ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΑΙ ΝΙΚΟΛΑ ΤΡΙΚΩΜΙΤΕΣ ΛΤΔ ν. ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΤΟΥΜΑΖΗ κ.α., Αρ. Αγωγής 3770/02, 14 Μαΐου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3770/02 Μεταξύ: ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΑΙ ΝΙΚΟΛΑ ΤΡΙΚΩΜΙΤΕΣ ΛΤΔ Εναγόντων και
- ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΤΟΥΜΑΖΗ
- ΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥΜΑΖΗ Εναγόμενοι και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΛΤΔ Μεσεγγυούχοι Αίτηση ημερ. 5.2.2010 για κατάσχεση εις χείρας τρίτου 14 Μαΐου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Γ. Λουκαϊδης Για Εναγόμενη 1-Καθ΄ης η αίτηση 1: κα Μ. Σουρουλλά Για Μεσεγγυούχους: κ. Αντ. Παπαλλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ EIΣΑΓΩΓΗ Κατόπιν μονομερούς αίτησης που οι Ενάγοντες-Αιτητές καταχώρησαν το Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (writ of attachment) με το οποίο οι Μεσεγγυούχοι διατάσσονταν όπως μη αποχωριστούν του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 της Αίτησης. Το διάταγμα αυτό (Order Nisi) επιδόθηκε στην Εναγόμενη 1 και στους Μεσεγγυούχους οι οποίοι εμφανίστηκαν και ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση. Ταυτόχρονα οι Ενάγοντες-Αιτητές καταχώρησαν αίτηση δια κλήσεως με την οποία ζητούσαν διάταγμα διατάττον τους Μεσεγγυούχους όπως καταβάλουν στους Ενάγοντες ποσό ΛΚ14.926,27 ή €25.503,04 πλέον τόκο 8% ετησίως από 1.12.01 μέχρι 30.11.02 πλέον ποσό ΛΚ17.812,95 ή €30.445,48 πλέον τόκο 8% ετησίως από 1.12.02 μέχρι εξοφλήσεως, δυνάμει διαιτητικής απόφασης ημερ. 20.7.05 και/ή απόφασης Δικαστηρίου ημερ. 30.10.06 στην παρούσα αγωγή πλέον δικηγορικά έξοδα τα οποία επιδικάστηκαν προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης 1 για διάφορες δικαστικές διαδικασίες σχετικά με την παρούσα αγωγή, που όφειλαν στην Εναγομένη
- ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.43, Δ.43Α και Δ.48 θθ. 1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Χριστίνα Ζίκκου η οποία εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων. Σε αυτή αναφέρεται εν πρώτοις στη διαιτητική απόφαση ημερ. 20.7.05 και εν συνεχεία στην απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή ημερ. 30.10.06 με την οποία δόθηκε άδεια όπως η διαιτητική απόφαση εκτελεστεί (Τεκμήριο Α). Περαιτέρω αναφέρεται σε διάφορες δικαστικές διαδικασίες και/ή εφέσεις που καταχωρήθηκαν από την Εναγόμενη 1 σε σχέση με την παρούσα αγωγή όπου επιδικάστηκαν εναντίον της και προς όφελος των Εναγόντων διάφορα ποσά όπως καταγράφονται στην παράγραφο 4(α)-(δ). Επισυνάπτονται δε τα τεκμήρια Β, Γ, Δ και Ε. Η ενόρκως δηλούσα καταγράφει, επίσης, στην παράγραφο 5(α) και (β) τα ποσά που επιδικάστηκαν προς όφελος της Εναγομένης 1 και εναντίον των Εναγόντων. Καταλήγει δε λέγοντας ότι οι μεσεγγυούχοι οφείλουν στην Εναγομένη 1 ποσό ίσο ή και μεγαλύτερο του οφειλόμενου στους Εναγόμενους και ότι δεν έχουν πληρώσει ακόμη τα ποσά αυτά στην Εναγόμενη 1 και ότι βρίσκονται στην κατοχή τους. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 Στην υπό κρίση αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από την Εναγομένη 1 η οποία βασίζεται στα άρθρα 73-81 του Κεφ. 6 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.43, Δ.43Α, Δ.48 θθ. 1-4, 8 και 9 και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: · Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. · Η αίτηση δεν αποκαλύπτει το αληθές και ακριβές ποσό που κατ΄ ισχυρισμό οφείλεται. · Τα ποσά που αναφέρονται στην αίτηση έχουν εξοφληθεί με την παράδοση της τραπεζικής εγγύησης ημερ. 27.7.07 εκ μέρους της Εναγομένης 1 προς τον δικηγόρο των Αιτητών. · Δεν αναφέρεται συγκεκριμένος λογαριασμός που διατηρεί η Εναγόμενη 1 στους μεσεγγυούχους και δεν υπάρχει μαρτυρία αν η Εναγόμενη 1 διατηρεί οποιοδήποτε λογαριασμό στους μεσεγγυούχους, το είδος του λογαριασμού και το κατά πόσο αυτός είναι δεκτικός μεσεγγύησης. · Η Εναγόμενη 1 διατηρεί κοινό λογαριασμό με τον σύζυγο της ο οποίος δεν είναι δεκτικός κατάσχεσης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 1 στην οποία επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης και γίνεται αναφορά στα σχετικά γεγονότα ως ακολούθως: Ø Στις 30.10.06 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια να εκτελεστεί και καταχωριστεί εναντίον της Εναγομένης 1 διαιτητική απόφαση ημερ. 20.7.
- Ø Η διαιτητική απόφαση ήταν για το ποσό των ΛΚ17.818,95 πλέον νόμιμο τόκο επί ποσού ΛΚ 14.926,27 από 1.12.01 μέχρι 30.11.02 και νόμιμο τόκο επί ποσού ΛΚ17.818,95 από 1.12.02 μέχρι εξοφλήσεως. Ø Δυνάμει της απόφασης ημερ. 30.10.06 οι αιτητές στις 19.4.07 καταχώρησαν εναντίον της εναγομένης 1 την αίτηση πτώχευσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αριθμό 65/
- Ø Στις 3.4.09 καταχώρησαν ειδοποίηση πτώχευσης αρ. 295/09 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριο με έξοδα €641 πλέον ΦΠΑ. Ø Στις 24.4.09 καταχώρησαν αίτηση πτώχευσης αρ. 117/09 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριο στις 10.11.09 με έξοδα €536 πλέον €80 ΦΠΑ. Ø Η Εναγόμενη 1 καταχώρησε Πολιτικές Εφέσεις εναντίον ενδιάμεσων αποφάσεων του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή και λόγω της καταχώρησης εναντίον της, της αίτησης πτώχευσης που αναφέρθηκε ανωτέρω καταχώρησε στις 24.5.07 αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 30.10.
- Ø Στις 29.6.07 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην παρουσία των δικηγόρων των Αιτητών και με τη σύμφωνη γνώμη τους διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 30.10.06 στην παρούσα αγωγή μέχρι εκδικάσεως των πολιτικών εφέσεων που η Εναγόμενη 1 είχε καταχωρήσει. ΄Ηταν όρος του διατάγματος ημερ. 29.6.07 να καταθέσει η Εναγόμενη 1 εγγυητική επιστολή ύψους ΛΚ26.172 εντός 30 ημερών. (Αντίγραφο του διατάγματος και του πρακτικού του Δικαστηρίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α). Ø Όπως προκύπτει η τραπεζική εγγύηση αφορούσε τη διαιτητική απόφαση που ήταν για ποσό ΛΚ17.818,95 καθώς και τους τόκους και όλα τα δικηγορικά έξοδα μέχρι τότε. Η εγγυητική επιστολή δόθηκε για το ποσό ΛΚ26.172 και σε αυτή υπολογίστηκαν από τους δικηγόρους των Αιτητών οι τόκοι και τα έξοδα τους. Ø Η εγγυητική επιστολή εκδόθηκε στις 27.7.07 εντός της προθεσμίας των 30 ημερών που προέβλεπε το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 29.6.07 και επιδόθηκε δεόντως την ίδια ημέρα στο γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών. (Αντίγραφο της εγγυητικής επιστολής καθώς και της ένορκης δήλωσης του επιδότη επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Α, Β και Γ αντίστοιχα). Ø Όταν οι Αιτητές και/ή οι δικηγόροι τους έλαβαν την πιο πάνω τραπεζική εγγύηση και, αφού εξασφαλίστηκαν για την πληρωμή του ποσού της διαιτητικής απόφασης και των δικηγορικών τους εξόδων, στις 20.9.07 απέσυραν την αίτηση πτώχευσης 65/
- (Αντίγραφο του σχετικού πρακτικού του Δικαστηρίου ημερ. 20.9.07 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ). Ø Η παράλειψη των Αιτητών να παρουσιάσουν για πληρωμή την τραπεζική εγγύηση ημερ. 27.7.07 την οποία κατέχουν καθιστά την παρούσα αίτηση καταχρηστική. Ουδέποτε η Εναγόμενη 1 αρνήθηκε να πληρώσει τα οφειλόμενα δικηγορικά έξοδα και μέσω των δικηγόρων της επιχείρησε να τα καταβάλει όμως ο κ. Ποιητής ζητούσε με επιστολές του προς τους δικηγόρους της Εναγόμενης 1 πολύ μεγαλύτερα ποσά απ΄ αυτά που όφειλε. Ø Μετά την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης και, συγκεκριμένα στις 20.5.09, η Εναγόμενη 1 απέστειλε, μέσω ιδιώτη επιδότη, προς τους δικηγόρους των Αιτητών επιταγή ύψους €4.443,75 για την εξόφληση των εξόδων τους στην παρούσα αγωγή και τις πολιτικές εφέσεις η οποία δεν έγινε αποδεκτή. (Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Στ επιστολή της δικηγόρου Μ. Σουρουλλά και ως Τεκμήριο Ζ αντίγραφο της επιταγής). Μετά την άρνηση των πιστωτών και/ή των δικηγόρων τους να παραλάβουν την επιταγή με την οποία εξοφλούνταν πλήρως όλα τα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα των προαναφερθεισών διαδικασιών οι πιστωτές δεν δικαιούνται την αίτηση για κατάσχεση εις χείρας του μεσεγγυούχου. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΜΕΣΕΓΓΥΟΥΧΩΝ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση εκ μέρους των μεσεγγυούχων με την ίδια νομική βάση όπως αυτή της εναγόμενης 1 στην οποία εξειδικεύονται οι εξής λόγοι ένστασης: v Δεν παρουσιάζεται συγκεκριμένος λογαριασμός που διατηρεί η Εναγόμενη 1 στους μεσεγγυούχους, ούτε παρουσιάζεται το είδος του λογαριασμού, ούτε το κατά πόσο είναι δεκτικός κατάσχεσης. v Η Εναγόμενη 1 διατηρεί κοινό λογαριασμό με τον σύζυγο της ο οποίος δεν είναι δεκτικός κατάσχεσης. v Δεν επισυνάπτεται στην αίτηση η διαιτητική απόφαση ούτε αναφέρεται το ποσό της διαιτητικής απόφασης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1, Διευθύντρια των μεσεγγυούχων, στην οποία, βασικά, υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης σε περισσότερη έκταση. ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Κατά την εκδίκαση της παρούσας αίτησης αντεξετάστηκε η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση κα Χρ.Ζίκκου. Αντεξεταζόμενη η κα Ζίκκου από την κα Σουρουλλά διευκρίνισε ότι το ποσό της απόφασης ανέρχεται σε ΛΚ17.818,95 πλέον τόκο ΛΚ14.926,27 για ένα έτος μέχρι 30.11.02 και τόκος 8% επί του ποσού των ΛΚ17.818,
- Όπως ανέφερε, μόλις διαπιστώθηκε το λάθος που έγινε, το έθεσε υπόψη του κ. Φούλια εκ μέρους των αντιδίκων. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 1 στην παράγραφο 3(Ζ) της ένορκης δήλωσης της, η κα Ζίκκου συμφώνησε ότι εξεδόθη διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 30.10.06 και ότι στους Αιτητές στάληκε αντίγραφο εγγυητικής επιστολής. Το πρωτότυπο ουδέποτε έφθασε, ούτε εντοπίστηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου, ενώ η εγγυητική ουδέποτε εξαργυρώθηκε. Εξήγησε ότι η εγγυητική δόθηκε απλώς ως εξασφάλιση. Αποτελούσε, δηλαδή, όρο για την δοθείσα αναστολή, το δε ποσό που καθορίστηκε δεν αποτελούσε πλήρη υπολογισμό αλλά ένα, όπως το χαρακτήρισε, «lump sum». ΄Οσον αφορά την απαίτηση των Εναγόντων αυτή ουδέποτε ικανοποιήθηκε. Πρόσθεσε, επίσης, ότι η εγγυητική είχε ημερομηνία λήξης, συγκεκριμένα 10 ημέρες, και επανέλαβε ότι ουδέποτε δόθηκε στους Ενάγοντες το πρωτότυπο αυτής για να εξαργυρωθεί με αποτέλεσμα να μην έχει πληρώσει η Εναγόμενη
- Τα ποσά που η Εναγόμενη 1 οφείλει τα υπολόγισε η κα Ζίκκου και για το σκοπό αυτό απέστειλε επιστολή στους δικηγόρους της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο α στην απαντητική ένορκο δήλωση). Όσον αφορά το κατά πόσο η Εναγόμενη 1 έχει λογαριασμό με τους μεσεγγυούχους η κα Ζίκκου απάντησε ότι θεωρούσε δεδομένο ότι αυτή είχε λογαριασμό λόγω της ιδιότητας της ως διευθύντρια των μεσεγγυούχου, τονίζοντας, ωστόσο, ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει στοιχεία συγκεκριμένου λογαριασμού. Αντεξεταζόμενη από τον κ. Παπαλλή διευκρίνισε ότι τα ποσά που αναφέρει στην παράγραφο 4 της απαντητικής της ενόρκου δηλώσεως είναι αυτά που υπολόγισε με βάση το κείμενο της δικαστικής απόφασης και δεν τα έχει συγκρίνει με το ποσό της τραπεζικής εγγύησης. Επανέλαβε ότι το ποσό της τραπεζικής εγγύησης αποτελούσε ένα πρόχειρο υπολογισμό για σκοπούς εξασφάλισης για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι εκδικάσεως της έφεσης. Αρνήθηκε ότι το οφειλόμενο ποσό είναι αυτό που συμφωνήθηκε στο Δικαστήριο για τους σκοπούς της τραπεζικής εγγύησης. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι δεν προέβηκαν οι Ενάγοντες στα αναγκαία διαβήματα για είσπραξη του ποσού της εγγυητικής. Ανέφερε, ακόμη, ότι δεν γνωρίζει το είδος του λογαριασμού που η Εναγόμενη 1 τηρεί στους μεσεγγυούχους αλλά με δεδομένο ότι είναι διευθύντρια των μεσεγγυούχων θεωρεί ότι πρέπει να διατηρεί λογαριασμό σε αυτούς. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Ο κ. Λουκαϊδης εκ μέρους των αιτητών τόνισε ότι τα γεγονότα που στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητούνται είναι (α) ύπαρξη δικαστικής απόφασης το ύψος του ποσού της οποίας δεν αμφισβητείται, (β) το ότι δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι και (γ) το ότι η Εναγόμενη 1 διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στους μεσεγγυούχους. Όσον αφορά την εγγυητική που δόθηκε στα πλαίσια αναστολής εκτέλεσης επεσήμανε ότι αυτή αφορούσε μόνο την αίτηση αναστολής και ότι από τη στιγμή που απερρίφθησαν οι εφέσεις το θέμα τελείωσε εκεί. Πρόσθεσε ότι η εγγυητική αυτή δεν εξαργυρώθηκε ποτέ και ούτε θα μπορούσε να εξαργυρωθεί εφόσον στους ενάγοντες δόθηκε αντίγραφο. Είπε, ακόμη, ότι η εν λόγω εγγυητική είχε και ημερομηνία λήξης, δηλαδή 10 μέρες μετά την απόρριψη των εφέσεων. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς ότι δεν δόθηκε αριθμός λογαριασμού ή είδος λογαριασμού της Εναγομένης 1 στους μεσεγγυούχους τόνισε ότι το βάρος απόδειξης το έχει η άλλη πλευρά. Επεσήμανε, επίσης, ότι τα όσα αναφέρονται σε σχέση με το ύψος της δικαστικής απόφασης και τις διαταγές εξόδων είναι παραδεκτά. Τόνισε δε δεν αναφέρθηκε από την άλλη πλευρά ότι το ποσό της κατάθεσης είναι μικρότερο από το οφειλόμενο, ούτε προβλήθηκε οποιοδήποτε νομικό κώλυμα εκ μέρους της Εναγόμενης 1 ή ότι τα λεφτά δεν τις ανήκουν. Η κα Σουρουλλά εκ μέρους της Εναγόμενης 1 υποστήριξε ότι οι Αιτητές εσκεμμένα δεν άσκησαν το δικαίωμα που είχαν με βάση την τραπεζική εγγύηση για το ποσό που δήλωσαν στο Δικαστήριο στις 29.6.
- Πρόσθεσε ότι το ποσό των ΛΚ26.172 καθορίστηκε από τους Αιτητές μέσω του δικηγόρου τους κ. Μιχαηλίδη αφού υπολογίστηκαν οι τόκοι και τα έξοδα. Εν συνεχεία οι Ενάγοντες, τόνισε απαιτούσαν από την Εναγόμενη 1 υπέρογκα ποσά και παρέπεμψε στην επιστολή ημερ. 10.10.08 (Τεκμήριο Ε). Η κα Σουρουλλά υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 1 ήταν πάντοτε έτοιμη να καταβάλει το ποσό της εγγύησης, ενώ οι Ενάγοντες/Αιτητές απαιτούσαν ποσά που είχαν τεράστια διαφορά μεταξύ εκείνου που έπρεπε να καταβάλει η Εναγόμενη
- Εισηγήθηκε, ακόμη, ότι οι Αιτητές δεν παρουσίασαν στοιχεία για συγκεκριμένο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 στην τράπεζα και στηρίχθηκαν μόνο σε υποψίες. Επεσήμανε ακόμη ότι δεν έχει γίνει επισύναψη της διαιτητικής απόφασης στην υπό κρίση αίτηση και στη συνέχεια διεφάνη ότι το ποσό ήταν λανθασμένο γι΄ αυτό οι Ενάγοντες καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση χωρίς, όμως, να επισυνάψουν τη δικαστική απόφαση. Η κα Σουρουλλά τόνισε ότι τα γεγονότα της αρχικής ένορκης δήλωσης της αίτησης είναι λανθασμένα και ελλειπή, ενώ ορισμένα γεγονότα διαφέρουν με βάση τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ο κ. Παπαλλής εκ μέρους των μεσεγγυούχων υποστήριξε εν πρώτοις ότι το διάταγμα «nisi»πρέπει να ακυρωθεί γιατί το Δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του τεκμηρίωση για το ισχυριζόμενο ή και το πραγματικά οφειλόμενο ποσό δυνάμει δικαστικής απόφασης και, περαιτέρω, λόγω του ότι οι Αιτητές δεν ακολούθησαν την ορθή διαδικασία. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να επισυνάψουν τη διαιτητική απόφαση στην οποία αναφερόταν το οφειλόμενο από τον εκ δικαστικής απόφασης χρεώστη και, επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να στηριχθεί στον ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας η οποία εν προκειμένω αναγνώρισε, κατά την αντεξέταση της, ότι το ποσό που αναφερόταν στην ένορκη δήλωση και στο αιτητικό της αίτησης ήταν λανθασμένο. Με την απαντητική ένορκη δήλωση, πρόσθεσε, οι Αιτητές, αφού διαπίστωσαν το λάθος τους, διόρθωσαν το ποσό χωρίς και πάλι να επισυνάψουν τη διαιτητική απόφαση ως τεκμήριο. Ο κ. Παπαλλής διευκρίνισε εδώ ότι με την ένορκη δήλωση της Εναγομένης 1 γίνεται παραδοχή για την απόφαση του Δικαστηρίου για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης και όχι το ποσό που ισχυρίζοντο οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση τους. Περαιτέρω υποστήριξε ότι στην αίτηση ελλείπουν ουσιώδη στοιχεία και/ή προϋποθέσεις που καθιστούν το εκδοθέν διάταγμα άκυρο. Συγκεκριμένα παρέπεμψε στο Αρθρο 73 του ΚΕΦ. 6 όπου αναφέρεται ρητά ότι η ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του ο μεσεγγυούχος και για την οποία καλείται να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να εξεταστεί θα πρέπει να αναφέρεται στο ένταλμα κατάσχεσης, πράγμα που δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Τόνισε δε ότι το διάταγμα «nisi» πρέπει να δεσμεύει συγκεκριμένο χρέος και όχι να αναφέρεται αόριστα σε οποιοδήποτε ποσό δυνατό ο εκ δικαστικής απόφασης χρεώστης να διατηρεί στην τράπεζα. Ακόμη υποστήριξε ότι οι Αιτητές δεν αναφέρουν στην ένορκη δήλωση κατά πόσο ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 είναι δεκτικός μεσεγγύησης και/ή κατάσχεσης. Ο κ. Παπαλλής πρόσθεσε ότι η αναφορά της Εναγόμενης 1 σε κοινό λογαριασμό προθεσμίας με το σύζυγο της στους μεσεγγυούχους που παρέμεινε αναντίλεκτη και, επομένως, στο λογαριασμό αυτό διατηρεί δικαιώματα ο σύζυγος της με συνέπεια το διάταγμα να μην μπορεί να οριστικοποιηθεί. Όσον αφορά την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ο συνήγορος υποστήριξε ότι δεν τηρεί της προϋποθέσεις που απαιτούν οι θεσμοί και η νομολογία. Τέλος ο κ. Παπαλλής ανέφερε ότι όσον αφορά τα γεγονότα που προηγήθηκαν της καταχώρησης της παρούσας αίτησης στο βαθμό που οι μεσεγγυούχοι έχουν λόγο, υιοθετούν τις θέσεις της Εναγομένης 1 και τους ισχυρισμούς και εισηγήσεις που διατύπωσε η δικηγόρος της Εναγομένης 1 κα Σουρουλλά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η δυνατότητα εκτέλεσης με κατάσχεση στα χέρια τρίτου ρυθμίζεται από τα ΄Αρθρα 73-81 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6 τα οποία ασχολούνται με τη μέθοδο εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης γνωστής ως κατάσχεσης περιουσίας που ήδη βρίσκεται ή που έχει να λαμβάνει ο εξ αποφάσεως χρεώστης από τρίτο άτομο. Η διαδικασία αυτή τυγχάνει εφαρμογής όταν ο αιτούμενος την κατάσχεση είναι εξ αποφάσεως πιστωτής. Οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος μεσεγγύησης αναλύθηκαν στην υπόθεση Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd. κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 28. Το ΄Αρθρο 73 του Περί Πολιτικής Δικονομίας ΚΕΦ. 6 προβλέπει τα εξής: «Όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω.» Σύμφωνα δε με το ΄Αρθρο 78 του ΚΕΦ. 6 το Δικαστήριο δύναται, αφού ακούσει όλα τα πρόσωπα που δυνατόν να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα, να διατάξει όπως οποιαδήποτε περιουσία που κατασχέθηκε πληρωθεί στον εξ αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση της απαίτησης ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο. Το ΄Αρθρο 73 του ΚΕΦ. 6 διαφοροποιείται από τη σχετική Αγγλική Νομοθεσία αφού δεν περιορίζεται σε έκδοση διατάγματος Μεσεγγύησης σε χρέη όπως συμβαίνει στην Αγγλία. Επεκτείνει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε σχέση και με άλλες μορφές δικαιωμάτων, σε αγαθά, σε χρήματα και εγγυήσεις (securities) για χρηματικά ποσά[1]. Σχετικό με το υπό εξέταση θέμα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 3η ΄Εκδοση, Τόμος 16, σελ. 79, παράγραφος 119: «Attachment of debts in general. Attachment of debts is a process by means of which a judgment creditor is enabled to reach money due to the judgment debtor (t) which is in the hands of a third person (u). For this purpose the ordinary methods of execution are inapplicable (a); but there is power to order the third person to pay to the judgment creditor the debt due from him to the judgment debtor, or as much of it as may be sufficient to satisfy the judgment creditor's claim (b). In this connection, the third person in whose hands is the money which is sought to be attached is called the garnishee, the requisite proceeds are known as garnishee proceedings, and the necessary order is called a garnishee order (c). A separate, but similar procedure is provided for the case where the third person is the Crown (d).» Η ακολουθητέα διαδικασία, όπως καθορίζεται στο Μέρος VII του ΚΕΦ.6, και τρόπος κατάσχεσης έγιναν αντικείμενο εξέτασης στις υποθέσεις F. Hoffman La Roche and Co. AG v. Inter-Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Ltd.
(1969)1 C.L.R. 196, στις σελίδες 113-114 καθώς και στην υπόθεση Choice Investments Ltd. v. Jeronimon Investments
(1981)1 All E.R. 225 όπου ο Λόρδος Denning M.R. ανέλυσε την έννοια της λέξης «Garnishee». Παραθέτω από την υπόθεση F. Hoffman La Roche and Co. AG (πιο πάνω) σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 113 της απόφασης: «Sections 73 to 81 (Part VII) of the Civil Procedure Law, Cap. 6 (which we need not quote verbatim) provide that, if an application for the issue of α writ of attachment is granted by the Court, a writ goes out to the third party (the garnishee) calling on him to appear before the Court and be examined regarding the money or other movable property in his hands which is alleged to be the property of, or be due to, the judgment debtor. Under the provisions of section 74, that property becomes security in the hands of the garnishee, for the satisfaction of the claim of the judgment creditor. Finally, under section 78, the Court, after hearing all interested persons, may order that any part of the money attached shall be paid over to the judgment creditor in satisfaction of his judgment.» Η ακολουθητέα διαδικασία, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι η καταχώρηση μονομερούς αίτησης για την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης (order nisi). Aφού ειδοποιηθεί ο μεσεγγυούχος και ο εξ αποφάσεως χρεώστης, ακολουθεί δικαστική διαδικασία για την οριστικοποίηση του διατάγματος κατάσχεσης ή την έκδοση οιουδήποτε διατάγματος το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο. Η φύση της διαδικασίας για έκδοση διαταγμάτων μεσεγγύησης αναφέρθηκε στην υπόθεση Heatron Co. Ltd. v. B.M. Rising Engineering Works Ltd αίτηση για προνομιακό ένταλμα certiorari 27/99, 6.5.
- Παραθέτω το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: «Επισημαίνω εν πρώτοις ότι επρόκειτο περί εναρκτήριας διαδικασίας και όχι ενδιάμεσης παρ΄ όλον που άρχισε με μονομερή αίτηση: βλ. την ανάλογη περίπτωση στην Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc, Πολ. Εφεση 9423 ημερ. 28.1.
- Η αίτηση είχε ως αντικείμενο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, την ίδια την έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης και όχι παρεμπίπτοντος διατάγματος. Το ότι θα ακολουθούσε του εντάλματος Δικαστική διεργασία πριν από την οριστικοποίηση, που σημαίνει ότι επρόκειτο για ένταλμα nisi, δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της διαδικασίας.» Όπως έχει τονιστεί στις υποθέσεις George Th. Rossides v. Emettullah Hajitosoun (VIII) C.L.R. 43 και Carna Plants Ltd. v. Masalcha and others (πιο πάνω) η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου γεγονός που συνάγεται αβίαστα από τις διατάξεις του ΄Αρθρου 78 του ΚΕΦ.
- Η πιο πάνω διαδικασία για να τύχει εφαρμογής θα πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις: (α) Ο Αιτητής να είναι εξ αποφάσεως πιστωτής, (β) ύπαρξη χρημάτων ή αντικειμένων στην κατοχή τρίτου προσώπου (μεσεγγυούχου) του οποίου νόμιμος δικαιούχος είναι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης ή η ύπαρξη σχέσης πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και μεσεγγυούχου και (γ) ταυτόχρονα να υπάρχει την ημέρα της κατάσχεσης κάποιο αντικείμενο το οποίο να αναγνωρίζεται ως χρέος. Τονίζεται ότι είναι επάναγκες να υπάρχει η σχέση πιστωτή-χρεώστη μεταξύ του εξ αποφάσεως χρεώστη και του μεσεγγυούχου. Αν ο εξ αποφάσεως χρεώστης μπορεί να εναγάγει το μεσεγγυούχο για το ποσό που του οφείλεται και να το ανακτήσει τότε είναι φανερό ότι υπάρχει χρέος μεταξύ τους που είναι κατασχέσιμο. Με άλλα λόγια πρέπει να υπάρχει χρηματικό ποσό οφειλόμενο στον εξ αποφάσεως χρεώστη. Ο όλος σκοπός της διαδικασίας μεσεγγύησης είναι να καταστήσει τα χρέη που οφείλονται στον εξ αποφάσεως χρεώστη από τρίτα πρόσωπα, περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα προς εκτέλεση[2]. Στην υπόθεση Carna Plants (ανωτέρω) τονίστηκε ότι το διάταγμα μεσεγγύησης αποτελεί μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Προϋπόθεση έκδοσης του διατάγματος είναι η ύπαρξη συμφέροντος του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Η φύση του συμφέροντος καθορίζεται στην πιο πάνω απόφαση ως ακολούθως: «Η πρώτη προϋπόθεση που πρέπει να ικανοποιηθεί για την έκδοση διατάγματος αφορά το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Ο Νόμος ορίζει (΄Αρθρο 73) ότι πρέπει να είναι ο δικαιούχος του αντικειμένου - «beneficially interested». Ο αγγλικός όρος «beneficially interested» είναι ευρύτερος από τον αντίστοιχο ελληνικό «δικαιούχος». Ο κ. Κληρίδης εισηγήθηκε ότι το συμφέρον το οποίο προβλέπει το ΄Αρθρο 73 ενυπάρχει και όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης έλκει το δικαίωμα του από τις αρχές της επιείκειας («equity»). Ανεξάρτητα από την επακριβή σημασία στο πλαίσιο του ΄Αρθρου 73 του όρου «beneficially interested» και τη φύση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τα οποία περιλαμβάνει, το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη πρέπει να είναι άμεσο και όχι έμμεσο ή η άσκηση του να τελεί υπό όρους.» Δεδομένου δε ότι το ΄Αρθρο 78 δίδει εξουσία για έκδοση οιονδήποτε διατάγματος προς εκτέλεση της απόφασης, καθίσταται ως δεύτερη προϋπόθεση η δυνατότητα ευχέρειας να εκτελεστεί η απόφαση. Σε αντίθετη περίπτωση δεν εκδίδεται διάταγμα μεσεγγύησης. Σχετική είναι η υπόθεση Carna Plants (ανωτέρω) όπου η μεσεγγύηση αφορούσε τραπεζική πίστωση του εξωτερικού εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Υποστηρίχθηκε ότι τα μέσα εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων περιορίζονται κατά κανόνα σε στοιχεία ενεργητικού (assets) που βρίσκονται εντός και όχι εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές όπως προσπάθησα να σκιαγραφήσω. Για το σκοπό αυτό θεωρώ αναγκαίο να καταγράψω τα γεγονότα εκείνα τα οποία αποτελούν τη βάση επί της οποίας το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει σε συνδυασμό και συσχετισμό με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες που εφαρμόζονται. Από τις ενόρκους δηλώσεις που κατατέθηκαν εκατέρωθεν και από την αντεξέταση της κας Χρ. Ζίκκου, ενόρκως δηλούσας στην αίτηση και στην απαντητική ένορκο δήλωση και όλα τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτουν τα ακόλουθα: · Στις 30/10/06 στα πλαίσια της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αρ. 3770/02 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια να εκτελεστεί και να καταχωρηθεί εναντίον της Εναγομένης 1 Διαιτητική Απόφαση ημερ. 20/7/05 (Δέστε Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση της Χρ. Ζίκκου ημερ. 5/2/10 και παρά.3(Α) της ένορκης δήλωσης της εναγομένης 1 στην ένσταση της). · Η Διαιτητική Απόφαση ημερ. 20/7/05 ήταν για ποσό ΛΚ17.818,95 πλέον νόμιμο τόκο επί ποσού ΛΚ14.926,27 από 1.12.01 μέχρι 30.11.02 και νόμιμο τόκο επί ποσού ΛΚ17.818,95 από 1.12.02 μέχρι εξοφλήσεως. (Δέστε και παρα.3(Β) της ένορκης δήλωσης της Εναγομένης 1 στην ένσταση της). · Σε σχέση με την παρούσα αγωγή η Εναγομένη 1 κατεχώρησε διάφορες διαδικασίες ή/και εφέσεις και επιδικάστηκαν εναντίον της και προς όφελος των Εναγόντων διάφορα ποσά ως αναφέρονται στην παρα.4(α)-(δ) της ενόρκου δηλώσεως της Χρ. Ζίκκου ημερ. 5/2/
- (Δέστε και παρά.4 της ένορκου δηλώσεως της Εναγομένης 1 στην ένσταση των μεσεγγυούχων). Μεταξύ αυτών των διαδικασιών ήταν και οι πολιτικές εφέσεις με αρ. 67/06 και 342/06 που καταχώρησε η Εναγομένη 1 (Δέστε και παρά.3(Στ) της ενόρκου δηλώσεως της Εναγομένης 1 στην ένσταση της.) · Επιπλέον, προς όφελος της Εναγομένης 1 και εναντίον των Εναγόντων επιδικάστηκαν τα ποσά που αναφέρονται στην παρα.5(α) και 5(β) της ενόρκου δηλώσεως της Χρ. Ζίκκου ημερ. 5/2/10 (Δέστε και παρά.3(Δ) και 3(Ε) της Ενόρκου Δηλώσεως της Εναγομένης 1 στην ένσταση της και παρα.4 της ενόρκου δηλώσεως της Εναγομένης 1 που συνοδεύει την ένσταση των μεσεγγυούχων). · Στις 29/6/07 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε εκ συμφώνου διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 30/10/06 μέχρι εκδικάσεως των δύο εφέσεων που η Εναγομένη 1 είχε καταχωρήσει με τον όρο ότι θα κατέθετε τραπεζική εγγύηση ύψους ΛΚ26.172,00 εντός 30 ημερών και τα έξοδα της αίτησης αναστολής θα ακολουθούσαν το αποτέλεσμα της έφεσης ή όποιας άλλης διαταγής από το Εφετείο (Δέστε Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση της Εναγομένης 1 ημερ. 31/3/10, στην ένσταση της Εναγομένης 1). · Στις 20/9/07 απεσύρθη η αίτηση πτώχευσης που καταχωρήθηκε εναντίον της Εναγομένης 1 ημερ. 65/07 χωρίς έξοδα. (Δέστε Τεκμήριο Δ στην ένορκο δήλωση της Εναγομένης 1 ημερ. 31/3/10, στην ένσταση της Εναγομένης 1). · Το πρωτότυπο της εγγυητικής ουδέποτε έφθασε στους Αιτητές, ενώ η εγγυητική αυτή ουδέποτε εξαργυρώθηκε, η δε απαίτηση των αιτητών/εναγόντων ουδέποτε ικανοποιήθηκε. (Δέστε και Τεκμήριο Ζ στην Απαντητική ένορκο δήλωση της Εναγομένης 1 ημερ. 16/4/10). · Η Εναγομένη 1 διατηρεί στους μεσεγγυούχους κοινό λογαριασμό προθεσμίας με το σύζυγο της. (Δέστε παρα.12 της ενόρκου δηλώσεως της Εναγομένης 1 στην ένσταση της και παρα.8 της ενόρκου δηλώσεως της Εναγομένης 1 στην ένσταση των μεσεγγυούχων.) Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης έγινε εκτενής ενασχόληση και λόγος για το κατά πόσο το ποσό της εγγυητικής, που συμφωνήθηκε ως όρος για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 30/10/06 μέχρι εκδικάσεως των εφέσεων που είχε καταχωρήσει η Εναγομένη 1 και εκκρεμούσαν, αποτελούσε ή όχι υπολογισμό του οφειλόμενου από την Εναγομένη 1 προς τους Ενάγοντες ποσού. Η ουσία του ζητήματος παραμένει ότι η Εναγομένη 1 δεν μέχρι, μέχρι σήμερα, εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος, όπως αυτό προκύπτει από την απόφαση ημερ. 30/10/
- Πέραν τούτου, κατά τη γνώμη μου, οφειλόμενο ποσό είναι αυτό που προκύπτει από την διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στις 20/7/05 και για την οποία εξεδόθη διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια για να εκτελεστεί και να καταχωρηθεί εναντίον της Εναγομένης
- Θα συμφωνήσω δε με τη θέση των αιτητών ότι το ποσό της εγγυητικής που δόθηκε ως όρος για την αναστολή εκτέλεσης απόφασης θα πρέπει να ειδωθεί καθαρά στα πλαίσια στα οποία συμφωνήθηκε, δηλαδή, ως εξασφάλιση των αιτητών στα πλαίσια της διαδικασίας που ο όρος αυτός είχε σχέση, δηλαδή την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Ως αποτέλεσμα είμαι ικανοποιημένη ότι πληρούται η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται, δηλαδή, οι αιτητές να είναι εξ αποφάσεως πιστωτές δυνάμει της απόφασης που αναφέρθηκε ανωτέρω εφόσον δεν έχει, μέχρι σήμερα, εξοφληθεί το ποσό που αφορά η εν λόγω απόφαση. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά την ύπαρξη σχέσης πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και του μεσεγγυούχου. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 17, παρα.528, σελ.328: «
- Relation of debtor and creditor must exist. Money in the hands of a third person, where the relation of debtor and creditor does not exist between him and the judgment debtor, cannot be attached.» Όπως ήδη τονίσαμε στα πλαίσια σκιαγράφησης της νομικής πτυχής αν ο εξ αποφάσεως χρεώστης μπορεί να εναγάγει το μεσεγγυούχο για το ποσό που του οφείλεται και να το ανακτήσει τότε είναι φανερό ότι υπάρχει χρέος μεταξύ τους που είναι κατασχέσιμο (attachable). Επίσης, με βάση την τρίτη προϋπόθεση που τίθεται, πρέπει να υπάρχει την ημέρα της κατάσχεσης κάποιο αντικείμενο που ο νόμος αναγνωρίζει ως χρέος (debt). Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση Τόμος 17, παρα.527, σελ.327: «To be capable of attachment there must be in existence, at the date the attachment becomes operative, something which the law recognizes as a debt, and not merely something which may or may not become a debt.» Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα όπως παρατέθηκαν ανωτέρω, η Εναγομένη 1 διατηρεί στους μεσεγγυούχους κοινό λογαριασμό προθεσμίας με το σύζυγο της. Επισημαίνεται εδώ ότι η πλευρά του μεσεγγυούχου δεν έχει στην παρούσα διαδικασία αμφισβητήσει την οφειλή της προς την Εναγομένη 1, ούτε ισχυρίσθηκε ότι το ποσό που βρίσκεται κατατεθειμένο σε κοινό λογαριασμό της Εναγομένης 1 μετά του συζύγου της είναι μικρότερο από το οφειλόμενο με βάση το εξ αποφάσεως χρέος προς όφελος των Εναγόντων/Αιτητών. Όπως καταγράφεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση Τόμος 17, παρα.537, σελ.335: "
- Garnishee disputing liability. If the garnishee disputes his liability, he must appear on the day named in the order nisi to show cause against it. In ordinary cases he need not in the first instance produce any affidavit. If, however, the judgment creditor expressly desires it, the garnishee may be required to make an affidavit which should not be confined to denying the existence of the debt or debts alleged to be due but should state specifically whether he is indebted to the judgment debtor at all, and if so, to what amount." (δικές μου υπογραμμίσεις) Όπως είναι νομολογημένο ένας τρεχούμενος τραπεζικός λογαριασμός είναι δεκτικός κατάσχεσης ανεξάρτητα από την αναγκαιότητα που υπάρχει για απαίτηση πριν ο πελάτης εναγάγει. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) στη σελ.329 και παρά.530: «
- Attachment of bank accounts. A current account with a bank has always been attachable notwithstanding the necessity for a demand before a customet can sue, as the service of the order nisi is treated as a demand on behalf of the customer." Eπίσης στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση Τόμος 2, παρα.319, στις σελίδες 170-171 καταγράφονται τα εξής σχετικά: «
- Attachment by garnishee order. Money on current account can be attached by means of a garnishee order. On the service of a garnishee order nisi, made on a judgment against the customer, the whole credit balance on current account is impounded, irrespective of the relative amounts of such balance and the judgment debt (except where the order directs otherwise), and the banker cannot diminish the balance by paying out of it even cheques drawn prior to service of the order...... The moneys attached are only those standing on the customer's credit at the moment of service of the order and for which he could sue." Στο Annual Practice του 1958 στη σελ.813 διαβάζουμε: «Judgment Debtor's Bank Balance - Money standing to the credit of the judgment debtor at his bank is attachable..". Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία κοινός λογαριασμός δύο συζύγων από τον οποίο μπορεί να αποσύρει έκαστος εξ αυτών (joint account) δεν είναι δεκτικός κατάσχεσης σε σχέση με χρέος οφειλόμενο από τον ένα από τους δύο. Παραπομπή μπορεί να γίνει στην υπόθεση Hirschhorn v. Evans
(1938)2 K.B. 801 C.A. όπου ο Δικαστής Slesser L.J. ανάφερε τα εξής σχετικά: «On that, the principal question which arises, in my opinion, is whether or not it was the fact that the bank at that time were so indebted to the judgment debtor, as there stated. In my view, the right construction to put upon the opening of the account on Feb.8, 1935, notwithstanding the fact that both the judgment debtor and his wife were thereby authorized to sign cheques, is that that account was a joint account. I entertain no doubt that, if the bank had failed to meet its obligations, the rights under this account could only have been exercised by both the persons, the husband and the wife joining in whatever claim might be appropriate under the account." Περαιτέρω, σ΄ άλλο σημείο της απόφασης, τονίσθηκαν τα εξής σχετικά: «What is said here is that, in so far as each of these persons has the right to demand payment of the money in the account under the specific authorization to accept the signature of either of them, this account is in its nature several as well as joint. I am unable to accept that view. It seems to me that it amounts to no more than that the bank are under an obligation at any time to meet the demand of either the husband or the wife, and to that extent when that demand is dishonoured, the bank would be responsible for failure to meet that payment. If the argument here for the judgment creditor be well-maintained, it would follow that the bank would be in this dilemma the whole account being sterilized owing to the operation of this order, they would be unable to meet the demands of the wife which she is entitled under the contract with the bank, to make, because that would be prevented by an order which, on the face of it, applies to the husband only. I cannot think that any such position arises merely because each party may, as regards a specific cheque, create a specific debt in relation to that matter. I think that one has to look at the account as a whole, and, looking at the account as a whole, I think that it is in the nature of a joint account on which the bank are liable to both parties jointly, and, consequently, the garnishee order is misconceived in stating that the bank are indebted to the said judgment debtor in the sum there stated, whereas, in reality they are indebted to the judgment debtor and to his wife jointly." H πιο πάνω προσέγγιση από την αγγλική νομολογία πιστεύω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν εφαρμόζεται λόγω της διατύπωσης που υπάρχει στο Αρθρο 74 του ΚΕΦ.6 όπου αναφέρεται ότι το ένταλμα μεσεγγύησης, από το χρόνο επίδοσης του στο μεσεγγυούχο, όλα τα ποσά χρημάτων κτλ. επί των οποίων ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα (is beneficially entitled) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους κτλ. καθίστανται ασφάλειες στα χέρια του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε ένα κοινό λογαριασμό (joint account) που αποτελεί μια σύμβαση η οποία συνομολογείται κατά το άνοιγμα του λογαριασμού όπου η τράπεζα καθίσταται οφειλέτης και ο πελάτης δανειστής. Με βάση αυτή τη σχέση η τράπεζα οφείλει να πληρώσει στον πελάτη της τα χρήματα που έχει κατατεθειμένα στο λογαριασμό του[3]. Η υποχρέωση της πληρωμής αρχίζει όχι από το χρόνο της κατάθεσης, αλλά από την ημερομηνία που η τράπεζα οχλείται, με τη μορφή της επιταγής, και καλείται να πληρώσει. Σε περίπτωση, ωστόσο, κοινού λογαριασμού, όπως ήδη επεξηγήθηκε στην πιο πάνω αγγλική απόφαση, η τράπεζα είναι υπεύθυνη και υπόλογη και στα δύο άτομα του κοινού λογαριασμού. Ετσι στην υπό εξέταση περίπτωση είναι λάθος να λεχθεί ότι η τράπεζα, στην προκειμένη περίπτωση οι μεσεγγυούχοι, οφείλει στην Εναγομένη 1, που έχει κοινό λογαριασμό στους μεσεγγυούχους με το σύζυγο της, το ποσό που βρίσκεται στο κοινό λογαριασμό γιατί το ποσό αυτό η τράπεζα το οφείλει και στους δύο από κοινού. Η πιο πάνω κατάληξη οδηγεί, αναπόδραστα, στην μη οριστικοποίηση του διατάγματος nisi που είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος τέθηκε από πλευράς Εναγομένης 1 και από πλευράς μεσεγγυούχων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται και το εκδοθέν διάταγμα nisi ακυρώνεται. Οσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος των Αιτητών/Εναγόντων και υπέρ της Εναγομένης 1 και των Μεσεγγυούχων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. /ΑΚΣ. [1] Δέστε την Carna Plants Ltd. V. Masalcha Brothers Ltd. κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 28, 32 [2] Δέστε Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1970, παράγραφοι 49/1/8, 49/1/3. [3] Δέστε το Σύγγραμμα Pagets Law of Banking 11η έκδοση, σελ.327-328 όπου τονίζεται ότι όταν ένας πελάτης εμβάζει χρήματα στο λογαριασμό του, τότε η Τράπεζα αποκτά τίτλο στα χρήματα και αναλαμβάνει συμβατική υποχρέωση να καταβάλει ίσο ποσό στον πελάτη ή σε διαταγή του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο