← Κύπρος

ΚΑΛΛΗ ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 768/06, 10 Μαρτίου 2010

ΚΑΛΛΗ ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 768/06, 10 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 768/06 Μεταξύ: ΚΑΛΛΗ ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντα και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Μαρτίου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Ν. Δαμιανού Για τον Εναγόμενο: κα Θ. Μαυρομουστάκη Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας είναι Κύπριος πολίτης, κατάγεται από την Ορόκλινη και είναι κάτοικος Λάρνακας. Ο Βασίλης Παναγή Σταυρινού και η αδελφή του Ελένη Παναγή Σταυρινού, σύζυγος Ηλία Μαραγκού, κατά τον ουσιώδη χρόνο μέχρι και σήμερα είναι μόνιμοι κάτοικοι Αμερικής. Η Ελένη Παναγή Σταυρινού ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια δύο ακινήτων στην Ορόκλινη, των κτημάτων με αριθμό εγγραφής 7828, Τεμ. Αρ. 175, Φ/Σχ. XLI/9 και με αριθμό εγγραφής 8990, Τεμ. Αρ. 66, Φ/Σχ. XLI/

  1. Στις 9.1.2003 το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας εξέδωσε προς το Βασίλη Παναγή Σταυρινού πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας για το χωράφι με αριθμό εγγραφής 7828, Τεμ. Αρ. 175, Φ/Σχ. XLI/9 στην Ορόκλινη (το επίδικο ακίνητο) - Τεκμήριο
  2. Ο ενάγοντας συμφώνησε με το Βασίλη Παναγή Σταυρινού να αγοράσει το επίδικο ακίνητο έναντι του τιμήματος αγοράς £10.
  3. Αφού έγινε η ετοιμασία των σχετικών δηλώσεων και η εξασφάλιση των αναγκαίων απαλλαγών, ο Βασίλης Παναγή Σταυρινού και ο ενάγοντας εμφανίστηκαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας για μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα στις 14.1.
  4. Στο Κτηματολόγιο Λάρνακας ο Βασίλης Παναγή Σταυρινού και ο ενάγοντας κατέθεσαν τα σχετικά έγγραφα, δηλαδή Δήλωση Μεταβιβάσεως Ακινήτου, Τύπος Ν. 270, Αρ. Π 45/03, Πιστοποιητικό Διευθέτησης Φορολογικής Υποχρέωσης, ΄Εντυπο Ν 313 και Μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας από μη κάτοικο Κύπρου σε κάτοικο έναντι πληρωμής - Τεκμήριο
  5. Στις 14.1.2003 ο Βασίλης Παναγή Σταυρινού και ο ενάγοντας προχώρησαν στη μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του ενάγοντα, ο οποίος πλήρωσε το συμφωνηθέν ποσό του τιμήματος πώλησης £10.000 καθώς επίσης ποσό £390.25, ως τέλη μεταβίβασης που καθόρισε το Κτηματολόγιο Λάρνακας, το οποίο κατέβαλε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Σχετική απόδειξη για την πληρωμή των τελών μεταβίβασης, την οποία έλαβε ο ενάγοντας, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Η διαδικασία της εγγραφής και μεταβίβασης στο Κτηματολόγιο Λάρνακας προχώρησε με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να εγγραφεί ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, όπως φαίνεται στη δεύτερη σελίδα του τίτλου ιδιοκτησίας, Τεκμήριο
  7. Όπως διαφάνηκε αργότερα, τα γεγονότα και το ιστορικό απόκτησης και εγγραφής του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Βασίλη Παναγή Σταυρινού οδήγησαν αναγκαστικά στην ακύρωση της εγγραφής του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Βασίλη Παναγή Σταυρινού και συνακόλουθα της εγγραφής του επίδικου ακινήτου στο όνομα του ενάγοντα. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται πιο πάνω, εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης τόσο του επίδικου ακινήτου όσο και του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 8990, Τεμ. Αρ. 66, Φ/Σχ. XLI/17 ήταν η Ελένη Παναγή Σταυρινού, σύζυγος Ηλία Μαραγκού (Eleni Panayi Maragos), αδελφή του εν λόγω πωλητή του επίδικου ακινήτου Βασίλη Παναγή Σταυρινού, οι οποίοι ζούσαν και ζουν μόνιμα στην Αμερική. Η Ελένη Παναγή Σταυρινού ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο ή έδωσε εξουσιοδότηση στο Βασίλη Παναγή Σταυρινού για διάθεση της περιουσίας της, και ειδικότερα των προαναφερομένων ακινήτων, στην Κύπρο. Στις 30.12.2002 ο Βασίλης Παναγή Σταυρινού παρουσιάστηκε, κατέθεσε και καταχώρησε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας «ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΝ ΕΓΓΡΑΦΟ» το οποίο έλαβε αριθμό πληρεξουσίου 924/02 (Τεκμήριο 4), και προέβη στη διαδικασία μεταβίβασης και εγγραφής των δύο προαναφερομένων ακινήτων της Ελένης Παναγή Σταυρινού στο όνομα του δυνάμει δωρεάς. Το Τεκμήριο 4 παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο Λάρνακας όπως φαίνεται, πλην της αναγραφής του αριθμού - φράσης «ΠΛΕ 924/02, 30/12/02» και της φράσης και σφραγίδας «93053-2-9 R/2.1.03 ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΤΟΥΛΟΥΠΗ» στην πρώτη σελίδα πάνω δεξιά. Τα σχετικά έγγραφα, δηλαδή Δήλωση Μεταβιβάσεως Ακινήτου, Τύπος Ν. 270, Αρ. Δ.2101/2002, Υπεύθυνη Δήλωση Δ.Ε. 100 και Πιστοποιητικό Διευθέτησης Φορολογικής Υποχρέωσης, ΄Εντυπο Ν 313 (Τεκμήριο 5) κατατέθηκαν και έγιναν δεκτά στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας αποδέκτηκε και ακολούθησε πλήρως το προαναφερόμενο «ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΝ ΕΓΓΡΑΦΟ» (Τεκμήριο 4), όπως αναφέρεται και στη Δήλωση Μεταβιβάσεως Ακινήτου και τα έγγραφα μεταβίβασης (Τεκμήριο 5), και ενέγραψε τα εν λόγω ακίνητα στο όνομα του Βασίλη Παναγή Σταυρινού στον οποίο μάλιστα εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής για το επίδικο ακίνητο (Τεκμήριο 1) το οποίο τότε δεν είχε συμπληρωμένο όνομα ιδιοκτήτη στη δεύτερη σελίδα. Το πιστοποιητικό εγγραφής το οποίο εξέδωσε το Κτηματολόγιο στο Βασίλη Παναγή Σταυρινού πιστοποιούσε την απόλυτη ιδιοκτησία του επί του επίδικου τεμαχίου χωρίς στοιχεία ή λεπτομέρειες για τη χρήση ή αποδοχή του εν λόγω πληρεξουσίου. Ο ενάγοντας, μη γνωρίζοντας τα πιο πάνω γεγονότα σε σχέση με δόλο, πλαστογραφία ή αντικανονικότητες, καλόπιστα προχώρησε στην πιο πάνω συμφωνία και αγορά του επίδικου ακινήτου, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Μετά την εξασφάλιση από τον ενάγοντα πιστοποιητικού εγγραφής για το επίδικο ακίνητο, στις 6.2.2003 η Ελένη Παναγή Σταυρινού καταχώρησε την Αγωγή Αρ. 579/03 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα, Βασίλη Παναγή Σταυρινού, κατοίκου Αμερικής και τότε διαμένοντα στην Ορόκλινη, και Καλλή Ανδρέα Γεωργίου (του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή) ζητώντας μεταξύ άλλων την ακύρωση της εγγραφής του επίδικου ακινήτου στο όνομα του ενάγοντα. Το κλητήριο ένταλμα στην εν λόγω Αγωγή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Στην εν λόγω Αγωγή Αρ. 579/03 η ενάγουσα, Ελένη Παναγή Σταυρινού, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είχε υπογράψει το εν λόγω πληρεξούσιο προς το Βασίλη Παναγή Σταυρινού, ότι αυτό ήταν προϊόν πλαστογραφίας ή/και προϊόν πλαστογραφίας της υπογραφής της από το Βασίλη Παναγή Σταυρινού και ότι οι εν λόγω δύο μεταβιβάσεις και οι σχετικές εγγραφές ήταν άκυρες. Η ΄Εκθεση Απαίτησης της ενάγουσας, η ΄Εκθεση Υπεράσπισης του εναγομένου 1 και η ΄Εκθεση Υπεράσπισης του εναγομένου 2 στην Αγωγή Αρ. 579/03 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7Α, Β και Γ αντίστοιχα. Στο πλαίσιο της ακρόασης της εν λόγω Αγωγής Αρ. 579/03, η ενάγουσα απέδειξε τους πιο πάνω ισχυρισμούς της με μαρτυρία τόσο της ίδιας όσο και ειδικού εμπειρογνώμονα-γραφολόγου και με άλλο μαρτυρικό υλικό, ενώ ο Βασίλης Παναγή Σταυρινού δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της και, εκκρεμούσης της διαδικασίας, πιθανότατα αποχώρησε από την Κύπρο. Ο ενάγοντας στην παρούσα αγωγή, εναγόμενος 2 στην Αγωγή Αρ. 579/03, απέδειξε τους ισχυρισμούς του, όμως δεν μπορούσε να αντικρούσει τα όσα απέδειξε η ενάγουσα και τα οποία επηρέαζαν τον δικό του τίτλο σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Αφού προσκομίστηκε μαρτυρία που καταδείκνυε πλαστογραφία, ο εναγόμενος 2 καταχώρησε αίτηση στις 26.9.2005 με την οποία ζητούσε τη συνένωση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, διά της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως συνεναγομένου στη εν λόγω Αγωγή - Τεκμήριο
  9. Η αίτηση επιδόθηκε στη Δημοκρατία στις 29.9.2005, για την οποία δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση. Αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης της αίτησης ημερ. 3.10.2005 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση (Τεκμήριο 9) στην εν λόγω αίτηση, και η αίτηση εκδικάστηκε. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.11.2005 η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε - Τεκμήριο
  11. ΄Ετσι η ακροαματική διαδικασία στην Αγωγή Αρ. 579/03 ολοκληρώθηκε μεταξύ των υφισταμένων διαδίκων. Στις 16.1.2006 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στην Αγωγή Αρ. 579/03 (Τεκμήριο 11) δυνάμει της οποίας αποφασίστηκε ότι το εν λόγω πληρεξούσιο που ο Βασίλης Παναγή Σταυρινού χρησιμοποίησε ήταν πλαστό, ότι αυτό ουδέποτε υπεγράφη από την ενάγουσα και ότι ο εναγόμενος 2, αν και ενεργώντας καλόπιστα, δεν μπορούσε να διατηρήσει τον τίτλο εφόσον ο προηγούμενος τίτλος αποκτήθηκε με πλαστογραφία, παράνομα ή/και με δόλο από πλευράς του Βασίλη Παναγή Σταυρινού κατά της ενάγουσας. Επομένως το Δικαστήριο διέταξε την ακύρωση των μεταβιβάσεων των εν λόγω ακινήτων στο όνομα του Βασίλη Παναγή Σταυρινού και τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του εναγομένου 2 καθώς επίσης την επανεγγραφή των εν λόγω ακινήτων στο όνομα της Ελένης Παναγή Σταυρινού. Κατόπιν της απόφασης του Δικαστηρίου, η εγγραφή του επίδικου ακινήτου ακυρώθηκε και αυτό επανεγγράφηκε στο όνομα της Ελένης Παναγή Σταυρινού στις 23.10.
  12. Ο Βασίλης Παναγή Σταυρινού βρίσκεται στο εξωτερικό. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο ενάγοντας κατέβαλε και δεν εισέπραξε μέχρι σήμερα το ποσό των £10.000 (€17.086), που είναι το τίμημα που πλήρωσε στο Βασίλη Παναγή Σταυρινού, τα μεταβιβαστικά έξοδα £390.25 και δικηγορικά έξοδα υπεράσπισης του στην Αγωγή Αρ. 579/
  13. Το ποσό του τιμήματος των £10.000 καταβλήθηκε με προσωπική επιταγή του ενάγοντα, αρ. 16301454, για το ποσό των £4.000 επ΄ ονόματι του Βασίλη Σταυρινού και με μετρητά £6.000 τα οποία ο ενάγοντας έλαβε προηγουμένως δυνάμει επιταγής της εταιρείας του KALLIS G. SHIAFKOS MOTORS LTD, αρ. 35582067, εκδοθείσας στον κομιστή την οποία και εισέπραξε σε μετρητά. Αντίγραφα των δύο επιταγών κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  14. Αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα στην Αγωγή Αρ. 579/03, ο εναγόμενος 2 πλήρωσε στο δικηγορικό γραφείο Χατζηχριστοφής, Παπαλλής και Σωτηρίου το ποσό των £1.500, το οποίο αντιπροσωπεύει την εύλογη αμοιβή για την εν λόγω Αγωγή. Σχετική απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού ημερομηνίας 17.6.2005 με συνημμένο κατάλογο εξόδων των δικηγόρων Χατζηχριστοφή, Παπαλλή και Σωτηρίου για την εν λόγω Αγωγή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  15. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τη μορφή παραδεκτών γεγονότων από τις δύο πλευρές, και αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Επιπλέον ο ενάγοντας έδωσε προφορική μαρτυρία κατά την οποία ουσιαστικά επιβεβαίωσε ότι ο Βασίλης Παναγή Σταυρινού εγκατέλειψε την Κύπρο από το 2003 και έκτοτε είναι εξαφανισμένος, παρόλες τις προσπάθειες εντοπισμού του από τον ενάγοντα. Ανέφερε την απαίτηση που έχει από την Κυπριακή Δημοκρατία, καθότι αγόρασε το επίδικο ακίνητο και το Κτηματολόγιο αποδέκτηκε το πληρεξούσιο το οποίο δεν ήταν σωστό, με αποτέλεσμα τη μεταβίβαση και εγγραφή αυτού στον ίδιο και τελικώς την ακύρωση της μεταβίβασης και εγγραφής, που του προκάλεσε την απώλεια της περιουσίας του, τόσο του τιμήματος αγοράς και των μεταβιβαστικών τελών όσο και των δικηγορικών εξόδων που πλήρωσε στην Αγωγή Αρ. 579/
  16. Κατά την αντεξέταση του, ο ενάγοντας ανέφερε ότι το εν λόγω ποσό των £6.000 το είχε δανειστεί από την εταιρεία η οποία ουσιαστικά είναι δική του και είναι ο μοναδικός μέτοχος της. Είπε ότι ο λογιστής της εταιρείας χειρίζεται τα περί δανεισμού της εταιρείας και ότι ο ίδιος δικαιούται τα εν λόγω χρήματα γιατί έχει να παίρνει από την εν λόγω εταιρεία. Αυτή η μαρτυρία ήταν η μόνη προφορική μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο. Ο ενάγοντας περιορίστηκε στην αναφορά βασικών γεγονότων που αφορούν την επίδικη διαφορά, και τα οποία είναι αδιαμφισβήτητα, και κυρίως για όλα τα χρήματα τα οποία κατέβαλε σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Η μαρτυρία του, στο σύνολο της, παρέμεινε αναντίλεκτη και το Δικαστήριο την αποδέχεται και υιοθετεί ως μέρος των ευρημάτων του σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, προκύπτει ότι η απαίτηση του ενάγοντα περιορίζεται στο ποσό των £10.000 που είναι το τίμημα αγοράς που κατέβαλε στο Βασίλη Παναγή Σταυρινού για το επίδικο ακίνητο, το ποσό των £390.25 που αντιπροσωπεύει τα μεταβιβαστικά τέλη που πλήρωσε στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και τέλος το ποσό των £1.500 που πλήρωσε στον δικηγόρο του στο πλαίσιο της Αγωγής Αρ. 579/03 και το οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι αντιπροσωπεύει τη λογική αμοιβή για την υπεράσπιση του ενάγοντα στην εν λόγω Αγωγή. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του ενάγοντα αναφορικά με την προέλευση του ποσού των £6.000, ότι δηλαδή του δόθηκε από την εταιρεία επειδή είχε να εισπράττει από αυτή, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, και επομένως ικανοποιούμαι ότι ο ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει ότι ο ίδιος επωμίστηκε την απώλεια/ζημιά του τιμήματος αγοράς για το επίδικο ακίνητο αφού το κατέβαλε στο Βασίλη Παναγή Σταυρινού. Περαιτέρω, επισημαίνω ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το συνημμένο κατάλογο εξόδων στο Τεκμήριο 14 για το ποσό των £2.083.80, πέραν της αναφοράς του ενάγοντα ότι δεν γνώριζε κατά πόσο τα έξοδα ψηφίστηκαν, έτσι ώστε το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι το προαναφερόμενο ποσό είναι πράγματι λογική αμοιβή με βάση τον κατάλογο, αλλά δεσμεύεται από τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν και από τις δύο πλευρές καταλήγοντας ότι το ποσό των £1.500 αποδείχθηκε ότι είναι η εύλογη αμοιβή στο πλαίσιο της Αγωγής Αρ. 579/
  17. Όπως διαφαίνεται από το κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης στην παρούσα αγωγή, η απαίτηση του ενάγοντα βασίζεται στην αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας ή/και του Διευθυντή ή/και του αρμόδιου λειτουργού ή/και υπαλλήλων αυτού, με την αποδοχή του επίδικου πληρεξούσιου εγγράφου -Τεκμήριο 4, το οποίο κατ΄ ισχυρισμό δεν τηρούσε τις προϋποθέσεις του Κεφ. 39 ή τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Νόμου 9/65, δεν τηρούσε τους σχετικούς Κανονισμούς και/ή εγκυκλίους σχετικά με τον έλεγχο και αποδοχή πληρεξουσίων εγγράφων και δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις κατάλληλης πιστοποίησης καθότι οι σφραγίδες και σημειώσεις σε αυτό δεν ήταν δεόντως πιστοποιημένες από πιστοποιούντα υπάλληλο και η υπογραφή της πληρεξουσιοδοτούσας ουδέποτε είχε επίσης πιστοποιηθεί από πιστοποιούντα υπάλληλο. Ο εναγόμενος, στην υπεράσπιση του, αρνείται την οποιαδήποτε ευθύνη, ισχυριζόμενος ότι το πληρεξούσιο έγγραφο που είχε παρουσιαστεί εκ πρώτης όψεως είχε τα εχέγγυα που αποδείκνυαν την εγκυρότητα του, φαινόταν καθόλα έγκυρο και δεόντως πιστοποιημένο και επομένως ήταν εύλογο να γίνει αποδεκτό για τους σκοπούς του Κτηματολογίου. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών ανέλυσαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους κατά τις αγορεύσεις τους με λεπτομερή αναφορά τόσο στις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες όσο και στη σχετική νομολογία. Προφανώς υπήρχε διάσταση απόψεων αναφορικά με το καθήκον επιμέλειας εκ μέρους του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας σε σχέση με την αποδοχή του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου, τη νομιμότητα και εγκυρότητα αυτού και τέλος την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της τυχόν αμέλειας του Κτηματολογίου και της ζημιάς που έχει υποστεί ο ενάγοντας, για την οποία εν πάση περιπτώσει η δικηγόρος του εναγομένου ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης αυτής στον απαιτούμενο βαθμό. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5

(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/65, όπως έχει τροποποιηθεί, ουδεμία μεταβίβαση ακινήτου είναι έγκυρη εκτός εάν γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Νόμου. Η διαδικασία μεταβίβασης ακινήτου καθορίζεται κυρίως στο Μέρος ΙΙΙ του Νόμου, δυνάμει του οποίου παρέχεται η εξουσία στο Διευθυντή και οποιονδήποτε άλλο Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό να προβαίνει σε μεταβιβάσεις ακινήτων ακολουθώντας τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου. Επομένως είναι προφανές, και επ΄ αυτού συμφωνούν και οι δύο πλευρές, ότι το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, μέσω του Διευθυντή και των λειτουργών αυτού, είναι το αρμόδιο όργανο εντεταλμένο διά Νόμου να ρυθμίζει τα περί μεταβίβασης ακινήτων σύμφωνα με το Νόμο, για τη διασφάλιση της ορθής και νομότυπης διαδικασίας στο πλαίσιο κτηματικών συναλλαγών με απώτερο σκοπό την προστασία του συμβαλλόμενου κοινού. Με βάση τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου, για να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του ενάγοντα ακολουθήθηκε η ορθή και ορθόδοξη διαδικασία, όπως μαρτυρούν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Όμως, ο Βασίλης Παναγή Σταυρινού, ο οποίος φερόταν ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και κατ΄ επέκταση πωλητής του επίδικου ακινήτου, απέκτησε την ιδιοκτησία αυτού δυνάμει της μεταβίβασης του διά δωρεάς από την ιδιοκτήτρια του Ελένη Παναγή Σταυρινού κατόπιν αποδοχής από το Κτηματολόγιο του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου - Τεκμήριο 4. Η ύπαρξη και αποδοχή του πληρεξουσίου εγγράφου οδήγησε στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Βασίλη Παναγή Σταυρινού. ΄Ετσι, αποκτώντας πλέον την ιδιοκτησία του εν λόγω ακινήτου ο Βασίλης Παναγή Σταυρινού στη συνέχεια πούλησε και μεταβίβασε αυτό στον ενάγοντα. Εδώ ακριβώς εστιάζεται η διαφορά και αντιδικία των δύο πλευρών στην παρούσα υπόθεση, καθότι αμφισβητείται η ορθότητα της ενέργειας και απόφασης του Κτηματολογίου να αποδεκτεί το πληρεξούσιο έγγραφο, όταν αυτό παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο, και να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του Βασίλη Παναγή Σταυρινού, καθότι αν το Κτηματολόγιο κατ΄ εκείνο τον χρόνο δεν το αποδεχόταν ως μη έγκυρο ή ως μη σύμφωνο με τις πρόνοιες του Νόμου, ως η θέση του ενάγοντα, τότε το εν λόγω ακίνητο ουδέποτε θα περιέρχετο στην ιδιοκτησία του Βασίλη Παναγή Σταυρινού και ακολούθως του ενάγοντα. Επομένως, πρώτιστο μέλημα του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την ορθότητα της απόφασης του Κτηματολογίου για την αποδοχή του πληρεξουσίου εγγράφου για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Βασίλη Παναγή Σταυρινού. Το θέμα αυτό διέπεται από το άρθρο 10
(1)του Νόμου το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «10.
(1)Οσάκις σκοπείται η διενέργεια δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης ακινήτου ή αποδοχής τοιαύτης μεταβιβάσεως ή υποθήκης δι΄ αντιπροσώπου, εκτός εάν ο αντιπρόσωπος κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε ετέρου νόμου όπως διενεργή τοιαύτην δήλωσιν διά λογαριασμόν του αντιπροσωπευομένου, ούτος οφείλει να αποδείξη εις τον Διευθυντήν ότι το πρόσωπον διά λογαριασμόν ούτινος διενεργείται η δήλωσις παρέσχεν εις αυτόν έγγραφον εξουσιοδότησιν, προσηκόντως κεκυρωμένην παρ΄ αρμοδίας τινός αρχής και χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, προς διενέργειαν της τοιαύτης δηλώσεως μεταβιβάσεως, ή, αναλόγως της περιπτώσεως, υποθήκης: Νοείται ότι ο Διευθυντής δύναται- (α) πριν ή αποδεχθή την γενομένην δήλωσιν να απαιτήση την προσαγωγήν αποδείξεων ότι η παρασχεθείσα εξουσιοδότησις δεν ανεκλήθη, εις πάσαν περίπτωσιν καθ΄ ην κρίνει τούτο σκόπιμον είτε λόγω του μακρού χρόνου όστις παρήλθεν από της υπογραφής του σχετικού εγγράφου είτε δι΄ έτερόν τινα λόγον∙ (β) να μη επιτρέψη την διενέργειαν της δηλώσεως δυνάμει της φερομένης ως παρασχεθείσης διά του προμνησθέντος εγγράφου εξουσιοδοτήσεως, εάν κατά την γνώμην αυτού υπάρχη ελάττωμά τι ή αμφιλογία περί την παρασχεθείσαν εξουσιοδότησιν ή αμφιβολία περί την ταυτότητα του υπογράψαντος το έγγραφον προσώπου, ή περί την αρμοδιότητα της κυρωσάσης το έγγραφον αρχής εν τη χώρα ένθα το έγγραφον υπεγράφη, μέχρις ου το τοιούτον ελάττωμα διορθωθή ή, αναλόγως της περιπτώσεως, η τοιαύτη αμφιλογία ή αμφιβολία αρθή κατά τρόπον ικανοποιούντα τον Διευθυντήν.» Σύμφωνα με την ερμηνεία του όρου «Διευθυντής», όπως καθορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, αυτός σημαίνει το Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών ή οποιονδήποτε Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό. Στην προκειμένη περίπτωση, το πληρεξούσιο έγγραφο υπεγράφη σε άλλη χώρα, στις Η.Π.Α., και συγκεκριμένα στην πολιτεία του New Jersey, και ως εκ τούτου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 10
(3)(β) του Νόμου που αναφέρει τα ακόλουθα: «10.
(3)Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου «έγγραφον προσηκόντως κεκυρωμένον παρά της αρμοδίας αρχής» σημαίνει έγγραφον φέρον- .... (β) εάν υπεγράφη εν οιαδήποτε ετέρα χώρα- (
  1. i)την σφραγίδα και υπογραφήν προξενικού υπαλλήλου της Δημοκρατίας, ή προσώπου έχοντος εξουσίαν όπως ενασκή τοιαύτα καθήκοντα εκ μέρους της Δημοκρατίας, και είτε η τοιαύτη σφραγίς και υπογραφή ετέθησαν επ΄ αυτού προς πιστοποίησιν της υπογραφής του υπογράψαντος το έγγραφον προσώπου, είτε προς πιστοποίησιν της υπογραφής οιουδήποτε προσώπου έχοντος εκάστοτε κατά νόμον την εξουσίαν όπως εν τη τοιαύτη χώρα πιστοποιή υπογραφάς, ή εκδίδη έγγραφα αποδεικνύοντα την υπογραφήν εγγράφων της προνοουμένης υπό του παρόντος άρθρου φύσεως (
  2. ii)εάν εν τη τοιαύτη χώρα δεν υπάρχη προξενικός υπάλληλος της Δημοκρατίας ή έτερον πρόσωπον έχον εξουσίαν όπως ενασκή τοιαύτα καθήκοντα εκ μέρους της Δημοκρατίας, την σφραγίδα και υπογραφήν παντός προσώπου όπερ ο Διευθυντής ικανοποιείται ότι κέκτηται εκάστοτε κατά νόμον εξουσίαν όπως εν τη τοιαύτη χώρα πιστοποιή υπογραφάς ή εκδίδη έγγραφα αποδεικνύοντα την υπογραφήν εγγράφων της προνοουμένης υπό του παρόντος άρθρου φύσεως.» Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διαφαίνεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία διατηρεί Προξενείο στις Η.Π.Α. καθότι το πληρεξούσιο έγγραφο φέρει την υπογραφή και τη σφραγίδα του Προξενείου της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Νέα Υόρκη. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του άρθρου 10
(3)(β)(i) του Νόμου, διαπιστώνω ότι η σφραγίδα και η υπογραφή του προξενικού υπαλλήλου της Δημοκρατίας στη Νέα Υόρκη, κ. Βασίλη Φιλίππου, δεν έχει τεθεί στο εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο προς πιστοποίηση της υπογραφής της Ελένης Παναγή Μαραγκού που είναι το πρόσωπο που υπέγραψε το πληρεξούσιο. Το Δικαστήριο καλείται τελικώς να αποφασίσει κατά πόσο τηρούνται οι υπόλοιπες πρόνοιες της εν λόγω υποπαραγράφου, δηλαδή κατά πόσο ο κ. Φιλίππου πιστοποίησε την υπογραφή οποιουδήποτε προσώπου που κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε κατά νόμο την εξουσία να πιστοποιεί υπογραφές στην εν λόγω χώρα ή να εκδίδει έγγραφα που αποδεικνύουν την υπογραφή πληρεξουσίων εγγράφων. Στο γαλάζιο έντυπο, που είναι συνημμένο στο πληρεξούσιο έγγραφο και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού, φαίνεται η υπογραφή του κ. Φιλίππου και η σφραγίδα του Προξενείου της Δημοκρατίας στη Νέα Υόρκη, η σχετική χαρτοσήμανση καθώς επίσης η ημερομηνία 23.12.
  1. Αναγράφονται επίσης τα εξής λόγια: "CONSULATE GEN. OF THE REPUBLIC OF CYPRUS For the certification only of the seal of THE SΤATE OF NEW JERSEY, COUNTY OF MONMOUTH ONLY. The certifying officer assumes no responsibility for the contents of this document. DECEMBER 23, 2002 NEW YORK." Στην μπροστινή πλευρά του ίδιου εντύπου φαίνεται η υπογραφή υπαλλήλου του County of Monmouth της πολιτείας του New Jersey M. Claire French με ημερομηνία 4.12.2002 και σφραγίδα του County of Monmouth. Ο εν λόγω υπάλληλος αναφέρει τα ακόλουθα: "I, M. CLAIRE FRENCH, Clerk of the County of Monmouth DO HEREBY CERTIFY, That BONNIE LEMIS whose name is subscribed to the attached certificate of acknowledgment, proof or affidavit, was at the time of taking said acknowledgment, proof or affidavit, a NOTARY PUBLIC, duly commissioned and sworn and residing in said Sate, and was as such NOTARY PUBLIC, and officer of said State duly authorized by the laws thereof to take and certify the same, as well as to take and certify the proof and acknowledgment of deeds for the conveyance of land, tenements or hereditaments, and other instruments in writing to be recorded in said State, and that the said acknowledgment is duly executed and taken according to the laws of said Sate, and that full faith and credit are and ought to be given to his/her official acts; and I further certify that I am well acquainted with his/her handwriting and verily believe the signature to the attached certificate is his/her genuine signature. And I do further certify that the impression of the seal of such NOTARY PUBLIC is not required by the laws of this State to be filed in my office. IN WITNESS WHEREOF, I have hereunto set my hand and affixed my official seal this 4TH day of DECEMBER A.D.,
  2. M. Claire French Clerk." Η υπογραφή της Bonnie Lemis φαίνεται στην πρώτη σελίδα του πληρεξουσίου εγγράφου όπου φαίνεται και η υπογραφή της πληρεξουσιοδοτούσας Ελένης Παναγή Μαραγκού. Συγκεκριμένα, η υπογραφή της κας Μαραγκού φαίνεται να έγινε χειρογράφως με πένα, δίπλα από αυτή φαίνεται σφραγίδα «BONNIE LEMIS NOTARY PUBLIC OF NEW JERSEY, MY COMMISSION EXPIRES JUNE 30, 2003" και δίπλα από αυτή φαίνεται η υπογραφή της Bonnie Lemis χειρογράφως με πένα και η σφραγίδα της η οποία αναφέρει το όνομα της, την ιδιότητα της και την πολιτεία του New Jesrsey. Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω στοιχεία, το πληρεξούσιο έγγραφο φέρει την υπογραφή της Ελένης Παναγή Μαραγκού στο κάτω μέρος ως το πρόσωπο που έδωσε την εν λόγω πληρεξουσιοδότηση. Η υπογραφή της Ελένης Παναγή Μαραγκού πιστοποιείται από τη Bonnie Lemis με τον τρόπο που φαίνεται στο εν λόγω έγγραφο, και περιγράφεται αναλυτικά πιο πάνω. Η ιδιότητα της Bonnie Lemis, ως πιστοποιών υπάλληλος, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανατέθηκε δεόντως αφού η ίδια προέβη στο δέοντα όρκο και διέμενε στην πολιτεία του New Jersey, και, υπό αυτή την ιδιότητα της και ως αξιωματούχος της εν λόγω πολιτείας, με βάση τους νόμους της εν λόγω πολιτείας, το γεγονός ότι η Bonnie Lemis ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη να πιστοποιεί έγγραφα που αφορούν μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας τα οποία καταγράφονται στην εν λόγω πολιτεία, αναγνωρίζονται και επιβεβαιώνονται με την πιστοποίηση του υπαλλήλου του County of Monmouth M. Claire French. Περαιτέρω, ο ίδιος υπάλληλος πιστοποιεί ότι η Bonnie Lemis προέβη στην πιστοποίηση της υπογραφής της κας Μαραγκού σύμφωνα με τους νόμους της πολιτείας του New Jersey και μάλιστα ότι πρέπει να αποδοθεί πλήρης πίστη και πίστωση στις επίσημες ενέργειες της, επιβεβαιώνοντας περαιτέρω το γνήσιο της υπογραφής της. Η πιστοποίηση αυτή οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η πιστοποίηση της υπογραφής της Ελένης Παναγή Μαραγκού στο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο έγινε από αρμόδιο πρόσωπο με εξουσία διά νόμου στην εν λόγω πολιτεία να προβαίνει σε τέτοιες πιστοποιήσεις υπογραφών, σύμφωνα με το νόμο της εν λόγω πολιτείας και καθόλα δεόντως και νομότυπα. Ο ισχυρισμός του κ. Δαμιανού ότι η πιστοποίηση της Bonnie Lemis πάσχει καθότι δεν αναγράφεται ημερομηνία της υπογραφής της ούτε και οι λέξεις πιστοποίησης της υπογραφής της Ελένης Παναγή Μαραγκού η οποία υπέγραψε στην παρουσία της, δεν με βρίσκει σύμφωνη καθότι δεν υπάρχει μαρτυρία για την ύπαρξη στην πολιτεία του New Jersey τέτοιου συγκεκριμένου τύπου πιστοποίησης που έπρεπε να ακολουθηθεί, και εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρεται πιο πάνω, η πιστοποίηση της Bonnie Lemis φαίνεται να έγινε καθόλα σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου της πολιτείας στην οποία τόσο το πληρεξούσιο όσο και η πιστοποίηση έγιναν. Επομένως, θεωρώ ότι η πιστοποίηση της Bonnie Lemis όσον αφορά την υπογραφή της Ελένης Παναγή Μαραγκού έγινε καθόλα νομότυπα και δεν θα μπορούσε να εγείρει οποιεσδήποτε υποψίες στον αρμόδιο Κτηματολογικό Λειτουργό ενώπιον του οποίου αυτό το πληρεξούσιο παρουσιάστηκε για αποδοχή. Βέβαια το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Υπάρχει μεν η βεβαίωση και πιστοποίηση του υπαλλήλου του County of Monmouth για τη νομότυπη πιστοποίηση της υπογραφής της Ελένης Παναγή Μαραγκού από την Bonnie Lemis, αλλά απαιτείται και η υπογραφή και πιστοποίηση του προξενικού υπαλλήλου της Δημοκρατίας όπως προνοεί το άρθρο 10
(3)(β)(i) του Νόμου. Εδώ, ο προξενικός υπάλληλος της Δημοκρατίας, κ. Φιλίππου, πιστοποιεί μόνο τη σφραγίδα ("seal") της πολιτείας του New Jersey, County of Monmouth. Ο κ. Φιλίππου ρητά αποποιείται ευθύνης για το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου. Θεωρώ ότι η πιστοποίηση της σφραγίδας ("seal") της πολιτείας του New Jersey από τον κ. Φιλίππου αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μπροστινής σελίδας του γαλάζιου εντύπου, δηλαδή τη σφραγίδα, την υπογραφή, την ημερομηνία και όσα πιστοποιεί ο υπογραφών υπάλληλος. Η ερμηνεία της λέξης «seal» που αναφέρεται στην πιστοποίηση του κ. Φιλίππου δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι περιορίζεται μόνο στην τοποθέτηση της χρυσής σφραγίδας επί του εντύπου, καθότι αυτό δεν θα είχε οποιαδήποτε σημασία πιστοποίησης, εφόσον, εν πάση περιπτώσει, ο κ. Φιλίππου κλήθηκε να πιστοποιήσει τη σφράγιση του εν λόγω εντύπου που για να είναι νομότυπη πρέπει να φέρει και την υπογραφή και τη σφραγίδα. ΄Αρα, καταλήγω ότι ο κ. Φιλίππου, ως ο προξενικός υπάλληλος της Δημοκρατίας, σφράγισε και υπέγραψε το γαλάζιο έντυπο προς πιστοποίηση της υπογραφής του M. Claire French, ως του προσώπου που είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο νόμιμη εξουσία να εκδώσει το εν λόγω έγγραφο με το οποίο να αποδεικνύεται η υπογραφή της Bonnie Lemis και κατ΄ επέκταση η δέουσα πιστοποίηση από την Bonnie Lemis της υπογραφής της Ελένης Παναγή Μαραγκού ως του προσώπου που υπέγραψε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο. Η φράση «The certifying officer assumes no responsibility for the contents of this document» αφορά το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν είναι άλλο από το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο. Παρόλο που ο κ. Φιλίππου δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε ευθύνη για το περιεχόμενο του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου, κάτι το οποίο είναι κατανοητό και φαίνεται να αποτελεί συνήθη πρακτική εφόσον αποτελεί μέρος του τυποποιημένου κειμένου που προέρχεται από το Προξενείο της Δημοκρατίας στη Νέα Υόρκη, εκείνο που απαιτείται προς ικανοποίηση των προνοιών του άρθρου 10
(3)(β)(i) είναι η σφραγίδα και η υπογραφή του προς πιστοποίηση της υπογραφής προσώπου (στην προκειμένη περίπτωση του M. Claire French) που είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο νόμιμη εξουσία να εκδίδει έγγραφα που αποδεικνύουν την υπογραφή και δέουσα πιστοποίηση υπογραφής μεταξύ άλλων, πληρεξούσιων εγγράφων, (που στην προκειμένη περίπτωση είναι η υπογραφή της Bonnie Lemis και η πιστοποίηση από αυτή της υπογραφής της κας Μαραγκού), κάτι το οποίο ικανοποιείται πλήρως στην προκειμένη περίπτωση με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Υπάρχει διαζευκτική πρόνοια για την σφραγίδα και υπογραφή του κ. Φιλίππου προς πιστοποίηση άμεσα της υπογραφής του προσώπου που υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο, κάτι το οποίο, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Από τη στιγμή που ο κ. Φιλίππου με τη σφραγίδα και υπογραφή του ικανοποιεί τις πρόνοιες του προαναφερόμενου άρθρου, αυτό είναι αρκετό για να παρέχει τη δυνατότητα στον αρμόδιο Κτηματολογικό Λειτουργό να αποδεκτεί το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο με σκοπό τη διενέργεια της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το άρθρο 10
(1)περιέχει πρόνοια με την οποία δίνεται η εξουσία και ευχέρεια στο Διευθυντή του Κτηματολογίου να μην επιτρέψει την αποδοχή γραπτής εξουσιοδότησης για τους λόγους που περιγράφονται στην παράγραφο (β). Με βάση όμως τα γεγονότα της υπόθεσης, και κυρίως τη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 10
(3)(β)(i), καταλήγω ότι δεν μπορούσε να υπάρξει αμφιβολία ή αμφισβήτηση εκ μέρους του Διευθυντή ή οποιουδήποτε άλλου Κτηματολογικού Λειτουργού ενώπιον του οποίου παρουσιάστηκε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο σε σχέση είτε με την ταυτότητα της Ελένης Παναγή Μαραγκού είτε με την αρμοδιότητα της Αρχής που επικύρωσε το έγγραφο στην πολιτεία του New Jersey, καθότι η υπογραφή της Ελένης Παναγή Μαραγκού πιστοποιήθηκε δεόντως σύμφωνα με τους νόμους της εν λόγω πολιτείας και με την πιστοποίηση του προξενικού υπαλλήλου της Δημοκρατίας χωρίς να αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης στο μυαλό του Κτηματολογικού Λειτουργού. Στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας ή/και του Διευθυντή ή/και του αρμόδιου λειτουργού ή/και υπαλλήλων αυτού σε Κανονισμούς ή εγκυκλίους ή οδηγίες ή πρακτική αναφορικά με τον έλεγχο και αποδοχή τέτοιων πληρεξουσίων εγγράφων. Παρόλο που τέτοιος ισχυρισμός δεν προωθήθηκε από τον δικηγόρο του ενάγοντα κατά την αγόρευση του, εν τούτοις δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για την ύπαρξη τέτοιων Κανονισμών, εγκυκλίων κλπ που να ρυθμίζουν το εν λόγω θέμα για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο αυτοί τηρήθηκαν ή όχι. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση, τηρήθηκαν οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας που ρυθμίζει το θέμα. Περαιτέρω, προβλήθηκε η θέση εκ μέρους του ενάγοντα ότι το Κτηματολόγιο παρέλειψε να τηρήσει τις πρόνοιες του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφ. 39. Ο εν λόγω Νόμος, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί μεταξύ άλλων για το διορισμό πιστοποιούντων υπαλλήλων, τον τρόπο και διαδικασία πιστοποίησης και τη δεκτότητα πιστοποιήσεων, και αφορά πιστοποιούντες υπαλλήλους και πιστοποιήσεις εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται και δεν διέπεται από τον εν λόγω Νόμο, καθότι η πιστοποίηση έγινε σε άλλη χώρα και η διαδικασία αποδοχής δεόντως πιστοποιημένου πληρεξουσίου που υπογράφηκε σε άλλη χώρα ρυθμίζεται ρητά από τις πρόνοιες του άρθρου 10
(3)(β), ενώ ο ίδιος ο Νόμος 9/65 περιέχει ειδική και ξεχωριστή πρόνοια για πληρεξούσια υπογεγραμμένα στην Κύπρο, και συγκεκριμένα το άρθρο 10
(3)(α), που κάνει αναφορά στο Κεφ. 39, διαχωρίζοντας έτσι σαφώς τις δύο περιπτώσεις. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο το οποίο αποδέκτηκε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο και το οποίο οδήγησε στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Βασίλη Παναγή Σταυρινού και ακολούθως στο όνομα του ενάγοντα, ενήργησε καθόλα νόμιμα, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιμέλεια και συμμορφούμενο με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου. Όπως έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί, το άρθρο 172 του Συντάγματος καθιστά τη Δημοκρατία άμεσα υπεύθυνη για τις πράξεις κυβερνητικών υπαλλήλων της που διαπράττονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η ευθύνη της Δημοκρατίας πηγάζει από το καθήκον της Κυβέρνησης να λειτουργεί σύμφωνα με το Νόμο και το ανάλογο δικαίωμα του πολίτη να επιμένει όπως η Κυβέρνηση ενεργεί σύμφωνα με το Νόμο. Παραπέμπω στην υπόθεση Simillides v. Neophytou
(1986)1 C.L.R. 363. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Georghiou v. Attorney General
(1982)1 C.L.R. 938, στην οποία ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πικής, ανέλυσε τις πρόνοιες του άρθρου 172 του Συντάγματος ως ακολούθως: «Art. 172: Article 172 provides:- «Η Δημοκρατία ευθύνεται διά πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ΄ επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Ο Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.» In the English text of the Constitution, the phrase «ζημιογόνος άδικος πράξις» does not literally reflect the Greek text unless the expression "wrongful act or omission", which is met in the English translation, is interpreted as a term of art encompassing, as the Greek text lays down, injurious unjust acts or omissions. Article 172 may appropriately be divided into three parts, considering the three themes it deals with. The part dealing with- (
  1. a)the nature of the acts for which the Republic may be held liable, (
  2. b)the extent of its liability, and, lastly, (
  3. c)the need to regulate comprehently by law matters incidental to such liability." Injurious unjust (wrongful) act or omission (ζημιογόνος άδικος πράξις ή παράλειψις) in the context of Article 172: An injurious act or omission is one that causes damage or produces adverse effects to the rights of the person affected thereby. For the injurious act or omission to be actionable, it must be «άδικος» - unjust (wrongful). "Unjust" or "wrongful" in the context of Article 172, signifies an act committed without authority or justification in law. The authority of officers of the State emanates from the law or laws setting up their office, defining their duties and regulating their discharge subject, always, to the fundamental provisions of the Constitution and notions of good administration. Abuse of authority or office lies at the root of the liability of the Republic for acts or omissions of its officers, both in the field of public as well as private law. Liability attaches not only when the wrongful act occurs in the discharge of their duties but also in the course of the purported discharge of their duties. The relevant expression in the Greek text of the Constitution «κατ΄ επίκλησιν», imports liability whenever the wrong is done, by invoking the officer´s powers. The word "purport", used in the English text, must be understood in this sense. «Κατ΄ επίκλησιν», connotes acts ostensibly or purportedly within an officer´s authority, but not so in actual fact, as a matter of lawful authority. The State is similarly liable for wrongful acts committed because of misappreciation or misconception of an officer´s duties arising from a bona fide mistake, as well as for acts or omissions involving a deliberate abuse of powers fraught with mala fides. In short, it covers acts seemingly attributable to the authority of the actor´s office but outside the realm of his authority, as defined by law." Ένα τελευταίο σχόλιο πριν την τελική μου κατάληξη αφορά την υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Δημητρίου κ.ά.
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 336, η οποία ασχολήθηκε μεταξύ άλλων με το θέμα κατά πόσο ένα πρόσωπο που υφίσταται ζημιά σαν αποτέλεσμα παράβασης θέσμιου καθήκοντος, έχει δικαίωμα να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις. Εδώ, δεν τυγχάνει εφαρμογής η εξέταση των ερωτημάτων που τέθηκαν προς απάντηση του θέματος, καθότι η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο και/ή οι λειτουργοί και/ή οι υπαλλήλοι που δεν παρέβησαν το θέσμιο καθήκον που είχαν έναντι του ενάγοντα να προβούν στον έλεγχο της διαδικασίας για τη διασφάλιση μεταβίβασης ακινήτου σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου. Υπό το φως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο αρμόδιος Κτηματολογικός Λειτουργός ενώπιον του οποίου παρουσιάστηκε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο, προέβη σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια που να είναι άδικη ή ζημιογόνα, αλλά αντίθετα ενήργησε με τον ενδεδειγμένο τρόπο μέσα στα πλαίσια που καθορίζει ο Νόμος εντός των καθηκόντων του και χωρίς οποιαδήποτε αμέλεια εκ μέρους του. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του στον απαιτούμενο βαθμό και επομένως η απαίτηση του ενάγοντα αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.