← Κύπρος

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α. ν. Θεόδωρος Κραμβίδης, Αρ. Αγωγής: 1570/09, 28 Απριλίου, 2010

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α. ν. Θεόδωρος Κραμβίδης, Αρ. Αγωγής: 1570/09, 28 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1570/09

  1. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
  2. Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείου εκ Λευκωσίας Ενάγοντες και Θεόδωρος Κραμβίδης Εναγόμενος Αίτηση Ημερομηνίας 9/11/2009 Ημερομηνία: 28 Απριλίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Αποστολίδης. Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Σουρουλλά. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) O Ενάγοντας με την παρούσα αγωγή διεκδικεί εναντίον του εναγόμενου συγκεκριμένο ποσό χρημάτων, ως χρηματική επιβάρυνση που επιβλήθηκε σ΄ αυτόν, θεωρώντας ότι ο εναγόμενος διέθετε πλεονάζουσα ποσότητα ζάχαρης κατά παράβαση σχετικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Η ως άνω ενέργεια εκ μέρους του Ενάγοντα αποτελεί διοικητική πράξη την οποία η πλευρά του εναγόμενου έχει ήδη αμφισβητήσει με την καταχώρηση διοικητικής προσφυγής με αριθμό 1243/05, η εκδίκαση της οποίας εξακολουθεί να εκκρεμεί. Με την υπεράσπιση της η πλευρά του εναγόμενου προέβαλε συνολικά τρεις προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη αφορά την αναρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας αγωγής αφού όπως υποστηρίζει μοναδικό αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας το οποίο έχει τη δυνατότητα τελεσίδικα να κρίνει για τη νομιμότητα της ως άνω διοικητικής απόφασης επί της οποίας στηρίζεται η αξίωση. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση έγκειται στο γεγονός πως καθ΄ ην έκταση δεν έχει ακόμα τελεσίδικα αποφασιστεί η προσφυγή του εναγόμενου σε βάρος της ως άνω διοικητικής απόφασης, η υπό συζήτηση αγωγή δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί πρόωρη, άδικη, αχρείαστη, αβάσιμη και ενοχλητική ενώ η τρίτη προδικαστική ένσταση είχε να κάνει με τη συνένωση δύο εναγόντων στα πλαίσια της παρούσας. Σημειώνεται ότι η ως άνω 3η προδικαστική ένσταση στην εξέλιξη της διαδικασίας εγκαταλήφθηκε, αφού μεσολάβησε η διακοπή εκ μέρους της πλευράς των εναγόντων της αγωγής όσον αφορά τον 1ον Ενάγοντα και η διαγραφή του ως ενάγοντα στη διαδικασία. Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας αυτές θα τυγχάνουν σχολιασμού. Η πρώτη προδικαστική ένσταση αναφέρεται ασφαλώς στο ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εξετάσει την παρούσα αγωγή. Αποτελεί αξίωμα στη νομική επιστήμη ότι μια διοικητική πράξη μέχρι την ακύρωση της από το Δικαστήριο ή ακόμα την ανάκληση της παραμένει ασφαλώς ισχυρή και παράγει έννομα αποτελέσματα. Παραπέμπω στην υπόθεση Χρίστου ν. ΕΤΕΚ

(1998)1 ΑΑΔ 1847 και στην υπόθεση Sigma Radio TV v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408. Υπάρχει βέβαια πάντοτε η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης μίας δικαστικής απόφασης όπου τούτο προβλέπεται ρητά από το Νόμο ή εάν τέτοια αναστολή διαταχθεί από το αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την τοποθέτηση της ευπαίδευτης συνήγορου του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση σ΄ αυτή τη διαδικασία, ότι ισχύει πάντα το τεκμήριο της νομιμότητας και κανονικότητας μιας διοικητικής πράξης. Σχετική αναφορά επί τούτου γίνεται στο σύγγραμμα "Σημειώσεις Διοικητικού Δικαίου" του Α. Μαρουλλή 1989 σελ. 34, όπου πραγματεύεται το ζήτημα της πάγιας αρχής του διοικητικού δικαίου σύμφωνα με την οποία όταν μία διοικητική πράξη ακόμα και αν πάσχει ελαττωματικά, μέχρι να ακυρωθεί ή να ανασταλεί, εξακολουθεί να παράγει έννομα αποτελέσματα. Συνακόλουθα έχω την άποψη ότι ασφαλώς αρμόδιο κατά Νόμο να εκδικάσει τη νομιμότητα ή το σύννομο της έκδοσης της διοικητικής πράξης είναι το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, μέχρι όμως η διοικητική αυτή πράξη ακυρωθεί από το αρμόδιο κατά Νόμο Δικαστήριο ή ανασταλεί, εξακολουθεί να παράγει έννομα αποτελέσματα στη βάση των οποίων ασφαλώς δημιουργούνται και αγώγιμα δικαιώματα όπως αυτά που περιγράφονται στην υπό συζήτηση αγωγή. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής μου ότι στη σχετική νομοθεσία Περί Τελωνείων, αλλά και στον κανονισμό 2913/92 προβλέπεται δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών. Σύμφωνα δε με το άρθρο 244 καταγράφεται ρητά ότι η άσκηση προσφυγής δεν επιφέρει την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Σημειώνω παράλληλα ότι δεν θεωρώ ότι δημιουργείται αδικία ή ταλαιπωρία προς την πλευρά του εναγομένου εάν λειτουργήσει κανονικά το δόγμα, το αξίωμα της νομιμότητας της διοικητικής πράξης, αφού τα δικαιώματα του εναγομένου και του όποιου διοικούμενου θα τολμούσα να πω σε σχέση με την εκτελεστικότητα ή μη μίας διοικητικής πράξης, φαίνεται να διασφαλίζονται με το γενικότερο δικαίωμα που έχει ο κάθε πολίτης έναντι στις πράξεις της διοίκησης, και βεβαίως ο εναγόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση, να επιζητήσει και να πετύχει την αναστολή της διοικητικής πράξης από το αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο που επιλαμβάνεται τα της εκδίκασης της νομιμότητας της διοικητικής πράξης, δηλαδή το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτή τη δυνατότητα ο εναγόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν φαίνεται να αξιοποίησε. Δεν διεκδίκησε όπως είχε κάθε δικαίωμα την αναστολή της υπό συζήτηση διοικητικής πράξης, παρά μόνο επιζητεί να απορριφθεί η αγωγή ουσιαστικά μέσω των προδικατικών του ενστάσεων ως πρόωρη μέχρι να αποφανθεί το Ανώτατο Δικαστήριο, το καθ΄ ύλην αρμόδιο δηλαδή Δικαστήριο για τη νομιμότητα αυτής της πράξης. Φρονώ ότι υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν θα πρέπει να υπερβεί πάγια και καλά καθιερωμένες αρχές δικαίου σε σχέση με την παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων των διοικητικών πράξεων, τη στιγμή μάλιστα που ενώ ο εναγόμενος είχε την ευκαιρία να διεκδικήσει αναστολή της εκτέλεσης της διοικητικής πράξης δεν επιχείρησε τούτο. Άλλωστε, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Α. Μαρουλλή, πιο πάνω, η καθιέρωση του τεκμηρίου της νομιμότητας δικαιολογείται από την ανάγκη της προστασίας της αυξημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη προς τη διοίκηση, απαραίτητο για τη σωστή λειτουργία κάθε δημοκρατούμενης πολιτείας. Προχωρώ να εξετάσω στη συνέχεια τον δεύτερο λόγο ένστασης εντοπίζοντας παράλληλα ότι αλληλοσυμπληρώνεται με τον πρώτο λόγο όπως εγείρεται. Το γεγονός ασφαλώς από μόνο του ότι εκκρεμεί μία προσφυγή σε βάρος της διοικητικής πράξης χωρίς αυτή όπως έχει αναφερθεί να ανασταλεί, να ακυρωθεί, ή με άλλο τρόπο να ανακληθεί, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει αυτοδίκαια ότι η ισχύς για παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων αυτής της διοικητικής πράξης επηρεάζεται καθ΄ οποιοδήποτε τρόπο. Έχω σημειώσει τις αναφορές του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών ότι στην υπόθεση Sigma Radio TV v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Πολιτική Έφεση 403/06 ημερ. 10/2/09, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι θα ήταν λογικό και φρόνιμο να αναμένεται η εκδίκαση της προσφυγής πριν την προώθηση μέτρων που έχουν σαν βάση τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης η οποία προσβλήθηκε, πλην όμως δεν μπορώ παρά να σημειώσω ότι πρόκειται ουσιαστικά για νουθεσία, η οποία ασφαλώς δεν συγκρούεται με τις πάγιες και καλά καθιερωμένες αρχές του δικαίου ότι δηλαδή αυτές εξακολουθούν να παράγουν έννομα αποτελέσματα. Όπως άλλωστε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Sigma Radio TV v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Πολιτική Έφεση 402/06, ημερ. 27/1/09, η περίπτωση εκεί διακρίνεται από την υπό συζήτηση αφού ουσιαστικά είχε ήδη προηγηθεί η ανάκληση της διοικητικής πράξης, γι΄ αυτό δε το λόγο είχε επιτύχει η έφεση. Έχει τεθεί υπόψη μου από τους δύο δικηγόρους αριθμός υποθέσεων οι οποίες πραγματεύθηκαν ανάμεσα σε άλλα και τα προδικαστικά ζητήματα που τέθηκαν στην παρούσα. Έχω μελετήσει με προσοχή τις τοποθετήσεις της ευπαίδευτης Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας Π. Παναγή στην υπόθεση 2689/08, του Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή κ. Παπαμιχαήλ στην υπόθεση 4832/08, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, του Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή κ. Ιωαννίδη στην υπόθεση 4051/08 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και βεβαίως την απόφαση του ευπαίδευτου αδελφού μου Δικαστή κ. Μαλαχτού, Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή στην υπόθεση 3644/08 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Δεν έχω καμία δυσκολία να δηλώσω ότι με βρίσκει πλήρως σύμφωνο το σκεπτικό για τα υπό συζήτηση και στην παρούσα ουσιαστικά θέματα, που αναπτύχθηκε από τους τρεις πρώτους αδελφούς μου δικαστές στις εν λόγω αποφάσεις τους, το οποίο και υιοθετώ αυτούσιο για σκοπούς της παρούσας απόφασης μου. Η επανάληψη του στα πλαίσια της παρούσας από την πλευρά μου αισθάνομαι ότι δεν θα προσθέσει οτιδήποτε. Σημειώνω με πολλή σεβασμό τις τοποθετήσεις του αδελφού μου Δικαστή κ. Μαλαχτού, ο οποίος είχε αχθεί σε ένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και υιοθετώντας το λόγο για τα συγκεκριμένα ζητήματα των άλλων αδελφών μου δικαστών στις αποφάσεις που προανέφερα, δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί του. Θεωρώ ότι αλώβητη παραμένει η βασική αρχή πως οι διοικητικές πράξεις, όπως η πράξη η οποία έχει προσβληθεί ενώπιον του καθ΄ ύλην αρμόδιου Δικαστηρίου από τον εναγόμενο στην παρούσα διαδικασία, εξακολουθεί να παράγει έννομα αποτελέσματα. Εάν ο εναγόμενος πραγματικά ήθελε να ανακόψει την παραγωγή αυτών των έννομων αποτελεσμάτων, είχε κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει τούτο με ανάλογο αίτημα στο αρμόδιο Δικαστήριο, για αναστολή της εφαρμογής της. Πράγμα που δεν έπραξε. Διαφορετική προσέγγιση φρονώ θα οδηγούσε σε επικίνδυνα αποτελέσματα με ορατό τον κίνδυνο της "παράλυσης" πραγματικά της διοίκησης του κράτους στην έκταση που αυτή πραγματώνεται με την έκδοση διοικητικών αποφάσεων. Αν όλες οι διοικητικές αποφάσεις για να μπορέσουν να εφαρμοστούν και να παράξουν έννομα αποτελέσματα θα έπρεπε πρώτα να περάσουν από την έγκριση του Δικαστηρίου, χωρίς να λειτουργεί το τεκμήριο της νομιμότητας, ορατός θα ήταν ο κίνδυνος και το ενδεχόμενο σύστασης και λειτουργίας "Κράτους Δικαστών", εξέλιξη ξένη και ασύμβατη με το σύγχρονο, καλά οργανωμένο κράτος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, που με συντομία ομολογουμένως προσπάθησα να παραθέσω, θεωρώ ότι οι προδικαστικές ενστάσεις δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Σε σχέση με τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί δεν θα πρέπει να ακολουθήσω τον κανόνα που προβλέπει ότι αυτά συνήθως ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Ως εκ τούτου ο εναγόμενος - αιτητής θα επιβαρυνθεί με τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. /κχ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.