← Κύπρος

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας ν. Κωνσταντίνου Γιαννακού κ.α., Αρ. Αγωγής: 1990/05, 22 Ιανουαρίου 2010

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας ν. Κωνσταντίνου Γιαννακού κ.α., Αρ. Αγωγής: 1990/05, 22 Ιανουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1990/05 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας Εναγόντων και

  1. Κωνσταντίνου Γιαννακού
  2. Κούλλας Γιανακού
  3. Νεφέλης Βασιλείου
  4. Ανδρέα Γ. Βασιλείου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 20.10.2009 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Ιανουαρίου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Εναγόμενο 4-Αιτητή: κ. Τ. Κουμής Για τους Ενάγοντες- Καθ΄ων η αίτηση: κ. Σπ. Γιάλλουρος Αιτητής παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο εναγόμενος 4-αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται το διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε εναντίον του στις 12.7.2006, δυνάμει του οποίου ο αιτητής διατάχθηκε να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις εκ £30, ισάξιο €51.26, από την 1.9.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 86-91 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, στη Δ.48 Θθ. 1-3 και 10-12 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του αιτητή στην οποία αναφέρει ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ο ίδιος εργαζόταν και ήταν σε θέση να πληρώνει το ποσό των €51.
  5. Περαιτέρω ο αιτητής ισχυρίζεται ότι είναι τώρα συνταξιούχος ηλικίας 69 ετών, λαμβάνει μηνιαία σύνταξη €390, ποσό το οποίο δεν αρκεί για να καλύψει τα δικά του έξοδα και της συζύγου του, τη διατροφή και τη συντήρηση του και τη φαρμακευτική τους περίθαλψη. Τέλος, ο αιτητής αναφέρει ότι οι ενάγοντες του απέστειλαν επιστολή με την οποία τον κάλεσαν να πληρώσει τις καθυστερημένες δόσεις συνολικού ποσού €1.435,28, κάτι το οποίο αδυνατεί να πράξει, καθότι είναι συνταξιούχος, δεν εργάζεται, στερείται οποιασδήποτε κινητής και ακίνητης περιουσίας και αδυνατεί να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του λόγω φυσικής και οικονομικής αδυναμίας. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  6. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική.
  7. Η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου 4-Αιτητή δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά από την ημερομηνία της τελευταίας οικονομικής εξέτασης, -ήτοι από τις 12/07/2006- που εκδόθηκε το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, προς το χειρότερο, αλλά προς το καλύτερο.
  8. Ο αιτητής δεν νομιμοποιείται στις θεραπείες που αιτείται.
  9. Η αιτούμενη ακύρωση του Διατάγματος επηρεάζει δυσμενώς τους Ενάγοντες.
  10. Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη.» Η νομική βάση της ένστασης είναι η ίδια όπως και η αίτηση, και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Παύλου Παπακώστα, υπαλλήλου των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση. Στην ένορκη του δήλωση ο κ. Παπακώστα ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και δεν εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του κ. Παπακώστα, ο αιτητής δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος, ο αιτητής επιμελώς παρέλειψε να αναφέρει τη λήψη σύνταξης από τη σύζυγο του που ανέρχεται στο ποσό των €283,98 και η οικονομική κατάσταση του αιτητή έχει βελτιωθεί από την ημερομηνία εξέτασης του και έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων προς το καλύτερο καθότι τώρα η μηνιαία σύνταξη του παρουσιάζει αύξηση κατά €38.03 μηνιαίως. Ακόμα, ο κ. Παπακώστα ισχυρίζεται ότι η φαρμακευτική περίθαλψη τόσο του αιτητή όσο και της συζύγου του παρέχεται δωρεάν από το Νοσοκομείο, και αν ακόμα υποφέρει από ειδική ασθένεια ο αιτητής δικαιούται σε επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας. Με βάση όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του, και εκτίθενται πιο πάνω, ο κ. Παπακώστα ισχυρίζεται ότι ο αιτητής δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι τυχόν ακύρωση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες καθότι δεν θα μπορέσουν να εισπράξουν το λαβείν τους. Ο αιτητής αντεξετάστηκε από τον δικηγόρο των καθ΄ων η αίτηση. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι ήταν πλασιέ φωτογράφος για 47 χρόνια, ασχολείτο με την μεγέθυνση παλαιών φωτογραφιών τις οποίες πουλούσε σε πανηγύρια, κάτι το οποίο σταμάτησε αμέσως μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων καθότι επίσης η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί και συγκεκριμένα πάσχει από την καρδιά του. Ενόψει του γεγονότος ότι έχει σταματήσει να εργάζεται, δεν έχει οποιοδήποτε άλλο εισόδημα εκτός από τη σύνταξη του ιδίου και της συζύγου του, ισχυρίστηκε ότι αδυνατεί να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Ανέφερε ακόμα ότι κάποια φάρμακα του παρέχονται από το νοσοκομείο δωρεάν ενώ κάποια τα αγοράζει από φαρμακεία και ότι ο μόνος λόγος που δεν έκανε αναφορά στη σύνταξη της συζύγου του στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση είναι διότι η σύζυγος του έχει τα δικά της προβλήματα υγείας και την παίρνει καθημερινά στο γιατρό. Ο δικηγόρος του αιτητή με τη σειρά του αντεξέτασε τον κ. Παπακώστα, ο οποίος ανέφερε ότι τα στοιχεία τα οποία παραθέτει στην ένορκη του δήλωση δεν τα γνωρίζει προσωπικά αλλά μέσω συναδέλφων του οι οποίοι έκαναν σχετική έρευνα ή τα πληροφορήθηκαν από στοιχεία που ο ίδιος ο αιτητής δήλωσε στο Δικαστήριο κατά την εξέταση του πριν την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Δήλωσε δε ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική καθότι ο αιτητής δεν έχει πληρώσει κανένα ποσό από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος και δεν απεκάλυψε την πλήρη αλήθεια στο πλαίσιο της αίτησης του. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των καθ΄ων η αίτηση αναφέρθηκε στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και εισηγήθηκε ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν συμμορφώνονται με το πνεύμα του άρθρου 90

(2)του Ν. 134(Ι)/99 καθότι αυτές αναφέρονται στην παρούσα οικονομική κατάσταση του αιτητή και εν πάση περιπτώσει αυτός δεν έχει καταφέρει να αποδείξει ουσιαστική αλλαγή στην οικονομική του κατάσταση. Αντίθετα, ο κ. Γιάλλουρος ισχυρίστηκε ότι ενώ ο αιτητής δικαιούται δωρεάν φάρμακα, για δικούς του λόγους τα αγοράζει από το φαρμακείο χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε απόδειξη. Ως εκ τούτου, ο κ. Γιάλλουρος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Ο δικηγόρος του αιτητή, κατά τη δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο η οικονομική κατάσταση του αιτητή έχει αλλάξει από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Ο αιτητής έχει αναφέρει ότι κατά την έκδοση του διατάγματος εργαζόταν ενώ από τότε σταμάτησε να εργάζεται και έχει αναφερθεί στα ποσά της σύνταξης του ιδίου και της συζύγου του και ότι αυτά δεν αρκούν για να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες συντήρησης και ιατρικών εξόδων, τις οποίες ο κ. Κουμή χαρακτήρισε ως συντάξεις πείνας. Επομένως, ήταν η θέση του κ. Κουμή ότι η παρούσα αίτηση πρέπει να πετύχει με έξοδα εις βάρος των εναγόντων. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 90
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Νόμου, Ν.134(Ι)/99, παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να ακυρώσει, αναστείλει ή τροποποιήσει διάταγμα μηνιαίων δόσεων, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη αν ο τελευταίος «αποδείξει ότι η οικονομική του κατάσταση έχει αλλάξει ουσιαστικά από την ημερομηνία της τελευταίας εξέτασης με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να καταβάλει τις δόσεις στους χρόνους και στα ποσά που το Δικαστήριο προσδιόρισε στο διάταγμα του». Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική αλλαγή στην οικονομική κατάσταση του αιτητή από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, κατόπιν εξέτασης του από το Δικαστήριο, σε βαθμό που να αδυνατεί πλέον να πληρώνει τις δόσεις. ΄Εχω ακούσει με προσοχή την αντεξέταση τόσο του αιτητή όσο και του κ. Παπακώστα. Λαμβάνω επίσης υπόψη το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και των δύο προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αιτητή, αυτός κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ασχολείτο και λάμβανε κάποιο εισόδημα με το να πηγαίνει σε πανηγύρια και να πουλεί φωτογραφίες. Η απασχόληση του αυτή έχει τερματιστεί από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος και έκτοτε έχει χάσει αυτό το εισόδημα. Αυτός ο ισχυρισμός του αιτητή δεν έχει αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά, και παρέμεινε αναντίλεκτος στο πλαίσιο της αντεξέτασης του. Επομένως το Δικαστήριο αποδέχεται αυτή τη θέση του αιτητή. Επιπλέον ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι το πρόβλημα με την καρδιά του επιδεινώθηκε από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, αναφέρθηκε στο συνολικό ποσό των συντάξεων του ιδίου και της συζύγου του που είναι το μοναδικό εισόδημα τους και ότι αυτό δεν αρκεί για να καλύψουν τις ανάγκες συντήρησης και ιατρικής τους περίθαλψης. Ανέφερε ακόμα ότι αρκετά φάρμακα παίρνει δωρεάν από το νοσοκομείο, ενώ κάποια αγοράζει από φαρμακείο. Η απάντηση του σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου των εναγομένων ότι δεν αναφέρθηκε στη σύνταξη της συζύγου του στην ένορκη του δήλωση δεν καταδεικνύει την οποιαδήποτε εσκεμμένη προσπάθεια του απόκρυψης αυτού του γεγονότος και παραπλάνησης του Δικαστηρίου σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση. Ο αιτητής σαφώς και ευθαρσώς αναφέρθηκε στη σύνταξη της συζύγου του μόλις ρωτήθηκε για τούτο. Παρόλο που ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε το ακριβές ποσό της σύνταξης της συζύγου του, εν τούτοις δέχθηκε τη θέση της πλευράς των εναγομένων για το ακριβές ποσό που λαμβάνει και ότι οι δύο συντάξεις είναι ο μοναδικός πόρος συντήρησης τους. Ακόμα τόνισε ότι η σύνταξη που λαμβάνει η σύζυγος του καλύπτει τις δικές της ανάγκες και ότι αυτή επίσης αντιμετωπίζει ιατρικά προβλήματα. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι καθ΄ων η αίτηση και πάλι δεν αμφισβήτησαν ότι το μοναδικό εισόδημα του αιτητή και της συζύγου του είναι οι δύο συντάξεις που λαμβάνουν, και απλώς ισχυρίστηκαν ότι η οικονομική τους κατάσταση έχει αλλάξει προς το καλύτερο λόγω βασικά της αύξησης του ποσού της σύνταξης του αιτητή κατά €38.03 μηνιαίως. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο αιτητής λαμβάνει σύνταξη που ανέρχεται στο ποσό των €390.00 μηνιαίως, ότι διαμένει με τη σύζυγο του, η οποία λαμβάνει επίσης σύνταξη ποσού €283.98, και ότι οι συντάξεις τους που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €673.99 είναι το μοναδικό εισόδημα τους, από το οποίο οφείλουν να καλύψουν τις ανάγκες συντήρησης τους και ιατρικής τους περίθαλψης, λαμβάνοντας φάρμακα δωρεάν από το Νοσοκομείο και αγοράζοντας κάποια. Αυτό το σκέλος των ευρημάτων του Δικαστηρίου διαφαίνεται από το σύνολο της μαρτυρίας ενώπιον του και οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν παρουσιάζει διαφοροποίηση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, εκτός από τη μικρή αύξηση στη σύνταξη του αιτητή, η οποία σύμφωνα με τη θέση του δικηγόρου των εναγομένων αντιπροσωπεύει την αύξηση στον τιμάριθμο. Κρίνω ότι αυτή η αύξηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως θετική μεταβολή στην οικονομική κατάσταση του αιτητή εφόσον ο τιμάριθμος λαμβάνεται υπόψη και στην ανάλογη αύξηση των εξόδων για τη συντήρηση του αιτητή. Ακόμα, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη και την ηλικία του αιτητή, ο οποίος είναι τώρα 69 ετών, και αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας με την καρδιά του, το οποίο παρουσίασε κάποια επιδείνωση τα τελευταία χρόνια. Η θέση του κ. Παπακώστα ότι ο αιτητής δικαιούται σε επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας αν υποφέρει από ειδική ασθένεια παρέμεινε γενική, αόριστη και υποθετική. Ο αιτητής δεν γνώριζε τέτοιο ενδεχόμενο, αλλά ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία στο Δικαστήριο ότι πράγματι πάσχει από κάποια ασθένεια για την οποία δικαιούται τέτοιου επιδόματος. Σύμφωνα με τα πιο πάνω δεδομένα, το Δικαστήριο καταλήγει ότι υπάρχει αλλαγή στην οικονομική κατάσταση του αιτητή από την ημερομηνία εξέτασης του από το Δικαστήριο και έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, και η οποία έγκειται στη μη εργασία του αιτητή και απώλεια του εισοδήματος του από την εν λόγω εργασία. Θεωρώ ότι αυτή η αλλαγή είναι ουσιαστική και η οποία του στέρησε την είσπραξη επιπλέον εισοδήματος πέραν από το ποσό της σύνταξης του, και λαμβάνοντας υπόψη το ύψος του ποσού της σύνταξης του και της συζύγου του, με το οποίο καλύπτουν όλα τους τα έξοδα, τέτοια απώλεια αυτού του εισοδήματος είναι σημαντική και δημιουργεί ουσιαστική διαφοροποίηση στην οικονομική του κατάσταση. Ενόψει, δε, του ποσού της σύνταξης με την οποία ο αιτητής και η σύζυγος του συντηρούνται, ικανοποιούμαι ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος που απαιτεί το άρθρο 90
(2)και ότι δεν είναι σε θέση να πληρώνει το ποσό των €51.26 μηνιαίως ή και οποιοδήποτε άλλο ποσό. Θεωρώ ότι το ποσό της σύνταξης που απομένει ως το εισόδημα του είναι τόσο μικρό που με δυσκολία καλύπτει τις βασικές ανάγκες του αιτητή, τόσο αναφορικά με τη συντήρηση του όσο και την ιατρική του περίθαλψη, και δεν αφήνει περιθώρια και στερεί τη δυνατότητα στον αιτητή να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί την εισήγηση του κ. Γιάλλουρου ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση του αιτητή που τη συνοδεύει είναι εκτός του πνεύματος και σκοπού του άρθρου 90
(2). Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την ουσιαστική αλλαγή της οικονομικής του κατάστασης, κάτι για το οποίο υπάρχει σχετικός ισχυρισμός στην αίτηση και τη συνημμένη ένορκη δήλωση του αιτητή ότι κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων αυτός εργαζόταν και ήταν σε θέση να πληρώνει το ποσό της δόσης ενώ πλέον δεν εργάζεται και αδυνατεί να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος. Ακόμα το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη ή καταχρηστική. Το γεγονός ότι ο αιτητής δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων δεν είναι αρκετό από μόνο του να αποδώσει κακοπιστία στον αιτητή, ο οποίος δικαιολόγησε αυτή την ενέργεια με την αδυναμία του να πληρώνει το εν λόγω ποσό. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι ο αιτητής απέδειξε ότι η οικονομική του κατάσταση έχει αλλάξει ουσιαστικά από την ημερομηνία εξέτασης του με αποτέλεσμα τα ποσά των συντάξεων του ιδίου και της συζύγου του, ως το μόνο τους εισόδημα, να είναι τέτοια που να μην του παρέχουν την ευχέρεια να καταβάλλει πλέον οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα δυνάμει του οποίου το διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε εναντίον του αιτητή στις 12.7.2006 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.