ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΟΞΥΝΟΥ ΛΟΥΗ, Αγωγή αρ.: 3389/09., 11.3.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3389/
- METAΞΥ : ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ενάγουσας, - και - ΜΑΡΙΑΣ ΟΞΥΝΟΥ ΛΟΥΗ, Εναγομένης. ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11.3.
- ΩΡΑ: 12.00 μεσημέρι. Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση ημερ. 27.8.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Δ. Παπαδόπουλος με κ. Γ. Τσαρδελλή. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κα Αλ. Αγρότου. ----------------- .................................................................... ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex tempore) Με την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή που καταχώρισε η ενάγουσα επιζητεί την ανάκτηση κατοχής υποστατικού που αφορά οικία η οποία είναι ιδιοκτησία της, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβάλλει, πλέον αποζημιώσεις, κάτω από διάφορες μορφές. Η εναγόμενη κατεχώρισε εμφάνιση στις 16.7.09 και ακολούθησε η υπό εξέταση αίτηση, που αφορά αίτηση για συνοπτική απόφαση. Την αίτηση για συνοπτική απόφαση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της εναγούσης, η οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι είναι η ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας, η οποία βρίσκεται στην οδό Χρίστου Χατζηπαύλου 4, στη Λευκωσία, και επισυνάπτει προς τον σκοπό αυτό αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας. Την 1.7.07 η μητέρα της αιτήτριας ενεργώντας ως νόμιμος αντιπρόσωπος της συμφώνησε με τον Ιωάννη Όξυνο, ο οποίος είναι σύζυγος της καθ΄ ης η αίτηση, την ενοικίαση της οικίας για την περίοδο 1.7.07 μέχρι 29.2.2008 για το ποσό των €1.366,88 (£800) μηναίως. Επισυνάπτεται προς τον σκοπό αυτό αντίγραφο του ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 1.7.
- Την 7.1.08 ο σύζυγος της καθ΄ης η αίτηση απέστειλε επιστολή με την οποία ειδοποιούσε ότι η συμφωνία ενοικίασης τερματίζεται κανονικά στις 28.2.08, όπως προέβλεπε το ενοικιαστήριο έγγραφο, Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Η επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση. Ο σύζυγος της καθ΄ ης η αίτηση εγκατέλειψε την οικία στον χρόνο λήξεως του ενοικιαστηρίου εγγράφου, που ήταν 28.2.
- Η εναγόμενη, η οποία δεν έχει κανένα δικαίωμα, σύμφωνα πάντοτε με την αιτήτρια, και χωρίς καμιά συμβατική δέσμευση, αρνείται να εγκαταλείψει έκτοτε την επίδικη οικία την οποία κατέχει, με αποτέλεσμα η ίδια η αιτήτρια να αποστερείται της περιουσίας της, την οποία σκοπό έχει να χρησιμοποιήσει ως κατοικία της ίδιας και της οικογένειας της. Η καθ΄ης η αίτηση βρίσκεται σε διάσταση με τον σύζυγο της και ως αποτέλεσμα παραμένει στην οικία η ίδια μαζί με τα τέκνα της, από ό,τι έχει αναφερθεί στη διαδικασία. Στις 29.2.08, μέσω των τότε δικηγόρων της, η αιτήτρια απέστειλε επιστολή στην καθ΄ ης η αίτηση, με την οποία ζητούσε κενή κατοχή της επίδικης κατοικίας. Η επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ. Ακολούθησε αίτηση έξωσης της εναγόμενης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως, η οποία απεσύρθη στις 11.4.08, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της αιτήτριας, κατόπιν προδικαστικής ενστάσεως της εναγόμενης ενόψει του ότι η οικία δεν ενέπιπτε στις πρόνοιες του Περί Ενοκιοστασίου Νόμου, καθότι έχει συμπληρωθεί η οικία κατά τον Δεκέμβριο του
- Επισυνάπτεται στην αίτηση δέσμη της δικογραφίας της πιο πάνω αίτησης. Ακολουθεί δεύτερη επιστολή της καθ΄ ης η αίτηση, ημερ. 28.4.09, με την οποία επιζητείτο πάλιν η κενή κατοχή της οικίας. Άλλως πως θα ελαμβάνοντο δικαστικά μέτρα εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση. Αυτή η επιστολή είναι το τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Η εναγόμενη-καθ΄ ης η αίτηση εξακολουθεί να βρίσκεται εις την οικία μέχρι σήμερα, εξ ου και η παρούσα αγωγή και αίτηση. Πλέον γίνεται αναφορά για είσπραξη ποσών τα οποία η καθ΄ ης η αίτηση απέστελλε στην αιτήτρια και αυτά εισπράττοντο άνευ βλάβης, χωρίς δέσμευση και χωρίς δημιουργία οποιασδήποτε νομικής σχέσης μεταξύ των δύο. Τελειώνει η ένορκη δήλωση με τη δήλωση ότι η εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση και ότι κατεχωρήθη σημείωμα εμφάνισης με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση διεκπεραίωσης της αγωγής και αιτείται ως η αγωγή της. Να σημειωθεί ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος της αιτήτριας περιόρισε τις αιτούμενες αποζημιώσεις στο ποσό του ενοικίου €1.366,88 (£800) μηνιαίως. Η καθ΄ ης η αίτηση κατεχώρισε ένσταση και προβάλλει βασικά δύο λόγους ένστασης. Ο δεύτερος υποδιαιρείται σε τρεις επιμέρους λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18
(1)και ο δεύτερος λόγος είναι ότι το παρόν Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή για τους λόγους ότι ο εν διαστάσει σύζυγος της καθ΄ ης η αίτηση είναι θέσμιος ενοικιαστής της επίδικης κατοικίας, η καθ΄ ης η αίτηση είναι νόμιμος ενοικιαστής της επίδικης κατοικίας μετά την εγκατάλειψη της ίδιας από τον σύζυγο της, και το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση ενόψει του ότι τα επίδικα θέματα ρυθμίζονται από τη Νομοθεσία περί Ενοικίασης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της καθ΄ ης η αίτηση, η οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα:
(1)H αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Θ.1 καθότι η ομνύουσα αιτήτρια δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που οδήγησαν στην υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου.
(2)Την 1.7.04 ενοικίασε μαζί με τον σύζυγο της την επίδικη οικία από την ιδιοκτήτρια της Γεωργία Χριστοδούλου, και όχι από την ενάγουσα, για τρία έτη, ήτοι από 1.7.04 μέχρι τις 30.6.06, με δικαίωμα ανανέωσης από 1.7.06 μέχρι 30.6.07 διά £700 μηνιαίως.
(3)Στις 30.6.07 όταν έληξε το ενοικιαστήριο έγγραφο, ως άνω, συνεφώνησε με την ιδιοκτήτρια που έχει αναφερθεί πιο πάνω παράταση της ενοικίασης για ακόμα ένα έτος, πλην όμως δεν υπεγράφη το ενοικιαστήριο έγγραφο από την ιδιοκτήτρια, τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, αλλά σιωπηρά και με αύξηση του ενοικίου από €1.196 σε €1.366,88 συνέχισε η ενοικίαση. Στην παρ. 10 της ένορκης δήλωσης της διασαφηνίζει και διευκρινίζει την ενοικίαση που αναφέρει στην ένορκη δήλωση της, ότι δηλαδή δικαιούται εις κατοχή ως ενοικιάστρια της επίδικης κατοικίας. Αναφέρει επί λέξει: «
- .... ως σύζυγος του αναφερόμενου στο αρχικό ενοικιαστήριο έγγραφο ενοικιαστή, Ιωάννη Όξυνου, νομιμοποιούμαι όπως συνεχίσω την ενοικίαση και κατά συνέπεια αρνούμαι κατηγορηματικά το περιεχόμενο των λοιπών ισχυρισμών της Ενόρκως Δηλούσας που περιέχονται στην εν λόγω παράγραφο.» Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι το ακίνητο δεν εκτίσθη τον Δεκέμβριο του 2004, όπως υποστηρίζει η αιτήτρια, εφόσον η ίδια και η οικογένεια της ενοικίασαν την εν λόγω οικία από τον Ιούλιο του
- Βασικά αυτοί είναι οι λόγοι ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις ικανές αγορεύσεις τους, όπως αναμένετο, μέσω των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις, υπεστήριξαν τις θέσεις των διαδίκων τους οποίους εκπροσωπούν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση ανάλογα. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1, η οποία παρέχει δικονομική πρόσβαση στις αιτούμενες θεραπείες. Η Δ.18 Θ.1 αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6 ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάνει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά και πιστοποιήσει τα γεγονότα και βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα. Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα μπορεί να δοθεί εκτός αν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα κριθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής και έχει καθιερωθεί από τη Νομολογία, οι ακόλουθες προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εξετάσει περαιτέρω την αίτηση διά έκδοση συνοπτικής απόφασης. (α) Η αγωγή πρέπει να καταχωρείται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο. (β) Να έχει καταχωριστεί εμφάνιση από τον εναγόμενο. (γ) Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, και να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι, καθώς πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 818, Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.Δ
(2001)1 Α.Α.Δ. 798). Όπως αναφέρθηκε και στην Stavrinides v. Cekoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίηση τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αφού ο Ενάγοντας ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις αυτές, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγομένου να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής ή να αποκαλύψει γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανά να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί (βλ. Χριστόδουλος Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Christodoulou v. Erotocritou XXI C.L.R. 175). Σημειώνεται περαιτέρω ότι, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Χριστόδουλος Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου (πιο πάνω), η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι κατ΄ εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών, αφού ουσιαστικά, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, αποκλείει τον Εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Τούτου δεδομένου, μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Εναγόμενος στερείται υπεράσπισης μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Ιουλία Μαγγλή ν. C.B.C.I Cyprus - Balkan Consulting and Investment Ltd
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ 896). Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. (βλ. Trans Middle East (Trading) (TMET) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 339). Η δε άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Ο εναγόμενος όμως, δεν πρέπει να προβάλλει απλά γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγόμενου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ"Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 204). Περαιτέρω, σε τέτοιες αιτήσεις, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο, και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Προχωρώ συνεπώς, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, να εξετάσω κατά πόσο η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που παρατίθενται πιο πάνω. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Δεν τίθεται θέμα και δεν εγείρεται ούτε καν από την άλλη πλευρά ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί. Παραμένει η τρίτη προϋπόθεση για εξέταση. Αυτή προσβάλλεται με την ένσταση που έχει καταχωρηθεί, ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν γνωρίζει τα γεγονότα, τις συνθήκες υπογραφής συνάψεως του ενοικιαστηρίου εγγράφου, και γενικά της ενοικίασης, και συνεπώς εφόσον δεν τα γνωρίζει, δεν μπορεί να ορκισθεί θετικά. Απότοκο αυτού είναι, κατά την εισήγηση, η μη πλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης και κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αναμφίβολα η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου. Το τεκμήριο Α που συνοδεύει την ένορκη δήλωση δεν αφήνει καμιά αμφιβολία προς την κατεύθυνση αυτή. Δεύτερο, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Γεωργία Χριστοδούλου, μητέρα της, ενεργούσε καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της. Η άλλη πλευρά αναφέρει ότι δεν παρουσιάσθηκε πληρεξούσιο έγγραφο. Όντως δεν παρουσιάσθηκε πληρεξούσιο έγγραφο. Στον Περί Συμβάσεως Νόμο, άρθρα 156 και 157 αναφέρονται τα ακόλουθα: «156. Όταν κάποιο πρόσωπο τελεί πράξεις για λογαριασμό άλλου προσώπου χωρίς τη γνώση ή πληρεξουσιότητά του, το πρόσωπο αυτό δύναται είτε να εγκρίνει είτε να αποκηρύξει την πράξη αυτή, πράξη που εγκρίθηκε επιφέρει τις ίδιες συνέπειες, ωσάν να ετελείτο δυνάμει πληρεξουσιότητας. 157. Η έγκριση δύναται να είναι ρητή ή να συνάγεται από τη συμπεριφορά του προσώπου για λογαριασμό του οποίου τελέστηκε η πράξη.» Συνεπώς, έστω ακόμη και να μην υπήρχε πληρεξούσιο κατά τον ουσιώδη χρόνο, η καταχώριση της αγωγής, η προσφορά μαρτυρίας υπό της αιτήτριας με την ένορκη δήλωση της παρέχει εξουσιοδότηση σύμφωνα με τον Νόμο και συνεπώς δεν τίθεται θέμα. Πέραν τούτου, από ό,τι φαίνεται, η ενάγουσα έχει στην κατοχή της τα έγγραφα που αφορούν την επικαλούμενη ενοικίαση και κατ΄ ακολουθία των όσων έχουν αναφερθεί στις υποθέσεις Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782 και Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818, κρίνω ότι η ενάγουσα υπό την ιδιότητα της και όλων όσων έχει αναφέρει, πληροί την τρίτη προϋπόθεση και συνεπώς η ένσταση δεν μπορεί να επιτύχει προς αυτή την κατεύθυνση. Παραμένει το άλλο θέμα, αυτό της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Θεωρώ σκόπιμο στο παρόν στάδιο να αναφέρω τα ακόλουθα από την υπόθεση Κυθραιώτης ν. Άθου Μιχαηλίδη Milington-Ward
(2001)1 Α.Α.Δ 1480, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 1487: «Στην προκείμενη περίπτωση, θεμέλιο της αγωγής αποτέλεσε η παράνομη κατοχή του κτήματος και, συν αυτή, η αποζημίωση του ιδιοκτήτη για την απώλεια της χρήσης του. Και οι δύο θεραπείες που επιζητούνται ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ο καθορισμός των αποζημιώσεων, λόγου χάριν, για την παράνομη κατοχή ακινήτου εκφεύγει ολοσχερώς της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Βέβαιο είναι ότι, εφόσον δεν αποδειχθεί το παράνομο της κατοχής, η αγωγή καταπίπτει. Στην περίπτωση δε, που ήθελε καταδειχθεί ότι υφίστατο εν ισχύι ελεγχόμενη ενοικίαση, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με τη νομολογία, η δικογραφία στοιχειοθετεί τις προϋποθέσεις για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας - (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 729, 732, Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 Α.Α.Δ 1424, 1432, Παναγιώτης Παναγή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 1107). Η αγωγή βασίζεται στην παράνομη κατοχή του καταστήματος, στοιχειοθετώντας τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί του επιδίκου θέματος. Εάν η θεμελίωση της αγωγής αποκαλυφθεί ως ακροσφαλής, εξαφανίζεται και το δικαιοδοτικό της βάθρο.» Επίσης, στην ίδια άνω υπόθεση, σελ. 1489, το ακόλουθο απόσπασμα είναι χρήσιμο και επιλύει οιονδήποτε θέμα αναφορικά με την σύναψη ενοικίασης με μόνο την πληρωμή ενοικίων: «Τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν αφήνουν πεδίο για την προβολή του τελευταίου ισχυρισμού. Εξαρχής, η ιδιοκτήτρια διαδήλωσε την πρόθεσή της να ανακτήσει κατοχή του καταστήματος, εκτός εάν εσυνομολογείτο νέα σύμβαση μεταξύ της και των εφεσειόντων. Η αποδοχή ενοικίου, όπως ορθά επισημαίνει η πρωτόδικος Δικαστής, με αναφορά στη Λιμνατίτη και άλλη ν. Σύννου και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 817, δεν επιμαρτυρεί, άνευ ετέρου, τη συνομολόγηση νέας ενοικίασης. Αποτελεί μαρτυρία, η οποία μπορεί, ανάλογα με τα περιστατικά που την περιβάλλουν, να στοιχειοθετήσει τη σύναψη νέας ενοικίασης, όχι όμως απαρέγκλιτα. Όπως και σε κάθε άλλη σύμβαση, πρέπει να υπάρχει σύμπτωση βούλησης μεταξύ των συμβαλλομένων, καθώς τονίζεται και στην αγγλική απόφαση Maconochie v. Brand
(1946)2 All E.R. 778.» Συνεπώς, η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού από την καθ΄ ης η αίτηση δεν δημιουργεί ενοικίαση εφόσον από μόνη της δεν εξυπακούει ενοικίαση. Εδώ δεν προωθήθη και δεν κατεδείχθη σύμπτωση βούλησης διά ενοικίαση από τους διαδίκους. Η καθ΄ης η αίτηση αρνείται τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι η επίδικος οικία ανηγέρθη τον Δεκέμβριο του 2004, όπως αυτός προβάλλεται εις την παρ. 10 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας. Η καθ΄ ης η αίτηση προβάλλει τον ισχυρισμό στην παρ. 12 της ένορκης δήλωσης της ένστασης της. Αρνείται τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι ο λόγος απόσυρσης της αίτησης έξωσης ενώπιον του Δικαστηρίου Ενοικιάσεων ήταν η ύπαρξη προδικαστικής ένστασης, ότι δήθεν η οικία δεν ενέπιπτε στις πρόνοιες της σχετικής Περί Ενοικιοστασίου Νομοθεσίας, καθότι η οικία είχε κτισθεί, είχε συμπληρωθεί κατά ή περί τον Δεκέμβριο του
- Περαιτέρω, αναφέρει ότι η αιτήτρια δεν αναφέρει τα αληθινά γεγονότα, καθότι η ίδια και η οικογένεια της ενοικίασε την εν λόγω οικία από τον Ιούλιο του 2004 και η οικία ήταν καθ΄ όλα κατοικήσιμη. Συνεπώς, απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι αυτή αποπερατώθηκε κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2004 ή σε περίοδο που δεν καλύπτεται από την Περί Ενοικιοστασίου Νομοθεσία. Σύμφωνα με τα όσα έχω αναφέρει, το βάρος απόδειξης είναι επί των ώμων της καθ΄ ης η αίτηση. Συνεπώς, αυτή οφείλει, εφόσον προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η οικία εμπίπτει στη νομοθεσία του Περί Ελέγχου Ενοικιάσεων, να προσαγάγει στο Δικαστήριο τουλάχιστον κάποια στοιχεία προς την κατεύθυνση αυτή. Η γενική άρνηση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Έστω και αν γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός της ότι από τον Ιούλιο του 2004 ενοικιάσθη η οικία, και πάλιν δεν μεταβάλλεται η κατάσταση. Δεν προσήχθη ίχνος μαρτυρίας από την καθ΄ ης η αίτηση, ως είχε υποχρέωση, ώστε να καταδειχθεί ότι το ακίνητο «συμπληρώθηκε μέχρι 31η Δεκεμβρίου 1999» (βλ. άρθρο 2 του Περί Ενοικιάσεως Νόμου του 1983 (Ν.23/83)). Συνεπώς, όσον αφορά αυτή τη βάση ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση, δεν μπορεί να επιτύχει. Από τους ισχυρισμούς της καθ΄ ης η αίτηση, όπως τους έχω προβάλει, φαίνεται ξεκάθαρα ότι αυτή στηρίζει τη νομιμοποίηση κατοχής της επίδικης κατοικίας στο ότι ο σύζυγος της σε κάποιο στάδιο ενοικίασε την επίδικη κατοικία. Το Τεκμήριο Β που συνοδεύει την ένορκη δήλωση της αιτήτριας δεν το αρνείται η καθ΄ ης η αίτηση, πλην όμως, ισχυρίζεται ότι είναι άκυρο γιατί δεν φέρει υπογραφή. Δεν φέρει όντως υπογραφή από τη φερόμενη ως ενοικιάστρια. Ποιες οι συνέπειες αυτού του γεγονότος από νομικής πλευράς; Η μη ύπαρξη ενοικιαστηρίου εγγράφου δεν συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει ενοικίαση, αλλά υπάρχει ενοικίαση ανάλογα με τον τρόπο πληρωμής του ενοικίου. Εδώ ο τρόπος πληρωμής ενοικίου, από ό,τι είναι παραδεκτό από τις δύο πλευρές, ήταν μηνιαίως. Συνεπώς υπήρχε ενοικίαση από μήνα σε μήνα. Είναι δε νομολογιακά καθιερωμένο ότι η ενοικίαση από μήνα σε μήνα τερματίζεται με ειδοποίηση τουλάχιστον ενός μηνός. Εδώ δόθηκε η ειδοποίηση από τον ενοικιαστή πέραν του ενός μηνός. Συνεπώς τερματίσθηκε η ενοικίαση στον χρόνο στον οποίο ο ίδιος καθόρισε και εγκατέλειψε την οικία, και ήταν η 28.2.
- Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο ενοικιαστής και οποιοδήποτε πρόσωπο ελκούσε δικαιώματα από την ενοικίαση αυτή, έπαυσε να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα. Η επίκληση δικαιωμάτων υπό της καθ΄ ης η αίτηση, ως συζύγου του ενοικιαστή, δεν ευσταθεί. Εφόσον εδώ δεν υπάρχει θέσμια ενοικίαση, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση δικαιωμάτων που παρέχονται με τον Νόμο Ν.23/83 εις την εν διαστάσει σύζυγο και τέκνα (βλ. άρθρο 2). Η θέση της καθ΄ ης η αίτηση στην παρ. 10 της ένορκης δήλωσης της, που έχω αναφέρει και αναλύσει, είναι σαφής. Στηρίζει το δικαίωμα της να κατέχει το επίδικο ακίνητο στο αρχικό ενοικιαστήριο έγγραφο με ενοικιαστή τον εν διαστάσει σύζυγο της. Αυτό ανατρέπει παρτους ισχυρισμούς της που προβάλλονται σε άλλες παραγράφους της ένορκης δήλωσης της, ότι και η ίδια ενοικίασε το επίδικο ακίνητο. Συνεπώς, έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, είναι η γνώμη μου ότι η καθ΄ ης η αίτηση απέτυχε να θέσει τα στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία και ικανά για να φανερώσουν και να της επιτρέψουν να υπερασπισθεί. Στην ίδια υπόθεση που ανάφερα νωρίτερα, στην Κυθραιώτης, (ως άνω), σελ. 1486, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «... Παραπέμποντας στη Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1992)1 Α.Α.Δ 882, στη σελ. 897, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το μέτρο αποζημίωσης του ιδιοκτήτη, για την παράνομη κατοχή του ακινήτου του, είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος στην ελεύθερη αγορά. Κατά συνέπεια, επιδικάστηκαν στον εφεσίβλητο αποζημιώσεις ίσες προς την ενοικιαστική αξία του καταστήματος - £550,00 το μήνα, αφότου το ακίνητο περιήλθε στην ιδιοκτησία του μέχρι την ημέρα έκδοσης της απόφασης. Παράλληλα, διατάχθηκε η έξωση των εφεσειόντων.» Έχοντας υπόψη και τη δήλωση του κ. Παπαδόπουλου, εκδίδεται απόφαση εναντίον της εναγόμενης, ήτοι Διάταγμα εξώσεως από την επίδικη οικία, πλέον €1.366,88 μηνιαίως ως ενδιάμεσα ωφέλη μέχρι παράδοσης κενής κατοχής. Οι υπόλοιπες αιτούμενες θεραπείες ασφαλώς απορρίπτονται. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και να είναι εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Λαμβάνοντας υπόψη τη δραστικότητα του διατάγματος, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως αυτό ανασταλεί για δύο μήνες από σήμερα, όπως και αναστέλλεται. [Υπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο