← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τη Σοφούλα Νικολάου, Αίτηση αρ. 1/09., 10 Μαρτίου, 2010

Επί τοις αφορώσι τη Σοφούλα Νικολάου, Αίτηση αρ. 1/09., 10 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Δικαιοδοσία Πτωχεύσεων. Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., Αίτηση αρ. 1/09. Επί τοις αφορώσι τη Σοφούλα Νικολάου, Χρεώστιδα 10 Μαρτίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: Η κα Α. Ζαχαρίου. Για χρεώστιδα: Ο κ. Γ. Καϊμακλιώτης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές-Πιστωτές επιδιώκουν και αιτούνται την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της Σοφούλας Νικολάου ένεκα της παράλειψης της να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις ειδοποίησης πτώχευσης που της επιδόθηκε. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση επισυνάπτεται ένορκη δήλωση του Σπύρου Γεωργίου η οποία υιοθετεί τις δηλώσεις που αναφέρονται στην Αίτηση σύμφωνα με τις οποίες η χρεώστιδα οφείλει στους Αιτητές το ποσό των €256,000 πλέον τόκοι και έξοδα. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στα Αρθρα 3(ι)(στ), 2-6, 8, 87 και 88 του ΚΕΦ.5, στους Κανονισμούς 2, 7, 16-18, 37, 44, 46, 51(Ι)

(2), 59 και 188 των Πτωχευτικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στηρίζεται δε στα ακόλουθα γεγονότα τα οποία επιβεβαιώνονται με ένορκο δήλωση της χρεώστιδας: Η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή η νομική βάση είναι ελλειπής. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος πτώχευσης. Δεν αναφέρονται στην αίτηση όλα τα πραγματικά γεγονότα καθώς και τα πραγματικά ποσά μετά την έκδοση της απόφασης. Οι αιτητές δεν έχουν προβεί στα ενδεδειγμένα μέτρα εκτέλεσης πριν την έναρξη της παρούσας διαδικασίας. Η καταχώρηση της αίτησης αποτελεί κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους των αιτητών. Οι πιστωτές είναι ασφαλισμένοι. Η χρεώστιδα είναι φερέγγυο άτομο και δύναται να εξοφλήσει τα χρέη της. Η χρεώστιδα έχει όλα τα μέσα και/ή εργασία και/ή δυνατότητα και/ή ευχέρεια εξόφλησης των χρεών της. Είναι ασφαλιστής και είναι σε θέση να πληρώνει μηνιαίες δόσεις έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΧΡΕΩΣΤΙΔΑΣ Κατεχωρήθη από τη Xρεώστιδα συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, στην οποία αναφέρει ότι οι αιτητές, πέραν της καταχώρησης MEMO εναντίον του πρωτοφειλέτη (ΕΒ1234/08), έχουν εγγράψει επ΄ονόματι της χρεώστιδας ΜΕΜΟ επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 8736 την Ορόκλινη και επί των ακινήτων 8737 και 8740 στην Ορόκλινη η αξία των οποίων ανέρχεται σε €1,670.
  1. Ως εκ τούτου, είναι ο περαιτέρω ισχυρισμός της χρεώστιδας, οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές και η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση και εκβιασμό που το Δικαστήριο θα πρέπει να αποτρέψει καθότι υπάρχει διαθέσιμη περιουσία την οποία οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι και δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο να απωλέσουν την εξ αποφάσεως οφειλή. Επισυνάπτεται δε στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση έκθεση εκτίμησης για τα εν λόγω ακίνητα η αξία των οποίων, όπως δηλώνεται, ομιλεί αφ΄ εαυτής. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στο στάδιο της εκδίκασης της Αίτησης η πλευρά των Αιτητών κάλεσε 4 μάρτυρες ως εξής: · Κούλης Ξενής (Μ.Αιτ.1) · Ελένη Θεοδοσίου (Μ.Αιτ.2) · Σπύρος Γεωργίου (Μ.Αιτ.3) · Αναστάσιος Αναστασίου (Μ.Αιτ.4) Από πλευράς Xρεώστιδας κατέθεσε ένας μόνο μάρτυρας ο Χαράλαμπος Κακκιντίρης (Μ.Καθ΄ ης η αίτηση 1). Μαρτυρία εκ μέρους των Αιτητών-Πιστωτών Ο Κούλης Ξενής (Μ.Αιτ.1) είναι ιδιώτης επιδότης. Επέδωσε προσωπικά στην Καθ΄ ης η Αίτηση Σοφούλα Νικολάου την ειδοποίηση πτώχευσης με αρ. 1110/08 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) στις 10.12.08 και την αίτηση πτώχευσης με αρ. 1/09 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) στις 21.1.09 ενώ ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 η ένορκη δήλωση επίδοσης σε σχέση με την επίδοση της Αίτησης Πτώχευσης. Η Ελένη Θεοδοσίου (Μ.Αιτ.2) είναι υπεύθυνη του Τμήματος Πτωχεύσεων Λάρνακας και Αμμοχώστου και κατέθεσε ότι είχε με αυτή την ιδιότητα της υπό τη φύλαξη της την ειδοποίηση πτώχευσης με αρ. 1110/08 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) που αφορά τη Σοφούλα Νικολάου η οποία κατεχωρήθη στις 13/11/08 και επεδόθη στη Σοφούλα Νικολάου προσωπικά στις 10/12/
  2. Κατεχωρήθη σ΄ αυτή ένορκη δήλωση από τη χρεώστιδα η οποία απερρίφθη. Ο Σπύρος Γεωργίου (Μ.Αιτ.3) είναι ένας από τους Αιτητές. Κατέθεσε ότι στις 22/8/08 εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή 1796/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για ποσό €256.000 με τόκο προς 8% ετησίως από 4/8/08 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €8,059.00 έξοδα με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €8,000 από 4/8/08 μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΦΠΑ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Κατέθεσε, επίσης, ότι η Χρεώστιδα δεν έχει δώσει ικανοποιητική και/ή οποιαδήποτε άλλη ασφάλεια επί της περιουσίας της για την πληρωμή της ως άνω οφειλής. Οσον αφορά τα ΜΕΜΟ τα οποία κατεχωρήθηκαν σε ακίνητα της Καθ΄ ης η Αίτηση ανέφερε ότι αυτά δεν καλύπτουν την απαίτηση των αιτητών λόγω του ότι, αφενός οι αξίες τους έχουν αισθητά μειωθεί και δεν υπάρχουν αγοραστές έτοιμοι, πρόθυμοι και ικανοί, να τα αγοράσουν, και αφ΄ ετέρου του ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ134/08 προηγείται υποθήκη προς όφελος τρίτων για μεγαλύτερα ποσά και, συγκεκριμένα, για ποσό ΛΚ700,
  3. Ανέφερε, επίσης, ότι πριν την καταχώρηση της Αίτησης, η οποία έγινε στις 21.1.09, είχε επιδοθεί στις 10.12.08 προσωπικά στην Καθ΄ ης η Αίτηση η πτωχευτική ειδοποίηση υπ΄ αρ. 1110/08 η οποία εκδόθηκε και επιδόθηκε νόμιμα και κανονικά και, ότι μέχρι σήμερα, η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν έχει εξοφλήσει την οφειλή της, η δε καταχωρηθείσα ένσταση απερρίφθη και ούτε ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι έχει οποιαδήποτε ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση που να είναι ίση ή να υπερβαίνει το ποσό της οφειλής της. Ο Αιτητής ανέφερε, ακόμα, ότι η Αίτηση γίνεται για να προστατευθεί η περιουσία της χρεώστιδας ούτως ώστε να γίνει δίκαιη διανομή στους πιστωτές και ότι, σε καμία περίπτωση, γίνεται για σκοπούς είσπραξης και πίεσης της Καθ΄ ης η Αίτηση. Τέλος, αναφέρεται ότι μέχρι σήμερα η Καθ΄ ης η Αίτηση, παρά τις διάφορες εισηγήσεις της, δεν έχει εξοφλήσει γεγονός που καταδεικνύει ότι αδυνατεί να πληρώσει. Στην αντεξέταση υπεβλήθη του Μ.Αιτ. αρ.3 ότι η αξία του ακινήτου της χρεώστιδας ανέρχεται σε ενάμισι εκατομμύριο. Ανέφερε, επίσης, ότι το ΜΕΜΟ δεν είναι εξασφάλιση. Ο Αναστάσιος Αναστασίου (Μ.Αιτ.4) είναι ο άλλος από τους δύο αιτητές στην παρούσα Αίτηση. Στην μαρτυρία του ανέφερε ότι στην προσπάθεια τους να εξασφαλίσουν διάταγμα μη αποξένωσης των ακινήτων της Καθ΄ ης η Αίτηση στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 1796/08, όπου και εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση, προέβησαν σε έλεγχο για να εντοπίσουν αν έχει οποιαδήποτε περιουσία την οποία θα μπορούσαν να επιβαρύνουν και να εξασφαλίσουν την οφειλή τους. Εντόπισαν ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι ιδιοκτήτρια 3 ακινήτων στην Ορόκλινη με αρ. εγγραφής 8736, 8737, και 8740 τα οποία βαρύνονται με εμπράγματες επιβαρύνσεις για τις οποίες δεν κατέστη δυνατό να τους δοθεί από το Κτηματολόγιο αναλυτική έρευνα πλην, όμως, έχουν ανεπίσημα πληροφορηθεί ότι τα ως άνω ακίνητα βαρύνονται με την Υποθήκη υπ΄ αρ. 5504/05 προς όφελος της ALPHA BANK CYPRUS LTD για ποσό €717.613 πλέον τόκοι από το 2005 ποσό το οποίο δεν έχει εξοφληθεί εξ ου και η ύπαρξη, μέχρι σήμερα, της ως άνω υποθήκης η οποία προηγείται του ΜΕΜΟ με αρ. εγγρ. ΕB134/
  4. O M.Αιτ.4 ανέφερε, επίσης, ότι εν πάση περιπτώσει η αξία των ως άνω ακινήτων έχει μειωθεί από το 2005 κατά 40% τουλάχιστον, ως η γνώμη ειδικού εκτιμητή την οποία έχει πάρει και η πλευρά τους. Ανέφερε, ακόμη, ότι ενόψει των προγενεστέρων επιβαρύνσεων και με δεδομένη την υποθήκη που υπάρχει, καθώς και το μεγάλο χρόνο που θα χρειαστεί για την πώληση του μέσω της νενομισμένης διαδικασίας του Κτηματολογίου το ως άνω ΜΕΜΟ δεν παρέχει ουσιαστική εξασφάλιση, γι΄ αυτό δεν θεωρήθηκε αναγκαίο να αναφερθεί στην παρούσα Αίτηση. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η δουλειά του είναι να διαχειρίζεται ακίνητα και έτσι γνωρίζει από αξίες ακινήτων. Στην υποβολή ότι το ακίνητο της Καθ΄ ης η Αίτηση είναι μεγάλης αξίας απάντησε ότι σήμερα η Κτηματαγορά βρίσκεται στο ναδίρ της γιατί δεν υπάρχουν άνθρωποι να πληρώσουν. Και ο ίδιος έχει ακίνητα προς πώληση αλλά δεν υπάρχουν αγοραστές. Στην επανεξέταση επανέλαβε ότι η υποθήκη υπ΄ αρ. 5504/05 εξακολουθεί να υφίσταται και να βαρύνει το ακίνητο. Μαρτυρία εκ μέρους της Χρεώστιδας/Καθ΄ ης η Αίτηση Από πλευράς Καθ΄ ης η Αίτηση κατέθεσε ο Χαράλαμπος Κοκκιντήρης ο οποίος είναι εγγεγραμμένος εκτιμητής ακινήτων. Στη μαρτυρία του ανέφερε, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Αφού μελέτησε την έκθεση εκτίμησης που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της χρεώστιδας συμφωνεί πως το 2005 η εκτίμηση του επίδικου ακινήτου επί του οποίου έχουν εξασφάλιση οι Αιτητές ήταν για €2,907.
  5. Για την περίοδο 2005/2006 υπήρξε αύξηση στις τιμές των ακινήτων κατά 10%, από το 2006 μέχρι 2007 οι αξίες των ακινήτων έμειναν σταθερές και από το 2008 μέχρι σήμερα υπήρξε μείωση κατά 12%. Δηλαδή, υπάρχει μείωση σήμερα από την ως άνω εκτίμηση το 2005 κατά 12%. Το επίδικο ακίνητο αποτελείται από τρία οικόπεδα με οικία στο χωριό Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας και με συντελεστή δόμησης 90%. Κατά τις 4/2/10 έκανε επιτόπου επίσκεψη και παρατήρησε ότι η οικία διαθέτει πολυτελούς ποιότητας εμφανή μέρη και αποτελείται από τρία οικόπεδα των 529 τ.μ., 629 τ.μ. και 482 τ.μ. Το εμβαδό της οικίας είναι 1000 τ.μ. συν 500 τ.μ. υπόγειο συν 80 τ.μ. σοφίτα συν 225 τ.μ. ακάλυπτες βεράντες. Αυτή τη στιγμή τα οικόπεδα και το κτίριο έχουν αγοραία αξία €2.555.
  6. Ο υπολογισμός της αξίας των ακινήτων έχει γίνει με τη μέθοδο των συγκριτικών πωλήσεων και του κτιρίου με τη μέθοδο του κόστους αντικατάστασης. Η ζήτηση για ακίνητα γενικά στην περιοχή παρουσιάζει αρκετή δραστηριότητα με αποτέλεσμα οι αξίες να δείχνουν άνοδο. Το κτήμα, λόγω και του γεγονότος ότι είναι μεγάλο σε έκταση και κοντά στην παραλία, μπορεί να προσελκύσει το ενδιαφέρον ξένων αγοραστών. Η κυπριακή αγορά ακινήτων παρουσιάζει σημάδια κινητικότητας και σε συνδυασμό με τα νέα στεγαστικά σχέδια που εξάγγειλαν οι κυπριακές τράπεζες με χαμηλότερα επιτόκια αυτό θα βοηθήσει στην γρήγορη πώληση του ακινήτου. Λαμβάνοντας υπόψη την αξία του κτήματος, το ΜΕΜΟ υπ΄ αρ. εγγρ. ΕΒ134/08 και την υποθήκη υπ΄ αρ. εγγρ. 5504/05 οι αιτητές είναι υπερκαλυμμένοι με την εξασφάλιση που έχουν επί του ακινήτου της Καθ΄ ης η Αίτηση. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Θα συνοψίσω τις βασικές θέσεις που υποβλήθηκαν. Η κα Α. Ζαχαρίου, αφού αναφέρθηκε στην προσαχθείσα μαρτυρία, υποστήριξε ότι αποδείχθηκαν όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται και, συγκεκριμένα, η απόδειξη του χρέους, η επίδοση της Αίτησης και η πράξη πτώχευσης. Επεσήμανε δε ότι η μαρτυρία των αιτητών έμεινε κατ΄ ουσία αναντίλεκτη. Οσον αφορά τη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά της Οφειλέτιδας και, συγκεκριμένα του εμπειρογνώμονα εκτιμητή, εν πρώτοις τόνισε ότι δεν ήταν διαφωτιστική και κατά δεύτερο λόγο αντιφάσκουσα με τους αρχικούς ισχυρισμούς της Καθ΄ ης αναφορικά με την αξία των ακινήτων. Το μόνο θέμα που εξετάστηκε στην αντεξέταση, όπως ανέφερε, ήταν η μη συμπερίληψη του ΜΕΜΟ στην Αίτηση Πτώχευσης, θέμα για το οποίο έδωσαν εξήγηση οι Αιτητές στη διάρκεια της μαρτυρίας τους. Για το θέμα αυτό η κα Ζαχαρίου υποστήριξε ότι η παράλειψη αυτή, με βάση τη σχετική νομολογία, δεν είναι μοιραία για την έκδοση διατάγματος παραλαβής και ούτε έχει προκληθεί από αυτό το γεγονός οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά. Ο κ. Καϊμακλιώτης για την Οφειλέτιδα στη δική του αγόρευση υποστήριξε ότι η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος αφορά την παράλειψη των Αιτητών να αναφέρουν στην αίτηση τους το γεγονός ότι είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές με καταχωρημένο ΜΕΜΟ επί της περιουσίας της Καθ΄ ης η αίτηση. Τόνισε ότι αυτή η παράλειψη πρόκειται για εσκεμμένη απόκρυψη η οποία προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά. Επικαλέστηκε δε, τις πρόνοιες του Αρθρου 5
(2)του ΚΕΦ.5 σύμφωνα με τις οποίες όπου ο Αιτητής-Πιστωτής δεν παραιτείται από την ασφάλεια του, τότε θα πρέπει να δώσει εκτίμηση της ασφάλειας του, δηλαδή μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής-πιστωτής στην έκταση του υπόλοιπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να μην ήταν ασφαλισμένος πιστωτής. Ηταν, συνεπώς, η θέση του ότι εδώ οι Αιτητές-Πιστωτές προχώρησαν παράτυπα με τη διαδικασία πτώχευσης ωσάν να ήταν μη εξασφαλισμένοι. Ως δεύτερο λόγο επικαλέστηκε την κατάχρηση διαδικασίας και την υπέρβαση δικαιοδοσίας εφόσον χρειάστηκε η παρούσα αίτηση πέραν του ενός χρόνου να εκδικαστεί και ενόψει επανειλημμένων αναβολών της υπόθεσης κατά παράβαση του Κανονισμού 60 των Πτωχευτικών Κανονισμών. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Τόσο ο πρώτος μάρτυρας από πλευράς Αιτητών (Μ.Αιτ.1), δηλαδή ο ιδιώτης επιδότης όσον και η δεύτερη μάρτυρας (Μ.Αιτ.2) υπεύθυνη του Τμήματος Πτωχεύσεων Λάρνακας - Αμμοχώστου δεν έτυχαν αντεξέτασης και η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη. Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του Μ.Αιτ.1 αυτή συνίστατο στο γεγονός της προσωπικής επίδοσης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) της ειδοποίησης πτώχευσης με αρ. 1110/08 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) της παρούσας αίτησης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) στην Χρεώστιδα, ενώ η μαρτυρία της Μ.Αιτ.2 στην καταχώρηση του φακέλου της ειδοποίησης πτώχευσης υπ΄ αρ. 1110/08 και του πότε αυτή επεδόθη στην Χρεώστιδα. Ανεξάρτητα από το θέμα της μη αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά αυτής της μαρτυρίας αυτή κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστη και, επομένως, γίνεται αποδεκτή. Οσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Αιτ.3, ο οποίος είναι ένας εκ των Αιτητών της παρούσας Αίτησης, δεν έχουν αμφισβητηθεί τα όσα ανέφερε στη μαρτυρία του αναφορικά με το ιστορικό που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Εγινε δε αναφορά και σε ύπαρξη MEMO επί της περιουσίας της χρεώστιδας με ταυτόχρονη έκφραση της προσωπικής του γνώμης κατά πόσο αυτή η εξασφάλιση ήταν ή όχι ικανοποιητική. Όπως θα φανεί στη συνέχεια της απόφασης το Δικαστήριο εξετάζει ως ξεχωριστό θέμα την μη αναφορά στην αίτηση πτώχευσης του γεγονότος ότι οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι και, επομένως, το θέμα είναι νομικό χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία η γνώμη του αιτητή. Εκείνο, όμως, το οποίο το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του για να αποφανθεί επί των επιπτώσεων παράλειψης αναφοράς της ύπαρξης εξασφάλισης είναι τους λόγους για τους οποίους οι Αιτητές παρέλειψαν να συμπεριλάβουν στην αίτηση τους τέτοια αναφορά, όπως, βέβαια, αυτοί προκύπτουν κατόπιν αξιολόγησης της σχετικής μαρτυρίας. Με αυτή την επιφύλαξη το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό. Οσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Αιτ.4, ο οποίος είναι ο άλλος από τους δύο Αιτητές, διαπιστώνω ότι έγινε προσπάθεια μέσω της μαρτυρίας του να δοθεί εξήγηση για την παράλειψη αναφοράς στα πλαίσια της παρούσας αίτησης του γεγονότος ότι οι αιτητές ήταν εξασφαλισμένοι πιστωτές λόγω της ύπαρξης ΜΕΜΟ επί περιουσίας της Χρεώστιδας. Η αντεξέταση βασικά στόχευσε στο να υποβάλει στο μάρτυρα τη θέση ότι το ακίνητο της χρεώστιδας επί του οποίου υπήρχε ΜΕΜΟ εκ μέρους των αιτητών είναι μεγάλης αξίας θέση με την οποία ο Μ.Αιτ.4 διαφώνησε. Το θέμα αυτό εξεξτάζεται τόσο από άποψης αξιολόγησης της μαρτυρίας όσο και από άποψης της νομικής αντίκρυσης που μπορεί να έχει η παράλειψη των Αιτητών να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του Αρθρου 5
(2)του ΚΕΦ.
  1. Επισημαίνω εδώ ότι το θέμα αυτό το εξετάζουμε σε έκταση σε άλλο μέρος της απόφασης. Οσον αφορά τη μαρτυρία του εκτιμητή που κάλεσε η πλευρά της Χρεώστιδας, όπως αναφέρεται σε άλλο μέρος της Απόφασης, το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αποφασίσει κατά πόσο ο υπολογισμός της αξίας της εξασφάλισης του πιστωτή είναι ή όχι πραγματικός. Ανεξάρτητα τούτου θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός έχει με επάρκεια και παραθέτοντας λόγους δώσει τη δική του γνώμη ως εμπειρογνώμονας για την αξία του επίδικου ακινήτου με βάση εκτίμηση που έχει διενεργήσει ο ίδιος. Είναι γεγονός ότι αμφισβητήθηκε έντονα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης η μαρτυρία του, θεωρώ όμως ότι στο τέλος της ημέρας η αντεξέταση δεν είχε ως αποτέλεσμα να κλονίσει τα συμπεράσματα του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση προχωρώ να διατυπώσω τα ευρήματα του Δικαστηρίου: · Η οφειλή της χρεώστιδας προέκυψε από τη δικαστική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 22/8/08 υπ΄ αρ. 1796/08 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) στην οποία βασίστηκαν οι Αιτητές/Πιστωτές για την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Το ποσό της απόφασης είναι €256,000 πλέον τόκοι και έξοδα. · Εναντι της πιο πάνω οφειλής ουδέν ποσό κατεβλήθη από τη χρεώστιδα και εξακολουθεί να οφείλεται. · Η ειδοποίησης πτώχευσης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) με αρ. 1110/08 κατεχωρήθη στις 13/11/08 και επεδόθη προσωπικά στην χρεώστιδα στις 10.12.08 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). · Η χρεώστιδα κατεχώρησΕ ένορκο δήλωση ως ένσταση η οποία απερρίφθη. · Η παρούσα αίτηση πτώχευσης καταχωρήθηκε στις 21.1.09 και επιδόθηκε στην Καθ΄ ης η Αίτηση/Χρεώστιδα στις 21.1.09 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). · Οι Αιτητές/Πιστωτές δεν έχουν συμπεριλάβει στην αίτηση τους το γεγονός ότι είναι ασφαλισμένοι πιστωτές εφόσον έχουν το υπ΄ αρ. ΕΒ134/08 ΜΕΜΟ επί ακίνητης περιουσίας της χρεώστιδας. · Δόθηκε από πλευράς χρεώστιδας εκτίμηση της αξίας (αγοραίας αξίας) ακίνητης περιουσίας της επί της οποία οι Αιτητές/Πιστωτές έχουν ΜΕΜΟ, το υπ΄ αρ. ΕΒ134/08, σύμφωνα με την οποία εκτίμηση κατά το 2005 ανέρχετο σε €2,907.000, ενώ σήμερα σε €2,555.
  2. · Η πιο πάνω αναφερόμενη ακίνητη περιουσία της χρεώστιδας βαρύνεται με προγενέστερη υποθήκη την υπ΄ αρ. εγγρ. 5504/05, για ποσό €800,
  3. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι προϋποθέσεις καταχώρησης Αίτησης Πτώχευσης εναντίον κάποιου χρεώστη εκτίθενται στο Άρθρο 5 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5[1] και είναι οι εξής:
  4. Το οφειλόμενο ποσό πρέπει να είναι τουλάχιστον ΛΚ
  5. Το χρέος πρέπει να είναι ξεκαθαρισμένο και ρευστοποιημένο ποσό πληρωτέο αμέσως.
  6. Η πράξη πτώχευσης που έχει διαπραχθεί πρέπει να έχει διαπραχθεί εντός τριών μηνών αμέσως προ της καταχωρήσεως της αίτησης πτώχευσης.
  7. Ο χρεώστης να έχει τη μόνιμη κατοικία του στην Κύπρο ή να είχε την εργασία του στην Κύπρο κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης. Σύμφωνα με το Αρθρο 6
(2)του Κεφ.5[2] κατά την ακρόαση της Αίτησης Πτώχευσης ο πιστωτής θα πρέπει ν΄ αποδείξει: (α) την οφειλή του συγκεκριμένου χρέους προς αυτόν (β) την επίδοση της αίτησης πτώχευσης στο χρεώστη η οποία, σημειωτέον, θα πρέπει να γίνει προσωπικά σ΄ αυτόν (δέστε Κανονισμό 51
(1)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών[3]) (γ) τη διάπραξη πράξης πτώχευσης. Στο ίδιο πνεύμα και με παραπλήσιο λεκτικό είναι διατυπωμένος και ο Κανονισμός 60
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Αναφέρει τα εξής: «60.-
(2)If the debtor appears to show cause against the petition, the petitioning creditor's debt, and the act of bankruptcy or the matters notified by the debtor to be disputed, shall be proved; ..............................» Προηγουμένως στον Κανονισμό 59 προβλέπεται ο τρόπος με τον οποίο ο χρεώστης μπορεί, αν επιθυμεί, να γνωστοποιήσει προς τον πιστωτή την πρόθεση του να αμφισβητήσει συγκεκριμένες δηλώσεις οι οποίες περιέχονται στην αίτηση καθώς και το περιεχόμενο μιας τέτοιας γνωστοποίησης. Αναφέρει σχετικά: «
  1. Where a debtor intends to show cause against the petition he shall, four days before the day fixed for the hearing, file with the Registrar a notice specifying the statements in the petition which he intends to dispute, and at the same time serve a copy of such notice on the petitioning creditor at his town address.» Πρέπει να τονισθεί ότι η οφειλή του συγκεκριμένου χρέους προς τον πιστωτή θα πρέπει να αποδειχθεί όχι μόνο ότι υφίστατο κατά την ημερομηνία που διεπράχθη η πράξη πτώχευσης αλλά και κατά το χρόνο της καταχώρησης της αίτησης πτώχευσης και επίσης κατά το χρόνο εκδίκασης της μέχρι της έκδοσης διατάγματος παραλαβής. Παραπέμπω σχετικά στην ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Williams and Muir on Bankruptcy, 19η έκδοση, στη σελίδα 56: «The petitioning creditor's debt must be proved not only to have existed at the date of the act of bankruptcy and at the time of the presentation of the petition but also to exist at the hearing and down to the making of the receiving order.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ένα από τα βασικά προαπαιτούμενα που πρέπει να αποδειχθεί σε αίτηση πτώχευσης είναι η διάπραξη από το χρεώστη πράξης πτώχευσης. Οι περιπτώσεις αυτές απαριθμούνται στο Αρθρο 3 του Κεφ.
  2. Μια απ΄ αυτές είναι εκείνη που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)(ζ) του Αρθρου 3[4]. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1255 από το Δικαστή Καλλή «τελεσίδικη απόφαση» για τους σκοπούς του πιο πάνω εδαφίου είναι απόφαση που λαμβάνεται σε μια αγωγή με την οποία μια προϋπάρχουσα υποχρέωση του εναγομένου προς τον ενάγοντα εξακριβώνεται ή αποδεικνύεται. Δεν σημαίνει απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση αλλά, απλώς, τελική («final») σε αντιδιαστολή με ενδιάμεση («interlocutory»). Όσον αφορά, λοιπόν, τη διάπραξη πράξης πτώχευσης από το χρεώστη, σύμφωνα με το Αρθρο 3
(1)(ζ) αυτή επέρχεται όταν ο χρεώστης δεν συμμορφωθεί μέσα σε 7 μέρες μετά την επίδοση προς αυτόν της ειδοποίησης με τις απαιτήσεις της και δεν ικανοποιήσει εντός του ιδίου χρόνου το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία είναι ίση ή μεγαλύτερη του ποσού του εξ αποφάσεως χρέους που δεν ήταν δυνατό να προβάλει κατά τη διαδικασία έκδοσης της απόφασης. Έτσι, σύμφωνα με το Αρθρο 3
(1)(ζ) του Νόμου, ο χρεώστης έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις ειδοποίησης πτώχευσης εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης προς αυτόν προκειμένου για επίδοση η οποία γίνεται στην Κύπρο. Διαφορετικά διαπράττει πράξη πτώχευσης. Όμως, όπως προβλέπεται στο ίδιο άρθρο, αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή ίση ή μεγαλύτερη του εξ αποφάσεως χρέους την οποία δεν είχε την ευκαιρία να προβάλει στη διαδικασία έκδοσης της απόφασης, τότε δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος γι΄ αυτόν. θα πρέπει αυτό να το πράξει μέσω της διαδικασίας της ένορκης δήλωσης η οποία προβλέπεται από τον Κανονισμό 40
(2)και η οποία, σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, επενεργεί ως αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Όπως προκύπτει από τις σχετικές πρόνοιες στο Αρθρο 6
(2)του Νόμου και στον Κανονισμό 60
(2)των Κανονισμών ανωτέρω, κατά την ακρόαση αίτησης πτώχευσης ο πιστωτής έχει υποχρέωση να αποδείξει τόσο το χρέος όσο και την πράξη πτώχευσης. Πολύ δε περισσότερο όταν ο χρεώστης με την ειδοποίηση ένστασης του προβαίνει ρητώς σε αμφισβήτησή τους[5]. Ενας από τους βασικούς λόγους ένστασης της χρεώστιδας ήταν ότι οι Αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές. Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ. 5 «ασφαλισμένος πιστωτής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαιώματα επίσχεσης επί της περιουσίας του χρεώστη ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από χρεώστη. Περαιτέρω το Άρθρο 5
(2)του ΚΕΦ. 5 προβλέπει: «
(2)Αν ο αιτητής πιστωτής είναι ασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτησή του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώσει εκτίμηση της ασφάλειας του...................» Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί και από την ερμηνεία του Άρθρου 167 του αγγλικού Bankruptcy Act 1914 που είναι πανομοιότυπο με το Άρθρο 2 του ΚΕΦ. 5. Στο σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση σελ. 525 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά:- "Section 167 defines a "secured creditor" as a person holding security over the property of the debtor, accordingly this rule would appear only to apply to such creditors, and not to creditors holding security over the property of third parties." Σε ελληνική μετάφραση: «Το άρθρο 167 δίνει τον ορισμό του «ασφαλισμένου πιστωτή» σαν του προσώπου το οποίο κατέχει ασφάλεια επί της περιουσίας του χρεώστη. Συνακόλουθα φαίνεται ότι αυτός ο κανόνας εφαρμόζεται στην περίπτωση τέτοιων πιστωτών και όχι σε πιστωτές οι οποίοι κατέχουν ασφάλεια επί της περιουσίας τρίτων.» Στην υπόθεση Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1255, όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης, λόγω του ότι η ασφάλεια που κατείχε ο πιστωτής ήταν ασφάλεια επί της περιουσίας της εναγομένης 1 κρίθηκε ότι αυτή δεν μπορούσε να καλύψει με κανένα τρόπο την περίπτωση του εφεσείοντα. Λέχθηκε, δε ότι το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν ο μεγαλύτερος μέτοχος της εναγόμενης εταιρείας 1 δεν αλλοίωνε την κατάσταση εν όψει της καθιερωμένης αρχής ότι η εταιρεία συνιστά ανεξάρτητη οντότητα ξεχωριστή και διαφορετική από εκείνη των μετόχων της. Έτσι λοιπόν το Εφετείο στην υπόθεση αυτή έκρινε ότι δεν θεωρείται «ασφαλισμένος» ο πιστωτής εκείνος ο οποίος κατέχει μεν εξασφάλιση για το επίδικο χρέος αλλά όχι επί περιουσίας του συγκεκριμένου χρεώστη. (Ι) ΠΟΙΑ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΗ ΣΥΜΠΕΡΙΛΗΨΗΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΟΤΙ ΟΙ ΑΙΤΗΤΕΣ/ΠΙΣΤΩΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΙ. Ενας από τους λόγους για τους οποίους η πλευρά της καθ΄ ης η Αίτηση εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να απορριφθεί η παρούσα αίτηση είναι και το γεγονός της μη συμπερίληψης του ότι οι Αιτητές-Πιστωτές είναι εξασφαλισμένοι, εφόσον κατέχουν ΜΕΜΟ επί της περιουσίας της καθ΄ ης η Αίτηση. Στο Αρθρο 5
(1)του Κεφ. 5 όπου καθορίζονται οι προϋποθέσεις για να δικαιούται ένας πιστωτής να υποβάλει Αίτηση Πτώχευσης εναντίον χρεώστη, δεν περιλαμβάνεται ως προϋπόθεση να γίνεται αναφορά στην αίτηση πτώχευσης σε οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις. Το Αρθρο 5
(2), ωστόσο, του περί Πτώχευσης Νόμου οριοθετεί τον τρόπο ενέργειας του Αιτητή σε σχέση με το θέμα των εξασφαλίσεων. Το παραθέτω: «5.-
(2)Αν ο αιτητής πιστωτής είναι ασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώση εκτίμηση της ασφάλειας του. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής πιστωτής στην έκταση του υπόλοιπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους, που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας, κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν μη ασφαλισμένος πιστωτής.» Πρόσθετα, με βάση το Αρθρο 6
(2)του ιδίου Νόμου, γίνεται πρόνοια για την απόδειξη που απαιτείται για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Η συμπερίληψη ή μη των εξασφαλίσεων στην Αίτηση δεν προνοείται σαν τέτοια προϋπόθεση ούτε δυνάμει του Αρθρου 6
(2). Το Αρθρο 5
(2)του Κεφ. 5, ανωτέρω, αποτελεί πιστή αντιγραφή του άρθρου 4
(2)του Αγγλικού Νόμου (Bankruptcy Act 1914) και η αγγλική νομολογία είναι βοηθητική. Στην υπόθεση Moor ν. Anglo-Italian Bank
(1989)10 Ch. 681, 689 γίνεται παρατήρηση ότι ο κανόνας πτώχευσης απαιτεί από το Δικαστή προτού αποφασίσει για την κήρυξη κάποιου σε πτώχευση να προσέξει κατά πόσο υπάρχει ένα ορθό μη εξασφαλισμένο χρέος (a proper unsecured debt). Στην υπόθεση In re Small Westminster Bank v. Trustee
(1934)1 Ch. 541 κρίθηκε ότι όπου οι Αιτητές λόγω αβλεψίας παρέλειψαν στην Αίτηση να εκτιμήσουν μια εξασφάλιση σημαντικής αξίας αλλά πάλι μικρότερη από το ύψος του χρέους, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να δώσει άδεια για τροποποίηση της αίτησης[6]. Στην υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ.,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1716 στις σελ.1727-1728, έχουν λεχθεί τα εξής από τον Καλλή Δ.: «Αυτά που προκύπτουν από την Αγγλική Νομολογία είναι κυρίως τα εξής: 1. Παρά την επιτακτική διατύπωση του αρ. 4
(2)- η οποία είναι παρόμοια με εκείνη του δικού μας αρ. 5
(2)- η παράλειψη να δηλωθεί η εξασφάλιση δεν αποβαίνει μοιραία για την αίτηση.
  1. Είναι δυνατή η τροποποίηση της αίτησης για να περιληφθεί η εξασφάλιση ακόμα και στο στάδιο της επαλήθευσης.
  2. Είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος παραλαβής ακόμα και χωρίς τροποποίηση της αίτησης.
  3. Είναι δυνατή η τροποποίηση ανεξάρτητα από την αξία ή το ύψος της εξασφάλισης.
  4. Αυτό που έχει σημασία είναι το ποσό του χρέους μετά την αφαίρεση της εξασφάλισης.
  5. Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο προκαλείται αδικία συνεπεία της παράλειψης να δηλωθούν οι εξασφαλίσεις.» Κρίθηκε ακόμη ότι ήταν σημαντικό ότι το θέμα της εξασφάλισης είχε τεθεί ως επίδικο θέμα έστω κάτω από το πρίσμα της ένστασης και εξετάσθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Με βάση αυτές τις κατευθύνσεις και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι η συμπερίληψη της εξασφάλισης αυτοδίκαια δεν κρίνει την αίτηση, έρχομαι να εξετάσω τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Το κύριο ζήτημα που εγείρεται στην παρούσα Αίτηση είναι οι συνέπειες από τη μη συμμόρφωση εκ μέρους των πιστωτών του Αρθρου 5
(2)του ΚΕΦ.
  1. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω όπου οι Αιτητές/Πιστωτές δεν παραιτηθούν από την ασφάλεια τους τότε θα πρέπει να δώσουν εκτίμηση της ασφάλειας τους, δηλαδή μπορεί να γίνουν δεκτοί ως Αιτητές/Πιστωτές στην έκταση του υπολοίπου τους προς αυτούς οφειλόμενου χρέους που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας κατά τον ίδιο τρόπο ωσαν να ήταν μη ασφαλισμένοι πιστωτές. Στην Αίτηση που καταχωρήθηκε οι Αιτητές/Πιστωτές αναφέρουν στην παρα.3: «Ούτε εγώ έχω ούτε οιονδήποτε έτερον πρόσωπον έχει δια λογαριασμόν μου οιανδήποτε ασφάλεια επί της περιουσίας της ρηθείσας οφειλέτιδας ή επί μέρους αυτής δια την πληρωμήν εις εμέ της κατά τα άνω οφειλής.» Στην μαρτυρία που προσκομίσθηκε από πλευράς Αιτητών καθόσον αφορά το πιο πάνω ζήτημα ο μεν Σπύρος Γεωργίου (Μ.Αιτ.3) ανέφερε στην αντεξέταση του ότι δεν θυμόταν αν παρέλειψαν να αναφέρουν στην Αίτηση τους ότι είχαν ΜΕΜΟ επί της περιουσίας της Καθ΄ ης η Αίτηση, ο δε Αναστάσιος Αναστασίου (Μ.Αιτ.4) ανέφερε ότι λόγω του ότι το ΜΕΜΟ «δεν παρέχει ουσιαστική εξασφάλιση» γι΄ αυτό «δεν θεωρήθηκε αναγκαίο να γίνει αναφορά στην παρούσα αίτηση.» Είναι φανερό ότι τουλάχιστον στην περίπτωση του ενός από τους δύο Αιτητές/Πιστωτές η αναφορά του ΜΕΜΟ στην Αίτηση ήταν σκόπιμη και σε καμιά περίπτωση οφείλετο σε παραδρομή ή λάθος. Μάλιστα ο Αναστάσιος Αναστασίου (Μ.Αιτ.4) στην κύρια εξέταση του δίνει το αιτιολογικό γιατί δεν έγινε αναφορά στο ΜΕΜΟ στην αίτηση που καταχώρησαν λέγοντας ότι λόγω του ότι η αξία των ακινήτων της Χρεώστιδας έχει μειωθεί από το 2005 κατά 40% τουλάχιστο και ενόψει των προγενέστερων επιβαρύνσεων με δεδομένη την ύπαρξη υποθήκης επί του ακινήτου καθώς και «το μεγάλο χρόνο που εκ πείρας «γνωρίζει ότι» θα χρειασθεί για την πώληση του μέσω της νενομισμένης διαδικασίας του Κτηματολογίου.. δεν παρέχει εξασφάλιση.» Ηδη έχουμε αναφερθεί σε σχετική νομολογία με κύρια την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ (πιο πάνω) όπου κρίθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε προχωρήσει στην εξέταση της Αίτησης Πτώχευσης, παρά το γεγονός της παράλειψης αναφοράς σ΄ αυτή των εξασφαλίσεων που είχαν οι Αιτητές. Πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε εδώ ότι σ΄ εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πρωτόδικα ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε κακοπιστία στην παράλειψη τέτοιας αναφοράς και, κατ΄ έφεση τονίσθηκε, περαιτέρω, ότι το θέμα της εξασφάλισης είχε καταστεί επίδικο και οι Εφεσίβλητοι/Αιτητές είχαν προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία τόσο σε σχέση με το θέμα της αξίας της εξασφάλισης όσο και σε σχέση με τους λόγους της παράλειψης τους να δηλώσουν την εξασφάλιση στην αίτηση τους, ζητήματα επί των οποίων το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφανθεί ύστερα από αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ειδικότερα να επισημάνουμε εδώ ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε, κατόπιν αξιολόγησης, καταλήξει σε εύρημα ότι η μη αναφορά σ΄ εκείνη την υπόθεση στην Αίτηση Πτώχευσης των εξασφαλίσεων οφείλετο σε λάθος των Αιτητών που πήγαζε από απροσεξία και δεν επρόκειτο για εσκεμμένη απόκρυψη. Στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνεται ότι πρώτον, η παράλειψη αναφοράς στο ΜΕΜΟ επί περιουσίας της χρεώστιδας δεν ήταν σε καμία περίπτωση θέμα απροσεξίας και λάθους, αλλά, αντίθετα, εσκεμμένης απόκρυψης από πλευράς Αιτητών για τους λόγους που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της Αίτησης και δεύτερον, κατά τη διαδικασία της ακρόασης δεν δόθηκε μαρτυρία ως προς την εκτίμηση αυτής της εξασφάλισης ούτως ώστε να μπορεί να προκύψει η αξία της. Οι μόνες αναφορές που έγιναν επί του θέματος της αξίας του ΜΕΜΟ που οι Αιτητές είχαν επί της περιουσίας της Χρεώστιδας ήταν γενικόλογες και αόριστες, χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση. Συγκεκριμένα ο μεν Σπύρος Γεωργίου (Μ.Αιτ.3) στην κύρια εξέταση του ανέφερε ότι τα ΜΕΜΟ που καταχωρήθηκαν σε ακίνητα της Καθ΄ ης δεν καλύπτουν την απαίτηση τους λόγω του ότι «αφενός οι αξίες τους έχουν αισθητά μειωθεί και δεν υπάρχουν αγοραστές έτοιμοι, πρόθυμοι και ικανοί να τα αγοράσουν και εφ΄ ετέρου του ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ134/08 προηγείται η υποθήκη προς όφελος τρίτων για μεγαλύτερα ποσά.» Μάλιστα στην αντεξέταση όταν ρωτήθηκε αν έκαμε εκτίμηση των ακινήτων αρκέστηκε να πει ότι είναι «developer» και όταν του τέθηκε ότι η αξία τους ανέρχεται σε ενάμισι εκατομμύριο ευρώ απλώς αρνήθηκε την υποβολή χωρίς να παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία ή εκτίμηση. Από τα πιο πάνω είναι φανερό ότι ελλείπει έστω και μια στοιχειώδης εκτίμηση των ακινήτων της Χρεώστιδας ούτως ώστε να μπορεί να διαφανεί η αξία της εξασφάλισης που οι Αιτητές έχουν επί αυτού με την μορφή του ΜΕΜΟ. Οσον αφορά δε τον Αναστάσιο Αναστασίου (Μ.Αιτ.4), αυτός στην κύρια εξέταση του πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η αξία των ακινήτων της Χρεώστιδας έχει μειωθεί από το 2005 κατά 40% τουλάχιστον ως η γνώμη ειδικού εκτιμητή την οποία έχει πάρει και την οποία ούτε παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε έκαμε οποιαδήποτε ουσιαστική αναφορά στο περιεχόμενο της. Περαιτέρω ισχυρίσθηκε και πάλι χωρίς να δίδει οποιαδήποτε τεκμηρίωση ότι υπάρχει υποθήκη που προηγείται επί των ακινήτων της Χρεώστιδας για την οποία δεν δίδει οποιαδήποτε άλλα στοιχεία και, τέλος, ισχυρίσθηκε ότι από πείρας γνωρίζει ότι θα χρειασθεί για την πώληση των ακινήτων μέσω της νενομισμένης διαδικασίας του Κτηματολογίου μεγάλο χρόνο, χωρίς, πάλι, να δίδει οποιαδήποτε τεκμηρίωση ή επεξήγηση. Eίναι εμφανές ότι, κάτω από οποιοδήποτε φακό και να ειδωθεί η μαρτυρία των δύο Αιτητών, δεν έγινε καν προσπάθεια να δοθεί μια έστω υποτυπώδης ένδειξη της αξίας των ακινήτων της Χρεώστιδας ούτως ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί η εξασφάλιση του ΜΕΜΟ που έχουν επί αυτών των ακινήτων. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση/Χρεώστιδα στην ένσταση της προβάλλει σαφέστατα και ρητά τον ισχυρισμό ότι το ΜΕΜΟ που έχουν εγγράψει οι Αιτητές υπερκαλύπτει την αξία της οφειλής της προς αυτούς και περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση σε συμπληρωματική ένορκο δήλωση της ισχυρίσθηκε ότι η αξία των ακινήτων της επί των οποίων οι αιτητές καταχώρησαν MEMO ανέρχεται σε ΛΚ1700.
  2. Μάλιστα δε η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν παρέμεινε σ΄ ένα αστήρικτο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό περί της αξίας των ακινήτων της αλλά, αντίθετα, επισύναψε σχετική εκτίμηση ημερ. 9/8/05 από εκτιμητή για την αγοραία αξία των ακινήτων για το ποσό που αναφέρθηκε ανωτέρω, δηλαδή για το ποσό των ΛΚ1,700.
  3. Εκείνο που είναι αξιοπρόσεκτο στην παρούσα υπόθεση είναι ότι η πλευρά των Αιτητών αναλώθηκε περισσότερο σε προσπάθεια αμφισβήτησης της μαρτυρίας που κατά την ακρόαση παρουσίασε η πλευρά της Χρεώστιδας αναφορικά με την αξία των ακινήτων της σήμερα και αναφέρομαι στη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα που κατέθεσε εκ μέρους της Καθ΄ ης του εκτιμητή, παρά να παρουσιάσει τη δική της θέση αναφορικά με τον υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης των Αιτητών. Ενώ, δηλαδή η πλευρά των Αιτητών εκ του Νόμου, με βάση τις πρόνοιες του Αρθρου 5
(2)του ΚΕΦ.5, είχαν υποχρέωση, ως εξασφαλισμένοι πιστωτές, να δώσουν κάποιο υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης την οποία είχαν, όχι μόνο δεν το έπραξαν, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, αλλά αμφισβήτησαν έντονα την ορθότητα της εκτίμησης που παρουσίασε η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία, ασφαλώς, δεν είχε και τη νομική υποχρέωση να το πράξει. Πέραν τούτου να πω ότι όταν το Αρθρο 5
(2)του ΚΕΦ.5 ορίζει ότι στην περίπτωση που υπάρχει ασφάλεια ο Πιστωτής θα πρέπει να δώσει εκτίμηση από την οποία προκύπτει, υπόλοιπο που τον καθιστά μη ασφαλισμένο δεν εννοεί, κατά την άποψη μου, απλώς να προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός αλλά και να τεκμηριώνεται. Όπως και νάχει το θέμα το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση κατά την ακρόαση Αίτησης Πτώχευσης να αποφασίσει κατά πόσο ο υπολογισμός της αξίας της εξασφάλισης του Πιστωτή/Αιτητή είναι ή όχι ο πραγματικός. Δεδομένου ότι ο υπολογισμός είναι ειλικρινής, το Δικαστήριο δεν θα διερευνήσει την ορθότητα του έστω και αν το αποτέλεσμα τέτοιας έρευνας θα μπορούσε να δείξει ότι το μη εξασφαλισμένο υπόλοιπο του χρέους δεν θα ήταν ικανό να παράσχει στήριγμα στην Αίτηση. Για το ζήτημα αυτό, σχετικές είναι οι αγγλικές υποθέσεις Εx Parte Taylor In re Lacey
(1884)13 Q.B.D. 128 και Εx Parte Voss In re Button
(1905)1 K.B. 602. Bεβαίως να διευκρινίσω ότι οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν περιπτώσεις όπου ο ίδιος ο Αιτητής/Πιστωτής είχε δώσει υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης του, όπως είναι εξάλλου και η υποχρέωση του εκ του Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, αυτό δεν έχει γίνει εκ μέρους των Πιστωτών/Αιτητών αλλά μόνο από μέρους της Χρεώστιδας. Τούτο, όμως, το γεγονός δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την αρχή που οι πιο πάνω αναφερόμενες υποθέσεις έχουν καθορίσει εφόσον ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίσθηκε εκτίμηση της εξασφάλισης μόνο από πλευράς της Χρεώστιδας. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η μη συμμόρφωση εκ μέρους των Αιτητών/Πιστωτών με τις πρόνοιες του Αρθρου 5
(2)του ΚΕΦ.5, υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, όπως τα αξιολόγησα ανωτέρω, είναι μοιραία για την τύχη της παρούσας Αίτησης, η οποία, ως αποτέλεσμα, θα απορριφθεί χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος. (ΙΙ) ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΠΑΡΗΛΘΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΕΤΟΙΟΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ 60 ΚΑΙ/Η ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη και για σκοπούς πληρότητας της Απόφασης κρίνω σκόπιμο να εξετάσω συνοπτικά και το δεύτερο λόγο που η πλευρά της Χρεώστιδας προέβαλε για σκοπούς απόρριψης της παρούσας Αίτησης. Ο Κανονισμός 60
(2)προνοεί ότι τόσο ο Χρεώστης όσο και ο Πιστωτής δύνανται να αιτηθούν περαιτέρω χρόνο για τους λόγους που εκτίθενται στον εν λόγω Κανονισμό, ο οποίος, όμως, χρόνος δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 7 ημέρες[7]. Στην υπόθεση Αίτηση Ιορδάνη Ιωάννου 5/2001,
(2001)1 ΑΑΔ 138 ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Χ"Χαμπής επεσήμανε ότι ο Κανονισμός 60 σαφέστατα δεν επιτρέπει την αναβολή ακρόασης αίτησης πτώχευσης πέραν των επτά ημερών και τούτο χωρίς να παρέχει ανεξέλεγκτη άδεια προς το Δικαστήριο για αναβολή συνεχώς αίτησης πτώχευσης για διαστήματα έστω και περιοριζόμενα στις επτά μέρες. Όπως τονίσθηκε: «Ο Κανονισμός δεν είναι τυχαίος. Η αίτηση πτώχευσης είναι ένα τέτοιο διάβημα που πρέπει να εκδικάζεται συντομότατα εφόσον μάλιστα συναρτάται προς δοθείσα ειδοποίηση πτώχευσης τα δεδομένα της οποίας σχετίζονται άμεσα προς την έγκαιρη εκδίκαση της αίτησης» . Ο Κανονισμός 63 προνοεί ότι: «Μετά την πάροδο ενός μηνός από την ημερομηνία που ορίστηκε για την πρώτη ακρόαση αίτησης (νοουμένου ότι επιδόθηκε) δεν θα γίνεται καμμιά περαιτέρω αναβολή εκτός για τους λόγους που εκτίθενται στον Κανονισμό 60
(2)ή για κάποιο άλλο επαρκή λόγο που πρέπει να δηλώνεται στο πρακτικό, αλλά σε κάθε τέτοια περίπτωση, εκτός αν γίνει αναβολή, το Δικαστήριο είτε θα εκδώσει διάταγμα παραλαβής είτε θα απορρίψει την αίτηση Στον Κανονισμό 63 έγινε αναφορά στην υπόθεση Αίτηση Χριστόδουλου Μεττή, 123/03,
(2003)1 ΑΑΔ στην οποία ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μ. Κρονίδης απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αιτητή για παράβαση του Κανονισμού 60 λόγω αναβολής της ακρόασης της αίτησης πτώχευσης για περίοδο πέραν των 7 ημερών τόνισε ότι το Δικαστήριο με βάση τον Κανονισμό 63 δύναται να αναβάλει την εξέταση της αίτησης για αποχρώντα λόγο. Έκρινε δε σ΄ εκείνη την υπόθεση ότι οι αναβολές που είχαν δοθεί ήταν δικαιολογημένες «για να γίνει δυνατή η εκδίκαση και η έκδοση απόφασης στην ενδιάμεση αίτηση για τροποποίηση». Κατ΄ ακολουθία όλων των ανωτέρω είναι φανερό ότι το Δικαστήριο μπορεί με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 63 να αναβάλει την εξέταση της αίτησης για αποχρώντα λόγο. Ο Κανονισμός 60 φαίνεται, με βάση την πιο πάνω νομολογία, να μην εκτείνεται και σε αναβολές για οδηγίες ή για άλλους λόγους, π.χ. διαδικαστικούς, για παράταση χρόνου καταχώρησης ένστασης κτλ αλλά σε αναβολές που αφορούν την ακρόαση της αίτησης πτώχευσης. Στην υπό κρίση αίτηση πτώχευσης υπήρξαν διάφορες αναβολές για σκοπούς καταχώρησης από μέρους της Χρεώστιδας της ένστασης και η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες μέχρι να καταχωρηθεί η ένσταση (3.3.09, 2.4.09, 5.5.09) και εν τέλει η απόδειξη στις 5.6.09 οπότε και τελικώς κατεχωρήθη ένσταση στις 29.5.09. Δεν διαφεύγει, επίσης, της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η πλευρά του Χρεώστιδας συνέτεινε κατά πολύ με τη συμπεριφορά της στην πρόκληση καθυστέρησης όπως προκύπτει από αδιαμφισβήτητα γεγονότα του φακέλου της παρούσας υπόθεσης. Ηδη καταγράψαμε τις ημερομηνίες που η υπόθεση αναβλήθηκε κατ΄ επανάληψη μέχρι να καταχωρηθεί ένσταση, αφού προηγείτο αίτημα για παράταση του χρόνου από μέρους της Χρεώστιδας. Όσον αφορά τους λόγους των αναβολών της ακρόασης της Αίτησης Πτώχευσης προκύπτει από το φάκελο ότι την πρώτη φορά που ορίστηκε για ακρόαση στις 15.6.09 αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος εκ μέρους της Χρεώστιδας με σκοπό την εξέταση του ενδεχομένου διευθέτησης. Παρομοίως και κατά τις ημερομηνίες ακρόασης που ακολούθησαν (29.6.09 και 21.9.09) αναβλήθηκε η ακρόαση πάλι κατόπιν αιτήματος εκ μέρους της Χρεώστιδας. Μάλιστα στις 2.11.09, που πάλι η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση, υπεβλήθη εκ νέου αίτημα αναβολής εκ μέρους της Χρεώστιδας με σκοπό να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση. H ακρόαση ξεκίνησε, τελικώς, στις 20.11.09 και στις 25.11.09 που ορίστηκε για συνέχιση πάλι υπεβλήθη αίτημα αναβολής από μέρους της Χρεώστιδας για σκοπούς καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όπου να επισυνάπτεται η ορθή εκτίμηση των ακινήτων της γιατί, εκ παραδρομής, είχε επισυναφθεί λανθασμένη εκτίμηση στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που είχε καταχωρηθεί. Αργότερα καταχωρήθηκε στις 21.1.10 αίτηση εκ μέρους των Αιτητών για συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριο και η ακρόαση της Αίτησης συνεχίστηκε στις 2.2.10, 9.2.10, 16.2.10 και 19.2.10 οπότε και ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία. Με βάση λοιπόν το πιο πάνω ιστορικό κρίνω ότι ο χρόνος που παρήλθε από της καταχώρησης της Αίτησης Πτώχευσης δεν είναι αδικαιολόγητος και/ή τέτοιος που να ξεπερνά τα όρια του εύλογου χρόνου. Εν πάση δε περιπτώσει η συμπεριφορά της Χρεώστιδας, όπως διαφαίνεται από το ιστορικό που έχω παραθέσει ανωτέρω, δεν δικαιολογεί από μέρους της τον ισχυρισμό για παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος στην προώθηση της παρούσας αίτησης εφόσον, είναι εμφανές, ότι και η ίδια συνέτεινε δια των αιτημάτων που υπέβαλλε στο Δικαστήριο στην παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης της διαδικασίας. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω λέγω ότι αναφορικά με τον ισχυρισμό της Χρεώστιδας ότι οι πολλές αναβολές και για διάστημα πέραν των επτά ημερών αποτελούν κατάχρηση και/ή υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποφασίσει κατά πόσο το ίδιο έχει προβεί σε κατάχρηση ή υπέρβαση της ίδιας του της δικαιοδοσίας. Ο έλεγχος των ενεργειών και/ή αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων έτσι ώστε αυτές να διατηρούνται αυστηρά μέσα στα πλαίσια δικαιοδοσίας που τους παρέχουν οι σχετικοί νόμοι και/ή με σκοπό τη θεραπεία τυχόν υπέρβασης και/ή κατάχρησης της αρμοδιότητας του αποτελεί εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου την οποία ασκεί αποκλειστικά με βάση το Άρθρο 155 του Συντάγματος στα πλαίσια έκδοσης ενταλμάτων της φύσης μεταξύ άλλων, prohibition και certiorari[8]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Δεν βρίσκω κανένα καλό λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ενόψει δε της αποτυχίας των Αιτητών/Πιστωτών τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση/Χρεώστιδας και σε βάρος των Αιτητών-Πιστωτών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] «5.-
(1)Πιστωτής δεν θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης εναντίον χρεώστη, εκτός αν - (α) το χρέος που οφείλεται από το χρεώστη προς τον αιτητή πιστωτή, ή, αν δύο ή περισσότεροι πιστωτές υποβάλλουν από κοινού την αίτηση, το συνολικό ποσό των χρεών που οφείλεται στους διάφορους αιτούντες πιστωτές συμποσούται σε πεντακόσιες λίρες, και, (β) το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, και (γ) η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η πτώχευση συνέβηκε μέσα σε τρεις μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης, και (δ) ο οφειλέτης κατοικεί στην Κύπρο ή, μέσα σε περίοδο ενός χρόνου πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, είχε τη συνήθη διαμονή, ή είχε τόπο διαμονής ή τόπο εργασίας στην Κύπρο ή διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο προσωπικά, ή με αντιπρόσωπο ή διευθυντή, ή είναι μέσα στην περίοδο που αναφέρθηκε ήταν μέλος οίκου ή συνεταιρισμού που διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο μέσω εταίρου ή εταίρων ή αντιπροσώπου ή διευθυντή.» [2] «6.-
(2)Κατά την ακρόαση της αίτησης, το Δικαστήριο θα απαιτεί απόδειξη του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή, της επίδοσης της αίτησης, και της πράξης πτώχευσης, ή, αν στην αίτηση προβάλλεται ισχυρισμός για τέλεση περισσοτέρων από μιας πράξης πτώχευσης, μια από τις ισχυριζόμενες πράξεις πτώχευσης και το Δικαστήριο αν ικανοποιηθεί τέτοια απόδειξη, θα εκδίδει διάταγμα παραλαβής σύμφωνα με την αίτηση.» [3] «51.-
(1)A creditor's petition shall be personally served by delivering to the debtor a sealed copy of the petition.» [4] Το άρθρο 3
(1)(ζ) προβλέπει: «3
(1)Ο χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης σε κάθε μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: ....................................... (ζ) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σ΄ αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού αυτού και μέσα σε επτά μέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν ..... , ο χρεώστης είτε δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα...........» [5] Δέστε Re A. Debtor (No.591 of 1934)
(1935)All E.R. 823 και Re A Debtor (No. 27 of 1943)
(1943)2 All E.R. 15 [6] Βλ. επίσης Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19th Edition, p. 56 και Halsbury´s Laws of England, 3rd Edition, p. 247. [7] «.και αν επιθυμείται από τον αιτούντα πιστωτή ή από τον οφειλέτη περαιτέρω χρόνος το Δικαστήριο δύναται, όταν ικανοποιείται ότι η παράταση του χρόνου δεν θα παραβλάψει το σύνολο των πιστωτών, παραχωρεί τέτοιο περαιτέρω χρόνο (σε κάθε περίπτωση δεν θα υπερβαίνει τις 7 ημέρες) ως θεωρεί σκόπιμο». [8] Δέστε Αίτηση Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αρ. 128/89
(1989)1 ΑΑΔ 648. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.