Ελληνικής Τραπέζης (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Χριστόφορος Ολύμπιος Τουμάζου Λτδ. κ.α., Συν. Αγωγές: 403/05 1817/05, 26 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Συν. Αγωγές: 403/05 1817/05 Μεταξύ: Ελληνικής Τραπέζης (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ., Εναγόντων και
- Χριστόφορος & Ολύμπιος Τουμάζου Λτδ.
- Χριστόφορος Τουμάζου,
- Αγγελική Τουμάζου,
- Ολύμπιος Τουμάζου,
- Τρύφωνας Νικόλα, 6.Ανδρη Τουμάζου Εναγομένων ΚΑΙ ΜΕ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ 1 . Χριστόφορος & Ολύμπιος Τουμάζου Λτδ.
- Χριστόφορος Τουμάζου,
- Αγγελική Τουμάζου,
- Ολύμπιος Τουμάζου, 5.Τρύφωνας Νικόλα,
- Ανδρη Τουμάζου Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες και
- Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
- Ελληνικής Τράπεζας Λτδ., Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων. Aίτηση ημερ. 1/12/09 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης. 26 Φεβρουαρίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές/Εναγόμενους 1-6: Ο κ. Α.Δημητριάδης. Για Καθ΄ ων η Αίτηση/Ενάγοντες: Ο κ. Α.Κουμής με την κα Παπαξενοπούλου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές/Εναγόμενοι 1-6 ζητούν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 21.10.09 μέχρι εκδικάσεως της εφέσεως στην πιο πάνω αγωγή. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.35 θθ.18/19, Δ.40 θ.7(b), Δ.40, θ.11, Δ.59 θ.35 και Δ.48 θθ. 1, 8
(1)( ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Αρθρα 30
(1)και
(2)του Συντάγματος και αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και στη γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκο δήλωση του Εναγομένου 2 στην οποία αναφέρει, βασικά, τα εξής: · Στις 21.10.09 εκδόθηκε απόφασης την πιο πάνω αγωγή και την 1.12.09 οι Εναγόμενοι 1-6 καταχώρησαν έφεση. Σύμφωνα με τους δικηγόρους τους έχουν καλή υπόθεση για επιτυχία της πιο πάνω έφεσης. · Η εκτέλεση της απόφασης θα οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή του Εναγόμενου με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να προωθήσουν τις εφέσεις τους στο Ανώτατο Δικαστήριο. Η οικονομική τους κατάσταση δεν τους παρέχει τη δυνατότητα να αποπληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος και/ή τα έξοδα και/ή να παράσχουν οποιαδήποτε ασφάλεια γι΄ αυτά και ή παράδοση των επιδίκων οχημάτων θα οδηγήσει σε τερματισμό των δραστηριοτήτων της Εναγομένης 1. · Οι ενάγοντες πιεστικά απαιτούν από τους Εναγομένους την άμεση παράδοση σ΄ αυτούς των επιδίκων οχημάτων καθώς και την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων. · Η άρνηση αναστολής της πρωτόδικης απόφασης θα εξουδετέρωνε ουσιαστικά το δικαίωμα της έφεσης καθιστώντας την άνευ αντικειμένου και συνεπώς θα ισοδυναμούσε με άρνηση δικαιοσύνης. · Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε βάρος των Εναγομένων θα στερήσει τη δυνατότητα των Εναγομένων να θέσουν την υπόθεση τους ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ εκ μέρους Εναγομένου 2. Οι Αιτητές-Εναγόμενοι με άδεια του Δικαστηρίου καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση από μέρους του Εναγομένου 2 στην οποία, όπως μπορεί να συνοψισθεί, αναφέρονται τα εξής: · H έφεση των Εναγομένων εγείρει σοβαρά θέματα προς εκδίκαση για εικονική σύμβαση ενοικιαγοράς η οποία αφορά συναλλαγή η οποία έχει όλα τα τυπικά εξωτερικά γνωρίσματα μιας τριμερούς σύμβασης ενοικιαγοράς αλλά η οποία, στην πραγματικότητα, δεν είναι τίποτε άλλο από συγκεκαλυμμένη συμφωνία δανείου. Συγκεκριμένα: (
- i)Τα αντικείμενα ενοικιαγοράς ουδέποτε ήταν στην κατοχή και/ή ιδιοκτησία του δήθεν πωλητή και ουδέποτε ήλθαν στην κατοχή των Εναγόντων. Η Εναγομένη εταιρεία, Εναγόμενοι 1, ήταν καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο απόλυτος ιδιοκτήτης και κάτοχοι των αντικειμένων της ενοικιαγοράς και ουδέποτε αποξενώθηκε. (
- ii)Η απόδειξη της εικονικότητας της συναλλαγής, που είναι αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, μπορεί να αποδειχθεί με βάση την έγγραφη αποδεκτή μαρτυρία που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. (iii) Ο εναγόμενος υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους έφεσης που επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. · Το Δικαστήριο πρέπει να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων των Εναγόντων μέχρι εκδίκασης της έφεσης χωρίς να επιβάλει οιουσδήποτε όρους για να μπορέσουν οι Εναγόμενοι να υπερασπισθούν από δόλιες και/ή απατηλές ενέργειες και/ή παραλείψεις των Εναγόντων. Αν το Δικαστήριο επιβάλει οιουσδήποτε όρους, αυτοί θα είναι ιδιαίτερα επαχθείς και τιμωριτικοί και ουσιαστικά θα αναιρούν το δικαίωμα υπεράσπισης που έχουν οι Εναγόμενοι καθώς και το δικαίωμα τους να ακουστούν από το Εφετείο. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται βασικά στην ίδια νομική βάση ως και η αίτηση. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: · Δεν μπορούν οι Εναγόμενοι να ζητήσουν αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης γιατί δεν έχουν συμμορφωθεί μέχρι σήμερα με τα διατάγματα του Δικαστηρίου ημερ. 21/10/09 για να παραδώσουν τα οχήματα που αναφέρονται. · Οι εναγόμενοι έρχονται στο Δικαστήριο και ζητούν τις παρούσες θεραπείες παρακούοντες και περιφρονούντες το διάταγμα του Δικαστηρίου. · Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη. · Η καταχώρηση έφεσης εναντίον απόφασης Δικαστηρίου δεν επενεργεί ως αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. · Οι προβαλλόμενοι λόγοι αναστολής εκτέλεσης της απόφασης δεν αποτελούν λόγο αναστολής. · Πουθενά οι Εναγόμενοι δεν αναφέρονται στους λόγους έφεσης. · Οι Εναγόμενοι επιδιώκουν την αποφυγή της πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων αφού δεν μπορούν να παράσχουν οποιαδήποτε ασφάλεια στους Ενάγοντες γεγονός που ισοδυναμεί με άρνηση τους να παραδώσουν τα επίδικα οχήματα και να πληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους. · Οι Εναγόμενοι επιδιώκουν να αποστερήσουν τους Ενάγοντες τους καρπούς της επιτυχίας τους. · Οι προβαλλόμενοι λόγοι και ισχυρισμοί των Εναγομένων έχουν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και απερρίφθησαν ως αναξιόπιστοι. Η ένσταση των Εναγόντων συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γιώργου Σιεκκιρή οι οποίοι είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων στην οποία αφού αναφέρεται στο περιεχόμενο της απόφασης του Δικαστηρίου και στην επίδοση στους Εναγόμενους του διατάγματος ημερ. 21/10/09 όπως και στο γεγονός ότι δεν υπήρξε στη συνέχεια συμμόρφωση από τους Εναγομένους, βασικά επαναλαμβάνει και υιοθετεί σε κάποια μεγαλύτερη έκταση τους λόγους ένστασης. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι δεν έχουν προοπτική επιτυχίας οι Εναγόμενοι στην έφεση τους η οποία στρέφεται ουσιαστικά εναντίον της αξιοπιστίας τους και ότι αυτό που επιδιώκουν ουσιαστικά είναι να καθυστερήσουν και/ή να αναστείλουν την πληρωμή των επιδικασθέντων ποσών και εξόδων. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κ. Δημητριάδης εκ μέρους των Αιτητών-Εναγομένων ανέφερε εν πρώτοις ότι, ακόμα θεωρηθεί ότι έγινε επίδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 24.10.09, όπως ισχυρίζεται ο Γιώργος Σιεκκιρή εκ μέρους των Εναγόντων/Καθ΄ ων η αίτηση γεγονός που αμφισβητούν οι Εναγόμενοι, οι Εναγόμενοι δεν έχουν επιδείξει ανυπακοή προς αυτό, .. παρέλειψαν να συμμορφωθούν σ΄ αυτό. Επικαλέστηκε προς τούτο τις πρόνοιες του άρθρου 31 (δ) του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.1 για να υποστηρίξει ότι όταν πράξει ή διαδικασία διατάττεται να λάβει χώρα εντός χρόνου που δεν υπερβαίνει τις έξι μέρες απαιτούνται 5 καθαρές ημέρες οι οποίες έληγαν την 1.12.09 κατά την οποία καταχωρήθηκε η αίτηση για προσωρινό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης ημερ. 21/10/09 και στη συνέχεια το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης με αποτέλεσμα η ισχύς του διατάγματος ημερ. 21.10.09 να έχει ανασταλεί. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι οι Αιτητές-Εναγόμενοι δεν ευρίσκονται σε ανυπακοή. Οσον αφορά τις αρχές που διέπουν την υπό κρίση αίτηση ο συνήγορος αφού αναφέρθηκε σε σχετική επί του θέματος νομολογία αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης για να τονίσει ότι η έφεση των Εναγομένων εγείρει σοβαρά θέματα προς εκδίκαση και συγκεκριμένα ζήτημα εικονικής σύμβασης ενοικιαγοράς η οποία στην πραγματικότητα επρόκειτο για συγκεκαλυμμένη συμφωνία δανείου κάτι το οποίο μπορεί, όπως υποστήριξε, ότι το εξ αποφάσεως χρέος και τα έξοδα με βάση την πρωτόδικη απόφαση είναι υπέρογκα για τους αιτητές και η εκτέλεση τους θα τους οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να προωθήσουν τις εφέσεις τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι δεν υπάρχει η ευχέρεια αποπληρωμής και/ή παροχής περαιτέρω ασφάλειας και ότι η άρνηση αναστολής της πρωτόδικης απόφασης θα εξουδετέρωνε ουσιαστικά το δικαίωμα της έφεσης. Επεσήμανε ακόμη ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης επιβάλλοντας όρους αυτό ουσιαστικά θα αναιρούσε το δικαίωμα υπεράσπισης των Εναγομένων. Τέλος ο κ. Δημητριάδης ανέφερε ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι εκδίκασης της έφεσης. Ο κ. Κουμής εκ μέρους των Εναγόντων-Καθ΄ ων η αίτηση επεσήμανε εν πρώτοις το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι, μέχρι σήμερα, δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι της απαίτησης και των εξόδων και ότι ευρίσκονται σε παρακοή δικαστικού διατάγματος για την παράδοση των οχημάτων που καθορίζονται στο εν λόγω διάταγμα. Τόνισε δε ότι κατά κανόνα, με βάση τη σχετική νομολογία, αυτοί που βρίσκονται σε παρακοή δεν ακούονται από το Δικαστήριο. Στη συνέχεια ο συνήγορος αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτού του είδους και σε σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να τονίσει ότι η έφεση δεν αναστείλει την πρωτόδικη απόφαση ούτε μειώνει το κύρος της, ενώ οι πιθανότητες επιτυχίας σε έφεση συνιστούν οριακό παράγοντα. Τόνισε ακόμη ότι οι οικονομικές δυσχέρειες των Εναγομένων που τους .. να αδυνατούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους δεν συνιστά λόγο για χορήγηση της αιτούμενης αναστολής. Ηταν η τελική θέση του συνηγόρου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την υπό κρίση αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό κρίση Αίτηση, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, στηρίζεται στη Δ.35 θ.18 η οποία έχει ως ακολούθως: «18. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from the Court of Appeal or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.» Το νομικό πλαίσιο που διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάσει της Δ.35 θ.18 έχει αναλυθεί και επεξηγηθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή εκτέλεσης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης είναι πρώτον, η διασφάλιση της οριστικότητας (finality) των αποφάσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου με παράλληλο γνώμονα την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του διαδίκου υπέρ του οποίου εκδόθηκε και δεύτερο, η εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Όπως έχει πάγια νομολογηθεί η καταχώρηση έφεσης δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.35 θ.18. Περαιτέρω, όπως πάλι έχει κατ' επανάληψη τονιστεί στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης από τη μια και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από την άλλη συνιστούν τους παράγοντες που, κατά κύριο λόγο, επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσον και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του Εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου[1]. Περαιτέρω για να δικαιολογείται αναστολή απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης θα πρέπει να υπάρχουν ειδικές περιστάσεις[2] Η Δ.35 θ.18 δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να αναστέλλει τη διαδικασία γενικά. Με άλλα λόγια η Δ.35 θ.18 δεν δίδει εξουσία για αναστολή συνέχισης εκκρεμούσας διαδικασίας αγωγής αλλά μόνο για διαδικασία εκτέλεσης προς ικανοποίηση αυτοτελούς αποφάσεως[3]. Οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής. Αν γινόταν δεκτή αυτή η πρόταση ως θέμα αρχής τότε οι επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε μακρούς δικαστικούς αγώνες, θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης[4]. EΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές προχωρώ να εξετάσω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Επισημαίνω ευθύς εξ αρχής ότι ο μόνος λόγος που προβάλλεται από πλευράς Αιτητών-Εναγομένων προς το σκοπό εξασφάλισης αναστολής εκτέλεσης της επίδικης απόφασης είναι η οικονομική τους κατάσταση και η αδυναμία τους να αποπληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος και έξοδα. Όπως ήδη αναφέρθηκε στη νομική πτυχή πιο πάνω δεν μπορούν να αποτελούν λόγο για την χορήγηση αναστολή εκτέλεσης απόφασης οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη και η αδυναμία του να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος. Με άλλα λόγια αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη θέση ότι εκεί όπου η οικονομική κατάσταση των Αιητών είναι τέτοια που δεν μπορούν να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος, η μη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ισοδυναμεί με άρνηση δικαιοσύνης και καθιστά την άσκηση του δικαιώματος έφεσης ατελέσφορη. Αν γινόταν δεκτή μια τέτοια θέση τότε δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι επιπτώσεις σε δικαστικές διαδικασίες που οδήγησαν στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές όσον αφορά την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια δεν μπορώ να δεκτώ ότι η ανυπαρξία ευχέρειας αποπληρωμής και ή παροχής περαιτέρω ασφάλειας θα εξουδετέρωνε ουσιαστικά το δικαίωμα της έφεσης καθιστώντας το άνευ αντικειμένου σε περίπτωση που δεν παραχωρείτο αναστολή στην εκτέλεση της απόφασης. Αναστολή θα μπορούσε να εξετασθεί αν οι Αιτητές-Εναγόμενοι δήλωναν ετοιμότητα να παράσχουν αποτελεσματικές εγγυήσεις για εξασφάλιση του επιδικασθέντος ποσού. Τέτοιες εγγυήσεις δεν προσφέρουν και επομένως, δεν δικαιούνται σε αναστολή. Διαφορετικά σε περίπτωση αναστολής όχι μόνο οι Καθ΄ ων η Αίτηση/Ενάγοντες δεν θα μπορούσαν μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης να διεκδικήσουν οποιοδήποτε ποσό που το Δικαστήριο τους επεδίκασε αλλά θα στερούνταν οποιασδήποτε εξασφάλισης του λαβείν τους σε περίπτωση πλήρους αποτυχίας της έφεσης που άσκησαν οι Αιτητές/Εναγόμενοι. Η πιο πάνω κατάληξη μου αναπόφευκτα θα οδηγήσει στην απόρριψη της παρούσας αίτησης χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να εξετάσω οποιοδήποτε άλλο ζήτημα έχει τεθεί. Θεωρώ όμως αναγκαίο να πω δυό λόγια για το θέμα του κατά πόσο η μη συμμόρφωση των Εναγομένων με το διάταγμα για παράδοση οχημάτων με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 24/10/09 οδηγεί ως συνέπεια στο να μην μπορούν να ακουστούν από το Δικαστήριο. Σε συμφωνία με τον κ. Κουμή λέγω ότι αυτό είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σχετική είναι η υπόθεση Νέου κ.α. ν. Παναγιώτου Ποινικές Εφέσεις 122 και 123/08 ημερ. 13.10.08. Κατά συνέπεια, στην παρούσα περίπτωση μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν ακουστεί οι αιτητές Εναγόμενοι και το Δικαστήριο εξέτασε το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης εφαρμόζοντας τις προϋποθέσεις που καθιέρωσε η πάγια νομολογία, όπως εξήγησα ανωτέρω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταλήγω ενασκώντας τη διακριτική μου εξουσία πως δεν συντρέχει αποχρών λόγος για να διατάξω αναστολή. Ως αποτέλεσμα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση δικαιούνται και στα έξοδα τους. Οι Εναγόμενοι-Αιτητές να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Δέστε Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 C.L.R. 592 και επίσης την υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147. [2] Δέστε Aristidou v. Aristidou
(1985)1 C.L.R 6493, 652: "It is well settled that special circumstances should exist justifying the stay of execution of a judgment". [3] Δέστε Korina Fotiou and Other v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708 και In Re E.S. & P. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119, Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384 και Αντζολέττα Χ"Ιωσήφ ν. Άννας Πετρίχου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 364. [4] Δέστε Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 591, 595. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο