Αναφορικά με την Renaissance Securities (Cyprus) Limited ν. Αναφορικά με την Integrated Energy Systems Limited, Γενική Αίτηση Αρ. 17/2010, 15.3.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ. 17/2010 Αναφορικά με την Renaissance Securities (Cyprus) Limited Αιτητών και Αναφορικά με την Integrated Energy Systems Limited Καθ΄ ων η αίτηση και Αναφορικά με διεθνή διαιτησία που επίκειται να αρχίσει στο Λονδίνο με αίτημα των αιτητών εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση δυνάμει συμφωνίας διαιτησίας που περιέχεται σε συμφωνία αγοράς μετοχών ημερ. 1.8.2008 σε σχέση με μετοχές στο κεφάλαιο της Volgskaya TGK. Ημερομηνία: 15.3.2010 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: Ο κ. Α. Χαβιαράς. Για τους καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Μ. Κυριακίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα φάση της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας η οποία αφορά αίτηση για ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα το οποίο έχει ήδη εκδοθεί μονομερώς, υποβλήθηκε προφορικό αίτημα εκ μέρους των αιτητών να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση και επίσης να προβούν σε αντεξέταση του ομνύοντος στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση ενστάσεως. Το πρώτος μέρος του εν λόγω αιτήματος βασίζεται στη Δ.48 Κ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το δεύτερο μέρος βασίζεται στη Δ.39 Κ.1. Προς υποβοήθηση του δικαστηρίου ο κ. Χαβιαράς παρέδωσε επίσης έγγραφο με την προτεινόμενη για κατάθεση συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Κατά την αγόρευση του προς υποστήριξη του πιο πάνω σχετικού αιτήματος ο κ. Χαβιαράς παρέπεμψε στις διάφορες παραγράφους της εν λόγω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μέσω των οποίων επιχειρείται συγχρόνως να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη καλού λόγου γιατί να επιτραπεί η κατάθεση της, όπως απαιτείται από τον Κ.4
(2), ανωτέρω. Εισηγήθηκε δε πως με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο έγγραφο αυτό απαντούνται, με αναφορά σε γεγονότα που δεν είχαν προηγουμένως τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, συγκεκριμένοι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση ενστάσεως των καθ΄ ων η αίτηση. Και κατέληξε με τη θέση ότι αν επιτραπεί η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δε θα είναι πλέον αναγκαία η αντεξέταση του ομνύοντος των καθ΄ ων η αίτηση αφού θα είναι επί των ιδίων θεμάτων, με μια εξαίρεση που αφορά θέμα το οποίο εξειδίκευσε. Ο κ. Κυριακίδης τοποθετήθηκε λέγοντας ότι κανένα από τα δύο αιτήματα εκ μέρους των αιτητών είναι αναγκαίο υποδεικνύοντας ότι πρόκειται για επιχειρηματολογία η οποία θα μπορεί να γίνει με αναφορά την ήδη υπάρχουσα ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία. Όπως διαπιστώνεται από μελέτη των ενόρκων δηλώσεων και των εγγράφων που συνοδεύουν την αίτηση και την ειδοποίηση ενστάσεως, αντίστοιχα, υπάρχουν αυτή τη στιγμή ενώπιον του δικαστηρίου δύο διϊστάμενες εκδοχές σε σχέση με βασικές πτυχές της επίδικης συμφωνίας. Ας σημειωθεί ότι αυτή αφορά αγοραπωλησία μετοχών συγκεκριμένης αλλοδαπής εταιρείας που φέρεται να συνήφθη μεταξύ των αντιδίκων μερών. Είναι η συμφωνία την οποία οι αιτητές ισχυρίζονται, στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης τους, ότι έχει παραβιαστεί από τους καθ' ων η αίτηση. Τόσο αντίθετες είναι οι δύο εκδοχές μεταξύ τους που οι καθ΄ ων η αίτηση αρνούνται ακόμα και τη σύναψη ή και την εγκυρότητα, για διάφορους λόγους, της εν λόγω συμφωνίας. Εν πάση περιπτώσει, δεν πρόκειται για μια ασυνήθιστη κατάσταση πραγμάτων. Ειδικά σε τέτοιας φύσεως ενδιάμεση διαδικασία όπως είναι η παρούσα, της οποίας το αποτέλεσμα πολλές φορές προκρίνει και την έκβαση της κυρίως διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, όπου συνήθως η κάθε αντίδικη πλευρά επιδιώκει να θέτει εξαρχής ενώπιον του δικαστηρίου όλες τις πτυχές της υπόθεσης της σε συνδυασμό και με τις αδυναμίες της υπόθεσης της άλλης πλευράς. Αυτό βεβαίως είναι κάτι που, εν πάση περιπτώσει, συνάδει και με τις απαιτήσεις μιας τέτοιας διαδικασίας, όπου απαιτείται πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των πτυχών της υπόθεσης της κάθε πλευράς που είναι αναγκαίες για την κρίση του δικαστηρίου κατά την εξέταση έκδοσης ενδιάμεσης θεραπείας. Και αυτό προς συμμόρφωση με την ομώνυμη αρχή του δικαίου της επιείκειας η οποία διέπει την όλη διαδικασία. Δοθέντων των παραμέτρων ανωτέρω, δεν είναι αντίθετα σύνηθες σε διαδικασίες όπως είναι η παρούσα να αντεξετάζονται οι ομνύοντες της κάθε πλευράς ή και να τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου μετά την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος μονομερώς ή και μετά την καταχώριση της ένστασης, περαιτέρω μαρτυρία μέσω συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Αυτή είναι η πάγια θέση της νομολογίας και στηρίζεται στη βασική αρχή ότι σ΄ αυτού του είδους τις ενδιάμεσες διαδικασίες το δικαστήριο δεν αξιολογεί και ούτε σταθμίζει τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του μέσω γραπτών ενόρκων δηλώσεων αλλά προπαντός δεν προβαίνει σε ευρήματα γεγονότων αφορώντα στην ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Κατά κανόνα η αίτηση και η ένσταση εξετάζονται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν και η μαρτυρία που περιέχεται σ΄ αυτές και στα διάφορα έγγραφα που επισυνάπτονται, λαμβάνεται υπόψη και αξιολογείται δεδομένης ως έχει στην όψη της. Οι αρχές αυτές και η αναγκαιότητα για πιστή τήρηση και εφαρμογή τους σε κάθε περίπτωση, τίθενται εκτός αμφιβολίας από τις σχετικές πρόνοιες της Δ.48 κ.4
(2), όπως έχουν σήμερα μετά τη διασαφήνιση τους με σχετική τροποποίηση που έγινε το 1999. Όσον αφορά ειδικά το θέμα της αντεξέτασης, ο Κ.4
(2)παραπέμπει στη Δ.39 προς επιβεβαίωση ότι η ευχέρεια αυτή δεν καταργείται ούτε ατονεί. Στον Κ.1 της Διαταγής αυτή προβλέπεται ρητώς η εν λόγω ευχέρεια σε περιπτώσεις ενδιαμέσων αιτήσεων. Ενώ από το λεκτικό του δεν αφήνεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι κατά πόσο θα επιτραπεί η αντεξέταση ομνύοντος σε συγκεκριμένη περίπτωση επαφίεται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Εξουσία η οποία ασκείται με βασικό γνώμονα τη φύση της διαδικασίας και ειδικά το μη επιτρεπτό της εξαγωγής συμπερασμάτων επί γεγονότων τα οποία αφορούν την ουσία της διαφοράς των αντιδίκων μερών. Χωρίς να καθορίζω εξαντλητικά τις επιμέρους περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να δικαιολογείται η αντεξέταση ομνύοντος, πιστεύω πως μια τέτοια περίπτωση μπορεί να είναι όταν με την αντεξέταση δυνατό ο ομνύων να αλλάξει την αρχική του θέση και να συμφωνήσει με τη θέση της άλλης πλευράς. Βέβαια, το ενδεχόμενο αυτό δεν εξετάζεται στη βάση ενός απλού ισχυρισμού από μέρους του αιτητή αλλά με συγκεκριμένη αιτιολόγηση του αιτήματος για αντεξέταση στηριζομένης σε γεγονότα, όπως μπορεί να είναι για παράδειγμα το περιεχόμενο ενός εγγράφου το οποίο η άλλη πλευρά πιθανόν να μην μπορεί να αμφισβητήσει. Είναι επομένως αναγκαίο όπως στο πλαίσιο αυτό τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου γεγονότα προς διευκόλυνση της άσκησης από αυτό της προαναφερθείσας διακριτικής εξουσίας. Όσον αφορά τη δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η έγκριση ή όχι σχετικού αιτήματος επαφίεται και πάλι στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το λεκτικό του Κ.4
(2). Όπως αναφέρεται η κατάθεση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να επιτραπεί για καλό λόγο. Στην περίπτωση αυτή η εν λόγω εξουσία ασκείται με βασικό γνώμονα την υποχρέωση που είχε ο αιτητής για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων που είναι σχετικά με την υπόθεση του και που τυχόν να είχαν επιδράσει στην κρίση του δικαστηρίου όταν εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα. Ασφαλώς δεν αποτελεί καλό λόγο ότι η πλευρά του αιτητή απλώς επιθυμεί να απαντήσει στα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση. Αυτό που το δικαστήριο θα έχει ενώπιον του σε τέτοια περίπτωση είναι δύο διϊστάμενες εκδοχές. Δεν καλείται όμως στο στάδιο αυτό να επιλέξει τη μία ή την άλλη ως ορθή και αληθινή. Δεν το επιτρέπει αυτό η εν λόγω συγκεκριμένη ενδιάμεση διαδικασία όπως έχει ήδη εξηγηθεί. Ούτε βέβαια αποτελεί καλό λόγο μια απάντηση η οποία στην ουσία της θα συνιστά επιχειρηματολογία σε σχέση με κάποια πτυχή της ήδη προσφερθείσας μαρτυρίας. Αυτό που πρωτίστως καλείται το δικαστήριο να αποφασίσει σε μια ενδιάμεση αίτηση όπως είναι η παρούσα, είναι προς τα πού γέρνει το ισοζύγιο της ευχέρειας (the balance of convenience). Πρόκειται για τη βασική αρχή με γνώμονα την οποία ασκείται η εξουσία που παρέχει στο δικαστήριο το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος και εκφράζεται με τους όρους του τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Όμως, υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες δυνατό με την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση να ρίχνεται, εκ πρώτης όψεως, σκιά αμφιβολίας ή να αμφισβητείται επιτυχώς, κατά την κρίση πάντοτε του αντικειμενικού κριτή, η αλήθεια ενός ισχυρισμού τον οποίο προβάλλει ο αιτητής. Τότε αν ο τελευταίος έχει κάποια απάντηση να δώσει με την οποία αποκαθιστά την αλήθεια της δικής του εκδοχής μπορεί να του επιτραπεί να καταθέσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς το σκοπό αυτό. Έτσι θα συμπληρώσει κάποιο στοιχείο μαρτυρίας στην αρχική του εκδοχή, της οποίας όμως η μη αποκάλυψη ευθύς εξ αρχής δε θα είχε οποιαδήποτε επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου κατά το στάδιο εκείνο. Βέβαια, όπως και στην περίπτωση της αντεξέτασης έτσι και εδώ, τι μπορεί να συνιστά καλό λόγο δεν μπορεί να οριστεί εξαντλητικά. Κάθε περίπτωση όπου υποβάλλεται ένα τέτοιο αίτημα θα πρέπει να εξετάζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η παρούσα περίπτωση δεν παρουσιάζει κάποια άλλη ιδιαιτερότητα με δεδομένη την εισήγηση ανωτέρω του κ. Χαβιαρά και το περιεχόμενο της προτεινόμενης για κατάθεση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αυτό το διαπίστωσα αφού έχω διεξέλθει τις παραγράφους της με προσοχή, ιδιαίτερα τις υπ΄ αριθμόν 7, 10, 12 και
- Έχω την άποψη ότι τίποτε δεν προσθέτουν το οποίο δε θα μπορούσε να επισημανθεί και να αναπτυχθεί με επιχειρηματολογία κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Ακόμα και εκεί που προτείνεται η κατάθεση, μαζί με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κάποιων εγγράφων. Σαφώς με τις θέσεις που προβάλλονται μέσω της ένστασης προκύπτουν σοβαρά θέματα, αφορώντα ειδικά στην εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της επίλυσης της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Όμως, αυτά θα είναι αντικείμενο της διαιτησίας η οποία, όπως έχει από κοινού λεχθεί, έχει ήδη τροχοιοδρομηθεί. Συνεπώς, δε διαπιστώνεται η ύπαρξη καλού λόγου. Ο τρόπος με τον οποίο ο κ. Χαβιαράς συνέδεσε το πρόσθετο αίτημα εκ μέρους των αιτητών για αντεξέταση του ομνύοντος στην ένσταση, εν όψει της πιο πάνω κατάληξης καθίσταται αυτόματα υποκείμενο σε απόρριψη. Υπενθυμίζεται ότι το αίτημα αυτό είναι για να αντεξεταστεί ο εν λόγω ομνύων στην περίπτωση μόνο που δεν επιτραπεί η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Βέβαια, παραμένει το ανεξάρτητο μέρος του αιτήματος για αντεξέταση του ομνύοντος σε σχέση με καταθέσεις των καθ΄ ων η αίτηση σε λογαριασμό ο οποίος έχει δεσμευτεί με το ενδιάμεσο διάταγμα. Αν το αίτημα αυτό επιτραπεί ουσιαστικά θα δοθεί η ευκαιρία να επιχειρηθεί μέσω αντεξέτασης η συλλογή μαρτυρίας και οπωσδήποτε δεν είναι αυτός ο σκοπός της πρόνοιας στη Δ.39 Κ.
- Ο κ. Κυριακίδης παραδόξως έχει συνδέσει το αίτημα εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση για αντεξέταση του ομνύοντος στην αίτηση, με την έκβαση των προαναφερθέντων αιτημάτων των αιτητών. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι δε θα επιμένει στην προώθηση του αιτήματος για αντεξέταση αν τα αντίστοιχα αιτήματα των αιτητών απορριφθούν. Επομένως, μετά τη μη επιτυχή έκβαση των τελευταίων, το αίτημα αυτό εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση δεν μπορεί να εξεταστεί περαιτέρω. Όμως, πιστεύω ότι το συγκεκριμένο αίτημα θα είχε την ίδια τύχη ακόμα και αν προωθείτο αυτόνομα. Όπως ετέθη, η πρόθεση θα ήταν να αντεξεταστεί ο εν λόγω ομνύων, πρώτον σε σχέση με θέματα αφορώντα στο κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32
(1)και δεύτερο σε σχέση με τον ισχυρισμό εκ μέρους των αιτητών αναφορικά με περιουσιακά στοιχεία που φέρεται να κατέχουν οι καθ΄ ων η αίτηση. Η γενικότητα και μόνο που χαρακτηρίζει τα δύο αυτά θέματα καθιστά το αίτημα για αντεξέταση ανεπίτρεπτο. Υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω εξουσία ασκείται με φειδώ και όχι για εφ΄ όλης της ύλης αντεξέταση. Επομένως, για όλους τους λόγους που εξήγησα τα αντίστοιχα αιτήματα των διαδίκων απορρίπτονται. Όσον αφορά τα έξοδα αυτά να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της ενδιάμεσης διαδικασίας. (Υπ.)................ Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο