ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. Γρηγορίου Γρηγόρης άλλως Ιωάννου Γ. Γρηγόρης κ.α., Αρ. Αγωγής: 2386/2006, 30.04.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2386/2006 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΚΑΡΙΝΟΥ, από τη Σκαρίνου Εναγόντων -και-
- Γρηγορίου Γρηγόρης, άλλως Ιωάννου Γ. Γρηγόρης
- Γρηγορίου Γιάννος
- Γρηγορίου Νίκος
- Γρηγορίου Δημήτρης
- Γρηγορίου Μαρία
- Νίρου Αρτεμης Εναγομένων Kαι ως τροποποιήθηκε ο τίτλος της αγωγής δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 16-11-07 Αρ. Αγωγής: 2386/2006 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, εξ Αγγλισίδων Εναγόντων -και-
- Γρηγορίου Γρηγόρης, άλλως Ιωάννου Γ. Γρηγόρης
- Γρηγορίου Γιάννος
- Γρηγορίου Νίκος
- Γρηγορίου Δημήτρης
- Γρηγορίου Μαρία
- Νίρου Αρτεμης Εναγομένων Ημερομηνία: 30.04.
- Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: Ο κ. Μ. Δειλινός. Για εναγόμενο: Ο κ. Α. Ποιητής. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος 3, από τώρα και στο εξής καλούμενος ο εναγόμενος, τελικώς παρέμεινε μόνος να υπερασπιστεί την παρούσα αγωγή. Εναντίον των άλλων πέντε εναγομένων έχει ήδη εκδοθεί απόφαση. Σε σχέση με τους πρώτους δύο που ήσαν και οι πρωτοφειλέτες, εκδόθηκε απόφαση στις 11.10.2006 για ποσό £70.511.82 με τόκο προς 8.5% ετησίως από την 1.1.
- Εναντίον των άλλων τριών που ήσαν εγγυητές, όπως και ο εναγόμενος, εκδόθηκε απόφαση στις 16.11.2007 για ποσό £14.000 με τόκο επίσης προς 8.5% ετησίως από τις 30.11.
- Οι ενάγοντες είναι Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία. Στις 7.2.2007 και στα πλαίσια συγχώνευσης η οποία έλαβε χώρα διαδέχθηκε τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Σκαρίνου αναλαμβάνοντας και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της. Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης οι δύο Σ.Π.Ε. θα καλούνται από κοινού ως οι ενάγοντες. Βέβαια, να σημειωθεί ότι οι πρώτοι δύο εναγόμενοι, οι πρωτοφειλέτες, είναι με την τελευταία που είχαν συνάψει στις 30.11.2001 την επίδικη συμφωνία για παροχή προς αυτούς δανείου ή και πιστωτικών διευκολύνσεων, με την εγγύηση των άλλων τεσσάρων εναγομένων. Μετά την προαναφερθείσα συμφωνία οι ενάγοντες συνήψαν με τους πρωτοφειλέτες ακόμα δύο συμφωνίες παρομοίας φύσεως, την μια στις 1.8.2003 και την άλλη στις 5.12.
- Η κάθε μια από τις συμφωνίες αυτές προέβλεπε για διαφορετικό ποσό, όμως έληγαν και οι τρεις, περιλαμβανομένης και της αρχικής, στις 30.11.
- Είναι και οι δύο τελευταίες συμφωνίες σχετικές με τα επίδικα θέματα, κατά κάποιο τρόπο, ανκαι ο εναγόμενος δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος σ΄ αυτές. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως αρχικά η αξίωση των εναγόντων εναντίον όλων των εναγομένων ήταν για το μεγαλύτερο από τα δύο ποσά που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Αυτό αντιπροσώπευε το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε την 1.9.2006 ο τρεχούμενος λογαριασμός των πρωτοφειλετών με αριθμό 400114-
- Είναι ο λογαριασμός μέσω του οποίου λειτουργούσαν οι τρεις προαναφερθείσες συμφωνίες. Ο λόγος που συνέβαινε αυτό είναι επειδή οι ενάγοντες θεωρούσαν πως οι δύο μεταγενέστερες συμφωνίες επενήργησαν προς επέκταση του ορίου πίστωσης που προέβλεπε η αρχική συμφωνία ημερομηνίας 30.1.
- Όμως, η θέση αυτή δεν είναι ορθή. Από την ανάγνωση των ιδίων των συμφωνιών, τεκμήρια 2, 4 και 6, αντίστοιχα, προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται για τρεις εντελώς ξεχωριστές μεταξύ τους συμφωνίες. Περαιτέρω, οι εγγυητές στην πρώτη συμφωνία δεν παρείχαν οποιαδήποτε εγγύηση σε σχέση με τις άλλες δύο. Όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη σ΄ αυτές. Αυτό εξηγεί και το γεγονός που η απόφαση εναντίον των άλλων τριών εναγομένων, εγγυητών, περιορίστηκε στο ποσό των £14.000 που ήταν το όριο πίστωσης που προέβλεπε η πρώτη συμφωνία την οποία τόσο αυτοί όσο και ο εναγόμενος είχαν εγγυηθεί. Για τον ίδιο λόγο ο συνήγορος των εναγόντων, κατά την αγόρευση του, περιόρισε την αξίωση εναντίον του εναγομένου στο ίδιο προαναφερθέν ποσό, με τόκο προς 8.5% ετησίως από την 30.11.
- Η πιο πάνω μείωση στην αξίωση των εναγόντων δεν έχει επηρεάσει ποσώς τη θέση του εναγομένου ο οποίος εμμένει στην αρχική υπεράσπιση του. Αυτή είναι ότι η παροχή περαιτέρω πίστωσης στους πρωτοφειλέτες, μάλιστα κατά πολύ πέραν του ορίου που προέβλεπε η αρχική συμφωνία, τροποποίησε τη θέση του ως εγγυητή επί τα χείρω. Γεγονός, όπως ισχυρίζεται περαιτέρω, που έχει χειροτερεύσει τη δυνατότητα του για πληρωμή. Ως εκ τούτου έχει, όπως το θέτει, απαλλαγεί πλήρως της ευθύνης για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού, ακόμα και αυτού που προέβλεπε η αρχική συμφωνία στην οποία είναι εγγυητής. Ό,τι αναφέρεται πιο πάνω, αλλά και στη συνέχεια, υπό μορφή γεγονότων αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των αντιδίκων μερών. Είναι γεγονότα τα οποία έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου και έτυχαν της έγκρισης του δικαστηρίου. Σ΄ αυτά περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το γεγονός του έγκυρου τερματισμού των τριών συμφωνιών και του τρεχουμένου λογαριασμού καθώς επίσης ότι το ποσό που σχετίζεται με την πρώτη συμφωνία έχει καταστεί πληρωτέο και απαιτητό. Ο εναγόμενος έχει αποδεχθεί και αυτά τα γεγονότα παρά την αρχική άρνηση του σχετικά στην υπεράσπιση. Τέλος, εκ συμφώνου κατατέθηκε και αριθμός εγγράφων τα οποία σημειώθηκαν τεκμήρια 1 έως
- Θα γίνει αναφορά μόνο σ΄ αυτά που είναι άμεσα σχετικά με την επίδικη διαφορά. Ένα τέτοιο έγγραφο είναι ασφαλώς η αρχική συμφωνία παροχής πίστωσης στους πρωτοφειλέτες ημερομηνίας 30.11.2001, τεκμήριο
- Προβλέπει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Η παρούσα συμφωνία έγινε σήμερα στις 30/11/
- Επειδή ο/η/οι ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ που στη συνέχεια θα αναφέρεται/ονται "ο οφειλέτης" όρος που περιλαμβάνει τους εκδοχείς και διαδόχους του, έχει ζητήσει από τη ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΚΑΡΙΝΟΥ που στη συνέχεια θα αναφέρεται "η Εταιρεία" δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή διαφορετικά να παρέχει άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις μέχρι ποσού Δεκατέσσερις χιλιάδες λίρες μόνο (ΛΚ14.0000) και Επειδή η Εταιρεία συμφώνησε να παραχωρήσει στον οφειλέτη το πιο πάνω δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλου είδους διευκολύνσεις. ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΜΦΩΝΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:
- Η Εταιρεία χορηγεί στον οφειλέτη δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλου είδους διευκολύνσεις μέχρι ποσού Δεκατέσσερις χιλιάδες λίρες μόνο (ΛΚ14.000) σε τρεχούμενο λογαριασμό για την περίοδο που αρχίζει από σήμερα και λήγει την 30/11/
- Οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο του αναφερόμενου λογαριασμού θα φέρει τόκο προς όφελος της Εταιρείας προς οκτώ και μισό τοις εκατό (8,5%) το χρόνο που θα χρεώνεται στον οφειλέτη ή θα καταβάλλεται από αυτόν στις 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου ή σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Εταιρεία.
- Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο στη συμφωνία αυτή, εννοείται πάντοτε ότι η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να τερματίζει την λειτουργία του λογαριασμού και/ή να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, πλέον τόκους μέχρι την ημέρα της πληρωμής, οπότε το παραπάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του, γίνεται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό.
- Μόλις το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ζητηθεί από την Εταιρεία, θα γίνεται απαιτητό και θα εξοφλείται ενώ ο οφειλέτης θα οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό που οφείλεται στην Εταιρεία, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκων, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του οφειλέτη να το πράξει αμέσως θα συνεπάγεται χρέωση του με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου ίσον προς το εκάστοτε από το Νόμο επιτρεπόμενο ανώτατο ποσοστό, από την ημέρα της ζήτησης του δανείου και η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά ή με άλλο τρόπο την πληρωμή του χρέους με επιπλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσεως μέχρι την πλήρη και τέλεια εξόφληση .» Ενσωματωμένη στο ίδιο έγγραφο είναι και η εγγύηση την οποία ο εναγόμενος παραχώρησε στους ενάγοντες από κοινού με τους άλλους τρεις εγγυητές. Αυτή προβλέπει τα εξής: «Εγγυόμαστε αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά και/ή διαζευκτικά με τη λειτουργία του λογαριασμού την ακριβή εκτέλεση των πιο πάνω όρων μέχρι την πλήρη εξόφληση. Οποιαδήποτε καθυστέρηση ή παράταση ή αναστολή πληρωμής μέρους ή ολόκληρου του χρέους δεν μας απαλλάσσει από την ευθύνη της εγγύησης έστω και εάν η Εταιρεία (Σ.Π.Ε. Σκαρίνου) δεν μας ενημέρωσε προηγουμένως.» Οι μεταγενέστερες «συμβάσεις πιστώσεως», όπως τιτλοφορούνται οι εν λόγω δύο συμφωνίες, τεκμήρια 4 και 6, αντίστοιχα, περιέχουν παρόμοιους όρους. Διαφέρει μόνο το ποσό της παραχωρηθείσας πίστωσης. Στη μεν πρώτη, ημερομηνίας 1.8.2003, ήταν μέχρι ποσού £8.000, στη δε δεύτερη, ημερομηνίας 5.12.2003, ήταν μέχρι ποσού £4.
- Και, όπως είναι κοινώς αποδεκτό ο εναγόμενος και οι άλλοι τρεις συνεγγυητές του στην πρώτη συμφωνία, δεν παρείχαν οποιαδήποτε εγγύηση σε σχέση με αυτές τις δύο. Με τη σύναψη της πρώτης συμφωνίας ημερομηνίας 30.11.2001 η οποία προέβλεπε για την παραχώρηση δανείου ή και πιστωτικών διευκολύνσεων στους πρωτοφειλέτες μέχρι ποσού £14.000 μόνο, για την περίοδο μέχρι 30.11.2006, οι ενάγοντες άνοιξαν τον τρεχούμενο λογαριασμό 4000114-
- Στην πορεία οι πρωτοφειλέτες διενεργούσαν αναλήψεις και καταθέσεις σε σχέση με αυτόν, όπως συνεπάγεται από τη φύση του. Ακολούθως, όταν εσυνάπτετο κάθε μια από τις μεταγενέστερες συμφωνίες αυξάνετο το όριο πίστωσης του προαναφερθέντος λογαριασμού αναλόγως, δοθέντος του ποσού της πίστωσης που αυτή προέβλεπε. Και έτσι συνέχιζε με τον ίδιο τρόπο η λειτουργία του ως κοινού τρεχούμενου λογαριασμού και για τις τρεις συμφωνίες, ουσιαστικά για την παραχώρηση πίστωσης στους πρωτοφειλέτες μέχρι του ορίου που προέβλεπαν και οι τρεις μαζί. Κάτι που θα πρέπει επίσης να αναφερθεί στο σημείο αυτό είναι ότι για κάθε μια από τις δύο μεταγενέστερες συμφωνίες, οι πρωτοφειλέτες παραχώρησαν κάποια ασφάλεια. Στην περίπτωση της συμφωνίας της 1.8.2003 ο πρωτοφειλέτης Γρηγόρης Ιωάννου αποδέχτηκε τη δέσμευση προς όφελος των εναγόντων κατάθεσης του υπό μορφή γραμματίου για ποσό £10.
- Ενώ σε σχέση με τη συμφωνία της 5.12.2003 ο ίδιος πρωτοφειλέτης αποδέχθηκε τη δέσμευση άλλης κατάθεσης του πάλιν υπό μορφή γραμματίου, για ποσό £6.
- Η λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού όπως άρχισε συνεχίστηκε με αναλήψεις και καταθέσεις τις οποίες διενεργούσαν συστηματικά σε σχέση με αυτόν οι πρωτοφειλέτες. Πιο συχνές ήσαν οι αναλήψεις. Σαν αποτέλεσμα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα από τη σύναψη της πρώτης συμφωνίας, στις 30.11.2001, το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού είχε υπερβεί ελαφρώς το όριο των £14.
- Αυτό φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 9, και συγκεκριμένα στην ημερομηνία 23.1.
- Είχε φτάσει στις £15.946,49, ανκαι στη συνέχεια λόγω και των καταθέσεων που γίνονταν στο λογαριασμό το χρεωστικό υπόλοιπο κατά καιρούς περιορίζετο κάτω του προαναφερθέντος ορίου. Αυτό συνέβαινε καθ΄όλη τη διάρκεια του 2002 ενώ συνέβηκε και σε τρεις περιπτώσεις μέσα στον Ιανουάριο του
- Μετά και τις περιπτώσεις αυτές το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού αυξήθηκε κατακόρυφα. Αναφέρω ενδεικτικά ότι στο τέλος του προαναφερθέντος μηνός παρουσίαζε υπόλοιπο £29.504,36 και συνέχισε να αυξάνεται μήνα με το μήνα. Επειδή συγχρόνως γίνονταν και καταθέσεις, κάποιες φορές σημαντικών ποσών, συνέχισε η αυξομείωση του υπολοίπου του λογαριασμού ο οποίος όμως παρέμενε πάντοτε χρεωστικός και κατά πολύ πέραν του συμφωνηθέντος ορίου. Μέσα στο 2003 και κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους αυτού ξεπερνούσε και το όριο των £26.000 που είχε παραχωρηθεί στους πρωτοφειλέτες με τις δύο μεταγενέστερες συμφωνίες, τεκμήρια 4 και
- Όμως, τελικώς η πίστωση που είχε παραχωρηθεί από τους ενάγοντες στους πρωτοφειλέτες κατά τα έτη 2004, 2005 και 2006 ξεπέρασε κατά πολύ και το όριο αυτό. Ενδεικτικά και πάλιν αναφέρω ότι κατά τον Ιανουάριο του 2004 το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού κυμάνθηκε μεταξύ £50.000 και £60.
- Μετά και την περίοδο αυτή το χρεωστικό υπόλοιπο συνέχισε να αυξάνεται για να φτάσει την 13.3.2006 στις £70.511.82 που είναι το ποσό που αντιπροσωπεύει την αρχική αξίωση των εναγόντων εναντίον όλων των εναγομένων. Βέβαια, ο λόγος που διατηρήθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού στα πιο πάνω επίπεδα είναι διότι κατά καιρούς γίνονταν καταθέσεις σ΄ αυτόν μεγάλων ποσών. Τόσο οι αναλήψεις όσο και οι καταθέσεις φαίνονται με κάθε λεπτομέρεια στην κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο
- Επίσης, φαίνονται σ΄ αυτή και οι διάφορες άλλες χρεώσεις οι οποίες γίνονταν στον τρεχούμενο λογαριασμό με πιο σημαντικές αυτές που αφορούν τους τόκους. Ανέρχονται σε αρκετές χιλιάδες λίρες, ειδικά για τα έτη 2004, 2005 και
- Όπως φαίνεται στη σελίδα 8 της εν λόγω κατάστασης καθ΄ όλη τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού είχαν γίνει αναλήψεις από αυτόν, περιλαμβανομένων και των διαφόρων χρεώσεων, συνολικού ύψους £432.551,75 και καταθέσεις συνολικού ύψους £355.513,
- Δοθέντων των πιο πάνω γεγονότων θα πρέπει, κατ΄ αρχάς, να σημειωθεί ότι οι δύο πλευρές συμφωνούν πως η επίδικη συμφωνία εγγύησης δόθηκε μόνο σε σχέση με την αρχική συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων στους πρωτοφειλέτες ημερομηνίας 30.11.
- Κατά συνέπεια δεν επεκτείνεται στις δύο μεταγενέστερες συμφωνίες παρομοίας φύσεως. Αυτές όμως, ουσιαστικά είχαν ως αποτέλεσμα την επέκταση του ορίου πίστωσης, που είχε παραχωρηθεί στους πρωτοφειλέτες με την εν λόγω αρχική συμφωνία, στις £26.
- Είναι από αυτό το σημείο και μετά, και εξ αφορμής της επέκτασης του ορίου πίστωσης όπως καταδεικνύεται προηγουμένως, που αρχίζει η διαφωνία των μερών. Βασικά, εστιάζεται στην εφαρμογή του άρθρου 91 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, του οποίου τη βοήθεια επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές. Προβλέπει τα ακόλουθα: «Κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής» Υπενθυμίζεται ότι οι ενάγοντες, μέσω του συνηγόρου τους, περιόρισαν την απαίτηση τους, εναντίον του εναγομένου στο ποσό των £14.000,- ή το αντίστοιχο σε ευρώ, που είναι το όριο πίστωσης μέχρι του οποίου προέβλεπε η αρχική συμφωνία, πλέον τόκους προς 8.5% ετησίως από 30.11.
- Την ίδια στάση τήρησαν σε σχέση και με τους άλλους τρεις εγγυητές εναντίον των οποίων εξεδόθη ήδη απόφαση για το πιο πάνω ποσό. Θεωρώντας έτσι και οι ίδιοι ότι οι δύο μεταγενέστερες συμφωνίες αποτελούν την αιτία για τη μεταβολή της αρχικής συμφωνίας, αφού αυτές είχαν ως άμεσο αποτέλεσμα την αύξηση του αρχικά συμφωνηθέντος ορίου της πίστωσης. Στη βάση της λογικής αυτής οι ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους ως ανωτέρω, και έτσι απάλλαξαν τον εναγόμενο «από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής». Εννοώντας τις συναλλαγές που είχαν σαν αποτέλεσμα την αύξηση της πίστωσης προς τους πρωτοφειλέτες πέραν του αρχικού ορίου των £14.000, και οι οποίες κατέληξαν στο χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο αρχικά αξίωναν εναντίον όλων των εναγομένων. Η τοποθέτηση αυτή δε βρήκε σύμφωνη την πλευρά του εναγομένου. Θεωρεί ότι η μεταβολή στους όρους της αρχικής συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και των πρωτοφειλετών επηρέασε δραστικά την εγγύηση την οποία ο ίδιος είχε παραχωρήσει προς τους ενάγοντες. Αυτή δε έγκειται στην αύξηση της παραχωρηθείσας πίστωσης στους πρωτοφειλέτες πέραν του αρχικού ορίου που κάλυπτε η εγγύηση του, κατά τρόπο που κατέστησε δύσκολη ή και αδύνατη τη μείωση ή και εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου που αναλογούσε στη συμφωνία αυτή. Ενώ πρόσθετα, η όλη κατάσταση επηρέασε δυσμενώς και το δικαίωμα του εναγομένου να στραφεί εναντίον των πρωτοφειλετών για αποζημίωση του. Αυτά σε γενικές γραμμές. Η επιχειρηματολογία σε σχέση με τις εισηγήσεις αυτές επεκτάθηκε με αναφορές τόσο σε νομολογία, ερμηνευτική της σύμβασης εγγύησης, όσο και στα γεγονότα της υπόθεσης. Ξεχωρίζοντας αυτά που είναι πλέον σημαντικά προς επίλυση της επίδικης διαφοράς, διαπιστώνεται ότι αρχικά οι ενάγοντες παραχώρησαν εγγράφως στους πρωτοφειλέτες πίστωση για ποσό μέχρι £14.000,- μόνο. Η αρχική αυτή συμφωνία, τεκμήριο 2, όπως επίσης προέβλεπε, θα λειτουργούσε μέσω ενός τρεχούμενου λογαριασμού. Το σύστημα αυτό επέτρεπε στους πρωτοφειλέτες να προβαίνουν σε αναλήψεις από το λογαριασμό αυτό οι οποίες στο σύνολο τους δε θα έπρεπε να ξεπεράσουν κατά οποιαδήποτε χρονική στιγμή, μέσα στο συμφωνηθέν χρονικό διάστημα λειτουργίας του, το ποσό των £14.
- Βέβαια, προκειμένου να μην παραμείνει αδρανής ο λογαριασμός στο πιο πάνω ανώτατο επιτρεπτό όριο πίστωσης, οι πρωτοφειλέτες θα έπρεπε επίσης, κατά το ίδιο εν λόγω χρονικό διάστημα, να προβαίνουν και σε κάποιες καταθέσεις σ΄ αυτό. Έτσι θα υπήρχε ένας ενεργός τρεχούμενος λογαριασμός, τη λειτουργία του οποίου καθώς επίσης την ακριβή τήρηση των όρων της σχετικής συμφωνίας μέχρι την πλήρη εξόφληση, είχε εγγυηθεί, μεταξύ άλλων, και ο εναγόμενος. Όμως, πολύ σύντομα με τη σιωπηρή ή και ρητή, αλλά πάντως όχι έγγραφη, συγκατάθεση των εναγόντων οι πρωτοφειλέτες υπερέβησαν το εν λόγω όριο πίστωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις μέσα στο 2002 μπόρεσαν και περιόρισαν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού εντός του πιο πάνω ορίου. Ήταν σαν αποτέλεσμα των καταθέσεων που έκαναν στο λογαριασμό. Όμως, στην πορεία οι αναλήψεις που έγιναν ήταν πολύ περισσότερες και για μεγαλύτερα στο σύνολο τους ποσά από ό,τι οι καταθέσεις. Οι δύο συμφωνίες που συνομολόγησαν οι ενάγοντες με τους πρωτοφειλέτες μέσα στο 2003, τεκμήρια 4 και 6, αν και ξεχωριστές από την αρχική συμφωνία, τεκμήριο 2, λόγω του τρόπου εφαρμογής τους από τα εν λόγω συμβαλλόμενα μέρη, είχαν σαν αποτέλεσμα την αύξηση του ορίου πίστωσης του τρεχούμενου λογαριασμού στις £26.
- Όμως, μέχρι τότε το χρεωστικό υπόλοιπο είχε ήδη ξεπεράσει και το όριο αυτό και συνέχισε να αυξάνεται ώσπου έφτασε το ποσό της αρχικής απαίτησης των εναγόντων εναντίον όλων των εναγομένων, που τους οδήγησε στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και συγχρόνως του τρεχούμενου λογαριασμού. Έγινε αρκετός λόγος για τις προαναφερθείσες δύο συμφωνίες που συνομολογήθηκαν το 2003 και αύξησαν το όριο της πίστωσης στις £26.
- Όμως, από τη στιγμή που δεν καλύπτετο η αύξηση αυτή από την εγγύηση του εναγομένου δε διαφέρει η περίπτωση από την άνευ γραπτής συμφωνίας επέκταση της πίστωσης προς τους πρωτοφειλέτες και πέραν του πιο πάνω ορίου. Εν ολίγοις, ουσιαστικά η μεταβολή της αρχικής συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και των πρωτοφειλετών επήλθε από τη στιγμή που παραχωρήθηκε μέσω του τρεχούμενου λογαριασμού πίστωση στους τελευταίους η οποία ξεπέρασε το συμφωνηθέν όριο των £14.
- Σύμφωνα με καλά καθιερωμένη αρχή του κοινοδικαίου μεταβολή των όρων της κύριας συμφωνίας η οποία δεν καλύπτεται από τη συμφωνία εγγύησης και ούτε τυγχάνει της έγκρισης του εγγυητή, ενώ δε μπορεί αυταπόδεικτα να θεωρηθεί και ως επουσιώδης μεταβολή, απαλλάσσει εντελώς τον εγγυητή από την εγγύηση την οποία έχει παραχωρήσει σε σχέση με αυτή. Δε χρειάζεται καν να εξεταστεί αν ο εγγυητής έχει πραγματικά περιέλθει σε δυσχερέστερη θέση, όσον αφορά την εγγύηση του, λόγω της μεταβολής (βλ. Holme n. Brunstkill
(1874)47 L.J.K. K.B. 610 και επίσης Chitty on Contracts, 26η έκδοση, σελίδα 1374, παράγραφος 5052). Βασικά, πρόκειται για την ίδια αρχή την οποία έχει καθιερώσει το άρθρο 91, ανωτέρω, ιδωμένες οι πρόνοιες του υπό το φως της ερμηνείας που έτυχαν από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και όπως θα πρέπει να ερμηνεύονται δυνάμει του άρθρου 2
(1)του Νόμου, Κεφ. 149. Βέβαια, σχετικά πάντοτε είναι τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και πρωτίστως οι όροι της υπό εξέταση σύμβασης εγγύησης. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Τ. G. & Sons Importing Ltd
(2004)1 A.A.Δ.
- Εκεί η εγγύηση του εναγομένου δόθηκε σε σχέση με τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος είχε ανοιχθεί προς όφελος του πρωτοφειλέτη και λειτουργούσε στη βάση αυτή. Προέβλεπε δε ότι η εγγύηση ήταν συνεχής. Όμως, αποφασίστηκε ότι ο όρος αυτός και γενικά η εγγύηση δεν κάλυπτε το δάνειο το οποίο είχε μεταγενέστερα παραχωρηθεί στον πρωτοφειλέτη δυνάμει ξεχωριστής συμφωνίας δανείου και ήταν πληρωτέο με δόσεις. Πρωτοδίκως αλλά και κατ΄ έφεση η εξέταση η οποία διενεργήθηκε περιορίστηκε στη διαπίστωση της πρόθεσης των μερών με βάση τη σύμβαση εγγύησης και δεν ηγέρθη καθόλου θέμα εφαρμογής του άρθρου
- Ειδικότερα, δεν ηγέρθη θέμα μεταβολής των όρων της κύριας συμφωνίας μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη. Όμως αποτελεί, πρόσθετα, η υπόθεση αυτή παράδειγμα ότι μια σύμβαση εγγύησης θα πρέπει να προσεγγίζεται με αυστηρή ερμηνεία και προς όφελος του εγγυητή. Στην παλαιότερη υπόθεση Banque Populaire de Limassol Ltd v. Theodotou
(1971)1 C.L.R. 307, εξετάστηκε και αποφασίστηκε ότι με βάση τα εκεί διαπιστωθέντα γεγονότα δεν τύγχανε εφαρμογής η υπεράσπιση του άρθρου
- Αυτό διαπιστώνεται από το αποτέλεσμα της κατ΄ έφεση εξέτασης της εκεί αναφερόμενης ενιαίας συμφωνίας των μερών η οποία περιλάμβανε τόσο τους όρους της εγγύησης όσο και τους όρους της συμφωνίας πίστωσης, και αφού είχε ουσιαστικά διαπιστωθεί ότι υπήρξε μεταβολή των όρων της τελευταίας. Σε γενικές γραμμές επρόκειτο για περίπτωση στην οποία με βάση τη συμφωνία των μερών παραχωρήθηκε πίστωση στον πρωτοφειλέτη μέχρι ποσού £500,- με τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Τη συμφωνία αυτή είχε εγγυηθεί ο εναγόμενος του οποίου η εγγύηση συνέχισε να ισχύει για πρόσθετη περίοδο αφού αυτός προηγουμένως συναίνεσε να συνεχιστεί η χορήγηση της ίδιας πίστωσης. Στο διάστημα αυτό οι ενάγοντες που ήσαν τραπεζικός οργανισμός, επέτρεψαν πίστωση στον πρωτοφειλέτη πέραν του πιο πάνω ορίου. Σε μια περίπτωση το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού είχε φτάσει τις £
- Όταν, όμως, έληξε ο χρόνος χορήγησης της πίστωσης το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν κάτω του ορίου. Στην πορεία του χρόνου και αφού οι ενάγοντες δεν απαίτησαν άμεση πληρωμή του χρέους, έγιναν διάφορες χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα τη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου ακόμα περισσότερο ώστε αυτό να φτάσει στις £242.
- Η τελευταία αυτή υπόθεση φαίνεται να έχει κάποιες ομοιότητες με την παρούσα, ως προς τα γεγονότα της, όμως πιο σημαντικές είναι οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δύο. Ενώ πρόσθετα ο εναγόμενος είχε εισηγηθεί και εκεί, ως υπεράσπιση, ότι η χορήγηση πίστωσης στον πρωτοφειλέτη πέραν του συμφωνηθέντος ορίου συνιστούσε μεταβολή των όρων της κύριας συμφωνίας που τον απάλλασσε από κάθε ευθύνη προς τους ενάγοντες ως εγγυητή. Η εισήγηση αυτή η οποία είχε γίνει αποδεκτή πρωτόδικα, τελικώς απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με τη διαπίστωση ότι δεδομένων των όρων της συμφωνίας των μερών δεν εφαρμόζετο στην περίπτωση εκείνη η υπεράσπιση που παρέχει το άρθρο 91 σε ένα εγγυητή. Η αναφορά ήταν στους όρους της ενιαίας συμφωνίας των μερών. Η απόφαση επί του προκειμένου ήταν ως εξής, στη σελίδα 320: «The defence of the guarantor's discharge by reason of variance in the terms of the contract is provided for in section
- Such defence is only available to the guarantor when the variance made to the contract by the other parties thereto, without his consent, puts him at a disadvantage compared with the position under the contract. Here, as already indicated, the parties' contract was neither intended nor did it have the effect of prohibiting other credit transactions between these parties outside the guaranteed credit under the contract.» Εμφανώς η πιο πάνω υπόθεση αποφασίστηκε με βάση τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα, εξεταζόμενα υπό το φως των όρων της εκεί επίδικης συμφωνίας μεταξύ των μερών. Όπως συνάγεται δε από την απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο στην ουσία έκρινε ότι δεν είχε σημειωθεί τέτοια μεταβολή στους όρους της κύριας συμφωνίας η οποία να δικαιολογούσε την απαλλαγή του εναγομένου από την υποχρέωση που αυτός είχε αναλάβει με βάση τη σύμβαση εγγύησης, με δεδομένη βέβαια πάντοτε τη δέσμευση που υπήρχε όσον αφορά το συμφωνηθέν όριο πίστωσης. Το ακόλουθο απόσπασμα από τις σελίδες 319 έως 320 πιστεύω δικαιολογεί το συμπέρασμα αυτό. Είχαν λεχθεί τα εξής: «We have already described the contract earlier in this judgment. We do not think that it can be read as meaning that the parties intended that if the Bank allowed credit to the principal debtor beyond the limit of £500 such conduct would amount to a breach of the contract likely to cause loss or damage to any of the other parties; or to give them the right to repudiate the contract. What the parties obviously intended was that the Bank would agree and undertake to allow credit to the principal debtor up to £500; for which the guarantor would be answerable to the Bank. That was obviously intended to be the limit of the Bank's obligation to the other parties during the validity of the contract; and the limit of the guarantor's liability. But surely it was not intended to limit the Bank's right, outside the contract, to give credit to a customer as the Bank might decide to do from time to time, at the Bank's own risk.» Ακολούθως, εμμέσως πλην σαφώς εξετάστηκε κατά πόσο η συγκεκριμένη μεταβολή στους όρους της συμφωνίας πίστωσης η οποία είχε, αναμφίβολα, σημειωθεί δεδομένων των γεγονότων της υπόθεσης, ανωτέρω, επηρέασε ή όχι τα δικαιώματα του εγγυητή. Συνεχίζοντας αμέσως μετά το πιο πάνω απόσπασμα, το θέμα αυτό ετέθη ως εξής: «Such credit would offer facility and advantage to the debtor; with no risk to the guarantor; and in the ordinary course of the parties´ business, it would be useful to the debtor whom the guarantor had agreed to help up to the limit of his guarantee» Θα πρόσθετα δε, με σεβασμό, ότι τέτοιας μικρής κλίμακας διακύμανση του τρεχούμενου λογαριασμού, όπως είχε σημειωθεί στην υπόθεση εκείνη, μάλλον θα είχε επενεργήσει και προς όφελος του εγγυητή. Παρείχε ρευστότητα στον πρωτοφειλέτη και συνακόλουθα την ευχέρεια σ΄ αυτόν να μειώσει το χρεωστικό υπόλοιπο προς όφελος και των δύο. Αυτό ήταν που είχε συμβεί μάλλον στην εν λόγω υπόθεση, όπως καταμαρτυρούν τα γεγονότα, σύμφωνα με τα οποία τελικώς το χρεωστικό υπόλοιπο είχε μειωθεί στις £242.95, δηλαδή αρκετά πιο κάτω από το όριο της πίστωση. Αυτή ήταν η επίδραση της μεταβολής όσον αφορά τα δικαιώματα του εγγυητή με βάση τη σύμβαση εγγύησης. Θα μπορούσε δε να χαρακτηριστεί ως επουσιώδης (unsubstantial), εμπίπτουσα έτσι στην εξαίρεση της προαναφερθείσας αρχής. Μια ακόμα σχετική υπόθεση είναι η National Bank of Nigeria Ltd v. Awolesi
(1964)1 W.L.R.
- P.C. Αφορούσε περίπτωση στην οποία ο πρωτοφειλέτης διατηρούσε λογαριασμό στην ενάγουσα τράπεζα τον οποίο ο εναγόμενος είχε εγγυηθεί μέχρι ποσού £10.
- Όταν σε κάποιο στάδιο πληρώθηκε αριθμός επιταγών από τον εν λόγω λογαριασμό τις οποίες είχε εκδώσει ο πρωτοφειλέτης, αυτός κατέστη χρεωστικός για το ποσό των £10.
- Μετά τις πράξεις αυτές ο λογαριασμός παρέμεινε ανενεργός, χωρίς όμως να πληρωθεί το χρέος που υπήρχε σε σχέση με αυτόν. Στη συνέχεια ο πρωτοφειλέτης άνοιξε δύο νέους ξεχωριστούς λογαριασμούς με την ενάγουσα τράπεζα εν αγνοία του εναγομένου. Στον ένα από αυτούς έγιναν καταθέσεις, μάλιστα μεγάλων ποσών, με αποτέλεσμα κατά καιρούς αυτός να είναι πιστωτικός. Σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο η τράπεζα απαίτησε τόσο από τον πρωτοφειλέτη όσο και από τον εναγόμενο, εγγυητή, πληρωμή του ποσού το οποίο οφείλετο με βάση τον αρχικό λογαριασμό. Κινήθηκε αγωγή εναντίον του εναγομένου και τελικώς η υπόθεση κατέληξε ενώπιον της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council). Όπως επισημαίνεται στην απόφαση το ερώτημα το οποίο έπρεπε να απαντηθεί ήταν κατά πόσο υπό το φως των προαναφερθέντων γεγονότων και των όρων της συγκεκριμένης σύμβασης εγγύησης δικαιολογείτο η απαλλαγή του εναγομένου από κάθε ευθύνη σε σχέση με αυτή. Η απάντηση που δόθηκε στο πιο πάνω ερώτημα ήταν καταφατική. Βασίστηκε στην ακόλουθη αιτιολόγηση, στις σελίδες 1815 έως
- «The guarantee refers to "the continuing of the existing "account" as consideration for the guarantee which suggests that the parties had agreed that the account of the principal debtor existing on December 30, 1955, should be continued in an unbroken state and that they did not contemplate the opening of a second account. It is true that the way in which consideration for a contractual obligation is expressed is not conclusive but it is relevant in construing the terms of the contract itself. It would appear also that the words "ultimate balance" in clause 3 and "account" in clause 6 can most naturally be read, in the light of clause 1, as relating to the existing account and that the words "or otherwise giving credit or accommodation or granting time" in clause 1 prima facie refer to the existing account. .... When the bank allowed Taiwo to open the second account they were permitting the position of the respondent to be prejudiced as to his guarantee, for, as happened thereafter, it was possible for Taiwo to make payments into the bank without releasing the respondent from his liability under the guarantee. The opening of the new current account was an unauthorised departure from the terms of the contract of guarantee.» Και όπως προστίθεται περαιτέρω στην επόμενη σελίδα, 1317: «If all the sums that Taiwo paid into the bank had been paid into this account (στον αρχικό λογαριασμό) this would have produced a reduction of the principal debt and a consequent reduction for the interest. Since this course was not followed the position of the respondent was prejudiced and the amount for which he became liable on his guarantee was increased.» Η διαπίστωση ύπαρξης μεταβολής στην πιο πάνω υπόθεση ήταν ως προς το νέο λογαριασμό ο οποίος δημιουργήθηκε πρόσθετα με αυτόν που υπήρχε ήδη και ήταν χρεωστικός, γεγονός που επηρέασε δυσμενώς τη λειτουργία του τελευταίου και συγχρόνως έθεσε σε δυσχερή θέση τον εναγόμενο όσον αφορά την εγγύηση του. Είμαι δε της γνώμης ότι ο λόγος που διατυπώνεται στο τελευταίο πιο πάνω απόσπασμα, στο σύνολο του, αποτελεί σαφή καθοδήγηση όσον αφορά την κατάληξη της παρούσας υπόθεσης. Μάλιστα, δεδομένων των γεγονότων της, όπως αυτά εκτίθενται λεπτομερώς πιο πάνω, θα έλεγα ότι εν προκειμένω ο λόγος αυτός είναι ακόμα πιο πειστικός αφού αντανακλά πλήρως την πραγματικότητα στην υπόθεση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση από νωρίς, σε σχέση με την έναρξη της συμβατικής σχέσης μεταξύ των αντιδίκων μερών, σημειώθηκε μεταβολή στους όρους της κύριας συμφωνίας. Αυτή συνίστατο στην υπέρβαση από τους πρωτοφειλέτες, με τη συναίνεση των εναγόντων, του ορίου πίστωσης των £14.000 που προέβλεπε η κύρια συμφωνία, την τήρηση των όρων της οποίας είχε, μεταξύ άλλων, εγγυηθεί και ο εναγόμενος. Από τον Ιανουάριο του 2003 και μετά η υπέρβαση του εν λόγω ορίου κατέστη μόνιμο φαινόμενο. Ενώ η πίστωση προς τους πρωτοφειλέτες πέραν του αρχικού ορίου αυξάνετο συνεχώς. Την 13.3.2006 ο τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο £70.511,
- Προηγουμένως είχε σε κάποιες ημερομηνίες ξεπεράσει και το ποσό αυτό. Την 31.12.2005 είχε φτάσει στις £87.323,
- Οι λεπτομέρειες αυτές φαίνονται στη σελίδα 8 της κατάστασης λογαριασμού, τεκμήριο
- Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του εν λόγω τρεχούμενου λογαριασμού γίνονταν κατά καιρούς καταθέσεις σ΄ αυτό διαφόρων χρηματικών ποσών. Συνολικά κατατέθηκε ποσό £355.513,
- Οι καταθέσεις αυτές καταλογίζονταν έναντι του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου που παρουσίαζε ο λογαριασμός. Είχαν δε σαν αποτέλεσμα να συγκρατήσουν κάπως την αύξηση του, όχι όμως και να τον μειώσουν. Συνεπώς, με τον τρόπο που λειτουργούσε ο λογαριασμός, όπως περιγράφεται πιο πάνω, κατέστη πρακτικώς αδύνατη η μείωση ή και η εξόφληση του ποσού της πίστωσης που είχε παραχωρηθεί στους πρωτοφειλέτες, με την αρχική συμφωνία, και την πληρωμή του οποίου είχε εγγυηθεί ο εναγόμενος. Είχε συμβεί αυτό ακριβώς που περιγράφεται στο τελευταίο απόσπασμα από την υπόθεση National Bank of Nigeria v. Awolesi, ανωτέρω. Με περαιτέρω συνεπεία, το δικαίωμα του εναγομένου να στραφεί εναντίον των πρωτοφειλετών για αποζημίωση να καταστεί εκ των πραγμάτων άνευ αντικειμένου, δεδομένου του πολύ μεγάλου χρέους το οποίο αυτοί είχαν πλέον να αντιμετωπίσουν. Άμεσα σχετικό ως προς την τελευταία διαπίστωση είναι και το γεγονός που δήλωσε ο συνήγορος των εναγόντων, ότι ο πρωτοφειλέτης, πρώτος εναγόμενος, έχει από το 2007 κηρυχθεί σε πτώχευση. Η κατάσταση αυτή που περιγράφεται πιο πάνω, έχει δημιουργηθεί λόγω της πίστωσης που είχε χορηγηθεί στους πρωτοφειλέτες κατά πολύ πέραν της αρχικά συμφωνηθείσας και η οποία είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει τον τρεχούμενο λογαριασμό χρεωστικό. Μάλιστα, για πολύ μεγάλο ποσό το οποίο συνέχισε να υφίσταται και μετά τον τερματισμό της λειτουργίας του που συνέβηκε με τον τερματισμό της κύριας συμφωνίας. Συνιστά δε η συμπεριφορά αυτή των εναγόντων ουσιαστική μεταβολή των όρων της εν λόγω συμφωνίας, η οποία μεταβολή να μη μπορεί να αγνοηθεί. Καμιά ομοιότητα ή σύγκριση μπορεί να υπάρξει σε σχέση με την περίπτωση στην υπόθεση Banque Populaire de Limassol Ltd v. Theodotou, ανωτέρω, όπου μετά το κλείσιμο του λογαριασμού το χρεωστικό υπόλοιπο που αυτός παρουσίαζε ήταν κατά πολύ πιο κάτω από το όριο της πίστωσης που είχε χορηγηθεί στον πρωτοφειλέτη. Ενώ η διακύμανση η οποία είχε σημειωθεί πέραν αυτού θεωρήθηκε ότι δεν αποτελούσε πρόσθετο κίνδυνο για τον εγγυητή. Μπορεί δε μια τέτοια περίπτωση να χαρακτηριστεί, ίσως, και ως επωφελής αν είχε συμβάλει στη διασφάλιση ενός μειωμένου χρεωστικού υπολοίπου στο τέλος της ημέρας. Στην παρούσα περίπτωση η χορηγηθείσα πίστωση που κατάληξε στο να παρουσιάζει ο τρεχούμενος λογαριασμός το υψηλό χρεωστικό υπόλοιπο που αναφέρεται προηγουμένως συνιστά τη μεταβολή των όρων ή για την ακρίβεια του συγκεκριμένου όρου της κύριας συμφωνίας. Ενώ ο τρόπος λειτουργίας του που είχε ως αποτέλεσμα τη διατήρηση του χρεωστικού υπολοίπου στα εν λόγω ψηλά επίπεδα, συναποτελούμενος από «συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής» όχι απλώς δυσκόλεψαν αλλά τελικά κατέστησαν εντελώς αδύνατο τον καταλογισμό οποιασδήποτε κατάθεσης έναντι του ποσού της πίστωσης που έχει εγγυηθεί ο εναγόμενος. Η συμπεριφορά η αυτή εκ μέρους των εναγόντων προκάλεσε τέτοια δυσμενή επίδραση στα δικαιώματα του εναγομένου, ως εγγυητή, ώστε να έχει τροποποιηθεί η θέση του προς το χειρότερο. Επομένως, η υπεράσπιση του επιτυγχάνει και αυτός απαλλάσσεται κάθε ευθύνης με βάση την επίδικη σύμβαση εγγύησης. Για τους πιο πάνω λόγους, λοιπόν, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου 3 και εναντίον των εναγόντων. Αυτά να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο