Valentina Nan ν. Ευθύμιου Κλημήδη, Αρ. Αγωγής: 4797/08, 24.11.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2010:A12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4797/08 Μεταξύ: Valentina Nan από τη Ρουμανία τώρα στην Κύπρο, ανίκανου προσώπου, δια των Διαχειριστών της περιουσίας της Claudia Cusa και Eugen Serbu από την Πάφο Ενάγουσας Και Ευθύμιου Κλημήδη από τη Λεμεσό Εναγόμενου ---------------------- Ημερομηνία: 24.11.2010 Για Ενάγουσα κ. Α. Δημητριάδης Για Εναγόμενο κα Στ. Ερωτοκρίτου ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της ακροαματικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση ήταν μόνο το θέμα της ευθύνης αφού οι αποζημιώσεις που δικαιούται η Ενάγουσα επί πλήρους ευθύνης έχουν συμφωνηθεί στο ποσό των €512.580 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Η Ενάγουσα μέσω των διαχειριστών της περιουσίας της ισχυρίζεται ότι στις ή γύρω στις 30.10.07 ενώ διασταύρωνε νόμιμα τη Λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου Α στην περιοχή Γερμασόγειας στη Λεμεσό, ο Εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΑΒ 350 στην ίδια Λεωφόρο με κατεύθυνση την τουριστική περιοχή τόσο απρόσεκτα και/ή κατά παράβαση των υποχρεώσεων του ώστε συγκρούστηκε και/ή επέπεσε πάνω στην Ενάγουσα προκαλώντας της σοβαρότατες σωματικές βλάβες και ζημιές. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αμέλειας του Εναγόμενου τις οποίες παραθέτει στην Έκθεση Απαίτησης της η Ενάγουσα ο Εναγόμενος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, παρέλειψε να πατήσει τα φρένα του αυτοκινήτου του και/ή να προβεί στους πρέποντες και/ή κατάλληλους ελιγμούς για αποφυγή της σύγκρουσης και παρέλειψε να ασκήσει την πρέπουσα κατόπτευση του δρόμου ώστε να προσέξει καθόλου και/ή έγκαιρα την Ενάγουσα που διασταύρωνε το δρόμο. Ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι ενώ οδηγούσε νόμιμα και κανονικά το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής ΗΑΒ 350 στην οδό Γεωργίου Α΄ στη Γερμασόγεια με ανατολική κατεύθυνση η Ενάγουσα έτρεξε να διασταυρώσει το δρόμο από τη διαχωριστική νησίδα και/ή εισερχόμενη τρέχοντας στην πορεία του Εναγόμενου προκάλεσε την σύγκρουση και/ή επέπεσε στο όχημα του Εναγόμενου. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Εναγομένου ότι το επίδικο δυστύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας όπως αυτή φαίνεται στις λεπτομέρειες αμέλειας που παραθέτει. Μεταξύ άλλων ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να ελέγξει επαρκώς ή καθόλου το δρόμο προτού διασταυρώσει παρέλειψε να χρησιμοποιήσει την διάβαση πεζών που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση και τρέχοντας εισήλθε από τη διαχωριστική νησίδα στο δρόμο χωρίς να αντιληφθεί εγκαίρως και/ή καθόλου τον Εναγόμενο και επέπεσε επί του οχήματος του Εναγόμενου. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε τέσσερις μάρτυρες. Ο Εναγόμενος δεν έδωσε μαρτυρία ούτε και κάλεσε μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας (Μ.Ε.1) για την Ενάγουσα ήταν ο Αστυφ. 1872 Παναγ. Χριστοδούλου ο οποίος ανέφερε ότι υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού από το
- Στις 30.10.07 και γύρω στις 19.00 τους ειδοποίησαν ότι έγινε τροχαίο δυστύχημα στην περιοχή Ποταμού Γερμασόγειας και επισκέφτηκε την σκηνή μαζί με το Αστ. 2009 Αντώνη Αντωνίου. Στο σημείο του δυστυχήματος βρήκε ακινητοποιημένο στη βόρεια πλευρά με φορά προς ανατολικά το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΑΒ 350 και οδηγό τον Εναγόμενο. Πήρε μέτρα της σκηνής και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 1) και στη συνέχεια με βάση αυτό συμμετρικό (Τεκμήριο 2). Ο μάρτυρας επεξήγησε το σχέδιο της σκηνής και ανέφερε ότι ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση. Το συνολικό πλάτος κάθε πλευράς είναι 6.60 μέτρα και υπάρχει κτιστή διαχωριστική νησίδα 3.40 μέτρα και ύψος 20-30 cm. Στη νησίδα υπάρχει γρασίδι, μικροί θάμνοι και δέντρα ύψους χαμηλότερου από 80 cm. Κάθε πλευρά του δρόμου χωρίζεται από διακεκομμένη άσπρη γραμμή και σε κάποιο σημείο από άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Το σημείο σύγκρουσης το σημείωσε μετά από υπόδειξη του οδηγού του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΗΑΒ
- Ο ίδιος δεν βρήκε κάποιο βασικό εύρημα που να καθορίζει ακριβώς το σημείο σύγκρουσης. Υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης 11.30 μέτρα μήκος και η απόσταση από το σημείο σύγκρουσης «Χ» μέχρι το σημείο «Γ» που είναι τα ίχνη τροχοπέδησης είναι 2.10 μέτρα. Από τη νησίδα μέχρι το σημείο «Χ» η απόσταση είναι 2.70 μέτρα και από τη νησίδα μέχρι την αρχή του σημείου «Γ» η απόσταση είναι 3.40 μέτρα. Η τελική θέση του αυτοκινήτου ήταν σε απόσταση 28.70 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι οι ζημιές στο αυτοκίνητο του Εναγόμενου ήταν στο μπροστινό ανεμοθώρακα, στη μπροστινή δεξιά γωνιά του φτερού, στο μπροστινό καπώ δεξιά και στο μπροστινό δεξιό στύλο της πόρτας του οδηγού. Ο δρόμος είναι φωταγωγημένος και οι πάσσαλοι οδικού φωτισμού έχουν απόσταση 70-74 μέτρα ο ένας από τον άλλο. Ο φωτισμός ήταν ικανοποιητικός. Η άσφαλτος ήταν σε πολύ καλή κατάσταση και το όριο ταχύτητας 50 χ.α.ω. Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο πάσσαλος φωτισμού ανατολικά απέχει από το σημείο σύγκρουσης 30 μέτρα και ο πάσσαλος δυτικά περίπου 45 μέτρα. Ήταν σε τέτοια απόσταση που έριχναν ικανοποιητικό φως. Ανέφερε επίσης ότι δεν μέτρησε το πλησιέστερο δέντρο προς την πορεία της Ενάγουσας. Τα δέντρα ήταν πολύ αραιά δεν ήταν σε γραμμή η διάταξη και συμφώνησε ότι σχημάτιζαν σκιές. Ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν μπορούσε να καθορίσει από πού ερχόταν η Ενάγουσα και όπως είπε η ένδειξη στο Τεκμήριο 1 για την πορεία της Ενάγουσας δεν τοποθετήθηκε στο χρόνο που ήταν στη σκηνή αλλά μεταγενέστερα όταν το ανέφερε η Μ.Ε.
- Όπως περαιτέρω ανέφερε το σημείο σύγκρουσης απέχει από την διάβαση πεζών 37 μέτρα η οποία είναι πολύ ασφαλής με κυγκλίδωμα και φώτα. Δεύτερος μάρτυρας (Μ.Ε.2) για την Ενάγουσα ήταν ο Αστ. 2009 Αντώνης Αντωνίου ο οποίος ανέφερε ότι από την 1.8.05 υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού. Στις 30.10.07 επισκέφτηκε μαζί με τον συνάδελφο του Αστ. 1872 την σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και ο ίδιος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Έβγαλε φωτογραφίες της σκηνής τις οποίες έδεσε σε βιβλιάριο το οποίο κατατέθηκε σαν Τεκμήριο
- Στη σκηνή υπήρχαν ήδη αστυνομικοί από τον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας και ένας από αυτούς του έδωσε τα στοιχεία μιας κοπέλας που είδε το δυστύχημα, ήταν ξένη πιθανό από τη Ρουμανία. Από τη μάρτυρα πήρε κατάθεση το Μάρτιο του 2008 (Τεκμήριο 5). Πήρε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον Εναγόμενο, αντίγραφο της οποίας έγινε Τεκμήριο
- Βοήθησε τον συνάδελφο του να πάρει μέτρα στη σκηνή και έκαμε έλεγχο αλκοόλης στον Εναγόμενο με ένδειξη μηδέν. Στο σημείο υπήρχε οδικός φωτισμός αρκετά καλός και η ορατότητα σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου ήταν ικανοποιητική πέραν των 100 μέτρων. Όπως ανέφερε στην αντεξέταση του το αυτοκίνητο είχε μετακινηθεί από τη θέση του και ήταν στην άκρη του δρόμου. Τα ίχνη τροχοπέδησης φαίνονται όπως είπε στη διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τις δύο λωρίδες. Σε ερώτηση της κ. Ερωτοκρίτου αν τα ίχνη ήταν παράλληλα και ευθυγραμμισμένα ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η πρώτη επαφή της Ενάγουσας με το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ήταν το σημείο το οποίο ο ίδιος σημείωσε στο Τεκμήριο 3 (φωτ. 4) σαν σημείο «Χ» και ακολούθως στον ανεμοθώρακα. Μπορεί όμως, όπως πρόσθεσε, να ήταν και ταυτόχρονα ανάλογα με τη θέση του σώματος του θύματος. Ανάφερε επίσης ότι κατά αραιά διαστήματα στη νησίδα υπήρχαν θάμνοι και δέντρα. Όταν πέφτει το φως δημιουργούνται σκιές όμως ο ίδιος δεν εξέτασε τις σκιάσεις στη νησίδα ούτε μπορούσε να καθορίσει πόσο απείχε το πλησιέστερο δέντρο αριστερά της Ενάγουσας. Η κίνηση την ώρα του δυστυχήματος ήταν μέτρια και συμφώνησε με τη θέση της κ. Ερωτοκρίτου ότι η ταχύτητα του οχήματος του Εναγόμενου ήταν κάτω από 50 χ.α.ω.. Η Αλεξάνδρα Αντρέϊβα ήταν η τρίτη μάρτυρας για την Ενάγουσα (Μ.Ε.3) η οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 5(α) αναφέρει ότι γύρω στις 17.45 περίπου περπατούσε με την Ενάγουσα στο νότιο πεζοδρόμιο μπροστά από το ξενοδοχείο «Απολλώνια». Σε κάποιο σημείο η Ενάγουσα διασταύρωσε την πρώτη πλευρά μέχρι την νησίδα για να συνεχίσει να πάει απέναντι. Βρισκόταν στην νησίδα και ανέμενε να καθαρίσει ο δρόμος από την κίνηση και η ίδια περίμενε για να την δει ότι πέρασε απέναντι. Κάποια στιγμή η πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας ήταν τελείως καθαρή ενώ η δεύτερη είχε ένα-δύο αυτοκίνητα. Έτσι η Ενάγουσα ξεκίνησε για να διασταυρώσει. Μόλις εισήλθε στο δρόμο ένα αυτοκίνητο που οδηγείτο στη δεύτερη λωρίδα εισήλθε με ταχύτητα στην πρώτη λωρίδα προσπερνώντας τα οχήματα της δεύτερης και κτύπησε την Ενάγουσα. Σε ερώτηση του κ. Δημητριάδη τι εννοεί με τη φράση στην κατάθεση της «μόλις εισήλθε στο δρόμο», η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να πει ακριβώς, 3-4 βήματα. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι είχαν ίδια κατεύθυνση με την Ενάγουσα και έτσι περπατούσαν μαζί. Προηγουμένως η Ενάγουσα ήταν στο σπίτι της μάρτυρος. Περίμενε μαζί με τον σύζυγο της 2-3 λεπτά μέχρι να διασταυρώσει η Ενάγουσα μπροστά στο ξενοδοχείο «Απολλώνια» πάνω στο πεζοδρόμιο. Η Ενάγουσα πέρασε την πρώτη λωρίδα και πήγε στη διαχωριστική νησίδα. Η Ενάγουσα «απλώς περπατούσε». Περίμενε στη νησίδα, έβλεπε δεξιά, αριστερά, δεν είχε αυτοκίνητα και κατέβηκε έκαμε 3-4 βήματα και κτυπήθηκε. Σε ερώτηση της κ. Ερωτοκρίτου αν αυτό έγινε σε κλάσματα δευτερολέπτου η μάρτυρας απάντησε αρνητικά και είπε ότι το όχημα που την κτύπησε προσπέρασε άλλα δύο αυτοκίνητα. Σε περαιτέρω ερώτηση της κ. Ερωτοκρίτου σε ποια λωρίδα είδε να γίνεται το δυστύχημα η μάρτυρας ανέφερε «στην πρώτη μπροστά τη Βαλεντίνα». Ανέφερε επίσης ότι επειδή δεν ήταν μεγάλη η απόσταση από τα φώτα μπορούσε να δει το αυτοκίνητο που ερχόταν από απόσταση περίπου 50 μέτρων και το αυτοκίνητο το είδε που προσπερνούσε τα άλλα δύο. Το αυτοκίνητο κτύπησε την Ενάγουσα με το μπροστινό μέρος «με τα μούτρα». Σε υποβολή της κ. Ερωτοκρίτου ότι η Ενάγουσα κτύπησε στο δεξιό πλευρό του αυτοκινήτου, η μάρτυρας επανέλαβε ότι κτύπησε «με τα μούτρα». Τέταρτος μάρτυρας για την Ενάγουσα (Μ.Ε.4) ήταν ο Μάριος Μιχαήλ, ο οποίος όπως ανέφερε στον ουσιαστικό χρόνο οδηγούσε το όχημα του γύρω στις 17.40 πίσω από το όχημα του Εναγόμενου. Από απόσταση 30 μέτρων περίπου είδε την κοπέλα στη μέση του δρόμου και το αυτοκίνητο του Εναγόμενου την κτύπησε. Ήταν σούρουπο, ήταν σκοτεινά δεν μπορούσε να την δει καθαρά αλλά την είδε στη μέση του δρόμου. Η κοπέλα ήταν στη μέση των δύο λωρίδων και από την ώρα που την είδε μέχρι την ώρα που την κτύπησε το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ήταν «κλάσματα δευτερολέπτου». Το δικό του αυτοκίνητο ήταν σε «ασφαλή απόσταση» από το άλλο αυτοκίνητο και η ταχύτητα του ήταν 40-50 χ.α.ω.. Ο ίδιος κρατούσε την αριστερή λωρίδα. Το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ήταν δεξιά και μετά πήγε αριστερά. Είδε την Ενάγουσα να κάνει μια κίνηση και τότε είδε το ατύχημα. Δεν θυμόταν αν η κίνηση της ήταν μπροστά ή πίσω. Την στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ήταν στην αριστερή πλευρά. Ανέφερε στην προφορική του μαρτυρία ότι δεν την είδε να κάνει κίνηση για να διασταυρώσει και σε υπόδειξη της κ. Ερωτοκρίτου ότι στην κατάθεση του Τεκμήριο 7 αναφέρει ότι την είδε να κάνει μια κίνηση απρόσμενη για να διασταυρώσει ο μάρτυρας ανέφερε ότι το σωστό είναι αυτό που λέει στην κατάθεση του και επανέλαβε ότι ο ίδιος την είδε για πρώτη φορά στη μέση του δρόμου και δεν είδε από πού ήρθε. Ο Εναγόμενος δεν προσκόμισε μαρτυρία, κατατέθηκε όμως σαν Τεκμήριο 4 η γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες ενώ έδιδαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις και γενικά τις αντιδράσεις τους στα ερωτήματα. Το σημείο σύγκρουσης το υπέδειξε όπως ανέφερε ο Μ.Ε.1 ο Εναγόμενος. Ο ίδιος δεν βρήκε οποιαδήποτε ευρήματα που να καθορίζουν το ακριβές σημείο σύγκρουσης. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις δικές του ενέργειες και μετρήσεις αλλά παραδέκτηκε τόσο αυτός όσο και ο Μ.Ε.2 και κάποιες δικές τους παραλείψεις όπως να εξετάσουν π.χ. την απόσταση από το πλησιέστερο δέντρο προς την πορεία της Ενάγουσας ή τις σκιάσεις των δέντρων στη νησίδα. Κρίνω ότι τόσο ο Μ.Ε.1 όσο και ο Μ.Ε.2 είπαν την αλήθεια γι΄ όσα αντικειμενικά ευρήματα είχαν στην σκηνή του δυστυχήματος και δέχομαι τη μαρτυρία τους. Αξιόπιστο επίσης κρίνω τον Μ.Ε.4 ο οποίος ακολουθούσε το όχημα του Εναγόμενου και ήταν σε θέση να περιγράψει τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του. Η Μ.Ε.3 παρουσίασε τον εαυτό της σαν αυτόπτη μάρτυρα του δυστυχήματος η οποία βέβαια βρισκόταν στο πεζοδρόμιο της αντίθετης πλευράς στον ουσιαστικό χρόνο, πίσω από τη διαχωριστική νησίδα. Το γεγονός αυτό σε σχέση και με την ώρα του δυστυχήματος, ήταν 7 μ.μ. στις 30.10.07 αφήνει πολλά ερωτηματικά για το κατά πόσο ήταν σε θέση να βλέπει καθαρά και με λεπτομέρειες τα όσα περιέγραψε. Η κατάληξη μου αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι η μαρτυρία της για ουσιαστικά γεγονότα συγκρούεται με τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 αλλά και των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
- Η μαρτυρία του Μ.Ε.4 αλλά και ο ισχυρισμός του ίδιου του Εναγόμενου στην κατάθεση του Τεκμήριο 4 για το σημείο σύγκρουσης διαψεύδουν την Μ.Ε.3 η οποία ανέφερε ότι το δυστύχημα έγινε μόλις η Ενάγουσα έκαμε 3-4 βήματα στο δρόμο «στη λωρίδα μπροστά Βαλεντίνα». Ο ισχυρισμός της επίσης ότι το αυτοκίνητο του Εναγόμενου εισήλθε με ταχύτητα στην πρώτη λωρίδα αφού προσπέρασε 1-2 άλλα αυτοκίνητα συγκρούεται επίσης με την υπόλοιπη μαρτυρία για την ταχύτητα του αυτοκινήτου του Εναγόμενου που την καθορίζει σε κάτω από 50 χ.α.ω.. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.3 δεν μπορεί να είναι ασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο και δεν την αποδέχομαι. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έχει κριθεί αξιόπιστη βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως εξής: Στις 30.10.07 και γύρω στις 19.00 η Ενάγουσα περπατούσε κατά μήκος της Λεωφόρου Γεωργίου Α στη Γερμασόγεια μπροστά από το ξενοδοχείο «Απολλώνια» με πρόθεση να διασταυρώσει το δρόμο. Η Λεωφόρος Γεωργίου Α αποτελείται από δύο κατευθύνεις και χωρίζεται από διαχωριστική νησίδα στην οποία υπάρχουν μικροί θάμνοι και δέντρα ύψους χαμηλότερου από 80 cm. Η κάθε κατεύθυνση αποτελείται από δύο λωρίδες πλάτους 3.30 μέτρων η κάθε μια. Στη μέση των δύο λωρίδων υπάρχει διαχωριστική άσπρη γραμμή. Η Ενάγουσα διασταύρωσε την πρώτη πλευρά και πέρασε στη διαχωριστική νησίδα με πρόθεση να περάσει στην απέναντι πλευρά. Εισήλθε στο δρόμο και όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 2 διασταύρωσε την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την κατεύθυνση των οχημάτων. Σε σημείο που βρίσκεται στο κέντρο σχεδόν του δρόμου και σημειώθηκε με την ένδειξη «Χ» η Ενάγουσα συγκρούστηκε με το όχημα το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος με αριθμό εγγραφής ΗΑΒ 350 με ταχύτητα λιγότερη από 50 χ.α.ω.. Το σημείο με την ένδειξη «Χ» που καθορίστηκε σαν το σημείο σύγκρουσης υποδείκτηκε από τον Εναγόμενο όπως ανέφερε ο Μ.Ε.
- Ο ίδιος δεν βρήκε οποιαδήποτε αντικειμενικά ευρήματα. Στη μέση του δρόμου τοποθετεί την παρουσία της Ενάγουσας και ο Μ.Ε.
- Στην κατάθεση του ο Εναγόμενος (Τεκμήριο 4) αναφέρει ότι «Την στιγμή που έστριψε το άλλο αυτοκίνητο αριστερά εγώ σιγά-σιγά ξεκίνησα να εισέλθω στην αριστερή λωρίδα... Τη στιγμή που ξεκίνησα για να αλλάξω λωρίδα αντιλήφθηκα τράνταγμα στο όχημα μου και παράλληλα άκουσα ανθρώπινη φωνή. Αμέσως πάτησα φρένο». Το σημείο με την ένδειξη «Χ» καθορίστηκε στην προέκταση της γωνίας στην είσοδο της οδού Βοιωτίας και συνάδει κατά την κρίση μου με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου αφού λογικά σε εκείνο το σημείο το άλλο αυτοκίνητο έστριψε αριστερά και ο ίδιος ξεκίνησε να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα. Το σημείο «Χ» όμως υποστηρίζεται και από τα ίχνη τροχοπέδησης αφού αμέσως μετά όπως ο ίδιος αναφέρει στο Τεκμήριο 4 πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου του και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η σύγκρουση έγινε στο σημείο με την ένδειξη «Χ». Η κίνηση ήταν μέτρια και υπήρχε αρκετά καλός οδικός φωτισμός. Η ορατότητα σε σχέση με την πορεία του οχήματος του Εναγόμενου ήταν πέραν των 100 μέτρων. Οι ζημιές στο όχημα του Εναγόμενου ήταν στον μπροστινό ανεμοθώρακα, στην μπροστινή δεξιά γωνία του φτερού, στο μπροστινό καπό δεξιά και στο μπροστινό δεξιό στύλο της πόρτας του οδηγού. Δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καταμερισμό της ευθύνης, η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια. Ο καταμερισμός γίνεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας του μέσου συνετού πολίτη και όχι μικροσκοπικά. (Βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178). Η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η εκπλήρωση των καθηκόντων για επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και το θέμα αποφασίζεται με βάση την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων. (Βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Σύμφωνα με τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Νικολάου ν. Λουκά
(1985)1 Α.Α.Δ. 91 οι πεζοί δικαιούνται να τυγχάνουν εύλογης προστασίας από τους οδηγούς αλλά οφείλουν και οι ίδιοι να παίρνουν μέτρα αυτοπροστασίας. Στην υπόθεση Ταβέλλης ν. Ευαγγέλου
(1984)1 Α.Α.Δ. 480 αναφέρθηκε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου και ο πεζός είναι και οι δύο πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο και ο καθένας έχει καθήκον να επιδείξει προσοχή προς τον άλλο και προς τους άλλους που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η κ. Ερωτοκρίτου εισηγήθηκε ότι την ευθύνη για το δυστύχημα την φέρει εξ ολοκλήρου η Ενάγουσα και παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Χατζηλούκα Πολ. Έφ. 10485 ημερ. 22.2.00 όπου η απόδοση ευθύνης σε ποσοστό 40% στον οδηγό του οχήματος ακυρώθηκε κατά πλειοψηφία από το Εφετείο κρίνοντας ότι το ατύχημα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της παράλειψης της Εφεσίβλητης να αντιληφθεί την παρουσία του Εφεσείοντα στο δρόμο. Έχω εξετάσει με πολύ μεγάλη προσοχή την εισήγηση της κ. Ερωτοκρίτου σε συσχετισμό με την απόφαση Οδυσσέως (πιο πάνω) και με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Είναι η κατάληξη μου ότι στα γεγονότα των δύο υποθέσεων υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά. Στην υπόθεση Οδυσσέως ο Εναγόμενος όπως αποφασίστηκε είχε την δέουσα κατόπτευση του δρόμου και εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της Ενάγουσας. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα ίχνη τροχοπέδησης είναι μετά το σημείο σύγκρουσης και όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος ισχυρίζεται στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4) αντιλήφθηκε τράνταγμα στο όχημα και παράλληλα άκουσε ανθρώπινη φωνή. Αμέσως πάτησε φρένο και αντιλήφθηκε κάτι να υπάρχει στο μπροστινό υαλοθώρακα. Στην υπόθεση Amitha Perera v. Αναστασία Άστρα, Πολ. Έφ. 151/05, ημερ. 30.10.06 η Εφεσείουσα η οποία φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος χωρίς να ελέγξει επιχείρησε από το σημείο όπου βρισκόταν να διασταυρώσει το δρόμο για να μεταβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο. Φθάνοντας στη μέση του δρόμου και αφού έκαμε ένα βήμα προς τα πίσω μπήκε στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία η εφεσίβλητη οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αποτέλεσμα μόλις κάλυψε απόσταση 40 εκ. να κτυπηθεί από το αυτοκίνητο της εφεσίβλητης. Η Εφεσίβλητη ανέφερε ότι δεν είδε την Εφεσείουσα πριν κτυπηθεί. Άκουσε θόρυβο και διερωτήθηκε τι είχε συμβεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε την ευθύνη για το ατύχημα στην Ενάγουσα. Στην απόφαση του Εφετείου αναφέρθηκαν τα εξής καταλογίζοντας την ευθύνη σε ποσοστό 50% στην εφεσίβλητη και 50% στην εφεσείουσα: «ότι η σύγκρουση έγινε αμέσως μόλις η εφεσείουσα έστω απότομα και χωρίς να ελέγξει αριστερά και δεξιά κινήθηκε και εισήλθε στη πορεία κυκλοφορίας που οδηγούσε η εφεσίβλητη δεν την απαλλάσσει της ευθύνης δεδομένης της μαρτυρίας της ότι δεν αντιλήφθηκε την Εφεσείουσα. Με τα δεδομένα που υπήρχαν περιλαμβανομένης και της χαμηλής ταχύτητας με την οποία αυτή οδηγούσε αν πρόσεχε καλύτερα στην πορεία της δεν μπορεί παρά να αντιλαμβανόταν την κίνηση της εφεσείουσας προς διασταύρωση του δρόμου και τελικά την ύπαρξη της στο μέσο του.» Τονίστηκε επίσης στην πιο πάνω απόφαση ότι και η εφεσείουσα είχε καθήκον προτού επιχειρήσει να εισέλθει στην λωρίδα κυκλοφορίας όπου εκινείτο το αυτοκίνητο της εφεσίβλητης να βεβαιωθεί ότι τούτο ήταν απόλυτα ασφαλές προσθέτοντας τα εξής: «Βέβαια και η εφεσείουσα δεν είναι άμοιρη ευθύνης. Αποφάσισε να διασταυρώσει ενώ στο δρόμο επικρατούσε πυκνή τροχαία κίνηση χωρίς να ελέγξει και να βεβαιωθεί για το ασφαλές του εγχειρήματος της.» Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι η κρίση μου ότι ο Εναγόμενος ο οποίος οδηγούσε στην Λεωφόρο Γεωργίου Α΄ όπου υπήρχε αρκετά καλός φωτισμός και με ορατότητα πέραν των 100 μέτρων, με τα φώτα του οχήματος του αναμμένα και με ταχύτητα κάτω από 50 χ.α.ω. στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας πριν προσπαθήσει να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα αν είχε στραμμένη την προσοχή του στο δρόμο δεν μπορούσε παρά να αντιληφθεί την κίνηση της Ενάγουσας η οποία είχε ήδη διασταυρώσει την δεξιά λωρίδα και βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει μαρτυρία για τον τρόπο που η Ενάγουσα εισήλθε στο δρόμο. Στην υπόθεση Perera (πιο πάνω) το Εφετείο ανέφερε ότι έστω και αν απότομα εισήλθε η Εφεσείουσα στο δρόμο δεν απαλλάσσει της ευθύνης την Εφεσίβλητη δεδομένης της μαρτυρίας της ότι δεν αντιλήφθηκε την Εφεσείουσα. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4) ο Εναγόμενος λέει ακριβώς το ίδιο «Την στιγμή που ξεκίνησα (να εισέρχεται στην αριστερή λωρίδα) αντιλήφθηκα τράνταγμα στο όχημα μου» άρα δεν την αντιλήφθηκε προηγουμένως και είναι η κρίση μου ότι για τους πιο πάνω λόγους ο Εναγόμενος φέρει ευθύνη για το δυστύχημα. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας και θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας. Στην υπόθεση Αρίστη Αβραάμ ν. Αρέστη Στυλιανού
(2002)1 Α.Α.Δ. 50 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το δικαίωμα του πεζού στη χρήση του δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού αυτοκινήτου. Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής από τον Ενάγοντα συσχετίζεται με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που περιστοιχίζουν το ατύχημα. Ο κανόνας που διέπει την συμπεριφορά του Ενάγοντα είναι ότι πρέπει να φανεί ότι επέδειξε για τη δική του ασφάλεια την προσοχή που αναμένεται από το μέσο λογικό άνθρωπο που είναι συνυφασμένη με την έννοια της σωφροσύνης.» Η Ενάγουσα επέλεξε να διασταυρώσει το δρόμο και δεν χρησιμοποίησε την ασφαλή διάβαση πεζών η οποία βρισκόταν 37 μέτρα πιο κάτω από το σημείο του δυστυχήματος. Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Φινόπουλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 195 το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχτηκε ότι η πεζή που διασταύρωνε δίπλα από τη διάβαση πάνω στις ζικ-ζακ γραμμές έφερε ευθύνη. Περαιτέρω όμως αν η Ενάγουσα κοίταζε το δρόμο προσεκτικά πριν διασταυρώσει θα αντιλαμβανόταν το όχημα του Εναγόμενου το οποίο είχε αναμμένα τα φώτα του και κινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Η Ενάγουσα προσπάθησε να διασταυρώσει χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές. Ως εκ τούτου κρίνω ότι και οι δύο εμπλεκόμενοι έχουν ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα σε ποσοστό 50% ο καθένας. Έχοντας υπόψη ότι οι αποζημιώσεις που δικαιούται η Ενάγουσα επί πλήρους ευθύνης έχουν συμφωνηθεί στο ποσό των €512.580 και του γεγονότος ότι η Ενάγουσα φέρει ευθύνη κατά 50% για το επίδικο δυστύχημα εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €256.290 με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής πλέον έξοδα στην κλίμακα της απόφασης τα οποία θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο