← Κύπρος

ΕΡΜΙΟΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΕΛΕΝΗΣ ΝΕΟΚΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής:4429/ 2005, 5 Φεβρουαρίου,2010

ΕΡΜΙΟΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΕΛΕΝΗΣ ΝΕΟΚΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής:4429/ 2005, 5 Φεβρουαρίου,2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:4429/ 2005 Μεταξύ: ΕΡΜΙΟΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ενάγουσας και ΕΛΕΝΗΣ ΝΕΟΚΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγόμενης --------------- Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου,2010 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ.κ. Κ. Χ. Μούσκος και Χρ. Κ. Μούσκος Για την εναγόμενη: κ. Η. Οικονόμου ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Η ενάγουσα και η εναγόμενη είναι ομοχώριες και οι σημερινές ιδιοκτήτριες συνορευόντων κτημάτων στο χωριό Άγιοι Βαβατσινιάς της Επαρχίας Λάρνακας στα οποία μεταξύ άλλων οικοδομημάτων ευρίσκονται και οι οικίες τους. Η ενάγουσα ισχυρίζεται στην έκθεση απαιτήσεως της ότι μετά από απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας με ημερομηνία 12.01.2000 σε αίτηση της εναγόμενης για επίλυση συνοριακής διαφοράς των κτημάτων τους, διαπιστώθηκε ότι η τελευταία κατέχει και επεμβαίνει στο δικό της κτήμα κατά τον τρόπο και στην έκταση που περιγράφεται στην απόφαση του Διευθυντή και δείχνεται σε επισυναπτόμενο σχεδιάγραμμα. Η πιο πάνω τελική απόφαση του Διευθυντή επιδόθηκε στις ενδιαφερόμενες. Παρά τις έκτοτε παραστάσεις ή οχλήσεις της προς την εναγόμενη για την αποκατάσταση των συνόρων των κτημάτων τους και όπως παύσει να κατέχει παράνομα την έκταση του κτήματος της επί της οποίας διατηρεί και οικοδομήματα ή/ και κτίσματα, όπως ήταν η τελική απόφαση του Διευθυντή, εντούτοις δεν υπήρξε μέχρι σήμερα συμμόρφωση της εναγόμενης με αυτή την απόφαση. Για τον λόγο αυτό επιζητεί με την παρούσα αγωγή της την αποκατάσταση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της με την έκδοση συναφών διαταγμάτων από το Δικαστήριο εφόσον από μόνη της η εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με την ως άνω απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Η παράνομη επέμβαση συνίσταται στην ανέγερση, κατοχή και χρήση μέρους ενός στεγάστρου, ενός φούρνου και περιτοιχίσματος εντός του κτήματος της ενάγουσας όπως αποφασίστηκε από τον Διευθυντή. Επιπλέον των ως άνω διεκδικεί αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, νόμιμο τόκο και τα έξοδα της αγωγής της. Η εναγόμενη με την υπεράσπιση της αρνείται τους πλείστους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι το μέρος που διεκδικεί η ενάγουσα είναι δικό της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν κλητεύθηκε νόμιμα σε καμιά διαδικασία που προηγήθηκε της έκδοσης της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Το μέρος που διεκδικεί η ενάγουσα της ανήκει γιατί το χρησιμοποιούσε αυτή και οι δικαιοπάροχοι της από το 1920 και έχει συμπληρωθεί εχθρική κατοχή και έτσι δικαιούται σε εγγραφή επ΄ονόματι της. Η ενάγουσα κωλύεται (is estopped) να προβαίνει στους εν λόγω ισχυρισμούς διότι η εναγόμενη είδε πολλές φορές να γίνονται επιδιορθώσεις στο μέρος εκείνο και δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο, αφήνοντας την εναγόμενη να πιστεύει ότι το μέρος εκείνο της ανήκει και ότι εν πάση περιπτώσει η ενάγουσα δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση επ΄αυτού και να ξοδεύει οποιαδήποτε χρήματα προς το σκοπό αυτό. Με την ανταπαίτηση της αξιώνει δήλωση ότι το επίδικο μέρος ανήκει σε αυτή ή /και διάταγμα που να διατάσσει την εγγραφή επ΄ονόματι της λόγω εχθρικής κατοχής και διαζευκτικά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα κωλύεται να παρεμποδίζει την εναγόμενη να κατέχει το εν λόγω μέρος. Η ενάγουσα με τη σειρά της στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς της εναγόμενης και ειδικότερα ότι αυτή ή προγενέστεροι της ιδιοκτήτες απέκτησε ή απέκτησαν οποιοδήποτε δικαίωμα επί της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας της. Απορρίπτει δε τις αξιώσεις της εναγόμενης όπως προβάλλονται στην ανταπαίτηση της για τον λόγο ότι στερούνται νόμιμης αιτίας και βάσης, είναι εκδικητική, υστερόβουλη και αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο πρώτος μάρτυρας για την ενάγουσα ήταν ο Βοηθός Κτηματολογικός Λειτουργός του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας κ. Βάσος Βασιλείου (Μ.Ε.1). Εργάζεται για 28 χρόνια στο κτηματολόγιο, όπως ανέφερε, και πέρασε από διάφορα τμήματα όπως και από το Τμήμα Επιτόπιων Ερευνών. Γνωρίζει την επίδικη διαφορά εφόσον είχε προβεί στην επιτόπια εξέταση της. Το 1991 με αίτηση Α 2 είχε καταχωρηθεί αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς από την εναγόμενη Ελένη Νεοκλή Χαραλάμπους, ιδιοκτήτρια του κτήματος με αριθμό εγγραφής 5591 Φ/Σχ. XLVIII/16 χωρ. Τεμάχιο 109, Τοποθεσία Μέσα στο Χωριό στο χωριό Άγιοι Βαβατσινιάς της Επαρχίας Λάρνακας με αντίδικο της την ενάγουσα Ερμιόνη Μιχαήλ Αντωνίου, ιδιοκτήτρια του κτήματος με Αρ. Εγγραφής 6442, Φ/Σχ. XLVIII/16 χωρ. Τεμάχιο 300 Τοποθεσία Μέσα στο Χωριό Άγιοι Βαβατσινιάς της Επαρχίας Λάρνακας όπως παρουσιάζονται στα αντίστοιχα πιστοποιητικά ακίνητης ιδιοκτησίας τα οποία κατάθεσε ως Τεκμήρια 1 και

  1. Ο ίδιος είχε προβεί στην εξέταση της αίτησης αυτής με την ιδιότητα του κτηματολογικού λειτουργού και εκ μέρους του Τμήματος Χωρομετρίας την εργασία διεξήγαγε ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους. Στα πλαίσια της εξέτασης της αίτησης έγινε επιτόπια έρευνα και τόσο η ενάγουσα όσο και η εναγόμενη ήταν παρούσες. Μετά την ολοκλήρωση της χωρομετρικής εργασίας ο φάκελος υποβλήθηκε για έλεγχο στον Λειτουργό Χαρτογραφήσεων στο Τμήμα του Σχεδιαστηρίου ο οποίος και την επικύρωσε. Έτσι στις 12.01.2000 εκδόθηκε απόφαση εκ μέρους του Διευθυντή. Αντίγραφο της απόφασης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Ο Διευθυντής στην απόφαση του διαπίστωνε ότι μέρος του κτήματος του Τεμαχίου 109 που ανήκει στην εναγόμενη Ελένη Νεοκλή Χαραλάμπους επεμβαίνει στο Τεμάχιο με παλαιό αριθμό 243 και σημερινό αριθμό 300 που ανήκει στην ενάγουσα Ερμιόνη Μιχαήλ Αντωνίου. Σύμφωνα με την απόφαση, η έκταση γης που σημειώνεται με κόκκινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που επισυνάφθηκε στην ειδοποίηση και το οποίο κατέχει η Ελένη Νεοκλή Χαραλάμπους αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 300 που ανήκει στην αντίδικη της την ενάγουσα Ερμιόνη Μιχαήλ Αντωνίου. Από την επιτόπια έρευνα που είχε διεξάγει είχε διαπιστώσει ότι στη λωρίδα αυτή υπάρχει μέρος ενός φούρνου και μέρος ενός άλλου υποστατικού - στεγάστρου και μέρος ενός τοίχου, οικοδομήματα τα οποία βρίσκονται στο κτήμα της ενάγουσας. Η απόφαση του Διευθυντή κοινοποιήθηκε στις δύο ιδιοκτήτριες με συστημένη επιστολή και προς τούτο κατάθεσε αντίγραφο της απόδειξης κατάθεσης συστημένου αντικειμένου στο ταχυδρομείο ως Τεκμήριο
  3. Σε αυτό αναφέρονται με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της ειδοποίησης και οι παραλήπτες των επιστολών οι οποίες δεν επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε αίτηση - έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε και στάλθηκε εκ μέρους της εναγόμενης οποιαδήποτε επιστολή διαμαρτυρίας. Δεν είχε υπόψη του εάν είχε υποβληθεί οποιαδήποτε αίτηση εκ μέρους της εναγόμενης με την οποία να διεκδικείται δυνάμει χρησικτησίας η λωρίδα που είναι σημειωμένη με κόκκινο χρώμα επί του σχεδιαγραφήματος. Σε σχέση με τα δεδομένα επί των οποίων στηρίχθηκε η χωρομετρική εργασία, ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι αυτή είχε διεξαχθεί από αρμόδιο χωρομέτρη. Ήταν παρών και παρακολούθησε όλη την εργασία που διεξήγαγε ο αρμόδιος χωρομέτρης ο οποίος πριν αρχίσει την εργασία του είχε εντοπίσει τα σταθερά χωρομετρικά σημεία. Γι΄αυτά τα θέματα, ανέφερε, αρμόδιος να απαντήσει ήταν ο χωρομέτρης. Επανέλαβε ότι η ειδοποίηση για την απόφαση του Διευθυντή που κοινοποιήθηκε στις ενδιαφερόμενες με συστημένη επιστολή δεν επεστράφη πίσω. Σε σχέση με το υποστατικό του οποίου μέρος βρίσκεται στο κτήμα της ενάγουσας, από ό,τι θυμόταν έμοιαζε με δωμάτιο. Δεν ήταν σε θέση να πει οτιδήποτε σε σχέση με τη στατικότητα του κτιρίου σε περίπτωση που κατεδαφιζόταν το μέρος το οποίο επεμβαίνει στο κτήμα της ενάγουσας. Κατά την άποψη του θα μπορούσε να γίνει πρόνοια υποστήριξης χωρίς κατ΄ανάγκη να κατεδαφιστούν τα υφιστάμενα κτίσματα. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο Ανώτερος σήμερα Χωρομέτρης κ. Χαράλαμπος Χαραλάμπους (Μ.Ε.2) ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας από το
  4. Στις 19.02.1998 διενήργησε επιτόπια εξέταση παρόντων των διαδίκων τις οποίες αναγνώρισε στην αίθουσα του Δικαστηρίου και του Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού κ. Βάσου Βασιλείου. Αιτήτρια ήταν η Ελένη Χαραλάμπους, ιδιοκτήτρια του τεμαχίου με αριθμό 109 και αντίδικος της η Ερμιόνη Αντωνίου η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου με αριθμό 243 που σήμερα φέρει τον αριθμό
  5. Ήταν αρμόδιος ως Χωρομέτρης να καθορίσει και υποδείξει τα εγγεγραμμένα σύνορα των δύο κτημάτων μετά που υποβλήθηκε σχετική αίτηση και αφού προηγουμένως είχε διενεργήσει τον ενδεικνυόμενο έλεγχο. Η επιτόπια έρευνα έγινε στις 19.02.1998 κατά την οποία η αιτήτρια Ελένη Χαραλάμπους του υπέδειξε το σύνορο του κτήματος της επί του οποίου ισχυριζόταν ότι υπήρχε επέμβαση του κτήματος της αντιδίκου της Ερμιόνης Αντωνίου και ήταν διαφιλονικούμενο μεταξύ τους. Διεξήγαγε χωρομετρική εργασία της οποίας το αποτέλεσμα το σημείωσε επί χωρομετρικής σελίδας, πιστό αντίγραφο της οποίας κατάθεσε ως Τεκμήριο
  6. Εξήγησε στη συνέχεια με αναφορά στο πιο πάνω τεκμήριο με λεπτομέρειες την εργασία που διεξήγαγε. Σε αυτό εμφανίζονται τα σταθερά χωρομετρικά σημεία τα οποία έλαβε υπόψη και το αρχικά διαφιλονικούμενο μέρος, μέρος του οποίου όμως βρέθηκε ότι πράγματι ανήκει στο κτήμα της ενάγουσας και όχι της εναγόμενης που το διεκδικούσε. Η διαπιστωθείσα επέμβαση συνίστατο σε ένα τοίχο πάχους 40εκ., μέρος ενός φούρνου και μέρος ενός στεγασμένου χώρου. Εξήγησε περαιτέρω ότι όπως παρουσιάζεται με χρώμα κίτρινο επί του Τεκμηρίου 5, η επέμβαση στο κτήμα της ενάγουσας είναι περίπου 15 τ.μ. διευκρινίζοντας περαιτέρω ότι στο σημείο Γ η επέμβαση φτάνει σε βάθος τα 1.15εκ. και στο σημείο Β σε βάθος 0,55εκ. Η γενική χωρομετρία στη περιοχή είχε γίνει περίπου το 1925 και ήταν σε εκείνη τη χωρομετρική εργασία που είχε βασίσει τη δική του εργασία. Κατά την χωρομετρική εργασία που διεξήγαγε έλαβε υπόψη του τα σταθερά χωρομετρικά σημεία τα οποία είχαν τοποθετηθεί με ακρίβεια και με ακρίβεια διενήργησε και ο ίδιος τις δικές του μετρήσεις. Κατάθεσε ως τεκμήριο 6 επίσημο κτηματικό σχέδιο της περιοχής και υπέδειξε σε αυτό τα σταθερά χωρομετρικά σημεία τα οποία είναι σημειωμένα σ΄αυτό. Αυτά τα σημεία είχε λάβει κατά την εργασία του τα οποία τοποθέτησε και επί του σχεδίου που ετοίμασε το οποίο δεν είναι επί κλίμακας αλλά το οποίο ετοιμάστηκε με βάσει το εν χρήσει τοπογραφικό σχέδιο. Θεωρεί τον εαυτό του έμπειρο χωρομέτρη και διεξήγαγε στα πλαίσια των καθηκόντων του πάρα πολλές χωρομετρικές εργασίες και δεν έχει αμφιβολία για την ακρίβεια των μετρήσεων που έχει κάμει στη παρούσα υπόθεση. Η επόμενη μάρτυρας ήταν η ίδια η ενάγουσα Ερμιόνη Μ. Αντωνίου (Μ.Ε.3). Στο επίδικο κτήμα όπως περιγράφεται στο Τεκμήριο 2 βρίσκεται η οικία της όπου διαμένει με την οικογένεια της. Το οικόπεδο είχε μεταβιβαστεί επ΄ονόματι της το 1990 και για την οικία που ανήγειρε σε αυτό διαθέτει άδεια οικοδομής η οποία εκδόθηκε στις 27.09.1988 επ΄ονόματι της μητέρας της η οποία ήταν τότε η ιδιοκτήτρια του την οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο
  7. Κατάθεσε καλυπτική άδεια οικοδομής ως Τεκμήριο 8 και το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης της οικοδομής της ως Τεκμήριο
  8. Ανέφερε ότι είχε παραλάβει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου για την επίδικη διαφορά και συμφωνεί με αυτή γι΄αυτό και με την αγωγή της ζητεί όπως της αποδοθεί αυτό που της ανήκει σύμφωνα με την απόφαση αυτή. Ανέφερε ότι από το 2000 που εκδόθηκε η απόφαση του Διευθυντή μέχρι το 2005 που κίνησε την παρούσα αγωγή είχε ζητήσει προφορικά πάρα πολλές φορές από την εναγόμενη να συμμορφωθεί με την απόφαση του Διευθυντή και ανέμενε πως θα συμμορφωνόταν αλλά αυτή την αγνόησε. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι μόλις είχαν πάρει την άδεια οικοδομής είχαν ξεκινήσει το κτίσμα το οποίο είχε ολοκληρωθεί περί το 1990-
  9. Δεν γνώριζε από πότε ήταν κτισμένο το σπίτι της εναγόμενης. Δεν ήξερε αν ήταν κτισμένο από το
  10. Παραδέχθηκε ότι μετά την έκδοση της απόφασης του Διευθυντή δεν πίεζαν τα πράγματα για συμμόρφωση στην απόφαση καθώς κάθε φορά που ανακινούσαν το ζήτημα ήταν έντονη η αντίδραση της εναγόμενης και η ίδια επιθυμούσε να συμμορφωθεί φιλικά χωρίς κατ΄ανάγκη να καταλήξουν στο δικαστήριο. Μετά που ολοκλήρωσε το σπίτι της αντιμετώπιζε πρόβλημα διέλευσης από το χώρο όπου της κατακρατεί ένα μέρος η εναγόμενη και το οποίο θα το χρησιμοποιούσε ως πέρασμα. Δεν είχε υπόψη της εάν υπήρχε όρος να άφηνε 10 πόδια από το υφιστάμενο κτίσμα της εναγόμενης. Πήρε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης για την οικοδομή της μετά από έλεγχο που έγινε από τις αρμόδιες αρχές και αν υπήρχε τέτοιος όρος δεν θα της έδιδαν ένα τέτοιο πιστοποιητικό. Η εναγόμενη καταθέτοντας από το εδώλιο ανέφερε ότι το ½ του σπιτιού της είναι κτισμένο από την εποχή της Τουρκοκρατίας και ότι αργότερα περί το 1930 το είχε τελειώσει ο πατέρας της και έκτοτε δεν είχαν κάμει αλλαγές σε αυτό. Η ενάγουσα είχε κτίσει το σπίτι της πολύ αργότερα περί το
  11. Ανέφερε ότι ενώ το δικό της σπίτι ήταν ήδη κτισμένο πριν κτίσει η ενάγουσα το δικό της, όταν αυτή έκτισε το δικό της ήθελε να χαλάσει αυτή το σπίτι της για να δημιουργήσει αυλή στο δικό της καθώς δεν είχε προνοήσει να αφήσει ικανοποιητικό χώρο για την αυλή της και για τις ανάγκες της. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι είναι σήμερα 72 χρονών και τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της προέρχονταν από τα λεγόμενα του πατέρα της. Ο φούρνος είχε κτιστεί περί το
  12. Σε ερώτηση κατά πόσο της είχε πει το 1988 η εναγόμενη ότι ήθελε να χαλάσει το σπίτι της για να έχει εκείνη αυλή, ανέφερε ότι ήταν αργότερα που της είχε πει αυτή την κουβέντα. Όταν ρωτήθηκε σε αναφορά με το Τεκμήριο 3 εάν γνώριζε για την επίλυση της συνοριακής τους διαφοράς, ανέφερε ότι ήταν ο πατέρας της που γνώριζε γι΄αυτό το ζήτημα και η ίδια αμφισβητούσε τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 για την κοινοποίηση της απόφασης του Διευθυντή σ΄αυτή καθώς αμφισβητούσε ότι ήταν η ίδια που είχε κάμει την αίτηση. Ο πατέρας της πέθανε το
  13. Θυμόταν όμως ότι είχαν πάει μαζί στο κτηματολόγιο και μπορεί να υπόγραψε είτε ο πατέρας της είτε η ίδια. Ανέφερε ότι επί τόπου τόσο ο Μ.Ε.1 Β. Βασιλείου όσο και ο Μ.Ε. 2 Χ. Χαραλάμπους της είχαν πει προφορικά ότι ήταν η ενάγουσα που επεμβαίνει στο κτήμα της και όχι το αντίθετο, δεν είχε όμως οτιδήποτε γραπτό πάνω σε αυτό το ζήτημα. Αυτή την εντύπωση είχαν από τότε που έγινε η επιτόπια έρευνα. Δεν θυμόταν πότε είχε μεταβιβαστεί επ΄ονόματι της το συγκεκριμένο κτήμα. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο γιος της εναγόμενης Αργυρός Χαραλάμπους (Μ.Υ.2) ο οποίος, όπως ανέφερε, έχει προσωπική αντίληψη της επίδικης διαφοράς. Ανέφερε ότι οι σχέσεις των δύο οικογενειών πριν προκύψει η επίδικη διαφορά ήταν αδελφικές καθώς είναι και συγγενείς μεταξύ τους. Όταν η ενάγουσα το 1988 θα έχτιζε το σπίτι της τους είχαν ενημερώσει ότι θα έχτιζε κοντά στους δικούς τους τοίχους και της είπε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα ακόμα και να έχτιζε εφαπτόμενους σ΄αυτούς. Μάλιστα ο ίδιος τους είχε κάμει και μέρος από τις επιχωματώσεις καθώς διαθέτει εκσκαφείς. Αφού τέλειωσαν τις οικοδομές τους ξαφνικά άκουσαν μέσα στο καφενείο ότι το ½ της αυλής τους ήταν μέσα στο οικόπεδο της ενάγουσας. Ο παππούς του που ήταν άνθρωπος με μόρφωση για τη εποχή του, είχε εξουσιοδότηση από την μητέρα του και έκαμε αίτηση για συνοριακή διαφορά. Όταν είχε πάει το κτηματολόγιο για επιτόπια έρευνα είχαν πει σε αυτούς ότι ήταν η ενάγουσα που επενέβαινε στο κτήμα τους και όχι αυτοί στο δικό της. Όταν ρωτήθηκε ποιος ήταν εκείνος ο υπάλληλος που ανέφερε αυτό το πράγμα, ανέφερε ότι πιθανόν να ήταν ο Βάσος και αυτό έγινε το 1989 -
  14. Όταν τους είπε τα πιο πάνω, οι ίδιοι του είπαν ότι δεν θα είχαν απαίτηση. Το 2005 όμως τους επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Προηγουμένως είχε αναθέσει σε τοπογράφο για να κάμει σχετική μελέτη ο οποίος του είπε ότι πιθανόν να υπάρχει κάποια διαφορά καθώς υπήρχε αμφιβολία περίπου για ½ μέτρο. Ανέφερε ότι δεν είχαν πάρει ειδοποίηση για να φέρουν ένσταση στην απόφαση του Διευθυντή και διερωτήθηκε τι έγινε εκείνη η επιστολή σε ένα χωριό με 250 κατοίκους. Δεν θυμόταν πότε ανέθεσε στον τοπογράφο να κάμει τη δική του έρευνα. Όπως έλεγε ο παππούς του το 1925 όταν έγινε η γενική χωρομετρία ήταν παρών και γι΄αυτό ήταν σίγουρος για τα σύνορα του κτήματος του και γι΄αυτό έκαμε την αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς περί το
  15. Η ενάγουσα μετά που άρχισε την ανέγερση της οικίας της έθεσε ζήτημα συνοριακής διαφοράς. Ο ίδιος επιθυμούσε να λυθεί η διαφορά φιλικά και να μην έρθει σε σύγκρουση με κανένα. Η επιτόπια έρευνα είχε γίνει από κτηματολόγους περίπου το 1989 και επειδή τους είπαν ότι δεν υπήρχε διαφορά ή αν υπήρχε θα ήταν υπέρ τους, ένοιωσαν ικανοποιημένοι και έτσι δεν τους απασχολούσε πλέον το ζήτημα. Τον ιδιώτη τοπογράφο κ. Μενοίκου τον είχαν καλέσει πριν πάρουν την αγωγή δηλαδή το 2005 αλλά δεν θυμόταν αν ήταν πριν ή μετά το
  16. Ο κ. Κυριάκος Πασχάλης κατάθεσε ως Μ.Υ.
  17. Είναι πολιτικός μηχανικός, εργάζεται σε εργοληπτική εταιρεία και ετοίμασε έκθεση μετά που πήρε οδηγίες από την εναγόμενη. Η έκθεση του αφορούσε μελέτη που διενήργησε για το ενδεχόμενο να γίνει επέμβαση επί των υφιστάμενων κτισμάτων της εναγόμενης χωρίς αυτά να υποστούν ζημιά. Ανέφερε ότι επρόκειτο για παλιές οικοδομές με άγνωστης ανθεκτικότητας υλικά και ότι δεν θα μπορούσε να πει με βεβαιότητα ότι αν γίνονταν αλλαγές σ΄αυτές δεν θα προκαλούνταν ζημιές. Οι εν λόγω οικοδομές κτίστηκαν κατά διαστήματα και με τη χρήση διαφόρων υλικών, αρχής γενομένης από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Δεν υπάρχει στατική μελέτη γι΄αυτές ούτε καν σχέδια για να φαίνεται η σύνδεση μεταξύ τους και γι΄αυτό η στατική ευστάθεια τους είναι άγνωστη. Κατέληξε στην άποψη ότι σε περίπτωση που ήθελε κατεδαφιστεί μέρος των κτισμάτων τότε:
  18. Κατά τη διάρκεια της κατεδάφισης σίγουρα θα δημιουργηθούν δονήσεις από τη χρήση μηχανημάτων με σφύρα, είτε αυτά είναι μηχανοκίνητα είτε κομπρεσόρος χεριού. Οι δονήσεις πολύ πιθανόν να προκαλέσουν ρωγμές στα υφιστάμενα υποστατικά και πολύ πιθανόν να τα καταστήσουν επικίνδυνα και
  19. Όταν γίνει η κατεδάφιση και το επίπεδο του δαπέδου αυλής κατέβει στο σημείο που πρέπει να ξανακατασκευαστεί τοίχος αντιστήριξης (το επίπεδο αυτό δεν είναι δυνατόν να το γνωρίζουμε εκ των προτέρων διότι είχε επιχωματωθεί πριν από πολλά χρόνια), τότε η επιχωμάτωση θα εκτεθεί χωρίς στήριξη με μεγάλο και ορατό κίνδυνο κατολίσθησης και πρόκλησης ρωγμών ή και κατάρρευση. Εξέφρασε τέλος την άποψη όπως μη γίνει επέμβαση στον τοίχο αντιστήριξης ή στον πετρόκτιστο τοίχο για να μη επηρεαστεί ριζικά η υπόλοιπη οικοδομή. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι είχε επισκεφθεί επί τόπου τις οικοδομές 2-3 μήνες πριν καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Περιέγραψε το κτίσμα που του είπαν ότι θα κατεδαφιστεί ως ένα καλυμμένο χώρο που χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος και βρίσκεται πριν την είσοδο της κατοικίας. Του είχαν υποδείξει το μέρος του κτίσματος που πρέπει να κατεδαφιστεί και αυτό φαίνεται με την κάθετη γραμμή που τράβηξε επί του κτίσματος όπως αυτό απεικονίζεται στη 3η φωτογραφία που επισυνάπτει στην έκθεση του. Δεν είχε εισέλθει εντός του υποστατικού αυτού. Σε ό,τι απεικονίζει η φωτογραφία 1 δεν του είχε υποδειχθεί ποιο μέρος θα πρέπει να κατεδαφιστεί. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για μια τέτοια κατεδάφιση είναι σφύρα και κομπρεσόρος καθώς πρόκειται για κατασκευές με σκυρόδεμα, πέτρα, τούβλα και γι΄αυτό απαιτείται η χρήση μηχανημάτων. Όταν στην έκθεση του αναφέρει ότι θα κατέβει το επίπεδο του δαπέδου κατά ένα μέτρο εξήγησε ότι σε περίπτωση που ήθελε ανεγερθεί ξανά οικοδομή θα πρέπει να αφαιρεθεί χώμα για να μπουν τα θεμέλια και έτσι θα παραμείνει κάποιο χρονικό διάστημα χωρίς θεμέλια μέχρι να επανακατασκευστεί. Ο κ. Παναγιώτης Μενοίκου κατάθεσε ως Μ.Υ.
  20. Είναι πτυχιούχος του Παν/μίου Θεσσαλονίκης αγρονόμος και τοπογράφος μηχανικός. Από το 1990 ασκεί το επάγγελμα του ιδιώτη τοπογράφου μηχανικού και προς τούτο διατηρεί γραφείο στη Λάρνακα από το 1991 και ασχολείται με κάθε φύσης τοπογραφικές και κτηματικές εργασίες. Είναι αρμόδιος χωρομέτρης σύμφωνα με τον νέο νόμο ο οποίος έχει δώσει δικαίωμα σε ιδιώτες τοπογράφους μηχανικούς να ασκούν το επάγγελμα τους στον τομέα της κτηματικής χωρομετρίας, για υπόδειξη δηλαδή συνόρων τεμαχίων. Από ό,τι θυμόταν το Μάρτη του 1998 είχε κληθεί από την εναγόμενη να εκφέρει άποψη αναφορικά με την ορθότητα των ορίων του επίδικου τεμαχίου της. Πριν από μερικούς μήνες του δόθηκαν οδηγίες να ετοιμάσει έκθεση και έκαμε τις δέουσες ενέργειες σε συνεργασία με το Τμήμα Χωρομετρίας. Η έκθεση του σημειώθηκε ως Τεκμήριο 11 την οποία διάβασε και υιοθέτησε. Φωτογραφίες που είχε βγάλει ο ίδιος κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 12(α-ε). Στην έκθεση του υποστηρίζει ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι λανθασμένη όπως διαπίστωσε μετά από δική του επιτόπου επίσκεψη, έρευνα και μετρήσεις που διενήργησε. Την έκθεση του την ετοίμασε με βάση το Επίσημο Κτηματικό Σχέδιο και στοιχεία που του παραχωρήθηκαν από το Κτηματολόγιο, δηλαδή αντίγραφα των χωρομετρικών βιβλίων του
  21. Τα στοιχεία του 1918 επιδέχονται σίγουρα αμφισβήτησης και εμπεριέχουν λάθη και αδυναμίες. Δεν απέκλεισε την ύπαρξη ανθρώπινου λάθους και δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει ότι τα 20 πόδια δεν μπορεί να είναι 22 και το πιο σημαντικό κατά την άποψη του η εργασία αυτή δεν περιγράφει το πάχος της δόμης. Αν η δόμη υπήρχε επί τόπου θα έπρεπε να εξεταστεί πιο ήταν το πάχος της και σε ποιόν ανήκε. Εφόσον τα επίδικα κτήματα βρίσκονται στο πυρήνα του χωριού Άγιοι Βαβατσινιάς πρόκειται για αστική περιοχή και όπως συμβαίνει στις πόλεις, για διακανονισμό μεταξύ δύο ιδιοκτητών, όταν αφορά μεσοτοιχία αυτή κατά κανόνα ανήκει σ΄αυτόν που την έχει κτίσει και δεν μπορεί να κατεδαφιστεί εάν σε αυτή την μεσοτοιχία στηρίζεται η υφιστάμενη οικοδομή. Εξήγησε για το πως έγινε ο καθορισμός των πολυγωνομετρικών σημείων και ποια σημασία μπορούν να έχουν αυτά στην τελική έκβαση μιας μέτρησης. Τα σχέδια είχαν γίνει σε κλίμακα 1: 1250 και είχαν γίνει με τη μέθοδο της αλυσομέτρησης αφού είχε προηγηθεί πολυγωνομετρική διαδικασία εξού και ο όρος πολυγωνομετρικό σημείο. Κτίστηκαν στη περιοχή το 1917 σταθερά σημεία και είχαν μετρηθεί με τη μέθοδο της όδευσης και με βάση αυτά τα σημεία και με μετρήσεις ευθειών και καθέτων, πλευρομέτρηση και αλυσομέτρηση γινόταν η αποτύπωση των συνόρων που υπήρχαν τότε. Επομένως, για να μπορέσει κάποιος σήμερα να επαναυποδείξει ένα σύνορο όπως αυτό που μετρήθηκε το 1918 πρέπει να κάνει την αντίστροφη διαδικασία, να ορίσει δηλαδή τα σημεία, να μετρήσει ευθείες και κάθετες και να επαναπροσδιορίσει αυτό το σημείο. Κατά συνέπεια, όπως ανέφερε, δεν αποκλείεται και αν ακόμα θεωρήσουμε ότι τα δεδομένα του 1918 είναι τέλεια, η εφαρμογή τους επιτόπου να μην γίνει πιστά όπως ήταν το
  22. Άρα διαφορές 2-3 ποδιών, 50 - 80 εκ. δικαιολογούνται πλήρως. Ήταν απόλυτος ότι σε καμιά περίπτωση δεν υπήρχαν τα σημεία που τοποθετήθηκαν το
  23. Όμως, το Τμήμα για να μπορέσει να εκτελέσει την εργασία επανακαθόρισε στα μέτρα των δυνατοτήτων του αυτά τα σημεία τα οποία επιτόπου εντόπισε με μια απλή χαραγή - μάρκα, η οποία χαράχτηκε πάνω σε πρόσφατα κατασκευασμένο μπετόν. Σχολιάζοντας την απόφαση του Διευθυντή ανέφερε ότι δεν δίδει σαφή εικόνα της συνοριακής διαφοράς. Πρώτιστο σφάλμα του ήταν ότι η απόφαση δεν συνοδεύεται από κάποιο σχέδιο σε κλίμακα με βάση το οποίο θα μπορούσε κάποιος να εκτιμήσει το μέγεθος της όποιας επέμβασης υπήρχε, απλά αρκέστηκαν στη σύνταξη ενός σχεδιαγράμματος. Επεσύναψε στην απόφαση του σχέδιο χωρίς κλίμακα το οποίο δεν είναι κατατοπιστικό. Κρίνοντας, όπως ανέφερε, τα δύο τετράγωνα με τη χιαστή διαγράμμιση ότι είναι η υφιστάμενη κατάσταση, τότε η συγκεκριμένη απόφαση συγκρούεται με αυτό που αναγράφει, δηλαδή δεν δείχνει να υπάρχει οποιαδήποτε επέμβαση. Σχολίασε το σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 5 ότι δεν μπορεί να δώσει σε καμιά περίπτωση τη σαφή εικόνα του τι ήθελε ο Διευθυντής του Κτηματολογίου να δώσει. Αν το τετραγωνάκι είναι το κτίριο, οι ιδιοκτήτες λέγουν ότι είναι το σύνορο και δεν θέλουν πέραν του συνόρου και το σχεδιάγραμμα λέγει ότι απαιτεί γη πέραν του συνόρου και σε αυτή τη περίπτωση δεν το διασαφηνίζει. Ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του εξήγησε τη διαδικασία επίλυσης μιας συνοριακής διαφοράς όπως εφαρμόζεται με βάσει τις διατάξεις του Άρθρου 58 του Κεφ.
  24. Ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και αφορούσαν την διαδικασία προσβολής μιας τέτοιας απόφασης του Διευθυντή, που όπως είναι παραδεκτό δεν προσβλήθηκε στη παρούσα περίπτωση, δεν επιτράπηκαν εφόσον αφορούσαν νομικά θέματα που προνοούνται από σχετική νομοθεσία και κανονισμούς και δεν χρειαζόταν να δοθεί μαρτυρία για τέτοια θέματα ως νομικά. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών έκαμαν εκτεταμένη αναφορά κατά τις τελικές τους αγορεύσεις στη μαρτυρία που παρατέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Σχολίασαν κάθε σημείο το οποίο ενδιέφερε, κατά την άποψη τους, και το οποίο θα έχει σημασία κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ως προς το ζήτημα της αξιοπιστίας, ο καθένας από την πλευρά του εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να γίνουν πιστευτοί, ο μεν συνήγορος της ενάγουσας η ίδια και οι δικοί της μάρτυρες ο δε συνήγορος της εναγόμενης η ίδια και οι δικοί της μάρτυρες προτείνοντας τελικά την επιτυχία ο καθένας της πλευράς του στις αξιώσεις της και απόρριψη των αξιώσεων της άλλης πλευράς. Επιμέρους πτυχές των εισηγήσεων τους για τις οποίες υπήρξε και σχετική παραπομπή σε νομολογία θα με απασχολήσουν στη συνέχεια της απόφασης μου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή την ενάγουσα όπως και την εναγόμενη και τους μάρτυρες που παρουσίασαν να καταθέτουν στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Στη πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Παναγιώτη Πολυβίου, Πολ. Έφεση αρ. 99/2007 με ημερ. 9.04.2009 στις σελ. 7 - 9 ο έντιμος κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. αναφέρει σε σχέση με το πώς θα πρέπει να αντικρίζεται μια μαρτυρία: ¨Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ΄αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χριστάκη Χρίστου v. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά Πολ. Έφεση αρ. 15/2007, ημερ. 23.065.08, ότι: « ... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ΄ ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Πιο πρόσφατα ακόμη στην Ανδρέας Γιάγκου Σάντη v. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.α. Πολ. Έφ. 78/2007, ημερ. 20.03.09, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους¨. Ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα και η βαρύτητα που προσδίδεται σε μια τέτοια μαρτυρία έχει επεξηγηθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Κουρής v. Δημητρίου κ.ά., Π.Ε. 252/2006 ημερ. 17.09.2008 συνοψίστηκε ως εξής η αντίκριση μιας τέτοιας μαρτυρίας από την έντιμο Δικαστή κα Παπαδοπούλου: ¨Είναι καλά νομολογημένο ότι εμπειρογνώμονες μάρτυρες δεν αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο κατά διαφορετικό τρόπο από τους άλλους μάρτυρες. Η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών. Οι εμπειρογνώμονες εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Η μαρτυρία οποιουδήποτε πραγματογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός (βλ. Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 C.L.R.
  1. Θα έχω επομένως υπόψη, μεταξύ άλλων, και τις πιο πάνω αρχές που αναδύονται από τη νομολογία μας σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης μιας μαρτυρίας. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω και την σύγκριση και αντιπαραβολή μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής και κατά πόσο αυτή συνάδει με τα δικόγραφα. Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν την μαρτυρία και έδωσαν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και αν χρειαστεί για την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2 κ.κ. Βασιλείου και Χαραλάμπους παρατηρώ ότι αυτοί ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Έδειξαν στο Δικαστήριο με τις εμπεριστατωμένες απαντήσεις που έδωσαν σε όλα όσα ρωτήθηκαν ότι γνώριζαν την δουλειά τους την οποία διενήργησαν με επαγγελματισμό, χαρακτηριζόταν από αντικειμενικότητα, χωρίς προκατάληψη ή εύνοια και χωρίς προσωπικό συμφέρον. Τα όσα ανέφεραν φανερώνουν την αληθινή εικόνα αναφορικά με την επίδικη διαφορά η οποία συνίσταται στην παράνομη επέμβαση στην οποία προβαίνει η ενάγουσα στο κτήμα της εναγόμενης παρά την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου η οποία στηρίχθηκε στην εξέταση της υπόθεσης η οποία διενεργήθηκε από τους πιο πάνω και κυρίως από τον κ. Χαραλάμπους η οποία δεν προσβλήθηκε ή αμφισβητήθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Αποδόθηκε από μεν την εναγόμενη και στους δύο πιο πάνω μάρτυρες της ενάγουσας τους κ. Βασιλείου και κ. Χαραλάμπους από δε τον γιο της Μ.Υ. 2 στον κ. Βασιλείου ότι τάχα τους είπαν, όταν διενεργήθηκε η επιτόπια έρευνα, ότι ήταν η ενάγουσα που επέμβαινε στο κτήμα της εναγόμενης και όχι το αντίθετο. Σημειώνω ότι κάτι τέτοιο δεν υποβλήθηκε ούτε στο ένα ούτε και στον άλλο μάρτυρα κατά την αντεξέταση τους κατά τρόπο που θα μπορούσε το Δικαστήριο να ελέγξει την αντίδραση τους σ΄ αυτόν τον ισχυρισμό τους. Αλλά και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο και οι διαπιστώσεις τους ήταν όπως την παρουσίασαν οι Μ.Υ. 1 και 2 τότε γιατί να διαφοροποιηθούν και να εκδοθεί η απόφαση του Διευθυντή ενάντια στα συμφέροντα της εναγόμενης. Από την άλλη, ας μη μας διαφεύγει ότι η άποψη τους επικυρώθηκε και από το Τμήμα Σχεδιαστηρίου του Κτηματολογίου στην οποία βασίστηκε επίσης η απόφαση του Διευθυντή. Κρίνω ότι οι μάρτυρες αυτοί είπαν την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου για όσα είχαν διαπιστώσει κατά την επιτόπια εξέταση της υπόθεσης και τη χωρομετρική εργασία που έγινε τα αποτύπωσαν στα κτηματολογικά βιβλία όπως παρουσιάζονται και επί του αντιγράφου τους (Τεκμηρίου 5), επί τη βάσει του οποίου εξεδόθη και η απόφαση του Διευθυντή (Τεκμήριο 3). Η μεθοδολογία που ακολούθησε ο κ. Χαραλάμπους κατά την επισήμανση των σταθερών χωρομετρικών σημείων και γενικά η εργασία που διεξήγαγε με την καταμέτρηση των αποστάσεων στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Επί πλέον ο Μ.Ε. 2 κ. Χαραλάμπους με όσα ανέφερε σε σχέση με την εμπειρία που διαθέτει πέραν των 20 χρόνων στο Τμήμα Χωρομετρίας κατά τη διάρκεια των οποίων εξέτασε πάρα πολλές υποθέσεις συνοριακών διαφορών κρίνεται ως ειδικός στον τομέα του και την μαρτυρία του την αντικρίζω κάτω από αυτό τον φακό. Οι λεπτομέρειες που έδωσε σε σχέση με τον τρόπο που εργάστηκε και όσα έλαβε υπόψη του κατά τη διεξαγωγή της εργασίας του δεν άφησαν περιθώρια αμφισβήτησης της. Θα αποδεχθώ τη μαρτυρία και των δύο πιο πάνω μαρτύρων στην ολότητα τους. Η ενάγουσα μου προκάλεσε καλή εντύπωση με τον απλοϊκό τρόπο που κατάθεσε και τον τρόπο με τον οποίο απάντησε τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Από την μαρτυρία της εκείνο που μπορεί να ελεγχθεί είναι η καθυστέρηση που σημειώθηκε μέχρι να αποφασίσει να εγείρει την παρούσα αγωγή και να διεκδικήσει τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα επί του μέρους του κτήματος της το οποίο κατέχει σύμφωνα με την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου η εναγόμενη. Η απάντηση της όμως επί του προκειμένου δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της καλής της προαίρεσης. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι είχε εγείρει πολλές φορές το ζήτημα στην εναγόμενη καθ΄όλο αυτό το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την απόφαση του Διευθυντή αλλά συναντούσε κάθε φορά έντονη αντίδραση γι΄αυτό και ανέμενε ότι από μόνη της θα συμμορφωνόταν καθώς η ίδια δεν επιθυμούσε την δικαστική εμπλοκή τους σε αυτό το ζήτημα. Σίγουρα αυτή η στάση της δεν μπορεί να κατακριθεί και να προσμετρήσει σε βάρος της. Δεν μου διαφεύγει ακόμα, όπως ήταν και η θέση του Μ.Υ. 2, ότι μέχρι τότε είχαν μεταξύ τους αδελφικές σχέσεις οι δύο οικογένειες τους, είναι συγγενείς, ομοχώριες και γείτονες. Επομένως με αυτά ως δεδομένα, η μη άμεση προσφυγή της στη δικαιοσύνη δεν μπορεί να κατακριθεί και δεν προσμετρά καθ΄οιονδήποτε τρόπο σε βάρος της αλλά ούτε και δημιούργησε οποιοδήποτε περιουσιακό ή ιδιοκτησιακό κώλυμα όπως θα δούμε στη συνέχεια της απόφασης μου. Η εναγόμενη και ο γιος της (Μ.Υ.2) θα πρέπει να πω ότι δεν μου προκάλεσαν καλή εντύπωση. Ο Μ.Υ. 2 κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας ενώ παρίστατο σε όλη τη διάρκεια της προηγηθείσας ακροαματικής διαδικασίας παρακολουθώντας όλους τους μάρτυρες που προηγήθηκαν της δικής του μαρτυρίας και ειδικότερα την κατάθεση της εναγόμενης - μητέρας του. Ήταν φανερή η προσπάθεια τους να καταπιαστούν από οπουδήποτε μπορούσαν για την εξυπηρέτηση της υπόθεσης τους. Απέδωσαν στους Μ.Ε. 1 και 2 θέση ή άποψη ότι τάχα η διαφορά που υπήρχε ήταν υπέρ της εναγόμενης ενώ παρέλειψαν μέσω του συνηγόρου τους να υποβάλουν σε αυτούς αυτόν τον ισχυρισμό. Ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν πάρει σχετική ειδοποίηση για την διενέργεια της επιτόπιας έρευνας. Όμως είναι γεγονός σύμφωνα με τη μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και 2 ότι παρίστατο η εναγόμενη. Το γεγονός βέβαια ότι ισχυρίστηκαν και απέδωσαν στους πιο πάνω μάρτυρες τα πιο πάνω ότι τους τα είπαν τάχα όταν έγινε η επιτόπια έρευνα, αν και ο Μ.Υ 2 αναφέρθηκε σε χρόνο πολύ προγενέστερο της περί το 1989-1990, όταν δεν έχουμε μαρτυρία αν διεξήχθη και τότε επιτόπια έρευνα από λειτουργούς του κτηματολογίου, έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό τους ότι δεν ειδοποιήθηκε και έτσι δεν είχε λάβει γνώση της επιτόπιας έρευνας της 19.02.
  2. Στο ίδιο το Τεκμήριο 3 αναφέρεται ότι είχαν σταλεί με ασφαλισμένο ταχυδρομείο σχετικές ειδοποιήσεις στις 23.01.1998 γεγονός για το οποίο δεν αντεξετάστηκε ο Μ.Ε. 1 κ. Βασιλείου. Αν πάλι δεν είχε παρευρεθεί, πως εφησύχασαν με όσα ισχυρίστηκαν ότι τους διαβεβαίωσαν οι Μ.Υ. 1 και
  3. Και αν εφησύχασαν τότε γιατί ζήτησαν από τον κ. Μενοίκου τον Μάρτη του 1998 δηλαδή μόλις ένα μήνα μετά την επιτόπια έρευνα να διεξάγει και αυτός τη δική του έρευνα; Περαιτέρω ο ισχυρισμός τους ότι η εναγόμενη δεν είχε λάβει ούτε και την απόφαση του Διευθυντή, η οποία σύμφωνα με τον Μ.Ε. 1 απεστάλη με συστημένο ταχυδρομείο και σε αυτήν όπως και στην ενάγουσα, η οποία την είχε λάβει και την αποδέχθηκε, καταρρίπτεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 αλλά και από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι η επιστολή αυτή δεν επεστράφη πίσω. Η απορία που εξέφρασε ο Μ.Υ. διερωτώμενος γιατί η εναγόμενη δεν πήρε αυτή την ειδοποίηση και τι θα μπορούσε να έχει απογίνει εκείνη η επιστολή σε ένα χωριό των 250 κατοίκων, δεν θα μπορούσε να απαντηθεί παρά μόνο από τον ίδιο και τη μητέρα του. Μα και αν έτσι είχαν τα πράγματα όπως τα παρουσίασαν οι Μ.Υ.1 και 2 πως και εφησύχασαν μόνο με την ισχυριζόμενη προφορική διαβεβαίωση των Μ.Ε. 1 και 2 και για τόσα χρόνια δεν ζήτησαν την γραπτή απόφαση του Διευθυντή στην οποία αποσκοπούσε η αίτηση τους; Πρόκειται σίγουρα για αντιφατικές θέσεις για τις οποίες ελέγχεται η μαρτυρία τους ως αναξιόπιστη. Δεν μου διαφεύγει ότι και οι δύο προσπάθησαν να ανακατέψουν τον νεκρό πλέον πατέρα της εναγόμενης στην όλη υπόθεση αποδίδοντας του γνώση της πρώτης χωρομετρίας που διενεργήθηκε στη περιοχή τους ακόμα και ότι ήταν αυτός που υπέβαλε την αίτηση για συνοριακή διαφορά κάτι που διαψεύσθηκε από τα επίσημα στοιχεία του φακέλου της αίτησης όπως τα παρουσίασε ο κ. Βασιλείου. Ο Μ.Υ. 2 παρόλο ότι παρουσιάστηκε ως καλός γνώστης της όλης διαφοράς εντούτοις όποτε είχε ερωτηθεί για ημερομηνίες και χρονολογίες όπως για παράδειγμα για το πότε προέκυψε αρχικά η διαφορά, πότε έγινε η επιτόπια έρευνα ή πότε είχε ζητήσει από τον Μ.Υ. 4 να διερευνήσει την διαφορά έδιδε διαφορετικές ημερομηνίες από αυτές που προσδιορίστηκαν από τους υπόλοιπους μάρτυρες που κατά την γνώμη μου οφειλόταν ή σε πλήρη σύγχυση του ή στην προσπάθεια του να αποκρύψει την αλήθεια. Το γεγονός ότι ο Μ.Υ. 4 ανέφερε ότι κλήθηκε περί τον Μάρτιο του 1998 αρχικά για να εκφέρει άποψη καταδεικνύει όπως εξάλλου και η αίτηση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς που είχε γίνει αρκετά χρόνια πριν ήτοι το 1991 ότι η διαφορά ήταν μακροχρόνια. Για τους πιο πάνω λόγους θα απορρίψω τη μαρτυρία της εναγόμενης και του Μ.Υ. 2 ως αναξιόπιστες και κατασκευασμένες και ότι στο μόνο που αποσκοπούσαν ήταν να παρουσιάσουν μια διαφορετική εικόνα από ότι είναι η πραγματικότητα για λόγους που θα εξυπηρετούσαν την υπόθεση τους. Ο Μ.Υ. 3 κρίνεται ως ειδικός επί του αντικειμένου για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει, αυτό έγινε αποδεκτό και από την πλευρά της ενάγουσας. Αυτή όμως η ιδιότητα του δεν σημαίνει ότι καθιστά ούτως ή άλλως τη μαρτυρία του ως ανεξάρτητη και αντικειμενική ή πειστική η οποία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή χωρίς άλλο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γνώριζε το αντικείμενο για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει. Η έκθεση που συνέταξε ήταν μετά από επιτόπου μελέτη της κατάστασης και μετά που προέκυψε το ζήτημα της παράνομης επέμβασης του κτήματος της εναγόμενης επί του συνορεύοντος κτήματος της ενάγουσας όπως είχε διαπιστωθεί από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου. Ήταν φανερή η προσπάθεια του να παρουσιάσει την εικόνα ότι δεν μπορούσαν να αποκατασταθούν τα σύνορα των δύο κτημάτων με την κατεδάφιση μέρους των οικοδομών οι οποίες ανεγέρθηκαν στο κτήμα της ενάγουσας χωρίς να υπάρξει πρόβλημα στη στατικότητα του υπόλοιπου μέρους τους είτε αυτό είναι το στέγαστρο του φούρνου είτε ο ίδιος ο φούρνος είτε ακόμα και το μέρος του τοίχου που επεμβαίνουν στο κτήμα της ενάγουσας. Η έκφραση αμφιβολίας στο τέλος της κατάθεσης του για τη δυνατότητα από τεχνικής άποψης διενέργειας των αλλαγών που απαιτούνται για τη συμμόρφωση της εναγόμενης με την απόφαση του Διευθυντή χωρίς να ελλοχεύει ο κίνδυνος πρόκλησης ζημιών στα υφιστάμενα οικοδομήματα και μάλιστα με τον μηχανικό τρόπο που εισηγήθηκε, κατά την άποψη μου αποσκοπούσε στο να βοηθήσει την πλευρά της εναγόμενης η οποία εξάλλου τον κάλεσε για να καταθέσει και επ΄αυτού του σημείου. Η εκφρασθείσα εκ μέρους του αμφιβολία ελέγχεται ως μη αντικειμενική λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά μέσα που υπάρχουν σήμερα για την αποκατάσταση ενός κτίσματος χωρίς κατ΄ανάγκη να τίθεται σε κίνδυνο κατεδάφισης. Τέλος, σε σχέση με η μαρτυρία του κ. Μενοίκου (Μ.Υ. 4) αποκόμισα την άποψη ότι φανερά αποσκοπούσε στο να βοηθήσει και εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της εναγόμενης. Δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα του, η εμπειρία του και οι γνώσεις του επί του αντικειμένου για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει. Όμως, η μαρτυρία του, όπως και κάθε εμπειρογνώμονα μάρτυρα, ελέγχεται επί τη βάσει της αντικειμενικότητας και της πειστικότητας της. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση επί μέρους πτυχών της μαρτυρίας του τα οποία με οδήγησαν στην πιο πάνω αντίληψη που αποκόμισα. Αμφισβήτησε την ακριβή επανατοποθέτηση των πολυγωνομετρικών χωρομετρικών σημείων (Traverse Points) εκ μέρους του Τμήματος Χωρομετρίας τα οποία έλαβε υπόψη ο κ. Χαραλάμπους χρησιμοποιώντας μάλιστα τη λέξη ¨αναπροσδιορίσει¨ για λόγους εντυπωσιασμού, όρος όμως ο οποίος δεν θα μπορούσε να ισχύει καθώς αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα το ανέφερε ο κ. Χαραλάμπους ο οποίος είχε βασιστεί στη Γενική Χωρομετρία του 1925 επί της οποίας και βάσισε την μελέτη του. Ανέπτυξε και υποστήριξε τη θεωρία ότι έστω και αν ήταν τέλεια η χωρομετρία που είχε τότε διεξαχθεί παρόλες τις αμφιβολίες του λόγω των φτωχών μέσων που διέθεταν για τις μετρήσεις τους, όταν είχαν τοποθετηθεί στο χώρο το 1917-1918, αυτά τα σημεία να μην αποτυπώθηκαν πιστά με την επανατοποθέτηση τους. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν υποβλήθηκε στον κ. Χαραλάμπους για να έχουμε τη θέση του, αλλά με δεδομένο ότι αυτά είχαν τοποθετηθεί αρχικά με ακρίβεια, όπως ανέφερε ο κ. Χαραλάμπους, τα οποία και έλαβε υπόψη του, θα δεχθώ εν προκειμένω τη θέση του τελευταίου ως την πειστική και τεκμηριωμένη και ξεκάθαρη καθώς λαμβάνοντας υπόψη τα ίδια αυτά σημεία είχαν γίνει και άλλες χωρομετρήσεις στη περιοχή και θα ήταν παράλογο να ξεκινούν από λανθασμένα σημεία κάθε φορά οι χωρομέτρες όταν καλούνται να καθορίσουν σύνορα κτημάτων στην εν λόγω περιοχή. Με δεδομένα τα πιο πάνω θεώρησε ότι διαφορά 2-3 πόδια, 50-80 εκ. ως περιθώριο λάθους δικαιολογείται πλήρως. Τέτοιο περιθώριο λάθους 0.50εκ. δίνει, κατά την άποψη του, και το επίσημο κτηματικό σχέδιο επί κλίμακας 1:1.250 της περιοχής. Αυτή ήταν πιστεύω και η βασική θέση του για να καταδείξει ότι δεν υφίσταται καν συνοριακή διαφορά όταν ληφθεί ως δεδομένο το πιο πάνω περιθώριο λάθους. Όμως, η εργασία που έκαμε ο κ. Χαραλάμπους βασίστηκε στα ακριβή και σταθερά χωρομετρικά σημεία τα οποία έλαβε υπόψη και τα οποία υπέδειξε στο επίσημο τοπογραφικό σχέδιο επί κλίμακας 1:1.250 (Τεκμήριο 6) και τα οποία αποτύπωσε στο σχέδιο που κατεγράφη ως χωρομετρικό βιβλίο (Τεκμήριο 5) ως τα σημεία 14,15,22,23,24,25 που βρίσκονται περιμετρικά των επιδίκων κτημάτων. Ήταν η άποψη του ότι εφόσον επρόκειτο για τόσο μικρή διαφορά με το πιο πάνω περιθώριο λάθους το οποίο είναι περίπου και η έκταση κατά την οποία κατά τον Διευθυντή επεμβαίνει το κτήμα της εναγόμενης στο κτήμα της ενάγουσας, τότε η ασφαλέστερη ένδειξη του συνόρου ήταν η υπόδειξη της επί τόπου κατάστασης παρά τις μετρήσεις. Η πιο πάνω θεώρηση του μάρτυρα καταρρίπτεται με όσα έχουν αποφασιστεί στην υπόθεση Ρωσσίδου v. Κυπριανού κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1695 όπου σε παρόμοια εισήγηση λέχθηκαν τα πιο κάτω: ¨Θα λέγαμε ότι όποια και αν μπορεί να ήταν η σημασία της επί του εδάφους κατάστασης στον αρχικό καθορισμό του συνόρου, δεν θα μπορούσε η εμφάνιση των πραγμάτων αργότερα να υπερίσχυε έναντι του εν χρήσει σχεδίου το οποίο με τις όποιες τροποποιήσεις τις οποίες θα μπορούσε να υποστεί, αποτελεί αυθεντικό οδηγό. Συνεπώς, το αποτέλεσμα που προκύπτει από τις μετρήσεις πρέπει εξ ανάγκης να θεωρηθεί ικανοποιητικό, ανεξάρτητα από το βαθμό ακρίβειας που το ίδιο το σχέδιο επιτρέπει. Και αυτό είναι που έγινε στη παρούσα περίπτωση¨. Το άλλο σημαντικό κατά την άποψη μου επί του οποίου ο κ. Μενοίκου βάσισε την εμπειρογνωμοσύνη του είναι ότι τάχα ο Διευθυντής κατά την λήψη της απόφασης του δεν έλαβε υπόψη το πάχος του τοίχου, αναπτύσσοντας τη θεωρία επίλυσης διαφοράς μιας κοινής μεσοτοιχίας σε αστικές περιοχές. Όμως ο κ. Χαραλάμπους αναφέρθηκε σε δύο περιπτώσεις κατά τη μαρτυρία του για το πάχος αυτού του τοίχου που ήταν μόνο 0,40εκ. το οποίο ασφαλώς και έλαβε υπόψη και αυτό επίσης καταγράφεται και επί της σελίδας του χωρομετρικού βιβλίου, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  1. Ο κ. Μενοίκου όταν είχε ζητήσει σχετικές πληροφορίες και επιθεώρησε τα σχετικά βιβλία μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του για την ετοιμασία της πραγματογνωμοσύνης του, όπως ο ίδιος ανέφερε, θα έπρεπε να το είχε παρατηρήσει και καταγράψει και όχι να διατείνεται το αντίθετο. Παρατηρώ ότι ο κ. Μενοίκου χαρακτηρίζει με υπερβολικό τρόπο τον τοίχο αυτό ως ¨δόμη¨, το πάχος της οποίας καλύπτει το βάθος επέμβασης, όπως ανέφερε, γεγονός όμως που διαψεύδεται ακόμα και από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 12 που ο ίδιος κατάθεσε όπου φαίνεται καθαρά ότι πρόκειται για ένα κτιστό τοίχο αλλά και το βάθος της επέμβασης που όπως υπολογίστηκε από τον κ. Χαραλάμπους στο συγκεκριμένο σημείο ανέρχεται στο 1.15εκ όπως φαίνεται επί του Τεκμηρίου
  2. Σε αυτό το σημείο δεν κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω την άποψη του μάρτυρα περί του σημαντικού λάθους όπως το χαρακτήρισε, της μη επισύναψης στην απόφαση του Διευθυντή σχεδίου επί κλίμακας. Είναι γεγονός ότι ο Διευθυντής επικόλλησε στο πίσω μέρος της ειδοποίησης σχεδιάγραμμα όπου εμφανίζεται η έκταση της γης επί της οποίας επεμβαίνει η εναγόμενη, το οποίο πράγματι δεν είναι επί κλίμακας και η έκταση της επέμβασης είναι ασφαλώς εκείνη που είχε υποδειχθεί επί τόπου, όταν διεξήχθη η χωρομετρική εργασία με την τοποθέτηση των ανάλογων οροθεσίων. Παρατηρώ πέραν των πιο πάνω ότι η επίδικη διαφορά δεν αφορά προσβολή της απόφασης του Διευθυντή η οποία κατέστη τελεσίδικη με την μη καταχώρηση έφεσης εντός της τασσόμενης προθεσμίας των 30 ημερών ούτε και εξετάζεται η αιτιολόγηση εκείνης της απόφασης εφόσον κάτι τέτοιο εκφεύγει της παρούσας κρίσης. Τέλος, ένα άλλο σημείο της μαρτυρίας του κ. Μενοίκου το οποίο ανέφερε προφορικά, σχολιάζοντας το Τεκμήριο 5, και το οποίο δεν συμπεριέλαβε στην έκθεση του, είναι ότι ούτε όσα απεικονίζει αυτό το σχέδιο δεν δείχνει να υπάρχει οποιαδήποτε επέμβαση. Τα ως άνω βέβαια έχοντας υπόψη τη μαρτυρία του κ. Χαραλάμπους για την έκταση που συνιστούσε την επέμβαση δεν μπορεί να έχουν καμιά θετική αντίκριση και μάλιστα όταν προέρχονται από ένα ειδικό που γνωρίζει να μελετά σχέδια. Αντίθετα ο κ. Χαραλάμπους με τη σαφήνεια η οποία χαρακτήριζε την μαρτυρία του εξήγησε με λεπτομέρειες σε τι συνίστατο η επέμβαση, εξήγησε για τις αποστάσεις που είχε βρει και καθορίσει ο ίδιος οι οποίες εμφαίνονται επί του Τεκμηρίου 5 με τις οποίες συμφώνησε και το Τμήμα Χαρτογραφήσεων και οι οποίες δείχνουν το μέγεθος της επέμβασης. Αναμενόταν από ένα εμπειρογνώμονα όπως είναι ο κ. Μενοίκου να ρίξει φως σε αυτή τη διαφορά και όχι με τη μαρτυρία του να τη συσκοτίσει. Αποδίδω αυτή την προσπάθεια του να ενσπείρει αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των ευρημάτων του κ. Χαραλάμπους στην έντονη προσωπική του άποψη επί του ζητήματος την οποία κατέγραψε στην έκθεση του, όπως με έπαρση την παρουσίασε και τα οποία ασφαλώς ως θεωρητικές απόψεις, μόνο ακαδημαϊκή σημασία μπορούν να ενέχουν και δεν ήταν βοηθητικές προς το δικαστήριο όσον αφορά την επίδικη διαφορά. Η πιο πάνω όμως αντίκριση της μαρτυρίας του και επ΄αυτού του σημείου ως μη αντικειμενικής φανερώνει την πρόθεση του μάρτυρα να βοηθήσει την πλευρά της εναγόμενης η οποία τον κάλεσε να υποστηρίξει τις θέσεις της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η μαρτυρία του Μ.Υ. 4 κρίνεται επισφαλής, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΧΘΡΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ: Προβάλλεται στην υπεράσπιση ότι η εναγόμενη χρησιμοποιούσε η ίδια όπως και οι δικαιοπάροχοι της από το 1920 το μέρος του κτήματος της ενάγουσας όπως αυτό έχει καθοριστεί με την απόφαση του Διευθυντή και έτσι έχει συμπληρωθεί εχθρική κατοχή και ως εκ τούτου δικαιούται και αν ακόμα υποτεθεί ότι το μέρος αυτό ανήκει στην ενάγουσα να το εγγράψει επ΄ονόματι της και ως εκ τούτου ανταπαιτεί σχετική δήλωση του Δικαστηρίου. Τα πιο πάνω βεβαίως τα αρνήθηκε και τα απέρριψε η ενάγουσα στην απάντηση της στην υπεράσπιση και στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Κατά την μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου η εναγόμενη ανέφερε ότι: ¨Το ½ του σπιτιού της ήταν κτισμένο από την εποχή της Τουρκοκρατίας και ότι αργότερα περί το 1930 το είχε τελειώσει ο πατέρας της και έκτοτε δεν είχαν κάμει αλλαγές σε αυτό¨. Σε άλλο δε σημείο της κατάθεσης της, κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι: ¨ο φούρνος είχε κτιστεί περί το 1935¨. Η πιο πάνω ήταν η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε αναφορικά με το ζήτημα της εχθρικής κατοχής. Κρίνω ότι δεν δίδουν μια καθαρή και σαφή εικόνα για το πότε κτίστηκαν τα συγκεκριμένα επίδικα οικοδομήματα τα οποία επεμβαίνουν πράγματι στο κτήμα της ενάγουσας και έτσι δεν είναι σαφές αν άρχισε ο χρόνος παραγραφής που επικαλούνται πριν ή κατά το 1930 ή περίπου το 1935 οπόταν κτίστηκε και ο φούρνος κατά την εναγόμενη και σίγουρα δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για το πότε κτίστηκε το υπόστεγο - στέγαστρο του φούρνου το οποίο ασφαλώς θα κτίστηκε σε μεταγενέστερο χρόνο ο οποίος δεν προσδιορίστηκε από οποιανδήποτε μαρτυρία. Μετά την εφαρμογή του Κεφ. 224 το 1946 δεν μπορούμε να μιλούμε για εχθρική κατοχή έναντι κυρίου κτήματος. Τα όσα ανέφεραν ο κ. Πασχάλης (Μ.Υ. 3) για λιθόκτιστη οικοδομή από την εποχή της Τουρκοκρατίας ο δε κ. Μενοίκου (Μ.Υ. 4) ¨για περιτοίχισμα που χρονολογείται για πολλές δεκαετίες και σύμφωνα με την εναγόμενη από το 1932 χωρίς να είναι εύκολη η αμφισβήτηση αυτής της θέσης¨, είναι όσα τους μετέφερε η εναγόμενη, όπως παραδέχθηκαν και δεν έχουν προσδώσει οποιαδήποτε διαφορετική διάσταση στα όσα η ίδια ανέφερε επί του ίδιου θέματος. Επομένως, κρίνεται ότι η μαρτυρία για το πότε ανεγέρθηκαν τα οικοδομήματα της εναγόμενης που επεμβαίνουν στο κτήμα της ενάγουσας και ειδικότερα ο φούρνος και το σκέπαστρο του και το περιτοίχισμα είναι ισχνή, παρέμεινε αόριστη και ασαφής και σε τέτοια μαρτυρία το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί και να εξαγάγει ασφαλή συμπεράσματα. Ήταν εμφανής η προσπάθεια που καταβλήθηκε με την αναφορά στις πιο πάνω χρονολογίες έτσι που να καταδειχθεί η ανέγερση των επίδικων οικοδομημάτων εντός των χρονικών πλαισίων που θα καλύπτονταν από την περίοδο της χρησικτησίας πριν την εφαρμογή του Κεφ.
  3. Πέραν όμως των πιο πάνω για το ίδιο θέμα της εχθρικής κατοχής που επικαλείται η εναγόμενη θα παραπέμψω στην υπόθεση Τσιακλής κ.ά v. Δ/ντής Κτηματολογίου, 2007 Α.Α.Δ. 1 (Α) σελ. 668 όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: ¨Με το δεύτερο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι το συμπέρασμα του Διευθυντή είναι λανθασμένο γιατί τα επίδικα θέματα που προϋπέθεταν διερεύνηση δεν ήταν η διόρθωση του χωρομετρικού σχεδίου, αλλά οι ισχυρισμοί για αδιαφιλονίκητη κατοχή για 60 χρόνια της διεκδικούμενης έκτασης γης. Θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι η επιχειρηματολογία στο περίγραμμα αγόρευσης του δικηγόρου των εφεσειόντων επί του σημείου δεν είναι απόλυτα διαυγής, αφού ουσιαστικά επικαλούνται και υιοθετούν την επιχειρηματολογία που εξέφρασαν προηγουμένως προς υποστήριξη του πρώτου λόγου έφεσης. Ακόμα, όμως κι΄ αν οι εφεσείοντες είχαν δίκαιο για τη διενέργεια επανεξέτασης ή όχι, κάτι που όπως είδαμε προηγουμένως είναι παντελώς άσχετο, δεν μπορούσαν να προβάλουν στη παρούσα διαδικασία ισχυρισμό ότι δικαιούνται το διεκδικούμενο μέρος με βάση αδιαφιλονίκητη κατοχή 60 χρόνων, γιατί δεν καταχώρησαν το ορθό προς τούτο δικονομικό διάβημα. Καταχώρησαν μόνο την παρούσα διαδικασία, δηλαδή αίτηση έφεσης κατά της διόρθωσης λάθους σε συνοριακή διαφορά και δεν μπορούν ασφαλώς να ισχυρίζονται ότι η εξέταση της υπόθεσης πρέπει να γίνει διαφορετικά. Αν επιθυμούσαν να διεκδικήσουν τη συγκεκριμένη έκταση γης λόγω αδιαφιλονίκητης κατοχής ή κληρονομικής διαδοχής, θα έπρεπε να καταχωρήσουν αγωγή και όχι την παρούσα διαδικασία¨. Στη προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία φανερώνει ότι πριν η εναγόμενη καταχωρήσει αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς του κτήματος της με αυτό της ενάγουσας γνώριζε για τις διεκδικήσεις της ενάγουσας εξού και η διερεύνηση της διαφοράς από τον κ. Μενοίκου ήδη από το Μάρτιο του 1998 αλλά και η καταχώρηση αίτησης προς επίλυση συνοριακής διαφοράς αρκετά χρόνια νωρίτερα ήτοι από το
  4. Το αποτέλεσμα της αίτησης της ήταν να δικαιωθεί η ενάγουσα και η απόφαση αυτή του Διευθυντή δεν αμφισβητήθηκε από την εναγόμενη ούτε και υπήρξε αξίωση με βάσει τις διατάξεις των Άρθρων 9 και 10 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ. 224) για απόκτηση του εν λόγου μέρους του ακινήτου της ενάγουσας δυνάμει εχθρικής κατοχής παρά μόνο προβλήθηκε για πρώτη φορά με την ανταπαίτηση της. Για τους πιο πάνω λόγους η πιο πάνω αξίωση της εναγόμενης κρίνεται ως μια ύστατη προσπάθεια της εναγόμενης για να αποφύγει την υποχρέωση της προς συμμόρφωση με την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου όπως προκύπτει από την δεσμευτική πλέον γι΄αυτή απόφαση του. Θα πρέπει λοιπόν και γι΄αυτό το λόγο να απορριφθεί η αξίωση της. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη καθίσταται φανερό ότι η εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει τη σχετική ανταξίωση της η οποία εδράζεται σε κτήση δικαιώματος δυνάμει εχθρικής κατοχής η οποία και απορρίπτεται. Σε σχέση με τα σχόλια του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης κατά την αγόρευση του περί γενικής, ασαφούς και αόριστης έκθεσης απαιτήσεως θα διαφωνήσω εφόσον στην έκθεση απαιτήσεως καθορίζεται επ΄ ακριβώς που εδράζεται η αξίωση της ενάγουσας στις παρ. 5 - 7, όπου εκτός από την περιγραφή που δίδεται σε αυτές γίνεται και παραπομπή στην απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου η οποία συνοδεύεται και από σχεδιάγραμμα για να καταδειχθεί ο ισχυρισμός και η βάση της αγωγής που είναι η παράνομη επέμβαση. Έτσι κατά την άποψη μου δεν εφαρμόζονται στη παρούσα τα όσα αναφέρονται στην απόφαση στην οποία με παρέπεμψε την Κορακίδης κ.ά. v. Αλέξη κ.ά.
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1534. ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ: Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί η διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης. Το Άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 αναφέρει τα ακόλουθα: ¨Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο¨. Όπως αναφέρεται και στους Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 38 παρ. 1194 επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση - ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου, αντίθετα με την θέληση του. Η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Λάμπρου κ.ά. v. Κεφάλα κ.ά,
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1516 στη σελ. 1527: ¨Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγόμενου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι η κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα (Δέστε Γεωργίου v. Ανδρέα,
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2311, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλο ότι δεν είχαν κατοχή, αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίηση τους για να εγείρουν την αγωγή¨. Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη, εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος (βλ. Γλυκύς v. Ιεράς Μονής Μαχαιρά,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 654). Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Πιριπίσης κ.ά. v. Δήμου Λευκωσίας,
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 385: ¨Η έννοια της ιδιοκτησίας, για τους σκοπούς της στοιχειοθέτησης του αστικού αδικήματος της επέμβασης σε ακίνητο, ταυτίζεται με την προβλεπόμενη από το Κεφ. 224 έννοια της ιδιοκτησίας (βλ. Άρθρο
(2)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148). Η ιδιοκτησία της γης αποτελεί το θεμέλιο της ακίνητης ιδιοκτησίας¨. Στη παρούσα υπόθεση το θέμα της ιδιοκτησίας και κατοχής εκ μέρους της ενάγουσας του κτήματος το οποίο υφίσταται επέμβαση από την εναγόμενη δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ούτως ή άλλως η ιδιοκτησία της αποδείχθηκε με τις μαρτυρίες των Μ.Ε. 1 και 2 και με το Τεκμήριο 2 η δε κατοχή με τη μαρτυρία που δόθηκε ότι σε αυτό το κτήμα έχει ανεγείρει την οικία της όπου και διαμένει. Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς. Η απουσία όμως, συγκεκριμένης ζημιάς, περιορίζει τον Ενάγοντα στην επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων μόνο. Παραπέμπω προς τούτο σε απόσπασμα από την Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας,
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1836 όπου στη σελ. 1843 αναφέρονται τα πιο κάτω: ¨Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se. Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμα και να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο (Παπακόκκινου κ.α. v. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and Another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. v. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά. Πολ. Έφεση 9712, ημερ. 21.05.98)¨. Ο ενάγοντας σε αγωγή για παράνομη επέμβαση φέρει το βάρος να αποδείξει την ισχυριζόμενη επέμβαση. Με την απόδειξη αυτής, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη (βλ. Παπακόκκινου κ.ά. v. Σμυρλή κ.ά.,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1653 και Μάρκου v. Χρυσοστόμου,
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 813). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, την αποδοχή της μαρτυρίας των Μ.Ε. 1 και 2 και την απόρριψη της μαρτυρίας κυρίως του Μ.Υ. 4 αλλά και της εναγόμενης και του Μ.Υ. 2, βρίσκω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την επέμβαση εκ μέρους της εναγόμενης στο κτήμα της. Επομένως καθίσταται αναγκαίο να εξετασθεί κατά πόσο η εναγόμενη απέδειξε ότι αυτή δεν ήταν παράνομη. Η εναγόμενη επικαλέστηκε στην υπεράσπιση της περιουσιακό κώλυμα. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Παπακόκκινου κ.ά v. Δήμου Πάφου,
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. σελ. 2398 στην Αγγλία η προέκταση του κανόνα του Κωλύματος με τη διαμόρφωση του περιουσιακού κωλύματος στο δίκαιο της Επιείκειας σύμφωνα με την απόφαση Grabb v. Arum District Council
(1976)Ch. 179), έδωσε το δικαίωμα σε πρόσωπο στο οποίο δίνονται υποσχέσεις, να διεκδικήσει κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Η προαναφερόμενη απόφαση έχει υιοθετηθεί στην υπόθεση Στυλιανού κ.ά. v. Παπακλεοβούλου κ.ά
(1982)1 C.L.R. 542. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση στην Παπακόκκινου κ.ά. v. Δήμου Πάφου (πιο πάνω) όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ¨Το βασικό ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η απόφαση Crabb v. Arum, όπως υιοθετήθηκε στη Κύπρο με την απόφαση Στυλιανού κ.α. v. Παπακλεοβούλου κ.ά. (πιο πάνω), μπορεί να θέσει σε εφαρμογή τον κανόνα του Περιουσιακού κωλύματος, δίνοντας προς τούτο το δικαίωμα στις εφεσείουσες να νομιμοποιήσουν την απαίτηση τους. Η απάντηση μας στο ερώτημα είναι αρνητική. Οι διατάξεις του άρθρου 4 του Κεφ. 224 είναι περιοριστικές όσον αφορά τις περιπτώσεις δημιουργίας προνομίων πάνω σε ακίνητη περιουσία και απαγορευτικές όσον αφορά την υιοθέτηση κανόνων του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας (Equity). Αναγνώριση δημιουργίας δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητη περιουσία με την εφαρμογή του Περιουσιακού κωλύματος θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 4 που δεν επιτρέπει την εφαρμογή των κανόνων του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας στη δημιουργία δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο. Τα δικαιώματα που μπορεί να αποκτηθούν δεν μπορεί να είναι άλλα εκτός από εκείνα που καθορίζονται ρητά με το άρθρο 4 του Κεφ. 224 (Ίδε Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557)¨. Παραπέμπω περαιτέρω σε απόσπασμα από την απόφαση Ιωαννίδης κ.ά κ.ά. v. Ιεράς Μονής Κύκκου
(2004)1 (Β) σελ. 760 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι εφεσείοντες δεν κατόρθωσαν να δείξουν ότι υπήρχαν γεγονότα από τα οποία να δημιουργείται περιουσιακό κώλυμα (proprietory estoppel). Απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη, έστω, λόγου περί περιουσιακού κωλύματος αποτελεί η παράσταση εκ μέρους του ιδιοκτήτη του ακινήτου, προς το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται, ότι ο ίδιος αποποιείται δικαιωμάτων του επί του ακινήτου, το δε πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η παράσταση μπορεί να θεωρήσει ότι απέκτησε αντίστοιχα δικαιώματα (βλ. μεταξύ άλλων Χρυσοστόμου v. Φράγκου κ.ά.
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 622). Στη προκείμενη περίπτωση, οι εφεσείοντες, παρά το γεγονός ότι με την υπεράσπιση η εφεσίβλητη 1 αρνήθηκε το σχετικό ισχυρισμό στην έκθεση απαιτήσεως, δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία τέτοιων παραστάσεων εκ μέρους της εφεσίβλητης 1¨). Τα λεχθέντα πιο πάνω, θεωρώ ότι εφαρμόζονται και στην υπό εξέταση περίπτωση. Καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον μου σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα να αποποιήθηκε των δικαιωμάτων της προς όφελος της εναγόμενης. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της ότι η ενάγουσα ρητά αποδέχθηκε την παράνομη επέμβαση της ή προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι τουλάχιστον αφότου διαπιστώθηκε κατ΄ επίσημο τρόπο η επέμβαση της επί του ακινήτου της ενάγουσας προέβη σε οποιανδήποτε επισκευή με την ανοχή της αλλά και οποτεδήποτε προηγουμένως. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα προέβη σε επιδιορθώσεις επί των συγκεκριμένων και επιδίκων οικοδομημάτων που επεμβαίνουν στο κτήμα της ενάγουσας δεν έχει προσκομισθεί ίχνος μαρτυρίας προς απόδειξη τους και ότι είχε λάβει γνώση αυτών η ενάγουσα και αδιαφόρησε και τα ανέχθηκε. Επομένως ελλείπουν οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία θα δημιουργούσαν περιουσιακό κώλυμα. Αντίθετα η μαρτυρία κατέδειξε ότι ήταν συνεχείς οι οχλήσεις της ενάγουσας προς αποκατάσταση των ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων πριν την επιτόπια έρευνα του Κτηματολογίου αλλά και μετά από αυτή και της επακόλουθης απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Με αυτά ως δεδομένα κρίνω ότι η υπεράσπιση του περιουσιακού κωλύματος δεν έχει αποδειχθεί. Καταλήγω στο εύρημα ότι η εναγόμενη επεμβαίνει στο κτήμα της ενάγουσας χωρίς κανένα νόμιμο δικαίωμα με το να εξακολουθεί να διατηρεί μέρος ενός στεγάστρου, μέρος ενός φούρνου καθώς και μέρος ενός τοίχου εντός του κτήματος της ενάγουσας όπως αυτά έχουν υποδειχθεί επί τόπου κατά τη χωρομετρική εργασία από τους κ.κ. Βασιλείου και Χαραλάμπους (Μ.Ε. 1 και 2) και όπως αυτά απεικονίζονται στο Τεκμήριο 5 που είναι αντίγραφο χωρομετρικού βιβλίου και την σύμφωνη με αυτά απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 3). Η εναγόμενη σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβήτησε ότι είναι η ιδιοκτήτρια και κάτοχος του συνορεύοντος κτήματος και ότι αυτά τα κτίσματα είναι δικά της. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΑΣΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ: Είναι γεγονός ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από την ενάγουσα σε σχέση με ειδικές ζημιές τις οποίες υπέστη ή στις οποίες υπόκειται συνεπεία της παράνομης επέμβασης. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, ο ενάγοντας φέρει την υποχρέωση να αποδείξει αυστηρά τις ειδικές ζημιές τις οποίες αξιώνει (βλ. μεταξύ άλλων Κούνουνα κ.ά v. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.ά.
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2126). Παραμένει επομένως το θέμα των γενικών αποζημιώσεων. Όπως ανέφερα πιο πάνω, η απουσία συγκεκριμένης ζημιάς, περιορίζει την ενάγουσα στην επιδίκαση ονομαστικών και μόνον αποζημιώσεων. Τούτου δεδομένου, κρίνω ότι μπορεί να επιδικασθεί υπέρ της ενάγουσας το ποσό των €200,00 ως γενικές αποζημιώσεις. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Η έκδοση διατάγματος εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που η παράνομη επέμβαση από τη φύση της είναι τέτοια που συνεχίζει, το Δικαστήριο παρεμβαίνει γενικά με την έκδοση διατάγματος. Στην κατάλληλη περίπτωση το Δικαστήριο θα παρέμβει και με την έκδοση προστακτικού διατάγματος. Ενόψει του ευρήματος μου και λαμβάνοντας υπόψη ότι ακόμα η επέμβαση συνεχίζεται, κρίνω ότι η ενάγουσα δικαιούται στην έκδοση διαταγμάτων άρσης της επέμβασης και το Δικαστήριο θα εκδώσει τέτοια διατάγματα. Εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα:
  1. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη, οι αντιπρόσωποι, οι υπάλληλοι, εκδοχείς και οι εις τον τίτλο διάδοχοι αυτών, να παύσουν άμεσα και να μην επεμβαίνουν καθ΄οιονδήποτε τρόπο στο ακίνητο της ενάγουσας ήτοι εντός του κτήματος με αριθμό εγγραφής 6442 με αριθμό τεμαχίου 300 Φ/Σχ. XLVIII /16 Χωρ. Μέσα στο Χωριό Άγιοι Βαβατσινιάς της Επαρχίας Λάρνακας.
  2. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη, οι αντιπρόσωποι, οι εκδοχείς και οι εις τον τίτλο διάδοχοι αυτών να κατεδαφίσουν ή/και αφαιρέσουν ή/και απομακρύνουν οιαδήποτε κτίσματα ή/και οικοδομές τις οποίες διατηρεί ή/ και κατέχει ή/ και οικοδόμησε παράνομα ή/και άνευ νομίμου δικαιώματος ή/και αιτίας ή/και άνευ συγκαταθέσεως ή/και αδείας της ενάγουσας μέσα στο κτήμα της με αριθμό εγγραφής 6442 με αριθμό τεμαχίου 300 Φ/Σχ. XLVIII /16 Χωρ. Μέσα στο Χωριό Άγιοι Βαβατσινιάς της Επαρχίας Λάρνακας. Η ανταπαίτηση της εναγόμενης ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα εφόσον αυτή συνεκδικάστηκε με την απαίτηση. Επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης €200,00 ως ονομαστικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμος τόκος επί του ποσού αυτού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Η ενάγουσα πέτυχε στη βασική της απαίτηση που είναι η έκδοση διατάγματος άρσης της παρανομίας. Η κλίμακα στην οποία καταχωρήθηκε η αγωγή είναι Λ.Κ.5.000 - Λ.Κ.25.
  3. Η αξία του επίδικου ακινήτου παρέμεινε άγνωστη και δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ειδική ζημιά και για τούτου επιδικάσθηκαν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις. Με αυτά τα δεδομένα ανάλογη θα είναι και η διαταγή μου ως προς τα επιδικασθέντα έξοδα (βλ. Anglo- Cyprian Agencies Ltd v. Paphos Wine Industries Ltd
(1959)1 All E.R.873, Winfield and Jolowicz on Tort, 9η έκδοση στη σελ. 565). Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια θεωρώ δίκαιο όπως τα έξοδα υπολογιστούν στη χαμηλότερη κλίμακα των δικηγορικών εξόδων δηλαδή μέχρι €500 και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προς έγκριση. (Υπογρ.)......... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.