Αντώνη Τζουβάνη ν. Ανδρούλλας Ελευθερίου Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3714/09, 3 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3714/09 Μεταξύ: Αντώνη Τζουβάνη, Ενάγοντα, και
- Ανδρούλλας Ελευθερίου Γεωργίου,
- Αγγελικής Χριστοδούλου Δράκου, Εναγομένων. Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 29/12/09 3 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή-Ενάγοντα: Η κα Διάκου για κ. Ε.Ευσταθίου. Για Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόμενες 1 και 2: Η κα Σ.Ποιητού. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο ο Ενάγων ζητά εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 τις ακόλουθες θεραπείες: (Α) Απόφαση για ποσό €55,016.97 (ΛΚ32200) το οποίο αντιπροσωπεύει τη συμμετοχή του Ενάγοντα και/ή το ποσό που δαπάνησε από το 1984 μέχρι 1986 για λογαριασμό και/ή όφελος των Εναγομένων και/ή οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας και/ή ως αποζημιώσεις και/ή δυνάμει καταπιστεύματος και/ή με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή ποσό το οποίο δαπάνησε ο ενάγων όχι χαριστικά, για την οικοδόμηση της οικίας επί του ακινήτου, στοιχεία του οποίου καταγράφονται. (Β) Διάταγμα που να διαγιγνώσκει ότι το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε δολίως από την Εναγομένη 1 επ΄ ονόματι της Εναγομένης 2 με σκοπό την εξαπάτηση του Ενάγοντα και/ή για να στερήσουν τα περιουσιακά του δικαιώματα. (Γ) Διάταγμα που να διατάζει την επανεγγραφή του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι της Εναγομένης
- (Δ) Αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη. (Ε) Τόκο (Ζ) Εξοδα. Μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος ο Ενάγων κατεχώρησε μονομερώς την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούσε Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγομένους να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή αποξενώσουν το αναφερόμενο ακίνητο που περιγράφεται στην παρα.(Α) της Αίτησης μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε την αίτηση, την ενέκρινε και εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτητή η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, ενώ από πλευράς Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 η ακύρωση τους. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στα Αρθρα 4, 5, και 9 του ΚΕΦ.6, στο Αρθρο 32 του Ν.14/60 και στη Δ.48 θθ. 1-3, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στο Δίκαιο της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται, δε, από ένορκο δήλωση της Νάντιας Χαραλάμπους, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα. Σ΄ αυτή αναφέρει, βασικά, τα ακόλουθα: · Ο Ενάγων και Εναγομένη 1 ήταν σύζυγοι και από το 1986 διαμένουν στην Αυστραλία. Ο γάμος τους τελέσθηκε στις 13.8.
- ο γάμος του λύθηκε στις 17.9.
- · Μετά την τέλεση του γάμου τους ο πατέρας της Εναγομένης και σύζυγος της Εναγομένης 2 δήλωσαν στον Ενάγοντα ότι θα ανέγειραν οικία η οποία θα χρησιμοποιείτο ως συζυγική στέγη στο επίδικο ακίνητο, το οποίο τότε ανήκε στον πατέρα της Εναγομένης
- Περαιτέρω, ο τελευταίος υποσχέθηκε στον Ενάγοντα ότι το εν λόγω ακίνητο θα μεταβιβάζετο επ΄ονόματι και των δύο. · Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω υπόσχεσης και/ή συμφωνίας ο Ενάγων εδέχθη να συνεισφέρει χρήματα και εργατικά για την ανέγερση της οικίας. · Στο ακίνητο ανηγέρθη μεγάλη οικία που αποπερατώθηκε τέλος του
- · Πρόσφατα το ακίνητο μεταβιβάστηκε από τον πατέρα της Εναγομένης 1 αποκλειστικά επ΄ ονόματι της Εναγομένης
- Κατά τη διάρκεια του γάμου της και μετέπειτα, περί το 2007, μεταβιβάστηκε από την Εναγομένη 1 επ΄ ονόματι της Εναγομένης 2 όπου εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένο μέχρι σήμερα. Η Εναγομένη 1 μεταβίβασε το ακίνητο στην Εναγομένη 2 όταν επήλθε κρίση στην έγγαμη σχέση της Εναγομένης 1 και του Ενάγοντα με σκοπό να πλήξει τα περιουσιακά δικαιώματα του Ενάγοντα αναφορικά με το επίδικο ακίνητο και/ή με σκοπό να του αποστερήσει να διεκδικήσει συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας της Εναγομένης 1 σύμφωνα με το Νόμο 232/
- · Ο Ενάγων στη διάρκεια του γάμου του συνεισέφερε για την ανέγερση και εξοπλισμό της πιο πάνω οικίας και συμμετείχε στην απόκτηση της περιουσίας δαπανώντας και/ή προσφέροντας υπηρεσίες συνολικής αξίας €55,016,97, ο δε πατέρας της Εναγομένης 1 κατέστη εμπιστευματοδόχος προς όφελος του Ενάγοντα και της Εναγομένης
- · Πρόσφατα ο Ενάγων πληροφορήθηκε το γεγονός της μεταβίβασης του ακινήτου επ΄ ονόματι της Εναγομένης 2 δια δωρεάς όταν η Εναγομένη 1 ανέφερε στον Ενάγοντα ότι θα ερχόταν στην Κύπρο για την πώληση του. · Η ενδεχόμενη αποξένωση του ακινήτου θα έχει ως αποτέλεσμα τη μη ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης η οποία τυχόν εκδοθεί εναντίον των Εναγομένων και να χαθεί οριστικά το αντικείμενο της αγωγής. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στα Αρθρα 4, 5 και 9 του ΚΕΦ.6, στο Αρθρο 32 του Ν.14/60, στη Δ.48 θθ1-3, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Δίκαιο της Επιείκεας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης βασικά υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται τα όσα καταγράφονται στην ένορκο δήλωση της Κατερίνας Κοναρή που υποστηρίζει την ένσταση και τα οποία έχουν ως εξής: Η παρούσα αγωγή αναφέρεται καθαρά σε θέματα περιουσιακών διαφορών συζύγων και, ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση. Ο Ενάγων δε συνεισέφερε στην ανέγερση του σπιτιού, ούτε και είχε τη δυνατότητα συνεισφοράς. Ο πατέρας της Εναγομένης 1 είχε εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι του μόνο το 1/9 μερίδιο του επίδικου κτήματος το οποίο δεν έχει διαχωρισθεί. Ως εκ τούτου αν ήθελε ο Ενάγων να προχωρήσει για αξίωση επί του κτήματος θα έπρεπε να προσθέσει σαν διαδίκους και τους ιδιοκτήτες των υπολοίπων 8/9 μεριδίων. Η οικία ανηγέρθη με έξοδα του πατέρα της Εναγομένης 1 μόνο. Πράγματι ο πατέρας της Εναγομένης 1 της μεταβίβασε το 1/9 μερίδιο, αλλά αυτό έγινε μόνο και μόνο για να μπορέσει η Εναγομένη 1 να εξασφαλίσει το βοήθημα της Μερίμνας. Υστερότερα μεταβιβάστηκε πλέον επ΄ ονόματι της Εναγομένης
- Ως εκ τούτου, ουδείς δόλος ή συνομωσία υπήρξε. Ουδέποτε η Εναγομένη 2 είχε σκοπό να μεταβιβάσει το κτήμα. Αλλωστε, δεδομένου ότι αποτελεί μερίδιο, χρειάζεται διαδικασία και προηγούμενη δημοσίευση της προθέσεως στην εφημερίδα. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η εκδίκαση της παρούσας Αίτησης περιορίστηκε στις ενόρκους δηλώσεις. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας ο καθένας τις δικές του θέσεις και εισηγήσεις. Η κα Διάκου, εκ μέρους του Ενάγοντα-Αιτητή, υποστήριξε τις ακόλουθες βασικά θέσεις: · Ο Ενάγων καταχώρησε αγωγή στο παρόν Δικαστήριο γιατί αδυνατούσε να διεκδικήσει τη συνεισφορά του επί της επίδικης κατοικίας στο Οικογενειακό Δικαστήριο εφόσον το ακίνητο δεν είναι επ΄ ονόματι της πρώην συζύγου του Εναγομένου 1 αλλά επ΄ ονόματι της Εναγομένης
- Συνεπώς, η εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι της Εναγομένης 2 αποστερεί από τον Ενάγοντα το δικαίωμα του να διεκδικήσει συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας της Εναγομένης 1 σύμφωνα με το Ν.232/
- · Με βάση τα ουσιαστικά πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, που δεν αμφισβητούνται, ικανοποιείται τόσο η 2η όσο και η 3η προϋπόθεση του Αρθρου 32
(1). · Οσον αφορά την 3η προϋπόθεση του Αρθρου 32
(1), επισημαίνεται ότι ο Ενάγων, πέραν των αποζημιώσεων, εξαιτείται στην αγωγή του διατάγματα που αφορούν το επίδικο ακίνητο και, συνεπώς, σε περίπτωση αποξένωσης του, θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθούν αυτές οι αξιώσεις του. Συγκεκριμένα,οι αξιώσεις του Ενάγοντα στην οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος δεν αφορούν μόνο τη διεκδίκηση αποζημιώσεων αλλά και το ίδιο το ακίνητο το οποίο, ως εκ τούτου, είναι ανάγκη να διασφαλιστεί. Η κα Ποιητού, εκ μέρους των Εναγομένων/Καθ΄ ων η Αίτηση, υπέβαλε τις ακόλουθες εισηγήσεις: · Από τα γεγονότα της Αίτησης προκύπτει σαφώς ότι εκείνο που ισχυρίζεται ο Ενάγων είναι ότι το εν λόγω σπίτι αποτελούσε περιουσία η οποία αποκτήθηκε μετά το γάμο των διαδίκων και μάλιστα σύμφωνα με τις διατάξεις του Αρθρου 14 του Ν.232/
- · Η παρούσα περίπτωση,ανεξαρτήτως του αν η αγωγή αναφέρεται σε απλή συνεισφορά ή καταπίστευμα,το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία. · Το ότι η αγωγή στρέφεται και εναντίον τρίτου προσώπου δυνάμει δόλου δεν αλλάζει την κατάσταση γιατί για να εξεταστεί κάτι τέτοιο θα πρέπει να ξεκινήσουμε από ότι οποιαδήποτε και αν είναι η υπόθεση εναντίον της πρώτης εναγομένης το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Οικογενειακό. Το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ή πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να υπεισέλθει στα γεγονότα και στην πιθανολόγηση της επιτυχίας του Ενάγοντα στην αξίωση του για συνεισφορά εναντίον της εναγομένης
- · Δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι απαραίτητοι διάδικοι. Συγκεκριμένα θα έπρεπε να είναι διάδικος ο πατέρας της Εναγομένης 1 ο οποίος, κατά τον Ενάγοντα, κατέστη καταπιστευματοδόχος προς όφελος του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1 και μεταβίβασε στην Εναγόμενη 1 το μερίδιο που, στην πραγματικότητα, ανήκε στον Ενάγοντα. · Ενώ ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι το κτήμα που θα μεταβιβάζετο σ΄ αυτόν και την Εναγομένη 1 ήταν το 1/9 του τεμαχίου 292, δεν αναφέρει αν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με τους άλλους συνιδιοκτήτες ώστε να ανεγερθεί το σπίτι. · Απέκρυψε από το Δικαστήριο το γεγονός ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου δεν θα μπορούσε να γίνει άμεσα εφόσον επρόκειτο περί μεριδίου για το οποίο, με βάση το Αρθρο 25 του Κεφ.224, η διαδικασία για πώληση ακίνητης περιουσίας απαιτεί χρόνο διότι θα πρέπει ο πωλητής ή συνιδιοκτήτης, είτε να εξασφαλίσει τη γραπτή συγκατάθεση του συνιδιοκτήτη του, είτε να προβεί σε δημοσίευση σε εφημερίδα για την πρόθεση του. Κατά συνέπεια ούτε κατ΄ επείγον ήταν το θέμα, ούτε υπήρξε από πλευράς Ενάγοντα πλήρης αποκάλυψη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Εκτός από το άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Το άρθρο 4 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής[4]. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60[5]. Ο κύριος σκοπός για τον οποίο εκδίδεται διάταγμα το οποίο αφορά περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής δεν είναι άλλος παρά η προσωρινή παρεμπόδιση αποξένωσης και η γενικότερη προστασία της περιουσίας αυτής μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε κάποιο θέμα που επηρεάζει την περιουσία αυτή. Θα πρέπει όμως το πρόσωπο το οποίο επιζητεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος με την αγωγή του να διεκδικεί την περιουσία αυτή και να εγείρει δικαιώματα σ΄ αυτήν. Το θέμα της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος εντάσσεται στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που θα ενεργήσει ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης[6]. Οπως έχει αναφερθεί από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Νικολάου στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ΄ όνομα του, όση κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στο εδάφιο
(2)[7] του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία, της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Απλώς τα άρθρα αυτά κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων[8]. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μ. Τριανταφυλλίδης αφού υιοθέτησε απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 που αφορούσε τη σχέση μεταξύ του άρθρου 4 του Κεφ.6 και του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, ανέφερε στη σελίδα 524: «Applying the above dictum by analogy, to section 5 of the Cap 6 and section 32 of Law 14/60 we find confirmation for our already stated view that it is possible to make under section 32 of Law 14/60 an order such as that envisaged by section 5 of Cap 6. But, in making such an order under s.32, the specific criteria laid down in section 5, should be also taken into account in so far as they do not coincide with the criteria set out in the said section 32.» Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[9]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[10]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (A) A.A.Δ. 225, 235, o Δικαστής Αρτεμίδης διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, ως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν΄ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της.» Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, ο Δικαστής Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά Κωνσταντινίδης ν. Μακρύγιωργου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέχτως πολύπλοκη και μακρά.» ΘΕΜΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ Προχωρώ να εξετάσω εν πρώτοις το θέμα που ηγέρθη από την πλευρά των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται καθ΄ ύλην δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και ότι αρμόδιο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Η θέση των Εναγομένων είναι, βασικά, ότι, με βάση τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, το επίδικο σπίτι αποτελούσε περιουσία η οποία αποκτήθηκε μετά το γάμο των διαδίκων και, μάλιστα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αρθρου 14 του Ν.232/
- Το Αρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Στοιχείων των Συζύγων Νόμου (Ν.232/91)προβλέπει τα εξής: «14.-
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από δική του συμβολή.» Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου νόμου, «2. Στον παρόντα Νόμο «Δικαστήριο» σημαίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο που ιδρύθηκε δυνάμει των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμων του 1990 έως 1997.» Το Οικογενειακό Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστικής δικαιοδοσίας και έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων ανεξάρτητα από το νομικό πέπλο με το οποίο ενδύεται η υπόθεση. Ετσι στην υπόθεση Re Μανώλης Γιάγκου (αρ.2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 703, στην οποία η βάση της αγωγής ήταν το καταπίστευμα και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, κρίθηκε ότι η διαφορά εξακολουθούσε να αναφέρεται σε περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου με αποτέλεσμα, αρμόδιο για την εκδίκαση της να είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση στη σελ.1356: «Αναμφίβολα το Οικογενειακό Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστικής δικαιοδοσίας και έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων. Το συγκεκριμένο άρθρο είναι δικαιοδοτικό και καμιά παρέκκλιση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Η αξίωση μεταξύ των διαδίκων δεν παύει να είναι αξίωση που αναφέρεται σε περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου και συνεπώς θα έπρεπε να εκδικαστεί από το μόνο αρμόδιο δικαστήριο, το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Παρομοίως στην υπόθεση Re Mανώλης Γιάγκου ((αρ.1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 703, στη σελ.710 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα Οικογενειακά Διακστήρια έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων. Η παρούσα υπόθεση, παρ΄ όλη την προσπάθεια να της δοθεί άλλη χροιά, δεν παύει να είναι αξίωση που αναφέρεται στη λύση περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου, καθώς και μετά τη σύναψη του γάμου και συνεπώς θα έπρεπε να εκδικαστεί από το αρμόδιο δικαστήριο που δεν είναι άλλο από το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Τα ίδια τονίσθηκαν και στην υπόθεση Φιλίππου ν. Φιλίππου
(2003)1
(2003)1 Α.Α.Δ. 1343. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 1358: «Από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις είναι πρόδηλο ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991-1999, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. (Βλ. και Λογγίνου, πιο πάνω, όπως και Γρηγορίου ν. Γρηγορίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1461 και Μιχαήλ ν. Γιάγκου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1643. Επομένως, και η υπό εξέταση περιουσιακή διαφορά, ως βασιζόμενη σε εμπίστευμα μεταξύ συζύγων, σε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου, ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου το οποίο και ορθά της επιλήφθηκε.» Στην υπόθεση Φιλίππου (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δικαιούτο, με βάση τις αρχές επιείκειας να επιδικάσει στον Εφεσίβλητο, πρώην σύζυγο της Εφεσείουσας, το ½ της αγοραίας αξίας του επίδικου κτήματος κατά την ημερομηνία πώλησης του σε τρίτο πρόσωπο από την Εφεσείουσα εφόσον αυτός είχε καταστεί εμπιστευματοδόχος (beneficiary) του ½ προϊόντος της πώλησης στη βάση εμπιστεύματος του οποίου εμπιστευματούχος (trustee) ήταν η Εφεσείουσα επ΄ ονόματι της οποίας είχε εγγραφεί ολόκληρο το κτήμα. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν δικαιούτο να εκδώσει διάταγμα σε βάρος της Εφεσείουσας για μεταβίβαση και/ή εγγραφή του ½ μεριδίου του κτήματος στο όνομα του Εφεσίβλητου εφόσον εξ αντικειμένου η Εφεσείουσα δεν μπορούσε να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα αφού είχε μεταβιβάσει και/ή εγγράψει ολόκληρο το κτήμα σε τρίτο πρόσωπο. Ούτε εδικαιούτο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα εναντίον του τρίτου προσώπου αφού δεν ήταν διάδικος στην υπόθεση. Να σημειωθεί ότι όταν καταχωρήθηκε η αίτηση του Εφεσείοντα στο Οικογενειακό Δικαστήριο το επίδικο κτήμα είχε ήδη πωληθεί από την Εφεσείουσα σε τρίτο πρόσωπο και μεταβιβάστηκε περίπου 3½ χρόνια μετά. Στην υπόθεση Λογγίνος ν. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1347 τονίσθηκε εμφαντικά ότι οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες αποκαλύπτουν ότι ο νομοθέτης έχει εκδηλώσει με σαφή τρόπο την πρόθεση του να εντάξει όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε πριν με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με το Ν.232/
- Περαιτέρω, τονίσθηκε ότι από τη στιγμή που μια διαδικασία έχει ως επίδικο αντικείμενο περιουσιακή διαφορά με βάση το Αρθρο 2 του Ν.23/90, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αυτή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. Τέλος, λέχθηκε ότι το γεγονός ότι σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων είχε στηρίξει την αγωγή του στο δίκαιο που διέπει τα εμπιστεύματα και τα οποία στηρίζονται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας (equity) δεν αποτελούσε κώλυμα για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο εφόσον τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να παρέχουν όλες τις θεραπείες στις οποίες οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θα εδικαιούτο σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται επί των αρχών της επιείκειας (equity). Για να εξετασθεί το θέμα της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου θα πρέπει να προστρέξουμε στο περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος. Όπως έχει νομολογηθεί τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η Εκθεση Απαίτησης[11]. Στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που κατεχώρησε ο Ενάγων βασικά αξιώνει συγκεκριμένο ποσό ως οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας και/ή ως αποζημιώσεις και/ή δυνάμει καταπιστεύματος και/ή με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως ποσό που δαπάνησε για την οικοδόμηση της οικίας επί του ακινήτου τα έτη 1984 μέχρι
- Επίσης, διεκδικεί την έκδοση διαταγμάτων σύμφωνα με τα οποία να διαγιγνώσκεται ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε δολίως από την Εναγομένη 1 στην Εναγομένη 2 για να του στερήσουν τα περιουσιακά δικαιώματα και αξιώσεις επί αυτού και περαιτέρω να διατάζεται η επανεγγραφή του ακινήτου επ΄ ονόματι της Εναγομένης
- Τέλος, αξιώνει αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη. Από τα πιο πάνω είναι, πιστεύω, φανερό ότι βρισκόμαστε ενώπιον περιουσιακής διαφοράς μεταξύ συζύγων. Το γεγονός ότι, εκτός από την πρώην σύζυγο του Ενάγοντα, Εναγόμενη 1, η αγωγή στρέφεται και εναντίον τρίτου προσώπου, δηλαδή της Εναγόμενης 2, δεν μεταβάλλει, κατά την άποψη μου, με οποιοδήποτε τρόπο το αντικείμενο αυτής της αγωγής το οποίο δεν παύει, παρά ταύτα, να είναι περιουσιακή διαφορά μεταξύ των πρώην συζύγων. Το πρώτο και βασικότερο, όμως, στοιχείο είναι το ότι ανάμεσα στις βασικές θεραπείες που επιζητούνται είναι και απόφαση για συγκεκριμένο ποσό ως συνεισφορά του Ενάγοντα για την οικοδόμηση οικίας επί του επίδικου ακινήτου. Για να αποφασισθεί δε το κατά πόσο ο Ενάγων δικαιούται σ΄ αυτή τη θεραπεία θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο το ισχυριζόμενο καταπίστευμα συνεστήθη και αν ο Ενάγων συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση της περιουσίας της Εναγομένους 1 αφότου τελέσθηκε ο γάμος για να του αποδώσει εκείνο το μέρος της αύξησης το οποίο προέρχεται από δική του συμβολή. Δηλαδή με άλλα λόγια να εφαρμόσει το Αρθρο 14
(1)του νόμου 232/
- Αρμόδιο, όμως, Δικαστήριο για να εφαρμόσει το Αρθρο 14, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Με άλλα λόγια το πρώτιστο θέμα που πρέπει να εξετασθεί στην παρούσα υπόθεση είναι η αξίωση του Ενάγοντα για συνεισφορά εναντίον της Εναγομένης
- Αν τέτοιο δικαίωμα δεν διαπιστωθεί ο Ενάγων να έχει, δεν τίθεται θέμα εξέτασης του ισχυριζόμενου δόλου κατά το στάδιο της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου από την Εναγομένη 1 επ΄ ονόματι της Εναγομένης
- Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω κατάληξη προκύπτει από την ερμηνεία των σχετικών νομοθετικών προνοιών που συνοψίσαμε πιο πάνω και που αφορούν το πεδίο και εύρος δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου σε περιπτώσεις περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων, αναφορά μπορεί να γίνει και σε σχετική νομολογία και συγκεκριμένα στην υπόθεση Μαλαός ν. Χρίστου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1191 στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Το γεγονός ότι, κατά το χρόνο της συμβολής του αιτητή στην επαύξηση της περιουσίας, το τεμάχιο 581, στο οποίο είχε ανεγερθεί η επίδικη κατοικία, δεν ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της καθ΄ ης η αίτηση, δεν εξουδετερώνει το δικαίωμα του αιτητή για συνεισφορά, όταν η ανέγερσή της, αποκτήθηκε πριν από το γάμο, με την προοπτική του γάμου, συμφωνούσης και της μητέρας της, που ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια.» Από τα πιο πάνω εύκολα συνάγεται ότι εκείνο που έχει σημασία για να διαπιστωθεί κατά πόσο η φύση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων αφορά περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιονδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.232/91, είναι το κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση είχε όντως αποκτηθεί περιουσία επ΄ ονόματι του ενός συζύγου για την οποία ο άλλος σύζυγος είχε συνεισφέρει οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια του γάμου. Το δικαίωμα δε του συζύγου που έχει συνεισφέρει δεν εξουδετερώνεται από το γεγονός ότι στον ουσιώδη χρόνο η επίδικη περιουσία δεν ήταν εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι της άλλης συζύγου. Θα ήθελα, επίσης, να αναφερθώ και στην υπόθεση Αίτηση Σπύρου Γεωργίου για certiorari υπ΄ αρ. 3/01, ημερ. 14/2/01 στην οποία ζητήθηκε άδεια για certiorari σε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία είχε αποφανθεί ότι στερείτο δικαιοδοσίας να επιληφθεί αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος που θα απαγόρευε στην Εναγόμενη να αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο το ½ μερίδιο της οικίας. Ο ενάγοντας-αιτητής διεκδικούσε από την Εναγόμενη η οποία ήταν η πεθερά του το ½ μερίδιο της περιουσίας αυτής ισχυριζόμενος ότι είχε αποκτηθεί προ ή κατά τη διάρκεια του γάμου του με την κόρη της Εναγόμενης. Ο πρωτόδικος δικαστής θεώρησε ότι η περίπτωση εκείνη αφορούσε περιουσιακή διαφορά μεταξύ των εν διαστάσει συζύγων και, ως τέτοια, αποφάσισε ότι αποκλειστική αρμοδιότητα είχε το Οικογενειακό Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο, βεβαίως, εκείνο που εξέτασε στην πιο πάνω υπόθεση αν είχαν καταδειχθεί ή όχι εξαιρετικές περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν την παράκαμψη του ένδικου μέσου της έφεσης και, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία του θέματος, έκρινε ότι η έφεση θα μπορούσε να παράσχει εξίσου αποτελεσματική θεραπεία οπόταν και απέρριψε το αίτημα για άδεια για certiorari. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Yπό το φως όλων των πιο πάνω που προσπάθησαν να εξηγήσω κρίνω ότι το παρόν δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αγωγής εφόσον η φύση της διαφοράς εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει και το αποτέλεσμα στην υπό εξέταση αίτηση ή εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος ασφαλώς, παρέλκει και κατά συνέπεια το προσωρινό διάταγμα που εξεδόθη στις 31/12/09 ακυρώνεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση δικαιούνται και στα έξοδα τους. Ο Ενάγοντας-Αιτητής να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Companies Maritime v. Sponsolia Shipping
(1987)1 C.L.R. 11 και την Αίτηση Stavros Hotels Appartments
(1994)1 A.A.Δ. 389. [5]Δέστε Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122 και London and Overseas Co v. Tempest Bay Shipping
(1978)1 C.L.R. 367. [6] Δέστε Frixos Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578. [7] «
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.» [8] Δέστε Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 396. Δέστε επίσης ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. ....................................... Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» [9] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268. [10] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [11] Δέστε Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd.
(1992)1 A.A.D. 1160, Σαχαρίνο Λτδ. Ν. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059 και Sevegep Ltd. N. united Sea Transport Ltd and Others
(1989)1 A.A.D. 729. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο