← Κύπρος

Γεώργιου Αχιλλέως ν. Γιαννάκη Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 2510/2010, 5/5/2010

Γεώργιου Αχιλλέως ν. Γιαννάκη Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 2510/2010, 5/5/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2010:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2510/2010 Μεταξύ: Γεώργιου Αχιλλέως, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Γιαννάκη Κωνσταντίνου, από τη Λεμεσό Εναγόμενου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5.5.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κ. Σ. Πούγιουρος Για εναγόμενο: κ. Α. Σαουρής (για ν' ακούσει απόφαση κα Σάββα) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου είναι για το ποσό των €5.125,80 (£3.000,00), το οποίο, σύμφωνα με τον πρώτο και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του κατέβαλε στο δεύτερο ως δάνειο, δυνάμει προφορικής συμφωνίας, η οποία έγινε κατά ή περί τις 9.1.2007. Αποτελεί θέση του ενάγοντα ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας του με τον εναγόμενο, ότι αυτός θα του ξοφλούσε το παραπάνω ποσό, το αργότερο, εντός τριών μηνών από την καταβολή του και/ή σε εύλογο χρόνο. Παρόλα αυτά, μολονότι τον κάλεσε επανειλημμένα να το ξοφλήσει, αυτός, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να συμμορφωθεί. Ο εναγόμενος, με την υπεράσπισή του παραδέχεται την επίδικη συμφωνία δανείου, ως επίσης και ότι ο ενάγοντας του κατέβαλε το ποσό των €5.125,80, ωστόσο ισχυρίζεται πως δε θυμάται την ημερομηνία της συμφωνίας. Η ουσία της υπεράσπισής του έγκειται στον ισχυρισμό του πως δεν οφείλει κανένα ποσό στον ενάγοντα, τον οποίο έχει ξοφλήσει πλήρως. Όπως αναφέρει στην παράγραφο 3: «..............................Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας του δάνεισε το ποσό των £3.000 (€5.125,80) και ο Εναγόμενος του έδωσε ως εγγύηση μια δική του επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού για το ίδιο ποσό. Μετά από περίοδο 45 ημερών περίπου ο Εναγόμενος έδωσε και/ή επέστρεψε το ποσό των £3.000 (€5.125,80) στον Ενάγοντα και αυτός του έδωσε πίσω την ως άνω επιταγή.» Είναι σαφές, ότι, το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης έγκειται στην απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα κατά πόσο ευσταθεί ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ξόφλησε το ποσό του δανείου που του παραχώρησε ο ενάγοντας στον ουσιώδη χρόνο. Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα, ως η απαίτηση. Ο ενάγοντας Γεώργιος Αχιλλέως και ο εναγόμενος Γιαννάκης Κωνσταντίνου είναι και οι μόνοι που έδωσαν μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί με αναφορά και στη μαρτυρία, ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Προτού υπεισέλθω σ' αυτό καθ' αυτό το έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας των διαδίκων θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω τα εξής: Καθώς έχει νομοληγηθεί (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή

(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836: «Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.): «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στην προηγούμενη υπόθεση υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς καθώς και τη Χ'' Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1(A) A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δε λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541, ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους διαδίκους ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντος και των δύο στην υπόθεση. Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του ενός έναντι της μαρτυρίας του άλλου, χωρίς ενδοιασμό θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα τον ενάγοντα, του οποίου τη μαρτυρία επί της ουσίας δέχομαι στο σύνολό της, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του εναγόμενου, την οποία, με εξαίρεση εκείνο το μέρος που συνάδει με τη μαρτυρία του ενάγοντα, κατά τα λοιπά απορρίπτω, επίσης στο σύνολό της και τούτο γιατί, για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα τον εναγόμενο. Ο ενάγοντας κατάθεσε στο Δικαστήριο με απλότητα και αμεσότητα τα κατ' ισχυρισμό του γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο και μολονότι αντεξετάστηκε ικανά από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου κατέστη αδύνατο αν κλονιστεί η αξιοπιστία του επί της ουσίας όσων ανάφερε. Πέραν τούτου, σε κάποιο βαθμό, η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του εναγόμενου. Ακολούθως είναι και το γεγονός ότι τα όσα επί της ουσίας ανάφερε συνάδουν και με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Τέλος, η εκδοχή του μου φαίνεται και πιο λογική από την αντίστοιχη του εναγόμενου. Ακριβώς αντίθετη είναι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εναγόμενου ως μάρτυρα, ο οποίος, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης υπήρξε αντιφατικός και έλεγε συνειδητά ψέματα, ενώ προέβαλε και ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που αφίστανται θεμελιωδώς των δικογραφημένων ισχυρισμών του. Όσα ακολουθούν αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί ο ενάγοντας, με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι στον ουσιώδη χρόνο κατέβαλε στον εναγόμενο υπό μορφή δανείου το ποσό των £3.000,
  1. Αυτή τη θέση προώθησε σταθερά και στο Δικαστήριο, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί. Ούτε και θα μπορούσε λογικά να συμβεί κάτι τέτοιο, αφού ο εναγόμενος, με την υπεράσπισή του παραδέχεται τον εν λόγω ισχυρισμό, προβάλλοντας τη θέση ότι ο ενάγοντας τού δάνεισε το ποσό των £3.000,00 και ότι ο ίδιος του έδωσε ως εγγύηση μια δική του επιταγή, του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, για το ίδιο ποσό. Περαιτέρω, όπως ισχυρίζεται, μετά από περίοδο 45 περίπου ημερών, ο ίδιος έδωσε και/ή επέστρεψε το ποσό των £3.000,00 στον ενάγοντα, ο οποίος του έδωσε πίσω την επιταγή. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε στο Δικαστήριο ο εναγόμενος και πόσο αυτά συνάδουν με τους παραπάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Καταρχήν, στην κυρίως εξέταση προέβαλε τον ισχυρισμό ότι είναι £2.500,00 που του δάνεισε ο ενάγοντας δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας και όχι £3.000,
  2. Παρόλα αυτά, όπως είπε, ο ενάγοντας, ένα περίπου μήνα μετά, του ζήτησε να του επιστρέψει £3.000,
  3. Δηλαδή, £2.500,00 που του είχε δανείσει και £500,00 σαν τόκο για τη γυναίκα του. Εκτός του ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του δε συνάδουν με τους αντίστοιχους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, ούτε και αντιλαμβάνομαι με ποια λογική δέχθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ουχί ευκαταφρόνητο ποσό των ποσό £500,00, υπό μορφή τόκου στη γυναίκα του, για λεφτά που του δάνεισε ο ενάγοντας. Και τούτο, όταν, όπως είναι η δικογραφημένη θέση του, επέστρεψε στον ενάγοντα το ποσό των £3.000,00, μετά πάροδο 45 περίπου ημερών ή ένα μήνα μετά που πήρε το ποσό του δανείου, όπως ανάφερε κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, γεγονός που αναδεικνύει και νέες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε. Η πρώτη και πιο κραυγαλέα αφορά στον ισχυρισμό του, ότι, όταν ο ενάγοντας του έδωσε τα λεφτά του δανείου, δηλαδή το ποσό των £2.500,00, ο ίδιος του έδωσε μια επιταγή της Σ.Π.Ε. Αγίου Αθανασίου για να είναι σίγουρος ότι θα πιάσει τα λεφτά του. Προφανώς αναφερόταν στην επιταγή που σύμφωνα με την υπεράσπισή του έδωσε στον ενάγοντα ως εγγύηση, για το ποσό που του είχε δανείσει. Το ερώτημα που τίθεται και που αναδεικνύει και το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε ο εναγόμενος είναι το εξής: Αφού ο ενάγοντας του δάνεισε μόνο £2.500,00 και είναι ύστερα από ένα μήνα που του ζήτησε να του επιστρέψει το ποσό των £3.000,00, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ποσό των £500,00 που του είχε ζητήσει επιπλέον, υπό μορφή τόκου στη γυναίκα του, με ποια λογική ο ίδιος έδωσε στον ενάγοντα τη δική του επιταγή ως εγγύηση, για το ποσό των £3.000,00 και όχι των £2.500,00 που του είχε πραγματικά δανείσει; Και τούτο, αν ληφθεί υπόψη, ότι, όπως ισχυρίστηκε, τη δική του επιταγή που έδωσε στον ενάγοντα ως εγγύηση, του την έδωσε όταν ο αυτός του έδωσε τα λεφτά του δανείου. Ότι ο εναγόμενος έλεγε ψέματα είναι ολοφάνερο. Ακολούθως, η επιταγή που έδωσε στον ενάγοντα ως εγγύηση είναι του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, όπως αναφέρεται στην υπεράσπισή του ή της Σ.Π.Ε. Αγίου Αθανασίου, όπως ανάφερε ενόρκως ο ίδιος στο Δικαστήριο; Έπειτα, εάν όπως ανάφερε αντεξεταζόμενος, μάλιστα, δηλώνοντας σίγουρος γι' αυτό επέστρεψε στον ενάγοντα τα λεφτά που του είχε δανείσει σ' ένα μήνα μετά που τα είχε πάρει, τι νόημα είχε κατά τον ίδιο χρόνο, να δεχθεί να καταβάλει στον ενάγοντα για τη γυναίκα του και το επιπλέον ποσό των £500,00; Καθώς ήδη έχει αναφερθεί στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι συμφώνησε με τον ενάγοντα να του δώσει υπό μορφή δανείου το ποσό των £2.500,00 και σ' ένα μήνα μετά συμφώνησε να του επιστρέψει £3.000,00, επειδή, όπως του ανάφερε ο ενάγοντας ήθελε και η γυναίκα του το ποσό των £500,00 σαν τόκο. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος, στην υποβολή ότι ο ενάγοντας του έδωσε £3.000,00 και όχι £2.500,00 απάντησε ως εξής, που αναδεικνύει ακόμη μία αντίφαση στην οποία υπέπεσε, καθώς και την ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος: «Θκυόμισι ήταν, αλλά η συμφωνία ήταν να του δώσω £3.000,00 γιατί έκαμεν μου την ευκολία, γιατί είχα ανάγκη το δάνειο.» Άξια αναφοράς είναι και η απάντησή του στην ερώτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα, εάν έχει μαζί του απόδειξη εξόφλησης του επίδικου δανείου. «Απόδειξη εξόφλησης; Να φέρει την επιταγή. Αφού έχει την επιταγή να φέρει την επιταγή τζίνος.» ήταν περίπου η απάντησή του. Ανάλογη απάντηση έδωσε και όταν του υποβλήθηκε από τον κ. Πούγιουρο ότι ο λόγος που δεν απάντησε στην επιστολή του (τεκμήριο 1) είναι γιατί γνωρίζει ότι χρωστά στον ενάγοντα το ποσό των £3.000,00 που του έδωσε. Ακολουθεί η απάντησή του: «Να φέρει την επιταγή. Βαστά την επιταγή στα χέρια του. Αν δεν τον ξοφλούσα γιατί ήρθε να μου δώσει την επιταγή; Η επιταγή είναι εξόφληση.» Η τελευταία του απάντηση αντανακλά και την έκταση της σύγχυσης που τον είχε κυριεύσει υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε και τούτο, προφανώς, επειδή γνώριζε πως δεν έλεγε την αλήθεια. Διερωτώμαι ειλικρινά πώς μπορεί με τόση ευκολία ο εναγόμενος να προκαλεί τον ενάγοντα να παρουσιάσει την επιταγή, που όπως είπε του επέστρεψε ο τελευταίος, οπότε, μόνο ο ίδιος θα μπορούσε να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος και πάλιν, στην ερώτηση γιατί δεν έβαλε τον ενάγοντα να γράψει πάνω στην επιταγή «ξοφλήθηκε» απάντησε ως εξής: «Είπε μου ξοφλήσαμε. Δεν υπολόγιζα ότι ύστερα που 7 χρόνια θα με έφερνε Δικαστήριο ότι χρωστώ του λεφτά.» Εκτός του ότι η αγωγή καταχωρήθηκε σε λιγότερο από τριάμισι χρόνια από την ημέρα που ο ενάγοντας του έδωσε το ποσό του επίδικου δανείου και όχι μετά από 7 χρόνια, μου φαίνεται διέλαθε της προσοχής του εναγόμενου, ότι στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ότι όταν του επέστρεψε την επιταγή ο ενάγοντας, την έσχισε, γεγονός που αναδεικνύει ακόμη μια αντίφαση στην οποία υπέπεσε. Και κάτι ακόμη. Η επιστολή (τεκμήριο 1) είναι ημερομηνίας 19.4.2010 και στάλθηκε από το δικηγόρο του ενάγοντα στον εναγόμενο. Με αυτή, ο κ. Πούγιουρος αναφέρεται στο ποσό του επίδικου δανείου που κατέβαλε ο ενάγοντας στον εναγόμενο, ως επίσης και ότι ο τελευταίος, ουσιαστικά δεν το έχει ξοφλήσει. Με την εν λόγω επιστολή, ο εναγόμενος καλείται να ξοφλήσει το ποσό του δανείου εντός 12 ημερών, διαφορετικά, όπως αναφέρεται καταληκτικά, ο ενάγοντας θα λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του. Όταν ο κ. Πούγιουρος έδειξε την εν λόγω επιστολή στον εναγόμενο και το ρώτησε αν την έχει πάρει αυτός απάντησε καταφατικά. Ωστόσο, όταν ακολούθως ρωτήθηκε σε ποιο όνομα απευθύνεται η επιστολή, «Αφού εν τζιαι ξέρω να θκιαβάζω » απάντησε. Τίθεται το ερώτημα πώς γίνεται να μη γνωρίζει σε ποιο όνομα απευθύνεται η επιτολή, επειδή δεν ξέρει να διαβάζει, τη στιγμή που προηγουμένως, με του που του υποδείχθηκε και ρωτήθηκε αν την έχει πάρει απάντησε καταφατικά. Πώς κατάλαβε ότι είναι αυτή που έχει πάρει αφού δεν ξέρει να διαβάζει; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ για να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίος θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα τον εναγόμενο, σε βαθμό που (για επαναλάβω), η μαρτυρία του, με εξαίρεση εκείνο μόνο το μέρος που συνάδει με τη μαρτυρία του ενάγοντα το οποίο αποδέχομαι, κατά τα λοιπά απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Η αποτυχία του εναγόμενου να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι ξόφλησε το ποσό του επίδικου δανείου σφραγίζει και την τύχη της αγωγής η οποία επιτυγχάνει. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Δε συμφωνώ με τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου ότι επειδή ο ενάγοντας δεν καταχώρησε απάντηση στη υπεράσπιση σημαίνει πως παραδέχεται τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι ξόφλησε το ποσό του δανείου, αφού πρώτα έδωσε μια επιταγή ως εγγύηση την οποία πήρε πίσω, αφού πλήρωσε το ποσό του δανείου. Εκτός του ότι για λόγους που έχουν αναφερθεί η επί του προκειμένου μαρτυρία του εναγόμενου αφίσταται θεμελιωδώς των δικογραφημένων ισχυρισμών του είναι και το γεγονός, ότι, για λόγους που έχει αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα και με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο, στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπισή σημαίνει απλώς ότι δεν παραδέχεται τους ισχυρισμούς του εναγόμενου που περιέχονται στην υπεράσπισή του και όχι το αντίθετο. Καταρχήν, η ουσία της υπεράσπισής του εναγόμενου έγκειται στον ισχυρισμό του ότι ξόφλησε το ποσό του δανείου, που έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ενάγοντα που περιέχεται στην έκθεση απαίτησης, πως δεν ξόφλησε το δάνειο ο εναγόμενος. Συνεπώς, δε βλέπω τι νόημα θα είχε να καταχωρήσει απάντηση στην υπεράσπιση ο ενάγοντας, απλώς και μόνο για να επαναλάβει τον ισχυρισμό του ότι δεν ξόφλησε ο εναγόμενος το ποσό που του έδωσε ως δάνειο. Απ' εκεί και πέρα, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο ενάγοντας του έδωσε το ποσό του δανείου και ο ίδιος του έδωσε μία δική του επιταγή ως εγγύηση για το ίδιο ποσό, την οποία ο ενάγοντας του έδωσε πίσω όταν του επέστρεψε το ποσό του δανείου, βασικά αποτελεί τη μαρτυρία με την οποία ο εναγόμενος επιχείρησε (εν πάση περιπτώσει ανεπιτυχώς) να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι ξόφλησε το επίδικο δάνειο που συνθέτει και την υπεράσπισή του στην αγωγή. Επομένως, ούτε απάντησης έχριζε μα ούτε και σημαίνει ότι γίνεται αποδεκτός από τον ενάγοντα ο εν λόγω ισχυρισμός, επειδή δεν καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση, με την οποία να τον αρνείται. Το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση, ακριβώς αυτή τη σημασία ενέχει ως προς τη θέση του εναγόμενου σε σχέση και με αυτό το δικογραφημένο ισχυρισμό του. Συναφώς με το θέμα παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα του Σ. Στυλιανού «Δίκαιον των Εγγράφων Προτάσεων»
(1982), σελ. 273: «Η Απάντησις ευρίσκεται εν πλήρη διακρίσει προς την Υπεράσπισιν εις την Ανταπαίτησιν, καίτοι αι εν λόγω προτάσεις εκτίθενται εις το ίδιο έγγραφον. Οσάκις αποκλειστικός σκοπός του Ενάγοντος είναι η απλή και μόνο άρνησις των ισχυρισμών του Εναγόμενου, των περιεχομένων εις την Έκθεσιν Υπερασπίσεως, η Απάντησις δεν είναι απαραίτητος, δεδομένου ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του Εναγόμενου θεωρείται πάντοτε ότι δεν γίνονται παραδεκτο[1]» Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος του εναγόμενου για το ποσό των €5.125,80 (£3.000,00) με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - συμφωνία δανείου. [1] A reply is not necessary if its sole object is to deny what the defendant has started in his defence, for in its absence there is an implied joinder of issue. Its main function is to raise in answer to the defence any matters which must be pleaded by way of confession and avoidance, or to make any admissions which you may be disposed to make. (ODGERS ON PLEADING AND PRACTICE, 20th Ed. at p. 229). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.