LILIAN AUDRED MARIA ν. ΜΙΧΑΛΗ ΠΙΤΤΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 855/2006, 25 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A19 , ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 855/2006 Μεταξύ: LILIAN AUDRED MARIA, ως διαχειρίστρια της κοινόκτητης οικοδομής επί των οδών Τερψιχόρης 24 & Θάλειας 10 στην Αθήνα, Ελλάδα Ενάγουσας και
- ΜΙΧΑΛΗ ΠΙΤΤΑ από Λάρνακα
- ΜΟΝΙΚΑΣ ΜΙΧΑΛΗ ΠΙΤΤΑ από Λάρνακα Εναγομένων Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Ι. Φράγκος με κα Ραφαήλ Για τους εναγόμενους: κ. Γ. Λουκαϊδης για Δρ Ανδρέα Ποιητή & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα υπό την ιδιότητα της εκπροσώπου ή/ και αντιπροσώπου ή/ και διαχειρίστριας κοινόκτητης οικοδομής που βρίσκεται στη Βουλιαγμένη της Αττικής στην Ελλάδα, εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων οι οποίοι είναι ο καθένας εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες από ½ μερίδιο ενός διαμερίσματος στην ως άνω οικοδομή στη συνέχεια ¨ η πολυκατοικία¨. Η ενάγουσα διατείνεται ότι το διαμέρισμα των εναγομένων παρουσίαζε πολεοδομικές αυθαιρεσίες και παραβάσεις με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνεχείς διενέξεις με τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες των λοιπών διαμερισμάτων της πολυκατοικίας. Οι εναγόμενοι δεν κατοικούσαν στο εν λόγω διαμέρισμα αλλά το ενοικίαζαν σε τρίτο πρόσωπο. Σύμφωνα με την ενάγουσα, στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης της, κατά ή περί τις 11.02.2000 οι εναγόμενοι υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό έγγραφο με τον τότε διαχειριστή της πολυκατοικίας βάσει του οποίου, μεταξύ άλλων, οι εναγόμενοι ανέλαβαν τις πιο κάτω υποχρεώσεις: (α) Να προβούν στην έναρξη εργασιών προς αποκατάσταση των πολεοδομικών παραβάσεων κατά την 30.11.2004 ημερομηνία λήξης της ενοικίασης/ μίσθωσης του διαμερίσματος σε τρίτο πρόσωπο. (β) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το (α) πιο πάνω, οι εναγόμενοι να καταβάλουν το ποσό των 5.000,000 (πέντε εκατομμυρίων) δραχμών υπό μορφή ποινικής ρήτρας προς όφελος του διαχειριστή της πολυκατοικίας. Προβάλλει στη παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης της ότι οι εναγόμενοι αμέλησαν ή/ και αρνήθηκαν ή/ και εσκεμμένα απέφυγαν να υλοποιήσουν τις ως άνω συμβατικές τους υποχρεώσεις ενώ περί το έτος 2005 προχώρησαν στην πώληση του διαμερίσματος στον τότε ενοικιαστή του, προτού η διαχείριση προλάβει να εισπράξει την ως άνω ποινική ρήτρα. Ισχυρίζεται στη παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης της ότι οι εναγόμενοι εγκατέλειψαν την Αθήνα και τώρα έχουν εγκατασταθεί στη Κύπρο και εξακολουθούν να οφείλουν το ως άνω ποσό. Με βάσει τα πιο πάνω, στη παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης, αξιώνει εναντίον των εναγομένων διαζευκτικά και αλληλέγγυα τα ακόλουθα: Α. €14.673,51σ. ισάξιο του ποσού των 5.000,000 δραχμών σε τιμές συναλλάγματος κατά την ημερομηνία που η οφειλή κατέστη απαιτητή ήτοι την 30.11.
- Β. Νόμιμο τόκο από 30.11.2004 επί του ως άνω ποσού μέχρι εξοφλήσεως. Γ. Τα έξοδα. Με την Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι πρόβαλαν προδικαστική ένσταση για την τοπική αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου. Συμφωνήθηκε και εκδικάστηκε προδικαστικά από άλλη αδελφή Δικαστή η οποία σε απόφαση της αναγνώρισε την τοπική αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου και έτσι ορθά το ίδιο ζήτημα δεν προβλήθηκε εκ νέου, γι΄ αυτό και δεν θα με απασχολήσει το ζήτημα αυτό στη συνέχεια. Επί της ουσίας της υπεράσπισης τους προβάλλουν τα ακόλουθα: Αρνούνται την ιδιότητα της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι αρνούνται την παράγραφο 4(α) και (β) της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας και ισχυρίζονται ότι: (α) Η ισχυριζόμενη ποινική ρήτρα είναι εν πάση περιπτώσει άκυρη ως αντιβαίνουσα προς τις διατάξεις του Νόμου. (β) Η έννοια της ισχυριζόμενης συμφωνίας ήταν ότι η ισχυριζόμενη αποκατάσταση των πολεοδομικών παραβάσεων θα έπρεπε και θα μπορούσε να γίνει μόνο από τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος. (γ) Παρά ταύτα οι εναγόμενοι πώλησαν το εν λόγω διαμέρισμα σε τρίτο πρόσωπο και έτσι ούτε είχαν πια υποχρέωση να προβούν στην ισχυριζόμενη αποκατάσταση ούτε και τους ήταν πια δυνατό να προβούν σ΄αυτές.
- Οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των παραγράφων 5 και 7 της έκθεσης απαίτησης, ότι δηλαδή αμέλησαν ή/ και αρνήθηκαν ή/ και εσκεμμένα απέφυγαν να υλοποιήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ενώ περί το έτος 2005 προχώρησαν στη πώληση του διαμερίσματος στον τότε ενοικιαστή του προτού η διαχείριση εισπράξει την ποινική ρήτρα. Γι΄ αυτούς τους λόγους αξιώνουν την απόρριψη των αξιώσεων της ενάγουσας με έξοδα σε βάρος της. Η ενάγουσα με την απάντηση της στην υπεράσπιση επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της και αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων στην υπεράσπιση τους. Προβάλλει ότι ποινική ρήτρα σε σύμβαση αναγνωρίζεται ως νομικά έγκυρη στο Κυπριακό Δίκαιο τόσο βάσει του περί Συμβάσεων Νόμου όσο και από τη νομολογία. Ότι το εν λόγω γραπτό συμφωνητικό έγγραφο συνάφθηκε από τους εναγόμενους υπό την προσωπική τους ιδιότητα και ήταν και είναι προσωπικά και συμβατικά υπεύθυνοι και υπόλογοι προς την ενάγουσα συνεπεία συμβατικής παραβάσεως. Περαιτέρω, σε καμιά περίπτωση δεν προκύπτει από το λεκτικό του εν λόγω συμφωνητικού ότι θα μεταβιβαζόταν η συμβατική υποχρέωση με την πώληση του επίδικου ακινήτου στον νέο ιδιοκτήτη. Συνεπώς οι εναγόμενοι διατηρούν την συμβατική υποχρέωση τους να αποζημιώσουν την ενάγουσα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ : Εκ μέρους της ενάγουσας προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία από τον κ. Δημήτριο Γκικάκη ο οποίος κατάθεσε και δύο έγγραφα ως τεκμήρια. Η πλευρά των εναγομένων δεν προσέφερε οποιανδήποτε μαρτυρία. Ο κ. Γκικάκης ανέφερε ότι είναι συνιδιοκτήτης μονάδας στην πολυκατοικία επί των οδών Τερψιχόρης 24 και Ορφέως 10 στη Βουλιαγμένη Αττικής στην Ελλάδα εδώ και 25 χρόνια όπου και διαμένει με την οικογένεια του. Η ενάγουσα είναι η σημερινή διαχειρίστρια της πιο πάνω πολυκατοικίας. Γνωρίζει τους εναγόμενους καθώς ήταν γείτονες του όταν διέμεναν στην εν λόγω πολυκατοικία. Ανέφερε ότι επί του δώματος του διαμερίσματος των εναγομένων έχει ανεγερθεί αυθαίρετη κατασκευή από αλουμίνια και κρύσταλλα η οποία φτάνει μέχρι και τα όρια των μπαλκονιών. Την περιέγραψε ως πρόχειρη κατασκευή που αποσκοπούσε στην αύξηση του εμβαδού του διαμερίσματος των εναγομένων. Από πλευράς αισθητικής, η κατασκευή αυτή δημιούργησε άσχημη εικόνα στην πολυκατοικία και λόγω της προχειρότητας της είναι επικίνδυνη με ενδεχόμενο κίνδυνο να προκαλέσει ζημιά σε τρίτους όπως ήδη συνέβη με την αποκόλληση κάποιου κομματιού το οποίο κατέπεσε επί του αυτοκινήτου του και προκάλεσε σε αυτό ζημιά ανοίγοντας σ΄αυτό τρύπα. Διερωτήθηκε τι θα γινόταν αν εκείνο το κομμάτι έπεφτε πάνω σε άνθρωπο. Η κατασκευή αυτή είναι σε γνώση των αρμοδίων πολεοδομικών αρχών και έχει εκδοθεί διάταγμα να κατεδαφιστεί. Σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας του κατατέθηκαν το Τεκμήριο 1 που είναι μια επιστολή που υπογράφεται από τον Πρϊστάμενο του Πολεδομικού Γραφείου του Δήμου Βουλιαγμένης και απευθύνεται προς το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά με ημερομηνία 29.12.
- Σε αυτό καταγράφεται το ιστορικό της παράνομης ανέγερσης των προσθηκών στο διαμέρισμα των εναγομένων και απόψεις του ίδιου τμήματος για το αβάσιμο της αίτησης ακύρωσης πράξης με την οποία καθοριζόταν ημερομηνία κατεδάφισης των αυθαίρετων κατασκευών και το Τεκμήριο 2 που είναι η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 11.02.
- Ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενο των δύο αυτών εγγράφων θα γίνει κατά την ανάλυση της μαρτυρίας. Σε διευκρινιστική ερώτηση πως θεωρήθηκε το ποσό των 5.000,000 Δρχ. από τα συμβαλλόμενα μέρη ως εύλογο και δίκαιο, ανέφερε ότι αυτό το ποσό το δέχθηκαν οι εναγόμενοι χωρίς να έχουν καμιά αντίρρηση και ήταν η πρόταση του διαχειριστή καθώς για αρκετό καιρό είχαν προκληθεί διάφορα προβλήματα τα οποία προκάλεσαν έξοδα όπως για δικαστικές αντιδικίες, δικηγορικά έξοδα και έξοδα στην πολεοδομία. Είχαν καταλήξει ότι το πιο πάνω ποσό θα ήταν καταβλητέο μέχρι τη λήξη της ενοικίασης και με αυτό τον τρόπο θα ωφελούνταν οι εναγόμενοι από τα ενοίκια τα οποία στο μεταξύ θα εισέπρατταν καθώς, όπως ανέφερε, επωφελούνταν με μεγάλο ποσό από ενοίκια που εισέπρατταν για το επιπλέον εμβαδόν του διαμερίσματος τους που αύξησαν με τις παράνομες κατασκευές τους. Ισχυρίστηκε ότι οι παράνομες κατασκευές των εναγομένων αλλοίωσαν το νησιώτικο χαρακτήρα του κτιριακού συγκροτήματος και έτσι έχασαν από την αξία τους τα υπόλοιπα διαμερίσματα του συγκροτήματος. Ανέφερε ότι οι εναγόμενοι υπόσχονταν πάντοτε ότι θα τηρούσαν τους όρους της συμφωνίας που είχαν συνάψει, δηλαδή είτε θα κατεδάφιζαν τις παράνομες κατασκευές ή θα πλήρωναν το συμφωνηθέν ποσό. Η εκάστοτε διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος βασιζόμενη σ΄αυτές τις υποσχέσεις δεν έλαβε οποιαδήποτε δικαστικά ή ασφαλιστικά μέτρα εναντίον τους. Μέχρι σήμερα δεν έχουν κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο και έτσι εξακολουθεί να υφίσταται η παράνομη κατασκευή. Αντί της συμμόρφωσης των εναγομένων με όσα είχαν συμφωνηθεί εντός της προθεσμίας που είχε ταχθεί στη συμφωνία σε μικρό χρονικό διάστημα πώλησαν στον μισθωτή τους το διαμέρισμα. Συνοψίζοντας ανέφερε τα ακόλουθα ως τα προβλήματα που υφίστανται με την πιο πάνω συμπεριφορά των εναγόμενων: (α) την επικινδυνότητα των παράνομων κατασκευών, (β) την παρεμπόδιση της ελεύθερης πρόσβασης των άλλων ενοίκων σε κοινόχρηστο χώρο της ταράτσας της πολυκατοικίας, ο οποίος απαιτείται για τον έλεγχο και/ ή επισκευή των ηλιακών θερμοσιφώνων και των κεραιών των τηλεοράσεων τους και (γ) την μείωση της αξίας του συγκροτήματος συνεπεία αλλαγής του χαρακτήρα του, χαρακτηρίζοντας το ταυτόχρονα ως ένα από τα ακριβότερα στο κόσμο. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι η πολυκατοικία κτίστηκε πριν από περίπου 28 με 30 χρόνια. Ο ίδιος είναι συνιδιοκτήτης σε αυτή εδώ και 25 χρόνια. Είχε διατελέσει και ο ίδιος διαχειριστής της πολυκατοικίας για κάποια χρονική περίοδο όπως και άλλοι πριν από την σημερινή διαχειρίστρια. Ανέφερε ότι η πολυκατοικία διαθέτει κανονισμούς λειτουργίας και ειδικότερα ως προς τα ζητήματα εκλογής διαχειριστικής επιτροπής η οποία αποτελείται από τον διαχειριστή και ένα βοηθό. Σχεδόν κάθε χρόνο γίνεται Γενική Συνέλευση των ενοίκων και εκλέγεται νέος διαχειριστής. Τα τελευταία 4 - 5 χρόνια παραμένει η ίδια η ενάγουσα ως διαχειρίστρια η οποία είχε διαφορετικούς βοηθούς χωρίς ο ίδιος να έχει διατελέσει ποτέ βοηθός της. Ο ίδιος τυγχάνει ενημέρωσης για όσα αφορούν τα της πολυκατοικίας από την ενάγουσα στις Γενικές Συνελεύσεις των ενοίκων που κατά καιρούς συγκαλούνται. Γνωρίζει το διαμέρισμα που είχαν οι εναγόμενοι ως το ρετιρέ στο πρώτο συγκρότημα. Σε αυτό όταν ο ίδιος είχε αγοράσει το δικό του ήδη διέμεναν οι εναγόμενοι. Δεν θυμόταν πότε το είχε ενοικιάσει ο ενοικιαστής από τους εναγόμενους ούτε και γνωρίζει πότε ο ίδιος ενοικιαστής το αγόρασε και έτσι δεν γνωρίζει αν αυτό έγινε πριν ή μετά την έγερση της παρούσας αγωγής. Ανέφερε ότι λήφθηκαν δικαστικά μέτρα για την άρση της παρανομίας από την Πολεοδομία και υπάρχουν εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες. Ως διαχειριστική επιτροπή δεν πήραν δικαστικά μέτρα εναντίον του σημερινού ιδιοκτήτη για αποζημιώσεις, ο οποίος όμως, κατά την άποψη του, δεν ευθύνεται και εν πάση περιπτώσει αρνείται οποιανδήποτε δική του ευθύνη. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν λήφθηκαν μέτρα για άρση της παρανομίας εναντίον του σημερινού ιδιοκτήτη του διαμερίσματος. Σε υποβολή ότι δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι γνωρίζει όλα τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση αλλά από την άλλη να μη γνωρίζει αν λήφθηκαν μέτρα εναντίον του σημερινού ιδιοκτήτη του διαμερίσματος, ανέφερε ότι εκείνο που δεν γνωρίζει είναι αν λήφθηκαν μέτρα εναντίον του σημερινού ιδιοκτήτη και αυτό οφείλεται στο ότι δεν συμμετείχε στις τελευταίες Γενικές Συνελεύσεις των ενοίκων λόγω της απουσίας του για επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Δεν γνωρίζει τι ενοίκιο έπαιρναν οι εναγόμενοι όταν ενοικίαζαν το διαμέρισμα τους. Τις μετατροπές στο διαμέρισμα τις έκαμαν οι εναγόμενοι όταν διαχειριστής του συγκροτήματος ήταν ο 1ος εναγόμενος και με αυτές το είχαν ενοικιάσει. Πιστεύει ότι το ενοίκιο που εισέπρατταν οι εναγόμενοι ήταν μεγαλύτερο λόγω της αύξησης του εμβαδού του διαμερίσματος τους με την κατασκευή προσθηκών. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η κα Ραφαήλ στην αγόρευση της για την ενάγουσα αναφέρθηκε στην προσφερθείσα μαρτυρία και ειδικότερα το περιεχόμενο της συμφωνίας η οποία αποτελεί την βάση της αγωγής της. Το ποσό που διεκδικεί η ενάγουσα υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της πολυκατοικίας καθορίζεται στην εν λόγω συμφωνία ως ποινική ρήτρα και ρητά αναγνωρίζεται ως εύλογο και δίκαιο. Όπως η ίδια συνόψισε την αγόρευση της αυτή επικεντρώθηκε στο ζήτημα της αναγνώρισης της ποινικής ρήτρας από το κυπριακό δίκαιο, στις αρχές που τη διέπουν, στη δυνατότητα επιδίκασης εύλογης αποζημίωσης που δεν υπερβαίνει το ποσό που καθορίζεται από την ποινική ρήτρα ακόμα και σε περίπτωση μη απόδειξης πραγματικής ζημιάς, αλλά τουλάχιστον κατόπιν απόδειξης γενικών ζημιών. Εισηγήθηκε στο τέλος ότι έχουν αποδειχθεί γενικές ζημιές οι οποίες υπό τις περιστάσεις δικαιολογούνται στο ποσό που αξιώνεται με την έκθεση απαιτήσεως. Ο κ. Λουκαίδης στη δική του αγόρευση χαρακτήρισε την αγωγή ως εντελώς αβάσιμη. Εισηγήθηκε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που στη συνέχεια ανέλυσε. Διερωτήθηκε κατ΄αρχή κατά πόσο υπάρχει παραβίαση συμφωνίας. Αναλύοντας τη μαρτυρία που υπάρχει επί του ζητήματος αυτού κατέληξε ότι η συμφωνία θα υλοποιείτο με τη λήξη της εκμίσθωσης που ίσχυε όταν είχε συναφθεί η συμφωνία και την αποχώρηση του μισθωτή από το μίσθιο. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε εφόσον ο μισθωτής δεν έφυγε από το μίσθιο αλλά το αγόρασε. Έτσι οι εναγόμενοι δεν είχαν την δυνατότητα να εισέλθουν στο μίσθιο που κατείχε κάποιο τρίτο πρόσωπο και να αρχίσουν να χαλούν τα αυθαίρετα κτίσματα. Επομένως, η επίδικη συμφωνία, εφόσον δεν προβλέφθηκε η περίπτωση πώλησης του διαμερίσματος, κατά την άποψη του είναι αόριστη και ως τέτοια θα πρέπει να λειτουργήσει σε βάρος αυτού που τη συνέταξε και την επικαλείται. Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το πότε πωλήθηκε το διαμέρισμα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο μισθωτής δεν έφυγε από το διαμέρισμα και επομένως δεν εκπληρώθηκε όρος της συμφωνίας καθώς δεν αποδείχθηκε ότι το διαμέρισμα αγοράστηκε μετά τις 30.11.
- Εισηγήθηκε ακολούθως ότι αν βρεθεί ότι υπήρξε παράβαση της συμφωνίας θα πρέπει να εξετασθεί ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της παράβασης. Η άποψη του είναι ότι δεν αποδείχθηκε ζημιά οπότε και γι΄αυτόν τον λόγο θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή. Εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο εφόσον η συμφωνία έγινε στην Ελλάδα και αφορά ακίνητο στην Ελλάδα θα έπρεπε κατά την άποψη του να είχε δικογραφηθεί ο ξένος νόμος και να αποδεικνύεται με μαρτυρία. Με αναφορά σε διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου και σχετικής νομολογίας, εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε να είχε αποδειχθεί ζημιά για να επιδικασθούν αποζημιώσεις, διαφορετικά το μόνο που μπορεί να επιδικασθεί όταν δεν αποδεικνύεται ζημιά είναι ένα μικρό ποσό ως ονομαστικές αποζημιώσεις που δεν είναι όμως η παρούσα περίπτωση. Τέλος, ανέφερε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και γιατί πήραν νομικά μέτρα και εναντίον του νυν κατόχου του διαμερίσματος και έτσι δεν μπορούν να αποζημιωθούν δύο φορές. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Γκικάκη που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Η αντεξέταση του, από ό,τι αντιλήφθηκα, δεν αποσκοπούσε στο να πληγεί η αξιοπιστία του αλλά να δημιουργήσει αμφιβολίες περί της γνώσης του των λεπτομερειών που τυχόν θα είχαν κάποια σημασία για την κρίση επί της διαφοράς που επικαλείται η ενάγουσα. Ήταν δε φανερό ότι η γνώση του για τα γεγονότα που αφορούν την επικαλούμενη διαφορά της ενάγουσας με τους εναγόμενους ήταν αποσπασματική. Προερχόταν αποκλειστικά και μόνο από την ενημέρωση που τύγχανε από την ενάγουσα εφόσον ο ίδιος μεταξύ άλλων, τα τελευταία τρία τουλάχιστον χρόνια, λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων αδυνατούσε να εμφανιστεί στις Γενικές Συνελεύσεις των ενοίκων της πολυκατοικίας, αλλά και η προηγούμενη εμπλοκή του στα της διαχείρισης της πολυκατοικίας δεν προσδιορίστηκε χρονικά, ούτε εξειδικεύτηκε αλλά παρέμεινε νεφελώδης. Η ενημέρωση του, όπως παραδέχθηκε προερχόταν αποκλειστικά από όσα του έλεγε η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας. Δεν γνώριζε πότε ανεγέρθηκαν οι παράνομες προσθήκες στο διαμέρισμα που κατείχαν και ήταν ιδιοκτήτες οι εναγόμενοι. Ανέφερε ότι αυτές έγιναν την εποχή που ο εναγόμενος 1 ήταν διαχειριστής χωρίς να προσδιορίζεται χρονικά πότε είχαν γίνει. Δεν αναφέρθηκε στο γεγονός, το οποίο όμως αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 το οποίο ο ίδιος κατάθεσε, για τις προσθήκες που διενήργησε το 1998 ο τότε μισθωτής και σημερινός ιδιοκτήτης του διαμερίσματος το οποίο και οδήγησε ακόμα και την αρμόδια αρχή σε σύγχυση. Διερωτώμαι συνεπεία αυτού του γεγονότος πως θεωρεί τον κ. Τοπιντζή άμοιρο ευθυνών των επεμβάσεων που έγιναν στο επίδικο διαμέρισμα. Από τη μια ανέφερε ότι εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες εναντίον του νυν ιδιοκτήτη και κατόχου του διαμερίσματος και από την άλλη ότι δεν γνώριζε αν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του, τον οποίο εξάλλου τον θεωρούσε, όπως ανέφερε, άμοιρο ευθυνών. Δεν γνώριζε επίσης πότε οι εναγόμενοι είχαν ενοικιάσει το διαμέρισμα τους και πότε το είχαν πωλήσει στον σημερινό ιδιοκτήτη του, γεγονότα που κατά την άποψη μου εύκολα θα μπορούσε να πληροφορηθεί από τον γείτονα του σημερινό ιδιοκτήτη του διαμερίσματος και τότε ενοικιαστή, ο οποίος εξάλλου έχει και συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης ως ιδιοκτήτης πλέον και ο ίδιος οικιστικής μονάδας επί της πολυκατοικίας. Η μαρτυρία του ήταν ασαφής, αόριστη, νεφελώδης και σε πολλά ουσιώδη ζητήματα εξ ακοής χωρίς να δοθεί καμιά εξήγηση για τη μη εμφάνιση της ίδιας της ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία παρουσιάζεται να έχει πρωτογενή γνώση και αντίληψη των γεγονότων (βλ. Άρθρο 27 παρ. 1, 2 και 3 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9). Η αναφορά του σε προβλήματα που έχουν προκληθεί στους υπόλοιπους ενοίκους της πολυκατοικίας συνεπεία της ανέγερσης των παράνομων κατασκευών, χωρίς άλλη μαρτυρία από ειδικό εκτιμητή, παρέμεινε αόριστη και χωρίς καμιά αποδεικτική αξία. Για τους λόγους αυτούς η μαρτυρία του κρίνεται ανεπαρκής και επισφαλής σε βαθμό που δεν βοηθά το Δικαστήριο στο να εξαγάγει οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Στη συνέχεια θα εξετάσω τα δύο έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2 εκ μέρους της ενάγουσας. Από τα δικόγραφα και από τις τελικές εισηγήσεις των δύο πλευρών προκύπτει ότι δεν δόθηκε σημασία στη νομική εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας. Το ερώτημα που κατά την άποψη μου θα πρέπει πρωταρχικά να απαντηθεί είναι η νομική εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας με βάσει τις νομοθετικές μας διατάξεις και τη νομολογία που διέπει αυτό το ζήτημα (βλ. Ιωάννου κ.ά. v. Μουσκαλλή κ.ά,
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1595, Αθηνοδώρου κ.ά. v. Κωνσταντίνου,
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 615). Είναι καθήκον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση Ιωάννου κ.ά v. Μουσκαλλή κ.ά., εάν διαπιστώσει γεγονός παρανομίας, αυτεπάγγελτα να αρνηθεί να δώσει θεραπεία σ΄αυτόν που την ζητά. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα κρίνει και την αναγκαιότητα ή μη της εξέτασης των υπόλοιπων ζητημάτων στα οποία επικεντρώθηκε η προσοχή των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών τους εισηγήσεων. Είναι γεγονός ότι με την Υπεράσπιση δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί παράνομης συμφωνίας. Ο δικογραφημένος ισχυρισμός ότι ¨Η ισχυριζόμενη ποινική ρήτρα είναι εν πάση περιπτώσει άκυρη ως αντιβαίνουσα προς τις διατάξεις του Νόμου¨, αφήνει κατά την άποψη μου άθικτη την εγκυρότητα της ίδιας της έγγραφης συμφωνίας αν και η εγκυρότητα ή όχι της ίδιας της ποινικής ρήτρας αποτελεί την πεμπτουσία της διαφοράς. Στη συνέχεια θα εξετάσω τη σημασία που μπορεί να ενέχει το γεγονός της μη δικογράφησης και προβολής ισχυρισμού περί παράνομης συμφωνίας και αν μπορεί να με απασχολήσει αυτό το ζήτημα σε αυτό το στάδιο της έκδοσης της απόφασης. Κατατοπιστική επί του θέματος είναι η απόφαση στην Ιωάννου κ.ά v. Μουσκαλλή κ.ά. (πιο πάνω), όπου για πρώτη φορά το ζήτημα τέθηκε από το ίδιο το Εφετείο. Παραθέτω αυτολεξεί στη συνέχεια το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση σελ. 1599 επ.: ¨Το θέμα της παρανομίας της συμφωνίας δεν ηγέρθη στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε και αποτέλεσε αντικείμενο των λόγων στην ειδοποίηση έφεσης. Το προτείναμε προς συζήτηση εμείς στην αρχή της ακρόασης της έφεσης. Η δικηγόρος των εφεσειόντων μας πληροφόρησε, μόλις έγινε νύξη του θέματος, πως είχε πρόθεση να το εγείρει η ίδια και πως ήταν έτοιμη να το αναπτύξει με αναφορά στη νομολογία, κάτι που όντως έκαμε στην προφορική της αγόρευση. Είναι η γνώμη μας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καθήκον, αφού διαπίστωσε το γεγονός της παρανομίας, αυτεπάγγελτα να αρνηθεί να δώσει θεραπεία σ΄αυτόν που τη ζητούσε, εφόσον ήταν μέτοχος στην παράνομη συναλλαγή. Και οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες ήσαν συμμέτοχοι σ΄ αυτή την παρανομία, στην οποία ουσιαστικά και μόνο στηριζόταν η αξίωση τους. Η αυτεπάγγελτη εξέταση από το Δικαστήριο παρανομίας που παρουσιάζεται ενώπιον του αποτελεί δικαστικό καθήκον, το οποίο απορρέει από την εγγενή φύση της λειτουργίας του ως φύλακας της εφαρμογής του νόμου, που είναι ο πυρήνας της δικαστικής λειτουργίας. Με την πιο πάνω αρχή, που συνοπτικά έχουμε παραθέσει, καταπιάνεται αναλυτικά το Αγγλικό Εφετείο (Willmer, Danckwerts and Diplock, L.JJ.) στην πασίγνωστη υπόθεση Snell v. Unity Finance Ltd [1963] 3 All E.R. p.50. Στην υπόθεση αυτή γίνεται ευρύτατη αναφορά στη νομολογία και υιοθετείται ο γενικός κανόνας ότι το Δικαστήριο όταν, και σε οποιοδήποτε στάδιο, διαπιστώσει παράνομη σύμβαση αρνείται θεραπεία. Ολόκληρη η υπόθεση είναι άκρως ενδιαφέρουσα, ας αρκεστούμε όμως στις πιο κάτω περικοπές. Στη σελ.57 από την απόφαση του Willmer L.J. διαβάζουμε: "In the light of those authorities it seems to me that I was justified in introducing this topic as one of no little difficulty. I see much force in the contention put forward by counsel for the defendants that in a case where the illegality emerges from the evidence (as it does here), and where the court can be plainly satisfied that there has been such an illegality, it should be treated in the same way as want of jurisdiction (as, for instance, under the Rent Acts) was treated in the statement to which I have just referred by the Master of the Rolls. In my judgment counsel for the defendants was right when he submitted in the course of his reply that what we have to do in the present case is to resolve a conflict between two well - established and basic principles. The first principle on which he relies is the principle that the court will not lend its assistance for the purpose of enforcing an illegal contract, once the illegality has come to light and the court is satisfied of the illegality. The principle invoked on the other side is that with which I have been concerned in the last few moments, viz., that appeals from county courts are limited by the rule laid down by the House of Lords in Smith v. Baker & Sons
(30), and limited in such a way as would, it is said, preclude the present appeal. This is not the first time that the court has been asked to resolve a conflict between two well - established principles. Faced with that conflict, I have no doubt as to which is the principle that must prevail. I am satisfied that the principle to which we must give effect is the principle that the court will not lend any assistance to enforce an illegal contract where that illegality has plainly appeared in the evidence. It seems to me that this is just such an exceptional case as was referred to by LORD MOULTON in North - Western Salt Co. Ltd v. Electrolytic Alkali Co. Ltd.
(31)in the passage to which I have already referred, in relation to which he said: «In such a case the court would act upon it», i.e., the illegality to which he had referred." Και στην πρώτη από τις δυο παραγράφους της απόφασης του δικαστή Dankwerts L.J.: "I agree. I need not go through the cases which have been so thoroughly discussed by Willmer, L.J. It seems to me that the rule or practice of the Court of Appeal in not allowing points to be taken which have not been put forward before the county court judge must give way in a case like the present. The plaintiff's evidence clearly proved that a fraudulent device, which was a breach of the Hire - Purchase and Credit Sale Agreements (Control) Order, 1960, was carried out in this case at the instigation of Jackson. That was clearly proved. The requirements of the Order are of statutory effect, just as if they were included in an Act of Parliament." Πρέπει να επισημάνουμε πως αυτή είναι η γενική αρχή που υιοθετείται και εφαρμόζεται και στη δική μας νομολογία. Ενδεικτικά αναφέρουμε την Glamour Development v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R.444. Και στη συνέχεια: ¨Ενόψει των ανωτέρω κρίνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε, εφόσον διαπίστωσε την παρανομία, στη βάση μάλιστα της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι, να αρνηθεί θεραπεία και να απορρίψει την αγωγή τους. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Snell v. Unity Finance Ltd, (ανωτέρω) όταν διαπιστώνεται από το Δικαστήριο παράνομη συναλλαγή, το Δικαστήριο οφείλει αυτεπάγγελτα να επιληφθεί του θέματος με τον ίδιο τρόπο που αυτεπάγγελτα επιλαμβάνεται έλλειψη δικαιοδοσίας: βλ. την απόφαση του Δικαστή Diplock στη σελ.60(D), όπου είπε τα εξής: "It is clear rule of public policy that such points should be taken by the court irrespective of the wishes of the parties and, if not taken by the judge at trial, should be taken of its own initiative by an appellate court." Στην Αθηνοδώρου κ.ά. v. Κωνσταντίνου (πιο πάνω) στη σελ. 620 αναφέρονται τα ακόλουθα: ¨Αναμφισβήτητο είναι ότι ισχυρισμοί για το παράνομο συμφωνίας πρέπει να εγείρονται ειδικά στην υπεράσπιση και να στοιχειοθετούνται με αναφορά στα γεγονότα τα οποία την καθιστούν παράνομη είτε εν τη γενέσει της είτε κατά την εκτέλεση της (βλ. Bullivant v. Att. - Gen. for Victoria
(1901)A.C.196). Παρανομία κατά τη σύναψη ή την εκτέλεση συμφωνίας μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη δικογραφία, εφόσον προκύπτει από τη μαρτυρία ότι η απαίτηση στοιχειοθετείται με αναφορά σ΄αυτή. Με άλλα λόγια όταν η παρανομία αποτελεί αναπόσπαστο στήριγμα των διεκδικήσεων του ενάγοντα (Βλ. Scott v. Brown
(1892)2 Q.B. 724, Bigos v. Bousted
(1951)1 All E.R. 92, North Western Satt Company Limited v. Electrolytic Alkali Company Limited
(1914)A.C.461)". Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη δεν παραμένει αμφιβολία ότι το Δικαστήριο υποχρεούται έστω και αν δεν τέθηκε από τις δύο πλευρές το ζήτημα της νομικής εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας, να το εξετάσει ακόμα και κατά το στάδιο της έκδοσης της απόφασης του εφόσον, κατά την άποψη του, η παρανομία αποτελεί αναπόσπαστο στήριγμα των διεκδικήσεων της ενάγουσας. Η παράθεση στη συνέχεια των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που σχετίζονται με την νομική εγκυρότητα των συμβάσεων καθίσταται αναγκαία: Άρθρο 10 παρ. 1: ¨Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες˙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά ή προφορικά ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών¨. Άρθρο 23: ¨Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από το νόμο˙ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου˙ ή (γ) συνιστά απάτη˙ ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου˙ ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη. Άρθρο 24: ¨Αν οποιοδήποτε μέρος μιας και μόνης αντιπαροχής για ένα ή περισσότερους σκοπούς ή μία οποιαδήποτε αντιπαροχή ή οποιοδήποτε μέρος μιας από περισσότερες αντιπαροχές για ένα και μόνο σκοπό, είναι παράνομος, η συμφωνία είναι άκυρη¨. Το Τεκμήριο 1 που είναι έγγραφο το οποίο κατάθεσε η πλευρά της ενάγουσας είναι αποκαλυπτικό της παρανομίας την οποία θέλησαν με την επίδικη συμφωνία τους οι συμβαλλόμενοι να επιμηκύνουν. Κάτω από τον τίτλο ¨Ιστορικό¨ δίδεται μια σαφής και ολοκληρωμένη εικόνα της παρανομίας η οποία έχει συντελεστεί με την ανέγερση των παράνομων προσθηκών στο δώμα του διαμερίσματος του οποίου ήταν ιδιοκτήτες όταν υπογράφτηκε η συμφωνία οι εναγόμενοι και μισθωτής ο σημερινός ιδιοκτήτης του. Συγκεκριμένα αναφέρεται από την αρμόδια αρχή ότι είχε ξεκινήσει ήδη από τον Μάρτιο του 1991 από τους εναγόμενους η ανέγερση παράνομων προσθηκών όπως αυτές διαπιστώθηκαν και επιβεβαιώθηκαν μετά από τη διενέργεια αυτοψίας από την αρμόδια τοπική αρχή του Δήμου Βουλιαγμένης Αττικής στην Ελλάδα οι οποίες προσθήκες υπερέβαιναν τον συντελεστή δόμησης του οικοπέδου. Αργότερα περί το 1998 υπήρξε καταγγελία για εκτέλεση νέων αυθαίρετων εργασιών και επεκτάσεων επί του δώματος του ίδιου διαμερίσματος τις οποίες διενήργησε αυτή τη φορά ο τότε μισθωτής του διαμερίσματος κ. Λεωνίδας Τοπιντζής. Για τις εν λόγω αυθαίρετες και παράνομες οικοδομές σύμφωνα με την ίδια έκθεση εκδόθηκαν κατά καιρούς από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές διατάγματα κατεδάφισης. Πέραν αυτού φαίνεται από το εν λόγω ιστορικό ότι ο τότε ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, κατονομάζεται δε μόνο ο 1ος εναγόμενος, ενήργησε κακόπιστα και εξασφάλισε κάποια καλυπτική άδεια για μέρος των αυθαίρετων κατασκευών η οποία στη συνέχεια ανακλήθηκε όταν διαπιστώθηκε ότι εξασφαλίστηκε κατά παράβαση των οικοδομικών κανονισμών, αφού είχαν παρουσιαστεί διαφορετικά τα πράγματα σε σχέση με την υπέρβαση που παρατηρήθηκε με τον συντελεστή δόμησης εκ μέρους του 1ου εναγόμενου όταν υπέβαλε σχετική αίτηση για έκδοση καλυπτικής άδειας. Ούτε και συμμορφώθηκε με υποδείξεις της αρμόδιας αρχής για παράδοση σ΄αυτή του στελέχους της άδειας οικοδομής που εξασφάλισε κατά τον πιο πάνω τρόπο όταν ειδοποιήθηκε ότι είχε ανακληθεί. Τις πιο πάνω πράξεις της αρμόδιας αρχής ο 1ος εναγόμενος δεν τις προσέβαλε ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων και έτσι η αρμόδια αρχή εξέδωσε πρωτόκολλο κατεδάφισης των αυθαίρετων οικοδομών το οποίο ο 1ος εναγόμενος επίσης δεν προσέβαλε. Εναντίον δε της απόφασης που λήφθηκε περί τον Οκτώβριο του 2005 με την οποία καθορίστηκε ημερομηνία κατεδάφισης των αυθαιρέτων κατασκευών του δώματος καταχωρήθηκε αίτηση ακυρώσεως στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά εκ μέρους του κ. Λ. Τοπιντζή ο οποίος σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο φέρεται να γνώριζε όλα τα πιο πάνω και ο οποίος στο μεταξύ φαίνεται ότι κατέστη ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος. Σημειώνω ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τη τύχη της εν λόγω αίτησης ακυρώσεως και ο Μ.Ε. κ. Γκικάκης δεν ανέφερε τίποτε περί αυτού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι στην εν λόγω συμφωνία γνώριζαν τα πιο πάνω γεγονότα εφόσον φαίνεται από το Τεκμήριο 1 ότι κάποιες από τις διερευνήσεις της αρμόδιας αρχής γίνονταν ύστερα από παραστάσεις της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας και επομένως ο κ. Χρήστος Πισιώτης που υπέγραψε το συμφωνητικό έγγραφο ως ο τότε διαχειριστής της πολυκατοικίας θα πρέπει να γνώριζε όλα τα γεγονότα που περιέβαλλαν την υπόθεση. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στη παρ. 1, η συμφωνία έγινε ¨Προκειμένου να παύσουν οι οποιεσδήποτε έριδες έχουν δημιουργηθεί μεταξύ των ¨συνιδιοκτητών¨- εναγόμενων - και των ιδιοκτητών των άλλων οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας.¨. Ένας δε από τους συμβαλλόμενους στο επίδικο συμφωνητικό έγγραφο με ημερομηνία 11.02.2000 (Τεκμήριο 1) φέρεται να είναι ο κ. Λ. Τοπιντζής ο οποίος καλείται στο εν λόγω έγγραφο ως ¨Ο Μισθωτής¨ και κατείχε για κάποιο χρονικό διάστημα μετά την υπογραφή του εγγράφου με την πιο πάνω ιδιότητα και είναι σήμερα ο ιδιοκτήτης του. Η περιγραφή των γεγονότων, όπως αυτά καταγράφονται στο Τεκμήριο 1, καταδεικνύει ότι εκείνο το οποίο επιχειρήθηκε να γίνει με τη σύναψη του επίδικου ιδιωτικού συμφωνητικού εγγράφου (Τεκμήριο 2), επί του οποίου ερείδεται και η αξίωση της ενάγουσας, ήταν να παρακάμψουν οι συμβαλλόμενοι τις νόμιμες και ήδη τροχιοδρομηθείσες διαδικασίες από την αρμόδια τοπική αρχή στην Ελλάδα για την κατεδάφιση των παράνομων προσθηκών και όλα τα μέρη θα αποκόμιζαν με αυτό τον τρόπο οικονομικό όφελος από τη διατήρηση αυτής της παράνομης κατάστασης. Προς επίρρωση της άποψης μου περί της έκδηλα παράνομης συμφωνίας παραθέτω στη συνέχεια αυτούσια την παράγραφο 6 του εν λόγω εγγράφου: ¨Παρ. 6. Από την υπογραφή του παρόντος και έως την 30η Νοεμβρίου 2004 δεν θα γίνει καμία δικαστική ενέργεια από το ¨διαχειριστή¨ ή οποιονδήποτε άλλον ήθελε διοριστεί από τους συνιδιοκτήτες στο μέλλον διαχειριστής, ως εκπρόσωπο όλων των συνιδιοκτητών του ακινήτου, κατά των ¨συνιδιοκτητών¨ που να έχει σχέση με τη παρούσα συμφωνία. Τα μέρη συμφωνούν ρητά ότι στο μεσοδιάστημα αυτό διακόπτεται η παραγραφή ή οποιαδήποτε τυχόν αποσβεστική προθεσμία του δικαιώματος των λοιπών συνιδιοκτητών να ζητήσουν δικαστικά τη συμμόρφωση των ¨συνιδιοκτητών¨ και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθεί ως παραίτηση οποιουδήποτε νόμιμου δικαιώματος τους. Σε περίπτωση παράβασης των όρων του παρόντος από τους ¨συνιδιοκτήτες¨ ο χρόνος παραγραφής θα ξεκινήσει από την 1η Δεκεμβρίου 2004¨. Ήδη όπως αναγνωρίζεται στη παρ. 5 του ίδιου εγγράφου η διαχειριστική επιτροπή έχει εξασφαλίσει ένα σημαντικό ποσό τόσο από τους εναγόμενους όσο και από τον μισθωτή τους, το οποίο υπολογίστηκε με βάση το αυξημένο πλέον εμβαδόν του επίδικου διαμερίσματος με τις παράνομες προσθήκες και αυτό θα συνεχιζόταν και μέχρι τη λήξη της επίδικης συμφωνίας. Με την επίδικη συμφωνία επιχειρήθηκε έντεχνα παράκαμψη της δημόσιας πολιτικής η οποία εκφραζόταν με διατάγματα κατεδάφισης αυθαίρετων και παράνομων κατασκευών από την αρμόδια τοπική αρχή και θα παρατεινόταν μια παράνομη κατάσταση προς εξασφάλιση οικονομικού οφέλους από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. Διερωτώμαι όμως εάν οι εναγόμενοι τηρούσαν τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας καταβάλλοντας την ποινική ρήτρα τι θα γινόταν. Θα καθησύχαζαν οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας και η διαχειριστική τους επιτροπή και θα ανέχονταν μια παράνομη κατάσταση να διαιωνίζεται με το ανάλογο βέβαια οικονομικό όφελος; Δεν θα συνέχιζε η διατήρηση μιας κατάστασης που θα αντέβαινε τη δημόσια πολιτική η οποία επιτάσσει ότι οι συντελεστές δόμησης των οικοπέδων θα πρέπει να τηρούνται προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος; Με αυτά ως δεδομένα δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι επρόκειτο για μια παράνομη συμφωνία η οποία αντιβαίνει στη δημόσια πολιτική και αυτό στο πλαίσιο του σεβασμού και αλληλεγγύης που πρέπει να διέπει τις σχέσεις των αρχών των διαφόρων κρατών και εν προκειμένου της Κύπρου και Ελλάδας. Η συμφωνία ως παράνομη ήταν εξ υπαρχής άκυρη και δεν παρέχει έρεισμα για αξιώσεις και θεραπείες όπως αυτές αξιώνονται από την ενάγουσα. Καταλήγω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τις αξιώσεις της ή ότι δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία. Για όλους τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω οι αξιώσεις της απορρίπτονται. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια σε σχέση με το ζήτημα της επιδίκασης των εξόδων θα λάβω υπόψη μου τους ακόλουθους δύο παράγοντες: Κατ΄ αρχή για τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων συνέβαλαν και οι δύο πλευρές συνάπτοντας μια συμφωνία με έκδηλα παράνομο σκοπό και δεύτερον, λόγω του ότι οι εναγόμενοι αν θεωρηθεί ότι είναι οι κερδισμένοι λόγω της απόρριψης των αξιώσεων της ενάγουσας, φαίνεται ότι επεδίωξαν και πέτυχαν οικονομικό όφελος με την είσπραξη μεγαλύτερου ενοικίου συνεπεία των αυθαίρετων και παράνομων προσθηκών που έκαμαν στο διαμέρισμα τους και με την επίδικη συμφωνία προσπάθησαν να κερδίσουν και επεκτείνουν το χρόνο συνέχισης της παρανομίας τους και όταν βρέθηκαν μπροστά στην επικείμενη πλέον αναγκαστική κατεδάφιση των παράνομων προσθηκών, πώλησαν το διαμέρισμα απεκδιδόμενοι κατ΄αυτόν τον τρόπο των ευθυνών τους. Επομένως έχοντας επιδείξει τέτοια συμπεριφορά δεν μπορούν να προσδοκούν ότι θα επωφεληθούν με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Η κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. (Υπογραφή)............................................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο