← Κύπρος

Ανδρέα Χριστοδούλου Μιχαήλ ν. Κώστα Ανδρέου, Αρ. Αγ. 1650/2007, 14 Μαίου, 2010

Ανδρέα Χριστοδούλου Μιχαήλ ν. Κώστα Ανδρέου, Αρ. Αγ. 1650/2007, 14 Μαίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 1650/2007 Ανδρέα Χριστοδούλου Μιχαήλ, Ενάγοντα. και Κώστα Ανδρέου Εναγομένου 14 Μαίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: Ο κ. Γ. Λουκαϊδης. Για Εναγόμενο: Ο κ. Μ. Κυριακίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή Ενάγων αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, απώλεια και ζημιά και έξοδα που υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Ισχυρίζεται ότι το εν λόγω δυστύχημα οφείλετο στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του Εναγομένου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προτού αναφερθούμε στη σύνοψη της προσαχθείσας μαρτυρίας να αναφέρω εν πρώτοις ότι κάποιες ειδικές ζημιές που απαιτούνται έχουν συμφωνηθεί και ειδικότερα από την παρα.5 της Εκθεσης Απαίτησης. Η πλευρά του Ενάγοντα κάλεσε έξι συνολικά μάρτυρες ως ακολούθως: · Αστ. 2855 Α. Παναγιώτου (ΜΕ1) · Ενάγοντα (ΜΕ2) · Φωτεινή Λάρκου (ΜΕ3) · Χριστιάνα Χρίστου (ΜΕ4) · Σάββας Σάββα (ΜΕ5) · Μαρία Μιχαήλ (ΜΕ6) Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσε μόνο ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Μαρτυρία από πλευράς Ενάγοντα Ο ΜΕ1 είναι ο εξεταστής του δυστυχήματος. Την 1/2/2006, κατόπιν πληροφορίας, επισκέφθηκε τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη την ίδια μέρα και ώρα 15.45 στον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς - Δεκέλειας. Στην σκηνή βρήκε το φορτηγό όχημα ΚJW 417 που οδηγούσε ο εναγόμενος, το οποίο μετακινήθηκε από την τελική του θέση, και το σαλούν EEX 975 που οδηγούσε ο Ενάγων που ήταν αναποδογυρισμένο στην τελική του θέση. Από τους οδηγούς παρών ήταν μόνο ο εναγόμενος, ο οδηγός του φορτηγού ΚJW
  2. Στην παρουσία του ο Μ.Ε.1 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος, πήρε τις αναγκαίες μετρήσεις και σημείωσε το σημείο σύγκρουσης μεταξύ των ενεχομένων οχημάτων με το γράμμα Χ με το οποίο συμφώνησε ο Εναγόμενος. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε ελαφρά ο Ενάγων ο οποίος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας πριν την άφιξη του Μ.Ε.
  3. Όσον αφορά τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα το φορτηγό ΚJW 417 είχε ζημιές στην αριστερή πισινή γωνιά και το σαλούν EEX 975 στο δεξιό μπροστινό μέρος και γδάρσιμο στην αριστερή πλευρά. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Ο δρόμος ήταν ευθύς με ορατότητα 200 μ. Με το σημείο σύγκρουσης και το σχεδιάγραμμα συμφώνησε και ο Ενάγων όταν μίλησε αργότερα με τον Μ.Ε.1 στις 11/2/
  4. Την ίδια μέρα ο Μ.Ε.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ενάγοντα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Αργότερα την ίδια μέρα τον κατηγόρησε γραπτώς και αυτός απάντησε ότι δεν παραδεχόταν. Ο Μ.Ε.1 αργότερα ετοίμασε και συμμετρικό σχεδιάγραμμα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι στο σημείο Χ υπήρχε αρκετή ορατότητα γύρω στα 200 μ. Μετά που πήρε τα μέτρα έκαναν περιπολία αλλά δεν βρήκαν να περιφέρεται οποιοδήποτε σκυλί. Δεν υπήρχαν στο συγκεκριμένο σημείο κιγκλιδώματα με ττέλι για αποκλεισμό της εισόδου στο δρόμο ζώων. Δεν εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης στο σημείο πριν το Χ. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η πορεία των οχημάτων καταγράφηκε με βάση αυτά που ανάφεραν οι ίδιοι οι ενεχόμενοι οδηγοί. Δεν έλεγξαν την ταχύτητα του σαλούν. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν έκαναν περιπολία για εντοπισμό του σκύλου και διευκρίνισε ότι, όταν έκαναν την περιπολία, ήταν απόγευμα και υπήρχε φως. Ερωτηθείς για την απόσταση μεταξύ σημείου σύγκρουσης και της εξόδου προς Λειβάδια δεν μπορούσε να πει. Ο Ενάγοντας (Μ.Ε.2) στην μαρτυρία του είπε ότι την 1/2/2006 ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα στο δρόμο Ριζοελιάς - Δεκέλειας. Προχωρούσε στην αριστερή πλευρά από τον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς προς Λειβάδια γιατί θα έβγαινε στην έξοδο προς Λειβάδια όταν είδε το όχημα/φορτηγό του Εναγόμενου να κινείται στην δεξιά λωρίδα. Το δυστύχημα έγινε όταν ο Μ.Ε.2 κόντευε προς την έξοδο Λειβαδιών. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε αναποδογυρίστηκε. Όταν ο Ενάγων βγήκε από το αυτοκίνητο τραυματισμένος ήλθε στο μέρος του ο οδηγός του φορτηγού, ο Εναγόμενος, ο οποίος τον ρώτησε αν ήταν καλά και του είπε ότι είχε πεταχτεί σκύλος και έκανε προσπάθεια να τον αποφύγει και δεν είχε να δει τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων δεν είδε πριν το δυστύχημα να υπάρχει σκύλος στο δρόμο. Κλήθηκε ασθενοφόρο και μετέφερε τον ενάγοντα στο Νοσοκομείο όπου έκανε 4 μέρες. Ένιωθε πόνο στο σβέρκο, αυχένα. Φόρεσε κολάρο για δύο μήνες. Στην διάρκεια των δύο μηνών φορούσε το κολάρο 24 ώρες το 24ωρο. Ηταν δύσκολο να κοιμηθεί φορώντας το κολάρο. Είχε και πόνους. Μετά που έβγαλε το κολάρο συνέχισε με φυσιοθεραπεία και επέστρεψε στην εργασία του την 1/5/
  5. Πήρε βεβαίωση από τον εργοδότη του στο ξενοδοχείο Sandy Beach Hotel όπου εργαζόταν από 1/4/85 ως ξενοδοχοϋπάλληλος για απουσία από την εργασία του από 1/2/06 μέχρι 30/4/
  6. Για τους 3 μήνες που απουσίασε πήρε Λ.Κ.965 από τον εργοδότη του και καταβλήθηκε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ποσό €
  7. Ο Ενάγων μετά το δυστύχημα είχε δυσκαμψία, ειδικά το πρώτο καιρό, στο πίσω και πλάι και πονοκεφάλους. Ακόμα εξακολουθεί να έχει πονοκεφάλους και λίγη δυσκαμψία η οποία, ωστόσο, βελτιώνεται με τον καιρό. Αντεξεταζόμενος είπε το όχημα EEX 975 ήταν δικό του, ανήκε στην οικογένεια του, μπορεί δε να ήταν της γυναίκας του. Όταν έγινε η μεταβίβαση γράφτηκε στο όνομα της. Όταν έφτασε στο σημείο που έγινε το δυστύχημα δεν είχε άλλα αυτοκίνητα, ήταν μόνο το φορτηγό. Το δυστύχημα έγινε πριν την υπέργεια διάβαση. Δεν θυμάται πως έγινε το δυστύχημα. Πριν να επισυμβεί το δυστύχημα ο Ενάγων οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Μετά που έγινε το δυστύχημα και ο Ενάγων προσπαθούσε να βγεί από το αυτοκίνητο του, ο Εναγόμενος, αφού τον ρώτησε αν είναι καλά, του είπε ότι είχε πεταχτεί σκύλος και του έκοψε τον δρόμο και ότι δεν είχε δει το Ενάγοντα στο δρόμο. Η Μ.Ε.3, η οποία είναι Πρωτοκολλητής Ποινικών υποθέσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, κατέθεσε τα αποστενογραφημένα πρακτικά από τη μαρτυρία του Εναγομένου στην ποινική υπόθεση 14076/06 όταν ήταν κατηγορούμενος για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης (Τεκμήριο 9). Η Μ.Ε.4, η οποία είναι στενογράφος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, κατέθεσε τα αποστενογραφημένα πρακτικά από τη μαρτυρία του Εναγομένου στην ποινική υπόθεση 14076/
  8. Ως Μ.Ε.5 κατέθεσε ο αρχιλογιστής του ξενοδοχείου Sandy Beach Hotel. Ανέφερε ότι ο Ενάγων είναι υπάλληλος ξενοδοχείου από το 1984 - 1985 και ο μισθός του περιλαμβάνει το βασικό τιμαριθμικό και μονάδες κάθε υπαλλήλου. Ο βασικός μισθός του Ενάγοντα ήταν Λ.Κ.215.80 και το τιμαριθμικό Λ.Κ.560.30, δηλαδή, σύνολο Λ.Κ.776.
  9. Εξήγησε ότι, όταν ένας υπάλληλος δεν μπορεί να εργαστεί, παρουσιάζει ιατρικό πιστοποιητικό και υποβάλλεται αίτηση για επίδομα ασθενείας στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Βάσει των ξενοδοχειακών συμβάσεων που ισχύουν ο υπάλληλος πληρώνεται 32 μέρες με πλήρεις απολαβές και αφαιρείται το επίδομα ασθενείας των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο Ενάγων απουσίαζε από 1/2/06 μέχρι 30/4/
  10. Πληρώθηκε το Φεβρουάριο το μισθό του και του αφαιρέθηκε το επίδομα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλαδή, έλαβε μισθό €854.90 και του αφαιρέθηκε το επίδομα που ανέρχετο σε €592.65 δηλαδή έλαβε €262.
  11. Τον Μάρτιο πήρε €116.87 που αντιστοιχεί σε μισθό για 4 μέρες εφόσον ο Φεβρουάριος ήταν 28 μέρες και το επίδομα που δικαιούτο ήταν για 32 μέρες. Τον Απρίλιο δεν πληρώθηκε ο Ενάγων. Ο μισθός που θα έπαιρνε θα ήταν €987.
  12. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.5 είπε ότι ο Ενάγων πληρώθηκε το ποσό €116.87 και €262.25 μόνο. Ερωτηθείς να εξηγήσει από τι αποτελείτο το ποσό των Λ.Κ.965 που αναφέρεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 ως το ποσό που πληρώθηκε ο Ενάγων απάντησε ότι περιλαμβάνει το μισθό του Φεβρουαρίου και 4/31 του Μαρτίου. Η εργοδοσία και ο μισθός του Ενάγοντα διέπεται από Συλλογική Σύμβαση για ξενοδοχοϋπαλλήλους. Η Μ.Ε.6 είναι η σύζυγος του ενάγοντα και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ΕΕΧ975.Το αυτοκίνητο έτυχε να γραφτεί πάνω της γιατί η ίδια έκανε τη μεταβίβαση. Το κόστος αγοράς του αυτοκινήτου κατέβαλε ο σύζυγος της. Μαρτυρία Εναγομένου Ο Εναγόμενος κατέθεσε ως μέρος της κύριας εξέτασης του την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Από αυτήν προκύπτουν τα εξής: Την 1/2/06 και ώρα 15:45 οδηγούσε το φορτηγό KJW 417 στον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς προς Δεκέλεια κρατώντας την αριστερή λωρίδα του δρόμου με ταχύτητα περίπου 80 ΧΑΩ. Μόλις έφτασε στην κτηνοτροφική περιοχή της Αραδίππου αντιλήφθηκε από πολύ μακριά ένα σκύλο να διασταυρώνει το δρόμο από τα αριστερά και να πηγαίνει στα δεξιά. Αμέσως άρχισε ο Εναγόμενος να ελαττώνει ταχύτητα και, ενώ ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση από το σκύλο, ο σκύλος άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε πάλι στα αριστερά από όπου είχε εμφανιστεί. Ο Εναγόμενος, για να μην τον κτυπήσει, έκανε ελιγμό προς τα δεξιά και κοιτάζοντας πάντοτε από τα καθρεφτάκια του οχήματος του. Την ώρα που έκανε τον ελιγμό δεν υπήρχε άλλο όχημα να βρίσκεται μπροστά του ή πίσω του. Όταν έκανε τον ελιγμό από τα αριστερά του δρόμου προς τα δεξιά και πάλι στα αριστερά άκουσε ένα θόρυβο πίσω από το όχημα του και κοίταξε από το καθρεφτάκι του και είδε ένα όχημα να είναι κτυπημένο πάνω του και μετά να αναποδογυρίζεται. Αμέσως σταμάτησε πιο κάτω και πήγε να δει τι έγινε. Διαπίστωσε ότι το όχημα του ήταν κτυπημένο στην πισινή αριστερή πλευρά και αριστερά στο πισινό μέρος του. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου βγήκε από το όχημα και, επειδή ήταν τραυματισμένος, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. Ο Εναγόμενος παρέμενε στην σκηνή μέχρι να έρθει η Αστυνομία. Ο σκύλος μετά το γεγονός εξαφανίστηκε. Τον σκύλο τον είχε δει περίπου στα 500 μέτρα μακριά. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν είδε το αυτοκίνητο του ενάγοντα πριν να αρχίσει να αναποδογυρίζεται. Επανάλαβε ότι είδε κάτι σαν σκύλο σε απόσταση 500 μέτρα να μπαίνει στο δρόμο από τα χωράφια από τα αριστερά προς δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνση του και, ενώ ήταν σε μικρή απόσταση, ο σκύλος άλλαξε πορεία και πήγαινε από δεξιά προς αριστερά. Όταν αντιλήφθηκε το σκύλο στα 500 μέτρα ο σκύλος ήταν στην μέση του δρόμου. Όταν τον είδε τον σκύλο στην μέση του δρόμου ο εναγόμενος κρατούσε την αριστερή λωρίδα. Όταν κόντεψε, ο σκύλος κατευθύνθηκε από τα αριστερά προς το παγκέττο και ήλθε ξανά στο δρόμο, οπόταν τότε ο εναγόμενος έκανε τον ελιγμό στα δεξιά, 2 - 3 μέτρα, και εν συνεχεία επανήλθε στην αριστερή λωρίδα. Τόνισε ότι τον ελιγμό τον έκανε όταν επέστρεψε ο σκύλος στο δρόμο και όχι την ώρα που είδε το σκύλο κοντά του να αλλάσσει πορεία. Όταν βρισκόταν σε απόσταση 5 - 6 μέτρα ο σκύλος ξαναγύρισε στο δρόμο. Όταν λοιπόν ξαναγύρισε στο δρόμο ο εναγόμενος, ο οποίος ευρίσκετο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, έκανε ελιγμό. Ο σκύλος ήταν σε μακρινή απόσταση όταν τον είδε και βρισκόταν στην μέση του δρόμου. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κ. Κυριακίδης για τον Ενάγοντα υποστήριξε εν πρώτοις ότι δεν υπάρχουν στην προκειμένη υπόθεση γεγονότα που να θεμελιώνουν αμέλεια του Εναγόμενου εφόσον η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν προσθέτει, ούτε αφαιρεί οτιδήποτε επί του θέματος της ευθύνης. Επεσήμανε ότι ο Ενάγων δεν θυμόταν πώς έγινε το δυστύχημα εκτός του ότι έγινε μια κίνηση του αυτοκινήτου του Εναγόμενου προς τα δεξιά και μετά δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί οτιδήποτε. Πρόσθεσε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να επιβεβαιώνει την εκδοχή του Ενάγοντα. Ούτε από την πραγματική μαρτυρία προκύπτουν οι συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και ούτε αναδεικνύεται οποιοδήποτε στοιχείο αμέλειας από μέρους του Εναγόμενου. Τόνισε ότι, αν απορριφθεί η εκδοχή του εναγόμενου, δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ήταν αμελής. Ήταν η εισήγηση του κ. Κυριακίδη ότι, από την ίδια την μαρτυρία του Εναγόμενου, δεν προκύπτει αμέλεια. Αν, όμως, θεωρηθεί ότι ο Εναγόμενος ανέκοψε την πορεία του Ενάγοντα και αυτό συνιστούσε αμέλεια τότε συντρέχουν, εισηγήθηκε, οι προϋποθέσεις για την αρχή του αναπόφευκτου δυστυχήματος εφόσον ο ελιγμός που γίνεται για αποφυγή ζώου στο δρόμο δικαιολογεί αυτή την αρχή. ΄Οσον αφορά τις γενικές αποζημιώσεις, ο κ.Κυριακίδης εισηγήθηκε ένα ποσό της τάξεως των €8.
  13. Σε σχέση με τις ειδικές αποζημιώσεις, υποστήριξε ότι, εφόσον ο ενάγων προέκυψε ότι δεν είναι ιδιοκτήτης του οχήματος, δεν δικαιούται στις ζημιές που συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών. Τέλος, όσον αφορά απώλεια εισοδημάτων, υποστήριξε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε απέχει από το επίπεδο αυστηρής απόδειξης που απαιτείται και είναι ακροσφαλές να προβεί το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε υπολογισμό. Ο κ. Γ. Λουκαϊδης για τον ενάγοντα εισηγήθηκε ότι ο ενάγων απέδειξε αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου μέσω θετικής μαρτυρίας και μέσω παραδοχής αντιδίκου. Επεσήμανε ότι από τα γεγονότα προκύπτουν, χωρίς αμφισβήτηση, τα ακόλουθα: Ο ενάγων οδηγούσε το όχημά του στον αυτοκινητόδρομο κρατώντας την αριστερή λωρίδα χωρίς να αλλάξει πορεία. Ο εναγόμενος οδηγώντας το φορτηγό του και ευρισκόμενος στη δεξιά λωρίδα έκαμε κίνηση προς τα αριστερά και με την κίνησή του αυτή διεπίστωσε στη συνέχεια ότι προκλήθηκε δυστύχημα και το αυτοκίνητο του ενάγοντα αναποδογυρίστηκε. Ο εναγόμενος σε κανένα σημείο αντιλήφθηκε το όχημα του ενάγοντα. Ο κ. Λουκαίδης υποστήριξε ότι δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση η αρχή του αναπόφευκτου ατυχήματος γιατί δεν πρόκειται για αιφνίδια είσοδο σκύλου στο δρόμο. Επεσήμανε ότι ο εναγόμενος παραδέχθηκε ότι απείχε 500 μέτρα από το σκύλο με αποτέλεσμα να μη τίθεται θέμα αιφνίδιας εισόδου και συνθήκες αγωνίας της στιγμής. Τόνισε ότι το ατύχημα δεν επεσυνέβη γιατί ο εναγόμενος έκανε κίνηση προς τα δεξιά για να αποφύγει το σκύλο, δηλαδή άλλαξε λωρίδα, αλλά γιατί, ενώ πήγαινε στη δεξιά λωρίδα, επανήλθε στην αριστερή λωρίδα που τηρούσε προηγουμένως, χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση και ενώ το αυτοκίνητο του ενάγοντα ευρισκόταν σε κοντινή απόσταση. ΄Ηταν εισήγηση του συνηγόρου ότι την αποκλειστική ευθύνη της πρόκλησης του δυστυχήματος έχει ο εναγόμενος και επεσήμανε ότι στον ενάγοντα δεν υπεβλήθηκαν πράξεις ή παραλείψεις που αφορούν αμέλεια με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός περί συντρέχουσας αμέλειας να έχει εγκαταλειφθεί. ΄Οσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις, ο κ. Λουκαϊδης υποστήριξε ότι για τις ζημιές του αυτοκινήτου δεν χρειάζεται ο ενάγων να ήταν ο ιδιοκτήτης και ούτε έχει σημασία ποιος είναι ο ιδιοκτήτης. Επικαλέστηκε δε ως νομική βάση την αρχή του bailment. ΄Οσον αφορά απώλεια εισοδημάτων, υποστήριξε ότι αυτές ανέρχονται στο ποσό των €2.374 με δεδομένο ότι οι μισθοί του για τους 3 μήνες που ευρισκόταν με άδεια ασθενείας ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €2.748.30 και με δεδομένο ότι του καταβλήθηκε ποσό €372 από τον εργοδότη. Σε σχέση με το ποσό των γενικών αποζημιώσεων, εισηγήθηκε ένα ποσό της τάξης των Λ.Κ.10.000, πλέον τόκο από 1.02.2006 σε όλο το ποσό των γενικών αποζημιώσεων και όσον αφορά τις ειδικές τόκο κατά το ήμισυ στο ποσό που θα επιδικαστεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς τη νομική πτυχή της εξέτασης και διακρίβωσης αμέλειας, συντρέχουσας αμέλειας και του καθορισμού ευθύνης μεταξύ των διαδίκων, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Στυλιανίδης (όπως ήταν τότε), ανάφερε τα ακόλουθα στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji

(1990)1 A.A.Δ.1013, σελ.1013-1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. .....» Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης[1]. Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.178, ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) ανάφερε στις σελίδες 183-184: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727. (Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ.881,885).» Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στις υποθέσεις Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ.475, ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 αναφέρει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1970)1 C.L.R.215).» Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού[2] και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη[3]. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ.420 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ.Πικής, εισάγει ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. «Το καθήκον», συνεχίζει η απόφαση, «για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ΄αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους.» Περαιτέρω αναφέρεται για το κριτήριο αμέλειας ως εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1436[4] η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Το ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου συνιστά πράξη η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια αναγνωρίζεται ευθέως στην Αγγλική απόφαση Rouse v. Squires and others
(1973)2 All E.R.903. Επίσης στην υπόθεση Panayiotou v. Mavros
(1970)1 C.L.R. 215, λέχθηκε ότι αναμένεται από ένα λογικό οδηγό να χρησιμοποιεί το δρόμο και να ασκεί τα δικαιώματα του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην επεμβαίνει στα δικαιώματα των άλλων. Η υπόθεση Παύλος Γεωργίου κ.α. v. Ανδρέα Πιερίδη
(1997)1 Α.Α.Δ.1194 αφορούσε σύγκρουση στον κύριο δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού μεταξύ αυτοκινήτου σαλούν που οδηγούσε ο Εφεσίβλητος και αρθρωτού οχήματος που οδηγούσε ο Εφεσείων όταν ο τελευταίος στην προσπάθεια του να προσπεράσει προπορευόμενο φορτηγό απέκοψε την πορεία του Εφεσίβλητου. Ο επιμερισμός ευθύνης 85% για Εφεσείοντα και 15% για τον Εφεσίβλητο στον οποίο προέβη το Πρωτόδικο Δικαστήριο επικυρώθηκε από το Εφετείο. Παραθέτω από τις σελίδες 1197-1198 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου το ακόλουθο απόσπασμα αναφορικά με τους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη για το θέμα της ευθύνης: «Είναι νομίζουμε προφανές ότι πράγματι πρωταρχική και άμεση αιτία του ατυχήματος ήταν το ότι ο Εφεσείων κατέλαβε χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να ελέγξει όπισθεν τη δεξιά λωρίδα αποκόπτοντας έτσι την πορεία του Εφεσίβλητου. Η ταχύτητα του Εφεσίβλητου επέτεινε την κατάσταση όπως μπορεί εύκολα να υποτεθεί από την άποψη τουλάχιστον ότι κατέστησε σφοδρότατη τη σύγκρουση και τις συνέπειες πιο σοβαρές. Διότι δεν διακριβώθηκε το κατά πόσο εάν ο Εφεσίβλητος δεν υπέρβαινε το επιτρεπόμενο όριο θα αποφεύγετο η σύγκρουση.» Στην υπόθεση Koudellaris v. Christoforou and others
(1975)1 C.L.R.366 ο Ενάγων οδηγούσε το όχημα του από Λευκωσία προς Ξερό και λίγο έξω από το Ακάκι συνάντησε φορτηγό που οδηγείτο προς την ίδια κατεύθυνση. Επειδή το φορτηγό οδηγείτο αργά κι επειδή ο δρόμος μπροστά ήταν καθαρός ο Ενάγων αφού ήχησε τη σειρήνα του άρχισε τη διαδικασία του προσπεράσματος. Σε κάποιο στάδιο το φορτηγό κινήθηκε προς τα αριστερά και ο Ενάγων σχηματίζοντας την εντύπωση ότι η ενέργεια αυτή του οδηγού του φορτηγού ήταν για να του δώσει περισσότερο χώρο να προσπεράσει αύξησε την ταχύτητά του στα 60μ.α.ω. για να περάσει. Όταν ο Ενάγων ήταν γύρω στα 40π. από το φορτηγό αντιλήφθηκε το φορτηγό να στρίβει απότομα δεξιά και χωρίς προηγουμένως να είχε δώσει οποιοδήποτε σήμα. Για να αποφύγει τη σύγκρουση χρησιμοποίησε τα φρένα του, ήχησε εκ νέου τη σειρήνα του και κάτω από την αγωνία της στιγμής έστριψε ελαφρά προς τα αριστερά χωρίς όμως να αποφύγει τη σύγκρουση. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση του Εναγομένου επιβεβαίωσε την πρωτόδικη απόφαση σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος οδηγός του φορτηγού όχι μόνο δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα, αλλά ούτε και βεβαιώθηκε ότι ήταν ασφαλές γι'αυτόν να στρίψει δεξιά με αποτέλεσμα να βρει τον Εναγόμενο εξολοκλήρου υπεύθυνο. Επιπλέον αναφέρθηκε ότι ο Ενάγοντας δεν συνέτεινε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην πρόκληση του δυστυχήματος. Στην πιο πάνω απόφαση λέχθηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής σχετικά: «In the case in hand the trial Court as we said earlier, found that the cause of the accident is the negligent driving of the defendant because although he looked momentarily in his mirror and saw no vehicle following him it is clear in our view that when he turned and cut across the road he did not make sure that he could execute that manoeuvre in safety, and one cannot but draw the inference that had he looked once again to see in his mirror before actually turning he would have been in position to see the plaintiff driver who sounded his horn in order to overtake him .......» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να δω, ν΄ ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του ΜΕ1, εξεταστή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, ήταν σαφής και θετική. Κατέθεσε με άνεση σε σχέση με τις ενέργειες του προς τον σκοπό διερεύνησης του επίδικου δυστυχήματος και τα ευρήματα του στη σκηνή του δυστυχήματος. ΄Ηταν σταθερός και συνεπής στη μαρτυρία του καθ΄ όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν κλονίστηκε η μαρτυρία του κατά την αντεξέταση. Να σημειωθεί ότι κατά το στάδιο της αντεξέτασης του δεν έτυχαν αμφισβήτησης τα ευρήματα του. Περισσότερο ζητήθηκαν διευκρινήσεις τις οποίες ο μάρτυρας προσέφερε χωρίς δυσκολία και, επίσης, κλήθηκε να επεξηγήσει περαιτέρω τα ευρήματα του. Εκείνο που έτυχε αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση ήταν το κατά πόσο είχε γίνει περιπολία από την Αστυνομία προς ανεύρεση του σκύλου για τον οποίο υπήρχε ισχυρισμός από τον εναγόμενο ότι είχε εισέλθει στο δρόμο προ της πρόκλησης του δυστυχήματος. Στο ζήτημα αυτό ο ΜΕ1 ήταν κατηγορηματικός ότι είχαν κάνει μηχανοκίνητη περιπολία προς εντοπισμό του σκύλου μαζί με άλλο συνάδελφο αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η μαρτυρία του ΜΕ1, ο οποίος φάνηκε να είναι ένας αμερόληπτος, ανεξάρτητος και αντικειμενικός εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος, γίνεται αποδεκτή καθόσον αφορά τα πραγματικά του ευρήματα. Κατά συνέπεια ο χώρος όπου έγινε το επίδικο δυστύχημα στον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς-Δεκέλειας, όπως αυτός απεικονίζεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, οι σχετικές μετρήσεις που έκανε ο μάρτυρας, η τελική θέση του οχήματος που οδηγούσε ο ενάγων, οι ζημιές που υπήρχαν στα δύο ενεχόμενα οχήματα, και το σημείο σύγκρουσης ανάμεσα σ΄ αυτά, στο οποίο εντοπίσθηκαν συντρίμμια από γυαλιά, αποτελούν τα πραγματικά ευρήματα για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κρίση της αξιοπιστίας και ακρίβειας της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας αναλύθηκε και επεξηγήθηκε σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η πραγματική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει πως έχει επισυμβεί ένα δυστύχημα. Εντούτοις αποτελεί γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και στην αξιολόγηση των διιστάμενων εκδοχών και σταθερό οδηγό για τον έλεγχο της ακρίβειας και των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα τα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάνουν λάθος, όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζομένων. Είναι αυτονόητο ότι η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. [5] Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του ενάγοντα (ΜΕ2) λέω από την αρχή ότι ήταν σαφής και θετική. Περιέγραψε με άνεση και φυσικότητα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το επίδικο δυστύχημα. Ήταν ξεκάθαρος ότι το επίδικο δυστύχημα επεσυνέβη ενώ αυτός οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ενώ προηγουμένως στο δρόμο στην ίδια με αυτόν κατεύθυνση κινείτο το φορτηγό του εναγομένου στη δεξιά λωρίδα στο σημείο όπου πλησίαζαν την έξοδο προς τα Λειβάδια. Σε αυτό το σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα, όπως τόνισε, δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα. Ο ΜΕ2 ήταν κατηγορηματικός ότι τίποτε άλλο δεν θυμόταν για το πώς έγινε το δυστύχημα. Ούτε, όπως τόνισε ο ίδιος, είχε δει προηγουμένως την παρουσία σκύλου στο δρόμο. Τα όσα ο ενάγων κατέθεσε αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση στο στάδιο της αντεξέτασης, απλώς επιδιώχθηκαν κάποιες περαιτέρω διευκρινήσεις στα όσα σχετικά είχε καταθέσει. Το ίδιο σαφής και θετικός ήταν ο ενάγων και σε σχέση με την τραυματισμό του και τα όσα είχε υποστεί ένεκα αυτού από το επίδικο δυστύχημα. Περιέγραψε με άνεση και σαφήνεια τα προβλήματα που αντιμετώπισε και τη θεραπεία που ακολούθησε ως, επίσης, και το χρονικό διάστημα που απουσίασε από την εργασία του. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στο γεγονός ότι μετά από ιατρικές οδηγίες φορούσε κολάρο για περίοδο 2 μηνών επί 24ώρου βάσεως την ημέρα, ακόμη και την ώρα που ξάπλωνε με αποτέλεσμα να ταλαιπωρηθεί. Αναφέρθηκε επίσης στους πόνους που είχε, τη δυσκαμψία αλλά και τους πονοκεφάλους. Ο Ενάγοντας ήταν, πιστεύω, απόλυτα ειλικρινής στα όσα κατέθεσε σχετικά με τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη ως αποτέλεσμα του τραυματισμού του στο επίδικο δυστύχημα χωρίς να διακρίνω οποιαδήποτε τάση υπερβολής από μέρους του. Η Υπεράσπιση δεν έχει μέσω της αντεξέτασης αμφισβητήσει ούτε το είδος του τραυματισμού του Ενάγοντα, ούτε τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά με τη θεραπεία που ακολουθήθηκε και τον πόνο και ταλαιπωρία που ο Ενάγων έχει υποστεί. Εν πάση περιπτώσει αυτά που ο ίδιος ο Ενάγων κατέθεσε συμβαδίζουν και συνάδουν με τις ιατρικές διαπιστώσεις που προκύπτουν από τα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν με παραδεκτό από τις δύο πλευρές το περιεχόμενο τους, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. ΄Ηταν, επίσης, απόλυτα συγκεκριμένος σε σχέση με το ποσό που έλαβε από τον εργοδότη του διαρκούσης της απουσίας του από την εργασία του όπως και σε σχέση με το ποσό που καταβλήθηκε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Το ίδιο σαφής και θετικός ήταν και σε σχέση με το ποιος είναι εκείνος το όνομα του οποίου εμφαίνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος που οδηγούσε στο επίδικο δυστύχημα. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης ο ενάγων κλήθηκε από την Υπεράσπιση να δώσει και έδωσε χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία ή δισταγμό περαιτέρω διευκρινήσεις σε σχέση με την εργασία του και τις άδειες που λάμβανε. Σ΄ ό,τι αφορά τη μαρτυρία που έδωσε σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του και τα προβλήματα που αντιμετώπισε ως αποτέλεσμα του επίδικου δυστυχήματος η Υπεράσπιση στο στάδιο της αντεξέτασης του έθεσε ότι σε κανένα γιατρό του Νοσοκομείου είχε παραπονεθεί για πονοκεφάλους, όπως ισχυρίζετο ότι είχε, και ότι η ιατρική συμβουλή που του δόθηκε σε σχέση με το κολάρο που φορούσε ήταν, μετά την πρώτη βδομάδα, να το αφαιρεί όταν κοιμάται. Και στις δύο υποβολές ο ενάγων ήταν κατηγορηματικός ότι αυτές δεν ευσταθούσαν. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ενάγοντα στο σύνολο της δεν έχω κανένα δισταγμό να πω ότι επρόκειτο για μια απόλυτα ειλικρινή μαρτυρία. Ο ενάγων, χωρίς υπερβολές και με την απλότητα και φυσικότητα που χαρακτηρίζει την αλήθεια, κατέθεσε στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα τόσο σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος όσο και σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του και τα προβλήματα που αντιμετώπισε ως συνεπεία του τραυματισμού του στο επίδικο δυστύχημα. Κατά συνέπεια αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Η μαρτυρία της ΜΕ3 η οποία είναι η Πρωτοκολλητής Ποινικών Υποθέσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας συνίστατο στην κατάθεση των αποστενογραφημένων πρακτικών από τη μαρτυρία του εναγομένου στην ποινική υπόθεση 14076/06 στην οποία ήταν κατηγορούμενος για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9). Η μαρτυρία της ΜΕ3 δεν αμφισβητήθηκε και, ως αποτέλεσμα, παρέμεινε αναντίλεκτη. Γίνεται, συνεπώς, αποδεκτή. Η μαρτυρία της ΜΕ4 στενογράφου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας συνίστατο στο ότι η ίδια είχε λάβει τη μαρτυρία του εναγομένου στην ποινική υπόθεση υπ΄ αριθμό 14076/06 και ότι στη συνέχεια τα είχε αποστενογραφήσει και δακτυλογραφήσει. Ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε στη μαρτυρία αυτή η οποία, πέραν του ότι υπήρξε ειλικρινής και θετική, παρέμεινε αναντίλεκτη. Γίνεται, συνεπώς, αποδεχτή. Σ΄ ό,τι αφορά τη μαρτυρία της ΜΕ6, συζύγου του ενάγοντα, η οποία κλήθηκε για σκοπούς αντεξέτασης, αυτή ήταν σαφής και θετική. Ξεκάθαρα δήλωσε ότι το όχημα ΕΕΧ975 είχε εγγραφεί επ΄ ονόματι της γιατί απλώς έτυχε να κάνει η ίδια τη μεταβίβαση της και ότι αυτή ήταν η ιδιοκτήτρια του. Μάλιστα όταν ρωτήθηκε αν ο σύζυγος της εδικαιούτο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του εν λόγω αυτοκίνητου απάντησε με κάθε ειλικρίνεια και με αυθόρμητο τρόπο ότι ήταν ο σύζυγος της και ότι βάση του ασφαλιστηρίου μπορούσε να το οδηγεί. Χωρίς αμφιβολία η ΜΕ6 κατέθεσε τα αληθινά γεγονότα σε σχέση με το ποιός ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος ΕΕΧ975 και, επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ο Εναγόμενος σε σχέση με την κίνηση του σκύλου στον αυτοκινητόδρομο όπου οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα το φορτηγό του δίνει τις ακόλουθες εκδοχές: ­ Στην κατάθεση που έδωσε στην ποινική υπόθεση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) αναφέρει ότι είδε κάτι που στη συνέχεια διαπίστωσε ότι ήταν σκύλος να κινείται στη μέση του δρόμου και στη συνέχεια είδε το σκύλο να γυρίζει προς την κατεύθυνση από την οποία ήρθε, δηλαδή από τα χωράφια εκτός του αυτοκινητόδρομου, και μετά να ξαναγυρίζει στο δρόμο οπόταν έκανε μικρό ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει το σκύλο και αμέσως ήρθε στην αριστερή λωρίδα και έγινε το δυστύχημα. ­ Στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και που υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως κύρια εξέταση του (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) αναφέρει ότι είχε δει από μακριά ένα σκύλο να διασταυρώνει το δρόμο, από τα αριστερά να πηγαίνει προς τα δεξιά. Ενώ βρισκόταν το φορτηγό του σε πολύ κοντινή απόσταση από το σκύλο, ο σκύλος άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε πάλι στα αριστερά απ΄ όπου είχε εμφανιστεί. Τότε, όπως αναφέρει, έκανε ελιγμό προς τα δεξιά για να μην τον κτυπήσει και στη συνέχεια πάλι στα αριστερά οπόταν έγινε το δυστύχημα. ­ Στην αντεξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου ο εναγόμενος ανέφερε ότι σε μακρινή απόσταση είδε ένα αντικείμενο στη μέση του δρόμο και πλησιάζοντας διαπίστωσε ότι ήταν σκύλος. Όταν πλησίασε το φορτηγό του στα 300 μέτρα, ο σκύλος πήγε προς τα δεξιά και στη συνέχεια προς το συρματόπλεγμα στα αριστερά προς τα χωράφια και μετά ήλθε ξανά στο δρόμο οπόταν ο εναγόμενος έκανε ελιγμό στα δεξιά και μετά πάλι επανήλθε στην αριστερή λωρίδα που ευρισκόταν και τότε άκουσε ένα θόρυβο και είδε ένα αυτοκίνητο να αναποδογυρίζεται. Ο Εναγόμενος αντεξεταζόμενος παραδέκτηκε ότι ήταν όταν κινήθηκε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου που άκουσε θόρυβο και είδε το αυτοκίνητο εκείνο που, όπως φάνηκε μετά, οδηγείτο από τον Ενάγοντα, να αναποδογυρίζεται, αφού προηγήθηκε σύγκρουση του με την «κάσια» του φορτηγού που οδηγούσε ο εναγόμενος. Κατά συνέπεια ο Εναγόμενος, με βάση τα δικά του λεγόμενα, προέκυψε ότι δεν είχε διαπιστώσει την παρουσία του αυτοκινήτου που ο ενάγων οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην αριστερή λωρίδα. Βέβαια ο Εναγόμενος προσπάθησε να δικαιολογήσει αυτή του την παράλειψη λέγοντας ότι όταν είναι μικρό το όχημα και βρίσκεται πολύ κοντά στο φορτηγό αυτό δεν φαίνεται. ΄Ηταν, πιστεύω, έκδηλη η προσπάθεια του να δικαιολογήσει την παράλειψη του αυτή προβάλλοντας θέσεις που δεν μπορούσαν λογικά να υποστηριχθούν, όπως τη θέση ότι δεν μπορεί να δει από τα πλαϊνά καθρεφτάκια του ακριβώς πίσω από το φορτηγό και επιμένοντας ότι είχε πράγματι ελέγξει το δρόμο πριν να αλλάξει λωρίδα χρησιμοποιώντας τα καθρεφτάκια. Παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος έδωσε κάπως διαφοροποιημένες εκδοχές σε σχέση με την κίνηση του σκύλου στον αυτοκινητόδρομο, με βάση τα όσα καταγράφονται ανωτέρω, η ουσία από τα λεχθέντα του εναγόμενου παραμένει ότι, αφού έκανε κίνηση αποφυγής του σκύλου, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του αλλάζοντας πορεία από την αριστερή λωρίδα, όπου οδηγούσε το φορτηγό του, πηγαίνοντας στη δεξιά λωρίδα ή προς τη δεξιά λωρίδα, όταν επεχείρησε να επανέλθει στην αριστερή λωρίδα όπου ευρισκόταν αρχικά, συγκρούστηκε με τον Ενάγοντα που εκινείτο σε αυτή, χωρίς να διαπιστώσει σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο και προτού επιχειρήσει την επάνοδο του στην αριστερή λωρίδα την παρουσία του Ενάγοντα στο δρόμο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ στη διαπίστωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου: ü Την 1.2.06 γύρω στις 15.45 ο ενάγων οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΕΧ975 στον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς-Δεκέλειας τηρώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο ο εναγόμενος οδηγούσε το φορτηγό με αρ. εγγραφής KJW417 τηρώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας έχοντας την ίδια κατεύθυνση όπως και ο ενάγων. Σε κάποια στιγμή κοντά στην έξοδο προς τα Λειβάδια ο εναγόμενος αντιλήφθηκε την είσοδο ενός σκύλου στο δρόμο και για να αποφύγει να το κτυπήσει έκανε ελιγμό προς τη δεξιά λωρίδα στην οποία και εισήλθε και στη συνέχεια επέστρεψε στην αριστερή λωρίδα στην οποία εκινείτο προηγουμένως και στην οποία εκείνη τη στιγμή εκινείτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγων οπόταν ακούστηκε ένας θόρυβος, συγκρούσθηκε το φορτηγό με το όχημα που οδηγούσε ο ενάγων στο σημείο Χ που σημειώθηκε στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, και το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγων αναποδογυρίστηκε για να καταλήξει στο σημείο Β1, όπως αυτό σημειώνεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, που ήταν και η τελική του θέση. ü Ο εναγόμενος σε κανένα σημείο πριν την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος είχε αντιληφθεί την παρουσία του οχήματος του ενάγοντα το οποίο τηρούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας χωρίς να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας σε οποιοδήποτε στάδιο πριν να επισυμβεί το δυστύχημα. ü Από το δυστύχημα τραυματίσθηκε ο ενάγων ο οποίος και στη συνέχεια μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, ενώ προκλήθηκαν ζημιές στα ενεχόμενα αυτοκίνητα. Συγκεκριμένα το φορτηγό KJW417 είχε ζημιές στην αριστερή πισινή γωνιά και το σαλούν ΕΧ975 στο δεξιό μπροστινό μέρος και γδάρσιμο στην αριστερή πλευρά. ü Την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή, ο δε δρόμος ήταν ευθύς και στο σημείο της σύγκρουσης υπήρχε αρκετή ορατότητα, γύρω στα 200 μέτρα. ü Μετά το δυστύχημα και, παρά τη διενέργεια μηχανοκίνητης περιπολίας από την Αστυνομία, δεν διαπιστώθη να περιφέρεται στο μέρος οποιοσδήποτε σκύλος. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ευρημάτων βρίσκω ότι η σύγκρουση μεταξύ των δύο ενεχομένων οχημάτων επεσυνέβη καθ΄ην στιγμή ο εναγόμενος, ο οποίος οδηγούσε το φορτηγό του στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, έκαμε ξαφνικά και απροειδοποίητα κίνηση για να εισέλθει και εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία εκείνη τη στιγμή εκινείτο το όχημα που οδηγούσε ο ενάγων με αποτέλεσμα να προκληθεί σύγκρουση και το αυτοκίνητο του ενάγοντα να αναποδογυριστεί και να βρεθεί στη συνέχεια στη λωρίδα ασφαλείας στ΄ αριστερά συμφώνως της πορείας του, στην τελική του θέση. Είναι φανερό ότι η γενεσιουργός αιτία πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος ήταν η ξαφνική και απρόσμενη είσοδος του εναγομένου στη λωρίδα πορείας του ενάγοντα χωρίς προειδοποίηση η οποία είχε ως αποτέλεσμα να του φράξει το δρόμο και να του ανακόψει την ελεύθερη του πορεία. Κατά συνέπεια είναι η κατάληξη μου ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιοδήποτε ποσοστό ευθύνης για το δυστύχημα στον Ενάγοντα και η ευθύνη βαρύνει εξ ολοκλήρου τον Εναγόμενο. ΕΙΔΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ (Α) Απαίτηση για ποσό ΛΚ 1.400 για τις ζημιές στο όχημα ΕΕΧ975 Όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω κάποιες από τις ειδικές ζημιές που ο ενάγων αξιώνει στην παρούσα αγωγή έχουν συμφωνηθεί και ειδικότερα από την παράγραφο 5 της Εκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ότι οι ζημιές στο όχημα ΕΕΧ975 ανέρχοντο στο ποσό των ΛΚ 1.400. Παρέμεινε, βασικά, ως επίδικη η αξίωση για χαμένα ημερομίσθια του ενάγοντα και η οποία θα εξεταστεί στη συνέχεια της απόφασης με βάση την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Σε ό,τι αφορά το ποσό που συμφωνήθηκε για την αξία του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΕΧ 975 και το οποίο οδηγούσε ο ενάγων όταν επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, όπως προκύπτει από τις εισηγήσεις των συνήγορων, προέκυψε θέμα κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται να διεκδικεί το συμφωνηθέν ποσό με δεδομένο το γεγονός ότι δεν ήταν αυτός ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του πιο πάνω οχήματος αλλά η σύζυγος του. Στη δική μας υπόθεση Patsalides v. Yiapani and another
(1969)1 CLR 84 αποφασίσθηκε ότι και ο οδηγός του αυτοκινήτου νομιμοποιείται, υπό προϋποθέσεις, να αξιώσει τη δαπάνη για την αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου που οδηγούσε νοουμένου ότι αποδεικνύεται η ύπαρξη σχέση παρακαταθήκης (bailment) με βάση το ΄Αρθρο 106(β) στο ΜΕΡΟΣ ΧΙΙ του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και επόμενα. Στο ΄Αρθρο 106(β) δίδεται ο ορισμός της παρακαταθήκης που έχει ως εξής: «(β) «παρακαταθήκη με ευρεία έννοια» είναι η παράδοση αγαθών από ένα πρόσωπο σε άλλο για κάποιο σκοπό, με το συμβατικό όρο ότι μόλις εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο παραδόθηκαν, αυτά θα επιστραφούν ή διατεθούν σύμφωνα με τις οδηγίες του προσώπου που τα παράδωσε. Το πρόσωπο που παράδωσε τα αγαθά καλείται «παρακαταθέτης» ενώ το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκαν «θεματοφύλακας». Η ύπαρξη τέτοιας σχέσης θα πρέπει, απαραίτητα, να δικογραφείται. Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο ανέτρεψε το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία είχε αποδειχθεί η σχέση θεματοφύλακα-παρακαταθέτη μεταξύ της οδηγού του αυτοκινήτου και του συζύγου της, που ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου. Να σημειωθεί ότι στην υπόθεση εκείνη στις έγγραφες προτάσεις του Ενάγοντα δεν γινόταν αναφορά σε σχέση παρακαταθήκης, ούτε είχε υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο αίτηση για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης για να συμπεριληφθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός. Συγκεκριμένα στην ΄Εκθεση Απαίτησης καταγράφετο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα οδηγούσε το αυτοκίνητο της, ενώ στην αντεξέταση ανάφερε ότι το αυτοκίνητο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του συζύγου της. Όπως αναφέρθηκε, συναφώς στη σελίδα 104 της πιο πάνω υπόθεσης: «It would be observed, that counsel for the respondents was inviting the Court to take the view, that the wife was the bailee of the car of her husband. But nothing more was done by counsel, either by an application for leave to amend the statement of claim to the effect that respondent 1 was driving the car of her husband as a bailee at the material time and/or to apply for leave to recall the witness to give evidence on the question of bailment. However, the trial Court in delivering its reserved judgment on April 25, 1967, had his to say on this question:- Mr. Papaphilippou in his address however alleged that this plaintiff cannot recover this amount for the simple reason that the car was registered in the name of her husband. We find that the plaintiff is entitled to pursue the claim under this item because at the time she was driving the car she was a bailee of her husband and she was under an obligation to return it to him." Όσον αφορά δε το εύρημα το πρωτόδικου Δικαστηρίου για ύπαρξη σχέση θεματοφύλακα-παρακαταθέτη το Ανώτατο Δικαστήριο διαφωνώντας ανέφερε τα εξής σχετικά στη σελίδα 105: "With due respect to the finding of the learned trial Judges, whether a bailee is entrusted by the owner with property to hold on his behalf it is a question depending upon the particular circumstances of the case. In the absence of an express contract of bailment the onus remains on the plaintiff to prove to the trial Court facts of such a nature justifying the inference that an implied contract was in effect in existence. In the absence, therefore, of evidence of bailment I am of the opinion that in this case, I can interfere with the finding of the learned trial Judges. It seems to me that they did misdirect themselves, in law, and that the findings of fact on this issue are certainly not justified by the absence of evidence and therefore their conclusions were wrong. For these reasons, I would accept the submission of counsel on this question. I would, however, like to express the view, that as at present advised, in the absence of prima facie evidence one cannot presume that a contract of bailment is created simply because the wife was found in possession, driving her husband's car a view apparently shared by the learned trial judges." Με βάση το ΄Αρθρο 140 του ΚΕΦ. 149 ο θεματοφύλακας έχει δικαίωμα να λάβει δικαστικά μέτρα κατά τον ίδιο τρόπο όπως και ο παρακαταθέτης εναντίον του τρίτου προσώπου το οποίο προκαλεί βλάβη στα αγαθά που έχει στην κατοχή του. Το πιο πάνω ζήτημα της δυνατότητας να εγείρει αγωγή ο θεματοφύλακας έχει εξεταστεί και σε αγγλική νομολογία από την οποία φαίνεται να προκύπτει ότι ο θεματοφύλακας μπορεί να εναγάγει τον αδικοπραγούντα για ζημιά που προκλήθηκε σε περιουσία που είχε στην κατοχή του ο θεματοφύλακας. Στην υπόθεση O'Sullivan v Williams
(1992)3 All ER 385 αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα (στη σελ. 387): ".The bailee can sue a wrongdoer simply by reason of the bailee΄s possession. Such possession is, as against the wrongdoer, full and complete ownership. It enables the bailee to recover the full value of the chattel. He must, however, account to the bailor for the amount recovered. As between the bailοr and the bailee their respective rights in the amounts recovered will depend upon the values of their enforceable interests respectively in the chattel." Στην ίδια υπόθεση γίνεται αναφορά στην υπόθεση The Winkfield (1900-1903) All ER Rep.
  1. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα που συνοψίζει την νομική αρχή: "Therefore, as I said at the outset, and as I think I have now shewn by authority, the root principle of the whole discussion is that, as against a wrongdoer, possession it title. The chattel that has been converted or damaged is deemed to be the chattel of the possessor and of no other, and therefore its loss or deterioration is his loss, and to him, if he demands it, must be recouped. His obligation to account to the bailor is really not ad rem in the discussion. It only comes after he has carried his legal position to its logical consequence against a wrongdoer, and serves to soothe a mind disconcerted by the notion that a person who is not himself the complete owner should be entitled to receive back the full value of the chattel converted or destroyed." Στην παρούσα υπόθεση η θέση η οποία δικογραφήθηκε στην ΄Εκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα καταγράφεται στην παράγραφο 1(γ) όπου αναφέρονται τα εξής: «Ο Ενάγων ήταν εγγεγραμμένος ή και ο δικαιούμενος όπως εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου υπ΄ αρ. εγγραφής ΕΕΧ975.» Στην ακροαματική διαδικασία η θέση η οποία προωθήθηκε τόσο από τον Ενάγοντα όσο και από τη σύζυγο του ΜΕ6 ήταν ότι το αυτοκίνητο είναι εγγραμμένο επ΄ ονόματι της ΜΕ6 αλλά «ανήκε στην οικογένεια», όπως το έθεσε ο Ενάγων. Η δε ΜΕ6 ανέφερε ότι το κόστος αγοράς είχε καταβάλει ο Ενάγων και ότι, κατά το στάδιο της μεταβίβασης, απλώς έτυχε να γραφτεί πάνω της γιατί έτυχε η ίδια να κάνει τη μεταβίβαση. Ακόμα ανέφερε ότι ο σύζυγος της βάση του ασφαλιστηρίου μπορούσε να το οδηγά. Από τα πιο πάνω συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, χωρίς αμφιβολία, ότι ο Ενάγων οδηγούσε το αυτοκίνητο που ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της συζύγου του ως θεματοφύλακας. Δεν μου διαφεύγει της προσοχής, ωστόσο, ότι στην ΄Εκθεση Απαίτησης δεν υπήρξε οποιοσδήποτε δικογραφημένος ισχυρισμός που να αναφέρεται σε σχέση παρακαταθήκης. ΄Ηδη αναφερθήκαμε πιο πάνω στην παράγραφο 1(γ) της ΄Εκθεσης Απαίτησης και στο σχετικό ισχυρισμό που προβάλλεται εκεί εκ μέρους του Ενάγοντα. Και, βεβαίως, δεν έγινε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης, αν και υπήρχε η δυνατότητα και στην πορεία διαφάνηκε η αναγκαιότητα, ούτως ώστε να συμπεριληφθεί ρητά ο ισχυρισμός ότι τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων οδηγούσε το αυτοκίνητο της συζύγου του ως θεματοφύλακας. Υπενθυμίζω εδώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να περιορίζεται στα θέματα όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα και να μην υπεισέρχεται σε άλλα ζητήματα που η μαρτυρία πιθανόν εγείρει και τα οποία δεν είναι δικογραφημένα.[6] Δεν μου διαφεύγει βέβαια, όσον αφορά το ζήτημα της ύπαρξης δυνατότητας να επιδιωχθεί τροποποίηση των δικογράφων για να συνάδουν με τη δοθείσα μαρτυρία, ότι έχει νομολογηθεί ότι στις κατάλληλες περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τροποποίηση των δικογράφων στο τέλος της διαδικασίας ούτως ώστε η απόφαση του Δικαστηρίου να συνάδει με τα ευρήματα του Δικαστηρίου και τις πραγματικότητες της υπόθεσης.[7] Στην παρούσα υπόθεση με βάση όλα τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει το απαραίτητο υπόβαθρο που να δίνει στον Ενάγοντα το αγώγιμο δικαίωμα με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του στην ΄Εκθεση Απαίτησης να απαιτήσει τη ζημιά που προέκυψε στο όχημα που οδηγούσε ενώ επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Ούτε θεωρώ ότι θα ήταν δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να διατάξω, σε αυτό το στάδιο, την τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης ούτως ώστε να συνάδει με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, όπως έχουν διατυπωθεί ανωτέρω. Παρά το γεγονός ότι προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία αποκαλύπτει την ύπαρξη παρακαταθήκης, εν τούτοις, επαναλαμβάνω, δεν υπήρξε οποιαδήποτε πρωτοβουλία από μέρους του Ενάγοντα να προβεί σε εκείνα τα δικονομικά μέτρα που απαιτούνταν για να εναρμονίσει το δικόγραφο του με τα νέα δεδομένα που προέκυψαν στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Επισημαίνω, ακόμη, ότι το ζήτημα αυτό τέθηκε στη διαδικασία και μάλιστα η πλευρά του εναγόμενου είχε προχωρήσει με αίτημα για απόσυρση παραδεκτού γεγονότος αναφορικά με το θέμα της ιδιοκτησίας του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΕΧ975 βασιζόμενη σε μαρτυρία ότι ο ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος δεν ήταν ο Ενάγων αλλά τρίτο πρόσωπο. Κάτω λοιπόν υπό αυτές τις περιστάσεις, επαναλαμβάνω, δεν θεωρώ ορθό και δίκαιο να εξασκήσω τις εξουσίες του Δικαστηρίου για τροποποίηση του δικογράφου του Ενάγοντα. Ως αποτέλεσμα η απαίτηση του Ενάγοντα για τη ζημιά στο όχημα ΕΕΧ975 απορρίπτεται. (Β) Απαίτηση σε σχέση με απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντα Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ5, αρχιλογιστή στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν ο ενάγων, διαπιστώνω ότι ο ΜΕ5 με σαφήνεια κατέθεσε αναφορικά με τα συγκεκριμένα ποσά που ο ενάγων έλαβε από τους εργοδότες του κατά τη διάρκεια της απουσίας του από την εργασία του από 1.2.06 μέχρι 30.4.06 όπως, επίσης και για τα ποσά του μισθού του ενάγοντα που, υπό κανονικές συνθήκες, δηλαδή αν εργαζόταν, θα λάμβανε κατά τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο. ΄Ηταν ξεκάθαρος ότι οι εργοδότες κατέβαλαν στον ενάγοντα πλήρεις απολαβές για περίοδο 32 ημερών και προσδιόρισε το συνολικό ποσό που αναλογούσε για την περίοδο αυτή των 32 ημερών και το οποίο καταβλήθηκε στον ενάγοντα. Περαιτέρω ο ΜΕ5 αναφέρθηκε και στο ποσό του επιδόματος ασθενείας που καταβλήθηκε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις το οποίο, όπως ξεκαθάρισε, αφαιρείται από το μισθό του ενάγοντα, όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Ο ΜΕ5 εξήγησε και ανέλυσε πως καθορίστηκε το ποσό το οποίο καταβλήθηκε στον ενάγοντα λέγοντας ότι αυτό αποτελούσε το άθροισμα του μισθού του ενάγοντα για το μήνα Φεβρουάριο, με την αναλογία των 4 ημερών (4/31) του μηνός Μαρτίου εφόσον δόθηκαν στον ενάγοντα πλήρεις απολαβές για συνολικά 32 ημέρες. Δεν μου διαφεύγει της προσοχής ότι στο Τεκμήριο 7 που κατατέθηκε γίνεται αναφορά σε ποσό ΛΚ 965, όμως από την μαρτυρία του ΜΕ5 προέκυψε, κατά την άποψη μου, ξεκάθαρα ότι ο Ενάγων είχε λάβει τον μισθό του Φεβρουαρίου, δηλαδή ΛΚ 854,90 και την αναλογία 4 ημερών (4/31) από τον μήνα Μάρτη, δηλαδή ΛΚ 116,87 με αποτέλεσμα να εισπράξει το άρθροισμα των δύο αυτών ποσών, ήτοι ΛΚ971,77 και όχι ΛΚ
  2. Η μικρή αυτή διαφορά που εντοπίζεται δεν έχει, πιστεύω, οποιαδήποτε σημασία εφόσον η βάση υπολογισμού και τα δεδομένα υπολογισμού του μισθού που έλαβε ο Ενάγων για την περίοδο των 32 ημερών τέθηκαν ξεκάθαρα από τον ΜΕ5 και δεν υπήρξε οποιαδήποτε ασυνέπεια ή ασάφεια σε αυτά στη διάρκεια της μαρτυρίας του. Κατά την αντεξέταση ο ΜΕ5 δεν ρωτήθηκε μόνο σε σχέση με το πώς κατέληξε στο συγκεκριμένο ποσό που καταβλήθηκε στον ενάγοντα αλλά και για διάφορα άλλα γενικότερα ζητήματα που σχετίζονται με τις Συλλογικές Συμβάσεις στα ξενοδοχεία. Απάντησε κάθε ερώτηση που του τέθηκε με σαφήνεια και ειλικρίνεια. Εν κατακλείδι λέγω ότι παρέμεινε σταθερός και συνεπής στη μαρτυρία του καθόλη τη διάρκεια της εξέτασης του και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Από τη μαρτυρία του ΜΕ5 προκύπτουν τα ακόλουθα ευρήματα: £ Ο Ενάγων έλαβε από τους εργοδότες του τη διάρκεια που δεν εργάστηκε από 1.2.06 μέχρι 30.4.06 και ήταν εκτός εργασίας πλήρεις απολαβές για περίοδο 32 ημερών. Το συνολικό ποσό που του καταβλήθηκε ανήλθε σε ΛΚ 971.
  3. £ Το ποσό αυτό αντιπροσώπευε το μισθό του ενάγοντα για το μήνα Φεβρουάριο και ο οποίος μισθός ανέρχετο στο ποσό των ΛΚ 854.90 πλέον αναλογία 4 ημερών από τις 31 ημέρες του μηνός Μαρτίου (4/31) και ανήλθε στο ποσό των ΛΚ116.
  4. Ο μισθός του ενάγοντα για το μήνα Μάρτιο θα ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ 905.
  5. £ Για το μήνα Απρίλιο ο μισθός του Ενάγοντα θα ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ 987.
  6. £ Το ποσό του επιδόματος ασθενείας που παραχωρήθηκε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις στον Ενάγοντα και που ανερχόταν σε ΛΚ 592.65 αφαιρέθηκε από το μισθό που έλαβε ο ενάγων, από τους εργοδότες του, όπως προσδιορίστηκε ανωτέρω, με αποτέλεσμα ο ενάγων στο τέλος της ημέρας να λάβει από τους εργοδότες του συνολικά το ποσό των ΛΚ 379.
  7. (ΛΚ971.77-ΛΚ592.65=ΛΚ379.15) Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ευρημάτων και, αφού ληφθεί υπόψη ότι το συνολικό εισόδημα του ενάγοντα για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτη και Απρίλη του 2006 που βρισκόταν εκτός εργασίας θα ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ 2748.30 (ΛΚ854.90 + ΛΚ905.75 + ΛΚ987.65) και το ότι αυτός, τελικά, έλαβε το ποσό των ΛΚ 379.12, η απώλεια εισοδήματος που αυτός υπέστη ανήλθε στο ποσό των ΛΚ 2369.
  8. (Γ) Απαίτηση σε σχέση με ιατρικά έξοδα Από την προσαχθείσα μαρτυρία και, ειδικότερα από την κατάθεση των ιατρικών πιστοποιητικών ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5 και 6 των οποίων το περιεχόμενο συμφωνήθηκε ως παραδεκτό, προέκυψε ότι ο ενάγων επιβαρύνθηκε και ποσό ΛΚ 56 για την εξασφάλιση των εν λόγω πιστοποιητικών, ήτοι ΛΚ 28 για το καθένα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Όσον αφορά τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα και γενικά την κατάσταση της υγείας του ως αποτέλεσμα του τραυματισμού του στο επίδικο δυστύχημα επισημαίνεται ότι τα δύο ιατρικά πιστοποιητικά που εξεδόθηκαν για τον ενάγοντα (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5 και 6) κατατέθηκαν στο Δικαστήριο με αποδεκτό το περιεχόμενο τους. Αυτά αφορούν το είδος του τραυματισμού που υπέστη αλλά και τη νοσηλεία που είχε στο νοσοκομείο. Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα και με βάση το παραδεκτό περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών Τεκμήρια 5 και 6 προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου: ü Ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας την 1.2.2006 συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος με κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάκωση αυχένα. ΄Εφερε εκδορές δεξιάς παρειάς και θλαστικό τραύμα ινιακής χώρας όπου έγινε συρραφή. Παρουσίαζε αίμα στο δεξιό έξω ακουστικό πόρο και στους ρώθωνες. Παρουσίαζε περιτραυματική αμνησία, GCS 15/
  9. Αιτιάτο για αυχεναλγία και άλγος αριστερού ώμου. ü Κατόπιν αξονικής τομογραφίας διαπίστωσαν: -κάταγμα ακανθώδους απόλυσης του αυχενικού σπονδύλου -υπαρραχνοειδή αιμορραγία στο σκηνίδιο της παρεγκεφαλίδας αριστερά. ü Ο ενάγων εισήχθη στη χειρουργική κλινική για παρακολούθηση. Εκτιμήθηκε από ορθοπεδικό και συνεστήθη αυχενικός κηδεμόνας τύπου Philadelphia. Του τοποθετήθηκε αυχενικός κηδεμόνας. Από νευρολογική εξέταση που του έγινε δεν παρουσιάζει παθολογικά ευρήματα όσον αφορά τα άνω και κάτω άκρα από την κάκωση του αυχένα. ü Παρέμεινε στη χειρουργική κλινική και στις 4.2.06 εξήλθε με οδηγίες και με κηδεμόνα Phildelphia για το κάταγμα του Α7 σπονδύλου. ü Στις 2.2.06 έγινε επανάληψη αξονικής τομογραφίας (CT εγκεφάλου) η οποία ήταν φυσιολογική. Η Ω.Ρ.Λ. εξέταση δεν έδειξε τίποτα το παθολογικό. ü Στις 24.2.2006 επανεξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία και στις 29.3.06 δόθηκαν οδηγίες για αφαίρεση του κηδεμόνα και έναρξη φυσιοθεραπείας. ü Η παρούσα κατάσταση περιγράφεται ως εξής: - κινήσεις αυχένος πλήρεις με ήπιο άλγος στις ακραίες θέσεις - νευρολογικώς από τα άνω και κάτω άκρα δεν παρουσιάζει παθολογικά ευρήματα - η κλινική του εικόνα δύναται να αποδοθεί σε ήπιο μετατραυματικό αυχενικό σύνδρομο. ü Ως πρόγνωση αναφέρεται ότι δεν αναμένονται άλλες ιδιαίτερες λειτουργικές διαταραχές από τον αυχένα για το μέλλον. ü Ο ενάγων φορούσε αυχενικό κολάρο/κηδεμόνα για περίοδο 2 μηνών επί 24ώρου βάσεως. ü Μετά τον τραυματισμό του υπέφερε από πόνους στον αυχένα, είχε δυσκαμψία, ιδιαίτερα τον πρώτο καιρό, και πονοκεφάλους. ü Μέχρι σήμερα υποφέρει από πονοκεφάλους και από δυσκαμψία αλλά με τον καιρό η κατάσταση του βελτιώνεται. ü Ο ενάγων πήρε αναρρωτική άδεια για περίοδο 32 ημερών και επέστρεψε στην εργασία του την 1.5.
  10. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας, της απώλειας των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο Ενάγων σαν συνέπεια του τραυματισμού του. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Όπως τονίζεται στην κλασσική, πλέον, πάνω στο ζήτημα απόφαση Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789: ". To ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς, η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας, ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.» Είναι σταθερή η τάση για ελευθεροποίηση των ποσών που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις η οποία καταλήγει σε αύξηση τους σε σύγκριση με εκείνο που θεωρείτο το μέτρο στο παρελθόν έτσι που να τοποθετείται μεγαλύτερη αξία στον ανθρώπινο πόνο και τις αγωνίες της ανικανότητας[8] Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες, όπως μπορούν να εξακριβωθούν, με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά το χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων ως αυτοτελή παράγοντα αλλά και ως συγκριτικό όταν ανατρέχουμε σε υποθέσεις του παρελθόντος στο βαθμό που αυτές σε περιπτώσεις αυτής της φύσεως θα μπορούσε να είναι βοηθητικές[9]. Τελικά, σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος στη θέση στην οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν εάν δεν τραυματιζόταν. Αυτή είναι η βασική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων υπό τον όρο πάντα ότι η ζημιά η οποία αποδίδεται είναι εύλογη μεταξύ τους[10]. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος[11]. Στην υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Καραολή,
(1998)1 Α.Α.Δ. 445 επισημαίνεται ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις μόνο ενδεικτική σημασία μπορούν να έχουν γιατί κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης. Να σημειώσουμε, τέλος, ότι είναι ταυτόχρονα νομολογημένο ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση.[12] Μελέτησα με προσοχή τα στοιχεία αριθμού υποθέσεων στις οποίες καθορίστηκαν ποσά γενικών αποζημιώσεων για παρόμοιους τραυματισμούς και τα σύγκρινα με αυτά της υπό κρίση περίπτωσης. Άντλησα καθοδήγηση από αριθμό αποφάσεων στις οποίες υπάρχει αναλογία με τη συγκεκριμένη υπόθεση, στην έκταση των κακώσεων και στα επακόλουθα, προβαίνοντας, βέβαια, στις αναγκαίες προσαρμογές και λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε υπόθεση έχει τις ιδιαιτερότητες της και ότι είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία[13]. Προχωρώ στη συνέχεια να αναφερθώ σε κάποιες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν παρόμοιες περιπτώσεις τραυματισμού όπως η υπό εξέταση. Στην υπόθεση Γρηγόρης Κεζαρίδης ν. Κώστα Κωνσταντίνου
(2007)1 ΑΑΔ 1373 στην οποία με παρέπεμψε ο κος Μ. Κυριακίδης, ο εφεσίβλητος είχε υποστεί σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στην κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση. Του χορηγήθηκαν αυχενικό κολλάρο, αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Οι ακτινογραφίες της αυχενικής μοίρας έδειξαν ευθειασμό της σπονδυλικής στήλης και σπονδυλοαρθριτικές αλλοιώσεις στους Α5 και Α6 σπονδύλους. Επειδή η κατάσταση του δεν παρουσίαζε βελτίωση με τα φάρμακα και τον κολάρο, συνεστήθηκε αγωγή φυσιοθεραπείας την οποία ακολούθησε ο εφεσίβλητος. Παρόλες τις θεραπείες ο εφεσίβλητος παραπονείτο για έντονους πονοκεφάλους, αδυναμία συγκέντρωσης, έντονο πόνο και δυσκαμψία στον αυχένα με πόνο και μούδιασμα στα άνω άκρα. Αξονική τομογραφία εγκεφάλου και μαγνητική τομογραφία του αυχένα δεν έδειξαν να υπάρχει οτιδήποτε το παθολογικό. Ο εφεσίβλητος εξακολουθούσε να παραπονείται για πονοκεφάλους οι οποίοι φαίνονταν έντονοι μετά από εργασία 2-3 ωρών. Αισθανόταν, επίσης, πόνο και δυσκαμψία στον αυχένα, γεγονός που του προκαλούσε δυσκολία στην εξάσκηση του επαγγέλματος του. Στο μεταξύ, στους 14 μήνες μετά το δυστύχημα, όλα τα συμπτώματα είχαν εκλείψει και ο εφεσίβλητος είχε ήδη επιστρέψει στην εργασία του. Όπως προέκυψε, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, στην πιο πάνω υπόθεση, η ένταση του πόνου και των άλλων ενοχλήσεων ήταν πιο έντονη στην αρχή, σταδιακά, όμως, με την πάροδο του χρόνου γινόταν ολοένα και πιο ήπιοι. Στην υπόθεση λοιπόν αυτή το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιδικάσει προς όφελος του εφεσίβλητου ποσό ΛΚ6.000 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε κατ΄ έφεση ότι το εν λόγω ποσό ήταν πολύ κοντά στο ανώτατο όριο της αποζημίωσης που θα μπορούσε δικαίως να επιδικαστεί υπέρ του εφεσίβλητου, όμως λέχθηκε ότι η περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη για παρέμβαση για τη μείωση του ποσού καθώς δεν υπερέβαινε τα όρια της δίκαιης αποζημίωσης. Στην υπόθεση Χ''Θεοδοσίου ν. Διονυσίου
(2007)1 ΑΑΔ 1121, στην οποία με παρέπεμψε ο κος Γ. Λουκαϊδης, ο εφεσείων είχε υποστεί διάφορα τραύματα στο σώμα με σοβαρότερο το κάταγμα του 6ου θωρακικού σπονδύλου. Είχε υποβληθεί σε συντηρητική θεραπεία και σε φυσιοθεραπεία. Είχε λάβει αναρρωτική άδεια ενός χρόνου και λόγω των συνεπειών του τραύματος στον σπόνδυλο δεν ήταν σε θέση να εργασθεί και τον επόμενο χρόνο. Υπήρξαν στην περίπτωση αυτή μόνιμα κατάλοιπα, όπως κύφωση της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης ανάλογη με την απώλεια ύψους του σπονδύλου η οποία προκαλούσε πόνο ανάλογα με τις δραστηριότητες του ατόμου, πρόκληση πόνου κατά την ορθοστασία, οδήγημα, αθλοπαιδιές και την κατάκλιση στην ίδια θέση για διάστημα μισής ώρας. Τέλος, υπήρχε και η πρόβλεψη για πιθανότητα ανάπτυξης οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων. Στην υπόθεση αυτή οι επιδικασθείσες πρωτόδικα αποζημιώσεις για ποσό ΛΚ10.000 αυξήθηκαν κατ΄ έφεση σε ποσό ΛΚ15.
  1. Σημειώνω ότι η υπόθεση Χ''Θεοδοσίου ν. Διονυσίου (ανωτέρω) αφορούσε, όπως προκύπτει από τα γεγονότα της, περίπτωση πιο σοβαρών τραυματισμών από ό,τι η επίδικη και υπήρχαν μόνιμα κατάλοιπα στοιχεία που τη διακρίνουν από την παρούσα υπόθεση. ΄Ελαβα υπόψη μου το είδος και τη φύση των κακώσεων που ο ενάγων υπέστη, το γεγονός ότι χρειάσθηκε για περίοδο δύο μηνών να φέρει αυχενικό κολλάρο το οποίο δεν αφαιρούσε ούτε κατά τη διάρκεια της κατάκλισης με όλα τα συνακόλουθα που προκύπτουν από αυτό το γεγονός, ότι υπέφερε, ιδιαίτερα στην αρχή, από έντονους πόνους και δυσκαμψία αλλά και πονοκεφάλους αλλά, ταυτόχρονα, και το ότι σήμερα η κατάσταση βελτιώθηκε και συνεχίζει να βελτιώνεται, το γεγονός ότι δεν υπήρχαν κατάλοιπα και ότι δεν αναμένονται άλλες ιδιαίτερες λειτουργικές διαταραχές από τον αυχένα στο μέλλον, ενώ σήμερα οι κινήσεις του αυχένος είναι πλήρεις με ήπιο άλγος στις ακραίες θέσεις. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα πιο πάνω και γενικά τον πόνο και την ταλαιπωρία που ο ενάγων υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του, κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των ΛΚ7.000 θα αποτελούσε για την περίπτωση της δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. ΤΟΚΟΣ Ο νόμιμος τόκος μέχρι την πρόσφατη τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, ήταν 8%. Με τον τροποποιητικό Νόμο 81(I)/08 ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5.5% από 15.10.
  2. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο τροποποιητικός Νόμος 82(I)/08 στο ΄Αρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  3. Το θέμα του καθορισμού του τόκου εμπίπτει εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εκτενής ανάλυση του θέματος με ειδική αναφορά στην αγγλική νομολογία έγινε στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475. Στην πιο πάνω υπόθεση τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωριστεί είναι ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή προς εκδίκαση αφού μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της μπορεί να έχει ως επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου. [14] Στην υπόθεση Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΔΔ 1246. Στην υπόθεση αυτή ο τόκος επιδικάστηκε από την ημερομηνία καταχώρισης της Τροποποιημένης ΄Εκθεσης Απαίτησης λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση της Αγωγής. Από την άλλη, καθυστέρηση δύο ετών στην καταχώρηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης κρίθηκε ως δικαιολογημένη λόγω της έκτασης και πολλαπλότητας των τραυμάτων του Ενάγοντα[15]. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Θεοφάνους ν. Κουρουκλά
(2006)1 (Α) ΑΑΔ 528 όπου ο τόκος επιδικάστηκε από τη μέρα έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος, Ευαγγέλου ν. Δημητρίου Π.Ε. 304/06, 29/2/08 και Αζόφ ν. Προδρόμου κ.ά.
(2006)1 (Α) ΑΑΔ
  1. Σε σχέση με τις ειδικές αποζημιώσεις το θέμα τέθηκε ως εξής από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ι. Κωνσταντινίδη στη Φοινικαρίδης (πιο πάνω) στις σελίδες 494-495: «Το ύψος των ειδικών ζημιών είναι γνωστό κατά το χρόνο της δίκης και ως θέμα αρχής, το ορθό θα ήταν να επιδικάζεται τόκος από την ημερομηνία κατά την οποία ο Ενάγων είχε υποστεί την κάθε ζημιά. Όμως αυτό θα συνεπαγόταν πολυδιάσπαση των ποσών και ενασχόληση με πολλές αριθμητικές πράξεις συνήθως με αντικείμενο μικρά ποσά κάθε φορά. .............................. ΄Ετσι ευνοήθηκε η προσέγγιση του θέματος πάνω σε γενικές γραμμές και προκρίθηκε ως δίκαιη η επιδίκαση τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που επιδικάζονται από την ημέρα της γέννησης του αγώγιμου δικαιώματος ως τη δίκη, μειωμένου όμως κατά το μισό ώστε να αντισταθμιστεί το γεγονός ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή. Τονίζεται πως αυτό μόνο σε συνηθισμένες περιπτώσεις. Δεν αποκλείεται διαφορετική προσέγγιση όταν τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης το δικαιολογούν.» Στην παρούσα υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα δημιουργήθηκε την 1/2/06, το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε 16 μήνες αργότερα, δηλαδή στις 11/6/07, ενώ η Εκθεση Απαίτησης 5 μήνες μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή στις 13/11/
  2. Σε ό,τι αφορά το θέμα του τόκου για τις γενικές αποζημιώσεις, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, θεωρώ ορθό να επιδικάσω νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της Εκθεσης Απαίτησης εφόσον, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, μεσολάβησαν 21 μήνες περίπου από της γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι της καταχώρησης της Εκθεσης Απαίτησης σε μια υπόθεση όπου αυτή η καθυστέρηση δεν φαίνεται να δικαιολογείται από τη φύση των τραυμάτων του Ενάγοντα. Σε ό,τι αφορά τις ειδικές ζημιές, θεωρώ ορθό να επιδικάσω τόκο από την ημέρα γένεσης του αγωγίμου δικαιώματος, δηλαδή από 1/2/06, με βάση τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για τα ακόλουθα ποσά: (Α) ΛΚ7,000 (€11.960,21) υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων με τόκο 8% ετησίως από 13.11.07 μέχρι 14.10.08 και 5,5% ετησίως από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως. (Β) ΛΚ2425,18 (€4.143,67) ως ειδικές ζημιές με τόκο 4% από 1/2/06 μέχρι 14.10.08 και 2,75% από 15.10.08 μέχρι 13.5.
  3. Νοείται ότι το ποσό αυτό θα φέρει τόκο 5,5% από την ημέρα της απόφασης, δηλαδή από σήμερα (14.5.10) μέχρι εξόφλησης. Τέλος, τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. [1]Δέστε Χαραλάμπους ν. Στυλιανού
(1991)1(Α) Α.Α.Δ.284. [2] Δέστε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R.387. [3] Δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ.345. [4] Δέστε, επίσης, Κασιέρη κ.α. ν. Κυριάκου
(1977)1 Α.Α.Δ. 1246 και Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422. [5] Δέστε Charalambous v. Kaifa
(1986)1 CLR 278, Adamis v. Eracleous
(1982)1 CLR 646, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 293, Τεκλίμα Λτδ ν. A.T. Lanitis
(1987)1 CLR 614. [6] Όπως λέχθηκε στην Patsalides v. Yiapani
(1969)1 CLR 84 στη σελ. 97: «Furthermore, in the judgment in Iordanou v. Anyftos, (24 C.L.R. 97, at p. 106) the following has been stated: "A Court of law has to confine itself to the issues as appearing at the close of the pleadings or properly added to at the date of the hearing and not take up at trial other issues which the evidence of a particular witness might suggest."». [7] Δέστε Skepi Ltd v. Kaisis and another
(1983)1 CLR 231, 233 και πιο πρόσφατα St Marina Sporting Promotions Ltd v. Dimitrov
(2004)1 ΑΑΔ 1663. [8] Δέστε Μαυροπετρή ν. Γεωργίου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74-75. [9] Δέστε Fysko v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1029 και A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 ΑΑΔ 416. [10] Δέστε Βαρβάρα Χρίστου Μιχαήλ ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτη Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049, Κώστας Ιακώβου ν. Αλέξανδρου Παπαδάκη κ.α.,
(2000)1 Α.Α.Δ. 2079. [11] Δέστε Polykarpou v. Adamou (πιο πάνω) όπου ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) υποδεικνύει: "Previous awards do not give rise to binding precedent in the sense of stare decisis as pointed out in "Tziellas v. The Ship Natalena H"
(1982)1 C.L.R. 807, 820. They offer guidance, especially awards made by Courts of the Republic that reflect the realities of the country and the purchasing power of the Cyprus pound.". Δέστε επίσης G & L Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1 ΑΑΔ 948. [12] Δέστε Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ ν. Πολίτη
(2003)1 ΑΑΔ 590. [13] Δέστε Σπύρου ν. Χ. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298. [14] Δέστε MILLER ROSA MARIA κ.ά. ν. UTE PETEK
(1999)1 ΑΑΔ 2091 και Στεφανή ν. Λαμπή
(1999)1 ΑΑΔ 1849. [15]Φιλίππου κ.ά. ν. Τσολάκη
(2006)1 (Β) ΑΑΔ 1188. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.