← Κύπρος

NAJIB (GINO) RAMADI ν. Διόνυσιος Χατζηδιονυσίου, Αρ. Αγωγής: 673/05, 19 Φεβρουαρίου, 2010

NAJIB (GINO) RAMADI ν. Διόνυσιος Χατζηδιονυσίου, Αρ. Αγωγής: 673/05, 19 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 673/05 Μεταξύ: NAJIB (GINO) RAMADI Ενάγοντα και Διόνυσιος Χατζηδιονυσίου Εναγομένου Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 13/9/

  1. Μεταξύ: NAJIB (GINO) RAMADI Ενάγοντα και
  2. Διόνυσιος Χατζηδιονυσίου
  3. Γεωργίου άλλως Κόκου Αβραάμ
  4. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Εναγομένων ----------------------- Αρ. Αγωγής: 674/05 Μεταξύ: Βernard - Marcos Tamer Ενάγοντα και Διoνυσíoυ Χατζηδιονυσίου Εναγομένου Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 13/9/
  5. Μεταξύ: Βernard - Marcos Tamer Ενάγοντα και
  6. Διόνυσιος Χατζηδιονυσίου
  7. Γεωργίου άλλως Κόκου Αβραάμ
  8. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Εναγομένων Αίτηση ημερ. 1/6/2009 για αποκάλυψη εγγράφων 19 Φεβρουαρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή-Εναγόμενο 1: Η κα Στ. Ερωτοκρίτου. Για τον Καθ΄ου η Αίτηση-Ενάγοντα: Ο κ. Κ.Δημητριάδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο Ενάγων να γνωστοποιήσει ενόρκως τα ακόλουθα έγγραφα: (Α) Το Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο που συνήψε η εργοδότρια εταιρεία του Ενάγοντα BEAR STEΑRNS & CO INC με την ασφαλιστική Εταιρεία CIGNA HEALTHCARE CORPORATION ή με οποιαδήποτε άλλη Ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει του οποίου η ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε τα έξοδα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του ενάγοντα, έξοδα φυσιοθεραπείας, έξοδα των αεροπορικών εισητηρίων και φροντίδας νοσοκόμου. (Β) Τις αποδείξεις είσπραξης και καταβολής των εξόδων της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του Ενάγοντα, εξόδων φυσιοθεραπείας, εξόδων αεροπορικών εισιτηρίων. (Γ) Το Συμβόλαιο εργοδότησης του Ενάγοντα με την εταιρεία BEAR STEΑRNS & CO INC. (Δ) Αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρου προς την Ασφαλιστική εταιρεία CIGNA ή HEALTHCARE CORP ή CONNECTICUT GENERAL LIFE INSURANCE CORPORATION. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1/Αιτητής ζητά την έκδοση Διαταγής του Δικαστηρίου όπως η εν λόγω ένορκη γνωστοποίηση γίνει από τον Ενάγοντα μέσα σε 40 μέρες από την επίδοση του διατάγματος ή μέσα σε χρονικό διάστημα που το Δικαστήριο κρίνει εύλογο ή δίκαιο. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.28, θθ1-3, 11 και 12, Δ.48 θθ.1,2,7 και 8 και 8

(1)
(2)και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Ειρήνης Κυπριανού, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Εναγομένου 1. Σ΄ αυτή επισυνάπτει διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια και τα οποία, ως αναφέρεται, είναι μερικά από τα αντίγραφα των εγγράφων που ο δικηγόρος του Ενάγοντα εφοδίασε. Αναφερόμενη στο Τεκμήριο 1 που επισυνάπτει, δηλώνει ότι φαίνεται ότι στον ουσιώδη χρόνο που προέκυψαν τα αξιούμενα με την Εκθεση Απαίτησης έξοδα για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη πληρώθηκαν στη βάση ομαδικού ασφαλιστηρίου στο οποίο συμμετείχε ο Ενάγων σύμφωνα με τη σύμβαση εργοδότησης που είχε η εργοδότρια του εταιρεία BEAR STEARNS & Co Inc με την Ασφαλιστική εταιρεία CIGNA Healthcare Corporation ή την Connecticut General Life Insurance Company. Επισυνάπτεται, επίσης, το Τεκμήριο 2, στο οποίο, όπως αναφέρεται, φαίνεται ως εργοδότης του Ενάγοντα η εταιρεία ΒΕΑR STEARNS, ο ενάγοντας ασφαλισμένος στο ομαδικό συμβόλαιο με αρ.3209724 και ανάλυση ιατρικών εξόδων. Ακόμη, επισυνάπτεται το Τεκμήριο 3 στο οποίο, όπως αναφέρεται, φαίνεται ότι και η παροχή υπηρεσιών νοσοκόμου εκαλύπτετο από το Ομαδικό Συμβόλαιο ως και το Τεκμήριο 4 από το οποίο, όπως πάλι αναφέρεται από την ενόρκως δηλούσα, προκύπτει η ανάληψη των ιατρικών εξόδων από την ασφαλιστική εταιρεία με ανάλυση των εξόδων στο πίσω μέρος του εν λόγω τεκμηρίου ως ωφελημάτων του Ενάγοντα από το Ομαδικό Σχέδιο Ασφάλισης. Η ενόρκως δηλούσα, αφού αναφέρει ότι ο Ενάγων με την αγωγή του αξιώνει ένα υπέρογκο ποσό για τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ως, επίσης, έξοδα για αεροπορικά εισιτήρια και φροντίδα, ισχυρίζεται ότι για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και για καθορισμό των επιδίκων θεμάτων που αφορούν τις επί μέρους σχετικές απαιτήσεις του Ενάγοντα, είναι ορθό και δίκαιο να αποκαλυφθούν τα εν λόγω έγγραφα ώστε το Δικαστήριο να δυνηθεί να αποφασίσει αν ο Ενάγων δικαιούται στην είσπραξη των απαιτουμένων με την Εκθεση Απαίτησης εξόδων. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να απαιτεί αποζημιώσεις για ζημιά που δεν υπέστη και για έξοδα τα οποία ούτε κατέβαλε, ούτε ήταν υπόχρεος να καταβάλει στα Νοσοκομεία αλλά τα οποία πληρώθηκαν στη βάση του Ομαδικού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου. Όπως είναι ο ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας, για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει αν πράγματι ο Ενάγων δικαιούται στις αξιούμενες απαιτήσεις, θα πρέπει να γνωρίζει τους όρους της σύμβασης εργοδότησης του ενάγοντα με τους εργοδότες του, ως, επίσης, και το περιεχόμενο του σχετικού Ομαδικού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου και το είδος των καλύψεων που παρείχοντο. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην υπό κρίση αίτηση ο Ενάγων/Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση η οποία βασίζεται στο Αρθρο 65 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ΚΕΦ.148, στη Δ.28, Δ.30 θ.2
(3), Δ.48 θθ.1-4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: - Ζητείται ένορκη αποκάλυψη εγγράφων τα οποία είναι ήδη γνωστά στον Εναγόμενο 1,αφορούν σύμβαση τρίτων προσώπων και/ή ξένων προς τους διαδίκους και δεν βρίσκονται στην κατοχή ή τον έλεγχο του Ενάγοντα, αλλά ούτε μπορούν να του δοθούν. - Ο Ενάγων έχει εφοδιάσει τους Εναγόμενους σε προηγούμενο στάδιο και χωρίς να του ζητηθεί, με αντίγραφα όλων των εγγράφων που αφορον την παρούσα υπόθεση και βρίσκονται στην κατοχή του. Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. - Η αίτηση αποσκοπεί στην αποκάλυψη μαρτυρίας και όχι εγγράφων. - Η αίτηση είναι εκπρόθεσμη καθότι καταχωρήθηκε ενώ η αγωγή έχει ήδη ορισθεί για ακρόαση. - Η αίτηση υποβάλλεται κατά το χρόνο τον οποίο τα δικόγραφα είναι συμπληρωμένα και έχουν ήδη διαφανεί τα αμφισβητούμενα θέματα. - Η μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αποστερεί στον Εναγόμενο 1 το δικαίωμα αποκάλυψης. - Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ικανοποίηση της αιτούμενης θεραπείας. - Η αίτηση είναι αχρείαστη και η τυχόν ικανοποίηση της ουδόλως τείνει να περιορίσει τα επίδικα θέματα ή να διευκολύνει τη διαδικασία. - Η αίτηση είναι αβάσιμη και/ή παράτυπη καθότι πάσχει ο τίτλος της. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Μαρίας Παπαπαύλου, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα. Σ΄ αυτή αναφέρει, βασικά, τα εξής: - Αξιώνεται η αποκάλυψη εγγράφων την ύπαρξη των οποίων ο Εναγόμενος 1 ήδη γνωρίζει από έγγραφα και αποδείξεις που έχουν δοθεί. - Τα έγγραφα για τα οποία ζητείται ένορκη αποκάλυψη αφορούν συμβάσεις άλλων προσώπων οι οποίες έχουν συναφθεί από άλλα πρόσωπα και όχι από τον Ενάγοντα. Δεν βρίσκονται στην κατοχή ή έλεγχο του Ενάγοντα αλλά, πιθανό, σε τρίτα πρόσωπα, ξένα προς τους διαδίκους, και είναι αδύνατο να του δοθούν. - Η αποκάλυψη των εγγράφων αυτών ουδόλως θα περιορίζει τα επίδικα θέμα ή θα είχε οποιαδήποτε επίδραση στην αγωγή. Οιονδήποτε ποσό έλαβε ή ευεργέτημα είχε ο Ενάγων δυνάμει οιονδήποτε ασφαλιστηρίου εγγράφου ή ασφάλισης ουδόλως απαλλάσσει τον αδικοπραγούντα από την υποχρέωση του να αποζημιώσει τον Ενάγοντα με βάση τη σχετική νομοθεσία. - Η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και, ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος 1 αποστερείται του δικαιώματος αποκάλυψης. - Οι δικηγόροι του Ενάγοντα έχουν εφοδιάσει τους δικηγόρους των Εναγομένων με αντίγραφα όλων των εγγράφων που κατέχει ο Ενάγων και αφορούν την παρούσα αγωγή, όπως τιμολόγια και αποδείξεις και την επιστολή πρόσληψης του Ενάγοντα από την εταιρεία Νehme Brothers Ιnc. ημερ. 4/8/03 ως και την επιστολή μη πρόσληψης λόγω του δυστυχήματος ημερ. 5/4/01 (Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα). - Με την αίτηση αποσκοπείται αποκάλυψη μαρτυρίας και όχι εγγράφων και δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την παροχή της αιτούμενης θεραπείας. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η κα Στ. Ερωτοκρίτου, εκ μέρους του Αιτητή, υποστήριξε ότι, ανάμεσα στα έγγραφα για τα οποία ζητείται ένορκη αποκάλυψη, είναι και η σύμβαση εργοδότησης που είχε ο Ενάγων με την εταιρεία BEAR STEARNS και η οποία, αντίθετα με τα όσα καταγράφονται στην ένσταση, δεν αφορά ξένα ή τρίτα πρόσωπα αλλά τον ίδιο τον Ενάγοντα. Εκανε δε αναφορά στο περιεχόμενο των Τεκμήριων 1, 2, 3, 4, 5, 6, και 7 για να υποδείξει ότι σ΄ αυτά αναφέρεται το όνομα του εργοδότη (Τεκμήριο 2), το όνομα του ασφαλιζόμενου και άλλα σχετικά στοιχεία (στα προαναφερθέντα ΤΕΚΜΗΡΙΑ) ως, επίσης, και το ότι ο ασφαλιζόμενος δικαιούται να πάρει δωρεάν, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, αντίγραφα όλων των εγγράφων αναφορικά με την απαίτηση για ωφέλημα από την ασφαλιστική εταιρεία CIGNA HELATHCARE. Ηταν η θέση της ότι ο λόγος που ζητούνται τα καθοριζόμενα έγγραφα να γνωστοποιηθούν ενόρκως από τον Ενάγοντα είναι γιατί αυτός ισχυρίζεται ότι κατέβαλε ένα τεράστιο ποσό ιατρικών εξόδων, ενώ προκύπτει ότι έχουν πληρωθεί από ασφαλιστική εταιρεία στη βάση Ομαδικού Ασφαλιστικού Συμβολαίου που συνήψε ο εργοδότης του Ενάγοντα και για τα οποία ποσά η συνήγορος θα προωθήσει το θέμα, κατά στο στάδιο της ακρόασης, ότι πρέπει να αφαιρεθούν από την αποζημίωση που μπορεί να δικαιούται ο ενάγων. Εξήγησε δε ότι η αποκάλυψη αυτών των εγγράφων είναι αναγκαία για να υπάρχει το υπόβαθρο να δυνηθεί να προωθήσει την πιο πάνω νομική θέση. Επεσήμανε δε ότι η άλλη πλευρά δεν αρνείται τον ισχυρισμό ότι η εταιρεία BEAR STEARNS ήταν εργοδότης του ενάγοντα. Οσον αφορά το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η υπό κρίση αίτηση η κα Ερωτοκρίτου υποστήριξε ότι αυτή υπεβλήθη μόλις περιήλθαν τα σχετικά έγγραφα στην κατοχή της. Τόνισε δε ότι το καθήκον αποκάλυψης συνεχίζεται μέχρι την τελική έκβαση της υπόθεσης και ότι, αν είχαν εν τω μεταξύ έλθει στην κατοχή ενός διαδίκου άλλα έγγραφα, αυτός έχει την υποχρέωση αποκάλυψης ως την ημέρα που θα βγει η απόφαση. Ο κ. Κ. Δημητριάδης, εκ μέρους του Ενάγοντα/Καθ΄ ου η Αίτηση, επεσήμανε εν πρώτοις το στάδιο στο οποίο υπεβλήθη η υπό κρίση αίτηση για να υποστηρίξει ότι πρέπει να απορριφθεί λόγω καθυστέρησης. Οσον αφορά την ουσία της αίτησης, υποστήριξε ότι το Ομαδικό Συμβόλαιο Ασφάλισης μιας εταιρείας με μία ασφαλιστική εταιρεία, δηλαδή, δύο νομικά πρόσωπα με τα οποία ο ενάγων δεν έχει σχέση δεν μπορεί να το αποκαλύψει γιατί δεν το έχει στην κατοχή του. Επεσήμανε, ακόμη, ότι η εταιρεία BEAR STEARNS πουθενά δεν αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης του ενάγοντα και ότι ο ενάγων δεν αποδέχεται ότι αυτή η εταιρεία ήταν εργοδότης του. Παρέπεμψε δε στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ Α και Β ως ένδειξη ότι ο ενάγων είχε εξασφαλίσει επιστολή πρόσληψης από την εταιρεία ΝΕΗΜΕ ΒROTHERS INC και, αργότερα, επιστολή μη πρόσληψης . Οσον αφορά τη σχετικότητα των εγγράφων για τα οποία ζητείται αποκάλυψη με τα επίδικα θέματα ο κ. Δημητριάδης αναφέρθηκε στις πρόνοιες του Αρθρου 65 του ΚΕΦ.148 για να υποστηρίξει ότι, εφόσον, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης που πρέπει να πληρωθεί εξαιτίας αστικού αδικήματος δεν λαμβάνονται υπόψη ποσά που πληρώθηκαν βάσει σύμβασης ασφάλειας ή ασφάλισης σε σχέση με αυτό το αστικό αδίκημα, τότε το θέμα αυτό δεν εγείρεται προς εξέταση γιατί ο Νόμος το καλύπτει. Οσον αφορά τις αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρου προς την Ασφαλιστική εταιρεία CIGNA ή HEΑLTHCARE CORP ή CONNECTICUT GENERAL LIFE INSURANCE CORPORATION ο συνήγορος υποστήριξε ότι ο ενάγων δεν είναι κάτοχος τέτοιων εγγράφων και, επιπλέον, ότι αυτά τα έγγραφα δεν έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα. Διερωτήθηκε δε ποια σχέση μπορεί να έχει το αν η εταιρεία ΒΕΑR STEARNS πλήρωνε ή όχι ασφάλιστρα προς την ασφαλιστική εταιρεία και πως μπορεί ο ενάγων να έχει στην κατοχή του αποδείξεις του εργοδότη του. Τέλος, αναφορικά με τις αποδείξεις είσπραξης και καταβολής εξόδων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, εξόδων φυσιοθεραπείας και αεροπορικών εισιτηρίων ο συνήγορος του Ενάγοντα τόνισε ότι ό,τι υπήρχε έχει δοθεί στην άλλη πλευρά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα Αίτηση βασίζεται, κυρίως, στη Δ.28 θ.1 η οποία έχει ως εξής: «
  1. Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery an oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at the stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit: provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit.» Οι πρόνοιες της Δ.28 θ.1 είναι όμοιες με αυτές της αγγλικής O.31, r.12 οι οποίες εξηγούνται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958 (Annual Practice) στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά, συνήθως, γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα[1]. Θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αποκάλυψης εγγράφων όπως αποκρυσταλλώνονται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[2]. Η αποκάλυψη εγγράφου στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διάδικους. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε ο,τιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις, ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας[3], ή για να πάρει ο διάδικος πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εκτός των επιδίκων θεμάτων της αγωγής ή οι οποίες θα τον καθιστούσαν ικανό να θεμελιώσει μια νέα υπόθεση[4]. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη[5]. Εκτός από σχετικά, τα έγγραφα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων θα πρέπει να είναι ή να ήταν σε κάποιο στάδιο στο παρελθόν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται η αποκάλυψη. Αναφορικά με τη «σχετικότητα» όπως και την «κατοχή» των εγγράφων από την άλλη πλευρά είναι αρκετό για τον αιτητή να αποδείξει την υπόθεση του εκ πρώτης όψεως. Να πω και κάτι τελευταίο. Κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης είναι ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και όχι από το συγκεκριμένο διάδικο γιατί ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι δικαστής της ίδιας της υπόθεσής του. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Το βασικό ερώτημα στην παρούσα υπόθεση είναι η σχετικότητα των εγγράφων για τα οποία απαιτείται από πλευράς Εναγόμενου 1/Αιτητή η ένορκη αποκάλυψη τους. Ηδη έχουν παρατεθεί οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της σχετικότητας και που, όπως προκύπτει από όλα όσα έχουν καταγραφεί ανωτέρω, θεωρείται σχετικό κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση, ενώ αίτημα για αποκάλυψη εγγράφων, απορρίπτεται μόνο όταν τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε. Όπως προκύπτει από τις ενόρκους δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν, η πλευρά του Εναγόμενου 1/Αιτητή στηρίζεται σε συγκεκριμένα αντίγραφα εγγράφων που η πλευρά του Ενάγοντα εφοδίασε τον Εναγόμενο
  2. Εξετάζοντας το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 διαπιστώνεται ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία Cigna HealthCare με επιστολή της ημερ. 15/10/05 απευθυνόμενη προς τον Ενάγοντα τον πληροφορεί ότι με βάση τους όρους του σχετικού σχεδίου ωφελημάτων (benefit plan) κρίθηκαν οι αιτούμενες υπηρεσίες ότι καλύπτονται. Παρόμοια επιστολή είναι και το τεκμήριο 3, ημερομηνίας 19/10/05 όπου και εδώ ο Ενάγοντας πληροφορείται ότι οι αιτούμενες υπηρεσίες θα καλυφθούν από το σχετικό σχέδιο. Ακολουθούν τα τεκμήρια 4, 5 και 6 στα οποία προκύπτει η ανάλυση ιατρικών εξόδων από την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία προς όφελος του Ενάγοντα με βάση ωφελήματα ομαδικού σχεδίου ασφάλισης εργοδοτουμένου (employee). Στο τεκμήριο 2 καταγράφονται τα στοιχεία του Ενάγοντα με ανάλυση ιατρικών εξόδων και, επίσης, αναφορά σε όνομα εργοδότη και σε αριθμό συμβολαίου. Συγκεκριμένα καταγράφεται στη στήλη που τιτλοφορείται «Employer Name» το όνομα BEAR STEARNS, ενώ στη στήλη που τιτλοφορείται «Insurance Group No.» o αριθμός
  3. Ως ασφαλιζόμενος, δηλαδή κάτω από τη στήλη που τιτλοφορείται «Insured's Name», καταγράφεται το όνομα του Ενάγοντα. Η πλευρά του Εναγόμενου 1-Αιτητή έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω έγγραφα τα οποία και επεσύναψε ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ζητά ένορκη αποκάλυψη του Ομαδικού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου που συνήψε η εταιρεία Bear Stearns με την Ασφαλιστική Εταιρεία Cigna HealthCare βάσει του οποίου φαίνεται να έχουν καταβληθεί συγκεκριμένα έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του Ενάγοντα, έξοδα φυσιοθεραπείας και φροντίδας Νοσοκόμου και έξοδα αεροπορικών εισιτηρίων. Η σχετικότητα αυτού του εγγράφου, όπως και των άλλων που ζητούνται στην υπό κρίση αίτηση, όπως το συμβόλαιο εργοδότησης του Ενάγοντα με την εταιρεία Bear Stearns και οι αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρου προς την εν λόγω Ασφαλιστική Εταιρεία στηρίζονται στη θέση που η πλευρά του Εναγόμενου 1 πρόκειται να προωθήσει κατά την ακροαματική διαδικασία ότι ο Ενάγων δεν δικαιούται στην είσπραξη του ποσού των ιατρικών εξόδων τα οποία έχουν πληρωθεί από ασφαλιστική εταιρεία στη βάση ομαδικού ασφαλιστικού συμβολαίου που συνήψε ο εργοδότης του Ενάγοντα με αυτή. Από την άλλη ο κ. Δημητριάδης αντιτείνει ότι ένα τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να είναι σχετικό ενόψει ρητής πρόνοιας που υπάρχει στο ΚΕΦ.148 και, συγκεκριμένα, το Αρθρο 65 σύμφωνα με το οποίο κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης που πρέπει να πληρωθεί εξ αιτίας αστικού ατυχήματος δεν λαμβάνονται υπόψη ποσά που πληρώθηκαν βάσει σύμβασης ασφάλισης σε σχέση με αυτό το αστικό αδίκημα. Εκείνο που πρέπει να λεχθεί στο σημείο αυτό είναι ότι δεν είναι σε αυτό το στάδιο που το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει ένα τέτοιο ζήτημα. Αυτό θα γίνει κατά το στάδιο της ακρόασης. Θεωρώ, όμως, ορθό, στα πλαίσια εξέτασης του θέματος της σχετικότητας, να πω δυό λόγια σε σχέση με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται από τη νομολογία κάποια είδη πληρωμών προς τον ασφαλιζόμενο και κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να αφαιρούνται από το ποσό αποζημιώσεων που, τελικώς, καταβάλλεται σ΄ αυτόν. Εκείνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι, γενικά, όταν ο Ενάγων - θύμα ενός αστικού αδικήματος εισπράττει ποσά από ασφαλιστική σύμβαση για την οποία κατέβαλλε ασφάλιστρα ο ίδιος αυτά τα ποσά δεν αφαιρούνται από τις ζημιές που θα κληθεί να καταβάλει ο αδικοπραγούντας (tortfeasor). Η πιο πάνω αρχή του Κοινοδικαίου διατυπώθηκε στη παλαιά υπόθεση Βradburn v. The Great Western Railway Company
(1874)L.R. 10 Exch.1 στη σελ.3: «The plaintiff is entitled to recover the damages caused to him by the negligence of the defendants, and there is no reason or justice in setting off what the plaintiff has entitled himself to under a contract with third persons, by which he has bargained for the payment of a sum of money in the event of an accident happening to him. He does not receive that sum of money because of the accident, but because he has made a contract providing for the contingency; an accident must occur to entitle him to it, but it is not the accident, but his contract, which is the cause, of his receiving it." Παρομοίως στην υπόθεση Parry v. Cleaver
(1970)A.C.1, στη σελ.14 λέχθηκαν τα εξής: "As regards moneys coming to the plaintiff under a contract of insurance, I think that the real and substantial reason for disregarding them is that the plaintiff has bought them and that it would be unjust and unreasonable to hold that the money which he prudently spent on premiums and the benefit from it should enure to the benefit of the tortfeasor. Here again I think that the explanation that this is too remote is artificial and unreal. Why should the plaintiff be left worse off than if he had never insured? In that case he would have got the benefit of the premium money .." H άλλη αρχή που είναι, επίσης, πάγια νομολογημένη στο Kοινοδίκαιο είναι ότι, όταν ο Ενάγων εισπράττει λεφτά λόγω της φιλανθρωπίας και πράξης καλοσύνης (benevolence) τρίτου προσώπου ένεκα της συμπάθειας του τρίτου για την ατυχία του, τέτοιο ποσό πάλιν δεν λαμβάνεται υπόψη και δεν αφαιρείται από τις ζημιές που, τελικώς, θα καταβληθούν στον ενάγοντα από τον αδικοπραγούντα (tortfeasor). Oπως λέχθηκε στην υπόθεση Parry v. Cleaver
(1970)A.C.1, στη σελ.14: "It would be revolting to the ordinary man´s sense of justice, and therefore contrary to public policy, that the sufferer should have his damages reduced so that he would gain nothing from the benevolence of his friends or relations or of the public at large, and that the only gainer would be the wrongdoer". Η νομολογία σε ό,τι αφορά τις πιο πάνω περιπτώσεις δεν θεωρεί ότι το στοιχείο του διπλού οφέλους (double recovery) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και αυτό μέσα στα πλαίσια κανόνων κοινής λογικής η οποία υπαγορεύει ότι ο αδικοπραγούντας δεν θα πρέπει να επωφελείται από το γεγονός ότι το θύμα του αστικού αδικήματος έχει εισπράξει ποσά από ασφαλιστική σύμβαση που συνήψε για να ασφαλίσει τον εαυτό του έναντι κάποιου κινδύνου και για την οποία κατέβαλλε ο ίδιος τα ασφάλιστρα[6]. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση όπου λεφτά έχουν προσφερθεί από τρίτο άτομο με μοναδικό σκοπό να επωφεληθεί το θύμα του αστικού αδικήματος[7]. Εχοντας καταγράψει πολύ συνοπτικά βασικές νομολογημένες αρχές που αφορούν το θέμα που εγείρεται, όπως αναλύθηκαν από το Κοινοδίκαιο (common law) ασφαλώς, δεν αποφασίζω το θέμα που έθιξε η κα Ερωτοκρίτου. Θεωρώ, όμως, ότι το θέμα που έχει εγείρει είναι εκεί και θα εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο και είναι τέτοιο που καθιστά την ένορκη αποκάλυψη των συγκεκριμένων εγγράφων σχετική και, επομένως, δικαιολογημένη. Με άλλα λόγια και, σε συμφωνία με τα όσα η συνήγορος υποστήριξε, η ένορκη αποκάλυψη των σχετικών εγγράφων θα αποτελέσει το υπόβαθρο επί του οποίου θα στηριχθεί η νομική επιχειρηματολογία σε ό,τι αφορά το εγειρόμενο ζήτημα. Σε ό,τι αφορά την ένσταση του κ. Δημητριάδη ότι η αιτούμενη ένορκη αποκάλυψη αναφέρεται σε έγγραφα που αφορούν τρίτα πρόσωπα, ξένα προς τους διάδικους, με βάση τα ενώπιον μου τεθέντα έγγραφα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, εκ πρώτης όψεως διαπιστώνεται σχέση του Ενάγοντα με την εταιρεία Bear Stearns και, συγκεκριμένα, με βάση το τεκμήριο 2 της αίτησης η εν λόγω εταιρεία περιγράφεται ως η εργοδότρια εταιρεία του Ενάγοντα. Eίναι γεγονός ότι στην Εκθεση Απαίτησης δεν αναφέρεται η εν λόγω εταιρεία να είναι εργοδότρια του Ενάγοντα αλλά προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είχε στον ουσιώδη χρόνο αποδεχθεί εργοδότηση στην Αμερικανική Εταιρεία ΝΒΙ για άμεση έναρξη εργασίας και ότι, λόγω του δυστυχήματος και της μόνιμης αναπηρίας που του προκλήθηκε, κατέστη αδύνατο να εργοδοτηθεί. Ωστόσο, παραμένει ως γεγονός η αναφορά που υπάρχει στο τεκμήριο 2 της αίτησης και η οποία αναφορά δεν αμφισβητείται από την πλευρά του Ενάγοντα. Επαναλαμβάνω. Το τεκμήριο 2, όπως και τα υπόλοιπα έγγραφα που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση στην παρούσα αίτηση, είναι κοινώς αποδεκτό ότι έχουν παραδοθεί στον Εναγόμενο 1 από την πλευρά του Ενάγοντα και, επομένως, από αυτά τα έγγραφα φαίνεται να προέκυψε η αναγκαιότητα της αιτούμενης ένορκης αποκάλυψης. Περαιτέρω στο ίδιο το Τεκμήριο 2 ο Ενάγων περιγράφεται ως ασφαλισμένο πρόσωπο, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, με αποτέλεσμα να προκύπτει από τα έγγραφα αυτά η σχέση και η συμμετοχή του Ενάγοντα σε συγκεκριμένο ομαδικό συμβόλαιο ασφάλισης. Οσον αφορά την ένσταση ότι τα έγγραφα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη δεν βρίσκονται στην κατοχή ή τον έλεγχο του Ενάγοντα και ότι ούτε μπορούν να του δοθούν, με βάση πάλι τα ενώπιον μου τεθέντα έγγραφα, τα οποία δεν αμφισβητούνται, αποτέλεσαν δε, όπως ήδη αναφέρθηκε κοινά παραδεκτό γεγονός ότι αποτελούν μέρος των εγγράφων που η πλευρά του Ενάγοντα εφοδίασε την πλευρά του Εναγόμενου 1, ο Ενάγοντας φαίνεται ότι έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει, κατόπιν αιτήματος του, αντίγραφο των εγγράφων που είναι συναφή με την απαίτηση του για ωφελήματα στη βάση του Ομαδικού Συμβολαίου Ασφάλισης που τον κάλυπτε με την Cigna HealthCare. Αυτό προκύπτει από τα τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 που επισυνάπτονται στην Αίτηση όπου κάτω από τον τίτλο «Rights of Review and Appeal - For Employee» διαβάζουμε: "You are entitled to receive free upon request access to, and copies of, all documents, records and other information relevant to your claim for benefit." Οσον αφορά την θέση του κ. Δημητριάδη ότι δεν έχει σχέση με τα επίδικα θέματα το ποιος κατέβαλλε ασφάλιστρα στην Cigna HealthCare, δεν μπορώ από αυτό το στάδιο να προδικάσω την απόφαση του Δικαστηρίου στο νομικό ζήτημα που η κα Ερωτοκρίτου προτίθεται να εγείρει κατά τη δικάσιμο και ούτε, επομένως, μπορώ να αποκλείσω τη σχετικότητα του γεγονότος αυτού με το κατά πόσο κάποια ωφελήματα που έλαβε ο Ενάγοντας ως μέρος των ιατρικών του εξόδων από ασφαλιστική εταιρεία με την οποία ήταν συμβλημένος ο εργοδότης του όπου ο εργοδότης ήταν εκείνος που κατέβαλλε τα ασφάλιστρα λαμβάνονται ή όχι υπόψη στην επιδίκαση των αποζημιώσεων που τυχόν λάβει ο Ενάγοντας στο τέλος. Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εξέταση μόνο του ζητήματος της σχετικότητας. Χρειάζεται, ταυτόχρονα, να πληρείται η προϋπόθεση ο διάδικος εναντίον του οποίου θα εκδοθεί διάταγμα ένορκης αποκάλυψης να έχει στην κατοχή ή στον έλεγχο του τα σχετικά έγγραφα. Οσον αφορά το θέμα της κατοχής ή ελέγχου των εγγράφων για τα οποία ζητείται ένορκη αποκάλυψη να αναφέρω ότι ο όρος «έλεγχος» χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις όπου, ενώ τα έγγραφα βρίσκονται στη φυσική κατοχή τρίτου, κάποιος έχει το νομικό δικαίωμα να λάβει κατοχή ή έλεγχο των εγγράφων. Κατά συνέπεια, ο διάδικος εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων οφείλει να αποκαλύψει όχι μόνο τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη ή υπό τον έλεγχο του αλλά και τα έγγραφα που στο παρελθόν ήταν κάτω από τη δική του προσωπική κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο, έστω και αν αυτά δεν αποτελούν δική του ιδιοκτησία ή βρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του υπό την ιδιότητα του υπηρέτη ή αντιπροσώπου άλλου προσώπου[8]. Στο σημείο αυτό θεωρώ εξαιρετικά χρήσιμο να αναφερθώ στην ερμηνεία που δίδουν οι νέοι δικονομικοί Θεσμοί στην Αγγλία CPR μετά τις αλλαγές που έλαβαν χώρα το 1998 και, συγκεκριμένα, το CPR 31.8
(2)που καθορίζει πότε ένας διάδικος θεωρείται ότι έχει ή είχε ένα έγγραφο υπό τον έλεγχο του. Σχετική αναφορά μπορεί να γίνει στο Σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, 2nd Ed. σελ.546, para.14.22 και 14.23: "A party is regarded as having (or a having had) a document in his control if .. (
  1. a)the document is or was in his physical possession; (
  2. b)he has or has had a right to possession of it; or (
  3. c)he has or has had a right to inspect or take copies of it. Accordingly, the rules call for the disclosure not just of documents that are in the possession of the party giving disclosure, but also for documents that were in his possession in the past, or documents that he had a right to possess, regardless of whether he exercised this right, or documents which he has had a right to inspect or copy. The definition of "control" is extensive. Thus, a party is obliged to give disclosure of documents that are in the possession of another, if he has a right to inspect and take copies. Citizens have a right to inspect a variety of documents in the hands of public and private authorities. Does it mean that whenever there is such a right a litigant comes under an obligation of disclosure? It may be argued that the principle of equality of arms demands that where a party has a right to obtain information contained in a document, he should be obliged to disclose it to other parties if it is relevant to the determination of an issue in legal proceedings, unless there are some special reasons for making an exception. On this view, the duty of disclosure extends to documents that a party may inspect on application to some public authority." Στην υπό κρίση αίτηση, με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνεται ότι ο Εναγόμενος έχει το δικαίωμα να εξασφαλίσει, κατόπιν αιτήματος του, αντίγραφο των εγγράφων που είναι συναφή με την απαίτηση του για ωφελήματα στη βάση του Oμαδικού Συμβολαίου Ασφάλισης που, φαίνεται, να τον καλύπτει με την Cigna HealthCare. Ηδη παραθέσαμε πιο πάνω τη σχετική πρόνοια που συμπεριλαμβάνεται στα Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 κάτω από τον τίτλο «Rights of Review and Appeal For Employee». Κατόπιν προβληματισμού κρίνω ότι αυτή η προϋπόθεση δεν πληρούται καθόσον αφορά τη θεραπεία υπό στοιχεία (Δ) που αναφέρεται στις αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρου προς την CIGNA HEALTHCARE. Εδώ θεωρώ ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν τα όσα ανέφερα ανωτέρω, δηλαδή ότι υπάρχει από πλευράς Ενάγοντα η δυνατότητα εξασφάλισης αυτών των συγκεκριμένων εγγράφων, εφόσον αυτά αφορούν καθαρά τη συμβατική σχέση μεταξύ της εταιρείας Bear Stearns και της Cigna Healthcare. H δυνατότητα εξασφάλισης αντιγράφου των εγγράφων που είναι συναφή με την απαίτηση του Ενάγοντα για ωφελήματα στη βάση του Ομαδικού Συμβολαίου Ασφάλισης, που φαίνεται να τον κάλυπτε, δεν πιστεύω ότι επεκτείνεται και σε αυτού του είδους τα έγγραφα. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, δεν δικαιολογείται η παροχή της θεραπείας υπό στοιχεία (Δ) της Αίτησης. Να πω και κάτι άλλο σε σχέση γενικότερα με το καθήκον αποκάλυψης. Όπως τονίσθηκε στην αγγλική υπόθεση Vernon v. Bosley, (No2)
(1997)1 All E.R. 614, που ερμήνευσε την αγγλική Διαταγή Ο.24 r.1[9], που ίσχυε πριν τις αλλαγές του 1998 και η οποία προσομοιάζει με τη δική μας Δ.28 θ.1 ένας διάδικος σε αστική διαδικασία έχει συνεχή υποχρέωση μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας να προβαίνει σε αποκάλυψη όλων των σχετικών εγγράφων όταν αυτά έλθουν την κατοχή του. Ακόμα και εκεί όπου έχει ήδη προβεί σε ένορκη αποκάλυψη. Μάλιστα στην εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι η αναφορά στο Supreme Court Practice του 1987, Τόμος Ι, παρα.24/1/2 απέδιδε ορθά τη νομική θέση στο υπό εξέταση θέμα. Την παραθέτουμε όπως απαντάται στη σελ.626 της απόφασης: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party´s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party´s obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party´s possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr.8 and 9), and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (
(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly." Mάλιστα στις σελίδες 627-628 της πιο πάνω υπόθεσης αναλύονται οι λόγοι που υπαγορεύουν και επιβάλλουν μια τέτοια προσέγγιση στο θέμα της αποκάλυψης. Αν, λοιπόν, θεωρείται επιβεβλημένο ένας διάδικος να συνεχίζει να βρίσκεται κάτω από την υποχρέωση αποκάλυψης εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση ακόμα και εκεί όπου έχει ήδη προβεί σε ένορκη αποκάλυψη, πόσο μάλλον στην περίπτωση όπου έχουν περιέλθει στη γνώση του αντιδίκου του, μέσω των εγγράφων που τον εφοδίασε αυτός ο διάδικος, κάποια γεγονότα που οδήγησαν τον αντίδικο στην ανάγκη της υποβολής αίτησης για αποκάλυψη. Οσον αφορά το λόγο ένστασης ότι πάσχει ο τίτλος της υπό κρίση αίτησης προφανώς γιατί δεν συμπεριλαμβάνεται και αυτός που αναφέρεται στην αγωγή 674/05 αλλά μόνο της αγωγής 673/05, ενώ οι δύο αυτές αγωγές έχουν συνενωθεί, θα ήθελα να επισημάνω από την αρχή ότι στον τίτλο της υπό κρίση αίτησης αναγράφονται οι αριθμοί και των δύο συνενωμένων αγωγών. Εκείνο που δεν έχει συμπεριληφθεί είναι ο τίτλος της μίας εκ των δύο προαναφερομένων αγωγών. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι ποια συνέπεια ή επίπτωση μπορεί να έχει το γεγονός αυτό στην υπό εξέταση αίτηση. Κατά τη γνώμη μου, την οποία συμμερίσθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων και η ίδια η πλευρά του Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση με βάση τις θέσεις που ανέπτυξε ο συνήγορος του κ. Δημητριάδης, η πιο πάνω περίπτωση πρόκειται, προφανώς, για αντικανονικότητα στην αίτηση, η οποία είναι θεραπεύσιμη αντικανονικότητα ή παρατυπία. Όπως είναι γνωστό και πάγια νομολογημένο, η αναμορφωμένη Δ.64 έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ παρατυπίας και ακυρότητας των νομικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Wunderlich κ.α. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366, λέχθηκε ότι ο πραγματικός σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ της μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς Θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη, και της μη συμμόρφωσης, η οποία, απλώς, καθιστά τη διαδικασία παράτυπη. Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Θεσμούς θεωρείται, πλέον, σαν παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται στην ίδια Διαταγή. Ετσι, με τη θέσπιση της νέας Δ.64, παρέχεται πλέον διακριτική ευχέρεια διάσωσης, στην κατάλληλη περίπτωση, δικονομικών μέτρων, τα οποία, πριν την τροποποίηση, εθεωρούνταν άκυρα. Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσο θα ακυρώσει την παράτυπη διαδικασία ή θα επιτρέψει τέτοια τροποποίηση για διάσωση της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένου και διατάγματος τροποποίησης ή απαλλαγής της παρατυπίας[10] Στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την υπόθεση Karl Heinz (ανωτέρω), λαμβάνονται υπόψη τα εξής:
(1)Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς.
(2)Η πρόκληση αδικίας στο διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία.
(3)Το μέγεθος της παρατυπίας. Το θέμα έχει αντιμετωπιστεί στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513, 520-
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 που αντιστοιχεί με τη νέα δική μας Δ.64 και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής: I. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το Δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64.θ.
  2. II. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους. III. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας, αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. IV. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για ν΄ απονέμει δικαιοσύνη. V. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί παρατυπία ή διαζευκτικά να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον[11]. Στην προκειμένη περίπτωση δεν βλέπω η πλευρά του Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση να έχει υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Όπως αναφέραμε από την αρχή, στην υπό κρίση Αίτηση γίνεται αναφορά στους αριθμούς και των δύο συνενομένων αγωγών, ενώ είναι καθαρό ότι η θεραπεία που επιζητείται αφορά την υπ΄ αρ. 673/05, εφόσον τούτο αναφέρεται ρητά στο αιτητικό της αίτησης (δέστε παρα.Α). Υπό το φως όλων των ανωτέρω, δεν έχω καμία δυσκολία, στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, να εκδώσω διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Οσον αφορά το λόγο ένστασης για το στάδιο που κατεχωρήθη η υπό κρίση αίτηση και την εισήγηση του κ. Δημητριάδη ότι ο Αιτητής έχει το βάρος απόδειξης ότι έγκαιρα καταχώρησε το συγκεκριμένο ένδικο μέσο, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, όπως είναι νομολογημένο, ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.
  3. Ταυτόχρονα θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι αυτό, συνήθως, γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Όπως αναφέρεται στη σελ.683 της Ετήσιας Δικονομικής Πρακτικής (Annual Practice) του 1958: «Time or stage of discovery The Court will not, save in very exceptional circumstances, order a defendant to produce documents in his possession before the plaintiff has delivered his statement of claim. (Gale v. Denman Picture Houses Ltd
(1930)1 K.B. 588, C.A.; Speyside Estate and Trust Co Ltd ν. Wreymond Freeman (Blenders) Ltd
(1949)65 T.L.R. 681), and nor is it the practice to allow a plaintiff discovery before defence: see Union Bank v. Manby 13 Ch. D. 239, explaining Hancock v. Guerin 4 Ex. D. 3; Harbord v. Monk 9 Ch. D. 616, and Augustinus v. Nerinckx, 13 Ch. D. 13. The issues must be defined (Britich Thomson - Houston Co Ltd. ν. Duran
(1915)1 Ch. 823, C.A.).» Εκείνο που πρέπει να τονισθεί είναι ότι είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση National Bank of Greece S.A. v. Mitsides and another
(1962)C.L.R. 40: «Ιt is important that a party should have proper discovery before proceeding to trial .» Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και, ανεξάρτητα από το αν ο Εναγόμενος-Αιτητής θα μπορούσε να έχει υποβάλει την παρούσα αίτηση σε προγενέστερο στάδιο, θεωρώ ότι η ανάγκη να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει η υπόθεση σε ακρόαση με οδηγεί στο να απορρίψω την ένσταση περί του εκπροθέσμου της αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω η υπό κρίση Αίτηση πρέπει να επιτύχει καθόσον αφορά τις θεραπείες υπό στοιχεία (Α), (Β) και (Γ) της Αίτησης, ενώ αποτυχάνει καθόσον αφορά τη θεραπεία (Δ). Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα σύμφωνα με το οποίο ο Ενάγων-Καθ΄ ου η Αίτηση διατάσσεται να γνωστοποιήσει ενόρκως εντός 40 ημερών από της έκδοσης του παρόντος διατάγματος τα έγγραφα που αναφέρονται στα αιτητικά υπό στοιχεία (Α) - (Γ), αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, καταχωρώντας ένορκη δήλωση αποκάλυψης σύμφωνα με τη Δ.28 θ.2 και το Εντυπο 22 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δεν βρίσκω κανένα καλό λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, κανόνας ο οποίος ισχύει και σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης[12]. Ενόψει δε της επιτυχίας του Εναγομένου 1-Αιτητή στο μεγαλύτερο μέρος των αιτουμένων θεραπειών επιδικάζονται έξοδα υπέρ του και σε βάρος του Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Δέστε σελ.683 από την Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Αnnual Practice) του 1958 υπό τον τίτλο «Time or stage of discovery». [2] Δέστε G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 A.A.Δ. 1624, 1629, Ανδρέας Χρ. Τηλλυρής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271, 2274, VECTOR ONEGA A.G. v. Το Πλοίο M/V GIRVAS κ.α. (αρ.4)
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 823, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)1 C.L.R. 40, Lagos Yachting Center Ltd v. Το Πλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600 [3] Δέστε Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431 [4] Δέστε Edmiston v. British Transport Commission
(1955)3 All E.R. 823 [5] Δέστε O'Rourke v. Darbishre
(1920)A.C. 581, H.L. 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431, Lagos Yachting Center Ltd v. Το Πλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 660, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)C.L.R. 40 [6] Δέστε Bradburn v. Great Western Railway Co. (ανωτέρω). [7] Δέστε Redpath ν. Belfast and Country Down Railway
(1947)N.L.
  1. [8] Σχετικές είναι οι υποθέσεις Chartin Martin & Co. v. Martin [1953] 2 All E.R. 691, Swanston v. Lishman [1881] 45 LT 360 και Bovil v. Cowan [1870] 5 Ch. App.
  2. [9] "After the close of pleadings in an action begun by writ there shall, subject to and in accordance with the provisions of this Order, be discovery by the parties to the action of the documents which are or have been in their possession, custody or power relating to matters in question in the action." [10] Δέστε Leal v. Dunlop Bio-Process
(1984)1 W.L.R. 874. [11] Δέστε σελ. 522-523 όπου ο Λόρδος Slade ανέφερε: «Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred on in Ord.2, r.
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord.2, r.1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord.2, r.2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; ... alternatively, it may "make such order .. dealing with the proceedings generally as it thinks fit". The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity: see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd
(1984)1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J.» [12] Δέστε Κυπριακή Δημοκρατία ν. Μilupa Motor Trading Co Ltd.
(2000)1 A.A.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.