηνή. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε ήλιος, ήταν σούρουπο, βλέπεις όπως είπε το αυτοκίνητο σε λιγότερη απόσταση από την ημέρα. Σε ελάχιστα λεπτά έπεσε το φως της ημέρας. Στο δρόμο υπήρχε κίνηση αλλά όχι πυκνή. Τον προσπέρασαν μερικά αυτοκίνητα. Ο Αντρέας Μαρίνου (Μ.Ε.6) είπε ότι είναι αστυνομικός των Βρετανικών Βάσεων και λόγω της εμπειρίας του και των σπουδών του σαν μηχανικός έκαμε αίτηση για να εγκριθεί σαν εξεταστής μηχανοκινήτων. Τον ειδοποίησε ο αστυφ. Πιτσιλλίδης γύρω στις 6.30 μ.μ. ότι έπρεπε να πάει στην Επισκοπή για ένα δυστύχημα. Έφτασε στη σκηνή γύρω στις 9.00 μ.μ.. Ο μάρτυρας περιέγραψε τα ευρήματα του στη σκηνή και αναφέρθηκε τόσο στις ζημιές στα δύο οχήματα όσο και στην προστατευτική σχάρα και τα φανάρια του φορτηγού. Στις λεπτομέρειες θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι κοίταξε τα φρένα του αυτοκινήτου του αποβιώσαντα και είδε ότι χρησιμοποιήθηκαν. Είχαν μια καφέ απόχρωση όπως είπε από την τριβή. Στην αντεξέταση του ανάφερε ότι η μπάρα στο φορτηγό ζάβωσε και ξεκόλλησε. Δεν ήταν η μπάρα που δεν άντεξε ήταν τα κολλήματα της, όμως όπως είπε δεν το πήρε για εξέταση από κάποιο ειδικό. Ανέφερε επίσης ότι την ώρα του δυστυχήματος του την είπε ο Πανίκος όμως δεν γνώριζε ποιος την είπε στον Πανίκο. Τελευταίος μάρτυρας (Μ.Ε.7) για τους Ενάγοντες ήταν ο αστυφ. 247 Πέτρος Λαμπριανίδης Γκαρσία ο οποίος επίσης εργάζεται στις Βρετανικές Βάσεις. Στις 10.11.05 ενώ βρισκόταν σε περιπολία πήρε μήνυμα ότι υπήρχε σοβαρό τροχαίο δυστύχημα, πιθανόν θανατηφόρο. Επισκέφθηκε την σκηνή στις 6.10 μ.μ. περίπου λίγο πριν την σήραγγα στη λωρίδα προς τη Λεμεσό σε 4-5 λεπτά μετά το τηλεφώνημα. Όταν έφτασε στη σκηνή και των δύο αυτοκινήτων τα φώτα ήταν αναμμένα. Η πλευρά του Εναγόμενου δεν έφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες ανέπτυξαν τις θέσεις τους. Ήταν η θέση της κ. Χ¨Αράπη όπως εκφράστηκε μέσα από την αγόρευση της ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η χαμηλή ταχύτητα του προπορευόμενου οχήματος του Εναγόμενου, 5-10 χ.α.ω. σε συνδυασμό με τον ανηφορικό δρόμο στον οποίο υπήρχε στροφή και ήταν σκοτάδι όπως και το γεγονός ότι τα πίσω φώτα του οχήματος του Εναγόμενου δεν ήταν εύκολα διακριτά. Ήταν επίσης η θέση της κ. Χ¨Αράπη ότι όταν το όχημα του Εναγόμενου εισήλθε μέσα στην ακτίνα ορατότητας που του πρόσφεραν τα φώτα του οχήματος του αποβιώσαντος ο αποβιώσας αντιλήφθηκε ότι το φορτηγό κινείτο πολύ αργά και άρχισε να πατά τα φρένα του οχήματος για να αποφύγει την σύγκρουση. Η πλευρά των Εναγόντων εισηγήθηκε επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση ολόκληρη την ευθύνη για το δυστύχημα την φέρει ο Εναγόμενος αφού κάτω από τις περιστάσεις το μόνο που μπορούσε να κάνει ο αποβιώσας ήταν να πατήσει τα φρένα του οχήματος του όπως ακριβώς ξεκίνησε να κάνει. Αντίθετη ήταν η θέση της κ. Ερωτοκρίτου η οποία εισηγήθηκε ότι η μόνη αιτία του δυστυχήματος ήταν η αλόγιστη συμπεριφορά του αποβιώσαντα, με τεράστιο ποσοστό αλκοόλης στο σώμα του που δεν του επέτρεπε να ελέγχει την οδήγηση του ή να είναι ξύπνιος στο δρόμο με αποτέλεσμα να κατευθυνθεί και να προσκρούσει βίαια πάνω στο προπορευόμενο φορτηγό, χωρίς να αντιδράσει καθόλου. Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες ενώ έδιδαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τον τρόπο που κατέθεταν και απαντούσαν στις ερωτήσεις ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση τους. Ο Μ.Ε.4 κρίνω ότι είπε την αλήθεια για ότι περιήλθε σε γνώση του μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του κατά την εξέταση του δυστυχήματος τα οποία περιορίζονται στη λήψη φωτογραφιών της σκηνής. Η πλευρά των Εναγόντων εισηγήθηκε ότι ο Μ.Ε.5 τον οποίο η ίδια κάλεσε δεν θυμόταν καλά την μέρα και την ώρα του δυστυχήματος και ο λόγος ουσιαστικά που γίνεται αυτή η εισήγηση είναι γιατί ο μάρτυρας ανέφερε ότι την ώρα που έφτασε στη σκηνή του δυστυχήματος ήταν σούρουπο σε αντίθεση με τη θέση των Εναγόντων ότι την ώρα της σύγκρουσης επικρατούσε σκοτάδι, σε ελάχιστα λεπτά έπεσε το φως της ημέρας και σε 10-15 λεπτά έφτασε η αστυνομία. Πριν φτάσει η αστυνομία ο ίδιος ζήτησε από τον οδηγό του φορτηγού να ανάψει τα φώτα. Ο Μ.Ε.5 είναι η κρίση μου ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια για το χρόνο που έφτασε στη σκηνή και τον φωτισμό που επικρατούσε. Είναι γεγονός ότι αμέσως μετά την δύση του ήλιου δεν επικρατεί σκοτάδι αλλά υπάρχει μια περίοδος όπου υπάρχει ακόμη το φως της ημέρας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 15 στις 10 Νοεμβρίου ο ήλιος έδυε η ώρα 16.
- Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.7 την οποία αποδέχομαι προκύπτει ότι ο πρώτος αστυνομικός έφτασε στη σκηνή γύρω στις 6.10 μ.μ. περίπου. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι το τηλεφώνημα λήφθηκε στις 6.08 μ.μ. αλλά δεν ανέφερε ποιος τον ενημέρωσε για το χρόνο που συνέβηκε το δυστύχημα. Η αναφορά εκ μέρους των Μ.Ε.1, Μ.Ε.3 και Μ.Ε.6 ότι το δυστύχημα έγινε στις 5.
- μ.μ. δεν στηρίζεται πουθενά. Η μόνη μαρτυρία για το χρόνο του δυστυχήματος είναι αυτή του Μ.Ε.5 που είναι το πρόσωπο που έφτασε πρώτο στη σκηνή και ανέφερε ότι λίγα λεπτά μετά που έφτασε έπεσε το σκοτάδι και ζήτησε μάλιστα από τον οδηγό του φορτηγού να ανάψει τα φώτα. Δεν θα πρέπει να διαφεύγει επίσης της προσοχής το γεγονός ότι το δυστύχημα προηγήθηκε της άφιξης του μάρτυρα στη σκηνή. Οι φωτογραφίες στο Τεκμήριο 11 που κατέθεσε ο Μ.Ε.4 διαψεύδουν τον ισχυρισμό των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.7 ότι τα φώτα του οχήματος του αποβιώσαντα ήταν αναμμένα όταν έφτασαν στη σκηνή αφού όπως φαίνεται σ΄ αυτές δεν ήταν αναμμένα. Αυτό υποστηρίζει επίσης τη μαρτυρία του Μ.Ε.5 ότι στον ουσιαστικό χρόνο ήταν σούρουπο και λίγα λεπτά αργότερα έπεσε το σκοτάδι αφού κανένα από τα δύο οχήματα δεν είχε αναμμένα φώτα. Η κ. Χ¨Αράπη στην αγόρευση της αναφέρθηκε στην ταχύτητα με την οποία ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του και τόνισε ότι αυτή ήταν 5.10 χ.α.ω. και αυτή τη θέση τη στηρίζει στη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι από τον έλεγχο ταχύτητας που έκαμε το φορτηγό εκινείτο μόνο με την πρώτη ταχύτητα και ήταν πολύ χαμηλή η ταχύτητα του όμως δεν μπορούσε να ξέρει ακριβώς γιατί το μιλίμετρο ήταν σπασμένο. Επιβεβαίωσε την ταχύτητα από το αυτοκίνητο της αστυνομίας που τον συνόδευε και του είπε ο Πιτσιλλίδης ότι η ταχύτητα στο ανήφορο ήταν 5-10 χ.α.ω. Αυτός όμως ο ισχυρισμός του μάρτυρα για την ταχύτητα ανατρέπεται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι ο Εναγόμενος κατηγορήθηκε ότι οδηγούσε το όχημα του με ταχύτητα 45 χ.α.ω. αντί 65 χ.α.ω. αλλά και από το δεύτερο έλεγχο ταχύτητας που έγινε στο φορτηγό ενώ έφερε το ίδιο φορτίο με αυτό της ημέρας του δυστυχήματος και η ταχύτητα του ήταν 44-45 χ.α.ω. Ενώ ο Μ.Ε.3 παρουσίαζε τον εαυτό του σαν εμπειρογνώμονα για αναπαράσταση δυστυχημάτων ξεκίνησε την έρευνα του με το αυθαίρετο εύρημα ότι ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του με ταχύτητα 5-10 χ.α.ω. και με μια υποθετική ταχύτητα λέγοντας ότι «αν υποθέσουμε ότι πήγαινε 120 χ.α.ω.» για να καταλήξει ότι ο αποβιώσας στον ουσιαστικό χρόνο προσέγγισε το φορτηγό με 110 χ.α.ω.. Στην αντεξέταση του και σε ερώτηση της κ. Ερωτοκρίτου γιατί πήρε σαν βασική ταχύτητα τα 120 χ.α.ω. και όχι τα 150 χ.α.ω. ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν λέει οπωσδήποτε ότι ήταν 120 χ.α.ω. αλλά χρησιμοποίησε αυτή την ταχύτητα για να κάμει ένα πρόχειρο υπολογισμό και δεν χρησιμοποίησε συγκεκριμένη φόρμουλα γιατί υπήρχε και μεγάλη διαφορά στο βάρος των δύο οχημάτων αλλά δεν είχε και τις ταχύτητες άλλων οχημάτων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Τα πιο πάνω δεν μπορούν να είναι ασφαλές υπόβαθρο για την μαρτυρία του και την κατάληξη του μάρτυρα ότι η ταχύτητα ήταν 110 χ.α.ω. Ο μάρτυρας χαρακτήρισε την διαχωριστική μπάρα στο όχημα του Εναγόμενου «φτηνό» μέταλλο και «πολύ φτωχά κολλημένη». Σε ερώτηση της κ. Ερωτοκρίτου αν αυτή η κατάληξη του στηρίζεται σε εξέταση ειδικού ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά και ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει τις προδιαγραφές του Νόμου για τη διαχωριστική μπάρα. Ο χαρακτηρισμός «φτηνό» μέταλλο από τον Μ.Ε.3 είναι αυθαίρετος αφού ο Μ.Ε.6 στη δική του μαρτυρία είπε ότι η μπάρα δεν έσπασε αλλά ξεκόλλησε. Είναι η κατάληξη μου ότι ο Μ.Ε.3 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εμπειρογνώμονας και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο Μ.Ε.1 κρίνω ότι γενικά είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο για όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά τη διάρκεια της διερεύνησης του δυστυχήματος με επιφύλαξη για τον ισχυρισμό του ότι τα φώτα του οχήματος του αποβιώσαντα ήταν αναμμένα όταν επισκέφτηκε την σκηνή αφού κάτι τέτοιο διαψεύδεται από τις φωτογραφίες στο Τεκμήριο
- Ο Μ.Ε.6 κρίνω ότι είπε την αλήθεια για τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή του δυστυχήματος δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό του για την ταχύτητα του οχήματος του Εναγόμενου αφού αυτή όπως έχω αναφέρει πιο πάνω συγκρούεται με άλλη μαρτυρία και δεν αποδέχομαι επίσης την μαρτυρία του ότι χρησιμοποιήθηκαν τα φρένα του οχήματος του αποβιώσαντα αφού η πραγματική μαρτυρία, Τεκμήριο 1, δεν υποστηρίζει τέτοιο ισχυρισμό. Από τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες προκύπτει ότι στις 10.11.2005 μετά την δύση του ήλιου και ενώ υπήρχε ακόμα φως της ημέρας ο Εναγόμενος οδηγούσε το φορτηγό του όχημα με αριθμό εγγραφής ΗG 87 στο δρόμο Πάφου-Λεμεσού με κατεύθυνση τη Λεμεσό φορτωμένο με κιβώτια γεμάτα γκρέϊπφρουτ και με ταχύτητα 45 χ.α.ω. κρατώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ο αποβιώσας που οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής DAB 116 στην ίδια κατεύθυνση και στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας με μεγάλη ταχύτητα αφού όπως προκύπτει από τη μαρτυρία η σύγκρουση ήταν βίαιη και με ποσότητα 250 mg αλκοόλ στο σώμα του αντί 90 mg χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης, συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του φορτηγού με αποτέλεσμα το όχημα του να εισέλθει κάτω από το φορτηγό, να υποστεί εκτεταμένες ζημιές και ο ίδιος να χάσει τη ζωή του. Ο καιρός ήταν καλός και η άσφαλτος καλή. Ο δρόμος παρουσιάζει ανηφορική κλίση 4,25% και το σημείο σύγκρουσης ήταν 200-300 μέτρα μετά την στροφή όπου ο δρόμος είναι ευθύς. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε στο κέντρο σχεδόν της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του αποβιώσαντα. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα θα προχωρήσω στην εξέταση της αμέλειας που όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες επέδειξε ο Εναγόμενος. Στον καταμερισμό της ευθύνης οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 178 ο Δικαστής Πικής αναφέρει στις σελίδες 183-184: «Ο καθορισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για το καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης.» Η έννοια της αμέλειας όπως καθορίστηκε από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη Πολ. Εφ. 8452 και 8463 ημερ. 24.4.96 αναφέρονται τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο». Ήταν η εισήγηση της κ. Χ¨Αράπη, όπως ήδη έχω αναφέρει, ότι την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα την φέρει ο Εναγόμενος λόγω της χαμηλής ταχύτητας με την οποία εκινείτο το όχημα του σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο δρόμος ήταν ανηφορικός, υπήρχε στροφή, ήταν σκοτάδι χωρίς λαμπτήρες φωτισμού και με περιορισμένη ορατότητα των πισινών φώτων του οχήματος του. Η ταχύτητα του Εναγόμενου ήταν χαμηλότερη της κανονικής και αυτό το γεγονός θα πρέπει να εξεταστεί όπως στις περιπτώσεις όπου η ταχύτητα είναι μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας αφού η ταχύτητα από μόνη της όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί δεν στοιχειοθετεί αμέλεια αλλά θα πρέπει να συντρέχουν και άλλοι παράγοντες. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ταχύτητα του οχήματος του Εναγόμενου ήταν 45 χ.α.ω. και όχι 5-10 χ.α.ω. όπως ήταν η εισήγηση της κ. Χ¨Αράπη. Η πραγματική μαρτυρία, Τεκμήριο 1, δεν υποστηρίζει τη θέση της κ. Χ¨Αράπη περί ύπαρξης στροφής αλλά αντίθετα καταδεικνύει ότι ο δρόμος στο σημείο εκείνο ήταν ευθύς και σύμφωνα με την μαρτυρία που προσκόμησαν οι Ενάγοντες το δυστύχημα έγινε 200-300 μέτρα μετά την στροφή. Είναι επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι στον ουσιαστικό χρόνο δεν είχε πέσει το σκοτάδι αλλά υπήρχε ακόμη το φως της ημέρας και κατά συνέπεια ήταν ορατό το ίδιο το φορτηγό. Η κ. Χ¨Αράπη αναφέρθηκε στα πίσω φώτα του φορτηγού και ισχυρίστηκε ότι η ορατότητα τους ήταν περιορισμένη. Ακόμη και αν οι συνθήκες φωτισμού στο χρόνο του δυστυχήματος καθιστούσαν αναγκαία την λειτουργία των φώτων για να είναι ορατό το φορτηγό, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μαρτυρία ότι αυτά λειτουργούσαν αλλά δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία για την απόσταση από την οποία ήταν ορατά αφού τέτοια μέτρηση όπως αναφέρθηκε δεν έγινε. Δεν υπάρχει επίσης σαφής και θετική μαρτυρία ότι τα πίσω φώτα του φορτηγού δεν φαίνονταν καθαρά αφού και πάλι τέτοια εξέταση δεν έγινε και η μόνη μαρτυρία που υπάρχει είναι ότι αυτά ήταν «κάπως σκονισμένα και θαμπά». Η κ. Χ¨Αράπη παρέπεμψε στην υπόθεση Στέλλα Ιωαννίδου κ.ά. ν. Jagjid Singh κ.α., Πολ. .Εφ. 10718 ημερ. 30.11.01 όπου κρίθηκε ότι το συμπέρασμα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ταχύτητα των 40 χ.α.ω. με την οποία οδηγείτο το αρθρωτό όχημα δεν συνέτεινε στη σύγκρουση ήταν εσφαλμένο. Το Εφετείο ανέφερε ότι η ταχύτητα των 40 χ.α.ω. συνέτεινε στη σύγκρουση λαμβανομένου ταυτόχρονα υπόψη του γεγονότος ότι το αρθρωτό όχημα είχε ελαττωματικό και παραπλανητικό φωτισμό και δεν υπήρχε φάρος στην οροφή ώστε να καθιστά το όχημα καταφανές επί της οδού και καθόρισε 30% ευθύνη στον οδηγό του αρθρωτού οχήματος. Έχω μελετήσει ιδιαίτερα την εισήγηση της κ. Χ¨Αράπη σε συσχετισμό και με την απόφαση Ιωαννίδου. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ταχύτητα του οχήματος του Εναγόμενου ήταν 45 χ.α.ω. και κρατούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Το όχημα ήταν ορατό αφού υπήρχε ακόμα το φως της ημέρας και αυτή είναι και η ουσιαστική διαφορά αφού στα γεγονότα της υπόθεσης Ιωαννίδου η ύπαρξη των φώτων και του φάρου στην οροφή ήταν αναγκαία για να είναι ορατό το όχημα. Η ταχύτητα και μόνο με την οποία εκινείτο το όχημα του Εναγόμενου δεν καθιστά τον Εναγόμενο αμελή. Η πλευρά των Εναγόντων εισηγήθηκε ότι η προστατευτική ράβδος στο πίσω μέρος του φορτηγού ήταν εκτός των προδιαγραφών των σχετικών κανονισμών και βρισκόταν σε απόσταση 140 εκ. από την άκρη του φορτηγού με αποτέλεσμα να μην εξυπηρετεί τον σκοπό της που ήταν η προστασία της ζωής των οδηγών από τυχόν σύγκρουση τους με το φορτηγό. Η πλευρά των Εναγόντων απέτυχε να αποδείξει ότι η προστατευτική μπάρα ήταν εκτός προδιαγραφών και δεν ήταν κολλημένη σωστά αφού τέτοια εξέταση δεν έγινε από ειδικό και η αναφορά σε αυτή γινόταν από την προσωπική εκτίμηση των μαρτύρων. Και πάλι όμως προκύπτει ένα ερώτημα. Υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της διαχωριστικής μπάρας και της ζημιάς που προκλήθηκε; Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.6 προκύπτει ότι η ζημιά στο όχημα του αποβιώσαντα προκλήθηκε γιατί κτύπησε στο πίσω μέρος του φορτηγού. Υπήρχαν ζημιές στο μπροστινό μέρος που συγκρούστηκε με την προστατευτική σχάρα και μια δεύτερη σύγκρουση στο πάνω μέρος του καπώ όπως φαίνεται και στη φωτογραφία 18 του Τεκμηρίου
- Σύμφωνα με τον Μ.Ε.6 η βίαιη σύγκρουση έγινε με την οροφή του οχήματος του αποβιώσαντα και δεν μπορεί κατά την κρίση μου να συνδεθεί η προστατευτική μπάρα και αν ακόμη οι Ενάγοντες αποδείκνυαν ότι αυτή ήταν ελαττωματική, με την αιτία του δυστυχήματος και τις συνέπειες του. Το όχημα του Εναγόμενου είχε περάσει τον έλεγχο ΜΟΤ, ο Εναγόμενος ήταν καθ΄ όλα επιμελής, η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου δεν ήταν ορατή. Αυτός ο κίνδυνος παρουσιάστηκε από την πλευρά του αποβιώσαντα ο οποίος έχοντας στο αίμα του, όπως είναι παραδεκτό γεγονός, ποσότητα αλκοόλ τριπλάσια σχεδόν του επιτρεπόμενου, 250 mg αντί 90 mg, γεγονός που επηρεάζει την ικανότητα για οδήγηση όπως αναφέρει στη μαρτυρία του ο Μ.Ε.1, οδηγώντας με μεγάλη ταχύτητα όπως οι μάρτυρες καθόρισαν λόγω της βίαιης σύγκρουσης και χωρίς καμιά προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης αφού ίχνη τροχοπέδησης δεν έχουν εντοπιστεί επέπεσε στο πίσω μέρος του φορτηγού και κατά την κρίση μου αποκλειστικά υπεύθυνος για το δυστύχημα είναι ο αποβιώσας. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω στην εξέταση των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων τις οποίες θα δικαιούνταν οι Ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Οι Ενάγοντες απαιτούν από τον Εναγόμενο το ποσό των €17.086 σαν αποζημιώσεις για απώλεια, €22.996 σαν ειδικές ζημιές και €216.000 σαν αποζημιώσεις που αναλογούν προς τη ζημιά που προκύπτει στους εξαρτώμενους από τον θάνατο του αποβιώσαντα, νόμιμους τόκους και έξοδα. Μοναδική μάρτυρας για απόδειξη των ζημιών ήταν η Γιωργούλλα Κουκκουλή, σύζυγος του αποβιώσαντα (Μ.Ε.2). Σύμφωνα με την μαρτυρία της ο σύζυγος της ήταν ηλικίας 51 χρόνων καθ΄ όλα υγιής και εργαζόταν σαν ηλεκτρολόγος στην εταιρεία Saem Electrical Mechanical Services Ltd με μισθό €425 εβδομαδιαίως και κατέθεσε σαν Τεκμήριο 2 σχετική βεβαίωση όπως και κατάσταση από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων σαν Τεκμήριο
- Ήταν ο ισχυρισμός της ότι ο σύζυγος της εργαζόταν στις ελεύθερες του ώρες σε διάφορα σπίτια κάνοντας ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και κέρδιζε επιπλέον €853.30 - €1.196 μηνιαίως. Με τον αποβιώσαντα είχαν τέσσερα παιδιά ηλικίας 28, 26, 25 και 16 ετών. Κατά το χρόνο θανάτου του συζύγου της ο μικρότερος γιος τους φοιτούσε στο Λύκειο και εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον πατέρα του για τη διαμονή, διατροφή και μόρφωση του. Η μάρτυρας ανάφερε στην γραπτή της δήλωση - Τεκμήριο Α - ότι και τα άλλα τρία παιδιά τους και ο ανήλικος εγγονός τους ήταν εξαρτώμενοι του συζύγου της. Δεν θα συμφωνήσω με αυτό τον ισχυρισμό. Η θυγατέρα τους Σόφη εργάζεται, είναι παντρεμένη και ο σύζυγος της εργάζεται. Τον ανήλικο εγγονό της όπως είπε τον αναγνώρισε ο πατέρας του και υπάρχει διάταγμα διατροφής για Λ.Κ.
- Ο Γιώργος εργάζεται και όπως η ίδια ανάφερε δεν βοηθά αλλά δεν την επιβαρύνει. Ο Κώστας είναι επιπλοποιός. Από τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 φαίνεται ότι στον ουσιαστικό χρόνο ο Δημήτρης ήταν μαθητής και είναι η κατάληξη μου ότι εξαρτώμενοι του αποβιώσαντα είναι η σύζυγος του και ο υιός του Δημήτρης. Η μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στις ειδικές ζημιές που υπέστησαν και κατάθεσε σαν Τεκμήρια 5, 6, 7, 8 και 9 ανάλογες αποδείξεις πληρωμών. Διεκδικούν επίσης οι Ενάγοντες το ποσό των €17.083 σαν έξοδα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα. Οι Ενάγοντες έχουν την υποχρέωση να αποδείξουν αυστηρά τις ειδικές ζημιές με κατάλληλη μαρτυρία (βλ. Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Αποδέχομαι ότι οι Ενάγοντες έχουν καταβάλει το ποσό των €1.708,60 για αγορά τάφου, το ποσό των €325 σαν έξοδα κηδείας, το ποσό των €430,57 για αγορά φερέτρου και το ποσό των €365 σαν αναγκαία έξοδα δημοσιεύσεων. Αναφορικά με την αξίωση τους για κτίσμα τάφου ύψους €3.075,50 κατατέθηκε το Τεκμήριο 9 το οποίο δεν υποστηρίζει την αξίωση αυτή ούτε για το ποσό αλλά ούτε και είναι σαφές τι ακριβώς αντιπροσωπεύει και ως εκ τούτου η αξίωση απορρίπτεται. Για το ποσό των €17.083 έξοδα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα οι Ενάγοντες δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού ή αποδείξεις που να δικαιολογούν το ποσό αυτό το οποίο παραμένει μια αόριστη αναφορά και ως εκ τούτου η αξίωση απορρίπτεται. Ήταν ισχυρισμός της Μ.Ε.2 ότι ο σύζυγος της τα απογεύματα εργαζόταν σε άλλη δουλειά και προέβαινε σε ηλεκτρικές εγκαταστάσεις σε διάφορα σπίτια. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ούτε οποιαδήποτε σχετική απόδειξη. Η μάρτυρας καθόρισε το ποσό των εισοδημάτων αυτών μεταξύ €800 και €1.025 μηνιαίως. Είναι παραδεκτό από τους Ενάγοντες ότι ο αποβιώσας δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του έναντι της πολιτείας για τα ποσά αυτά. Η κ. Χ¨Αράπη εισηγήθηκε ότι το ποσό αυτό θα πρέπει να υπολογιστεί στα εισοδήματα του αποβιώσαντα και παρέπεμψε το Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση 218/06, ημερομηνίας 23.4.2008, Πανίκος Παπαμάρκου ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου κ.α. υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της αποβιωσάσας Αγγελίνας τέως από τη Λεμεσό στην οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αποβιώσασα είχε εισοδήματα παρ΄ όλο που δεν γράφτηκε στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Στην υπόθεση Παπαμάρκου φάνηκε ότι έγινε πρόνοια για την πληρωμή των υποχρεώσεων της θανούσης στη βάση των στοιχείων που δόθηκαν και δέχθηκε το Δικαστήριο αφού παρουσιάστηκε μαρτυρία και από πελάτισσες της θανούσας. Στην παρούσα υπόθεση εκτός από την αόριστη αναφορά της Μ.Ε.2 τίποτε άλλο δεν προσκομίστηκε. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης στη μαρτυρία της ότι τα εισοδήματα του συζύγου της ήταν μεταξύ €854 και €1.195 μηνιαίως, και ως εκ τούτου ούτε σαφής μαρτυρία για το ποιο ποσό διεκδικούν υπάρχει. Ως αποτέλεσμα η αξίωση των Εναγόντων να συμπεριληφθεί το ποσό αυτό στα εισοδήματα του αποβιώσαντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Παραμένει να εξεταστεί το ποσό των αποζημιώσεων που αναλογούν στη ζημιά η οποία προκύπτει από το θάνατο στους εξαρτώμενους του αποβιώσαντα και επιδικάζονται σε σχέση με την πραγματική ή αναμενόμενη χρηματική απώλεια που υπέστησαν οι εξαρτώμενοι. Ο αποβιώσας στον ουσιαστικό χρόνο ήταν ηλικίας 51 ετών και θα αφυπηρετούσε στο 63ο έτος της ηλικίας του. Αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 ότι ο αποβιώσας κατά τον χρόνο του θανάτου του εργαζόταν στην εταιρεία Saem Electrical Mechanical Services Ltd με απολαβές Λ.Κ. 248,70 την βδομάδα ή €1.700 το μήνα. Φαίνεται από το τεκμήριο 3 που είναι βεβαίωση του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι οι ασφαλισμένες αποδοχές του κατά το έτος 2005 ήταν Λ.Κ.7.604 και είναι σαφές από τα δύο Τεκμήρια ότι οι απολαβές που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ότι είχε ο αποβιώσας δεν ταυτίζονται με τις απολαβές που δήλωνε στο Ταμείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αυτή η διαφορά κατά την κρίση μου καταδεικνύει ότι ή το Τεκμήριο 2 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων γινόταν ψευδής δήλωση και έτσι θεωρώ σαν μοναδική αποδεκτή μαρτυρία για τις απολαβές του αποβιώσαντα το Τεκμήριο
- Οι ασφαλισμένες απολαβές του αποβιώσαντα ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ.7.604 και αφορούν μέχρι τις 10.11.05, ημερομηνία του δυστυχήματος. Δεν έχει δοθεί μαρτυρία αν ο αποβιώσας έπαιρνε δέκατο τρίτο μισθό και έτσι με βάση τις ασφαλισμένες απολαβές μέχρι τις 10.11.05 κρίνω ότι οι μηνιαίες απολαβές του ήταν Λ.Κ.730 ή Λ.Κ. 8.760 ετησίως. Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί η υποχρέωση συνεισφοράς στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων 6,3% και ποσοστό 20% για προσωπικά έξοδα του αποβιώσαντα. Παραμένει σαν τελικό ποσό για τα καθαρά ετήσια εισοδήματα του αποβιώσαντα το ποσό των Λ.Κ.6.
- Το ποσό αυτό θα πρέπει να πολλαπλασιαστεί με τον πολλαπλασιαστή που καθορίζεται ανάλογα με την ηλικία του αποβιώσαντα και των περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Ο αποβιώσας ήταν ηλικίας 51 ετών, η εργοδότηση του φαίνεται να ήταν σταθερή χωρίς όμως οποιεσδήποτε προοπτικές αύξησης των απολαβών του και θα συνταξιοδοτείτο στο 63ο έτος της ηλικίας του. Κρίνω σαν λογικό πολλαπλασιαστή τα εννέα χρόνια και το συνολικό ποσό των κερδαινόμενων εισοδημάτων του αποβιώσαντα ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.58.113 ή €99.
- Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου ότι εξαρτώμενοι του αποβιώσαντα ήταν η σύζυγος και ο υιός του Δημήτρης και λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύζυγος εργάζεται με πολύ χαμηλά εισοδήματα και ο υιός του θα πρέπει να επιβαρυνθεί με τα έξοδα σπουδών του αλλά με προοπτική εργοδότησης κρίνω ότι το ποσό στην περίπτωση που η αξίωση είχε επιτυχή κατάληξη θα έπρεπε να κατανεμηθεί κατά 2/3 στη σύζυγο και 1/3 στον υιό. Ενόψει όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι στην περίπτωση που η αγωγή των Εναγόντων επιτύγχανε σε σχέση με το θέμα της ευθύνης θα δικαιούνταν τα πιο κάτω ποσά: (α) €17.086 σαν αποζημιώσεις λόγω απώλειας. (β) €2.827 σαν ειδικές ζημιές. (γ) €99.291 σαν αποζημιώσεις που αναλογούν προς τη ζημιά που προκύπτει στους εξαρτώμενους από τον θάνατο του. Ενόψει όμως της κατάληξης μου ότι την ευθύνη για το δυστύχημα φέρει αποκλειστικά ο αποβιώσας η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων και υπέρ του Εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο