Χαράλαμπος Σπύρου κ.α. ν. SNK Venus Homes Developers Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής. 1666/09, 26 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής. 1666/09 Μεταξύ:
- Χαράλαμπος Σπύρου
- Χριστίνα Σπύρου Εναγόντων και
- S.N.K. Venus Homes Developers Ltd.,
- Toomer Thomas Norman Εναγομένων Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 1/6/2009 26 Ιανουαρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές-Ενάγοντες: Ο κ. Φ. Παυλήμπεης. Για τον Καθ΄ου η Αίτηση-Εναγόμενο 2: Ο κ. Ζ.Ζαχαρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο οι Ενάγοντες ζητούν, μεταξύ άλλων, Δήλωση ότι ο Εναγόμενος 2 υποχρεούται να μεταβιβάσει το ακίνητο που περιγράφεται στην Ενάγουσα 2, Δήλωση ότι το πωλητήριο έγγραφο μεταξύ του Ενάγοντα 1 και των Εναγομένων 1 που υπεγράφη το Σεπτέμβριο του 2007 είναι άκυρο και/ή ότι έχει τερματιστεί εξ υπαιτιότητας των Εναγομένων 1, Δήλωση ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στην επαναφορά και αποκατάσταση των πραγμάτων μεταξύ των διαδίκων στην αμέσως προ της υπογραφής της συμφωνίας κατάσταση και αποζημιώσεις υπέρ των Εναγόντων. Με την υπό κρίση Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς, οι Αιτητές-Ενάγοντες εξασφάλισαν τα αιτούμενα στις παρα (Α) και (Β) Διατάγματα εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Σε μεταγενέστερο στάδιο το διάταγμα της παρα(Α) της Αίτησης που αφορούσε τον Εναγόμενο 1 εκ συμφώνου κατέστη απόλυτο αλλά με τον περιορισμό του διατάγματος σε τρία κτήματα που καθορίσθηκαν, ενώ τα υπόλοιπα που αφορούσε το εν λόγω διάταγμα αποδεσμεύτηκαν. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτητών-Εναγόντων η οριστικοποίηση του διατάγματος της παρα(Β) της Αίτησης που αφορά τον Εναγόμενο 2, ενώ από πλευράς Εναγομένου 2 η ακύρωση του. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.48 θθ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Αρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του ΚΕΦ.6, στα Αρθρα 31 και 32 του Ν.14/60, στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Ενάγοντα 1 ο οποίος αναφέρει, βασικά, τα ακόλουθα: · Το Σεπτέμβριο του 2007 αγόρασε από την Εναγομένη 1 εταιρεία, που ασχολείται με την ανάπτυξη ακίνητης ιδιοκτησίας και πώληση διαμερισμάτων και οικιών, ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου και ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων σε οικοδομικό συγκρότημα που η εναγομένη 1 προτίθετο να ανεγείρει σε ακίνητο (τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στην παρά.4 της ένορκης δήλωσης) στο χωριό Ορμήδεια και υπέγραψε Συμφωνία (Τεκμήριο 1). Η αποπεράτωση και παράδοση των διαμερισμάτων θα γινόταν στις 31.12.
- Η συμφωνία δεν έφερε ακριβή ημερομηνία και δεν προσδιόριζε τα διαμερίσματα που θα πωλούνταν ούτε και τα εμβαδά τους. · Η Συμφωνία προνοούσε ως τίμημα πώλησης το ποσό των ΛΚ90,000 ή €153,774.12 και πως το ποσό των ΛΚ75,000 ή €128.145.11 θα καταβαλλόταν από τον Ενάγοντα 1 ως προκαταβολή. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Ενάγοντας 1 δεν κατέβαλε το ποσό των ΛΚ75,000 ή €128.145.11 αλλά, αντ΄ αυτού, με την αίτηση και συναίνεση της Εναγομένης 1, η μητέρα του, Ενάγουσα 2, μεταβίβασε προς τον Εναγόμενο 2 το ακίνητο, που αναφέρεται στην παρά.5 της Ενόρκου δηλώσεως, ως αντίστοιχο αντάλλαγμα του ποσού των ΛΚ75,
- Περαιτέρω, παρά το ότι στη Συμφωνία αναγράφετο ότι το εν λόγω ποσό των ΛΚ75,000 καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα 1 προς τον Εναγόμενο 1 με την υπογραφή της, στην πραγματικότητα η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου από την Ενάγουσα 2 στον Εναγόμενο 2 έγινε στις 19/2/08 και λογίστηκε ως η πληρωμή της προκαταβολής που αναφερόταν στη Συμφωνία. · Η μεταβίβαση του κτήματος στον Εναγόμενο 2 έγινε δια δήλωσης πωλήσεως αντί του ποσού ΛΚ90,000, όμως η Ενάγουσα 2 ουδέν αντάλλαγμα έλαβε από τον Εναγόμενο 2 για τη μεταβίβαση του κτήματος. · Οι Εναγομένοι 1, κατά παράβαση της Συμφωνίας, ουδέποτε άρχισαν την ανέγερση του οικοδομικού συγκροτήματος επί του τεμαχίου το οποίο θα ανεγείρονταν τα διαμερίσματα που ο Ενάγοντας 1 αγόρασε και, περαιτέρω, δήλωσαν ότι δεν θα προέβαιναν στην ανέγερση του εν λόγω συγκροτήματος. · Συγκεκριμένα τον Απρίλη του 2008 ένας εκ των διευθυντών της Εναγομένης 1, ο Σπύρος Σπύρου, θείος του Ενάγοντα 1, του δήλωσε ότι η Εναγομένη 1 δεν προτίθετο να ανεγείρει το εν λόγω οικοδομικό συγκρότημα. Περαιτέρω, τον ενημέρωσε ότι, λόγω διαφορών μεταξύ του και του Κώστα Αντωνίου, δεύτερου διευθυντή της Εναγομένης 1, η λειτουργία της εταιρείας και η διεξαγωγή των εργασιών της σταμάτησε αφού οι δύο διευθυντές δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε αποφάσεις λόγω διαφωνιών, ότι η Εναγομένη εταιρεία βρισκόταν σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση και ότι οι δύο διευθυντές διόρισαν από κοινού αρχιτέκτονα ως υπεύθυνο για να προσπαθήσει να αποπερατώσει την ανέγερση των οικοδομικών συγκροτημάτων της Εναγομένης 1 που εκκρεμούσαν ή την έκδοση τίτλων εγγραφής τους χωρίς να αρχίσουν οποιεσδήποτε νέες αναπτύξεις. · Διεπίστωσε και ο ίδιος ο Ενάγοντας αρ.1 ότι δεν άρχισε η ανέγερση του οικοδομικού συγκροτήματος στο οποίο αγόρασε τα διαμερίσματα και ότι η Εναγομένη 1 σταμάτησε τις εργασίες της. · Προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 είναι αδύνατο να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της Συμφωνίας και ότι την έχουν παραβεί ενώ ο Ενάγοντας 1 έχει απαλλαγεί από οποιεσδήποτε υποχρεώσεις δυνάμει αυτής και ότι δικαιούται τόσο ο ίδιος όσο και η Ενάγουσα 2 στην αποκατάσταση τους στην αμέσως πριν τη Συμφωνία κατάσταση, επιπλέον δε σε αποζημιώσεις. Περαιτέρω για το κτήμα δεν έλαβε ούτε ο Ενάγων 1, ούτε η Ενάγουσα 2 οποιοδήποτε αντάλλαγμα. · Ο εναγόμενος 2 εξακολουθεί σήμερα να είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου που του μεταβίβασε η Ενάγουσα
- · Η τρέχουσα αγοραία αξία του κτήματος είναι περίπου €238.774.12 και την ίδια αξία θα είχαν τα διαμερίσματα που αγόρασε ο ενάγοντας αν τα είχε σήμερα. · Μετά από σχετική έρευνα στο Κτηματολόγιο διεπίστωσε ότι η ακίνητη περιουσία της Εναγομένης 1 βαρύνεται από σωρεία εμπράγματων βαρών. · Οι εναγόμενοι στερούνται άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο που να είναι δυνατή η εκτέλεση τυχόν εκδοθείσας δικαστικής απόφασης εναντίον τους. Περαιτέρω το κτήμα είναι αντικείμενο της απαίτησης στην παρούσα αγωγή. · Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και οι Εναγόμενοι αποξενώσουν την ακίνητη ιδιοκτησία τους δεν θα είναι δυνατή η εκτέλεση τυχόν δικαστικής απόφασης εναντίον της εναγομένης 1 αλλά ούτε και εναντίον του Εναγομένου 2 λόγω του κινδύνου αυτός, ως ξένος υπήκοος, να εγκαταλείψει την Κύπρο ανά πάσα στιγμή. · Είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για να διαφυλαχθεί το επίδικο κτήμα της Ενάγουσας 2, καθώς και για να είναι δυνατή η εκτέλεση της απόφασης που πιθανό να εκδοθεί εναντίον των Εναγομένων. Σε συμπληρωματική ένορκο δήλωση του ο Ενάγων 1 αναφέρει ότι ο λόγος της έγερσης της παρούσας αγωγής στις 1.6.09 αλλά και ο χρόνος καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης είναι διότι προσπαθούσε έστω και την υστάτη να βρει μια λύση μιλώντας με τον Διευθυντή της Εναγομένης 1 όσο και τον αρχιτέκτονα που αυτή διόρισε, κάτι το οποίο απέτυχε. Αυτοί του δήλωσαν ξεκάθαρα, στις αρχές Μαίου, ότι δεν είχαν πρόθεση να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων επισκέφθηκε το δικηγόρο του στις 11/5/09 και εξασφάλισαν έρευνα από το Κτηματολόγιο (Τεκμήριο 2) στις 26/5/
- Περαιτέρω, χρειάστηκε χρόνος για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 ήταν ακόμα εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5/
- ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2 Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από τον Εναγόμενο 2 η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.42Α και Δ.48 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Αρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του ΚΕΦ.6, στα Αρθρα 29 και 32 του Ν.14/60 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να γίνει απόλυτο το εκδοθέν διάταγμα. · Το επίδικο ακίνητο έχει αξία αποτιμητή σε χρήμα και οι ενάγοντες δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα γιατί η εναγόμενη 1 έχει άλλη ακίνητη περιουσία τέτοιας αξίας που μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εναντίον της. · Δεν υπάρχουν εξαιρετικές συνθήκες και/ή ελλείπει το κατεπείγον. · Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή του Ν.14/60 και/ή του ΚΕΦ.
- · Δεν έχει αποδειχθεί ότι, σε περίπτωση που δεν οριστικοποιηθεί το προσωρινό διάταγμα, οι Ενάγοντες δεν θα δυνηθούν να εκτελέσουν τυχόν απόφαση σε μεταγενέστερο στάδιο. · Η ζημιά που θα υποστεί ο Εναγόμενος 2 από την οριστικοποίηση του διατάγματος είναι τεράστια και/ή δυσανάλογη σε σύγκριση με τη ζημιά που πιθανό να υποστούν οι Ενάγοντες. · Δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγομένου 2 και οι Ενάγοντες εμποδίζονται από το να εγείρουν την παρούσα αγωγή εναντίον του Εναγομένου 1 από προηγούμενη δική τους συμπεριφορά. · Η συμφωνία αγοράς των διαμερισμάτων μεταξύ του Ενάγοντα 1 και της Εναγομένης 1 ουδεμία σχέση έχει με τη μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5/78 από την Ενάγουσα 2 επ΄ ονόματι του Εναγομένου 2 δυνάμει της δήλωσης μεταβίβασης Π.377/08, ημερ. 19/2/08 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου
- Αυτή έχει, εν περιλήψει, ως εξής: Ο Εναγόμενος 2 δεν έχει σχέση με τη συμφωνία του Ενάγοντα 1 με την Εναγομένη 1 (Τεκμήριο 1). Η εναγόμενη 1 μεσολάβησε, πρότεινε στον πατέρα του Colin Toomer την πώληση του ακινήτου με αρ. εγγρ. 5/78 στον Εναγόμενο
- Αφού πληρώθηκε σε μετρητά από τον πατέρα του στις 6.9.07 το ποσό των ΛΚ50,000 (€85,430) στο Σπύρο Σπύρου, εκ των Διευθυντών της Εναγομένης 1, ολοκληρώθηκε η πώληση στις 19/2/08 με τη συμμετοχή του Ενάγοντα 1, ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Ενάγουσας 2 δια της δηλώσεως μεταβιβάσεως με αρ. Π377/08 που έγινε ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Ο Εναγόμενος 2 δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την αγοραπωλησία των διαμερισμάτων, ούτε και με τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος των διαμερισμάτων τα οποία αγόρασε ο Ενάγοντας από την Εναγομένη
- Επομένως, δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχέση μεταξύ της συμφωνίας αγοράς των διαμερισμάτων από τον Ενάγοντα 1 και της μεταβίβασης του ακινήτου με αρ. εγγρ. 5/78 από την Ενάγουσα 2, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Ενάγοντα 1, στο όνομα του Εναγομένου
- Συνεπώς, η τυχόν παράβαση ή ακυρότητα της συμφωνίας αγοράς των διαμερισμάτων, ως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας 1, με κανένα τρόπο δεν δικαιολογεί και δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της μεταβίβασης και εγγραφής στο όνομα του Εναγομένου 2 του ακινήτου με αρ. εγγρ. 5/78 και έτσι δεν προκύπτει βάση αγωγής εναντίον του. Ούτε η μεταβίβαση και εγγραφή του εν λόγω ακινήτου έγινε υπό την προϋπόθεση πλήρωσης οποιασδήποτε αίρεσης σε σχέση με τη συμφωνία αγοράς των διαμερισμάτων από τον Ενάγοντα
- Οι ενάγοντες εμποδίζονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2 γιατί, ενώ γνώριζαν ότι το πιο πάνω ακίνητο θα αποξενωνόταν και μεταβιβαζόταν στον Εναγόμενο 2, εντούτοις συνεργάστηκαν και προκάλεσαν τη μεταβίβαση και εγγραφή του στο όνομα του Εναγομένου
- Η ακίνητη περιουσία της Εναγομένης 1 βαρύνεται με εμπράγματα βάση αλλά υπάρχει και μέρος της το οποίο δεν βαρύνεται με εμπράγματα βάση και, άρα, δεν στερείται, παντελώς, περιουσίας. Περαιτέρω, εφόσον το ακίνητο με αρ. εγγρ. 5/78 έχει αξία απτιμητή σε χρήμα, οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι θα είναι δυνατή η χρηματική αποζημίωση τους. Η Εναγόμενη 1 έχει ακίνητη περιουσία ανάλογης αξίας με το ακίνητο με αρ. εγγρ. 5/
- Ουδεμία πρόθεση εκ μέρους του Εναγόμενου 2 υπήρχε ούτε και μετά την έγερση της παρούσας αγωγής για αποξένωση του ακινήτου. Το γεγονός ότι είναι ξένος υπήκοος δεν αποτελεί λόγο ότι θα εγκαταλείψει την Κύπρο με την οποία έχει στενούς δεσμούς και διαμένει μόνιμα. ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Η εκδίκαση της παρούσας Αίτησης δεν περιορίστηκε στις ενόρκους δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν αλλά επεκτάθηκε και στην αντεξέταση του Εναγομένου 2 επί της ενόρκου δηλώσεως που καταχώρησε. Θα συνοψίσω τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του, όπως προέκυψε από την αντεξέταση: · Η Εναγομένη 1 διαμεσολάβησε προτείνοντας στον πατέρα του Εναγομένου 2 την πώληση του επίδικου ακινήτου το οποίο, αφού πληρώθηκε από τον πατέρα του Εναγομένου 2 το ποσό των ΛΚ50,000 στον Σπύρο Σπύρου Διευθυντή της Εναγομένης 1 τον Σεπτέμβριο του 2007, έγινε η μεταβίβαση του ακινήτου το 2008 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο στο όνομα του Εναγομένου
- · Ο Εναγόμενος 2 δεν γνώριζε οτιδήποτε για τη συμφωνία ανάμεσα στον Ενάγοντα 1 και την Εναγομένη
- · Αρνήθηκε ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης του ακινήτου στο Κτηματολόγιο στις 19/2/08 του λέχθηκε ρητά τόσο από τον Ενάγοντα 1, όσο και από αντιπρόσωπο της Εναγομένης 1 ότι το ακίνητο θα μεταβιβαζόταν στο όνομα του Εναγομένου 2 διότι οι Εναγόμενοι 1 θα έδιναν κάτι σε αντάλλαγμα αυτής της μεταβίβασης. Η συμφωνία δεν έγινε με το πρόσωπο το οποίο ανήκε το ακίνητο αλλά με την Εναγομένη
- · Δεν γνώριζε ο Εναγόμενος 2 για οποιαδήποτε συμφωνία του Ενάγοντα 1 με την Εναγομένη 1, ούτε αν θα είχε οποιοδήποτε όφελος από τέτοια συμφωνία ο Ενάγοντας
- ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κ. Παυλήμπεης εκ μέρους των Εναγόντων/Αιτητών, αφού αναφέρθηκε στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, υποστήριξε ότι στην παρούσα υπόθεση οι Ενάγοντες συμφώνησαν να μεταβιβάσουν περιουσία αξίας ΛΚ90,000 χωρίς να λάβουν αντάλλαγμα γιατί τους υποσχέθηκαν ότι θα έπαιρναν κάτι στο μέλλον από τους Εναγόμενους
- Υποστήριξε δε ότι υπήρξε πλήρης αποτυχία της αντιπαροχής με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να δικαιούνται στη θεραπεία της αποκατάστασης (restitution). Eισηγήθηκε ότι πληρούνται τόσο η 1η όσο και η 2η προϋπόθεση του Αρθρου 32 του Ν.14/
- Οσον αφορά την 3η προϋπόθεση υποστήριξε ότι, σε περίπτωση αποξένωσης του επίδικου ακινήτου, οι Ενάγοντες δεν θα έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τη θεραπεία της αποκατάστασης. Ο κ. Ζαχαρίου εκ μέρους του Εναγομένου 2/Καθ΄ η Αίτηση, αφού αναφέρθηκε εν πρώτοις στις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτού του είδους, υποστήριξε ότι δεν ικανοποιούνται η 1η και 2η προϋπόθεση του Αρθρου 32 γιατί οι Ενάγοντες δεν έχουν βάση αγωγής κατά του Εναγομένου 2 λόγω του ότι δεν υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ τους. Πρόσθεσε, επίσης, ότι ο Εναγόμενος 2 δεν έχει αποδεχθεί μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του υπό οποιαδήποτε επιφύλαξη ή πλήρωση οποιασδήποτε αίρεσης. Τόνισε δε ότι το θέμα της ισχυριζόμενης παράβασης της συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 δεν συνδέεται και δεν επηρεάζει τη μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του Εναγομένου 2 και ότι είναι εντελώς ανεξάρτητο από τη συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων με την Εναγομένη
- Επιπλέον, επεσήμανε ότι η συμφωνία των Εναγόντων με την Εναγομένη 1 προνοεί ως χρόνο παράδοσης την 31.12.10 ο οποίος χρόνος δεν έχει παρέλθει ακόμη για να μπορεί να γίνεται λόγος για παράβαση της συμφωνίας στο στάδιο αυτό. Υποστήριξε, ακόμη, ότι η Εναγομένη 1 σε καμία περίπτωση δεν αρνήθηκε στους Ενάγοντες παράδοση των διαμερισμάτων, ούτε και εξέφρασε πρόθεση αδυναμίας κατασκευής τους. Οσον αφορά την 3η προϋπόθεση ο κ. Ζαχαρίου υποστήριξε ότι ούτε αυτή ικανοποιείται εφόσον δεν έχει προσκομισθεί μαρτυρία από πλευράς εναγόντων που να αποδεικνύει ότι, αν εκδοθεί στο τέλος απόφαση υπέρ τους, δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί λόγω της οικονομικής κατάστασης της Εναγομένης
- Επεσήμανε δε ότι μέρος της ακίνητης της περιουσίας έχει ήδη δεσμευτεί με την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος στις 4/1/
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Εκτός από το άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Το άρθρο 4 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής[4]. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60[5]. Ο κύριος σκοπός για τον οποίο εκδίδεται διάταγμα το οποίο αφορά περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής δεν είναι άλλος παρά η προσωρινή παρεμπόδιση αποξένωσης και η γενικότερη προστασία της περιουσίας αυτής μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε κάποιο θέμα που επηρεάζει την περιουσία αυτή. Θα πρέπει όμως το πρόσωπο το οποίο επιζητεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος με την αγωγή του να διεκδικεί την περιουσία αυτή και να εγείρει δικαιώματα σ΄ αυτήν. Το θέμα της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος εντάσσεται στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που θα ενεργήσει ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης[6]. Οπως έχει αναφερθεί από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Νικολάου στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ΄ όνομα του, όση κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στο εδάφιο
(2)[7] του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία, της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Απλώς τα άρθρα αυτά κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων[8]. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μ. Τριανταφυλλίδης αφού υιοθέτησε απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 που αφορούσε τη σχέση μεταξύ του άρθρου 4 του Κεφ.6 και του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, ανέφερε στη σελίδα 524: «Applying the above dictum by analogy, to section 5 of the Cap 6 and section 32 of Law 14/60 we find confirmation for our already stated view that it is possible to make under section 32 of Law 14/60 an order such as that envisaged by section 5 of Cap 6. But, in making such an order under s.32, the specific criteria laid down in section 5, should be also taken into account in so far as they do not coincide with the criteria set out in the said section 32.» Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[9]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[10]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (A) A.A.Δ. 225, 235, o Δικαστής Αρτεμίδης διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, ως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν΄ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της.» Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, ο Δικαστής Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά Κωνσταντινίδης ν. Μακρύγιωργου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέχτως πολύπλοκη και μακρά.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ Ν.14/60 Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσο δικαιολογείται η οριστικοποίηση του διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία η ύπαρξη ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του ενάγοντα. Με βάση το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας που υπογράφηκε μεταξύ του Ενάγοντα 1 και των Εναγομένων 1 τον Σεπτέμβριο του 2007 ο Ενάγοντας αγόρασε από τους Εναγομένους δύο διαμερίσματα σε οικοδομικό συγκρότημα που οι Εναγόμενοι προτίθεντο να ανεγείρουν με χρόνο αποπεράτωσης την 31.12.
- Ως τίμημα πώλησης καθορίζετο το ποσό των ΛΚ90,000 ή €153.774.12 και ότι ο Ενάγοντας 1 θα κατέβαλλε, ως προκαταβολή, ΛΚ75,000 ή €128.145.
- Στην πραγματικότητα, όμως, ο Ενάγων, αντί αυτής της προκαταβολής που δεν κατέβαλε, με την αίτηση και συναίνεση των Εναγομένων 1, προκάλεσε τη μεταβίβαση από την Ενάγουσα 2 προς τον Εναγόμενο 2 του ακινήτου που καθορίζεται στην αγωγή, ως αντίστοιχο αντάλλαγμα του ποσού των ΛΚ75,
- Προβάλλεται, περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου από την Ενάγουσα 2 στον Εναγόμενο 2, που έγινε στις 19/2/08, λογίστηκε ως πληρωμή της προκαταβολής που αναφερόταν στη Συμφωνία. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η Ενάγουσα 2 ουδέν αντάλλαγμα έλαβε από τον Εναγόμενο 2 για τη μεταβίβαση του κτήματος. Προβάλλεται στη συνέχεια ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι 1, κατά παράβαση της συμφωνίας, ουδέποτε άρχισαν την ανέγερση του οικοδομικού συγκροτήματος όπου θα ανεγείρονταν και τα διαμερίσματα που αγόρασε ο Ενάγοντας 1 και ότι, περαιτέρω, δήλωσαν ότι δεν θα προέβαιναν στην ανέγερση του εν λόγω συγκροτήματος. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, ακόμη, ότι, ως εκ των ανωτέρω, νόμιμα θεωρεί τον εαυτό του ότι έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του δυνάμει της συμφωνίας την οποία θεωρεί ως τερματισθείσα λόγω της παράβασης της από τους Εναγόμενους
- Διεκδικούν δε οι Ενάγοντες το αντάλλαγμα που δόθηκε γι΄ αυτή λόγω πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής και/ή την ισόποση σημερινή αξία του. Περαιτέρω, διεκδικούν από τους Εναγομένους 1 αποζημιώσεις, είτε πρόσθετα, είτε διαζευκτικά. Από τους πιο πάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς διαπιστώνω, σε συμφωνία στα όσα εισηγήθηκε ο κ. Ζαχαρίου, ότι δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγομένου
- Ο Ενάγων 1 επικαλείται παράβαση συμφωνίας από μέρους των Εναγομένων 1 λόγω του ότι ουδέποτε άρχισε η ανέγερση του οικοδομικού συγκροτήματος επί του τεμαχίου όπου θα ανεγείρονταν τα διαμερίσματα που συμφώνησε να αγοράσει από τους Εναγομένους 1 ως, επίσης, και λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 1 δήλωσαν ότι δεν θα προέβαιναν στην ανέγερση του εν λόγω συγκροτήματος. Είναι προφανές, και ούτε υπάρχει αντίθετος ισχυρισμός από την πλευρά των Εναγόντων, ότι ουδεμία συμβατική σχέση υφίσταται, είτε ανάμεσα του Ενάγοντα 1 και του Εναγόμενου 2, είτε ανάμεσα της Ενάγουσας 2 και του Εναγόμενου
- Ούτε υπάρχει ισχυρισμός στην αγωγή ότι ο Εναγόμενος 2 απεδέχθη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του υπό οποιαδήποτε επιφύλαξη ή εκπλήρωση οποιασδήποτε αίρεσης. Όπως είναι, λοιπόν, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των Εναγόντων το θέμα της ισχυριζόμενης παράβασης της συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα 1 και της Εναγόμενης 1 δεν συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε συσχετίζεται με τη μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του Εναγομένου
- Κατ΄ ακολουθία λοιπόν όλων των πιο πάνω και επαναλαμβάνοντας ότι το ζήτημα εξετάζεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου από πλευράς Εναγόντων διαπιστώνω ότι δεν αποκαλύπτει από αυτό, καθ΄ όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Με αυτή τη διαπίστωση το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προχωρήσει στην εξέταση των υπολοίπων προϋποθέσεων. Σε περίπτωση, όμως, που η κρίση του Δικαστηρίου κριθεί κατ΄ έφεση λανθασμένη θα εξετάσω και τις υπόλοιπες προϋποθέσεις. Οσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο Ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ενόρκους δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν και από την προφορική μαρτυρία που προέκυψε μέσω αντεξέτασης του Εναγομένου
- Ο Ενάγοντας 1 στην ένορκο δήλωση του ουσιαστικά επαναλαμβάνει σ΄ ένα μεγάλο μέρος τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Από αυτή προκύπτει η αναφορά του για παράβαση συμφωνίας από μέρους των Εναγομένων 1 λόγω της μη έναρξης ανέγερσης του οικοδομικού συγκροτήματος στο τεμάχιο όπου θα ανεγείρονταν τα διαμερίσματα που ο Ενάγων 1 συμφώνησε με την Εναγομένη 1 να αγοράσει και λόγω της δήλωσης των Εναγομένων 1 ότι δεν θα προέβαιναν στην ανέγερση του εν λόγω συγκροτήματος. Ουδεμία συμβατική σχέση προκύπτει ανάμεσα στον Ενάγοντα 1 και Εναγόμενο 2, ούτε οποιοσδήποτε συσχετισμός της παράβασης αυτής της συμφωνίας με τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του Εναγομένου
- Ο Εναγόμενος 2, τόσο στην ένορκη δήλωση του όσο και κατά την αντεξέταση του, δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν αποτέλεσε ο ίδιος μέρος της συμφωνίας μεταξύ Ενάγοντα 1 και Εναγομένων 1 την οποία δεν έχει υπόψη του και ότι ουδέποτε ο ίδιος είχε οποιαδήποτε σχέση με την αγοραπωλησία των διαμερισμάτων ή με τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος τους τα οποία αγόρασε ο Ενάγοντας 1 από τους Εναγομένους
- Τέλος, τόνισε ότι η συμφωνία που έγινε και αφορούσε τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του έγινε με την Εναγομένη 1 και όχι με το πρόσωπο στο οποίο ανήκε το εν λόγω ακίνητο. Ισχύουν, επομένως, ακριβώς τα ίδια σχόλια και παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω όταν εξετάζαμε την πρώτη προϋπόθεση του Αρθρου 32
(1)του Ν.14/60. Κατά συνέπεια είναι η κατάληξη μου ότι ούτε η δεύτερη προϋπόθεση πληρούται. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια ανεξάρτητα από όλα όσα κρίθηκαν ανωτέρω κατά πόσο συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του Αρθρου 32
(1)δηλαδή να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος. Βασικά εάν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς και η επιδίκαση αποζημιώσεων στους Ενάγοντες/Αιτητές στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση ή συνέχιση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Όμως, όπου ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος, τότε υπάρχει ενδεχόμενο να ικανοποιείται η προϋπόθεση[11]. Η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[12]. Να πω και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγομένου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί[13]. Στην προκειμένη περίπτωση, σε συμφωνία με τα όσα εισηγήθηκε ο συνήγορος του Εναγομένου, διαπιστώνω ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες έχουν προβεί σε χρηματική αποτίμηση των ισχυριζομένων ζημιών τους στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Βασικά αξιώνουν την αξία του κτήματος πλέον τη διαφορά αξίας του διαμερίσματος μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2007 που ήταν ο χρόνος της επίδικης συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα 1 και των Εναγομένων 1 και η ημερομηνία έγερσης της αγωγής, την οποία υπολογίζουν σε €85.
- Επομένως, από αυτά προκύπτει η δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων και υπολογισμού των αποζημιώσεων σε περίπτωση που, στο τέλος, οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους εναντίον των Εναγομένων
- Τώρα όσον αφορά τον κίνδυνο να μην μπορέσουν οι Εναγόμενοι 1 να ικανοποιήσουν απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον τους το μόνο που αναφέρεται από πλευράς εναγόντων είναι ότι η ακίνητη περιουσία των Εναγομένων 1 βαρύνεται με σωρεία εμπράγματων βαρών (δέστε παρα.13 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 1). Από την άλλη, όμως, προβάλλεται ο ισχυρισμός από τον Εναγόμενο 2 στις παρα.14 και 15 της ένορκης δήλωσης του ότι από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 και αποτελεί πιστοποιητικό έρευνας για την ακίνητη περιουσία των Εναγομένων, φαίνεται ότι υπάρχει και μέρος της περιουσίας αυτής το οποίο δεν βαρύνεται με εμπράγματα βάρη το οποίο ο Εναγόμενος συγκεκριμενοποιεί. Πέραν τούτου να επισημάνουμε στο σημείο αυτό ότι μέρος της ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης 1 έχει ήδη δεσμευτεί με την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος καθόσον αφορά τους Εναγόμενους 1 στις 4/1/
- Στην παρούσα υπόθεση, εξετάζοντας την προσαχθείσα μαρτυρία, διαπιστώνω ότι η αξία των ακινήτων τα οποία έχουν ήδη δεσμευθεί δεν έχει προσδιοριστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εκτίμηση ή άλλα συγκεκριμένα στοιχεία και μαρτυρία που να καταδεικνύει την αξία των επίδικων κτημάτων ούτως ώστε να διαφανεί κατά πόσο είναι ή όχι ανάλογης αξίας με την χρηματική απαίτηση των Εναγόντων εναντίον της εναγομένης
- Οι Ενάγοντες χωρίς να έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία για τα ακίνητα για τα οποία είχαν ήδη εξασφαλίσει τη δέσμευση τους και την κατά προσέγγιση αξία τους ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης τους, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι, παρόλα αυτά, δεν θα είναι δυνατή η ικανοποίηση των εναγόντων σε περίπτωση επιτυχίας τους στην αγωγή. Εν ολίγοις οι Ενάγοντες απέτυχαν, κατά τη γνώμη μου, να αποδείξουν με θετική και κατάλληλη μαρτυρία ότι, αν επιτύχουν στο τέλος στην αγωγή τους, η απόφαση που θα εκδοθεί δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί λόγω της οικονομικής κατάστασης της Εναγομένης
- Το Δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση τόσο το Αρθρο 32
(1)του Ν.14/60 όσο και με βάση το Αρθρο 5 του ΚΕΦ.6 θα πρέπει να έχει ενώπιον του το κατάλληλο βάθρο μαρτυρίας για να μπορεί να διατάξει το ανάλογο μέρος της ακίνητης περιουσίας να δεσμευτεί πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Πολύ σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση στην αγωγή 843/75 του Ε.Δ. Λάρνακας όπου ο Εντιμος Δικαστής κ. Γ.Μ.Πικής, Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου (όπως ήταν τότε) ανάφερε τα εξής (σε μετάφραση): «Εν τη απουσία στέρεης μαρτυρίας (concrete evidence) η οποία τείνει να ρίξει φως στη φύση και στην αξία της ακίνητης περιουσίας που πρόκειται να δεσμευτεί, θα είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να διατάξει το ανάλογο μέρος της ακίνητης περιουσίας να δεσμευτεί πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Τη απουσία σχετικού προσδιορισμού της ακίνητης περιουσίας καθίσταται σαφές ότι αφαιρείται το βάθρο εκείνο βάσει του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια θα ήταν εκτός των ορίων του Αρθρου 5 και της Νομολογίας.» Περαιτέρω, ουδεμία μαρτυρία προσκομίσθηκε αναφορικά με την ύπαρξη από μέρους των Εναγομένων 1 οποιασδήποτε άλλης περιουσίας, π.χ. κινητής περιουσίας. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω ούτε η τρίτη προϋπόθεση πληρούται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η υπό κρίση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, ενώ η ισχύς του παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδόθηκε στις 2/6/09 τερματίζεται. Οσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, ο Εναγόμενος 2/Καθ΄ ου η Αίτηση δικαιούται στα έξοδα του. Οι Ενάγοντες 1 και 2/Αιτητές να καταβάλουν στο τέλος της κυρίως υπόθεσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, /ΑΚΣ. Α.Ε.Δ. [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Companies Maritime v. Sponsolia Shipping
(1987)1 C.L.R. 11 και την Αίτηση Stavros Hotels Appartments
(1994)1 A.A.Δ. 389. [5]Δέστε Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122 και London and Overseas Co v. Tempest Bay Shipping
(1978)1 C.L.R. 367. [6] Δέστε Frixos Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578. [7] «
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.» [8] Δέστε Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 396. Δέστε επίσης ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. ....................................... Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» [9] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, [10] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [11] Δέστε Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321. [12] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [13] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd. V. Σκυροποιία «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία ..» Δέστε, επίσης, Larticon (ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο