← Κύπρος

Αντώνη Τζουβάνη ν. Ανδρούλλας Ελευθερίου Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3714/09, 30 Μαρτίου, 2010

Αντώνη Τζουβάνη ν. Ανδρούλλας Ελευθερίου Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3714/09, 30 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3714/09 Μεταξύ: Αντώνη Τζουβάνη, Ενάγοντα, και

  1. Ανδρούλλας Ελευθερίου Γεωργίου,
  2. Αγγελικής Χριστοδούλου Δράκου, Εναγομένων. Αίτηση για απόρριψη της αγωγής ημερ.16/2/10 30 Μαρτίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτριες-Εναγόμενες: Η κα Σ.Ποιητού. Για Καθ΄ ου η αίτηση-Ενάγοντα: Η κα Μ.Διάκου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο ο Ενάγων ζητά εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 τις ακόλουθες θεραπείες: (Α) Απόφαση για ποσό €55,016.97 (ΛΚ32200) το οποίο αντιπροσωπεύει τη συμμετοχή του Ενάγοντα και/ή το ποσό που δαπάνησε από το 1984 μέχρι 1986 για λογαριασμό και/ή όφελος των Εναγομένων και/ή οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας και/ή ως αποζημιώσεις και/ή δυνάμει καταπιστεύματος και/ή με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή ποσό το οποίο δαπάνησε ο ενάγων όχι χαριστικά, για την οικοδόμηση της οικίας επί του ακινήτου, στοιχεία του οποίου καταγράφονται. (Β) Διάταγμα που να διαγιγνώσκει ότι το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε δολίως από την Εναγομένη 1 επ΄ ονόματι της Εναγομένης 2 με σκοπό την εξαπάτηση του Ενάγοντα και/ή για να στερήσουν τα περιουσιακά του δικαιώματα. (Γ) Διάταγμα που να διατάζει την επανεγγραφή του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι της Εναγομένης
  4. (Δ) Αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη. (Ε) Τόκο (Ζ) Εξοδα. Μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος ο Ενάγων κατεχώρησε μονομερώς την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούσε Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγομένους να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή αποξενώσουν το αναφερόμενο ακίνητο που περιγράφεται στην παρα.(Α) της Αίτησης μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 3/2/10 εξετάζοντας την πιο πάνω αίτηση και αφού είχε προηγηθεί η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στο στάδιο που επιζητείτο από πλευράς Αιτητή η οριστικοποίηση του ενώ από πλευράς Καθ΄ ου η Αίτηση 1 και 2 η ακύρωση του το ακύρωσε κρίνοντας ότι το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αγωγής εφόσον η φύση της επίδικης διαφοράς ενέπιπτε στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενες/Αιτήτριες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου και/ή απόφαση η οποία να απορρίπτει την παρούσα αγωγή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.48 θθ. 1-3, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στο Δίκαιο της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στα Αρθα 2 και 14 του Ν.232/
  5. Ως πραγματική βάση αποτελούν τα γεγονότα της δικογραφίας και η ένορκη δήλωση της Κατερίνας Κονναρή η οποία παραπέμπει στην ένορκη δήλωση της Νάντιας Χαραλάμπους η οποία συνόδευε την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ημερ. 29/12/09 για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση με την ίδια νομική βάση ως η αίτηση. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή καθότι οι αξιώσεις του ενάγοντος εναντίον της εναγομένης 2 δεν είναι αξιώσεις οικογενειακού δικαίου και/ή εμπίπτουν στις «περιουσιακές σχέσεις των συζύγων σύμφωνα με το Ν.232/
  6. Ο Ενάγοντας δεν διεκδικεί συμμετοχή στην περιουσία και/ή αύξηση της περιουσίας της συζύγου του και θεραπεία δυνάμει του Ν.232/
  7. Αν και η επίλυση των ζητημάτων που εγείρεται διέρχεται μέσα από τις σχέσεις του ενάγοντος και της πρώην συζύγου της εναγομένης αρ. 1, οι αξιώσεις δεν αποτελούν περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγου για την οποία θα έχει αρμοδιότητα το Οικογενειακό Δικαστήριο. Ο ενάγων δεν ζητά συμμετοχή στην περιουσία και/ή στην αύξηση της περιουσίας της Εναγομένης αρ. 1 αλλά απόδοσης συγκεκριμένης περιουσίας την οποία επικαλείται η Εναγόμενη 2 και η οποία δεν είναι σύζυγος. Το άτομο που αποκομίζει το όφελος της συνεισφοράς του ενάγοντος είναι η εναγομένη αρ. 2, η οποία είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της ρηθείσας κατοικίας και όχι η εναγομένη αρ.
  8. Το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιδικάσει διαφορά μεταξύ ατόμων που δεν είναι σύζυγοι, δηλαδή μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης αρ.
  9. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μαργαρίτας Διάκου, δικηγόρου στο γραφείο του δικηγόρου που είναι γραφείο επίδοσης των δικηγόρων του ενάγοντα και σ΄ αυτή, βασικά, επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την εκδίκαση της παρούσας αίτησης αγόρευσε η κα Ποιητού υποστηρίζοντας τις θέσεις της ενώ η κα Διάκου υιοθέτησε το περιεχόμενο της ένστασης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει. Η κα Ποιητού υποστήριξε ότι από τα γεγονότα προκύπτει σαφώς ότι εκείνο που ισχυρίζεται ο Ενάγων είναι ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε περιουσία η οποία αποκτήθηκε μετά το γάμο των διαδίκων και μάλιστα σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 14 του Ν.232/93 και για το σκοπό αυτό παρέπεμψε σε συγκεκριμένες αναφορές που περιγράφονται στις παραγράφους 8, 9, 10, 12, 13 και 22 της ένορκης δήλωσης που υποστήριξε την αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Με βάση τις σχετικές αναφορές που η συνήγορος εξειδίκευσε υποστήριξε ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός ισχυρισμού ότι το ακίνητο αποτελεί το αντικείμενο της υπόθεσης και ότι αποτελεί περιουσιακό στοιχείο κατά το οποίο αυξήθηκε η περιουσία διαρκούντος του γάμου των διαδίκων. Ακόμη η κα Ποιητού επεσήμανε ότι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει από το θέμα στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα και αποφάσισε ότι στερείτο δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αγωγής εφόσον η φύση της διαφοράς ενέπιπτε την αποκλειστική αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. ΘΕΜΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ Προχωρώ να εξετάσω το θέμα που ηγέρθη στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης από την πλευρά των Εναγομένων/Αιτητριών 1 και 2 ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται καθ΄ ύλην δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και ότι αρμόδιο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Η θέση των Εναγομένων είναι, βασικά, ότι, με βάση τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, το επίδικο σπίτι αποτελούσε περιουσία η οποία αποκτήθηκε μετά το γάμο των διαδίκων και, μάλιστα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αρθρου 14 του Ν.232/
  10. Το Αρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Στοιχείων των Συζύγων Νόμου (Ν.232/91)προβλέπει τα εξής: «14.-

(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από δική του συμβολή.» Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου νόμου, «2. Στον παρόντα Νόμο «Δικαστήριο» σημαίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο που ιδρύθηκε δυνάμει των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμων του 1990 έως 1997.» Το Οικογενειακό Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστικής δικαιοδοσίας και έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων ανεξάρτητα από το νομικό πέπλο με το οποίο ενδύεται η υπόθεση. Έτσι στην υπόθεση Re Μανώλης Γιάγκου (αρ.2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 703, στην οποία η βάση της αγωγής ήταν το καταπίστευμα και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, κρίθηκε ότι η διαφορά εξακολουθούσε να αναφέρεται σε περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου με αποτέλεσμα, αρμόδιο για την εκδίκαση της να είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση στη σελ.1356: «Αναμφίβολα το Οικογενειακό Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστικής δικαιοδοσίας και έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων. Το συγκεκριμένο άρθρο είναι δικαιοδοτικό και καμιά παρέκκλιση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Η αξίωση μεταξύ των διαδίκων δεν παύει να είναι αξίωση που αναφέρεται σε περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου και συνεπώς θα έπρεπε να εκδικαστεί από το μόνο αρμόδιο δικαστήριο, το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Παρομοίως στην υπόθεση Re Mανώλης Γιάγκου ((αρ.1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 703, στη σελ.710 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα Οικογενειακά Διακστήρια έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων. Η παρούσα υπόθεση, παρ΄ όλη την προσπάθεια να της δοθεί άλλη χροιά, δεν παύει να είναι αξίωση που αναφέρεται στη λύση περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου, καθώς και μετά τη σύναψη του γάμου και συνεπώς θα έπρεπε να εκδικαστεί από το αρμόδιο δικαστήριο που δεν είναι άλλο από το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Τα ίδια τονίσθηκαν και στην υπόθεση Φιλίππου ν. Φιλίππου
(2003)1
(2003)1 Α.Α.Δ. 1343. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 1358: «Από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις είναι πρόδηλο ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991-1999, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. (Βλ. και Λογγίνου, πιο πάνω, όπως και Γρηγορίου ν. Γρηγορίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1461 και Μιχαήλ ν. Γιάγκου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1643. Επομένως, και η υπό εξέταση περιουσιακή διαφορά, ως βασιζόμενη σε εμπίστευμα μεταξύ συζύγων, σε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου, ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου το οποίο και ορθά της επιλήφθηκε.» Στην υπόθεση Φιλίππου (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δικαιούτο, με βάση τις αρχές επιείκειας να επιδικάσει στον Εφεσίβλητο, πρώην σύζυγο της Εφεσείουσας, το ½ της αγοραίας αξίας του επίδικου κτήματος κατά την ημερομηνία πώλησης του σε τρίτο πρόσωπο από την Εφεσείουσα εφόσον αυτός είχε καταστεί εμπιστευματοδόχος (beneficiary) του ½ προϊόντος της πώλησης στη βάση εμπιστεύματος του οποίου εμπιστευματούχος (trustee) ήταν η Εφεσείουσα επ΄ ονόματι της οποίας είχε εγγραφεί ολόκληρο το κτήμα. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν δικαιούτο να εκδώσει διάταγμα σε βάρος της Εφεσείουσας για μεταβίβαση και/ή εγγραφή του ½ μεριδίου του κτήματος στο όνομα του Εφεσίβλητου εφόσον εξ αντικειμένου η Εφεσείουσα δεν μπορούσε να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα αφού είχε μεταβιβάσει και/ή εγγράψει ολόκληρο το κτήμα σε τρίτο πρόσωπο. Ούτε εδικαιούτο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα εναντίον του τρίτου προσώπου αφού δεν ήταν διάδικος στην υπόθεση. Να σημειωθεί ότι όταν καταχωρήθηκε η αίτηση του Εφεσείοντα στο Οικογενειακό Δικαστήριο το επίδικο κτήμα είχε ήδη πωληθεί από την Εφεσείουσα σε τρίτο πρόσωπο και μεταβιβάστηκε περίπου 3½ χρόνια μετά. Στην υπόθεση Λογγίνος ν. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1347 τονίσθηκε εμφαντικά ότι οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες αποκαλύπτουν ότι ο νομοθέτης έχει εκδηλώσει με σαφή τρόπο την πρόθεση του να εντάξει όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε πριν με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με το Ν.232/
  1. Περαιτέρω, τονίσθηκε ότι από τη στιγμή που μια διαδικασία έχει ως επίδικο αντικείμενο περιουσιακή διαφορά με βάση το Αρθρο 2 του Ν.23/90, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αυτή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. Τέλος, λέχθηκε ότι το γεγονός ότι σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων είχε στηρίξει την αγωγή του στο δίκαιο που διέπει τα εμπιστεύματα και τα οποία στηρίζονται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας (equity) δεν αποτελούσε κώλυμα για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο εφόσον τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να παρέχουν όλες τις θεραπείες στις οποίες οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θα εδικαιούτο σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται επί των αρχών της επιείκειας (equity). Για να εξετασθεί το θέμα της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου θα πρέπει να προστρέξουμε στο περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος. Όπως έχει νομολογηθεί τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η Εκθεση Απαίτησης[1]. Στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που κατεχώρησε ο Ενάγων βασικά αξιώνει συγκεκριμένο ποσό ως οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας και/ή ως αποζημιώσεις και/ή δυνάμει καταπιστεύματος και/ή με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως ποσό που δαπάνησε για την οικοδόμηση της οικίας επί του ακινήτου τα έτη 1984 μέχρι
  2. Επίσης, διεκδικεί την έκδοση διαταγμάτων σύμφωνα με τα οποία να διαγιγνώσκεται ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε δολίως από την Εναγομένη 1 στην Εναγομένη 2 για να του στερήσουν τα περιουσιακά δικαιώματα και αξιώσεις επί αυτού και περαιτέρω να διατάζεται η επανεγγραφή του ακινήτου επ΄ ονόματι της Εναγομένης
  3. Τέλος, αξιώνει αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη. Από τα πιο πάνω είναι, πιστεύω, φανερό ότι βρισκόμαστε ενώπιον περιουσιακής διαφοράς μεταξύ συζύγων. Το γεγονός ότι, εκτός από την πρώην σύζυγο του Ενάγοντα, Εναγόμενη 1, η αγωγή στρέφεται και εναντίον τρίτου προσώπου, δηλαδή της Εναγόμενης 2, δεν μεταβάλλει, κατά την άποψη μου, με οποιοδήποτε τρόπο το αντικείμενο αυτής της αγωγής το οποίο δεν παύει, παρά ταύτα, να είναι περιουσιακή διαφορά μεταξύ των πρώην συζύγων. Το πρώτο και βασικότερο, όμως, στοιχείο είναι το ότι ανάμεσα στις βασικές θεραπείες που επιζητούνται είναι και απόφαση για συγκεκριμένο ποσό ως συνεισφορά του Ενάγοντα για την οικοδόμηση οικίας επί του επίδικου ακινήτου. Για να αποφασισθεί δε το κατά πόσο ο Ενάγων δικαιούται σ΄ αυτή τη θεραπεία θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο το ισχυριζόμενο καταπίστευμα συνεστήθη και αν ο Ενάγων συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση της περιουσίας της Εναγομένους 1 αφότου τελέσθηκε ο γάμος για να του αποδώσει εκείνο το μέρος της αύξησης το οποίο προέρχεται από δική του συμβολή. Δηλαδή με άλλα λόγια να εφαρμόσει το Αρθρο 14
(1)του νόμου 232/
  1. Αρμόδιο, όμως, Δικαστήριο για να εφαρμόσει το Αρθρο 14, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Με άλλα λόγια το πρώτιστο θέμα που πρέπει να εξετασθεί στην παρούσα υπόθεση είναι η αξίωση του Ενάγοντα για συνεισφορά εναντίον της Εναγομένης
  2. Αν τέτοιο δικαίωμα δεν διαπιστωθεί ο Ενάγων να έχει, δεν τίθεται θέμα εξέτασης του ισχυριζόμενου δόλου κατά το στάδιο της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου από την Εναγομένη 1 επ΄ ονόματι της Εναγομένης
  3. Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω κατάληξη προκύπτει από την ερμηνεία των σχετικών νομοθετικών προνοιών που συνοψίσαμε πιο πάνω και που αφορούν το πεδίο και εύρος δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου σε περιπτώσεις περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων, αναφορά μπορεί να γίνει και σε σχετική νομολογία και συγκεκριμένα στην υπόθεση Μαλαός ν. Χρίστου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1191 στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Το γεγονός ότι, κατά το χρόνο της συμβολής του αιτητή στην επαύξηση της περιουσίας, το τεμάχιο 581, στο οποίο είχε ανεγερθεί η επίδικη κατοικία, δεν ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της καθ΄ ης η αίτηση, δεν εξουδετερώνει το δικαίωμα του αιτητή για συνεισφορά, όταν η ανέγερσή της, αποκτήθηκε πριν από το γάμο, με την προοπτική του γάμου, συμφωνούσης και της μητέρας της, που ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια.» Από τα πιο πάνω εύκολα συνάγεται ότι εκείνο που έχει σημασία για να διαπιστωθεί κατά πόσο η φύση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων αφορά περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιονδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.232/91, είναι το κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση είχε όντως αποκτηθεί περιουσία επ΄ ονόματι του ενός συζύγου για την οποία ο άλλος σύζυγος είχε συνεισφέρει οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια του γάμου. Το δικαίωμα δε του συζύγου που έχει συνεισφέρει δεν εξουδετερώνεται από το γεγονός ότι στον ουσιώδη χρόνο η επίδικη περιουσία δεν ήταν εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι της άλλης συζύγου. Θα ήθελα, επίσης, να αναφερθώ και στην υπόθεση Αίτηση Σπύρου Γεωργίου για certiorari υπ΄ αρ. 3/01, ημερ. 14/2/01 στην οποία ζητήθηκε άδεια για certiorari σε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία είχε αποφανθεί ότι στερείτο δικαιοδοσίας να επιληφθεί αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος που θα απαγόρευε στην Εναγόμενη να αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο το ½ μερίδιο της οικίας. Ο ενάγοντας-αιτητής διεκδικούσε από την Εναγόμενη η οποία ήταν η πεθερά του το ½ μερίδιο της περιουσίας αυτής ισχυριζόμενος ότι είχε αποκτηθεί προ ή κατά τη διάρκεια του γάμου του με την κόρη της Εναγόμενης. Ο πρωτόδικος δικαστής θεώρησε ότι η περίπτωση εκείνη αφορούσε περιουσιακή διαφορά μεταξύ των εν διαστάσει συζύγων και, ως τέτοια, αποφάσισε ότι αποκλειστική αρμοδιότητα είχε το Οικογενειακό Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο, βεβαίως, εκείνο που εξέτασε στην πιο πάνω υπόθεση αν είχαν καταδειχθεί ή όχι εξαιρετικές περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν την παράκαμψη του ένδικου μέσου της έφεσης και, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία του θέματος, έκρινε ότι η έφεση θα μπορούσε να παράσχει εξίσου αποτελεσματική θεραπεία οπόταν και απέρριψε το αίτημα για άδεια για certiorari. Σχετική είναι, τέλος, και η πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου Λέπρης ν. Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου Πολιτική Έφεση αρ. 84/2008, ημερ. 18/2/10. Παραθέτω πιο κάτω σχετική περικοπή από την οποία διαφαίνονται τα γεγονότα της υπόθεσης και το αγώγιμο δικαίωμα που ο εφεσείων επικαλείτο εναντίον της εφεσίβλητης, πρώην συζύγου του: «Σταθερό σημείο αναφοράς αποτελεί η έκθεση απαιτήσεως στη βάση της οποίας κρίνονται δικαιοδοτικά θέματα αυτής της φύσης. Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Βλ. «Sevegep» Ltd v. United Sea Transport and Another
(1989)1(E) ΑΑΔ 729, Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 ΑΑΔ 1059, Παναγή ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1107. Στην υπό κρίση υπόθεση, η φύση του θέματος προσδιορίζεται στην έκθεση απαιτήσεως. Εξηγείται λεπτομερώς στο δικόγραφο πως η εφεσίβλητη διέπραξε σε βάρος του εφεσείοντα δόλο και απάτη προκειμένου να επιτύχει, διαρκούντος του γάμου, την επ΄ ονόματί της μεταβίβαση και εγγραφή της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας. Οι διάδικοι, κατ΄ επίκληση δικαιωμάτων τα οποία απέκτησαν, καθώς ισχυρίζονται, επί του εν λόγω ακινήτου, προβάλλουν διεκδικήσεις και ζητούν θεραπείες με αντικείμενο το ακίνητο. Ο εφεσείων ζητά, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της μεταβίβασης του ακινήτου που έγινε στο όνομα της εφεσίβλητης και την μεταβίβαση και εγγραφή τούτου στο όνομά του. Για την επίλυση της διαφοράς προκύπτουν ζητήματα αναφορικά με τον προσδιορισμό του διαδίκου ο οποίος απέκτησε δικαίωμα ή δικαιώματα επί του συγκεκριμένου ακινήτου, τη φύση των δικαιωμάτων, το χρόνο και τον τρόπο που έχουν αποκτηθεί κλπ. Ολα αυτά αμέσως ή εμμέσως προκύπτουν από τη δικογραφία και είναι επίδικα». Στην πιο πάνω υπόθεση υπό το φως των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, ήταν ανάρμοστο να εκδικάσει την υπόθεση και ότι το καθ΄ ύλην αρμόδιο δικαστήριο ήταν το Οικογενειακό Δικαστήριο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Yπό το φως όλων των πιο πάνω που προσπάθησαν να εξηγήσω κρίνω ότι το παρόν δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αγωγής εφόσον η φύση της διαφοράς εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή απορρίπτεται λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενες-Αιτήτριες 1 και 2 δικαιούνται και στα έξοδα τους. Ο Ενάγοντας-Καθ΄ ου η Αίτηση να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Δέστε Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd.
(1992)1 A.A.D. 1160, Σαχαρίνο Λτδ. Ν. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059 και Sevegep Ltd. N. united Sea Transport Ltd and Others
(1989)1 A.A.D. 729. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.