HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. TASSOS PALACE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2484 /2007, 29 Aπριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2484 /2007 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσας και
- TASSOS PALACE LTD
- Αναστάσιος Στασόπουλος
- Γεωργούλλα Στυλιανού
- Αγγέλα Στασοπούλου άλλως Αγγελική Γεωργίου άλλως Αγγέλα Γεωργίου Αντωνίου Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Aπριλίου, 2010 Εμφανίσεις: Για τον ενάγουσα: κ. Τ. Κουκούνης Για τους εναγόμενους: κ. Α. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης 1, όπως προβάλλεται μέσα από την έκθεση απαιτήσεως της, αφορά το ποσό των Λ.Κ.32.199,74σ. πλέον τόκο προς 10.5% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.31.911,21σ. από 1.08.2007 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, το οποίο, όπως ισχυρίζεται, της οφείλει ως υπόλοιπο δυνάμει γραπτής συμφωνίας με ημερομηνία 12.06.1997 για παροχή δανείου ή/και δανείων υπό τύπο τρεχούμενου λογαριασμού. Εναντίον των εναγομένων 2 και 3 αξιώνει το ίδιο πιο πάνω ποσό αλληλέγγυα ή/ και κεχωρισμένα ως εγγυητών της εναγόμενης
- Εναντίον της εναγόμενης 4 αξιώνει διάταγμα ή/ και απόφαση με την οποία να διατάσσεται η εκποίηση κτήματος της επί του οποίου ενέγραψε υποθήκη προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου ή λογαριασμού της εναγόμενης
- Στην έκθεση απαιτήσεως της καταγράφει τις λεπτομέρειες των όρων της εν λόγω συμφωνίας σε ορισμένους από τους οποίους θα αναφερθώ στη συνέχεια σε κατάλληλο στάδιο της απόφασης μου. Με την κοινή υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αξιώνουν την απόρριψη της αγωγής παρόλο ότι παραδέχονται την σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας και ότι είχε λειτουργήσει ο λογαριασμός που επικαλείται η ενάγουσα. Αρνούνται όμως διάφορες άλλες δυνατότητες που κατ΄ισχυρισμό παρείχε στην ενάγουσα η εν λόγω συμφωνία για τις οποίες την θέτουν σε αυστηρή απόδειξη. Καταγράφω στη συνέχεια τους ισχυρισμούς επί των οποίων εστιάστηκε η υπεράσπιση και επί των οποίων ουσιαστικά διεξήχθη η όλη συζήτηση οι οποίοι θα με απασχολήσουν στη συνέχεια. Αρνούνται οι εναγόμενοι ότι είχε τη δυνατότητα η ενάγουσα οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς προειδοποίηση προς την εναγόμενη 1 να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού της και να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο ή δάνεια ή πίστωση ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν στην εναγόμενη 1 και να ζητήσει αμέσως από αυτήν την πληρωμή όλων των ποσών τα οποία αυτή όφειλε. Αρνούνται επίσης τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι τους απεστάλησαν ή ότι οι ίδιοι παρέλαβαν τις ισχυριζόμενες ειδοποιήσεις τερματισμού του λογαριασμού ή άλλες ή ότι οφείλουν στους ενάγοντες το υπόλοιπο ή και τους τόκους που αξιώνονται. Η ενάγουσα στην απάντηση της επαναλαμβάνει και εμμένει στους ισχυρισμούς της έκθεσης απαιτήσεως της και ισχυρίζεται ότι όσα οι εναγόμενοι προβάλλουν με την υπεράσπιση τους αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, είναι ανεδαφικά και ανυπόστατα. Πέραν αυτού ισχυρίζονται ότι αυτοί κωλύονται από τη συμπεριφορά τους, τις πράξεις τους και τις παραστάσεις τους προς την ενάγουσα και από τα σχετικά έγγραφα που έχουν υπογραφτεί μεταξύ τους να ισχυρίζονται έτσι. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για την ενάγουσα κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες ενώ για την πλευρά των εναγομένων κατάθεσε μόνο ο εναγόμενος
- Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν εκ συμφώνου τα ακόλουθα έγγραφα: Επιστολή της ενάγουσας με ημερομηνία 20.03.2001 με την οποία πληροφορούσε την εναγόμενη 1 ότι ενέκρινε την παροχή σ΄αυτή πιστωτικών διευκολύνσεων τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος και δανείου και την πληροφορούσε για τους όρους, εξασφαλίσεις, χρεώσεις και προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα υλοποιείτο η συμφωνία για την παροχή τους. Αποδοχή των πιο πάνω υπέγραψε ο 2ος εναγόμενος ως διευθυντής της εναγόμενης 1 η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Η έγγραφος συμφωνία που ακολούθησε με ημερομηνία 12.06.1997 την οποία υπέγραψε για την εναγόμενη 1 ο 2ος εναγόμενος ως διευθυντής της σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Η έγγραφη εγγύηση της πιο πάνω συμφωνίας την οποία εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2 και 3 σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Η σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου και έγγραφο υποθήκης όπως και το πιστοποιητικό εγγραφής ακινήτου της εναγόμενης 4 προς εξασφάλιση μέχρι του ποσού των Λ.Κ.15.000 πλέον τόκους προς 8% με ημερομηνία 13.06.1997 σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
- Ψήφισμα της εναγόμενης 1 για την εξασφάλιση των πιο πάνω τραπεζικών διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.63.000,00 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο Λούκας Βαρνάβα (Μ.Ε. 1) λειτουργός δανειοδοτήσεων της ενάγουσας στο κατάστημα της επί της πλατείας Ακρόπολης στη Λάρνακα ο οποίος χειριζόταν τον λογαριασμό της εναγόμενης 1, αναγνώρισε τα πιο πάνω έγγραφα και ανέφερε ότι ο λογαριασμός αυτός λειτουργούσε στην αρχή κανονικά αλλά στη συνέχεια άρχισε να παρουσιάζει υπερβάσεις που ξεπερνούσαν τις αντίστοιχες καταθέσεις. Μετά την εξέλιξη αυτή η ενάγουσα απέστειλε επιστολή τερματισμού και σταμάτησε τη λειτουργία του. Παρουσίασε αντίγραφα επιστολών που φέρουν ημερομηνία 6.04.2004 οι οποίες απευθύνονταν στην πρωτοφειλέτιδα και στους εγγυητές της και με τις οποίες τους πληροφορούσαν ότι από εκείνη την ημερομηνία τερμάτιζαν την λειτουργία των λογαριασμών τους (Λογαριασμός παρατραβήγματος και δανείου) και αξίωναν την πλήρη εξόφληση των υπολοίπων τους σε επτά
(7)ημέρες. Τους πληροφορούσαν επίσης ότι πλέον το χρεωστικό επιτόκιο των λογαριασμών τους θα αυξανόταν σε 10,5%. Καλούσαν την πρωτοφειλέτιδα να τους παραδώσει το βιβλιάριο επιταγών με όλες τις επιταγές που δεν είχαν χρησιμοποιήσει και τους προειδοποιούσαν με τη λήψη δικαστικών μέτρων. Επιστολή στάλθηκε επίσης και προς την ενυπόθηκο εγγυήτρια εναγόμενη
- Αντίγραφα των επιστολών αυτών κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 6 -
- Τις επιστολές αυτές τις υπέγραψε ο ίδιος ο μάρτυρας και ακόμα ένας συνάδελφος του και ταχυδρομήθηκαν από το αρμόδιο τμήμα και δεν επεστράφησαν πίσω. Ο λόγος που είχαν στείλει τις επιστολές (Τεκμήρια 6,7 και 9) στην ίδια διεύθυνση, στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου ALTO CAFÉ στη Λάρνακα, είναι γιατί ο εναγόμενος 2 διευθυντής της εναγόμενης 1 και σύζυγος της εναγόμενης 4 ήταν ο διευθυντής αυτής της καφετέριας γεγονός το οποίο γνώριζαν στη Τράπεζα τους καθώς είναι δίπλα ακριβώς από το κατάστημα τους και ο ίδιος ο μάρτυρας τον έβλεπε προσωπικά και τακτικά να συχνάζει εκεί. Τις επιστολές αυτές τις είχαν στείλει με σύνηθες ταχυδρομείο. Παρά τον τερματισμό των πιο πάνω διευκολύνσεων δεν υπήρξε εξόφληση των λογαριασμών και έτσι αναγκάστηκαν να επανέλθουν με νέες επιστολές τους προς τα ίδια πιο πάνω πρόσωπα και στις ίδιες διευθύνσεις την 1η Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Αντίγραφα των επιστολών αυτών που στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο κατατέθηκαν από τον μάρτυρα ως Τεκμήρια 10 -
- Οι επιστολές αυτές στάλθηκαν από τη νομική υπηρεσία της τράπεζας από τη Λευκωσία και από ότι ήξερε δεν επιστράφηκαν πίσω. Στις επιστολές αυτές αναφέρονταν ξανά τα υπόλοιπα των λογαριασμών της εναγόμενης 1, τους καλούσαν να εξοφλήσουν αφού είχαν τερματίσει τη λειτουργία τους πράγμα για το οποίο τους ενημέρωσαν ήδη με τις επιστολές τους (Τεκμήρια 6-9) με ημερομηνία 6.04.
- Στη συνέχεια έγιναν κάποιες μικροκαταθέσεις εκ μέρους της εναγόμενης 1 οι οποίες μόλις κάλυπταν τους τόκους. Αφού και πάλι αυτές οι μικροπληρωμές σταμάτησαν το 2007 στάλθηκαν ξανά νέες συστημένες επιστολές με σχεδόν ταυτόσημο περιεχόμενο στην πρωτοφειλέτιδα, στους εγγυητές της και στην ενυπόθηκο εγγυήτρια με ημερομηνία 7.06.2007, κατέθεσε αντίγραφα τους και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 14 -
- Μετά τις πιο πάνω επιστολές δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε άλλο ποσό. Οι επιστολές αυτές στάλθηκαν επίσης από τη νομική υπηρεσία της τράπεζας από τη Λευκωσία και δεν επιστράφηκαν πίσω. Η κατάσταση λογαριασμού της εναγόμενης 1 κατατέθηκε από τον μάρτυρα και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Δείχνει ως σημερινό υπόλοιπο το ποσό των € 45.450,77σ. πλέον τόκους €665,35σ. μέχρι την 31.08.
- Ανέφερε ότι το επιτόκιο από το άνοιγμα του λογαριασμού για να καταλήξουν σε αυτό το ποσό υπολογίστηκε σε ποσοστό 8%. Τα πιο πάνω είναι τα ποσά που διεκδικεί η ενάγουσα πλέον τους τόκους και τα έξοδα της αγωγής. Αξιώνουν επίσης διάταγμα για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο ενέγραψε ως εξασφάλιση για την πληρωμή του πιο πάνω λογαριασμού η εναγόμενη 4 η οποία είναι σύζυγος του εναγόμενου
- Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι στη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 18) ο τόκος έχει υπολογιστεί σε ποσοστό 8% ο οποίος κεφαλαιοποιείται μια φορά το χρόνο που αυτό σημαίνει ότι ο τόκος που προστίθεται πάνω στο κεφάλαιο μια φορά το χρόνο τοκίζεται εκ νέου. Τις επιστολές (Τεκμήρια 6-9) ήταν ο ίδιος που τις ετοίμασε και τις πήρε στο τμήμα της τράπεζας που ταχυδρομεί τις επιστολές που βρίσκεται δίπλα από το δικό του και θα πρέπει να ταχυδρομήθηκαν εφόσον τους τις είχε δώσει προς αυτόν τον σκοπό. Οι επιστολές (Τεκμήρια 10 - 13) παρόλο ότι δεν είχε προσωπική γνώση για την αποστολή τους, εντούτοις, αυτές στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο και γνωρίζει ότι υπάρχει το έντυπο του ταχυδρομείου με σφραγίδα ότι αυτές στάλθηκαν και προς τούτο κατέθεσε το έντυπο αυτό ως Τεκμήριο 19 και το έντυπο για την αποστολή των επιστολών του Ιουνίου του 2007 το κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Από ότι πληροφορήθηκε από συναδέλφους του στη Λευκωσία οι επιστολές αυτές δεν επιστράφηκαν πίσω από το ταχυδρομείο. Ο Σάββας Τσαούσης (Μ.Ε.2), ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, ανέφερε ότι εργάζεται στην ενάγουσα στο τμήμα αλληλογραφίας από το
- Είναι ο ίδιος που αναλαμβάνει την ταχυδρόμηση των εξερχομένων και παραλαβή των εισερχομένων επιστολών. Εξήγησε τη διαδικασία αποστολής συστημένων επιστολών που ακολουθούν στη τράπεζα όπου καταγράφονται σε ειδικό έντυπο της τράπεζας (ΑΒ146) το ονοματεπώνυμο του παραλήπτη και η διεύθυνση του. Για κάθε επιστολή δίδεται ένας χωριστός αριθμός συστημένου ο οποίος επίσης καταγράφεται και ο ταχυδρομικός υπάλληλος αφού σφραγίσει το έντυπο κρατεί το πρωτότυπο και το αντίγραφο του επιστρέφεται στη τράπεζα. Ανέφερε ότι στις 9.11.2004 είχε ταχυδρομήσει ο ίδιος προσωπικά τις επιστολές, αντίγραφα των οποίων έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 10 - 13, στις διευθύνσεις που φαίνονται σ΄αυτές. Κατάθεσε σχετική σελίδα του βιβλίου τους με τις ανάλογες καταγραφές όπου φαίνεται και η σφραγίδα του ταχυδρομείου ως Τεκμήριο
- Με τον ίδιο τρόπο είχαν ταχυδρομηθεί και οι επιστολές (Τεκμήρια 14 - 17) τον Ιούνιο του 2007 και παρόμοια κατάθεσε ως Τεκμήριο 22 αντίγραφο του σχετικού εντύπου όπου διακρίνεται η σφραγίδα του ταχυδρομείου. Οι εν λόγω επιστολές δεν επιστράφηκαν πίσω από το ταχυδρομείο. Η Μαρία Γεωργιάδου (Μ.Ε.3) η οποία επίσης δεν αντεξετάστηκε, ανέφερε ότι εργαζόταν στην ενάγουσα από το 1983 μέχρι και το 2004 στο κατάστημα της επί της Λεωφόρου Γρ. Αυξεντίου στη Λάρνακα στο τμήμα αλληλογραφίας και ως τηλεφωνήτρια. Μέσα στα καθήκοντα της ήταν να παραλαμβάνει τις επιστολές που θα αποστέλλονταν, να τις περνά μέσα σε αρχείο και να τις ταχυδρομεί. Έτσι είχε ταχυδρομήσει και τις επιστολές (Τεκμήρια 6 - 9) με σύνηθες ταχυδρομείο και αυτές δεν είχαν επιστραφεί. Η Μαρία Κουμέρα (Μ.Ε. 4) εργάζεται στο λογιστήριο της ενάγουσας από το
- Ανάμεσα στα καθήκοντα της είναι να ετοιμάζει καταστάσεις λογαριασμών πελατών. Ήταν αυτή που είχε ετοιμάσει το Τεκμήριο 18 το οποίο αφορά την επίδικη κατάσταση λογαριασμού της εναγόμενης. Εξήγησε ότι πρόκειται για αναδομημένο λογαριασμό δηλαδή λογαριασμό από τον οποίο έχουν αφαιρεθεί όλα τα έξοδα και ο ανατοκισμός. Εξήγησε το επιτόκιο που επιβαλλόταν και υπολογιζόταν για διάφορες χρονικές περιόδους για τον εν λόγω λογαριασμό από τον οποίο προκύπτει ως χρεωστικό υπόλοιπο μέχρι την 31.08.2009 το συνολικό ποσό των € 46.116,12σ. Κατά την αντεξέταση της εξήγησε ότι σύμφωνα με τον λογαριασμό αυτό δεν γινόταν κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε χρόνο κάτι όμως που άρχισε να γίνεται όπως εξήγησε μετά την 20.03.2001 που ήταν η τελευταία προειδοποίηση για την πληρωμή του λογαριασμού οπότε και αρχίζει ο ανατοκισμός, εξήγησε δε τη λειτουργία του όπως αυτή φαίνεται στο Τεκμήριο
- Ο εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) κατάθεσε ως μοναδικός μάρτυρας για την υπεράσπιση. Ανέφερε ότι είναι ο διευθυντής της εναγόμενης 1 από της ίδρυσης της και η διεύθυνση της εταιρείας ήταν η οδός Λόρδου Βύρωνος 68 στη Λάρνακα μέχρι και το
- Μετά η διεύθυνση της είναι Κυριάκου Μάτση 10, στη Λάρνακα. Όταν ισχυρίζεται ότι η διεύθυνση της εταιρείας ήταν η οδός Λόρδου Βύρωνος 68 εννοεί ότι εκεί ήταν το γραφείο της και από εκεί ασκείτο η διοίκηση της. Από το 2004 μέχρι το 2007 η διεύθυνση της κατοικίας του ίδιου ήταν η οδός Γεωργίου Λαπίθη 13 Α στη Λάρνακα. Το 2007 λόγω οικογενειακών προβλημάτων άλλαξε σπίτι και διαμένει πλέον στο χωριό Περβόλια. Η εναγόμενη 4 είναι η σύζυγος του η οποία από το 2004 διαμένει στην οδό Γεωργίου Λαπίθη 13 Α στη Λάρνακα. Ποτέ δεν είχε δώσει άλλη διεύθυνση για την κατοικία του στην ενάγουσα εκτός από την οδό Γεωργίου Λαπίθη 13 Α. Το ALTO CAFÉ είναι μια καφετέρια δικής του ιδιοκτησίας στην οποία όμως είχε πάντοτε κάποιο υπεύθυνο άτομο που την διαχειριζόταν. Ο ίδιος πήγαινε εκεί 1 με 2 φορές την βδομάδα καθώς δεν ήταν η βάση του. Σε αυτή την καφετέρια δεν υπήρχε οποιαδήποτε πινακίδα που να γράφει το όνομα του και ποτέ δεν είχε δώσει εκείνη την διεύθυνση στην ενάγουσα για να του στέλνει επιστολές. Η σύζυγος του επίσης δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την εν λόγω καφετέρια ούτε και ο ίδιος είχε πάρει οποιανδήποτε επιστολή που στάλθηκε εκεί εκ μέρους της. Ποτέ δεν είχε παραλάβει τις επιστολές Τεκμήρια 6,7,9,10,11,13,14,15 και
- Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγο του από τα μέσα του
- Μαζί της δεν έπαψε να μιλά και είχαν επαφή γιατί έχουν μαζί ένα παιδί και πάντοτε μιλούν για το παιδί. Την επιχείρηση της καφετέριας ALTO την είχε ξεκινήσει ο ίδιος το 1995 χωρίς δάνειο και ποτέ δεν είχε πάρει δάνειο για τη λειτουργία της. Για την εταιρεία του όμως, την εναγόμενη 1, η οποία ανήκει στον ίδιο προσωπικά, είχε πάρει δάνεια και ασχολείται με λιανικό εμπόριο καλλυντικών και αρωμάτων. Η υπεύθυνη που είχε στην καφετέρια του ALTO CAFÉ ήταν η Κωνσταντίνα Νικολάου από το 1995 μέχρι και το 2008 που έκλεισε την καφετέρια. Η πιο πάνω ήταν υπάλληλος του και δεν είχαν ποτέ μεταξύ τους διαφορές. Της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη σε βαθμό που η ίδια προσλάμβανε το υπόλοιπο προσωπικό της καφετέριας, έκανε τις πληρωμές των διαφόρων λογαριασμών, επέλεγε τον εξοπλισμό και τη διακόσμηση της καφετέριας. Γενικά ήταν υπεύθυνη για όλες τις δραστηριότητες της εν λόγω καφετέριας. Η ίδια επίσης κατέθετε στον τραπεζικό του λογαριασμό τις εισπράξεις και 1 με 2 φορές την βδομάδα τον ενημέρωνε για τα θέματα που αφορούσαν την καφετέρια. Ήταν γενικά ένα έμπιστο άτομο. Εξήγησε ότι και με άλλες επιχειρήσεις του λειτουργούσε κατά τον ίδιο τρόπο ορίζοντας άτομα υπεύθυνα. Κατά καιρούς λειτούργησε διάφορες επιχειρήσεις κέντρων αναψυχής μεταξύ των οποίων και καμπαρέ και δεν ήθελε να ανακατεύει την μια επιχείρηση με την άλλη και πάντοτε τα άτομα στα οποία εμπιστευόταν τη διαχείριση αυτών των κέντρων τα εμπιστευόταν απόλυτα και ο ίδιος τύγχανε από αυτούς ενημέρωσης 1 με 2 φορές την εβδομάδα. Το 2003 λόγω προβλημάτων υγείας αποφάσισε να περιορίσει τις επιχειρήσεις του και έτσι τις έκλεισε όλες πλην μιας. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε είχε κλείσει το ALTO CAFÉ καθώς δεν συγκρατεί ημερομηνίες. Οι επισκέψεις του στο ALTO ήταν σαν επισκέπτης και έπινε εκεί τον καφέ του, αν υπήρχαν προβλήματα τα συζητούσε με την Κωνσταντίνα η οποία καθόταν στο τραπεζάκι του και τον ενημέρωνε γενικά για τη δουλειά. Οι επισκέψεις του διαρκούσαν ½ με 1 ώρα κάθε φορά. Η Κωνσταντίνα δεν πήγαινε στο ταχυδρομείο καθώς δεν είχαν αλληλογραφία για την καφετέρια. Αυτή όμως πλήρωνε τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού και του τηλεφώνου καθώς οι λογαριασμοί αυτοί πήγαιναν εκεί και τους διευθετούσε η ίδια. Την γυναίκα του η Κωνσταντίνα θα την είχε δει μία με δύο φορές και θα πρέπει να είχαν μιλήσει τότε. Η Κωνσταντίνα δεν γνώριζε για τις άλλες του επιχειρήσεις όπως και οι υπάλληλοι των άλλων επιχειρήσεων του δεν γνώριζαν την συγκεκριμένη επιχείρηση του. Αρνήθηκε υποβολή ότι είχε λάβει αυτός όσο και οι υπόλοιποι παραλήπτες τους - εναγόμενοι, τις επιστολές Τεκμήρια 6 -
- Αρνήθηκε υποβολή ότι εργαζόταν και ο ίδιος στο ALTO CAFÉ αναγνωρίζοντας όμως ότι ήταν δική του επιχείρηση. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν γνωστοποιούσε τις επιχειρήσεις του σε τρίτους ήταν ότι το καμπαρέ προκαλούσε ζημιά στις άλλες του επιχειρήσεις και έτσι προτιμούσε η κάθε μια να λειτουργεί ανεξάρτητα από την άλλη. Αρνήθηκε τέλος υποβολή ότι οφείλει το ποσό που αξιώνεται από την ενάγουσα και τους τόκους του. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο κ. Μαθηκολώνης πρόβαλε ότι η αγωγή της ενάγουσας τράπεζας θα πρέπει να απορριφθεί για τους εξής δύο βασικούς λόγους:
- Διότι η επίδικη συμφωνία και ο τρεχούμενος λογαριασμός δεν έχουν τερματιστεί σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας ή και καθ΄οιονδήποτε τρόπο, και
- ότι ουδεμία ειδοποίηση δόθηκε στους εναγόμενους 2 και 4 για να πληρώσουν έτσι ώστε να δημιουργηθεί υποχρέωση τους προς τούτο με βάση τους όρους της συμφωνίας εγγύησης. Διέκρινε τη διαφορά μεταξύ της φράσης ¨άνευ προειδοποιήσεως¨ και τη λέξης ¨ειδοποίησης¨ την οποία θα έπρεπε να τύχουν οι εναγόμενοι περί του τερματισμού του λογαριασμού. Εισηγήθηκε ότι εν όψει των προνοιών των εγγράφων που υπέγραψαν οι διάδικοι και από ότι φάνηκε από τη δοθείσα μαρτυρία η ενάγουσα ουδέποτε τερμάτισε τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού εφόσον η επιστολή τερματισμού αποστάληκε σε άλλη - διαφορετική από την διεύθυνση, την οποία ποτέ η εναγόμενη 1 δεν την είχε δώσει στην ενάγουσα. Επομένως δεν έχει δημιουργηθεί υποχρέωση πληρωμής εκ μέρους των εναγομένων. Προς υποστήριξη των πιο πάνω εισηγήσεων έγινε παραπομπή σε άλλες πρωτόδικες αποφάσεις όπου πραγματεύτηκαν το ίδιο θέμα. Η εισήγηση του κ. Κουκούνη στη δική του, επίσης εμπεριστατωμένη αγόρευση, ήταν διαμετρικά αντίθετη. Αναφέρθηκε με τη σειρά του εκτεταμένα στη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά της ενάγουσας για το ζήτημα της αποστολής και ταχυδρόμησης των επιστολών τερματισμού και των άλλων ειδοποιήσεων είτε με συστημένο είτε με σύνηθες ταχυδρομείο εκ μέρους της ενάγουσας προς τους εναγόμενους οι οποίες δεν επιστράφηκαν πίσω. Η μαρτυρία κατέδειξε επίσης και τον λόγο για τον οποίο η ενάγουσα έστελνε στη συγκεκριμένη διεύθυνση αυτές τις επιστολές που ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση του εναγόμενου 2 ο οποίος ήταν διευθυντής της εναγόμενης 1 και σύζυγος της εναγόμενης
- Για τους λόγους αυτούς και εφόσον δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας της η απαίτηση και αξιώσεις των εναγόντων κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την μαρτυρία του εναγόμενου 2 και τις αιτιάσεις που προβάλλει η πλευρά των εναγομένων και να εκδώσει απόφαση και διατάγματα υπέρ της ενάγουσας όπως αξιώνονται στην έκθεση απαιτήσεως της. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω, κατά την παράθεση των δικογραφημένων ισχυρισμών η υπεράσπιση όπως προβλήθηκε και προωθήθηκε εστιάζεται σε δύο βασικές θέσεις, τις καταγράφω αυτολεξεί, όπως αυτές συνοψίστηκαν κατά την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας: (α) ότι η συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό, ημερομηνίας 12.06.1997, και ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός δεν τερματίστηκαν σύμφωνα με τους όρους της ρηθείσας συμφωνίας - Τεκμήριο 2 ή /και καθ΄οιονδήποτε τρόπο ¨αφού η επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 6.04.2004 αποστάληκε στη διεύθυνση Γρηγόρη Αυξεντίου ALTO CAFÉ 6023 Λάρνακα, ενώ η διεύθυνση της εναγόμενης 1 Εταιρείας στα τεκμήρια 1,2,3 και 4 αναφέρεται και είναι η Λόρδου Βύρωνος 68 στη Λάρνακα¨. Επίσης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν υπήρξε μαρτυρία ότι η εναγόμενη 1 είχε ως τελευταία γνωστή της διεύθυνση τη διεύθυνση στη Γρηγόρη Αυξεντίου ALTO CAFÉ και ισχυρίζονται ότι η επιστολή τερματισμού επιβαλλόταν να δοθεί με σύνηθες ταχυδρομείο και όχι ασφαλισμένη, και (β) ότι ουδεμία ειδοποίηση δόθηκε στους εναγόμενους 2 και 3 για να πληρώσουν έτσι ώστε να δημιουργηθεί υποχρέωση τους προς τούτο με βάση τους όρους της συμφωνίας εγγύησης Τεκμήριο 3, μια και η επιστολή απαίτησης προς τους εναγόμενους 2 και 3 δεν αποστάληκε στη διεύθυνση που αναγράφεται στο Τεκμήριο
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες της ενάγουσας και τον εναγόμενο 2 να καταθέτουν στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παραπέμπω επίσης στα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στη πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Παναγιώτη Πολυβίου, Πολ. Έφεση αρ. 99/2007 με ημερ. 9.04.2009 στις σελ. 7 -
- Θα έχω επομένως υπόψη, μεταξύ άλλων, και τις πιο πάνω αρχές όπως αναδύονται από τη νομολογία μας σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης μιας μαρτυρίας. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω και την σύγκριση και αντιπαραβολή μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής. Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν την μαρτυρία και έδωσαν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Κρίνω ότι οι μάρτυρες για την ενάγουσα (Μ.Ε. 1 - 4) ήταν ειλικρινείς και κατέθεσαν με σαφήνεια και εμπεριστατωμένα σε σχέση με το ζήτημα του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, την αποστολή των σχετικών ειδοποιήσεων και το υπόλοιπο του λογαριασμού της εναγομένης 1 απαλλαγμένου από οποιονδήποτε ανατοκισμό. Για την διαφορά που υπάρχει στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 με αυτή της Μ.Ε. 4 σε σχέση με τον ανατοκισμό δέχομαι αυτά τα οποία ανέφερε η Μ.Ε. 4 ως πλέον ειδικής, η οποία εξάλλου είχε ετοιμάσει και τον λογαριασμό (Τεκμήριο 18) τον οποίο και ανέλυσε και εξήγησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση δεν μειώνεται καθόλου η αξία της μαρτυρίας του Μ.Ε. 1 επί όλων των υπολοίπων θεμάτων και ειδικότερα για το ζήτημα της αποστολής των επιστολών Τεκμηρών 6 -
- Όσα ανέφεραν οι μάρτυρες για την ενάγουσα τα τεκμηρίωσαν με έγγραφα και συνιστούν τη θέση της ενάγουσας επί της οποίας εδράζονται οι αξιώσεις της. Η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας της ούτε και υποβλήθηκε στους μάρτυρες που αναφέρθηκαν στις πιο πάνω επιστολές (Τεκμήρια 6 - 17) ή στα Τεκμήρια 19 - 22 ότι δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια ή ότι δεν ενήργησαν όπως αυτοί ανέφεραν. Όλα τα έγγραφα που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας και το περιεχόμενος τους παρέμειναν αναντίλεκτα. Ούτε και αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Ε. 1 ότι έβλεπε τον εναγόμενο 2 να συχνάζει στο ALTO CAFÉ τουναντίον το επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο εναγόμενος
- Ούτε η αποστολή των επιστολών (Τεκμήρια 10 - 17) από τον Μ.Ε. 2 αμφισβητήθηκε καθ΄οιονδήποτε τρόπο. Γι΄αυτό και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή επί της οποίας κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ για να εξαγάγω τα ορθά, αληθινά και πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση. Οφείλω να πω ότι η μαρτυρία του εναγόμενου 2 (Μ.Υ1) επί του ουσιώδους θέματος επί του οποίου επικεντρώθηκε και ήταν η παραλαβή ή όχι των επιστολών Τεκμηρίων 6,7,9,10,11,13,14,15 και 17 δεν μπορεί να γίνει πιστευτή για τους ακόλουθους λόγους:
- Ο μάρτυρας προσπάθησε να δείξει χωρίς να είναι πειστικός ότι δεν είχε μεγάλη επαφή με την καφετέρια ALTO CAFÉ της οποίας όμως παραδέχθηκε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης κατά τον χρόνο που ενδιαφέρει και παρόλο ότι παραδέχθηκε ότι 1 με 2 φορές την εβδομάδα σύχναζε εκεί. Έστω και αν υποθέσουμε ότι τόση ήταν πράγματι η επαφή του με τον εν λόγω χώρο, κατά την άποψη μου ήταν αρκετή, για να είχε ενημερωθεί για την ύπαρξη αυτών των επιστολών. Η Κωνσταντίνα που διεύθυνε το μέρος του έδιδε συνεχή λογαριασμό, έχαιρε της απόλυτης εμπιστοσύνης του και είναι παράδοξο να μη του είχε δώσει επιστολές που είχαν σταλεί εκεί μέσω του ταχυδρομείου και απευθύνονταν στον ίδιο, σε μια από τις εταιρείες του και στη σύζυγο του.
- Οι επιστολές αυτές δεν επιστράφηκαν πίσω στο αποστολέα τους ούτε οι πρώτες, Τεκμήρια 6,7 και 9 που στάλθηκαν με σύνηθες ταχυδρομείο ούτε και οι άλλες που ακολούθησαν και οι οποίες στάλθηκαν συστημένες και σίγουρα το ταχυδρομείο όπως είναι κοινά γνωστό δεν θα τις παρέδιδε παρά μόνο στους παραλήπτες τους και έναντι της υπογραφής τους ή σε εξουσιοδοτημένα τους πρόσωπα.
- Είναι παράδοξο να επικαλείται άγνοια αυτών των επιστολών όταν δεν αμφισβητήθηκε η αποστολή σε τρεις περιπτώσεις στη διεύθυνση της εναγόμενης 3 η οποία ασφαλώς και θα τον είχε ενημερώσει γι΄αυτές.
- Οι λογαριασμοί του ALTO CAFÉ για τη παροχή διαφόρων υπηρεσιών όπως της Α.Η.Κ., της Α.ΤΗ.Κ, του Σ.Υ.Λ., όπως ανέφερε ο εναγόμενος 2, αποστέλλονταν στην καφετέρια, άρα υπήρχε αλληλογραφία εκεί, σε αντίθεση με όσα ανέφερε ότι δεν υπήρχε, πληρώνονταν οι λογαριασμοί από την ίδια κοπέλα που το διεύθυνε και ενημερωνόταν σχετικά από αυτή, προκύπτει επομένως το ερώτημα πως γι΄αυτούς τους λογαριασμούς λάμβανε γνώση και ενημερωνόταν και όμως για προσωπικές του επιστολές να μη τον είχε ενημερώσει;
- Ανέφερε ότι πήγαινε στη καφετέρια ως πελάτης για να πιεί τον καφέ του, εκεί στο τραπέζι που καθόταν ενημερωνόταν και από την Κωνσταντίνα για τα θέματα της καφετέριας. Ήταν φανερή κατά την άποψη μου η προσπάθεια του να μειώσει τη σημασία της παρουσίας του στην κεφετέρια για ευνόητους λόγους. Δεν αρνήθηκε όμως ότι η υπεύθυνη της κεφετέριας καθόταν μαζί του και τον ενημέρωνε για τα ζητήματα της καφετέριας και ασφαλώς για όσα άλλα τον ενδιέφεραν. Για τους πιο πάνω λόγους θα απορρίψω τη θέση του και την μαρτυρία του ότι τάχα δεν παρέλαβε ο ίδιος και οι εναγόμενοι 1 και 4 τις πιο πάνω επιστολές οι οποίες στάλθηκαν σύμφωνα με τα λεγόμενα του Μ.Ε.1 αλλά και των Μ.Ε. 2 και 3 κατά τον τρόπο που περιέγραψαν. Σημειώνω ότι ο Μ.Ε. 1 ήταν ο υπεύθυνος τραπεζικός υπάλληλος που ήλεγχε τους λογαριασμούς της εναγόμενης 1, έβλεπε τον εναγόμενο 2, διευθυντή της εναγόμενης 1 και σύζυγο της εναγόμενης 4 με την οποία κατά τον επίδικο χρόνο συζούσε, να συχνάζει την επιχείρηση του, την κεφετέρια με το όνομα ALTO CAFÉ η οποία βρισκόταν δίπλα από το κατάστημα της τράπεζας. Ο εναγόμενος 2 παραδέχθηκε ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην υπεύθυνη της καφετέριας την Κωνσταντίνα η οποία τον ενημέρωνε για τα ζητήματα της καφετέριας 1 με 2 φορές την εβδομάδα όταν επισκεπτόταν το χώρο. Είναι λοιπόν μέσα στα πλαίσια της λογικής ότι θα τον ενημέρωσε και για τις επιστολές που αποστέλλονταν εκεί είτε με σύνηθες ταχυδρομείο είτε με συστημένο και θα του τις παρέδωσε εφόσον δεν επιστράφηκαν πίσω στον αποστολέα τους (βλ. για αναγνώριση από τη νομολογία μας των κανόνων της λογικής την Κυριάκου v. Γρίβα
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. σελ 825). Περαιτέρω το γεγονός ότι στις επιστολές αυτές αναγραφόταν μια διεύθυνση με την οποία είχε άμεση σχέση ο εναγόμενος 2, ότι αυτές αποστάληκαν και δεν επιστράφηκαν, σύμφωνα με τη δοθείσα μαρτυρία που αποδέχθηκα, υποδηλώνει κατά την άποψη μου ότι είχαν παραληφθεί από τους παραλήπτες τους και ανάλογο είναι και το εύρημα μου (βλ. σχετικά το σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, Vol. 17 (4η έκδοση) στην παράγραφο 35, Watts v. Vickers, Lim,
(1917)86 L.J. K.B. 177), Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9,18). Είναι φανερό ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται από εκείνα της πρωτόδικης απόφασης* στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εφόσον στη παρούσα υπόθεση έχει αποδειχθεί τόσο με προφορική μαρτυρία όσο και με την έγγραφη που παρουσιάστηκε, η αποστολή και απόδοση της ειδοποίησης στη τελευταία γνωστή διεύθυνση του εναγόμενου 2 και διευθυντή της εναγόμενης 1, επομένως εκείνο το οποίο επέβαλλε ο όρος 9 του εγγράφου εγγυήσεως (Τεκμήριο 3) έχει εκπληρωθεί σύμφωνα με τη δοθείσα μαρτυρία με την κατάλληλη απόδοση της ειδοποίησης. Σημειώνω ότι δεν είχε υποβληθεί σε κανένα από τους μάρτυρες της ενάγουσας διαφορετική θέση, ούτε και αμφισβητήθηκε ο λογαριασμός που παρουσιάστηκε ή ότι η απαίτηση δεν ανταποκρίνεται σ΄αυτά τα οποία αξιώνει η ενάγουσα με την έκθεση απαιτήσεως της περιλαμβανομένου και του τόκου. Κρίνω ότι η μαρτυρία που δόθηκε επί αυτών των ζητημάτων παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ: Στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1465 στην οποία με παρέπεμψαν και οι δύο πλευρές λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Θεώρηση του κειμένου του όρου 3 της «συμφωνίας μεταξύ εφεσειόντων και πρωτοφειλέτη αποκαλύπτει ότι το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή *UNIVERCAL BANK LTD v.
- Αντώνης Κόμπος κ.ά. Ε.Δ. Λάρνακας, Αρ. Αγ. 239/2003 με ημερομηνία 25.09.2006 του κ. Κώστα Κληρίδη, Προέδρου όπως ήταν τότε. επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Στην προκείμενη περίπτωση το ανυπέρβλητο κώλυμα στη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης των εφεσειόντων είναι η απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για τον τερματισμό του λογαριασμού, της ενέργειας η οποία σύμφωνα με τη σύμβαση των μερών προσέδιδε συγκεκριμένη μορφή στο χρέος και το καθιστούσε απαιτητό. Μπορεί να προβληθεί η θέση ότι η αξίωση αποπληρωμής του χρέους εξυπακούει και τον τερματισμό του λογαριασμού και όπως στην περίπτωση δανείου για προκαθορισμένο ποσό πληρωτέου "on demand" - "σε πρώτη ζήτηση" μπορεί να ανακτηθεί άνευ ετέρου με αγωγή στο Δικαστήριο. Το θέμα δεν συζητήθηκε ούτε έγιναν εισηγήσεις επί του προκειμένου. Εν τούτοις μας φαίνεται ότι οι δύο μορφές απαιτήσεων διακρίνονται. Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Η απουσία μαρτυρίας επί του προκειμένου έχει καταλυτικές συνέπειες για την αξίωση των εφεσειόντων¨. Στη παράγραφο 3 της ίδιας πιο πάνω συμφωνίας τίθεται ο ακόλουθος όρος: ¨Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή άλλας Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζητήση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνας¨. Στη παράγραφο 5 της έγγραφης συμφωνίας (Τεκμήριο 2) τίθεται ο ακόλουθος όρος: ¨Ευθύς ως τα ρηθέντα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλαι Τραπεζικαί ή πιστωτικαί διευκολύνσεις καταστώσιν απαιτηταί δι΄οιανδήποτε αιτίαν, θα εξοφλώνται, του πελάτου οφείλοντος να πληρώση αμέσως παν ποσόν οφειλόμενον προς την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων, παράλειψις δε του πελάτου όπως πράξη τούτο αμέσως θα συνεπάγηται χρέωσιν του με τόκον προς 9% ετησίως από της ημερομηνίας ταύτης και η Τράπεζα θα έχη το δικαίωμα να απαιτήση δικαστικώς την πληρωμήν του χρέους πλέον Δικαστικών και άλλων εξόδων οιουδήποτε είδους, μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως¨. Στη παράγραφο 13 της ίδιας πιο πάνω συμφωνίας τίθεται ο ακόλουθος όρος: ¨Πάσα ειδοποίησις βάσει του παρόντος εγγράφου δύναται να δοθή εις τον πελάτην, διά συνήθους ταχυδρομείου ή ιδιοχείρως, εις την εν τη παρούση δηλουμένην διεύθυνσιν ή εις οιανδήποτε νέαν διεύθυνσιν ήθελε δώσει ο πελάτης προς την Τράπεζαν, ή εις την τελευταίαν γνωστήν του διεύθυνσιν¨ (η υπογράμμιση δική μου). Στη παράγραφο 9 της έγγραφης εγγύησης (Τεκμήριο 3) τίθεται ο ακόλουθος όρος: ¨Γραπτή ζήτησις βάσει της παρούσης θα θεωρείται ότι εγένετο καταλλήλως παρ΄εμού ή των διαχειριστών της περιουσίας μου εάν δοθή δι΄επιστολής σταλείσης δια συνήθους ταχυδρομείου εις την διεύθυνσιν την αναφερομένην κατωτέρω και θα έχη πλήρη ισχύν παρά την τυχόν αλλαγήν διευθύνσεως μου και κοινοποίησιν της τοιαύτης αλλαγής προς την Τράπεζαν, και τοιαύτη ζήτησις θα θεωρείται ότι ελήφθη παρ΄εμού ή των διαχειριστών της περιουσίας μου 24 ώρας μετά την ταχυδρόμησιν της, και θα είναι ισχυρά εάν υπογραφή υπό οιουδήποτε υπαλλήλου της Τραπέζης και προς απόδειξιν της ταχυδρομήσεως θα είναι αρκετόν να αποδειχθή η ρήψις του φακέλου του περιέχοντος την ζήτησιν εις το ταχυδρομείον νοουμένου ότι ο φάκελος έφερεν την ορθήν διεύθυνσιν¨. Στη παράγραφο 20 του ίδιου πιο πάνω εγγράφου τίθεται ο ακόλουθος όρος: ¨Εάν το παρόν υπογραφή υπό πλείονος του ενός εγγυητού, θα ερμηνεύεται εις τον πληθυντικό και όλαι αι υποχρεώσεις και αι ευθύναι των τοιούτων προσώπων βάσει της παρούσας εγγυήσεως θα είναι αλληλέγγυοι και προσωπικαί και ειδοποίησις εις έναν εξ αυτών θα θεωρείται ειδοποίησις εις όλους εξ αυτών. Εις τοιαύτην περίπτωσιν εάν υπάρχη οιαδήποτε αδυναμία εξ οιουδήποτε λόγου εν σχέσει με την ευθύνην ενός ή περισσοτέρων εγγυητών, η ευθύνη των λοιπών ή λοιπού εγγυητού ουδόλως θα επηρεάζηται¨. Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, των όρων των επίδικων συμφωνιών και της δοθείσας μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα σε σχέση με το νομότυπο του τερματισμού της συμφωνίας και την ειδοποίηση για την απαίτηση και εξόφληση του οφειλόμενου ποσού εκ μέρους των εναγομένων:
- Η ενάγουσα είχε την ευχέρεια να τερματίσει τον λογαριασμό που τηρούσε με την εναγόμενη 1 ακόμα και χωρίς προειδοποίηση. Το έκαμε στις 6.04.2004 και προς τούτο απέστειλε αυθημερόν σχετική ειδοποίηση με την οποία ενημέρωνε τους εναγόμενους για τον τερματισμό της συμφωνίας (Τεκμήρια 6 - 9). Χωρίς υποχρέωση φαίνεται από το λεκτικό της πιο πάνω επιστολής ότι είχε δώσει σχετική προειδοποίηση και με προγενέστερη επιστολή της με ημερομηνία 16.01.2004 η οποία φαίνεται ότι αγνοήθηκε. Επομένως λόγω της παράβασης των όρων της συμφωνίας με τις υπερβάσεις που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός και τη μη πληρωμή των καθυστερήσεων η ενάγουσα κατέστησε το υπόλοιπο του λογαριασμού της εναγόμενης 1 απαιτητό.
- Η ενάγουσα είχε την ευχέρεια σύμφωνα με ρητό όρο της έγγραφης συμφωνίας να αποστείλει διά συνήθους ταχυδρομείου επιστολή με την οποία κοινοποιούσε τον τερματισμό της συμφωνίας στη τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγομένων και τέτοια διεύθυνση όπως εξήγησε ο Μ.Ε.1 ήταν το ALTO CAFÉ που ήταν καφετέρια ιδιοκτησίας του εναγόμενου 2, διευθυντή της εναγόμενης 1 και συζύγου της εναγόμενης 4, στην οποία σύχναζε συχνά ο εναγόμενος 2 όπου ο ίδιος τον έβλεπε. Τέτοια ειδοποίηση στάλθηκε με τα Τεκμήρια 6 - 9 τόσο στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία όσο και στους εγγυητές της και στην ενυπόθηκο οφειλέτη. Με αυτά τα δεδομένα δεν βρίσκω ότι η ενάγουσα ενήργησε παραβαίνοντας οποιονδήποτε ρητό όρο της συμφωνίας της με την εναγόμενη 1 ή του εγγράφου εγγυήσεως ή της σύμβασης υποθήκης αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες και όρους αυτών των συμφωνιών που είχε υπογράψει μαζί τους αποστέλλοντας την επιστολή τερματισμού της συμφωνίας στη τελευταία γνωστή διεύθυνση τους.
- Η μαρτυρία έχει καταδείξει την αποστολή της ειδοποίησης τερματισμού μέσω απλού ταχυδρομείου όπως ήταν η σχετική πρόνοια στην έγγραφη συμφωνία και στη συνέχεια σε δύο περιπτώσεις ότι απέστειλαν ενημερωτικές επιστολές προς τους εναγόμενους για τον τερματισμό της συμφωνίας που προηγήθηκε και τη προειδοποίηση για τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους. Το γεγονός ότι οι μεταγενέστερες ειδοποιήσεις στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο αντί με σύνηθες, δεν βλέπω ότι συνιστά μεμπτή ενέργεια εκ μέρους της ενάγουσας. Τουναντίον, ο τρόπος που ενήργησε η ενάγουσα παρείχε περισσότερα εχέγγυα για την ενημέρωση των ενδιαφερομένων, κάτι που τους ενδιέφερε, για τις προθέσεις της ενάγουσας και επομένως δεν μπορεί να προσμετρά εναντίον της.
- Η αποστολή στην εναγόμενη 3 των προαναφερθέντων επιστολών στην διεύθυνση που είχε δώσει στην ενάγουσα η οποία αναγράφεται στο έγγραφο εγγυήσεως και η οποία δεν αμφισβητήθηκε καθ΄οιονδήποτε τρόπο, κρίνω ότι καλύπτει επιπρόσθετα και το ζήτημα της αποστολής της επιστολής τερματισμού αλλά και των μεταγενέστερων και σε σχέση με τον εναγόμενο 2 σύμφωνα με τον όρο 20 του εγγράφου εγγυήσεως. Περαιτέρω, σε σχέση με την γένεση της υποχρέωσης του εναγόμενου 2 ως εγγυητού παραπέμπω στην ίδια πιο πάνω υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σε παραπομπή στην υπόθεση Savvides v. Christofides
(1978)1 C.L.R. σελ. 303: ¨Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους, καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή για να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους¨. 5. Σε σχέση με την εναγόμενη 4 και την ενυπόθηκη εγγύηση της δεν υπάρχει οποιοσδήποτε όρος είτε στη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου είτε στο Έγγραφο Υποθήκης με ημερομηνία 13.06.1997 με το οποίο να υποχρεωνόταν η ενάγουσα σε οποιανδήποτε κοινοποίηση σε αυτή του τερματισμού της συμφωνίας της με την πρωτοφειλέτιδα. Οι πρόνοιες για την έκπτωση υπέρ του ενυπόθηκου δανειστή της υποθήκης διέπονται από το έγγραφο υποθήκης (Τεκμήριο 4) παρ. 5 και στη προκείμενη περίπτωση αυτή εξέπεσε προς όφελος της ενάγουσας εφόσον η εναγόμενη 1 υπέρ της οποίας συστήθηκε δεν τήρησε τους συμφωνηθέντες όρους της μεταξύ της και της ενάγουσας συμφωνίας και το ενυπόθηκο χρέος κατέστη πληρωτέο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους βρίσκω ότι η ενάγουσα απέδειξε τις αξιώσεις της εναντίον όλων των εναγομένων και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1,2 και 3 αλληλεγγύως και/ ή κεχωρισμένως ως το Α (1 και 2) του αιτητικού της έκθεσης απαιτήσεως και εναντίον της εναγόμενης 4 διάταγμα όπως το Β του αιτητικού διαμορφωμένου ώστε να καλύπτει ποσό μέχρι Λ.Κ.15.000,00 (αντίστοιχο σε €25.629,02σ.) πλέον τους τόκους και έξοδα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογραφή)............................................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο