← Κύπρος

Αντώνης Κεφάλας ν. Aqua Sol Hotels Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 2850/09, 9 Φεβρουαρίου 2010

Αντώνης Κεφάλας ν. Aqua Sol Hotels Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 2850/09, 9 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2850/09 Αντώνης Κεφάλας Ενάγοντας - Αιτητής και Aqua Sol Hotels Public Company Ltd Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 29/10/09 Ημερομηνία: 9 Φεβρουαρίου 2010 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Κεφάλας (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Χατζηπαναγιώτου). Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Α. Σωτηρίου (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Β. Σωτηρίου). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο το οποίο καταχωρήθηκε στις 18/9/09, ο ενάγοντας αξιώνει από την εναγόμενη εταιρεία €68.771,15, νόμιμο τόκο, έξοδα της διαδικασίας και ΦΠΑ. Η ως άνω απαίτηση του, ως προβάλλεται στην έκθεση απαιτήσεως, αφορά τη συμφωνημένη αμοιβή του για παροχή νομικών υπηρεσιών προς την εναγομένη για τα έτη 2009, 2008 και μέρος του 2007, αφού με γραπτή συμφωνία ημερ. 3/1/2005, η εναγόμενη εταιρεία τον διόρισε ως νομικό της σύμβουλο για περίοδο από 1/1/2005 μέχρι 31/12/2013, έναντι ετήσιας αμοιβής Λ.Κ.15.000 ή €25.629 πλέον ΦΠΑ. Με νομικό υπόβαθρο τη Δ.18 θθ 1-9, Δ.48 θθ 1-12 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ο ενάγοντας καταχώρησε στις 29/10/09 την υπό συζήτηση αίτηση διεκδικώντας την έκδοση συνοπτικής απόφασης σε βάρος της εναγομένης για το ποσό των €68.771,15 τόκους και έξοδα. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων προς υποστήριξη του αιτήματος τίθεται με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα Αντώνη Κεφάλα, ημερομηνίας επίσης 29/10/09, που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση. Ο ομνύων με την ως άνω σύντομη δήλωση προτάσσει πως η απαίτηση του όπως αυτή περιγράφεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής του είναι ορθή και γνήσια, ενώ προέρχεται από έγγραφο παροχής νομικών υπηρεσιών προς την εναγόμενη το οποίο και επισυνάπτει ως τεκμήριο Α στη δήλωσή του. Υιοθετώντας τα γεγονότα που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης του κλητήριου εντάλματος της παρούσας αγωγής, προβάλλει τη θέση ότι οι εναγόμενοι καμία υπεράσπιση δεν έχουν και ότι προχώρησαν στην καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως για σκοπούς καθυστέρησης και κωλυσιεργίας της νομικής διαδικασίας σε βάρος τους. Πιστεύει, όπως στο τέλος διαδηλώνει, ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί η ζητούμενη απόφαση. Η εναγόμενη εταιρεία, η οποία είχε προχωρήσει στην καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως στη διαδικασία μέσω δικηγόρου ήδη από τις 2/10/09, προχώρησε στις 4/1/2010 στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στην ως άνω αίτηση για έκδοση απόφασης σε βάρος της με συνοπτική διαδικασία. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση, ότι η αγωγή είναι πρόωρη και δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, ενώ παράλληλα προκρίνεται ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία παροχής υπηρεσιών τερματίστηκε κοινή συναινέση με συμφωνία ημερομηνίας 23/6/09, η οποία έγινε στα πλαίσια της διακοπής της ευρύτερης επιχειρηματικής συνεργασίας τους. Ο Γιάννης Παναγής από τη Λάρνακα, διευθυντής των εναγομένων, με την ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 4/1/10 η οποία συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, διακηρύσσει την προσωπική του γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στη σχετική δήλωση. Η εναγόμενη εταιρεία, προβάλλει, έχει καλή υπεράσπιση και θα πρέπει να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Προτάσσει τον ισχυρισμό ότι η υπό συζήτηση αγωγή είναι πρόωρη και ότι η απαίτηση του αιτητή αφορά αποζημιώσεις συμφωνίας η οποία δεν έχει τερματιστεί και για υπηρεσίες που δεν έχουν παρασχεθεί. Επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας παροχής νομικών υπηρεσιών μεταξύ των διαδίκων, προβάλλει τη θέση ότι τον Ιούνιο του 2008 διακόπηκε κοινή συναινέση η συνεργασία του ενάγοντα με την εναγόμενη εταιρεία και γενικά με τις εταιρείες συμφερόντων της τελευταίας. Προς τούτο υπογράφηκε σχετική συμφωνία «μεταξύ με τον ενάγοντα για πλήρη διακανονισμό των απαιτήσεων με αποτέλεσμα να τερματιστεί οριστικά κάθε συνεργασία μας». Επισύναψε ταυτόχρονα αντίγραφο της συμφωνίας ως τεκμήριο Α. Βασικός και/ή εξυπακουόμενος όρος υποστηρίζει σε μία συμφωνία παροχής υπηρεσιών είναι ότι το μέρος που αναλαμβάνει να δώσει υπηρεσίες σε καμία περίπτωση θα καταστρατηγεί τα συμφέροντα του άλλου μέρους και ειδικότερα να αναλαμβάνει δικαστικά μέτρα είτε εναντίον του μέρους που ανέλαβε να υπηρετήσει ή των συμφερόντων του. Ο ενάγοντας, συνεχίζει στη δήλωσή του ο Γιάννης Παναγής, «στις 24/10/09 καταχώρησε στο Δικαστήριο Αμμοχώστου την αγωγή 1166/08» εναντίον θυγατρικής εταιρείας της εναγομένης στην οποία κύριος μέτοχος είναι ο ίδιος, πράξη η οποία καταμαρτυρεί την αποδέσμευση του ενάγοντα από οποιαδήποτε υποχρέωση προς την εναγομένη εταιρεία και γενικά προς εταιρείες δικών της συμφερόντων. Απορρίπτοντας τέλος τη θέση ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι ορθή και γνήσια ζητά την απόρριψη της αίτησης. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατά την ακροαματική διαδικασία, δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες, περιοριζόμενοι έτσι με τις σύντομες αγορεύσεις τους στην ανάπτυξη των θέσεων και των επιχειρημάτων τους για τα ζητήματα τα οποία εθίγησαν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ο κ. Κεφάλας, ενάγοντας - αιτητής στα πλαίσια της υπό συζήτησης αίτησης, υπέδειξε ότι ουσιαστικά με την ένσταση της η πλευρά της εναγομένης εταιρεία δεν αμφισβητεί τη συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών στη βάση της οποίας προωθείται η υπό συζήτηση αγωγή. Τούτου δοθέντος, υποστήριξε, δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, αφού η προβαλλόμενη από την πλευρά της συμφωνία διακανονισμού των όποιων απαιτήσεων, η οποία μάλιστα επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, καμία σχέση δεν έχει με την εναγόμενη εταιρεία και το διεκδικούμενο ποσό. Πρόκειται όπως ανέφερε για συμφωνία που αφορά προσωπικές υποχρεώσεις όπως η ίδια η συμφωνία καταμαρτυρεί του Γιάννη Ε. Παναγή ενώ γίνεται αναφορά και σε άλλη εταιρεία από την εναγόμενη. Υποστήριξε παράλληλα πως πέραν του ότι ο ισχυρισμός περί κίνησης από την πλευρά του αγωγής σε βάρος της εταιρείας Ectoras Properties Ltd παρέμεινε γενική και αόριστη αναφορά, δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε σχέση της περί ου ο λόγος εταιρείας με την εναγόμενη εταιρεία η οποία σε κάθε περίπτωση εξακολουθεί να αποτελεί ξεχωριστή νομική προσωπικότητα από την εναγόμενη. Υπέδειξε τέλος ότι δεν είναι αναγκαίο να τερματιστεί η προβαλλόμενη συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών για τη διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού αφού είναι ξεκάθαρο με βάση αυτή πως θα έπρεπε να λαμβάνει για κάθε έτος συγκεκριμένο ποσό. Αντίθετη υπήρξε η τοποθέτηση του κ. Σωτηρίου, δικηγόρου για την πλευρά της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Επισημαίνοντας το γεγονός ότι οι τοποθετήσεις του Γιάννη Παναγή στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση παρέμειναν αναντίλεκτες, υποστήριξε ότι από αυτήν αποκαλύπτεται υπεράσπιση τέτοιας μορφής που θα πρέπει να δοθεί το δικαίωμα στην εναγομένη - καθ' ης η αίτηση εταιρεία να προβάλει την υπεράσπιση της. Υποδεικνύοντας ότι η υπό συζήτηση αγωγή καταχωρήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2009 υποστήριξε ότι δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πρόωρη αφού στα πλαίσια της διεκδικείται αμοιβή για παροχή νομικών υπηρεσιών έχοντας υπολογιστεί με βάση την προβαλλόμενη συμφωνία και το έτος 2009. Υπέδειξε παράλληλα ότι η ενέργεια του ενάγοντα να προχωρήσει, όπως καταγράφεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, στην καταχώρηση αγωγής σε βάρος εταιρείας που είναι θυγατρική της εναγόμενης εταιρείας, ουσιαστικά τούτο ισοδυναμεί με αποδέσμευση από την επικαλούμενη από την πλευρά του ενάγοντα συμφωνία. Τέλος, αφού υπέδειξε ότι σε περιπτώσεις όπως η υπό συζήτηση η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με πολλή φειδώ, υποστήριξε ότι η παρούσα είναι η πρέπουσα περίπτωση για να δοθεί η δυνατότητα στους εναγομένους να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους. Πάγιες και καλά καθιερωμένες είναι οι αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει σε σχέση με αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Θέλοντας συνειδητά να αποφύγω τον κίνδυνο άσκοπης φλυαρίας εκ μέρους μου, αισθάνομαι ότι δεν είναι αναγκαίο στα πλαίσια της παρούσας απόφασης να τις επαναλάβω και να προχωρήσω σε λεπτομερή ανάλυσή τους. Σε κάθε περίπτωση πάντως, θα πρέπει να εντοπιστεί ότι αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και επομένως η εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου κατά τρόπο εμφανή τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Όπου η πλευρά του εναγομένου στην ένορκη δήλωση του δίνει αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικαστεί, ή όπου ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι υπάρχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που μπορεί να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν στον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση την δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται αυτό το δικαίωμα στον εναγόμενο. Εφόσον ο ενάγων - αιτητής ικανοποιήσει τις δικονομικές προϋποθέσεις της Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά του Εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση, δίνοντας προς τούτο αρκετές λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου. (βλ. The Digest, Τόμος 37

(3), σελ. 29-42, Roberts v. Plant
(1895)1 Q.B. 597, 603, Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 CLR 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν. Χ" Νέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239 και Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817. Όπως διαπιστώνεται από την ίδια τη Δ.18 Κ.1 (α) των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας και επανειλημμένα έχει επιβεβαιωθεί μέσω της νομολογίας, θα πρέπει, για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, να πληρούνται τρεις προκαταρκτικές προϋποθέσεις. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, ο Δικαστής Καλλής τις παραθέτει με τον πιο κάτω τρόπο: "Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ.6 της Δ.2,
(2)καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο,
(3)η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή." Στην υπό συζήτηση περίπτωση από το φάκελο της δικογραφίας αβίαστα προκύπτει ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται. Το κλητήριο ένταλμα στην υπό συζήτηση αγωγή είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ενώ η εναγόμενη εταιρεία καταχώρησε σημείωμα εμφάνιση στις 2/10/09. Το γεγονός άλλωστε ότι την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα, σφραγίζει κατά τρόπο θετικό και την πλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης. Μετά τη διαπίστωση ότι ικανοποιούνται όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις οι οποίες τηρούνται με τη Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα κατά πόσο, με όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εγείρεται καλόπιστη υπεράσπιση από την πλευρά της εναγομένης - καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας, αφού το βάρος μετά την πλήρωση των προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1 μετατίθεται στους ώμους της, η οποία θα πρέπει να παραθέσει εκείνα τα γεγονότα ή ισχυρισμούς που θα της δώσουν το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η εξουσία η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο με βάση τη Δ.18 θα πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ λόγω της ιδιαίτερης "φύσης της διαδικασίας" και ένας εναγόμενος που μέσω των γεγονότων τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργεί τη πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος θα πρέπει να λαμβάνει την άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση του, έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. (βλ. Jacobs v. Booths Distillery Co
(1901)85 L.T.R. 262, Knapp-Fisher v. Chrish
(1936)3 All E.R. 500 και N. V. Caterchef LTD v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 AAΔ 1912. Στην απόφαση του ο Δικαστής Νικολάου στα πλαίσια της υπόθεσης Λούκος Λτδ κ.α. v Εθνικής Τράπ. Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ 418, υπέδειξε και τα πιο κάτω σε σχέση με τις αρχές με βάση τις οποίες θα πρέπει να προσεγγίζεται αίτημα για συνοπτική απόφαση: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Η ένσταση, θα πρέπει ουσιαστικά να περιέχει λεπτομέρειες των θέσεων του καθ' ου η αίτηση, (condescend upon particulars) αφού η παράθεση γενικών και αόριστων ισχυρισμών χωρίς να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου το σχετικό υπόβαθρο των γεγονότων που θα του επέτρεπε να τους συνεκτιμήσει, καθιστά το Δικαστήριο ανίκανο να τους εξετάσει, ενώ παράλληλα προσκρούει στο λεκτικό της Δ.18, θ.1(α) όπου προβλέπεται ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομέρειες της θέσης τους εναγομένου. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais (ανωτέρω) στην ένορκη δήλωση της ένστασης πρέπει να δίνονται: ".. αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του ..." Την ίδια υποχρέωση του εναγομένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή εν πάση περιπτώσει να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί, υπογραμμίζει και η απόφαση στην υπόθεση Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides (ανωτέρω). Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα και η απλή δήλωση του εναγομένου ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν επαρκεί. Σχετική είναι επίσης και η υπόθεση John Wallingford v. The Directors of the Mutual Society (1979-80) Α.C. 685 στη σελ. 704, η οποία υιοθετήθηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας. Αναφέρεται χαρακτηριστικά για το ζήτημα στην πιο πάνω υπόθεση: "I thing that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough, you must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so". Τονίζεται ότι σε αιτήσεις αυτού του είδους, η συζήτηση αφορά την ύπαρξη ή μη υπεράσπισης και κατ΄ ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών (βλ. Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou
(1996)1 ΑΑΔ). Το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία με την έννοια που αξιολογείται η μαρτυρία σε επίπεδο κυρίως δίκης (Jacobs v. Booths Distillery Co (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκε πως: "it is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all" Όπως δε έχει τεθεί στην υπόθεση Nichimen Corporation v. Gtoil Overseas INC (C.A.)
(1987)2 Loyd's Rep. 4651, όπου τα νομικά και πραγματικά ζητήματα είναι τέτοιας μορφής και φύσης που το Δικαστήριο είναι δυνατό να μορφώσει άποψη αμέσως, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση ή συζήτησή τους κατά το στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση. Έχοντας κατά νου τις άνω καλά καθιερωμένες αρχές για το ζήτημα το Δικαστήριο στρέφει την προσοχή του στα γεγονότα της παρούσας εξετάζοντας κατά πόσο η απαίτηση του ενάγοντα -αιτητή είναι τόσο ξεκάθαρη και κατά πόσο η εναγόμενη εταιρεία έχει ή όχι αποκαλύψει στοιχεία, λεπτομέρειες και γεγονότα τέτοια που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να διαβλέψει την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να σημειωθεί πως τόσο η συνομολόγηση όσο και το περιεχόμενο της έγγραφης συμφωνίας παροχής νομικών υπηρεσιών που επικαλείται ο ενάγοντας στην απαίτηση του, δεν αμφισβητούνται από την πλευρά της εναγομένης- καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Σπεύδω να σημειώσω πως ο ισχυρισμός, όπως αυτός προβάλλεται από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση, περί διακοπής της ως άνω συμφωνίας παροχής των υπηρεσιών του ενάγοντα προς την εναγόμενη εταιρεία κοινή συναινέση, με επίκληση μάλιστα συμφωνίας που καταρτίστηκε προς τούτο τον Ιούνιο του 2008, υπό το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά της εναγομένης, δεν φαίνεται να επιτρέπει τον εντοπισμό καλόπιστης υπεράσπισης για το ζήτημα. Η επικαλούμενη συμφωνία, ημερ. 23/6/2008, η οποία τέθηκε μάλιστα υπόψη του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αφορά συμφωνία μεταξύ του Γιάννη Ε. Παναγή και του ενάγοντα η οποία σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να αφορά την εναγόμενη εταιρεία στην παρούσα διαδικασία. Ούτε προσδιορίζει ποια και τι είδους χρέη του συμβαλλόμενου Γιάννη Ε. Παναγή φαίνεται αυτή να ρυθμίζει. Οι προσωπικές υποχρεώσεις του συμβαλλόμενου Γ. Παναγή προς τον ενάγοντα τις οποίες φαίνεται να αφορά η επικαλούμενη από την εναγόμενη εταιρεία συμφωνία ημερ. 23/6/2008 και η απαλλαγή μέσω αυτής όχι της εναγόμενης εταιρείας αλλά δύο άλλων προσώπων, ενός φυσικού και ενός νομικού, σε καμιά περίπτωση δεν φαίνεται να μπορούν να συνδεθούν με τις δικές τις υποχρεώσεις όπως αναδύονται από την παραδεκτή από την ίδια συμφωνία της με τον ενάγοντα, ημερ 3/1/2005, για παροχή νομικών υπηρεσιών. Είναι φανερό πως στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου η γενική αναφορά περί διακανονισμού η οποία μάλιστα στηρίζεται στη συνομολόγηση της ως άνω, ξένης προς την εναγόμενη εταιρεία συμφωνίας ημερ. 23/6/2008, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση σε σχέση με τα διεκδικούμενα ποσά στην παρούσα αγωγή. Ούτε ασφαλώς η προβολή της θέσης πως για να μπορεί ο ενάγοντας να προωθήσει την υπό συζήτηση απαίτηση του θα έπρεπε να προηγηθεί τερματισμός της μεταξύ τους συμφωνίας, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποκαλύπτει τέτοιας μορφής υπεράσπιση που να οδηγεί στην απόρριψη της υπό συζήτηση αίτησης. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση ως τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς αυτής της διαδικασίας, είναι φανερό πως η διεκδίκηση της απαίτησης του ενάγοντα στη βάση της παραδεκτής από τις δύο πλευρές συμφωνίας ημερ. 3/1/2005, δεν προϋποθέτει τον προηγούμενο τερματισμό της. Κατά τον ίδιο τρόπο η γενική και μετέωρη αναφορά εκ μέρους της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση εταιρείας για υπηρεσίες που δεν έχουν παρασχεθεί, υπό το φως της παραδεκτής συμφωνίας ημερ. 3/1/2005 και χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε στοιχείου, λεπτομερειών ή υπόβαθρου γεγονότων που θα μπορούσαν συνεκτιμημένα να κριθούν ότι αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπεράσπιση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει βοηθήσει την πλευρά της καθ' ης η αίτηση να αποσείσει το βάρος από τους ώμους της και να αποδείξει ότι έχει ικανή και καλόπιστη υπεράσπιση. Αντίθετα, ο προβαλλόμενος λόγος υπεράσπισης ότι η αγωγή φαίνεται, για ένα μέρος τουλάχιστον των διεκδικούμενων ποσών να είναι πρόωρη, με δεδομένο ότι διεκδικούνται χρηματικά ποσά για την παροχή νομικών υπηρεσιών και για το έτος 2009, ενώ η αγωγή είναι φανερό ότι έχει καταχωρηθεί πριν την εκπνοή του ως άνω έτους (τον Σεπτέμβριο του 2009), αποκαλύπτει κατά την αντίληψη μου τουλάχιστον για το μέρος της απαίτησης του ενάγοντα που αφορά την διεκδικούμενη αμοιβή για το έτος 2009, στοιχείο καλόπιστα εγειρόμενης και συζητήσιμης υπεράσπισης που θα πρέπει να επιτραπεί στους εναγομένους να προβάλουν τούτο στα πλαίσια μιας κανονικής διαδικασίας. Άλλωστε δεν έχει καν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ο χρόνος που θα πρέπει να καταβάλλεται η αμοιβή για τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες, (προκαταβολικά, με την συμπλήρωση του κάθε έτους ή με οποιοδήποτε άλλο διαφορετικό τρόπο) ζήτημα που ασφαλώς θα πρέπει να παραμείνει για σκοπούς συζήτησης και δικαστικής επίλυσης. Το ζήτημα κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται να διεκδικεί τα αξιούμενα ποσά για παροχή νομικών υπηρεσιών ενώ ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου έχει κινηθεί δικαστικά εναντίον θυγατρικής εταιρείας της εναγομένης, και εάν με την ως άνω ενέργεια του έχει ουσιαστικά καταστρατηγήσει τα συμφέροντα της εναγόμενης εταιρείας σε βαθμό που να εμποδίζεται να προωθεί την απαίτηση του ως αυτή περιλαμβάνεται στην παρούσα αγωγή, φαίνεται, εκ πρώτης όψεως πάντα, να αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο να μην μπορεί άμεσα στα πλαίσια διαδικασίας ως η παρούσα να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, κατά τρόπο που επιβάλλει κατά την αντίληψη μου να επιτραπεί στην πλευρά των εναγομένων να το προβάλουν στην υπεράσπισή τους. Εντοπίζεται ασφαλώς σε σχέση με το ζήτημα η ανακολουθία στη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της εναγομένης, απόρροια προφανώς καλόπιστου λάθους, ότι η αγωγή σε βάρος θυγατρικής εταιρείας της εναγόμενης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου καταχωρήθηκε στις 24/10/2009 ενώ αυτή φέρει αριθμό 1166/08. Τούτο ασφαλώς δεν μπορεί πρακτικά να συμβαίνει αφού αποτελεί ζήτημα δικαστικής γνώσης ότι οι αγωγές στα Δικαστήρια της Δημοκρατίας όταν καταχωρούνται λαμβάνουν αριθμό με αναφορά πάντα στη χρονολογία καταχώρησης τους. Έχοντας υπόψη ότι δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο (καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή μέσω αντεξέτασης) το γεγονός ότι η αγωγή εκ μέρους του ενάγοντα σε βάρος θυγατρικής εταιρείας της εναγομένης φέρει τον αριθμό 1166/08 και συνακόλουθα αυτή δεν μπορεί παρά να δρομολογήθηκε το 2008, τούτο έχει σαν αποτέλεσμα η όποια συζητήσιμη υπεράσπιση ως αμέσως πιο πάνω έχει εντοπιστεί οπωσδήποτε να μην αφορά και την περίοδο του 2007, που καλύπτει επίσης η απαίτηση του ενάγοντα. Ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, δίδεται άδεια στην εναγόμενη εταιρεία να καταχωρήσει υπεράσπιση όσον αφορά το μέρος της απαίτησης που αφορά τα ποσά που διεκδικεί ο ενάγοντας που αντιστοιχούν για τα έτη 2008, 2009. Ταυτόχρονα, εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €8.529, πλέον νόμιμο τόκο από 18/9/2009, που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο ποσό που διεκδικεί ο ενάγοντας για το έτος 2007 (€25.629 - €17.100 = €8.529), ως τις παραγράφους 1 και 3 της έκθεσης απαιτήσεως του καταγράφεται, πλέον τον ανάλογο ΦΠΑ για το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής για τα έτος 2007. Ενόψει του γεγονός ότι ο αιτητής έχει επιτύχει σε μέρος μόνο της απαίτησής του, επιδικάζονται προς όφελος του το 1/2 των εξόδων της αγωγής μέχρι σήμερα, τα οποία θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα του ποσού που έχει επιδικαστεί με την παρούσα απόφαση και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, όπως επίσης επιδικάζεται το 1/2 των εξόδων της παρούσας αίτησης για τον ίδιο λόγο και με το ίδιο διάταγμα για τον τρόπο υπολογισμού τους. (Υπ.) ....... Α. Δαυίδ, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.