LUKOIL CYPRUS LTD ν. Φλώρας Μιλτιάδους κ.α., Αρ. Αγωγής: 3589/09, 22 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3589/09 Μεταξύ: LUKOIL CYPRUS LTD Εναγόντων ΚΑΙ
- Φλώρας Μιλτιάδους
- Μιχάλη Μιλτιάδους
- Μιχάλη Ππεκρή Εναγομένων. Αίτηση ημερομηνίας 9.12.2009 για προσωρινό διάταγμα 22 Ιανουαρίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές / Ενάγοντες: Ο κ. Γ. Χ"Παρασκευάς. Για Καθ΄ων η αίτηση / Εναγόμενους 1, 2 και 3: Ο κ. Μ.Ραφαήλ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση οι Ενάγοντες με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ζητούν από το Δικαστήριο τις ακόλουθες θεραπείες: (Α) Απόφαση και/ή Διαταγή που να απαγορεύει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 από το να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο επί και/ή εντός και/ή διαμέσου και/ή υπογείως του ακινήτου (που στη συνέχεια θα αναφέρεται επίδικο κτήμα) το οποίο περιγράφεται στην αίτηση και το οποίο κατέχει και/ή χρησιμοποιεί και/ή αναπτύσσει η Ενάγουσα δυνάμει συμφωνίας μίσθωσης. (Β) Απόφαση και/ή Διαταγή που να απαγορεύει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 από το να επεμβαίνουν στις εργασίες της Ενάγουσας για ανέγερση σταθμού πώλησης καυσίμων, πετρελαιοειδών και συναφών ειδών στο επίδικο κτήμα. (Γ) Απόφαση και/ή Διαταγή που να απαγορεύει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 από το να εκμεταλλεύονται και/ή καρπούνται και/ή χρησιμοποιούν με οποιοδήποτε τρόπο το επίδικο κτήμα και/ή τις ανεγερθείσες και/ή τοποθετηθείσες από τους Εναγόμενους οικοδομές και/ή κατασκευάσματα και/ή δένδρα και/υλικά και/ή άλλα αντικείμενα και οτιδήποτε άλλο βρίσκεται εντός του επίδικου κτήματος. (Δ) Απόφαση και/ή Διαταγή που να απαγορεύει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 από το να εισέρχονται με οποιοδήποτε τρόπο στο κτήμα και/ή εργοτάξιο και/ή στις εργασίες της Ενάγουσας για ανέγερση σταθμού πώλησης καυσίμων, πετρελαιοειδών και συναφών ειδών στο επίδικο κτήμα. (Ε) Απόφαση και/ή Διαταγή που να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως κατεδαφίσουν και/ή μετακινήσουν και/ή αφαιρέσουν όλα τα οικοδομήματα και/ή κατασκευάσματα και/ή δένδρα και/ή υλικά και/ή αντικείμενα και/ή οτιδήποτε άλλο ανήγειραν και/ή τοποθέτησαν και/ή φύτεψαν όπως και την περίφραξη και/ή κατασκευή για τη φύλαξη του σκύλου τους που τοποθέτησαν στο κτήμα. (Στ) Απόφαση και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 όπως επεμβαίνουν και/ή παρεμβαίνουν με οποιαδήποτε τρόπο στην εύλογη χρήση και απόλαυση του επίδικου κτήματος από τους Ενάγοντες και/ή να τους απαγορεύει όπως προξενούν οποιαδήποτε οχληρία στους Ενάγοντες. (Ζ) Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 για παράνομη επέμβαση και/ή παρέμβαση και/ή παράνομη εκμετάλλευση και/ή χρήση του επίδικου κτήματος και/ή για παραβίαση από τους εναγόμενους των δικαιωμάτων των Εναγόντων όπως διασφαλίζονται από το Σύνταγμα και/ή ζημιές που υπέστησαν οι Ενάγοντες λόγω των επεμβάσεων και/ή ενεργειών των Εναγομένων στο κτήμα και/ή στις εργασίες ανέγερσης του Σταθμού πώλησης καυσίμων των Εναγόντων. (Η) Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. (Θ) Νόμιμο τόκο. (Ι) Εξοδα. ΑΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με μονομερή αίτηση η οποία καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος η Ενάγουσα-Αιτήτρια αιτήθηκε από το Δικαστήριο την έκδοση των ακολούθων διαταγμάτων: (Α) Διάταγμα που να απαγορεύει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 από το να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο επί και/ή εντός και/ή διαμέσου και/ή υπογείως του ακινήτου (που στη συνέχεια θα αναφέρεται επίδικο κτήμα) το οποίο περιγράφεται στην αίτηση και το οποίο κατέχει και/ή χρησιμοποιεί και/ή αναπτύσσει η Ενάγουσα δυνάμει συμφωνίας μίσθωσης. (Β) Διάταγμα που να απαγορεύει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 από το να επεμβαίνουν στις εργασίες της Ενάγουσας για ανέγερση σταθμού πώλησης καυσίμων, πετρελαιοειδών και συναφών ειδών στο επίδικο κτήμα. (Γ) Διάταγμα που να απαγορεύει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 από το να εισέρχονται με οποιοδήποτε τρόπο στο επίδικο κτήμα. (Δ) Διάταγμα που να απαγορεύει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 από το να εισέρχονται με οποιοδήποτε τρόπο στο εργοτάξιο και/ή στις εργασίες της Ενάγουσας για ανέγερση σταθμού πώλησης καυσίμων, πετρελαιοειδών και συναφών ειδών στο επίδικο κτήμα. (Ε) Διάταγμα που να απαγορεύει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 από το να εκμεταλλεύονται και/ή καρπούνται και/ή χρησιμοποιούν με οποιοδήποτε τρόπο το επίδικο κτήμα και/ή τις ανεγερθείσες και/ή τοποθετηθείσες από τους Εναγόμενους οικοδομές και/ή κατασκευάσματα και/ή δένδρα και/υλικά και/ή άλλα αντικείμενα και οτιδήποτε άλλο βρίσκεται εντός του επίδικου κτήματος. (ΣΤ) Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως μετακινήσουν και/ή αφαιρέσουν από το επίδικο κτήμα όλα τα ξύλα, τσίγγους και ή άλλα ευτελή αντικείμενα και υλικά που τοποθέτησαν στο επίδικο κτήμα όπως και την περίφραξη που τοποθέτησαν σε αυτό, την κατασκευή για τη φύλαξη του σκύλου τους και όλα τα δένδρα που φύτεψαν στο επίδικο κτήμα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ικανοποιείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος σε βαθμό που να δικαιολογείται η εξέταση της αίτησης χωρίς την παρουσία της άλλης πλευράς και έδωσε οδηγίες για την επίδοση της αίτησης στους αντιδίκους. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.48 θθ.1,2,8,9,12 και 13, στα άρθρα 4-9 του ΚΕΦ.6, στο Αρθρο 32 του Ν.14/60, στα Αρθρα 2, 11-14, 43 και 46 του ΚΕΦ.148, στα Αρθρα 23, 25, 33, 34, 35 του Συντάγματος, στη νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Παναγιώτας Λιβέρα η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων κατέχοντας τη θέση της εσωτερικού πολιτικού μηχανικού και συμβούλου περί τεχνικών και οικονομικών θεμάτων. Σ΄ αυτήν αναφέρονται, σε συντομία, τα εξής: · Δυνάμει μίσθωσης ημερομηνίας 1/6/07 μεταξύ της Ενάγουσας και της Εταιρείας Κοινωνία Byzantium Enterprises Ltd, η Ενάγουσα κατέστη και εξακολουθεί να είναι μισθωτής και κάτοχος 1875 τ.μ. εκ του 1/6 μεριδίου του επίδικου ακινήτου, ιδιοκτησίας της εν λόγω εταιρείας (επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2 η συμφωνία μίσθωσης και τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου αντίστοιχα). · Η συμφωνία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, όπως το επίδικο κτήμα χρησιμοποιηθεί από την Ενάγουσα για την ανέγερση και λειτουργία σταθμού διάθεσης καυσίμων, πετρελαιοειδών και συναφών ειδών και με βάση το επισυναπτόμενο στο Παράρτημα Β της εν λόγω συμφωνίας πληρεξούσιο ημερ. 1/6/07 η Ενάγουσα εξουσιοδοτείτο να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για έκδοση οποιασδήποτε άδειας ή πιστοποιητικού με βάση το οποίο να μπορεί να ανεγείρει, εγκαταστήσει και λειτουργήσει σταθμό βενζίνης στο επίδικο κτήμα. · Στις 16/1/09 η Ενάγουσα συνήψε συμφωνία εργολαβίας με την εταιρεία ΜΑΝ Contractors & Developers Ltd. η οποία ανέλαβε τις εργασίες ανέγερσης του σταθμού επί του κτήματος (Τεκμήριο 4). Με βάση την εν λόγω συμφωνία οι εργασίες θα ολοκληρώνονταν στις 18/2/
- · Μέσα Ιουλίου 2009 και αφού η Ενάγουσα προηγουμένως εξασφάλισε τις σχετικές άδειες από τις αρμόδιες αρχές, άρχισε τις εργασίες και την ανέγερση του σταθμού εντός του κτήματος (επισυνάπτονται η Πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής ως Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα). · Οι εναγόμενοι κατέχουν μέρος του ιδίου ακινήτου δυνάμει αδείας ημερομηνίας 11/2/77 που παραχωρήθηκε από την Κεντρική Επιτροπή Διαχειρήσεως Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στη μητέρα της Εναγομένης
- Με βάση την άδεια αυτή η κατοχή αφορά μόνο το μέρος της γης επί της οποίας ανεγέρθηκε η οικία των Εναγόμενων πριν τις 4/10/76 και λωρίδας γης ως αυλή που δεν υπερβαίνει τα 10 πόδια περιμετρικά της οικίας (επισυνάπτεται η άδεια ως Τεκμήριο 7). · Σε άγνωστο χρόνο οι Εναγόμενοι εισέρχονταν παράνομα στο επίδικο κτήμα χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή της Ενάγουσας, φύτευαν δένδρα και τοποθετούσαν διάφορα δικά τους αντικείμενα όπως ξύλα, τσίγγους κλπ. Περαιτέρω, κατασκεύασαν εντός του επίδικου κτήματος περίφραξη και μία κατασκευή την οποία χρησιμοποιούν καθημερινά για τη φύλαξη του σκύλου τους. · Πέραν των πιο πάνω επεμβάσεων οι Εναγόμενοι, κατά την εξέλιξη των εργασιών ανέγερσης του Σταθμού, στο επίδικο κτήμα, άρχισαν να δημιουργούν προβλήματα και να παρεμβαίνουν καθημερινά στις εν λόγω εργασίες. Συγκεκριμένα παρεμποδίζουν επανειλημμένα με βίαιο τρόπο τον εργολάβο της Ενάγουσας να αποκόψει τα δένδρα εντός του κτήματος φωνάζοντας και απειλώντας τον, εμποδίζοντας τον με αυτόν τον τρόπο να προβεί στα απαραίτητα έργα υποδομής και να συνεχίσει τις εργασίες για ανέγερση του σταθμού. Ο εργολάβος φοβούμενος για τη σωματική ασφάλεια των υπαλλήλων του αναγκάστηκε να σταματήσει τα βασικά έργα υποδομής του σταθμού στο επίδικο κτήμα και άρχισε επί μέρους εργασίες σε άλλο μέρος αυτού. · Η Ενάγουσα με επιστολές ημερ. 14/10/09 και 20/11/09 κάλεσε τους Εναγόμενους όπως αφαιρέσουν την κατασκευή για το σκύλο τους, την περίφραξη και οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο έχουν τοποθετήσει επί του κτήματος και όπως σταματήσουν τις οποιεσδήποτε άλλες επεμβάσεις τους στο επίδικο κτήμα και στις εργασίες ανέγερσης του σταθμού (Τεκμήρια 9 και 10). · Παρά τις επανειλλημένες οχλήσεις και υποδείξεις της Ενάγουσας οι Εναγόμενοι συνεχίζουν να εισέρχονται παράνομα στο επίδικο κτήμα και συνεχίζουν να έχουν τα δένδρα, την κατασκευή, την περίφραξη και άλλα αντικείμενα στο επίδικο κτήμα, όπως, επίσης, συνεχίζουν να παρεμβαίνουν με βίαιο τρόπο στις εργασίες ανέγερσης του σταθμού. · Στις 24/11/09 ο εργολάβος απέστειλε επιστολή στην ενάγουσα με την οποία την πληροφόρησε ότι οι εργασίες για την ανέγερση του σταθμού δεν μπορούν να συνεχιστούν αφού δεν κατέστη δυνατή η αποκοπή και απομάκρυνση των δένδρων που εμποδίζουν τη διεξαγωγή των εργασιών και ότι η γειτνιάζουσα περίφραξη εμπίπτει στο χώρο του εργοταξίου με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των εργασιών (Τεκμήριο 11). · Οι πιο πάνω ενέργειες των εναγομένων έχουν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική καθυστέρηση των εργασιών ανέγερσης του σταθμού αφού ο εργολάβος δεν μπορεί να προχωρήσει με τις απαραίτητες υποδομές κάτι που έχει ως συνέπεια να επηρεάζονται τα χρονικά περιθώρια ολοκλήρωσης της ανέγερσης του σταθμού. Από τις πράξεις των εναγομένων η Ενάγουσα υπέστη και συνεχίζει να υπόκειται ζημιά ίση με το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει στον εργολάβο για την καθυστέρηση των εργασιών η οποία μέχρι σήμερα ανέρχεται περίπου στο ποσό των €30,000.- (Τεκμήριο 12). Περαιτέρω η Ενάγουσα κινδυνεύει να πάθει ανεπανόρθωτη ζημιά αφού ο εργολάβος, λόγω της καθυστέρησης των εργασιών, θα τερματίσει τη συμφωνία ημερ. 16/1/09 με την Ενάγουσα, όπως διαλαμβάνεται σ΄ αυτήν, υπάρχει δε σοβαρό και ορατό ενδεχόμενο οι άδειες που η Ενάγουσα εξασφάλισε από τις αρμόδιες αρχές για την ανέγερση του σταθμού να λήξουν με αποτέλεσμα να μην μπορέσει ποτέ να ολοκληρώσει το έργο. · Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί τα αιτούμενα διατάγματα οι Εναγόμενοι θα συνεχίσουν τις παράνομες και αυθαίρετες επεμβάσεις τους στο επίδικο κτήμα με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί τεράστιες και ανεπανόρθωτες ζημιές και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 2, 3, 5-7 και 10 του Νόμου 139/91, στα άρθρα 25, 29, 65Β, 65Γ, 80 και 81 του ΚΕΦ.224, στο άρθρο 51 του Ν.9/65, στη Δ.48 θθ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1 στην οποία βασικά αναφέρει τα εξής: Τόσο η ίδια όσο και οι Εναγόμενοι 2 και 3 σε καμία περίπτωση εμπόδισαν ή εισήλθαν στο εργοτάξιο των Εναγόντων, ούτε έχουν παρέμβει στις εργασίες των Εναγόντων με τον τρόπο που περιγράφεται στην ένορκη δήλωση των Εναγόντων. Η μόνη παρέμβαση στις εργασίες των εργολάβων των εναγόντων έγινε τον Ιούλιο του 2009, όταν, κατόπιν καταγγελίας του Εναγόμενου 2, το δασονομείο παρενέβη και απαγόρευσε στο συνεργείο των Εναγόντων το κόψιμο των δένδρων τα οποία βρίσκονται στην αυλή των Εναγομένων από το 1979 και τα οποία δεν έχουν φυτέψει τώρα ως ο ισχυρισμός των Εναγόντων. Όλα τα υποστατικά τα οποία ανηγέρθησαν έγιναν με νόμιμο τρόπο και κατόπιν μερικής επιχορήγησης από τον κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών καθότι οι Εναγόμενοι είναι πρόσφυγες, εκτοπισμένοι, από το Λευκόνοικο λόγω της Τουρκικής Εισβολής. Διαμένουν δε από το 1976 μέχρι σήμερα σε κατοικίες και άλλα συναφή υποστατικά στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 1079, τεμ.438, Φ/Σχ. L/8.3.II ενορία Σκάλας, Λάρνακα. Στις 11/2/77 η μητέρα της Εναγόμενης 1 και στις 29/12/89 ο πατέρας της υπέγραψαν συμφωνία με τον Κηδεμόνα Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών με την οποία εδίδετο άδεια χρήσεως του πιο πάνω ακινήτου καθώς και της κατοικίας και των άλλων υποστατικών τα οποία οι Εναγόμενοι ανέγειραν με δικά τους έξοδα και με συνολικό κόστος που ξεπέρασε τότε τις £70,000.-. Η Εναγόμενη 1 έγινε, επίσης, δικαιούχος και αδειούχος χρήστης των πιο πάνω υποστατικών σε μεταγενέστερο στάδιο, ενώ σε διάφορα διαστήματα έλαβαν από την Κυπριακή Δημοκρατία διάφορα ποσά ως βοήθεια για τη συντήρηση των εν λόγω υποστατικών τα οποία μέχρι και σήμερα οι Εναγόμενοι και οι 4 οικογένειες τους χρησιμοποιούν ως κατοικίες. Επομένως, όλα τα υποστατικά έχουν νόμιμα ανεγερθεί εδώ και 30 χρόνια περιλαμβανομένου και του σπιτιού του σκύλλου. Σε άγνωστη ημερομηνία ο κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ενέκρινε την μεταβίβαση του μισού μεριδίου του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου σε Ελληνοκύπριους αγοραστές ένας εκ των οποίων ήταν επίσης αδειούχος χρήστης σε μερίδιο του ιδίου ακινήτου όπως και οι εναγόμενοι. Μετά την πιο πάνω συναλλαγή η οποία, όπως οι Εναγόμενοι έμαθαν, έγινε τον Ιούνιο του 2007, άρχισε ένα πραγματικό μαρτύριο για τους Εναγόμενους με διάφορες απειλές και εκβιασμούς και πόλεμο νεύρων από πλευράς των νέων ιδιοκτητών και/ή ανθρώπων με τους οποίους είχαν έλθει σε διάφορες συμφωνίες, όπως ήταν φυσικό οι Εναγόμενοι έκαμαν τα διαβήματα τους με νόμιμο τρόπο (Τεκμήριο 2). Αναφορικά με την ενοικίαση του επίδικου τεμαχίου από τους συνιδιοκτήτες του στους Ενάγοντες για την ανέγερση σταθμού βενζίνης, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3, που επισυνάπτεται, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, δεν έχει ακόμη συγκατατεθεί στην ανέγερση του σταθμού. Εκτός των άλλων ο διαχωρισμός του ακινήτου δεν έχει, ακόμη, ολοκληρωθεί και, συνεπώς, οποιαδήποτε άδεια έχει δοθεί είναι παράνομη καθότι ο κηδεμόνας, ως συνιδιοκτήτης του τεμαχίου, δεν έχει δώσει τη συγκατάθεση του και, συνεπώς, η ενοικίαση είναι παράνομη και άκυρη. Ο Κηδεμόνας έχει ήδη ξεκινήσει τη διαδικασία απαλλοτρίωσης του μέρους του τεμαχίου που αναλογεί στους Εναγόμενους μόλις ολοκληρωθεί ο διαχωρισμός του ακινήτου (Τεκμήριο 5). ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις από τις δύο πλευρές στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Ο κ. Χ"Παρασκευάς εκ μέρους των Εναγόντων εν πρώτοις περιόρισε τις θεραπείες που ζητούνται στα διατάγματα υπό στοιχεία (Α)-(Ε) αποσύροντας το διάταγμα υπό στοιχεία (ΣΤ). Υποστήριξε ότι εκείνο που η πλευρά των Εναγόντων ζητά με την παρούσα αίτηση είναι να μπορέσουν να προχωρήσουν στην ανέγερση του πρατηρίου βενζίνης, δηλαδή να κάνουν ανενόχλητοι αυτό που οι αρμόδιες αρχές τους έδωσαν την άδεια να κάμνουν και για το οποίο εμποδίζονται λόγω των επεμβάσεων των Εναγομένων στο ακίνητο που κατέχουν οι Ενάγοντες και έχουν ενοικιάσει. Αναφερόμενος στο περιεχόμενο των παραγράφων 11, 12 και 14 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση υποστήριξε ότι δεν μπορούν να εξεταστούν ισχυρισμοί που προβάλλονται εκεί εφόσον αφορούν τους ιδιοκτήτες του ακινήτου που δεν είναι μέρη της παρούσας διαδικασίας. Εν συνεχεία ήταν εισήγηση του συνηγόρου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, τόνισε ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα oι Ενάγοντες θα υποστούν τεράστιες οικονομικές ζημιές που δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν ενόψει του ότι θα βρίσκονται σε παράβαση συμβολαίου με τους ιδιοκτήτες, ενώ οι σχετικές άδειες που τους παραχωρήθηκαν θα λήξουν. Ο κ. Ραφαήλ εκ μέρους των Εναγομένων, αφού αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ένστασης και στους αντίθετους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης των Εναγόντων, υποστήριξε ότι τίποτε από τα όσα αναφέρονται σε σχέση με παρεμβάσεις στις εργασίες των Εναγόντων έχουν γίνει και ότι όλες οι κατασκευές που υπάρχουν δεν έχουν ανεγερθεί πρόσφατα αλλά υπήρχαν από καιρό και, επομένως, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός περί ενεργειών από πλευράς εναγομένων με σκοπό να εμποδίσουν τους ενάγοντες στις εργασίες τους. Επεσήμανε, ακόμη, ότι η συμφωνία ενοικίασης στην οποία αναφέρονται οι ενάγοντες έχει γίνει χωρίς τη συγκατάθεση του κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ενώ εκκρεμεί, ακόμη, το θέμα διαχωρισμού του ακινήτου και στη συνέχεια απαλλοτρίωσης του μέρους που αναλογεί στους Εναγόμενους. Ηταν η τελική θέση του κ. Ραφαήλ ότι το μόνο που έχει γίνει από πλευράς εναγομένων είναι η διαφύλαξη, με νόμιμο τρόπο, των δικαιωμάτων τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Αρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Αρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, o Πρόεδρος Αρτεμίδης διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, ως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν΄ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της.» Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 στη σελίδα 1809 ο Δικαστής Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά Κωνσταντινίδης ν. Μακρύγιωργου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέχτως πολύπλοκη και μακρά.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ Ν.14/60 Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Αρθρο 32 του Νόμου 14/
- Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του ενάγοντα. Σε αυτή τη βάση διαπιστώνεται ότι, με βάση το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης που καταχωρήθηκε στην παρούσα αγωγή, προκύπτουν οι αξιώσεις των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων ως και ένας αριθμός Δηλωτικών διαταγμάτων και/ή αποφάσεων που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στο ακίνητο που κατέχουν και αναπτύσσουν οι Ενάγοντες και στις εργασίες των Εναγόντων για ανέγερση σταθμού καυσίμων όπως, επίσης, και διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους να εισέρχονται στο εργοτάξιο των εναγόντων και, γενικά, να επεμβαίνουν, με οποιοδήποτε τρόπο, στην εύλογη χρήση και απόλαυση του επίδικου κτήματος από τους ενάγοντες και/ή να προκαλούν σ΄ αυτούς οχληρία. Περαιτέρω, ζητούνται αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Οι πιο πάνω αιτούμενες θεραπείες, όπως διατυπώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αποκαλύπτουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία (trespass to land) κατά παράβαση του Αρθρου 43 του ΚΕΦ.148 και της ιδιωτικής οχληρίας κατά παράβαση του Αρθρου 46 του ΚΕΦ.148 και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Οσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Η πλευρά των Εναγόντων, μέσω της ενόρκου δηλώσεως που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης, ισχυρίζεται ότι σε άγνωστο χρόνο γι΄ αυτούς, οι Εναγόμενοι εισέρχονταν παράνομα στο επίδικο κτήμα χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη και φύτευαν δένδρα και τοποθετούσαν σ΄ αυτό διάφορα δικά τους αντικείμενα και ότι, περαιτέρω, τοποθέτησαν εντός αυτού περίφραξη και μία κατασκευή την οποία χρησιμοποιούν καθημερινά για τη φύλαξη του σκύλλου τους. Επίσης, η πλευρά των Εναγόντων ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι, κατά την εξέλιξη των εργασιών ανέγερσης του Σταθμού Πετρελαιοειδών στο επίδικο κτήμα, παρεμβαίνουν καθημερινά στις εργασίες τους. Τέλος, αναφέρεται ότι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και υποδείξεις των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι δεν έχουν συμμορφωθεί και συνεχίζουν να εισέρχονται παράνομα στο επίδικο κτήμα όπως, επίσης, ότι συνεχίζουν να έχουν τα δένδρα, την περίφραξη και την κατασκευή για το σκύλλο τους και διάφορα άλλα αντικείμενα τους σ΄ αυτό, ενώ συνεχίζουν να παρεμβαίνουν με βίαιο τρόπο στις εργασίες ανέγερσης του Σταθμού. Περαιτέρω, η πλευρά των Εναγόντων ισχυρίζεται ότι ο εργολάβος με τον οποίο έχουν συμβληθεί για την ανέγερση του σταθμού δεν μπορεί να συνεχίζει τις εργασίες του λόγω της μη αποκοπής και απομάκρυνσης των δένδρων αλλά και της γειτνιάζουσας περίφραξης εντός του χώρου του εργοταξίου που εμποδίζουν τη διεξαγωγή των εργασιών. Από την άλλη η πλευρά των Εναγομένων, μέσω της ενόρκου δηλώσεως που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης τους, ενώ αρνούνται κατηγορηματικά ότι εμπόδισαν ή εισήλθαν στο εργοτάξιο των Εναγόντων ή ότι έχουν παρέμβει στις εργασίες τους με τον τρόπο που αναφέρουν οι Ενάγοντες, δεν αμφισβητούν ότι έχουν ανεγείρει στο ακίνητο, χωρίς ωστόσο, να προσδιορίζεται αν αυτό έγινε εντός του δικού τους μεριδίου ή εντός του επίδικου ακινήτου που κατέχουν οι ενάγοντες, διάφορα υποστατικά συμπεριλαμβανομένου και του σπιτιού του σκύλου ως, επίσης, και το ότι εδώ και 30 χρόνια έχουν φυτέψει δένδρα τα οποία βρίσκονται στην αυλή τους. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αμφισβήτηση από πλευράς Εναγομένων του ισχυρισμού των Εναγόντων ότι συγκεκριμένες κατασκευές έχουν, σε κάποιο άγνωστο χρόνο, ανεγερθεί εντός του επίδικου ακινήτου που σήμερα οι Ενάγοντες κατέχουν για τους σκοπούς της ανάπτυξης του σε Σταθμό καυσίμων. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Αρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό δε ο Ενάγων - Αιτητής προς στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το Αρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά των Εναγόντων στην ένορκη δήλωση που κατατέθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Αρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Βασικά εάν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς και η επιδίκαση αποζημιώσεων στην Αιτήτρια/Ενάγουσα στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Όμως, όπου ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος, τότε υπάρχει ενδεχόμενο να ικανοποιείται η προϋπόθεση[6]. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Μ & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.α. ν. Τhe Timberland Co. of USA
(1977)1 C.L.R. 1791, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, ένεκα των πράξεων των Εναγομένων, έχουν υποστεί ζημιά και συνεχίζουν να υπόκεινται ζημιά ίση με το ποσό που υποχρεούνται να καταβάλουν στον εργολάβο που ανέλαβε την ανέγερση του σταθμού και με τον οποίο έχουν συμβληθεί με συμφωνία εργολαβίας (Τεκμήριο 4) για την καθυστέρηση των εργασιών για την ανέγερση του Σταθμού η οποία μέχρι σήμερα, με βάση την προκαταρκτική απαίτηση του εργολάβου προς τους Ενάγοντες ημερ. 23/12/09, ανέρχεται περίπου στο ποσό των €30,000 (Τεκμήριο 12). Προβάλλεται, επίσης, η θέση ότι ένεκα της καθυστέρησης στις εργασίες ανέγερσης του Σταθμού από πράξεις ή ενέργειες που οι Ενάγοντες αποδίδουν στους Εναγόμενους και που συνιστούν παράνομη επέμβαση, ο εργολάβος του έργου μπορεί να τερματίσει τη Συμφωνία που έχει με τους ενάγοντες, ενώ οι άδειες που οι Ενάγοντες εξασφάλισαν από τις αρμόδιες αρχές έχουν καθορισμένη χρονική περίοδο ισχύος με ανοικτό, επομένως, το ενδεχόμενο αυτές να λήξουν και να μην μπορεί, ένεκα τούτου, να ολοκληρωθεί η ανάπτυξη στο επίδικο ακίνητο. Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι πιθανό, αν η παράνομη επέμβαση που αποδίδουν στους Εναγόμενους συνεχιστεί, να υπάρξει στο τέλος καθυστέρηση της έναρξης λειτουργίας του Σταθμού και συνεπαγόμενη απώλεια εσόδων από το Σταθμό. Όλα τα πιο πάνω τα οποία οι Ενάγοντες έχουν επικαλεσθεί για να προωθήσουν τη θέση τους σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Αρθρο 32 του Ν.14/60 δείχνουν, κατά την άποψη μου, πόσο δύσκολο είναι το εγχείρημα να υπολογισθεί η ζημιά και η επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος των Εναγόντων σε περίπτωση που επιτύχουν στο τέλος στην παρούσα αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση εμπλέκονται τρίτοι μέσω της Σύμβασης Εργολαβίας και πιθανές οικονομικές απαιτήσεις τους προς την πλευρά των Εναγόντων αλλά και άλλα ζητήματα που αφορούν αρμόδιες αρχές αναφορικά με τις εκδοθείσες για την ανάπτυξη στο επίδικο κτήμα άδειες οι οποίες έχουν καθορισμένη χρονική ισχύ. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω είμαι ικανοποιημένη ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του Αρθρου 32. Πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει ως θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα[7]. Η ανάγκη προστασίας των εναγόντων πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη των Εναγομένων. Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη[8]. Η ανάγκη προστασίας των Εναγόντων σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθούν οι Εναγόμενοι από ζημιά που θα ήταν δυνατόν να υποστούν στην άσκηση των δικών τους δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να σταθμίζει αυτές τις δύο ανάγκες και να καθορίσει ποια από τις δύο πλευρές θα υφίστατο τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία[9]. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Έχοντας υπόψη τη φύση της παρούσας υπόθεσης δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της αιτήτριας-ενάγουσας για τους λόγους που έχω εξηγήσει και οι οποίοι σχετίζονται περισσότερο με την τρίτη προϋπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας θεωρώ ότι κλείνει υπέρ των Εναγόντων, ότι δηλαδή είναι δίκαιο και πρόσφορο να εγκριθεί η Αίτηση και να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και οι Ενάγοντες πετύχουν στην αγωγή τους εναντίον των Εναγομένων υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους λόγω του ότι βρίσκονται στο στάδιο ανάπτυξης του επίδικου ακινήτου έχοντας ήδη συμβατικά αναθέσει τις εργασίες ανέγερσης Σταθμού Καυσίμων σε εργολάβο αφού εξασφάλισαν τις σχετικές άδεις που απαιτούνται από αρμόδιες αρχές με καθορισμένη χρονική περίοδο ισχύος. Από την άλλη δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός σε βάρος των Εναγομένων με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Εν πάση δε περιπτώσει οι Εναγόμενοι δεν αναφέρουν στην ένορκο δήλωση τους οτιδήποτε ως προς το ενδεχόμενο πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς στους ίδιους αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Εξετάζοντας τώρα τα αιτούμενα διατάγματα (Α) μέχρι (Δ) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων και λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω θεωρώ ορθό να εκδοθούν τα διατάγματα υπό στοιχεία (Α) μέχρι (Δ) της Αίτησης, αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων. Οσον αφορά το διάταγμα που περιέχεται στην παρά.(Ε) της υπό κρίση Αίτησης θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό να εκδοθεί για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτον αυτό καλύπτεται από τα προηγούμενα διατάγματα στο βαθμό που επιζητείται να απαγορευθεί στους Εναγομένους να εισέρχονται και/ή να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στο επίδικο ακίνητο. Δεύτερον διακρίνεται κάποια ασάφεια στη διατύπωση του σε ό,τι αφορά τις ενέργειες για τις οποίες επιζητείται απαγόρευση με αποτέλεσμα να μην είναι καθαρό τι ακριβώς επιδιώκεται με το αιτούμενο διάταγμα (π.χ. να εκμεταλλεύονται/καρπούνται/χρησιμοποιούν τα δένδρα εντός του κτήματος). Τρίτον από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση το παράπονο των Εναγόντων δεν είναι η χρήση και/ή η απόλαυση από μέρους των Εναγομένων οικοδομών και/ή κατασκευασμάτων και/ή δένδρων που βρίσκονται εντός του επίδικου ακινήτου που ενοχλεί τους Ενάγοντες αλλά η ίδια η ύπαρξη τους για τα οποία ζητούσαν, αρχικά, την έκδοση προστακτικού διατάγματος με βάση την παρά(Στ) της αίτησης τους για την μετακίνηση και/ή αφαίρεση τους. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω δεν εκδίδεται το αιτούμενο στην παρά.(Ε) της υπό κρίση Αίτησης διάταγμα. Κ Α Τ Α Λ Η Ξ Η Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω θεωρώ ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές ικανοποίησαν και τις τρεις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60 και έδειξαν ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ τους. Κατ΄ ακολουθία εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι (Α), (Β), (Γ) και (Δ) της Αίτησης ανωτέρω. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Ενάγοντες-Αιτητές δικαιούνται και στα έξοδα τους. Οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 να καταβάλουν στο τέλος της κυρίως υπόθεσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ /ΑΚΣ [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268 [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321. [7] Δέστε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152 και Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528. [8] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: «The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle.» [9] Δέστε American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση A. PIERIS (ALAKATOUDI) COURT LTD v. Χαριτίνη Ιωαννίδου
(1986)1 J.S.C. 243: «Η στάθμιση της ταλαιπωρίας την οποία θα υποστεί ο κάθε διάδικος συνεπεία της έκδοσης ή μη έκδοσης του Διατάγματος, λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία. Το βάρος της Απόδειξης είναι στον Ενάγοντα να καταδείξει ότι η ταλαιπωρία (inconvenience) που θα υποστεί θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη του Εναγομένου εάν δεν εκδοθεί το Διάταγμα.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο