Κύπρου Χατζη Αυξέντη ν. Παναγιώτη Λιασή, Αρ. Αγωγής: 2728/08, 8 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2728/08 Μεταξύ: Κύπρου Χατζη Αυξέντη Ενάγοντα και Παναγιώτη Λιασή Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Φεβρουαρίου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Φούλιας Για τον Εναγόμενο: κ. Μ. Κυριακίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 11.7.2008 στη συμβολή των Λεωφόρων Γρηγόρη Αυξεντίου και Γρίβα Διγενή και της οδού Λεωνίδα Κιούππη επεσυνέβη δυστύχημα μεταξύ του ενάγοντα, ταχυδρομικού υπαλλήλου, ο οποίος οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμό εγγραφής BBD 262, και του εναγομένου ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΑΤ
- Συνεπεία της σύγκρουσης, ο ενάγων υπέστη σωματικές βλάβες και κάποιες άλλες ζημιές, τις οποίες οι δικηγόροι των δύο πλευρών συμφώνησαν και δήλωσαν στο Δικαστήριο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης στο ποσό των €3.800 επί πλήρους ευθύνης. Επομένως, το μόνο επίδικο θέμα που παρέμεινε προς εκδίκαση στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής ήταν η ευθύνη για το εν λόγω δυστύχημα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αστ. 2638 Μάριου Χρυσοστόμου της Τροχαίας Λάρνακας, Μ.Ε.1, ο ίδιος επισκέφθηκε τη σκηνή του εν λόγω δυστυχήματος στις 11.7.2008 και ώρα 08:
- Εκεί βρήκε το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο ενάγων στην τελική του θέση, ενώ ο ίδιος απουσίαζε από τη σκηνή καθότι είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο στις Πρώτες Βοήθειες, και το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος το οποίο είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση, και συνάντησε τον εναγόμενο εκεί στη σκηνή. Στην παρουσία του εναγομένου, ο Μ.Ε. 1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος από το οποίο ετοίμασε τελικό σχέδιο, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 και της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, ο ενάγων κατευθυνόταν ευθεία από τη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου προς τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή ενώ ο εναγόμενος ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή, με πρόθεση να στρίψει δεξιά προς την οδό Λεωνίδα Κιούππη σε σχέση με την πορεία του. Η συμβολή εκεί ρυθμίζεται από φώτα τροχαίας, και οχήματα που κινούνται ως η πορεία του ενάγοντα μπορούν να προχωρήσουν ευθεία στη διασταύρωση προς την Πυροσβεστική ή να στρίψουν αριστερά προς την οδό Λεωνίδα Κιούππη, οχήματα που κινούνται ως η πορεία του εναγομένου μπορούν να προχωρήσουν ευθεία στη διασταύρωση προς τη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου ή να στρίψουν δεξιά προς την οδό Λεωνίδα Κιούππη ενώ οχήματα που κατευθύνονται στην οδό Λεωνίδα Κιούππη προς τη συμβολή των δύο Λεωφόρων υποχρεούνται να στρίψουν μόνο αριστερά προς τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή και την Πυροσβεστική. Ο Μ.Ε. 1 σημείωσε ως Χ1 το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο εναγόμενος στη σκηνή και ως Χ2 το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο ενάγων σε μεταγενέστερη ημερομηνία όταν επισκέφθηκαν μαζί τη σκηνή. Ο Μ.Ε.1 διαφώνησε και με τα δύο σημεία και σημείωσε ως Χ το σημείο σύγκρουσης, σύμφωνα με την επαγγελματική του γνώμη και τα ευρήματα του στη σκηνή. Ειδικότερα, στο σημείο Χ άρχιζε γδάρσιμο στο οδόστρωμα το οποίο κατέληγε στο μπροστινό τροχό του μοτοποδηλάτου. Το σημείο σύγκρουσης Χ βρίσκεται εντός της λωρίδας όπου το μοτοποδήλατο κατευθυνόταν και απέχει 19.60 μέτρα οριζόντια από το σημείο Ο, που είναι το σταθερό σημείο των φώτων τροχαίας στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου και 1.90 μέτρα κάθετα από τη νοητή γραμμή ως η προέκταση του πεζοδρομίου από το σημείο Ο προς τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Σημείωσε δε ότι το Χ και το Χ1 βρίσκονταν πολύ κοντά ενώ το Χ2 απέχει 4.80 μέτρα πιο αριστερά από το Χ1 σε σχέση με την πορεία του μοτοποδηλάτου και 2.70 μέτρα ψηλότερα από τη νοητή γραμμή. Το μοτοποδήλατο βρέθηκε στην τελική του θέση πεσμένο στο έδαφος. Ο πισινός τροχός του απείχε 0.40 μέτρα πιο πάνω από τη νοητή γραμμή και ο μπροστινός τροχός του απείχε 19.10 μέτρα πιο κάτω από τη νοητή γραμμή. Οι ζημιές τις οποίες διαπίστωσε ο Μ.Ε.1 ήταν βούλωμα στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου στην ένωση με το μπροστινό φανάρι, ελαφρύ σήκωμα στο μπροστινό καπό και γδαρσίματα στον προφυλακτήρα κάτω από το δεξί φανάρι, ενώ ο μπροστινός τροχός, το φτερό και το τιμόνι του μοτοποδηλάτου είχαν ζαβώσει και έφερε τρίψιμο στο αριστερό πατίδι, μπροστά και δεξιά. Το μοτοποδήλατο είναι κυβισμού 49 cc, και κατόπιν ελέγχου του, ο Μ.Ε.1 εξέφρασε τη γνώμη ότι τόσο τα φώτα όσο και τα φρένα του λειτουργούσαν κανονικά. Ο Μ.Ε. 1 ανέφερε επίσης ότι κατά τον επίδικο χρόνο η τροχαία κίνηση ήταν αραιή, ο καιρός αίθριος, ο δρόμος ήταν καλής επιφάνειας και στεγνός, και υπήρχε ορατότητα σε σχέση με την πορεία και των δύο οδηγών απεριόριστη, 40-50 μέτρων. Τέλος, ο Μ.Ε. 1 είπε ότι όταν το φως-βέλος είναι πράσινο στην οδό Λεωνίδα Κιούππη, τότε το βέλος για δεξιά στροφή ως η πορεία του εναγομένου είναι πράσινο και δίνει προτεραιότητα σε σχέση με τα οχήματα που κινούνται ως η πορεία του εναγομένου σε αντίθεση με τα οχήματα που κινούνται ως η πορεία του ενάγοντα, όπου το φως είναι κόκκινο. Όταν το φως στην πορεία του ενάγοντα είναι πράσινο, τότε οχήματα ως η πορεία του εναγομένου δεν έχουν προτεραιότητα αλλά δικαιούνται να στρίψουν δεξιά προς την οδό Λεωνίδα Κιούππη όταν ο δρόμος στην αντίθετη κατεύθυνση είναι καθαρός. Ο Μ.Ε. 1 κατηγόρησε γραπτώς τον ενάγοντα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα και ότι παρέβηκε φωτεινό σηματοδότη, ενώ ο ενάγων δεν παραδέχθηκε ενοχή, και εναντίον του εκκρεμεί ποινική υπόθεση η οποία βρίσκεται υπό εκδίκαση. Η πλευρά του ενάγοντα κάλεσε ως δεύτερο μάρτυρα τον κ. Φίλιππο Μούζουρο, ο οποίος ως προγραμματιστής των φώτων τροχαίας σε παγκύπρια βάση από το 1980, εξήγησε τη διαδικασία λειτουργίας των φώτων τροχαίας στην επίδικη συμβολή κατά τον ουσιώδη χρόνο, διαφωτίζοντας έτσι το Δικαστήριο. Με βάση τα όσα ανέφερε ο Μ.Ε. 2, τα φώτα τροχαίας στην εν λόγω συμβολή λειτουργούσαν σε δύο στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, το φως είναι πράσινο για 75 δευτερόλεπτα για την κατεύθυνση από τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή προς τη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου και το φως είναι πράσινο για 38 δευτερόλεπτα για την αντίθετη κατεύθυνση από τη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου προς τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Το πράσινο φως με την τελευταία κατεύθυνση τερματίζεται στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου στα 38 δευτερόλεπτα, ακολουθεί 3 δευτερόλεπτα κίτρινο μόνο και 2 δευτερόλεπτα κόκκινο και κίτρινο μαζί, όταν ξεκινά το δεύτερο στάδιο κατά το οποίο ανάβει το πράσινο φως στην οδό Λεωνίδα Κιούππη για 32 δευτερόλεπτα για υποχρεωτική αριστερή στροφή, και ανάβει το βέλος για 32 δευτερόλεπτα για στροφή δεξιά από τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή προς την οδό Λεωνίδα Κιούππη. Επομένως, ενόσω είναι πράσινο το φως στην οδό Λεωνίδα Κιούππη, το βέλος για δεξιά στροφή από τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή είναι πράσινο. Μετά ανάβει κίτρινο φως μόνο για 3 δευτερόλεπτα στην οδό Λεωνίδα Κιούππη και ταυτόχρονα τερματίζεται το πράσινο βέλος της δεξιάς στροφής από τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή προς την οδό Λεωνίδα Κιούππη, ακολουθεί το κόκκινο και κίτρινο φως για 2 δευτερόλεπτα μαζί στην οδό Λεωνίδα Κιούππη και μετά αρχίζει το πρώτο στάδιο. Όταν το φως στην οδό Λεωνίδα Κιούππη είναι κόκκινο, το φως από τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή προς τη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου και αντίθετα είναι πράσινο. Τότε, ένας οδηγός που κατευθύνεται ως η πορεία του εναγομένου, οφείλει να παραμείνει στη δεξιά λωρίδα της Λεωφόρου Γρίβα Διγενή, να κατευθυνθεί στο κέντρο της συμβολής και αν δεν υπάρχει όχημα στην απέναντι κατεύθυνση να επιχειρήσει δεξιά στροφή στην οδό Λεωνίδα Κιούππη ή να περιμένει να ανάψει το πράσινο βέλος για να στρίψει δεξιά στην οδό Λεωνίδα Κιούππη. Όταν το φως στην οδό Λεωνίδα Κιούππη είναι πράσινο, τότε το βέλος στην κατεύθυνση του εναγομένου είναι πράσινο, ενώ το φως στην πορεία του ενάγοντα είναι κόκκινο. Ο ενάγων με την σειρά του, κατέθεσε τις συνθήκες του επίδικου δυστυχήματος ως ακολούθως. Ενώ οδηγούσε το μοτοποδήλατο του, διανέμοντας γράμματα, κατευθύνθηκε προς την επίδικη συμβολή. Πριν εισέλθει στη συμβολή, και λίγο πριν πλησιάσει τη γραμμή της διασταύρωσης, έλεγξε τα φώτα τροχαίας και πέρασε τη γραμμή με πράσινο φως. Η σύγκρουση επεσυνέβη μετά από 2-3 δευτερόλεπτα, όταν για πρώτη φορά είδε το όχημα του εναγομένου να εισέρχεται στη διασταύρωση χωρίς προηγουμένως να σταματά, και δεν είχε χρόνο για να αποφύγει τη σύγκρουση. Κατά την αντεξέταση του, ο ενάγων ανέφερε ότι στο μοτοποδήλατο μετέφερε τα μεγάλα γράμματα στο καλαθάκι μπροστά ενώ είχε και ένα σάκο στα τιμόνια του μοτοποδηλάτου. Το μοτοποδήλατο είναι μικρού κυβισμού και δεν του επέτρεπε να οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα, αρνούμενος έτσι τη θέση του δικηγόρου του εναγομένου ότι ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα επειδή βιαζόταν να παραδώσει τα γράμματα. Υπολόγισε την ταχύτητα του σε 20-30 χιλιόμετρα. Επέμενε ότι 20 μέτρα πριν το αλτ έλεγξε τα φώτα τροχαίας, προχώρησε με πράσινο, και είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο του ενάγοντα μετά που πέρασε τη γραμμή του αλτ, ο οποίος δεν σταμάτησε για να ελέγξει την κυκλοφορία και έτσι ανέκοψε την πορεία του. ΄Ηταν βέβαιος ακόμα ότι στην οδό Λεωνίδα Κιούππη δεν υπήρχαν οχήματα την ώρα της σύγκρουσης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι πριν φθάσει στο αλτ ελάττωσε ταχύτητα, κάτι το οποίο παρέλειψε να αναφέρει στην κατάθεση του η οποία απλώς λέγει ότι δεν σταμάτησε στη συμβολή γιατί το φως ήταν πράσινο. Κληθείς να σχολιάσει το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε στο Μ.Ε. 1, είπε ότι ο αστυνομικός του υπέδειξε μόνο το σημείο Χ και όχι το Χ1, κάτι το οποίο επιβεβαίωσε ο Μ.Ε. 1 κατά τη μαρτυρία του, και ότι σκεφτόμενος εκ των υστέρων λογικά και αφού συνήλθε, πιστεύει ότι το ορθό σημείο σύγκρουσης πρέπει να είναι το σημείο Χ. Ο πρώτος μάρτυρας του εναγομένου, Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος και έδωσε κατάθεση στο Μ.Ε. 1 την ίδια μέρα και ώρα 10:20, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, ο Μ.Ε. 2 κατευθυνόταν στην οδό Λεωνίδα Κιούππη με πρόθεση να στρίψει αριστερά στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Το φως στην οδό Λεωνίδα Κιούππη ήταν κόκκινο και σταμάτησε πρώτος στη σειρά. Όταν άναψε το βέλος και ετοιμάστηκε να εκκινήσει, είδε το δυστύχημα και συγκεκριμένα ένα αυτοκίνητο ερχόμενο από την Πυροσβεστική, το οποίο, στην προσπάθεια του να εισέλθει στην οδό Λεωνίδα Κιούππη, συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Το αυτοκίνητο ερχόμενο από την Πυροσβεστική, έκανε στάση 2-3 δευτερόλεπτα και μετά προχώρησε, και την ώρα που ο ίδιος εκκίνησε, δηλαδή ετοιμαζόταν, το μοτοποδήλατο ήταν εντελώς κοντά με το αυτοκίνητο και επεσυνέβη η σύγκρουση. Δεν υπήρχαν οχήματα μπροστά από το μοτοποδήλατο, το οποίο ο Μ.Υ. 1 είδε για πρώτη φορά μισό μέτρο μακριά από το αυτοκίνητο του εναγομένου το οποίο συγκρούστηκε. Την ώρα της σύγκρουσης το βέλος σε σχέση με την πορεία του ήταν πράσινο. Ο Μ.Υ. 1 ήταν επίσης βέβαιος ότι τον ακολουθούσαν και άλλα οχήματα, ενώ πίσω του ήταν ένα στρατιωτικό όχημα από το οποίο κατέβηκαν στρατιώτες και μάζευαν τα γράμματα που έπεσαν στο δρόμο μετά τη σύγκρουση. Ο Μ.Υ. 1 διευκρίνισε ακόμα ότι όταν αναφερόταν σε στάση για 2-3 δευτερόλεπτα εννοούσε ότι το όχημα ήταν εν κινήσει με ταχύτητα 0-1 χιλιόμετρα. Στην αντεξέταση του ο Μ.Υ. 1 επανέλαβε ότι είδε το μοτοποδήλατο για πρώτη φορά την ώρα της σύγκρουσης, το αυτοκίνητο εκινείτο με απειροελάχιστη ταχύτητα και ό,τι είδε το περιέγραψε. Παραδέχθηκε ότι η λέξη «σταμάτησε» που χρησιμοποίησε στην κατάθεση του ήταν λανθασμένη, και είπε ότι η κατάθεση του καταγράφηκε με τη βοήθεια του αστυνομικού, την οποία διάβασε πριν υπογράψει. Δεν ισχυρίστηκε ότι όσα αναγράφονται στην κατάθεση του δεν είναι αληθή και είπε ακόμα ότι ήταν όσο πιο ακριβής και λεπτομερής μπορούσε στην περιγραφή των γεγονότων. Ο εναγόμενος ήταν ο τελευταίος μάρτυρας. Υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, και συγκεκριμένα στο Μ.Ε. 1, στις 7.9.2008, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Όπως αναφέρεται στην κατάθεση του, ο εναγόμενος πλησίασε τα φώτα τροχαίας, έπιασε πιο δεξιά και στη συμβολή σταμάτησε. Ακολούθως αναφέρει: «Το φως όπως ερχόμουν ήταν πράσινο χρώμα και συνέχισα την πορεία μου δηλαδή όπως προανάφερα προχώρησα και έφτασα στη συμβολή. ΄Εκαμα μια μικρή στάση για να ελέγξω το δρόμο από απέναντι και από τα δεξιά αλλά και για να ξαναδώ το φως. Το βέλος ήταν αναμμένο πράσινο σύμφωνα με την πορεία μου και ο δρόμος καθαρός. Προχώρησα δηλαδή εκκίνησα και μόλις εκκίνησα είδα το μοτοποδήλατο με μεγάλη ταχύτητα να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Εγώ ήδη είχα πάρει κλίση προς τα δεξιά και τελικά το μοτοποδήλατο ήρθε και κτύπησε στη μπροστινή δεξιά γωνιά. Από τη σύγκρουση ο μοτοσικλετιστής έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο οδόστρωμα. Δεν θυμούμαι αν φορούσε κράνος. Εγώ δεν τραυματίστηκα. Μετά το δυστύχημα μετακίνησα το αυτοκίνητο μου και ειδοποίησα ασθενοφόρο». Τέλος, είπε ότι δεν έχει προσωπικό συμφέρον στην παρούσα υπόθεση καθότι η ασφάλεια του θα επωμιστεί οποιοδήποτε τυχόν κόστος. Κατά τη σχετικά μακρά και επίμονη αντεξέταση του, ο εναγόμενος είπε τελικώς ότι όταν έφθασε στα φανάρια και δικαιούτο να στρίψει δεξιά επειδή το βέλος στην πορεία του ήταν πράσινο, στο σταυροδρόμι ελάττωσε ταχύτητα και αντανακλαστικά έριξε μια φευγαλέα ματιά απέναντι. Η λέξη «σταμάτησε» που χρησιμοποίησε στην κατάθεση του σημαίνει για τον ίδιο «ελάττωσε για ελάχιστα δευτερόλεπτα» ή «ελάττωσε ταχύτητα». Την ίδια ερμηνεία απέδωσε και στη λέξη «εκκίνησα» εννοώντας ότι ενώ πήγαινε με μειωμένη ταχύτητα, αύξησε ταχύτητα. Είπε επίσης ότι δεν δικαιούτο να σταματήσει γιατί το βέλος ήταν πράσινο και τα οχήματα που τον ακολουθούσαν θα αντιδρούσαν, ενώ ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε οχήματα να τον ακολουθούσαν εκείνη την στιγμή. Επέμενε χαρακτηριστικά ότι όλα έρχονται μαζί, δηλαδή όσο επιτρέπει ο χρόνος που έχεις στη διάθεση σου πριν προλάβει να σβήσει το πράσινο βέλος, σε εκείνα τα δευτερόλεπτα τα επεξεργάζεται όλα ο εγκέφαλος σου και όλα πρέπει να γίνουν, και ενώ βλέπεις το βέλος αντανακλαστικά βλέπεις και απέναντι. Σε ερώτηση του δικηγόρου του ενάγοντα αν έλεγξε κατά πόσο ερχόταν όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση, ο εναγόμενος απάντησε ότι στα πλαίσια του χρόνου της δεδομένης στιγμής, δηλαδή σε εκείνα τα ελάχιστα δευτερόλεπτα, που είχε στη διάθεση του το έπραξε, και ότι αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο του ενάγοντα να έρχεται από πλάγια και να κτυπά πάνω στο μπροστινό δεξί φτερό στο αυτοκίνητο του. Αυτό έγινε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ούτε και ο εναγόμενος αντιλήφθηκε οχήματα στην οδό Λεωνίδα Κιούππη, παρά μόνο μετά τη σύγκρουση. Ο δικηγόρος του ενάγοντα προέβη σε υποβολές στον εναγόμενο ότι παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα το μοτοποδήλατο του εναγομένου, ότι δεν ελάττωσε ταχύτητα και εισήλθε στη συμβολή για να στρίψει δεξιά χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει, ότι η δική του συμπεριφορά ήταν η αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος, και σε όλες βασικά ο εναγόμενος έδωσε την ίδια απάντηση ότι κάθε οδηγός έχει πρώτιστο μέλημα να είναι συνεπής με τα σήματα τροχαίας, να ανταποκρίνεται έγκαιρα στις οδικές ανάγκες και να μην προκαλεί με τη βιασύνη είτε με τη συμπεριφορά του προβλήματα στο δρόμο. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος του εναγομένου εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι η μαρτυρία του ανεξάρτητου αυτόπτη μάρτυρα πρέπει να γίνει πιστευτή, και σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του Μ.Ε. 1 για τον τρόπο λειτουργίας των φώτων, αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων πέρασε με κόκκινο φως και ο εναγόμενος με πράσινο. Ακόμα ήταν η θέση του κ. Κυριακίδη ότι η παραδοχή του ενάγοντα ότι οδηγούσε το μοτοποδήλατο φορτωμένο με δύο σάκους με γράμματα εύλογα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι περιόριζε τη δυνατότητα του να οδηγεί προσεκτικά και του εμπόδιζε την ορατότητα. Ο κ. Κυριακίδης κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εκδοχή του ενάγοντα και να δεχθεί τη μαρτυρία της υπεράσπισης καθότι ο ενάγων αναίρεσε το σημείο σύγκρουσης που ο ίδιος υπέδειξε στο Μ.Ε. 1 κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο και είπε ότι δεν υπήρχαν οχήματα στην οδό Λεωνίδα Κιούππη, ενώ ο Μ.Υ.1 είπε ότι όχι μόνο αυτός ήταν εκεί αλλά ότι τον ακολουθούσε και στρατιωτικό όχημα. Ακόμα, η παράλειψη υποβολής στον εναγόμενο κατά την αντεξέταση του ότι πέρασε στη διασταύρωση με κόκκινο φως, καταδεικνύει την αλήθεια των ισχυρισμών του. Αν το Δικαστήριο καταλήξει, ως η εισήγηση του κ. Κυριακίδη, ότι ο εναγόμενος επιχείρησε να στρίψει δεξιά όταν το βέλος στην πορεία που ήταν πράσινο, τότε ο κανόνας είναι ότι ο εναγόμενος δεν έχει υποχρέωση να ελέγξει κατά πόσο άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο παρέβηκαν τους κανόνες τροχαίας, παρά μόνο αν πράγματι δει κάτι τέτοιο, τότε μόνο οφείλει να λάβει μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος δεν όφειλε να ελέγξει κατά πόσο οχήματα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση θα παραβίαζαν το κόκκινο φως, αλλά ούτε και είχε την ευχέρεια να αντιληφθεί το μοτοποδήλατο του ενάγοντα πριν τη σύγκρουση παρά μόνο κλάσματα δευτερολέπτου πριν αυτή. Επομένως, ο κ. Κυριακίδης εισηγήθηκε ότι ο ενάγων έχει την αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα και η παρούσα αγωγή πρέπει να απορριφθεί με έξοδα. Αντίθετη θέση εξέφρασε ο δικηγόρος του ενάγοντα, ο οποίος είπε ότι τόσο ο Μ.Υ. 1 όσο και ο εναγόμενος δεν ήταν μάρτυρες της αλήθειας, σε αντίθεση με τον ενάγοντα ο οποίος παρέμεινε σταθερός στη δική του εκδοχή των γεγονότων. Ειδικότερα, ο κ. Φούλιας επεσήμανε τη διαφοροποίηση στη θέση του Μ.Υ. 1 στο θέμα κατά πόσο ο εναγόμενος σταμάτησε ή όχι και το γεγονός ότι η κατάθεση του γράφηκε με τη βοήθεια του αστυνομικού. ΄Ηταν η θέση του κ. Φούλια ότι ο εναγόμενος απαντούσε με υπεκφυγές, και ήταν πολύ περιφραστικός στο τι θα έκανε ένας συνεπής οδηγός αποφεύγοντας να αναφερθεί στις δικές του ενέργειες. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, ο ίδιος ένιωθε την πίεση να προλάβει να στρίψει πριν αλλάξει το φως λόγω των οχημάτων που ακολουθούσαν, κάτι το οποίο βέβαια τη δεδομένη στιγμή δεν ίσχυε, έτσι ώστε να μην τηρούσε τη δέουσα προσοχή στο δρόμο και στα οχήματα που κινούνταν στην αντίθετη κατεύθυνση. Ο κ. Φούλιας σχολίασε τη θέση του κ. Κυριακίδη περί περιορισμού της ικανότητας επιμελούς οδήγησης και ορατότητας του ενάγοντα ενόψει της μεταφοράς των σάκκων, λέγοντας ότι αυτή δεν στηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο ενάγων πέρασε ενώ είχε προτεραιότητα, αφού το φως της πορείας του ήταν πράσινο, και πράσινο ήταν και το φως της πορείας του εναγομένου, επομένως ο ενάγων είχε προτεραιότητα ενώ ο εναγόμενος απέτυχε να ελέγξει αποτελεσματικά τον δρόμο και αντιληφθεί έγκαιρα το μοτοποδήλατο του ενάγοντα επιχειρώντας δεξιά στροφή και αποκόπτοντας την πορεία του τελευταίου. ΄Ηταν τέλος η εισήγηση του κ. Φούλια ότι την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα φέρει ο εναγόμενος καθότι ο ενάγων, κάτω από την αγωνία της στιγμής, έλαβε κάποια μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης ενώ τελικώς δεν τα κατάφερε. Ο Μ.Ε. 1 δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως αντικειμενικός εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Κατέθεσε με σαφήνεια αναφορικά με τα ευρήματα του και τα συμπεράσματα του σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος, δήλωσε ξεκάθαρα τις θέσεις των δύο εμπλεκομένων οδηγών και αναφέρθηκε στην εκτίμηση του για το σημείο σύγκρουσης με βάση τα ευρήματα του στη σκηνή και την πείρα του, η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Το Δικαστήριο επίσης αποδέχεται τη μαρτυρία του Μ.Ε. 2, ο οποίος κατέθεσε με πλήρη σαφήνεια και λεπτομέρεια ως ανεξάρτητος μάρτυρας για τη λειτουργία των φώτων τροχαίας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ και με τη μαρτυρία του Μ.Υ. 1, πριν αξιολογήσω τη μαρτυρία των διαδίκων, που ήταν οι εμπλεκόμενοι στο δυστύχημα. Ο Μ.Υ. 1 ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος και δεν είχε οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία με τους διαδίκους πριν το δυστύχημα. Μάλιστα ο ίδιος ήταν ο πρώτος που έδωσε κατάθεση στο Μ.Ε. 1 την ίδια μέρα του δυστυχήματος και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά από αυτό, ενώ οι διάδικοι έδωσαν κατάθεση στην αστυνομία ο μεν ενάγων αρκετές μέρες, ο δε εναγόμενος μήνες, μετά. Θεωρώ ότι ο Μ.Υ. 1 ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας και δεν είχε συμφέρον ή σκοπιμότητα να αποκρύψει την αλήθεια από το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του δυστυχήματος. Επομένως αποδέχομαι τη θέση του ότι όταν το φως στην πορεία του έγινε πράσινο και την ώρα που προσπάθησε να εκκινήσει επεσυνέβη η σύγκρουση. Αξιοσημείωτο είναι ότι η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 αναφορικά με το φως που βρισκόταν στη δική του πορεία την ώρα της σύγκρουσης ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά του ενάγοντα. Μάλιστα, ο Μ.Υ. 1 προσπάθησε να περιγράψει το Δικαστήριο με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, επιβεβαιώνοντας ότι αυτή ήταν και η προσπάθεια του όταν έδινε κατάθεση. Ο δικηγόρος του ενάγοντα απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στη θέση που προβάλλεται στην κατάθεση του μάρτυρα ότι το αυτοκίνητο του εναγομένου έκανε στάση για 2-3 δευτερόλεπτα και μετά προχώρησε, κάτι το οποίο εισηγήθηκε ότι διαφοροποίησε κατά την προφορική του μαρτυρία. Ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν σταμάτησε, αλλά επεξήγησε επανειλημμένα ότι εννοούσε ότι το αυτοκίνητο εκινείτο με απειροελάχιστη ταχύτητα 0-1 χιλιομέτρων, και η στάση στην οποία αναφερόταν διήρκεσε 2-3 δευτερόλεπτα. Ακόμα λαμβάνω υπόψη τη θέση του μάρτυρα ότι η κατάθεση του καταγράφηκε με τη βοήθεια του αστυνομικού χωρίς όμως ο ίδιος να αρνηθεί ή αναιρέσει το περιεχόμενο της. Με αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι η αναφορά του μάρτυρα για τη συμπεριφορά του εναγομένου δεν παρουσιάζει τέτοια διαφοροποίηση η οποία να κλονίζει την αξιοπιστία του, και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ. 1 ως αξιόπιστη και αληθή. Το Δικαστήριο διατηρεί επιφυλάξεις για την αλήθεια των ισχυρισμών του ενάγοντα. Αρχικά επισημαίνω ότι παρουσιάζεται μια αντίφαση μεταξύ της προφορικής του μαρτυρίας κατά την αντεξέταση και της κατάθεσης του - Τεκμήριο
- Ενώ κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι πριν φθάσει στο αλτ ελάττωσε ταχύτητα, στην κατάθεση του ανέφερε ότι δεν σταμάτησε στα φώτα τροχαίας γιατί το φως ήταν πράσινο και συνέχισε την πορεία του. Επίσης στην κατάθεση του ανέφερε ότι μόλις πέρασε την άσπρη γραμμή του αλτ συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του εναγομένου που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, ενώ κατά την αντεξέταση του πρόσθεσε ακόμα ότι το αυτοκίνητο του εναγομένου πέρασε τη γραμμή του αλτ και δεν σταμάτησε για να ελέγξει την κυκλοφορία. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη ότι ο ενάγων υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης το οποίο φαίνεται ως Χ2 στο σχέδιο, Τεκμήριο 2, το οποίο βρίσκεται πάνω από τη νοητή γραμμή του πεζοδρομίου κατά μήκος της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου προς τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Υιοθετώ τη θέση του δικηγόρου του ότι δεν αναμένεται ο ενάγων να ήταν σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς το σημείο σύγκρουσης, ειδικότερα εφόσον ο ίδιος εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος αμέσως μετά για να μεταφερθεί στις Πρώτες Βοήθειες και προέβη στην υπόδειξη του σημείου σύγκρουσης μετά πάροδο 20 ημερών. Παρόλα αυτά, προκαλεί εντύπωση στο Δικαστήριο η υπόδειξη του σε εκείνο το σημείο καθότι λογικά θα αναμενόταν αυτό να βρίσκεται κάτω από τη νοητή γραμμή σε περίπου ευθεία γραμμή ως προς την πορεία του προς τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή και όχι να δείχνει ότι κατά κάποιο τρόπο παρεξέκλινε της πορείας του και εξήλθε της λωρίδας κυκλοφορίας του. Ακόμα η θέση του ότι έλεγξε το φως στην πορεία του 20 μέτρα πριν το αλτ και ήταν πράσινο, και ότι πέρασε τη γραμμή της διασταύρωσης με πράσινο φως και η σύγκρουση επεσυνέβη 2-3 δευτερόλεπτα μετά, δεν συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Ε. 2 και του Μ.Υ.
- Ενόψει της κατάληξης μου αναφορικά με την αξιοπιστία του Μ.Υ. 1, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του ενάγοντα ότι αυτός πέρασε τη γραμμή της διασταύρωσης με πράσινο φως. Με βάση τη μαρτυρία του Μ.Ε. 2, έστω και αν θεωρήσω ότι ο ενάγων πέρασε τη γραμμή της διασταύρωσης με πράσινο φως τη στιγμή ακριβώς που αυτό έγινε κίτρινο με κόκκινο, εύλογα οδηγούμαι στο συμπέρασμα, ελλείψει και οποιασδήποτε μαρτυρίας επί τούτου, ότι ο χρόνος των 5 δευτερολέπτων κατά τα οποία το φως τελικά γίνεται κόκκινο είναι ο χρόνος ασφαλείας που επιτρέπει στα οχήματα που περνούν τη γραμμή της διασταύρωσης στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου για να φθάσουν στη γραμμή της διασταύρωσης στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή, έτσι ώστε η διασταύρωση να είναι καθαρή την ώρα που ανάβει το πράσινο φως στην οδό Λεωνίδα Κιούππη και το πράσινο βέλος για δεξιά στροφή από τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή για την ασφαλή οδήγηση όλων των οχημάτων στην εν λόγω διασταύρωση μέσω της λειτουργίας των φώτων τροχαίας. Επομένως, απορρίπτω τη θέση του ενάγοντα ότι πέρασε τη γραμμή της διασταύρωσης με πράσινο φως. Με βάση την πιο πάνω κατάληξή μου, αποδέχομαι τη θέση του εναγομένου ότι ο ίδιος επιχείρησε δεξιά στροφή προς την οδό Λεωνίδα Κιούππη όταν το βέλος ήταν πράσινο. Η μαρτυρία του εναγομένου, ορθά επεσήμανε ο κ. Φούλιας, χαρακτηρίζεται από μια γενικότητα και επιχειρηματολογία, αναφερόμενος στη συμπεριφορά που αναμένεται από τον μέσο οδηγό. Παρόλα αυτά, όμως, ο εναγόμενος έδωσε στο Δικαστήριο σαφείς απαντήσεις αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και τη δική του συμπεριφορά με πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Αναφορικά με τη χρήση των λέξεων «μικρή στάση» και «εκκίνηση» που αναγράφονται στην κατάθεση του και την ερμηνεία που απέδωσε σε αυτές κατά την αντεξέταση του, θεωρώ ότι η χρήση αυτών των λέξεων δεν είναι απόλυτα ακριβής, όμως δεν ξεφεύγει από το τι εννοούσε ο εναγόμενος, και η εκδοχή του υποστηρίζεται πλήρως από όσα περιέγραψε ο Μ.Υ.
- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στις 11.7.2008 και περί ώρα 8:20 το πρωί ο ενάγων οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμό εγγραφής BBD 262 με κατεύθυνση από Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου προς Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Την ίδια ώρα ο εναγόμενος, οδηγώντας το όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΑΤ 721, ερχόταν από την Λεωφόρο Γρίβα Διγενή με πρόθεση να στρίψει δεξιά προς την οδό Λεωνίδα Κιούππη. Η εν λόγω διασταύρωση ρυθμίζεται από φώτα τροχαίας τα οποία κατά τα τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν κανονικά και με τον τρόπο όπως ακριβώς περιέγραψε ο Μ.Ε. 2 στο Δικαστήριο. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Μ.Υ. 1 κατευθυνόταν με το όχημα του στην οδό Λεωνίδα Κιούππη με πρόθεση να στρίψει αριστερά προς τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Όταν το βέλος για αριστερή στροφή στην πλευρά του Μ.Υ. 1 έγινε πράσινο και ο Μ.Υ. 1 επιχείρησε να εκκινήσει, επεσυνέβη η σύγκρουση μεταξύ του μοτοποδηλάτου του ενάγοντα και του οχήματος του εναγομένου. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος πέρασε τη γραμμή διασταύρωσης στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή, προχώρησε περίπου στο μέσο της διασταύρωσης, ελάττωσε ταχύτητα σχεδόν ακινητοποιώντας το όχημα του και μόλις το βέλος στην πορεία του άναψε πράσινο αυτός προχώρησε για να στρίψει δεξιά όταν το μοτοποδήλατο του ενάγοντα που πέρασε με κόκκινο φως απέκοψε την πορεία του και επεσυνέβη η σύγκρουση. Το Δικαστήριο υιοθετεί ως μέρος των ευρημάτων του το σχέδιο, Τεκμήριο 2, και τις σχετικές μετρήσεις, καθώς επίσης το σημείο σύγκρουσης Χ το οποίο ο ίδιος διαπίστωσε στη σκηνή. Επίσης το Δικαστήριο προβαίνει σε εύρημα ότι οι ζημιές που υπέστησαν τα δύο οχήματα είναι αυτές που περιέγραψε ο Μ.Ε.
- Λόγω της σύγκρουσης το μοτοποδήλατο του ενάγοντα έπεσε στο έδαφος, ο ίδιος υπέστη κάποιους τραυματισμούς, και ο Μ.Υ. 1 ο οποίος προέτρεξε στη σκηνή ειδοποίησε ασθενοφόρο το οποίο μετέφερε τον ενάγοντα στις Πρώτες Βοήθειες. Κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος ο δρόμος ήταν καλής επιφάνειας και στεγνός, ο καιρός αίθριος, η τροχαία κίνηση αραιή και η γραμμή ορατότητας σε σχέση τόσο με την πορεία του ενάγοντα όσο και του εναγομένου απεριόριστη, γύρω στα 40-50 χιλιόμετρα. Σχετικά με τη νομική πτυχή του θέματος της ευθύνης είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι το θέμα της αμέλειας είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης - βλ. Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84 και Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου, τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά και το μοτοποδήλατο του ενάγοντα πέρασε με κόκκινο φως. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, σελ. 542, παρ. 921, αναφέρεται ότι σε διασταύρωση ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας ένα όχημα δεν πρέπει να περνά τη γραμμή των φώτων (stop line) όταν το φως είναι κόκκινο. Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα μου, το μοτοποδήλατο του ενάγοντα παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο φως τροχαίας, προχώρησε στη διασταύρωση με κόκκινο φως χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση στη διασταύρωση και χωρίς να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα σχετικά με το όχημα του εναγομένου που εισήλθε στη διασταύρωση και επιχείρησε δεξιά στροφή με πράσινο φως. Επομένως, είναι καθαρό ότι ο ενάγων ευθύνεται για το επίδικο δυστύχημα. Εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια. Όπως έχει νομολογιακά λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. σελ. 178, οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: «α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727." Αποτελεί γενική αρχή σχετικά με το καθήκον οδηγών οχημάτων που χρησιμοποιούν τον δρόμο ότι αυτοί είναι υπεύθυνοι αμέλειας εκεί όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα εμφανής και δεν λαμβάνουν οποιαδήποτε προφυλακτικά μέτρα. ΄Ενας συνετός άνθρωπος οφείλει να λαμβάνει υπόψη την πιθανή αμέλεια άλλων κυρίως εκεί όπου η εμπειρία δείχνει ότι τέτοια αμέλεια είναι κοινή. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriacou Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215, όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: "It is well settled that negligence is the failure to take reasonable care in the particular circumstances, and in each case the question whether a person has been negligent is a question of fact. We could usefully refer to the principle enunciated by Lord Dunedin in the House of Lords in Fardon v. Harcourt-Rivington
(1932)All E.R. Rep. 81, at page 83, to the effect that if the possibility of the danger emerging is reasonably apparent, then to take no precautions is negligence; but if the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions. This statement is regarded as applying generally to actions in which the negligence alleged is an omission to take due care for the safety of others; and it must follow that a prudent man will guard against the possible negligence of others, when experience shows such negligence to be common (see Grant v. Sun Shipping Co. Ltd. [1948] 2 All E.R. 238, at page 247 H.L.)." Η ίδια νομική αρχή υιοθετήθηκε πολύ πιο πρόσφατα στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1 Α.Α.Δ. 164 και Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1460, όπου τονίστηκε ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών, εκτός αν η πείρα δείχνει ότι μια συγκεκριμένη αμέλεια είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που άναψε το πράσινο βέλος στην πορεία του εναγομένου δίνοντας του έτσι προτεραιότητα στην εν λόγω διασταύρωση, δεν αναμενόταν να προβλέψει ο εναγόμενος ότι κάποιος οδηγός στην απέναντι κατεύθυνση θα περνούσε με κόκκινο φως χωρίς να σταματήσει ούτε καν να ελέγξει και βεβαιωθεί ότι η είσοδος του στη διασταύρωση ήταν ασφαλής. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, σελ. 549, παρ. 921, αναφέρεται ότι γενικά ένας οδηγός οχήματος δεν έχει οποιοδήποτε καθήκον σε τροχαία κίνηση όταν εισέρχεται σε διασταύρωση που ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Αν όμως δει οχήματα να περνούν ενάντια στα φώτα τροχαίας πρέπει να λάβει τη δέουσα και εύλογη προσοχή να αποφύγει τη σύγκρουση. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: "The driver of a vehicle in general owes no duty to traffic entering a light-controlled crossing against the lights. If in fact he sees other traffic entering against the lights, he should take reasonable care to avoid a collision; but he ought also to anticipate that they may do so, as when the lights are changing." Στην υπόθεση Eva v. Reeves
(1938)2 All E.R. 115 λέχθηκε ότι ο εναγόμενος ο οποίος περνούσε με πράσινο φως δεν ήταν αμελής ούτε είχε οποιοδήποτε καθήκον σε σχέση με τροχαία κίνηση που διασταύρωνε ενάντια στα φώτα παρά μόνο αν πράγματι έβλεπε την κίνηση αυτή, τότε όφειλε να λάβει εύλογα μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Στην υπόθεση Rowlands v. Fisher
(1959)C.A. που αναφέρεται στο σύγγραμμα Bingham´s Modern Cases on Negligence, 2η έκδοση στη σελ. 185, αναφέρεται ότι η υπόθεση Eva v. Reeves (ανωτέρω) δεν απαλλάσσει τους οδηγούς σε διασταύρωση ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας που περνούν με πράσινο φως να μην έχουν οποιαδήποτε παρατηρητικότητα αλλά όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε "it does not cast a heavy burden on them of anticipating such danger as might arise from the action of someone who is unlawfully on the crossing." Στην Κυπριακή υπόθεση Patsalides v. Yiapani (ανωτέρω) που αφορούσε δυστύχημα σε διασταύρωση ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας αναφέρεται ότι η γενική αρχή είναι ότι ο βαθμός της φροντίδας (standard of care) για συντρέχουσα αμέλεια (contributory negligence) είναι ό,τι είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στις περισσότερες περιπτώσεις αντιστοιχεί με το βαθμό της φροντίδας για αμέλεια (negligence) παρόλο που η συντρέχουσα αμέλεια δεν εξαρτάται σε καθήκον φροντίδας (duty of care) αλλά σε πρόβλεψη πρόκλησης βλάβης (foreseeability of harm). Εκεί όπου ο εναγόμενος ευθύνεται για παράβαση νομίμου καθήκοντος (breach of statutory duty), όπως στην υπό κρίση υπόθεση, ο βαθμός με τον οποίο κρίνεται η συντρέχουσα αμέλεια φαίνεται να είναι όχι τόσο επακριβής όπως αυτός που χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις της κανονικής αμέλειας (ordinary negligence), υιοθετώντας τις αρχές που έθεσαν οι Αγγλικές αποφάσεις Eva v. Reeves (ανωτέρω) και Rowlands v. Fisher (ανωτέρω) που αναφέρονται πιο πάνω. Επίσης αναφέρεται η νομική αρχή ότι το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας φέρει εκείνος που την επικαλείται. Επίσης στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, η οποία αφορά δυστύχημα σε διασταύρωση που ελέγχεται από φώτα τροχαίας γίνεται αναφορά στις πιο πάνω υποθέσεις για να καταλήξει το Εφετείο στο συμπέρασμα του: «Είναι η θέση του Μ. Φοινικαρίδη πως από τη στιγμή που προχώρησε προς τη διασταύρωση με πράσινο φως δεν ήταν λογικό ν΄ αναμένεται ότι θα ΄πρεπε να στρέψει ξανά την προσοχή του προς την κατεύθυνση του μοτοσυκλεττιστή. Είχε προχωρήσει, όπως είχε δικαίωμα να κάμει, για να δεχθεί το κτύπημα από τη μοτοσυκλέττα στο δεξιό πίσω μέρος του αυτοκινήτου του. Ο δικηγόρος του Μ. Φοινικαρίδη μας παράπεμψε στην υπόθεση Joseph Eva, Ltd v. Reeves [1938] 2 All E.R. 115 ως καθοριστική αναφορικά με τον τρόπο που θα ΄πρεπε να προσεγγισθεί το ζήτημα ευθύνης στην παρούσα υπόθεση. Η υπόθεση αυτή είναι σημαντική ως προς τα καθήκοντα των οδηγών σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας. Είναι ξεκαθαρισμένο όμως ότι κάθε άλλο παρά έθεσε οποιαδήποτε αρχή που θα ήταν δυνατό να αναχθεί σε κανόνα δικαίου που διείπε όλε τις περιπτώσεις ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα περιστατικά τους. Αντίθετα, τονίστηκε ότι όσο κι αν ο οδηγός που προχωρούσε στη διασταύρωση με πράσινο φως είχε δικαίωμα να υποθέσει ότι οχήματα που πλησίαζαν τη διασταύρωση από διαφορετική κατεύθυνση θα συμμορφώνονταν με τους κανονισμούς, έτσι που να μην ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την περίπτωση που κάποιο όχημα δεν θα σταματούσε στο κόκκινο φως, είχε καθήκον να πάρει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητο που είχε έγκαιρα δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των κανονισμών. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με την υπόθεση Ward v. London County Council [1938] 2 All E.R. 341, που ήταν η δεύτερη από τις υποθέσεις που επικαλέστηκε ο δικηγόρος του Μ. Φοινικαρίδη. Αυτά, κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς, θα υπενθυμίζαμε πως, γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια.» Μια θεώρηση της νομολογίας που αφορά δυστυχήματα σε διασταυρώσεις που ελέγχονται από φώτα τροχαίας, καταδεικνύει ότι ο οδηγός που περνά με πράσινο φως δεν ευθύνεται για τη σύγκρουση με όχημα που περνά με κόκκινο φως, εκτός αν ο πρώτος ήταν σε θέση να αντιληφθεί έγκαιρα το άλλο όχημα και να λάβει μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Στην τελευταία περίπτωση, ο οδηγός είναι υπεύθυνος συντρέχουσας αμέλειας. Σχετικά παραπέμπω στις δύο τελευταίες προαναφερόμενες υποθέσεις και στις Panayides v. Kyriacou
(1969)1 C.L.R. 167, Kyriacou v. Aristotelous
(1970)1 C.L.R. 172, Kyriacou ν. A. Kortas & Sons Ltd
(1981)1 C.L.R. 551 και Ορφανίδου ν. Πέρναρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 253. Με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ο εναγόμενος εισήλθε στη διασταύρωση, όπως δικαιούτο, παρόλο που το βέλος για δεξιά στροφή δεν ήταν αναμμένο, και ελάττωσε ταχύτητα ακινητοποιώντας σχεδόν το όχημα του για κάποια δευτερόλεπτα, για να ελέγξει το δρόμο πριν επιχειρήσει δεξιά στροφή. Όταν το βέλος άναψε πράσινο, δίνοντας του πλέον προτεραιότητα, ξεκίνησε να στρίβει δεξιά όταν συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο του ενάγοντα. Ο εναγόμενος αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το μοτοποδήλατο όταν αυτό είχε περάσει με κόκκινο φως τη γραμμή της διασταύρωσης σε σχέση με την πορεία του και σε κοντινή απόσταση 10-20 μέτρων, αφού εν πάση περιπτώσει στα 19.60 μέτρα βρίσκεται το σημείο σύγκρουσης, τέτοια που δεν άφηνε ούτε χρόνο αλλά ούτε και περιθώριο στον ενάγοντα να προβεί σε οποιανδήποτε ενέργεια για να αποφύγει τη σύγκρουση. Η μικρή απόσταση που χώριζε τους δύο οδηγούς όταν ο ενάγων παρεμβλήθηκε στην πορεία του εναγομένου ήταν τέτοια που εκμηδένισε τη δυνατότητα του τελευταίου να λάβει οποιαδήποτε αποτελεσματικά μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Καταλήγω ότι ο εναγόμενος ενήργησε κάτω από την αγωνία της στιγμής και δεν είχε το χρόνο ή την ευκαιρία να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την αποφυγή της σύγκρουσης - βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 1696. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος είχε ορατότητα προς την αντίθετη κατεύθυνση 40-50 μέτρα. Επομένως εύλογα θα αναμενόταν ότι ο εναγόμενος όφειλε να είχε αντιληφθεί την παρουσία του ενάγοντα στην αντίθετη κατεύθυνση όταν εισήλθε στη διασταύρωση και πριν επιχειρήσει δεξιά στροφή. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται την πρόβλεψη εκ μέρους του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν θα τηρούσε τους κανόνες οδικής ασφάλειας και δεν θα συμμορφωνόταν με τα φώτα τροχαίας που του απαγόρευαν εκείνη τη στιγμή να εισέλθει στη διασταύρωση. Ο εναγόμενος, όπως αναφέρεται πιο πάνω, αντιλήφθηκε την παράλειψη του ενάγοντα να συμμορφωθεί με τα φώτα τροχαίας με την είσοδο του σε πολύ κοντινή απόσταση στη διασταύρωση με αποτέλεσμα η σύγκρουση να ήταν αναπόφευκτη. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι ο ενάγων φέρει την αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο