Ζαχαρία Καρίπη ν. Γεωργίου Μανώλη, Αρ.Αγωγής: 31/2008, 4 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 31/2008 Μεταξύ: Ζαχαρία Καρίπη, Ενάγοντα και Γεωργίου Μανώλη Εναγομένου Aίτηση ημερ. 3/12/09 για προδικαστική εξέταση νομικών σημείων 4 Φεβρουαρίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή/Εναγόμενο: H κα Διάκου. Για Καθ΄ ου η Αίτηση/Ενάγοντα: Η κα Γ.Ζαχαρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος/Αιτητής εξαιτείται: (A) Προδικαστική εξέταση των νομικών σημείων που εγείρονται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης του, και (B) Απόρριψη της Αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή λόγω παρατυπίας και/ή λόγω λανθασμένης έγερσης της Αγωγής. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.27 θθ.1-4, Δ.48 θθ.1-3 και 9 ως επίσης και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου η οποία βασίζεται κατ΄ ουσία στα ακόλουθα: · Στην Υπεράσπιση εγείρονται στην πρώτη παράγραφο 3 προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες είναι ουσιώδεις και η απόφαση του Δικαστηρίου επί αυτών θα κρίνει την τύχη ολόκληρης της αγωγής. Είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να προδικαστούν προς εξεικονόμιση δικαστικού χρόνου. · Η πρώτη ένσταση αφορά έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου εφόσον το αρμόδιο δικαστήριο είναι εκείνο του τόπου στον οποίο ευρίσκεται το αναφερόμενο στην Αγωγή ακίνητο. · Η δεύτερη ένσταση αναφέρεται στον τρόπο που ηγέρθη η αγωγή και συγκεκριμένα σε ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο αντί σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, ενόψει του ότι ο Ενάγων προβάλλει ισχυρισμούς και αξιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδών παραστάσεων από μέρους του Εναγομένου. · Η τρίτη ένσταση αναφέρεται στο ότι ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής διότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, οτιδήποτε αφορούσε το ποσό των €258,000./ αποτελούσε συναλλαγή της Βουλγαρικής εταιρείας AHALIA EOOD και περαιτέρω η συμφωνία ήταν μεταξύ του Εναγόμενου και της εταιρείας αυτής με αποτέλεσμα τα θέματα της αγωγής να μην αφορούν τον Ενάγοντα. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.27 θθ.1-4, Δ.48 θθ.1-9, Δ.64 θ.1 Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι: Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, γίνεται με σκοπό την παρέλκυση της διαδικασίας και υποβάλλεται καθυστερημένα. Απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας για να αποφασίσει το Δικαστήριο επί των θεμάτων που ζητούνται να κριθούν προδικαστικά. Η Αίτηση δεν είναι ορθός τρόπος προώθησης των θέσεων του Αιτητή. Συνοδεύεται δε η ένσταση από ένορκη δήλωση της Κατερίνας Βουρή, υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα και σε αυτή αναφέρονται, εν περιλήψει, τα εξής: Η προδικαστικές ενστάσεις στην υπεράσπιση αφορούν θέματα τα οποία απαιτούν μαρτυρία για να ακουστούν και να αποφασιστούν και επομένως δεν μπορούν να εκδικαστούν προδικαστικά. Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και αφού η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση για τουλάχιστο τρεις φορές προτού υποβληθεί η υπό κρίση αίτηση. Οσον αφορά την ουσία των προδικαστικών ενστάσεων αυτές είναι αβάσιμες για τους εξής λόγους: (α) Αρμόδιο είναι το Δικαστήριο της κοινής συνήθους διαμονής και της κύριας εγκατάστασης των διαδίκων και του τόπου κατάρτισης της συμφωνίας, η δε επίδικη διαφορά και η αξίωση του Ενάγοντα δεν αφορά ακίνητο που βρίσκεται στη Βουλγαρία αλλά επιστροφή ποσού που καταβλήθηκε στον εναγόμενο στη Λάρνακα ένεκα μη εκπλήρωσης συμφωνίας ή υποχρέωσης που ανέλαβε στη Λάρνακα με αποτέλεσμα να προκύψει ζημιά του Ενάγοντα και οφειλή του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα στη Λάρνακα. (β) Η αγωγή ηγέρθη σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καθότι η κύρια αξίωση του Ενάγοντα αφορά ανάκτηση οφειλής και εκκαθαρισμένου ποσού χρημάτων. Ανεξάρτητα από αυτό η αίτηση είναι πρόωρη γιατί για το ζήτημα αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει πρώτα τη μαρτυρία και μετά να κρίνει ποια είναι επακριβώς η απαίτηση και τι συνέπειες έχει, αν έχει, η χρήση του συγκεκριμένου είδους κλητηρίου. (γ) Η επίδικη συναλλαγή ήταν προσωπική συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων και σε καμιά περίπτωση δεν αφορά τη Βουλγαρική εταιρεία AHALIA EOOD. Εν πάση περίπτωσει αυτό το θέμα δεν αφορά καθαρά νομικό θέμα αλλά θέμα για το οποίο πρέπει να ακουστούν γεγονότα. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η κα Διάκου εκ μέρους του Εναγόμενου-αιτητή υποστήριξε ότι με βάση την απαίτηση του Ενάγοντα προκύπτει ότι βασίζεται σε σύμβαση πώλησης ακινήτου και/ή συναλλαγή αναφορικά με ακίνητο που βρίσκεται στη Βουλγαρία με αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 21
(2)του Ν.14/60 αρμόδιο να είναι το Δικαστήριο στο οποίο βρίσκεται η ιδιοκτησία αυτή. Οσον αφορά τον τύπο του κλητηρίου εντάλματος, εφόσον ο Ενάγων προβάλλει ισχυρισμούς και/ή αξιώσεις για χρήση δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από μέρους του Εναγομένου η αγωγή θα έπρεπε να εγερθεί σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Σε σχέση με το τρίτο νομικό σημείο ανέφερε ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα οτιδήποτε αφορούσε το επίδικο ακίνητο και/ή το ποσό των €258,000 αποτελεί συναλλαγή της Βουλγαρικής εταιρείας AHALIA EOOD με αποτέλεσμα τα θέματα της αγωγής να μην αφορούν τον Ενάγοντα αλλά τις σχέσεις μεταξύ του Εναγομένου και της εν λόγω εταιρείας. Οσον αφορά τη θέση της άλλης πλευράς στην ένσταση ότι υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα η συνήγορος υποστήριξε ότι καθόσον αφορά ειδικότερα τις δύο πρώτες προδικαστικές ενστάσεις τα γεγονότα που τα αφορούν δεν είναι αμφισβητούμενα από τους διαδίκους. Η κα Γ.Ζαχαρίου, εκ μέρους του Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση, υποστήριξε ότι από τα δικόγραφα προκύπτει σαφέστατα ότι η διαφορά των διαδίκων πηγάζει μεν από σύμβαση που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία του εξωτερικού αλλά αφορά την καταβολή αποζημιώσεων συνεπεία παράβασης και/ή δόλου. Η δε συμφωνία καταρτίστηκε στη Λάρνακα, ο Εναγόμενος διαμένει στη Λάρνακα και επομένως με βάση τα εδάφια 1 και 2 του Αρθρου 21 του Ν.14/60 αρμόδιο Δικαστήριο είναι αυτό της Λάρνακας. Πέραν τούτου υποστήριξε ότι εκτός του ότι η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση είναι ανεδαφική, δεν μπορεί να ακουστεί προδικαστικά αφού δεν αφορά αμιγώς νομικό θέμα αλλά υπάρχουν συγκρουόμενα γεγονότα. Οσον αφορά τη δεύτερη προδικαστική ένσταση επεσήμανε ότι η βάση της αγωγής δεν αφορά κατ΄ ουσία δόλο και απάτη ως ξεχωριστή βάση της αγωγής αλλά σε συνδυασμό και συνάρτηση με την παράβαση της επίδικης συμφωνίας και επομένως δεν ήταν αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί διαφορετικός τύπος κλητηρίου. Πέραν τούτου, τόνισε ότι για να αποφασίσει το Δικαστήριο ποια είναι η βάση της αγωγής θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία και επομένως δεν τίθεται θέμα στο στάδιο αυτό απόρριψης της αγωγής. Σε σχέση με την Τρίτη προδικαστική ένσταση επεσήμανε ότι από απλή ανάγνωση των δικογράφων δεν υπάρχει παραδεκτή θέση ότι η οποιαδήποτε διαφορά είναι μεταξύ άλλου προσώπου εκτός του Ενάγοντα. Το αν στο τέλος θα διαφανεί ότι έχει δίκαιο ο Ενάγοντας ή ο Εναγόμενος αυτό είναι θέμα που απαιτεί την προσκόμιση για αξιολόγηση μαρτυρίας με συνέπεια να μην μπορεί να εκδικαστεί προδικαστικά. Τέλος, η κα Ζαχαρίου εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και ότι ο Εναγόμενος κωλύεται να την προωθεί ενόψει και του σταδίου στο οποίο υποβάλλεται. Συγκεκριμένα, τόνισε ότι ο Εναγόμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε δικαιολογία γιατί αποτάθηκε στο Δικαστήριο μετά που η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένα για ακρόαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ζήτημα αποφασίζεται με βάση τις πρόνοιες του Καν.27 θ.1[1] και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα παραπέμψει τελικά ένα τέτοιο νομικό σημείο προς απόφαση πριν από την κυρίως ακρόαση της αγωγής[2]. Αφού το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν οι ελάχιστες προϋποθέσεις που θέτει η σχετική διαταγή, όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί με μια σειρά από αποφάσεις τόσο των Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του δικού μας Ανώτατου Δικαστηρίου, τότε ασκεί τη διακριτική του εξουσία και αποφασίζει κατά πόσο να το παραπέμψει προς εκδίκαση ή όχι. Το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα απ΄ όλα να αποφασίσει ότι το προτεινόμενο θέμα για χωριστή δίκη είναι πράγματι κατάλληλο νομικό σημείο. Για να θεωρηθεί σαν τέτοιο θα πρέπει να εγείρει ένα σοβαρό νομικό θέμα προς εκδίκαση το οποίο αν αποφασιστεί προς όφελος του μέρους που το εγείρει θα καθιστούσε περιττή την περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης ή τουλάχιστον την εκδίκαση ενός σοβαρού θέματος της αγωγής. Ένα τέτοιο θέμα όμως δεν θα είναι κατάλληλο αν λόγω έλλειψης σαφήνειας, είτε σε σχέση με τα γεγονότα, είτε σε σχέση με το νόμο, θα έπρεπε να αποφασιστεί εις την κυρίως δίκη. Τέτοια δε θέματα θεωρούνται εκείνα που δεν θα χρειαζόταν να χυθεί περισσότερο φως εις αυτά κατά την κυρίως δίκη, ιδιαίτερα μάλιστα θα θεωρούνταν κατάλληλα για την παραπομπή σε ξεχωριστή δίκη θέματα πάνω στα οποία δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με τα γεγονότα[3]. Όπως λέχθηκε εξ άλλου στην υπόθεση Paikos ν. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50 ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν είναι ν΄ αποφασίζει αφηρημένα νομικά ζητήματα αλλά ν΄ αποφασίζει νομικά ζητήματα όταν αυτά εγείρονται μεταξύ των μερών σαν αποτέλεσμα συγκεκριμένης πραγματικής κατάστασης. Μόνο νομικά ζητήματα είναι κατάλληλα προς εκδίκαση κάτω από τις πρόνοιες της Δ.27 θ.1. Αντίθετα, υποθέσεις όπου εγείρονται ανάμικτα νομικά και πραγματικά θέματα ή πραγματικά θέματα μόνο, θα πρέπει να ακολουθούν τη διαδικασία η οποία καθορίζεται με τη Δ.33 σε σχέση με την ακρόαση της υπόθεσης. To φυσιολογικό επίπεδο για τη διαπίστωση γεγονότων και τον καθορισμό των δικαϊκών τους συνεπειών είναι η δίκη. Κατ΄ επέκταση, η επίλυση θέματος προδικαστικά, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο όπου τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά[4]. Να πω και κάτι άλλο. Κατά την εξέταση της αίτησης, όπως η υπό κρίση, το μοναδικό στοιχείο που εξετάζεται από το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, οι περιστάσεις είναι τέτοιες που το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει με την προδικαστική εκδίκαση των νομικών σημείων. Δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας των νομικών σημείων. Τούτου δεδομένου, τα όσα αναφέρθηκαν, από τους συνηγόρους κατά την ακρόαση της αίτησης και τα οποία αφορούσαν σε επιχειρήματα επί της ουσίας των νομικών θεμάτων δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης στο στάδιο που αποφασίζεται πλέον η προδικαστική εξέταση τους. Το ίδιο σχόλιο ισχύει και σε σχέση με τη θεραπεία που επιζητείται με βάση την παράγραφο (Β) της υπό κρίση Αίτησης, εφόσον σε αυτή επιζητείται απόρριψη της αγωγής. Τέτοια θεραπεία προϋποθέτει ότι υπήρξε επίλυση των νομικών θεμάτων που εγείρονται και στη συνέχεια κατάληξη. Επαναλαμβάνω τέτοια θεραπεία δεν εμπίπτει στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης. Αν το Δικαστήριο διαπιστώσει την ύπαρξη των πιο πάνω προϋποθέσεων τότε θα ζυγίσει όλα τα άλλα στοιχεία που έχει ενώπιον του για να αποφασίσει, σαν θέμα άσκησης πλέον της διακριτικής του εξουσίας, κατά πόσο θα παραπέμψει το νομικό σημείο για εκδίκαση ή όχι. Τέτοιο σοβαρό στοιχείο που το Δικαστήριο σ΄ αυτό το στάδιο θα λάβει υπόψη του, φαίνεται, από μια σειρά αποφάσεων, ότι είναι ο χρόνος που υποβάλλεται μια τέτοια αίτηση. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν διάδικος εγείρει στο δικόγραφο του τέτοιο σημείο, το οποίο θα έχει καθοριστική συνέπεια στην πορεία της διαδικασίας, θα πρέπει να υποβάλει αίτηση για να ακουστεί τούτο πριν την ημερομηνία της ακρόασης και κανονικά από το στάδιο οδηγιών[5]. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί οι συνήγοροι δεν είναι ορθό να περιμένουν μέχρι και την ημερομηνία ακροάσεως επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό αναβολή της ακρόασης και προκαλώντας έξοδα, αφού, τέτοια τακτική, ενδεχομένως να οδηγήσει σε κατάχρηση. Τούτου δεδομένου, αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο, με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης θα εγκρίνει τέτοια αίτηση και θα ορίσει το νομικό σημείο για ακρόαση προς της ακροάσεως στην αγωγή. Όπως αναφέρθηκε, συναφώς, στην υπόθεση The heirs of the late Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167: «We would like to add that in cases where an objection is taken in the defence the interested party must apply to the Court to have a particular point of law under Order 27 formulated and set down for hearing before the date of trial, and he should not wait until the day of trial when all the parties and their witnesses are before the Court, when considerable costs may be incurred. An application under Order 27 should normally be made on the summons for directions.» Παρόμοια σχόλια υπάρχουν, επίσης, και στην υπόθεση Michaelides v. Diakou
(1968)1 C.L.R. 392 και, επίσης, στην υπόθεση Paikos ν. Κοntemeniotis (ανωτέρω). Η απόφαση, όμως, η οποία κατά τρόπο σαφή θέτει το χρόνο υποβολής της αίτησης σαν παράγοντα που το Δικαστήριο λαμβάνει σοβαρά υπόψη είναι η υπόθεση Hambou ν. Thoma (ανωτέρω) όπου στη σελ. 374 της απόφασης αναφέρονται τα εξής από το Δικαστή Σαββίδη: «Counsel should not wait till the case is fixed for trial and shortly before the date of hearing avail themselves of the procedure under Order 27 and thus secure an adjournment of the hearing of the case which otherwise might not have been granted. If this right is left to be exercised without any judicial control then there may be an abuse of it and parties who wish to have the proceedings protracted, may wait till the eve of the hearing to file an application and thus secure an adjournment of the case. It is for this reason that the matter is left within the discretion of the Judge to decide whether in the circumstances of a particular case it is in the interest of justice to grant such application and have the points of law set down for hearing prior to the hearing of the action.» Παρομοίως στην υπόθεση Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, τονίσθηκε ότι τέτοια αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ Εξετάζοντας την πρώτη προδικαστική ένσταση που εγείρεται και αφορά το θέμα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει ταύτιση θέσεων επί των πραγματικών γεγονότων που περιβάλουν το υπό εξέταση θέμα. Θα έλεγα εν ολίγοις ότι φαίνεται ότι το πραγματικό υπόβαθρο δεν είναι συμφωνημένο μεταξύ των διαδίκων αλλά ούτε και ξεκάθαρο. Συγκεκριμένα, ενώ η πλευρά του Ενάγοντα στην παρα.4 της Εκθεσης Απαίτησης επικαλείται την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας που έγινε στη Λάρνακα στις 18/2/07 σύμφωνα με την οποία ο Ενάγων συμφώνησε να αγοράσει από τον Εναγόμενο ένα ακίνητο στην πόλη Καβάρνα της Βουλγαρίας αντί του συμφωνηθέντος ποσού των €258.000, η πλευρά του Εναγομένου, παρά το ότι αποδέχεται το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου της Εκθεσης στην παρα.5 της Υπεράσπισης της, στην παρα.11 αυτής αναφέρεται ότι η συμφωνία η οποία συνομολογήθηκε ήταν μεταξύ του Εναγομένου και της Βουλγάρικης εταιρείας AHALIA EOOD και αφορούσε την αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας στην Βουλγαρία. Ο Ενάγων στην Απάντηση του αρνείται αυτόν τον ισχυρισμό[6]. Από τα πιο πάνω είναι φανερό ότι προκύπτει αμφισβήτηση τόσο αναφορικά με το ποια είναι, τελικώς, τα συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας αλλά και ασάφεια για το που έγινε η σχετική συμφωνία. Να επισημάνω εδώ ότι στην αγόρευση του δικηγόρου του Εναγομένου αναφέρθηκε ότι η συμφωνία που συνομολογήθηκε αναφορικά με το επίδικο ακίνητο μεταξύ του Εναγομένου και της Βουλγάρικης εταιρείας AHALIA EOOD έγινε στη Βουλγαρία. Εφόσον, δε, υπάρχουν διϊστάμενες θέσεις επί αυτών των καίριων σημείων το ζήτημα που εγείρεται αναφορικά με τη δικαιοδοσία δεν αφορά αμιγώς νομικό θέμα για να μπορεί να εξετασθεί υπό το φως των όσων διαλαμβάνονται στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60και, συγκεκριμένα, το Αρθρο
- Οσον αφορά την τρίτη προδικαστική ένσταση ότι ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής διότι οτιδήποτε αφορούσε το ποσό των €258.000 αποτελεί συναλλαγή της Βουλγάρικης εταιρείας AHALIA EOOD και, επίσης, λόγω του ότι η υπό τον Ενάγοντα αναφερόμενη συμφωνία που έγινε για το επίδικο ακίνητο ήταν μεταξύ του Εναγόμενου και της εν λόγω εταιρείας, πάλι διαπιστώνω, με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν, πλήρη διάσταση γεγονότων και απουσία οποιουδήποτε συμφωνημένου πραγματικού υπόβαθρου. Τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με την πρώτη προδικαστική ένσταση, πιστεύω, ισχύουν και στην περίπτωση αυτή χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω. Ηδη έγινε πιο πάνω αναφορά σε συγκεκριμένες παραγράφους τόσο της Εκθεσης Απαίτησης και Υπεράσπισης όσο και της Απάντησης απ΄ όπου προκύπτει η μεγάλη διάσταση όσον αφορά τα πραγματικά γεγονότα που έχουν σχέση με την τρίτη προδικαστική ένσταση του Εναγομένου. Εχοντας, λοιπόν, υπόψη τα πιο πάνω όπου φαίνεται ότι είναι αναγκαία η λήψη μαρτυρίας και διερεύνησης του υποβάθρου των γεγονότων, κρίνω ότι δεν θα μπορούσαν αυτά τα θέματα να εκδικαστούν προδικαστικά. Οσον αφορά τη δεύτερη προδικαστική ένσταση σύμφωνα με την οποία η παρούσα αγωγή έχει εγερθεί επί ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο αντί του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, με αποτέλεσμα να είναι θνησιγενής και/ή παράτυπη ενόψει του ότι ο Ενάγων προβάλλει ισχυρισμούς και αξιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις από μέρους του Εναγομένου, θεωρώ ότι εγείρεται αμιγώς νομικό ζήτημα του οποίου η εξέταση μπορεί να γίνει στη βάση του περιεχομένου του κλητηρίου εντάλματος που καταχωρήθηκε το οποίο συνθέτει την απαίτηση και οριοθετεί τη διαφορά και, βεβαίως, αποκαλύπτει το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα. Με άλλα λόγια η εξέταση του πιο πάνω ζητήματος μπορεί να γίνει με βάση τα όσα εκτίθενται στην Εκθεση Απαίτησης χωρίς να χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία. Εξετάζοντας τώρα το στάδιο στο οποίο υπεβλήθη η υπό κρίση αίτηση επισημαίνω ότι αυτή καταχωρήθηκε λίγες μέρες πριν από την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση η υπόθεση (στις 9/12/09) και αφού προηγήθηκαν άλλες δύο ημερομηνίες που η υπόθεση είχε ορισθεί για ακρόαση, στις 23/3/09 την πρώτη φορά, και 23/9/09 τη δεύτερη φορά. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση όχι μόνο δεν υπεβλήθη στο στάδιο των οδηγιών πριν τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση αλλά πολύ αργότερα και αφού μεσολάβησε ο ορισμός της υπόθεσης τρεις φορές για ακρόαση. Στην παρούσα αγωγή οι έγγραφες προτάσεις είχαν συμπληρωθεί στις 5/2/08 με την καταχώρηση της Απάντησης, ενώ η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες, για πρώτη φορά, στις 16/12/08 και έγινε αίτηση ορισμού στις 13/11/
- Εχοντας υπόψη το πιο πάνω ιστορικό, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, και την καθυστέρηση που επέδειξε η πλευρά του εναγομένου/αιτητή στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης για την οποία δεν έχει δώσει οποιαδήποτε εξήγηση θεωρώ, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, ότι δεν θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα για προδικαστική εκδίκαση του πιο πάνω αναφερομένου νομικού σημείου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται επομένως, υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα και εναντίον του Αιτητή/Εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] "Any party shall be entitled to raise by his pleadings any point of law and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient." [2] Βλέπε, μεταξύ άλλων, Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370. [3] Βλ. μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Michael v. United Sea Transport
(1981)1 C.L.R. 322, Overseas Shipping Forwarding Co. of Lebanon v. Kappa Shipping Co Ltd & Others
(1977)1 C.L.R. 248 και την πιο πρόσφατη απόφαση εις την υπόθεση Μalachtou ν. Αrmefti
(1984)1 C.L.R. 548. [4] Δέστε Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225. [5] Βλ. Μichaelides v. Diakou
(1968)1 C.L.R. 392, σελ. 395, Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370 και The Annual Practice του 1953, σελ. 419, όπου πραγματεύεται αντίστοιχες πρόνοιες όπως αυτές της δικής μας Δ.27. [6] Δέστε ειδικότερα παρα. 3(α) και 3(γ) (αα), 3(γ) (δδ), παρα.1(α)(i), 1(α)(εε). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο