← Κύπρος

Χαράλαμπος Σπύρου κ.α. ν. SNK Venus Homes Developers Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής. 1666/09, 15 Απριλίου 2010

Χαράλαμπος Σπύρου κ.α. ν. SNK Venus Homes Developers Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής. 1666/09, 15 Απριλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής. 1666/09 Μεταξύ:

  1. Χαράλαμπος Σπύρου
  2. Χριστίνα Σπύρου Εναγόντων και
  3. S.N.K. Venus Homes Developers Ltd.,
  4. Toomer Thomas Norman Εναγομένων Αίτηση ημερ. 9.2.2010 για απαγορευτικό διάταγμα εκκρεμούσης έφεσης Ημερομηνία: 15 Απριλίου
  5. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές-Ενάγοντες: Ο κ. Θ. Παυλήμπεης. Για τον Καθ΄ου η Αίτηση-Εναγόμενο 2: Ο κ. Ζ. Ζαχαρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 26/1/10 ακύρωσε διάταγμα του Δικαστηρίου που εξεδόθη στα πλαίσια μονομερούς αίτησης που είχαν καταχωρήσει οι Ενάγοντες με την οποία ζητούσαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον του Εναγόμενου
  6. Με την παρούσα αίτηση οι Ενάγοντες-Αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 2 -Καθ΄ ου η Αίτηση να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο (Α) της Αίτησης μέχρι την τελεία εκδίκαση της έφεσης που καταχωρήθηκε στις 9/2/10 εναντίον της προαναφερθείσας ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 26/1/
  7. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.35 θθ.18 και 19, Δ.48 θθ.1-9, Δ.40 θθ.7,11 και 15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Αρθρα 4-7 και 9 του ΚΕΦ.6, στα Άρθρα 31, 32 και 47 του Νόμου 14/60 όπως και στις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 στην οποία αφού αναφέρεται στα γεγονότα όπως προκύπτουν από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της παρούσας αγωγής και το ότι αξιώνει, μεταξύ άλλων, την μεταβίβαση του κτήματος επ' ονόματι της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο 2, την αποκατάσταση των Εναγόντων και αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων, αναφέρεται στο γεγονός της έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 26/1/
  8. Περαιτέρω, αναφέρει ότι εναντίον της εν λόγω απόφασης καταχώρησε Εφεση και ότι, όπως συμβουλεύεται, έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. Υπό αυτές τις συνθήκες υποστηρίζει ότι είναι ορθό, δίκαιο, επείγον και επιτακτικό να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα έχοντας υπόψη το σοβαρό ενδεχόμενο με την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και την τυχόν επιτυχία της έφεσης του αυτή να χάσει τη σημασία της και να μείνει χωρίς αντίκρισμα, σε περίπτωση αποξένωσης ή επιβάρυνσης του κτήματος. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι, σε περίπτωση που αυτό συμβεί, οι ζημιές θα είναι ανεπανόρθωτες, αφού το επίδικο κτήμα αποτελεί αντικείμενο της απαίτησης του και λόγω του ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να μην μπορεί να το επανακτίσει αλλά ούτε και να εξασφαλίσει ισάξιες αποζημιώσεις αφού αυτό εξαρτάται από τη φερεγγυότητα του Εναγόμενου 2 που είναι φοιτητής αλλά και άγγλος υπήκοος. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από τον Εναγόμενο 2 με παρόμοια νομική βάση και μεταξύ των λόγων επί των οποίων στηρίζεται είναι και η εξής: o Δεν υπάρχει νομικό έρεισμα για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ούτε η αίτηση στηρίζεται σε νομοθετική διάταξη που να παρέχει τέτοιο έρεισμα. o Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. o Ανεξάρτητα των πιο πάνω οι Ενάγοντες δεν έχουν δείξει λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα σε σχέση με την ενδιάμεση απόφαση ημερ.26/1/10 ή για το οποίο θα πρέπει να εκδώσει πρωτογενώς απαγορευτικό διάταγμα εκκρεμούσης της έφεσης. o Η καταχωρηθείσα έφεση είναι επιπόλαια και ή αβάσιμη και δεν έχει καταδειχθεί πιθανότητα επιτυχίας. o Δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση προσωρινού διατάγματος όπως έχει αποφασιστεί με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 26/1/
  9. o Το επίδικο ακίνητο έχει αξία αποτιμητή σε χρήμα, στην αποτίμηση της οποίας έχουν προβεί οι ίδιοι οι ενάγοντες και, συνεπώς, δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. o Οι ενάγοντες δεν έχουν θέσει κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι, παρά τη δέσμευση των ακινήτων της Εναγομένης 1, δεν θα είναι δυνατή η ικανοποίηση τους σε περίπτωση επιτυχίας τους στην αγωγή. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 στην οποία, εν περιλήψει, αναφέρονται τα ακόλουθα: · Όπως συμβουλεύεται από το δικηγόρο του η καταχωρηθείσα έφεση δεν έχει καταδειχθεί να έχει πιθανότητα επιτυχίας, ούτε έχουν δοθεί λεπτομέρειες που να δείχνει ότι εκ πρώτης όψεως θα επιτύχει. · Δεν υπάρχει πιθανότητα οι Ενάγοντες να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη αφού είναι δυνατή η χρηματική αποζημίωση τους την οποία οι ίδιοι αποτιμούν σε χρήμα στα δικόγραφα τους. · Προβάλλεται ένας αόριστος ισχυρισμός περί αδυναμίας του Εναγόμενου 2 να καταβάλει αποζημιώσεις στους Ενάγοντες, σε περίπτωση που αυτό κριθεί από το Δικαστήριο ότι πρέπει να γίνει, και παραλείπει ο Ενάγοντας 1 να αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 2 είναι ιδιοκτήτης και άλλης περιουσίας στην Κύπρο, όπως φαίνεται από πιστοποιητικό έρευνας που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης ως τεκμήριο. · Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να καταλήξει σε συμπέρασμα αντίθετο προς εκείνο της ενδιάμεσης απόφασης του ημερ. 26/1/10 και στην απουσία οποιουδήποτε νέου στοιχείου ή μαρτυρίας. · Οι Ενάγοντες δεν έχουν δείξει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα πρέπει το Δικαστήριο να εκδώσει πρωτογενώς απαγορευτικό διάταγμα εκκρεμούσης της έφεσης. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την ακρόαση της αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κ. Παυλήμπεης εκ μέρους των Εναγόντων-Αιτητών επικαλέστηκε τις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης Έφεσης προς το σκοπό διατήρησης του status quo. Συγκεκριμένα επικαλέστηκε την Αγγλική υπόθεση Εrinford Properties Ltd. V. Cheshire County Council [1974] 2 All E.R.448, όπου γίνεται αναφορά σε απαγορευτικά διατάγματα εκκρεμούσης έφεσης και που, όπως εξηγήθηκε, ενώ δεν ισοδυναμούν με αναστολή εκτέλεσης, εντούτοις η έκδοση τους επιτυγχάνει στην πράξη το ίδιο αποτέλεσμα. Οσον αφορά τις πιθανότητες επιτυχίας της Έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 26/1/10 ο συνήγορος τόνισε ότι στο υπό εξέταση θέμα είναι οριακής σημασίας και ότι εκείνο που κυρίως λαμβάνεται υπόψη είναι οι επιπτώσεις από την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος εκκρεμούσης της έφεσης. Αναφερόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης επεσήμανε ότι αν αποξενωθεί το ακίνητο, αντικείμενο της αγωγής, η θεραπεία της αποκατάστασης που επιζητείται δεν θα μπορεί να αποδοθεί και αυτό συνιστά ανεπανόρθωτη ζημιά. Τέλος, ανέφερε ότι η έφεση που καταχωρήθηκε εγείρει συζητήσιμη υπόθεση και απέρριψε όλους τους λόγους ενστάσεως. Ο κ. Ζαχαρίου, εκ μέρους του Εναγόμενου 2-Καθ΄ ου η Αίτηση, εξέτασε εν πρώτοις το θέμα κατά πόσο το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας έκδοσης διατάγματος όπως το επίδικο. Εισηγήθηκε, συναφώς, ότι από τη σχετική νομολογία έμεινε ανοικτό το ζήτημα δικαιοδοσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα μετά την απόρριψη αίτησης έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος. Διαζευκτικά ο κ. Ζαχαρίου ανέφερε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει τέτοια δικαιοδοσία για έκδοση του επίδικου διατάγματος, τότε αυτή θα πρέπει να ασκείται σε υποθέσεις που είναι έκδηλα ολοφάνερες υπό την έννοια ότι η Εφεση θα πετύχει και, ακόμη, το ισοζύγιο ευκολίας να μην είναι υπέρ του Εναγόμενου
  10. Ο συνήγορος διευκρίνισε, περαιτέρω, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.35 θ.18 εφόσον εδώ επιζητείται έκδοση πρωτογενώς απαγορευτικού διατάγματος ή προσωρινών παραμερισμών της εφεσιβαλλόμενης απόφασης και όχι αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης συνεπαγόμενης την εκπλήρωση θετικής υποχρέωσης. Εξετάζοντας το ισοζύγιο ευκολίας υποστήριξε ότι εξισορροπώντας την προκαλούμενη ταλαιπωρία στον Εναγόμενο 2, ο οποίος είναι ο επιτυχών διάδικος, από την μελλοντική αναμονή της Έφεσης, σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και τη ζημιά που θα προκληθεί στους Ενάγοντες, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, σαφώς το ισοζύγιο της ευκολίας κλίνει υπέρ του Εναγόμενου
  11. Πρόσθεσε ότι λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης του ακινήτου που να καθιστά την έφεση και αγωγή χωρίς αντικείμενο, σε περίπτωση επιτυχίας των Εναγόντων, αφού υπάρχει η δυνατότητα καταβολής αποζημιώσεων στους Ενάγοντες, δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επεσήμανε στο σημείο αυτό ότι η μη έκδοση του διατάγματος ουδόλως καθιστά την αγωγή και την Έφεση άνευ αντικειμένου εφόσον οι Ενάγοντες επιζητούν πέραν των διαταγμάτων και αποζημιώσεις τις οποίες υπολογίζουν στην αγωγή τους. Τέλος, ο κ. Ζαχαρίου εξετάζοντας τις πιθανότητες επιτυχίας της Έφεσης που καταχωρήθηκε υποστήριξε ότι δεν εγείρεται συζητήσιμη υπόθεση κατ΄ έφεση, ενώ οι πιθανότητες επιτυχίας της είναι ιδιαίτερα υποβιβασμένες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα περίπτωση αφορά την απόδοση μιας, εκ πρώτης όψεως, ιδιόμορφης θεραπείας. Παρά το γεγονός ότι ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα που είχε μονομερώς εκδοθεί εναντίον του Εναγόμενου 2 με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου 26/1/10, επιζητήθηκε, αμέσως μετά, από τους Ενάγοντες η έκδοση του ιδίου ή ουσιαστικά παρόμοιου διατάγματος το οποίο να ισχύει μέχρι την αποπεράτωση της Εφεσης η οποία έχει καταχωρηθεί εναντίον της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης και με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα αυτής. Το θέμα αυτό έχει εξετασθεί σε αγγλική νομολογία και συγκεκριμένα στην υπόθεση Εrinford Properties Ltd. V. Cheshire County Council (πιο πάνω). Όπως προκύπτει από τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης είχε απορριφθεί αίτημα των Εναγόντων για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγόμενη τοπική αρχή να εξετάσει τις αιτήσεις των Εναγόντων για πολεοδομική άδεια, χωρίς συνάρτηση με παρόμοια εκκρεμούσα αίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην αγωγή, σε σχέση με παρακείμενη γη. Μετά την απόρριψη του αρχικού αιτήματος, οι Ενάγοντες αποτάθηκαν αμέσως στο πρωτόδικο δικαστήριο ζητώντας διάταγμα με τους ίδιους όρους εκκρεμούσης της έφεσης που επρόκειτο να καταχωρήσουν. Το Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή αποφάσισε ότι είχε την εξουσία να εκδώσει το σχετικό διάταγμα ούτως ώστε η έφεση των Εναγόντων να μην καταστεί άνευ αντικειμένου. Επομένως, η βάση του σκεπτικού της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης είναι η διαφύλαξη του δικαιώματος έφεσης με τη διατήρηση του αντικειμένου της, για τα οποία το Δικαστήριο δεν πρέπει να μείνει αδιάφορο. Πρόκειται, συνεπώς, για απαγορευτικά διατάγματα εκκρεμούσης έφεσης (injunctions pending appeal). Όπως τονίστηκε στην Εrinford (ανωτέρω), ενώ αυτού του είδους τα διατάγματα δεν συνιστούν αναστολή εκτέλεσης, στην πράξη η έκδοση τους επιτυγχάνει το ίδιο αποτέλεσμα. Δηλαδή, ο επιτυχών διάδικος και στις δύο περιπτώσεις εμποδίζεται από του να γευτεί τους καρπούς της επιτυχίας του μέχρι να αποφασιστεί η έφεση. Παραπέμπω σχετικά στη σελ.454 στο ακόλουθο απόσπασμα. "Although the type of injunction that I have granted is not a stay of execution, it achieves for the application or action which fails the same sort of result as a stay of execution achieves for the application or action which succeeds. In each case the successful party is prevented from reaping the fruits of his success until the Court of Appeal has been able to decide the appeal." Βασικό κριτήριο για να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο θα ασκήσει ή όχι τη διακριτική του ευχέρεια για έκδοση διατάγματος εκκρεμούσης έφεσης είναι το κατά πόσο η προηγηθείσα απόφαση, η οποία εφεσιβλήθηκε, είναι τέτοια στη βάση της οποίας ο επιτυχών διάδικος θα πρέπει να αφεθεί να ενεργήσει παρά το γεγονός της καταχώρησης έφεσης. Παραθέτω και εδώ σχετικό απόσπασμα πάλι από τη σελ.454: "On the trial, the question is whether the plaintiff has sufficiently proved his case. On the other hand where the application is for an injunction pending an appeal the question is whether the judgment that has been given is one on which the successful party ought to be free to act despite the pendency of an appeal. One of the important factors in making such a decision, of course, is the possibility that the judgment may be reversed or varied." Πιο κάτω επίσης στην ίδια σελίδα, εκτίθενται τα εξής: "There may, of course, be many cases where it would be wrong to grant an injunction pending appeal as where any appeal would be frivolous or to grant the injunction would inflict greater hardship than it would avoid and so on. But subject to that, the principle is to be found in the leading judgment of Cotton LJ in Wilson v. Church (No.2) ([1879] 12 Ch. D. 458) where, speaking of an appeal from the Court of Appeal to the House of Lords, he said `when a party is appealing, exercising his undoubted right of appeal, this Court ought to see that the appeal, if successful, is not nugatory.´". Επομένως, όπως προκύπτει και από τα πιο πάνω αποσπάσματα ένας από τους σημαντικούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη είναι η πιθανότητα ανατροπής ή διαφοροποίησης της υπό έφεση απόφασης. Άρα, δεν δικαιολογείται η έκδοση τέτοιου είδους διατάγματος εκεί όπου η έφεση φαίνεται να είναι επιπόλαιη ή εκεί όπου η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει μεγαλύτερη ταλαιπωρία και δυσχέρεια από ότι η μη έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Kατά συνέπεια, όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, τέτοιας φύσεως διάταγμα όπως αυτό το οποίο επιζητείται με την παρούσα αίτηση μπορεί να εκδοθεί αν η έφεση δεν είναι αβάσιμη ή επιπόλαιη (frivolous) και όπου το ισοζύγιο ευκολίας θα καθιστούσε σκόπιμη την έκδοση του. Η λογική και φιλοσοφία της εξουσίας έκδοσης τέτοιας φύσεως διατάγματος συνίσταται στο γεγονός ότι ακόμη και εκεί όπου το Δικαστήριο αισθάνεται ότι η απόφαση του ξεκάθαρα ήταν ορθή κανείς δεν είναι αλάνθαστος. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Erinford (ανωτέρω) ένας δικαστής ο οποίος δεν αισθάνεται να έχει οποιαδήποτε αμφιβολία όταν απέρριπτε ένα αίτημα για απαγορευτικό διάταγμα μπορεί, παρόλα αυτά, να αναγνωρίσει ότι η απόφαση του μπορεί να ανατραπεί και ότι οι συγκριτικές επιπτώσεις από την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος εκκρεμούσας έφεσης είναι τέτοιες ώστε να είναι ορθό να διαφυλαχθεί το status quo μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Παραθέτω στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την Erinford (ανωτέρω) στη σελίδα 454: «. where the application is for an injunction pending an appeal the question is whether the judgment that has been given is one on which the successful party ought to be free to act despite the pendency of an appeal. One of the important factors in making such a decision, of course, is the possibility that the judgment may be reversed or varied. Judges must decide cases even if they are hesitant in their conclusions; and at the other extreme a judge may be very clear in his conclusions and yet on appeal be held to be wrong. No human being is infallible, and for none are there more public and authoritative explanations of their errors than for judges. A judge who feels no doubt in dismissing a claim to an interlocutory injunction may, perfectly consistently with his decision, recognise that his decision might be reversed, and that the comparative effects of granting or refusing an injunction pending an appeal are such that it would be right to preserve the status quo pending the appeal." Η υπόθεση Erinford (πιο πάνω) έχει υιοθετηθεί από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση TAFCO (No. 2) V. SHIP ´LAMBROS L´

(1977)1 C.L.R. 159[1] αφού αναγνωρίστηκε εν πρώτοις η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διάταγμα αναστολής προσωρινού διατάγματος. Επίσης στην υπόθεση OCEAN CORPORATION LTD V. NOVOROSSIJSKRYBPROM COMPANY LIMITED (No. 2)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1154, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Νικολάου, χωρίς να αναφέρεται σε προηγούμενη νομολογία, φαίνεται να αποφασίζει ότι υφίσταται δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσης τέτοιων, ανασταλτικής φύσης διαταγμάτων, χωρίς να αποφαίνεται επ΄ αυτής οριστικά. Τονίζεται ιδιαίτερα η αρχή ότι η διαφύλαξη του δικαιώματος έφεσης με τη διατήρηση του αντικειμένου της αποτελεί μείζον ζήτημα προς το οποίο το Δικαστήριο δεν παραμένει αδιάφορο. Παράλληλα, ωστόσο, τονίζεται και η αρχή ότι δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως είναι επιθυμητό οι αποφάσεις σε ενδιάμεσες διαδικασίες να μην αποτελούν τροχοπέδη στην περαιτέρω εξέλιξη της υπόθεσης. Από την εν λόγω απόφαση φαίνεται, ακόμη, ότι η έκδοση τέτοιας φύσεως διατάγματος δεν πρέπει, ασφαλώς, να θεωρείται ζήτημα ρουτίνας, χωρίς, ωστόσο, να καθορίζονται οι παράγοντες ή οι ειδικοί λόγοι που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του προτού αποφασίσει την έκδοση ή μη τέτοιου διατάγματος. Αναφορά στους παράγοντες που η αγγλική νομολογία θεωρεί σχετικούς, έχει ήδη γίνει πιο πάνω. Θα πρόσθετα χάριν της ολοκλήρωσης της εικόνας όσον αφορά τη σχετική επί του θέματος Αγγλική νομολογία και τη μεταγενέστερη απόφαση Ketchum Group Public Relations
(1996)4 All ER 37 όπου και εκεί αναγνωρίσθηκε η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα για να εμποδίσει τον Εναγόμενο από του να αποξενωθεί περιουσιακά στοιχεία εκκρεμούσης έφεσης με επέκταση της αρχής αυτής σε αναστολή προσωρινού διατάγματος εκκρεμούσης εφέσεως εναντίον του. Αφού υιοθετήθηκε λοιπόν η Erinford (πιο πάνω), ο Δικαστής Stuart Smith LJ αναφέρει τα εξής σχετικά στη σελίδα 381 αναγνωρίζοντας σε τέτοιες περιπτώσεις την κατ΄ αναλογία εφαρμογή των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη σε αιτήσεις για αναστολή διαδικασίας εκτέλεσης (stay of execution): "In my judgment, this jurisdiction is not limited, as the judge thought, to cases concerned with the preservation of a fund or property the subject of the action but is based on the wider principle enunciated by Cotton LJ that justice requires that the Court should be able to take steps to ensure that their judgments are not rendered valueless by an unjustifiable disposal of assets. Moreover, I cannot see any reason in principle why the considerations which are applicable when the Court is considering the grant of a Mareva injunction should not be applied in favour of a plaintiff even if he has lost in the Court below thought the question will not be ´does he have a good arguable case but ´does he have a good arguable appeal´?´ This is likely to be a more difficult test to satisfy and if the case turns upon questions of fact which the judge has resolved against the plaintiff, may well be insuperable...................................... The analogy with a stay of execution is appropriate where an unsuccessful defendant has to obtain leave to appeal and seeks a stay of execution, for example in a possession action, this Court will normally grant a stay if it grants leave to appeal, since otherwise a successful appeal will be of no effect................" Oυσιαστικά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, το Δικαστήριο κατά την εξέταση τέτοιας φύσεως διατάγματος, εφαρμόζει, κατ΄ αναλογία, τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε αιτήσεις για αναστολή διαδικασίας εκτέλεσης (stay of execution) λόγω εκκρεμότητας έφεσης με βάση τις πρόνοιες της Δ.35, θ.18. Οι παράγοντες αυτοί έχουν εξετασθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων και η υπόθεση Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 A.A.Δ. 592 από την οποία παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα : «H άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση αφενός του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στο διάδικο που έχει επιτύχει των καρπών της επιτυχίας του και την εξασφάλιση αφετέρου της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης.» Παρομοίως στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. ΑΗΚ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.35 θ.
  1. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης αφενός και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αφετέρου συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσον και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης...» ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Έχοντας αναφερθεί στις βασικές αρχές και τις προϋποθέσεις για παροχή της αιτούμενης θεραπείας προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Λέγω ευθύς εξ αρχής ότι οποιοδήποτε συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο η έφεση που ασκήθηκε είναι επιπόλαια και αβάσιμη θα ήταν, πιστεύω, αυθαίρετο. Επισημαίνω εδώ ότι για τους σκοπούς εξέτασης αυτού του παράγοντα λαμβάνω υπόψη το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που είχε ως κατάληξη την ακύρωση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, ως, επίσης, και τους λόγους έφεσης που οι ενάγοντες διατύπωσαν προσβάλλοντας την ορθότητα της απόφασης ως εμφαίνονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 που επισυνάπτεται στην υπό εξέταση αίτηση. Δεν μου διαφεύγει της προσοχής το γεγονός ότι, με βάση το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που οδήγησε στην ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που είχε εκδοθεί μονομερώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι καμία από τις τρεις προϋποθέσεις που τίθενται από το ΄Αρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιείτο. Ειδικότερα κρίθηκε ότι, με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, δεν αποκαλύπτετο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου 2, ενώ η αγωγή αφορούσε παράβαση συμφωνίας η οποία είχε συναφθεί μεταξύ του ενάγοντα 1 και των εναγομένων 1 λόγω της στάσης και συμπεριφοράς - η οποία εξειδικεύετο - των εναγομένων
  2. Κρίθηκε, περαιτέρω, ότι δεν υπήρχε, με βάση πάντοτε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, συμβατική σχέση είτε ανάμεσα στον ενάγοντα 1 και τον εναγόμενο 2, είτε ανάμεσα στην ενάγουσα 2 και τον εναγόμενο 2, για να καταλήξει το Δικαστήριο ότι το θέμα της ισχυριζόμενης παράβασης της συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα 1 και των εναγομένων 1 δεν συνδέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε συσχετίστηκε με τη μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του εναγομένου
  3. Με βάση δε αυτό το σκεπτικό κρίθηκε ότι δεν αποκαλύπτετο σοβαρό αίτημα προς εκδίκαση. Την ίδια κατάληξη είχε το Δικαστήριο και σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 32 του Ν. 14/60, δηλαδή ότι δεν ικανοποιείτο, αφού έγινε συσχετισμός της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως προέκυψε από τις ενόρκους δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν και την προφορική μαρτυρία που προέκυψε. Με την ασκηθείσα έφεση προσβάλλεται η διαπίστωση του Δικαστηρίου περί μη ύπαρξης συμβατικής σχέσης μεταξύ του εναγομένου 2 και της ενάγουσας 2 αλλά και μεταξύ του εναγομένου 2 και του ενάγοντα 1 και, περαιτέρω, διατυπώνεται ως ένας από τους λόγους έφεσης ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του σαν βάση αγωγής την αποτυχία του ανταλλάγματος και την απαίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προ της συμφωνίας κατάσταση (restitution). Άλλος λόγος έφεσης είναι και το ότι λανθασμένα το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 32 του Ν. 14/60 εφόσον οι ενάγοντες απαιτούν, διαζευκτικά, τη θεραπεία της αποκατάστασης για την οποία είναι απαραίτητη η εξασφάλιση ότι το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στον εναγόμενο 2 παραμένει στην κυριότητα του μέχρι το τέλος της αγωγής. ΄Εχοντας αναφέρει τα πιο πάνω δεν μπορώ να θεωρήσω την ασκηθείσα έφεση ως επιπόλαια, ούτε μπορώ να υποβιβάσω ή υποτιμήσω τις πιθανότητες επιτυχίας της. Υπενθυμίζω, παράλληλα, ότι οι όποιες προοπτικές επιτυχίας μιας έφεσης ενώ αποτελούν ένα σχετικό παράγοντα αυτός είναι οριακής σημασίας εφόσον η τύχη της έφεσης θα κριθεί κατά την ακρόαση της ενώπιον του Εφετείου. Εκείνο που μπορεί, στο τέλος της ημέρας να λεχθεί, είναι ότι η ασκηθείσα έφεση δεν πρόκειται για περίπτωση αβάσιμης άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου. Υπενθυμίζω εδώ ότι είναι ένα θέμα η έκδοση ή μη ενός προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος μέχρι την εκδίκαση μιας υπόθεσης και είναι άλλο θέμα η έκδοση ή μη διατάγματος εκκρεμούσης της έφεσης. Στην τελευταία περίπτωση μια σημαντική παράμετρος που λαμβάνεται υπόψη είναι, ασφαλώς, η πιθανότητα ότι η απόφαση που αφορούσε το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα μπορεί να ανατραπεί ή διαφοροποιηθεί κατ΄ έφεση. Όπως χαρακτηριστικά τονίσθηκε στην Erinford (ανωτέρω) στη σελίδα 454: "...One of the important factors in making such a decision, of course, is the possibility that the judgment may be reversed or varied...... I cannot see that a decision that no injunction should be granted pending the trial is inconsistent, either logically or otherwise, with holding that an injunction should be granted pending an appeal against the decision not to grant the injunction, or that by refusing an injunction pending the trial the judge becomes functus officio quad granting any injunction at all." Όσον αφορά δε το ισοζύγιο επιτυχίας το ζητούμενο είναι που κλίνει αυτό υπό την έννοια του ποία πλευρά έχει την πιθανότητα πρόκλησης μεγαλύτερης ζημιάς. Ο βασικός ισχυρισμός από μέρους των Εναγόντων/Αιτητών είναι ότι, σε περίπτωση που δεν παρασχεθεί η αιτούμενη θεραπεία και ο εναγόμενος 2 αποξενώσει ή επιβαρύνει το επίδικο ακίνητο, δεν θα είναι δυνατή η έκδοση των διαταγμάτων υπό στοιχεία (Α), (Β), (Δ) και (Ε) της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος με αποτέλεσμα η εκδίκαση της αγωγής εναντίον του εναγομένου 2 να είναι στην ουσία άνευ αντικειμένου. Από την άλλη ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι, σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα τον επηρεάσει δραστικά και άμεσα στην προσωπική του ζωή περιορίζοντας τον στον τρόπο που θα ήθελε και θα επιθυμούσε να κατέχει και να διαχειρίζεται την ακίνητη περιουσία του.[2] Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων βαραίνει υπέρ του αφού έχει πετύχει στη διαδικασία εκδίκασης του προσωρινού διατάγματος και ότι θα ήταν ανεπιεικές αν το ίδιο προσωρινό διάταγμα αναβίωνε παρά την επιτυχία του σε αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης και παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει αποφασίσει ότι δεν υπάρχει βάση αγωγής εναντίον του ούτε και πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή.[3] Εξισορροπώντας τους πιο πάνω παράγοντες κατέληξα, κατόπιν πολλής περίσκεψης και προβληματισμού, ότι θα πρέπει να δοθεί μια ευκαιρία, μέσω της ασκηθείσας έφεσης, να ελεγχθεί η ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και να διατηρηθεί το επίδικο ακίνητο μέχρι τότε. Τυχόν διαφορετική προσέγγιση θα επηρέαζε την έφεση και, συνεπακόλουθα, την εκδίκαση της αγωγής καθόσον αφορά μέρος επιδιωκόμενων από τους ενάγοντες θεραπειών που έχουν άμεση σχέση και συνάρτηση με το επίδικο ακίνητο και, επομένως, καθιστούν την μη αποξένωση του απαραίτητη για να μπορούν τέτοιες θεραπείες να προωθηθούν και να μην καταστούν άνευ αντικειμένου. Αυτό το αναφέρω χωρίς, ασφαλώς, να υποτιμάται η αναπόφευκτη επίδραση που προκύπτει στον εναγόμενο 2 που ήταν εδώ ο επιτυχών διάδικος λόγω του ότι δεν θα μπορεί στο μεσοδιάστημα που θα χρειασθεί να μεσολαβήσει να διαχειριστεί την περιουσία του όπως αυτός νομίζει καλύτερα εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Όμως, κατά την άποψη μου, αυτό δεν εξομοιώνεται με τις συνέπειες που μπορεί να έχει στους ενάγοντες η ενδεχόμενη αποξένωση του επιδίκου ακινήτου, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία και υπό το φως όλων των ανωτέρω εγκρίνω την υπό κρίση αίτηση και εκδίδω το αιτηθέν διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της αίτησης το οποίο θα ισχύει μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της έφεσης που ασκήθηκε κατά της ορθότητας της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 26.1.
  4. Ως προς τα έξοδα της αίτησης λαμβάνοντας υπόψη τα πρωτότυπα θέματα που εγέρθηκαν κατά την εκδίκαση της, το σύνολο των γεγονότων και όλους τους σχετικούς παράγοντες, αποφάσισα όπως αυτά είναι στο αποτέλεσμα της Αγωγής όπως αυτά θα υπολογισθούν στο τέλος από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]"No doubt, an application for the stay of an order or an interlocutory order is a matter within the powers of a trial Court, even if it has delivered its own judgment on the issue". [2] Δέστε παρα. 23 της Ενόρκου Δηλώσεως. [3] Δέστε παρα. 26 της Ενόρκου Δηλώσεως. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.