Kendris Private Ag ν. Zarlobay Holdings Limited, Αρ. Αγωγής: 145/10, 18 Μαΐου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 145/10 Kendris Private Ag, από την Ελβετία Ενάγοντες - Αιτητές και Zarlobay Holdings Limited, από την Πάφο Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 25.1.2010 Ημερομηνία: 18 Μαΐου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Μ. Κυριακίδης (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Γιουσελή.) Για Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Λεμονιάτη. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα εταιρεία με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, αξιώνει σε βάρος της εναγομένης εταιρείας το ποσό των 17.900 Ελβετικών Φράγκων ή/και το ισάξιο του εν λόγω ποσού σε Ευρώ, τόκους και έξοδα. Διεκδικεί το εν λόγω ποσό ως οφειλόμενο στην ίδια, συνεπεία της παροχής υπηρεσιών ή και εργασιών ή και ως υπόλοιπο τιμολογίων ή και λογαριασμού ή και ως εύλογης αμοιβής για υπηρεσίες της ειδικότητας της που προσέφερε στην Εναγόμενη εταιρεία. Ταυτόχρονα, κατόπιν καταχώρησης μονομερούς (ex-parte) αίτησης, πέτυχε την έκδοση του υπό συζήτηση διατάγματος με το οποίο η εναγόμενη εταιρεία εμποδίζεται να αποσύρει ή και καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποξενώσει ή και να επιβαρύνει ποσό μέχρι και €15.000 από τραπεζικό λογαριασμό που η τελευταία διατηρεί σε τραπεζικό λογαριασμό της Alpha Bank Cyprus Ltd, εξαιρουμένων φυσικά των ποσών που είναι αναγκαία για την ομαλή λειτουργία της εναγομένης εταιρείας και την κάλυψη των τρεχουσών της εξόδων. Η εναγόμενη-καθ'ης η αίτηση εταιρεία εμφανίστηκε στη διαδικασία αμφισβητώντας την ορθότητα της έκδοσης του ως άνω διατάγματος και μετά την καταχώρηση ένστασης από την πλευρά της, το Δικαστήριο προχώρησε στην ακρόαση της αίτησης. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960, άρθρο 32, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 θ.1-9 και Δ.39 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την αίτηση, τίθεται με την ένορκη δήλωση της Μαίρης Ονησιφόρου, ημερ. 25/1/10 η οποία και τη συνοδεύει. Η ως άνω ομνύουσα, υπάλληλος στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες στην παρούσα αγωγή, αφού εξηγεί τον τρόπο που περιήλθαν στην αντίληψη της διάφορα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση παραπέμποντας στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων, υπογραμμίζει πως με βάση συμφωνία μεταξύ των διαδίκων οι ενάγοντες προσέφεραν υπηρεσίες της ειδικότητας τους (π.χ. λογιστικές εργασίες και υποστηρικτικές εργασίες διαχείρισης εταιρικών θεμάτων) στην εναγόμενη εταιρεία. Τέτοιες εργασίες προσέφεραν στην εναγόμενη εταιρεία και κατά το διάστημα μεταξύ 1/7/2008 μέχρι 9/7/2009 εκδίδοντας μάλιστα και σχετικά τιμολόγια κατά ή περί τις 10/2/2009 και 9/7/2009 τα οποία κοινοποίησαν στην εναγόμενη. Το ποσό που η εναγόμενη οφείλει στους ενάγοντες για τις υπηρεσίες που τις προσφέρθηκαν για το πιο πάνω διάστημα ανέρχεται σε 17.900 ελβετικά φράγκα ή το ισάξιο τους σε ευρώ €12.129,32 σεντ. Η εναγόμενη εταιρεία, συνεχίζει στη δήλωση της η Ονησιφόρου, παρά το γεγονός ότι έχει το εγγεγραμμένο γραφείο στην επαρχία της Πάφου δεν διεξάγει εργασίες στην Κύπρο χωρίς οι ενάγοντες να γνωρίζουν αν διατηρεί οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Ο μέτοχος και ο διευθυντής δε της εναγομένης εταιρείας δεν είναι Κύπριοι πολίτες και διαμένουν μόνιμα στη Σουηδία. Εξ όσων έχει περιέλθει σε γνώση των εναγόντων κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τους εναγομένους, οι τελευταίοι διατηρούν λογαριασμούς στον τραπεζικό οργανισμό Alpha Bank Cyprus Ltd ένα εκ των οποίο προσδιορίζει, στον οποίο υπάρχει πιθανότητα να βρίσκονται κατατεθειμένα χρήματα τα οποία είναι ικανά να καλύψουν την απαίτηση των εναγόντων. Ενόψει της φύσης του περιουσιακού στοιχείου της εναγομένης εταιρείας (μετρητά σε τράπεζα) αλλά και του γεγονότος ότι ουσιαστικά πρόκειται για εταιρεία ξένων συμφερόντων, προβάλλει την θέση πως υπάρχει άμεσος κίνδυνος οι εναγόμενοι να αποσύρουν ή να μετακινήσουν χρήματα ή να χρησιμοποιήσουν το εν λόγω ποσό για τις ανάγκες της εταιρείας τους με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εξασφαλιστεί στο μέλλον προς όφελος των εναγόντων. Προτάσσει τέλος ότι το ποσό των €15.000 για το οποίο επιδιώκεται η δέσμευση είναι εύλογο και επαρκές, λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της απαίτησης των εναγόντων σε βάρος της εναγομένης οι τόκοι και τα δικηγορικά έξοδα που θα προκύψουν. Η ένσταση στηρίζεται επίσης στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, στα άρθρα 2, 4, 5, 9 και 10 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 θ.2, 4 και 13, Δ.39 θ.2, και στις γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται πως: "(Α) Οι νομοθετικές πρόνοιες, εξουσία και πρακτική στα οποία οι ενάγοντες βασιστήκαν δεν παρέχουν εξουσία έκδοσης διατάγματος της φύσης του διατάγματος που επιζητείτε η έκδοσης του. (Β) Τα γεγονότα τα οποία επικαλέστηκαν οι ενάγοντες δεν στοιχειοθετούν όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τέτοια έκδοση δηλαδή την πιθανότητα να εμποδιστούν οι ενάγοντες στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί υπέρ τους. (Γ) Οι ενάγοντες δεν προβάλουν οποιοδήποτε λόγο που να αποδεικνύει το κατεπείγον ή άλλες περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με αίτηση χωρίς ειδοποίηση. (Δ) Δεν υπάρχει πιθανότητα οι ενάγοντες να μην μπορέσουν να εισπράξουν το λαβείν τους, σε περίπτωση που εκδοθεί υπέρ τους απόφαση γιατί οι εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και διαθέτουν περιουσία πολλαπλάσια της απαίτησης των εναγόντων και δεν έχουν σκοπό να αποξενώσουν οποιαδήποτε περιουσία. (Ε) Οι ενάγοντες δεν προβάλουν οποιοδήποτε λόγο που να δεικνύει ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Ζ) Οι ενάγοντες δεν δίνουν οποιαδήποτε στοιχεία που να δεικνύουν ότι το ποσό που ζητήται η μη αποξένωση του είναι περιουσία που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής. (Η) Δεν έγινε καλή επίδοση του Διατάγματος και της αίτησης χωρίς ειδοποίηση. (Θ) Η αίτηση είναι κακόπιστη και εκδικητική. (Ι) Το ζητούμενο Διάταγμα έχει επιπτώσεις πάνω σε τρίτα άτομα. (Κ) Το παρών δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. (Λ) Οι ενάγοντες αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αγωγή και αίτηση πάνω σε λανθασμένη νομική βάση καθότι η εκδότρια εταιρεία των τιμολογίων είναι η εταιρεία AJΚ BUREAU CONSULTANTS LTD και όχι η εταιρεία KENDRIS PRIVATE AG." Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Μαρίας Φούρναρη, ημερ. 26/2/
- Σύμφωνα με αυτή, η συμφωνία ημερ. 9/6/2005 για παροχή υπηρεσιών εκ μέρους των εναγόντων προς την εναγομένη δεν υπεγράφη στην Κύπρο αλλά από την πλευρά των εναγόντων στην Ελβετία και από την πλευρά του μετόχου της εναγομένης στη Σουηδία. Με δεδομένο υποστηρίζει ότι η έδρα της εναγομένης εταιρείας έχει αλλάξει αφού από τον Ιούνιο του 2009 βρίσκεται στην Πάφο, γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση των εναγόντων, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και την υπό συζήτηση αίτηση. Η εναγόμενη, συνεχίζει η ομνύουσα, διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό σε τράπεζα της Ελβετίας, την ύπαρξη του οποίου γνώριζαν οι ενάγοντες αφού αυτοί ήταν οι υπεύθυνοι για το άνοιγμα του. Από αυτόν το λογαριασμό η εναγόμενη εταιρεία πλήρωνε τους ενάγοντες για τις υπηρεσίες που αυτοί προσέφεραν κατά καιρούς σε αυτήν. Σκοπός της εναγόμενης εταιρείας είναι να πληρώσει στους ενάγοντες οποιεσδήποτε εκκρεμούσες οφειλές αφού αυτές πρώτα ξεκαθαρίσουν. Υπάρχουν ωστόσο ισχυρισμοί οι οποίοι έχουν κοινοποιηθεί από την εναγόμενη εταιρεία προς τους ενάγοντες ότι κάποιες από τις κατ' ισχυρισμό εκτελεσθείσες εργασίες δεν είχαν εκτελεστεί ή ολοκληρωθεί και ως εκ τούτου οι διεκδικούμενες οφειλές ήταν αμφισβητήσιμες. Όταν τον Ιούνιο του 2009 άλλαξε η έδρα της εναγομένης εταιρείας μεταφερόμενη στην Πάφο καθώς και οι διευθυντές της, η εναγόμενη εταιρεία άνοιξε λογαριασμό σε Κυπριακή Τράπεζα στην Πάφο με αριθμό 653-106-038210-5, όπου βρισκόταν και η έδρα της. Κατατέθηκαν δε στον εν λόγω λογαριασμό αρκετά χρήματα τα οποία είχαν μεταφερθεί από το λογαριασμό της εναγομένης στην Ελβετία τον οποίο εξακολουθούν να διατηρούν. Οι ενάγοντες είχαν γνώση για την ύπαρξη του ως άνω λογαριασμού της εναγομένης εταιρείας στην Κυπριακή Τράπεζα από τον Ιούνιο του 2009, γεγονός που δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση του κατεπείγοντος για την έκδοση μονομερώς του διατάγματος στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης. Περαιτέρω σε σχέση με το ζήτημα υποδεικνύει πως ενώ διεκδικούνται από τους ενάγοντες ποσά που καλύπτουν υπηρεσίες που παρασχέθηκαν το 2008 και ενώ οι ενάγοντες γνώριζαν και διαχειρίζονταν το λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας σε τράπεζα της Ελβετίας, ωστόσο δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε διαδικασία για να διασφαλίσουν το λαβείν τους κατά τρόπο που καταδεικνύεται πως τίποτε το κατεπείγον δεν υπήρχε που να δικαιολογεί την έκδοση μονομερώς του υπό συζήτηση διατάγματος. Όχι μόνο το κατεπείγον δεν έχει καταδειχθεί αλλά ούτε οι περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος υποστηρίζει η ομνύουσα. Η εναγόμενη εταιρεία, υπογραμμίζει, δεν έχει σκοπό να αποξενώσει οποιαδήποτε χρήματα από το λογαριασμό που διατηρεί στην Πάφο ούτε αρνήθηκε ποτέ να πληρώσει οποιαδήποτε οφειλή, αφού αυτή πρώτα συμφωνηθεί. Σημειώνει παράλληλα το γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία μετά την καταχώρηση της αγωγής και την έκδοση του διατάγματος το οποίο περιήλθε στην αντίληψη της γύρω στις 10/2/2010, προχώρησε και έμβασε στον ως άνω λογαριασμό της ακόμη ένα σημαντικό ποσό που ανέρχεται περίπου στις €70.000, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός της να δεικνύει σήμερα πιστωτικό υπόλοιπο πέραν των €144.
- Αν η εναγόμενη εταιρεία, διακηρύσσει, είχε σκοπό να αποξενώσει τα χρήματα που έχει στο λογαριασμό της, σε καμιά περίπτωση δεν θα κατέθετε μετά την έκδοση του διατάγματος και άλλα ποσά σε αυτόν. Προβάλλοντας τη θέση ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και εκδικητική υποδεικνύει ότι αυτή προέκυψε αμέσως μετά τον τερματισμό της συνεργασίας της εναγομένης εταιρείας με τους ενάγοντες. Καμιά από τις προϋποθέσεις που ο Νόμος απαιτεί δεν πληρούται για την έκδοση του διατάγματος υποστηρίζει ενώ η συνέχιση της ισχύος του δεν δικαιολογείται αφού δεν θα υπάρχει οποιαδήποτε δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι η εναγόμενη εταιρεία οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Υποδεικνύοντας ότι η επίδοση του διατάγματος δεν ήταν η δέουσα αφού τόσο το διάταγμα όσο και η αίτηση αφέθηκαν απλά στα γραφεία της εναγομένης εταιρείας απέρριψε παράλληλα τα τιμολόγια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση των αιτητών, υποστηρίζοντας πως στα πλαίσια της συνεργασίας των δύο πλευρών στη βάση της συμφωνίας των διαδίκων, οι πληρωμές από το 2005 γίνονταν με βάση τιμολόγια που εξέδιδε η εταιρεία AJK BUREAU CONSULTANTS LTD, εταιρεία που δεν έχει προσκομιστεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει οποιαδήποτε σχέση της με την ενάγουσα εταιρεία στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατά την ακροαματική διαδικασία, δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να αντεξετάσουν τα πρόσωπα που οι ένορκες δηλώσεις τους συνόδευσαν και υποστήριξαν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, παρά το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές είχαν εξασφαλίσει σχετικά διατάγματα προς τούτο, περιοριζόμενοι έτσι με τις αγορεύσεις τους στην ανάπτυξη των θέσεων και των επιχειρημάτων τους για τα ζητήματα τα οποία εθίγησαν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ο κ. Κυριακίδης για την πλευρά των Αιτητών, αφού αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις όπως αυτές έχουν τεθεί από τη νομολογία σε σχέση με το άρθρο 32 του Ν.14/60 και στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, δήλωσε ότι όλες οι προαπαιτούμενες προϋποθέσεις ικανοποιούνται και ως εκ τούτου το προσωρινό διάταγμα ημερ. 2/2/2010 θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Προέβαλε παράλληλα τη θέση ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος καθ' ην έκταση έχει καταχωρηθεί ένσταση εκ μέρους της πλευράς της καθ' ης η αίτηση εταιρείας δεν μπορεί πλέον να απασχολήσει το Δικαστήριο ως λόγος ένστασης στα πλαίσια της υπό συζήτησης διαδικασίας. Πρόταξε επίσης ότι δεν μπορεί να απασχολήσουν το Δικαστήριο ζητήματα απόκρυψης γεγονότων, αφού τέτοιο ζήτημα δεν προβάλλεται ως λόγος ένστασης από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Η οριστικοποίηση του διατάγματος υπέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος σε καμία περίπτωση δεν θα επηρεάσει την εναγομένη εταιρεία ούτε θα επηρεάσει την πιστωτική της ικανότητα αφού αφήνεται σ΄ αυτήν η δυνατότητα κανονικής και απρόσκοπτης λειτουργίας. Σχολιάζοντας τους λόγους ένστασης υποστήριξε ότι κανένας από αυτούς δεν μπορεί να ευσταθήσει, υπογραμμίζοντας ανάμεσα σε άλλα ότι το ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αποτελεί θέμα πραγματικό και ότι το Δικαστήριο ενώπιον του δεν έχει ξεκάθαρη βάση γεγονότων για να μπορέσει να προβεί, στο βαθμό πάντα που του επιτρέπεται σε διαδικασίες όπως η υπό συζήτηση, σε σχετική κατάληξη. Υποστήριξε παράλληλα ότι η επίδοση του διατάγματος ήταν η δέουσα ενώ σε κάθε περίπτωση υπογράμμισε πως ενόψει της συμμετοχής της εναγομένης εταιρείας στη διαδικασία και της μη λήψης οποιουδήποτε άλλου δικονομικού μέτρου από την πλευρά της εμποδίζεται ουσιαστικά η τελευταία να εγείρει σ' αυτό το στάδιο το ζήτημα. Αντίθετη υπήρξε η τοποθέτηση της κας Λεμονιάτη, δικηγόρου για την πλευρά της καθ' ης η αίτηση - εναγόμενης εταιρείας. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπέδειξε ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση ελλείπει παντελώς το στοιχείο του κατεπείγοντος, όπως τούτο τίθεται με το άρθρο 9 του Κεφ. 6, κατά τρόπο που δεν δικαιολογείτο η έκδοση μονομερώς του υπό συζήτηση διατάγματος. Οι ενάγοντες γνώριζαν από το 2005 για την ύπαρξη λογαριασμού της εναγομένης εταιρείας στην Ελβετία τον οποίο μάλιστα οι ίδιοι άνοιξαν και από τον οποίο καταβαλλόταν κάθε οφειλόμενο ποσό με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία του 2005, γεγονός που δεν αποκάλυψαν καν στο Δικαστήριο. Μέχρι και σήμερα, υπέδειξε, ο συγκεκριμένος λογαριασμός εξακολουθεί να υφίσταται. Άλλωστε, από τον Ιούνιο του 2009 οι ενάγοντες ήταν ενήμεροι ότι η εναγόμενη εταιρεία όχι μόνο άλλαξε έδρα, μεταφερόμενη στην Πάφο αλλά και για το γεγονός ότι ανοίχθηκε λογαριασμός στην Τράπεζα Alpha Bank στην Πάφο και ότι μεταφέρθηκαν σ΄ αυτόν χρήματα από το λογαριασμό της Ελβετίας. Παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες φέρονται να διεκδικούν με την αγωγή τους οφειλές που δημιουργήθηκαν ήδη από το 2008, εντούτοις, όχι μόνο δεν διεκδίκησαν έκτοτε από τον λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας που οι ίδιοι άνοιξαν και γνώριζαν στην Ελβετία αυτά τα ποσά, αλλά δεν έπραξαν τούτο ούτε και από το λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας σε τράπεζα της Πάφου, του οποίου την ύπαρξη με ανάλογη ανταλλαγή επιστολογραφίας γνώριζαν από τον Ιούνιο του
- Αποτέλεσε επίσης θέση της πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της υπό συζήτηση υπόθεσης, αφού η συμφωνία στη βάση διεκδικούνται τα ποσά από τους ενάγοντες δεν υπεγράφη στην Κύπρο ενώ η έδρα της εναγομένης εταιρείας βρίσκεται ήδη από τον Ιούνιο του 2009 στην επαρχία της Πάφου. Επέμεινε παράλληλα ότι με δεδομένο πως στη βάση της συμφωνίας του 2005 η εναγομένη εταιρεία κατέβαλλε τα εκ της συμφωνίας οφειλόμενα ποσά σε άλλη, τρίτη εταιρεία και όχι στους ενάγοντες, οι τελευταίοι δεν έχουν ικανοποιήσει την πιθανότητα να δικαιούνται αυτοί σε θεραπεία. Σε κάθε περίπτωση, συνέχισε, δεν αποτελεί πρόθεση της εναγομένης εταιρείας να μην καταβάλει την όποια οφειλή της, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής και την έκδοση του διατάγματος έχουν κατατεθεί στο λογαριασμό της στην Alpha Bank στην Πάφο σημαντικά ποσά, ενώ στις προθέσεις της εναγομένης εταιρείας είναι σύντομα να καταθέσει στον εν λόγω λογαριασμό και άλλα ποσά. Πρόκειται για εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο όπου ο διευθυντής της διαμένει στην Κύπρο με την οικογένεια του. Ο μόνος λόγος υπέδειξε που οι ενάγοντες επιχείρησαν σ' αυτό το στάδιο να πετύχουν την έκδοση του υπό συζήτηση διατάγματος είναι για να εκδικηθούν την εναγομένη εταιρεία η οποία αμφισβήτησε τα ποσά που οι ενάγοντες διεκδικούν ως επίσης για το γεγονός ότι τερμάτισε τη μεταξύ τους συνεργασία. Υποδεικνύοντας τέλος ότι το διάταγμα και η αίτηση αφέθηκε απλά στα γραφεία της εναγομένης εταιρείας, υποστήριξε παραπέμποντας σε σχετική νομολογία ότι η επίδοση του διατάγματος είναι καθόλα αντικανονική. Ζήτημα το οποίο αισθάνομαι ότι κατά προτεραιότητα πρέπει να απασχολήσει στα πλαίσια της παρούσας, αφού είναι δυνατό να σφραγίσει την περαιτέρω πορεία της υπό συζήτηση υπόθεσης, αποτελεί κατά την αντίληψη μου το θέμα της έλλειψης ή μη αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Το ζήτημα τέθηκε άλλωστε ως ένας από τους λόγους ένστασης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. «Η εγκυρότητα των διαταγμάτων του Δικαστηρίου» ως τέθηκε από τον Γ.Μ. Πική, (Δικαστή όπως ήταν τότε) στα πλαίσια της υπόθεσης Αίτηση του Σταυρή Θεοδούλου
(1990)1 ΑΑΔ 438, «συναρτάτε άμεσα με την τοπική και καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου» Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, προβάλλεται η θέση πως όχι μόνο η έδρα της εναγομένης εταιρείας βρίσκεται στην επαρχία της Πάφου αλλά και η συμφωνία στη βάση της οποίας οι ενάγοντες δρομολόγησαν την υπό συζήτηση υπόθεση έχει ουσιαστικά καταρτιστεί στο εξωτερικό. Αντίθετη είναι η θέση της πλευράς των εναγόντων αφού με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και η οποία παραπέμπει στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης, προβάλλεται η θέση ότι η συμφωνία στη βάση της οποίας διεκδικούνται οι αξιώσεις στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, καταρτίστηκε εγγράφως στην επαρχία της Λάρνακας. Είναι φανερό ότι ο τόπος καταρτισμού της συμφωνίας αποτελεί ζήτημα υπό αμφισβήτηση. Κατάληξη του Δικαστηρίου για το ζήτημα της αρμοδιότητας ή μη του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, προϋποθέτει από αυτό το στάδιο αποκρυσταλλωμένο υπόβαθρο γεγονότων για αυτό, πραγματικότητα που δεν συντρέχει στην υπό συζήτηση περίπτωση. Δεν έχει φωτιστεί το ζήτημα με την ανάλογη παράθεση μαρτυρίας ή στοιχείων που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο, στα πλαίσια πάντα των καλά καθιερωμένων αρχών και των δυνατοτήτων που έχει να καταλήξει σε συμπεράσματα στα πλαίσια διαδικασίας όπως η υπό συζήτηση να τοποθετηθεί με ασφάλεια για αυτό. Ούτε αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ως άνω ενόρκως δηλούντες που η δήλωση τους συνοδεύει την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, κατά τρόπο που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να αποσαφινήσει το ζήτημα. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της εξέτασης της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να καταλήξει με ασφάλεια σε συμπέρασμα ότι στερείται αρμοδιότητας το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας να επιλύσει την υπό συζήτηση διαφορά. Σπεύδω να σημειώσω και τούτο, παρά το γεγονός ότι μετά την ως άνω επισήμανση του Δικαστηρίου απολήγει να είναι ακαδημαϊκό για σκοπούς της παρούσας. Είναι γεγονός πως στη βάση της συμφωνίας του 2005 μεταξύ των διαδίκων, η οποία έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, προβλέπεται ότι η συμφωνία θα διέπεται από το Κυπριακό Δίκαιο και ότι παράλληλα τα μέρη επιλέγουν τη Λάρνακα ως το Δικαστήριο που θα έχει δικαιοδοσία. Ασφαλώς οι διάδικοι μπορούν να επιλέξουν το δίκαιο που επιθυμούν να διέπει τη μεταξύ τους σχέση, επιλογή που εκτός εξαιρετικών περιστάσεων οφείλει να γίνεται σεβαστή. Διατηρώ ωστόσο επιφυλάξεις κατά πόσο τα μέρη μπορούν με συμφωνία μεταξύ τους να υπερφαλαγγίζουν πρόνοιες του δικαίου που οι ίδιοι επέλεξαν να διέπει τη μεταξύ τους σχέση. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο ενός Δικαστηρίου ρυθμίζεται από τον νομοθέτη και σε καμία περίπτωση από τη βούληση οποιουδήποτε άλλου. ( Michaelidou v Gregoriou
(1988)1CLR, 88 και Αίτηση Μιλτιάδη Κλεάνθους
(1998)1ΑΑΔ, 1298) Ζήτημα που επίσης απασχολεί στα πλαίσια της παρούσας, αποτελεί και η επίδοση του διατάγματος και της αίτησης στα πλαίσια της οποίας τούτο έχει εκδοθεί, στην εναγόμενη εταιρεία. Η επίδοση δικαστικών εγγράφων σε εταιρείες διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 372 του Κεφ. 113, σε συνδυασμό όμως με τη Δ.5. Θ.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και πάντα σε συσχετισμό με το άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος. Η καλή επίδοση όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. P. Michhaelides (Estates) Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ. 43, συνδέεται αναπόφευκτα με την δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τούτο δε έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, το προσωρινό διάταγμα ημερ. 2/2/2010 και η αίτηση στη βάση της οποίας τούτο εξεδόθη αφέθηκαν ουσιαστικά στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης εταιρείας. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι την πρώτη φορά που το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο, στις 11/2/2010, η ένορκη δήλωση επίδοσης του διατάγματος δεν βρισκόταν στο φάκελο της διαδικασίας, (η καταχώρηση της έγινε σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο, αμέσως μετά την επιφύλαξη της παρούσας) πλην όμως για την εναγόμενη εταιρεία εμφανίστηκε δικηγόρος ο οποίος ζήτησε και έλαβε χρόνο να καταχωρήσει ένσταση για την πλευρά της, χωρίς να εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα επίδοσης. Συναίνεσε παράλληλα όπως το προσωρινό διάταγμα παραμείνει σε ισχύ μέχρι τότε, ενώ ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου προχώρησε στην καταχώρηση της ένστασης της, χωρίς να προηγηθεί οποιοδήποτε διάβημα από την πλευρά της που να προσβάλλει την επίδοση του διατάγματος. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω είναι φανερό πως το ζήτημα της ορθότητας ή μη της επίδοσης του διατάγματος στην εναγομένη εταιρεία δεν φαίνεται να απασχόλησε ιδιαίτερα την πλευρά της τελευταίας η οποία πληροφορούμενη για την ύπαρξη του Διατάγματος, πέραν και ανεξάρτητα από τον τρόπο που «επιδόθηκε» το διάταγμα και η αίτηση, χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη παραλαβής τους όπως εκ των υστέρων με την συμπερίληψη της ένορκης δήλωσης επίδοσης τους στο φάκελο της διαδικασίας διαπιστώνεται, εμφανίστηκε στη διαδικασία εξασφαλίζοντας το δικαίωμα να καταχωρήσει ένσταση στην οριστικοποίηση του διατάγματος πράγμα το οποίο έπραξε, έχοντας στο μεταξύ πλήρη ενημέρωση για το περιεχόμενο του διατάγματος και της αίτησης στα πλαίσια της οποίας τούτο εκδόθηκε. Ενόψει της πιο πάνω στάσης και συμπεριφοράς της εναγομένης εταιρείας, του γεγονότος ότι ουσιαστικά δεν αμφισβητεί ότι έχει πλήρη ενημέρωση για την υπόθεση που αντιμετωπίζει, αισθάνομαι ότι σε αυτό το στάδιο το ζήτημα της ορθότητας ή μη της επίδοσης αρχικά του διατάγματος στην καθ' ης η αίτηση εταιρεία δεν θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε καταλυτικό ρόλο στην πορεία της υπόθεσης. Το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους βρίσκεται στο Δικαστήριο, υπό το σύνολο των περιστατικών της παρούσας, φαίνεται να μην έχει επηρεαστεί σε βαθμό που να καθιστά ολόκληρη την διαδικασία τρωτή και το εκδοθέν στα πλαίσια της διάταγμα έκθετο σε απόρριψη για αυτό τον λόγο. Ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη εταιρεία λαμβάνοντας γνώση της ύπαρξης του εμφανίστηκε στη διαδικασία χωρίς να εγείρει με την πρώτη ευκαιρία ζήτημα κακής επίδοσης, ουσιαστικά η ίδια φαίνεται να έχει παραιτηθεί από οποιοδήποτε δικαίωμα για το ζήτημα, επικεντρωνόμενη στα ουσιαστικά ζητήματα του υπό συζήτηση διατάγματος. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides v. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, M & M Transport v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου Πολιτική Έφεση 8986 ημερ. 30/5/94, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου Πολιτική Έφεση 8181 ημερ. 23/3/95). Στην υπόθεση ABP Holdings κ.α. v Κιτταλίδη κ.α. (Αρ2)
(1994)1 ΑΑΔ σελ. 694, αφού γίνεται αναφορά τόσο στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία επί του ζητήματος, τονίστηκε επίσης ότι το άρθρο32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτων, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Στην υπόθεση Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.α. Πολιτική Έφεση 8181 ημερ. 23/3/95, υπεδείχθησαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης." Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία "επί αποδείξει του κατ' επείγοντος για άλλων ιδιαζουσών περιστάσεων" να εκδώσει διάταγμα μονομερώς, χωρίς ειδοποίηση προς τον άλλο διάδικο. Κανείς δεν πρέπει να αμφιβάλλει για τη χρησιμότητα του άρθρου αυτού στην καθημερινή δικαστική μας πραγματικότητα, που αντικατοπτρίζει τον γοργό ρυθμό ζωής και την αυτόματη πιθανότητα αλλαγής δεδομένων, τέτοιων, που πρέπει να δίδουν δυνατότητα άμεσης θεραπείας σε κατ' επείγουσες περιπτώσεις. Παράλληλα "η επικινδυνότητα" τέτοιων διαταγμάτων δεν θα πρέπει να παραβλέπεται, αφού το έτερο μέρος δεν ακούγεται έστω και μέχρι το στάδιο που το διάταγμα είναι επιστρεπτέο. Η υπερφαλάγγιση της βασικής αρχής δικαίου όπως εκφράζεται με το λατινικό "Auti alterem partem" πρέπει να γίνεται πάντα με πολλή φειδώ και πάντα με την επίκληση της υπερισχύουσας αρχής της δικαιοσύνης, η οποία δίδει ευχέρεια στο Δικαστήριο να ενεργοποιήσει αμέσως όταν φαίνεται πιθανόν ότι σε αντίθετη περίπτωση θα δημιουργηθεί αδικία. Το Δικαστήριο όταν εξετάζει αιτήσεις αυτής της μορφής στηριζόμενο μεταξύ άλλων και στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 θα πρέπει να εντοπίζει το κατ' επείγον ή τις άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις. Αυτό το στοιχείο είναι ουσιώδης για να προσδώσει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος. Δηλαδή, εάν δεν στοιχειοθετείται το κατ' επείγον ή οποιεσδήποτε άλλες περιστάσεις, το Δικαστήριο ουσιαστικά δεν έχει καν τη δικαιοδοτική βάση να εκδώσει συντηρητικό διάταγμα με βάση το Κεφ. 6 και ιδιαίτερα του άρθρο 9 του ίδιου Νόμου. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1ΑΑΔ 598 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ. σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 836 In Re Β.P. Cyprus Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 861, το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του Κεφ. 6. Στη Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, 1462, τονίστηκε ότι: "Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί." Ο σεβαστός Δικαστής κ. Χατζηχαμπής, στην απόφαση του στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Antonious M.F.M. Vraets
(1999)1ΑΑΔ 1474, όπου μεταξύ άλλων εξετάστηκε το ζήτημα του κατ' επείγοντος όπως αυτό τίθεται με το άρθρο 9 του Κεφ. 6, υποδεικνύει σε σχέση με το ζήτημα και τα ακόλουθα: "Το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν επομένως ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσιβλήτου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία." Άλλος παράγοντας που μπορεί να επιδράσει καταλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου, στο βαθμό που δίδει στο τελευταίο την εξουσία να ακυρώσει ένα διάταγμα που έχει εκδοθεί μονομερώς χωρίς καν να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της διαδικασίας, είναι ο παράγοντας της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος. Η υποχρέωση του αιτητή έχει την καταβολή της στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1ΑΑΔ 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Είναι άσχετο εάν η παράλειψη τέτοιας αποκάλυψης είναι εσκεμμένη ή όχι. Η βάση του διατάγματος ανατρέπεται από τη μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιωδώς σημασίας για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (M and Ch. Mitsigas Trading Ltd v. Timberland Co of USA
(1987)1 AAΔ 1791). Στην υπόθεση Timberland (ανωτέρω), αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα για το ζήτημα: ".. Στην απόφαση του, το Πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά∙ διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED V. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά. (ανωτέρω) (σελ 601-602). "Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μή αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Σε σχέση με τα δύο αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα ζητήματα, ξεκάθαρη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου των εναγόντων - αιτητών. Υποστήριξε ότι το ζήτημα του κατ' επείγοντος από τη στιγμή που η πλευρά της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει ένσταση, δεν μπορεί πλέον να προβάλλεται ως λόγος ένστασης αφού θα έπρεπε να υποβληθεί από την πλευρά της αίτημα για παραμερισμό του διατάγματος λόγω απουσίας του δικαιοδοτικού όρου του άρθρου 9 του Κεφ. 6. Όσον αφορά δε την προβαλλόμενη κατά το στάδιο της υπεράσπισης θέση περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, υποστήριξε πως δεν μπορεί επίσης να εξεταστεί από το Δικαστήριο αφού δεν φαίνεται να αποτελεί ένα από τους λόγους ένστασης που προβάλλονται στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της πλευράς της στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων - αιτητών, η ως άνω εισήγηση του όσον αφορά την δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει, ανάμεσα σε άλλα, και αν πράγματι συνέτρεχε ή όχι η προϋπόθεση του κατεπείγοντος για την έκδοση μονομερώς ενός διατάγματος κατά το στάδιο που εξετάζει μετά από ένσταση αν αυτό το διάταγμα θα οριστικοποιηθεί ή όχι, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Το ζήτημα του κατ' επείγοντος στα πλαίσια εξέτασης του ζητήματος κατά πόσο θα οριστικοποιηθεί ένα προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, ασφαλώς και αποτελεί ζήτημα που μπορεί να συζητηθεί στα πλαίσια της ακρόασης για την οριστικοποίηση του ή μη. Προσεκτική παρατήρηση του λόγου της απόφασης στην υπόθεση Κασπαρή κ.α. ν. Ανδρέου
(2004)1 ΑΑΔ 784, στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος για την πλευρά των εναγόντων-αιτητών, επιβεβαιώνει ουσιαστικά την ως άνω θέση. Γίνεται αντιληπτό ότι ζήτημα κατεπείγοντος δεν μπορεί να εξεταστεί όταν εξετάζεται η απόφαση η οποία έχει ήδη οριστικοποιήσει ένα προσωρινό διάταγμα, και η οποία λήφθηκε ενώ είχε προηγηθεί η καταχώρηση ένστασης. Η τελική απόφαση της οριστικοποίησης είναι γεγονός ότι μπορεί να προσβληθεί μόνο για λόγους που ανάγονται στο κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι τρεις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου. Δεν παρέχεται η ευκαιρία της αμφισβήτησης της ύπαρξης του κατεπείγοντος, όταν το οριστικό-απόλυτο πλέον διάταγμα, είναι αποτέλεσμα απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια διαδικασίας που έχει καταχωρηθεί ένσταση. Αντίθετα όμως, το ζήτημα του κατ' επείγοντος μπορεί να προβληθεί και να εξεταστεί κατά το στάδιο που συζητείται η ορθότητα ή μη της έκδοσης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Στην υπόθεση Resola (ανωτέρω) αφού υποδεικνύεται, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ότι το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και ότι μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγόμενου, κρίθηκε ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος ασφαλώς και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της συζήτησης εκ μέρους του Δικαστηρίου κατά πόσο ένα μονομερώς εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να οριστικοποιηθεί ή όχι. Ομοίως στην υπόθεση Θωμά κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1839, όπου συζητήθηκε ανάμεσα σε άλλα και το ζήτημα του κατεπείγοντος σε περιπτώσεις έκδοσης προσωρινών Διαταγμάτων, πότε αυτό και με πιο δικονομικό μέσο μπορεί να εγερθεί. Αφού υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία σε κάθε στάδιο της διαδικασίας να εξετάσει θέμα δικαιοδοσίας του, θεωρώντας ότι το θέμα του κατεπείγοντος ανάγεται σε κεντρικό ζήτημα, σημειώθηκε ότι το θέμα του κατεπείγοντος μπορεί και πρέπει να εξετάζεται στο στάδιο που ένα διάταγμα είναι επιστρεπτέο χωρίς να έχει ακόμα με απόφαση του Δικαστηρίου καταστεί απόλυτο. Ούτε η εισήγηση της υπεράσπισης πως δεν πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο ζητήματα απόκρυψης γεγονότων, όπως αυτά προβάλλονται από την καθ' ης η αίτηση με την αγόρευση της δικηγόρου της, καθ' ην έκταση δεν αποτέλεσε τούτο ένα από τους λόγους ένστασης όπως αυτοί προβάλλονται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης, μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως πιο πάνω έχει υποδειχτεί, η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης διατάγματος επενεργεί τόσο καταλυτικά, που μπορεί να οδηγεί στην ακύρωσή του χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει και να εξετάσει την ουσία του. Στην πρόσφατη απόφαση στα πλαίσια της υπόθεσης Κατερίνα Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd, Πολ. Έφεση 181/07 ημερ. 19/6/2009, υπεδείχθη ότι η εισήγηση πως το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να εξετάσει αυτοβούλως αν έχει σημειωθεί απόκρυψη γεγονότων σε διαδικασίες όπως η υπό συζήτηση είναι ανεδαφική. Στην εν λόγω υπόθεση, επίσης δεν υπήρξε ρητή αναφορά στην ένσταση που είχε καταχωρηθεί, ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Ωστόσο, υπογραμμίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πως το θέμα της απόκρυψης των γεγονότων συνιστά ένα σημαντικό στοιχείο στην έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος και ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει αυτόβουλα αν ένας διάδικος έχει προβεί σε απόκρυψη γεγονότων, όταν από τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί μία τέτοια ενέργεια κρίνεται επιβεβλημένη. Τούτο άλλωστε, υπογραμμίστηκε, επιβάλλουν και οι αρχές του δικαίου της επιείκειας σύμφωνα με τις οποίες αυτός που επιζητεί την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια και ότι αυτός που επιδιώκει θεραπεία της επιείκειας πρέπει να αποδίδει και ο ίδιος επιείκεια. Συνακόλουθα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν έχει προωθηθεί ως ένας ξεχωριστός, αυτόνομος λόγος ένστασης η τυχόν μη αποκάλυψη γεγονότων, το ζήτημα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο στα πλαίσια της υπό συζήτησης αίτησης. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης αίτησης όπως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογημένα καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (Βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas ανωτέρω). Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση αντικρουόμενων ισχυρισμών ούτε προβαίνει σε αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας και κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά προτεραιότητα το ζήτημα της τυχόν έλλειψης του κατ' επείγοντος και της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, στη βάση όσων έχουν τεθεί υπόψη του σε σχέση με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση χωρίς αυτά να αποτελέσουν αντικείμενο αμφισβήτησης από οποιαδήποτε πλευρά. Προκύπτει από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ότι οι υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό παρασχέθηκαν από τους ενάγοντες στους εναγομένους περιγράφονται στα τιμολόγια με αρ. 2473 ημερ. 10/2/09 και με αρ. 4192 ημερ. 9/7/
- Πρόκειται αντίστοιχα για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σύμφωνα με το πρώτο τιμολόγιο το διάστημα από 1/7/08 μέχρι 31/12/08 ενώ σύμφωνα με το δεύτερο τιμολόγιο για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν για το διάστημα από 1/1/09 μέχρι 9/7/
- Προκύπτει παράλληλα, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι κατά το χρόνο που εξεδόθη το πρώτο τιμολόγιο, ημερ. 10/2/09, οι ενάγοντες ήταν ενήμεροι της ύπαρξης λογαριασμού της εναγομένης στην Ελβετία, τον οποίο μάλιστα ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οι ίδιοι φρόντισαν να ανοιχθεί, και από τον οποίο η εναγόμενη πλήρωνε για τις υπηρεσίες που κατά καιρούς οι ενάγοντες προσέφεραν σε αυτήν. Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί πως οι ενάγοντες όταν προχώρησαν στην έκδοση του ως άνω δεύτερου τιμολογίου, ημερ. 9/7/09, γνώριζαν ήδη από τον Ιούνιο του 2009 για την ύπαρξη του λογαριασμού της εναγομένης εταιρείας σε τράπεζα της Πάφου και τη μεταφορά χρημάτων σ' αυτόν από τον ως άνω λογαριασμό της εναγομένης στην Ελβετία. Ουσιαστικά, ενώ οι ενάγοντες διεκδικούσαν την αμοιβή τους για υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό παρείχαν στην εναγομένη εταιρεία για το διάστημα από 1/7/08 μέχρι τις 9/7/09 και ενώ γνώριζαν την ύπαρξη λογαριασμού της εναγομένης στην Ελβετία τον οποίο οι ίδιοι άνοιξαν και από τον οποίο στο παρελθόν πληρώνονταν για τις υπηρεσίες τους, γνωρίζοντας επίσης για την ύπαρξη του λογαριασμού της εναγομένης σε τράπεζα της Πάφου και τη μεταφορά σ' αυτόν χρημάτων, ήδη από τον Ιούνιο του 2009, ως τέθηκε και πάλι υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά της ενιστάμενης-εναγόμενης εταιρείας χωρίς να αμφισβητηθεί, εντούτοις δεν έπραξαν οτιδήποτε. Αντί να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε ενέργεια και δη δραστική ενέργεια, όπως την καταχώρηση αγωγής και την επιδίωξη έκδοσης διατάγματος όπως το υπό συζήτηση, άφησαν ουσιαστικά να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα όχι μόνο από τον χρόνο που τα αξιούμενα ποσά κατέστησαν απαιτητά, αφού πέραν από την γνώση τους για την ύπαρξη του λογαριασμού της εναγομένης στην Ελβετία, άφησαν να διαρρεύσει χρόνος τουλάχιστον επτά περίπου μηνών από τον χρόνο που έλαβαν γνώση για την ύπαρξη του λογαριασμού της εναγόμενης σε τράπεζα της Πάφου, πριν λάβουν οποιοδήποτε μέτρο. Δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε δικαιολογία για αυτήν την καθυστέρηση. Αν και σημαντική αφέθη ανεξήγητη. Η μη λήψη οποιουδήποτε διαβήματος στο ενδιάμεσο από την πλευρά των εναγόντων καταβαραθρώνει το στοιχείο του κατεπείγοντος που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες για την εξασφάλιση μονομερώς του διατάγματος. Ο χρόνος ο οποίος αφέθηκε να παρέλθει μέχρι την προώθηση της αίτησης των εναγόντων για έκδοση του υπό συζήτηση διατάγματος, πλήττει καίρια τον δικαιοδοτικό όρο του κατεπείγοντος που προσδίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα ex-parte, ενώ ούτε οι ενέργειες τους καθ' όλη αυτή την περίοδο καταδεικνύουν οποιαδήποτε ιδιάζουσα περίπτωση. Το θέμα ασφαλώς δεν εξαντλείται μόνο στις ως άνω παρατηρήσεις, αφού τα ως άνω γεγονότα, τα οποία έτειναν να αποδυναμώσουν το κατεπείγον του αιτήματος ως τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου με την ένσταση της εναγομένης και παρέμειναν ουσιαστικά χωρίς αμφισβήτηση από την πλευρά των εναγόντων, δεν αποκαλύφθηκαν με την ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση των εναγόντων. Πρόκειται ασφαλώς για γεγονότα εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες προσερχόμενοι στο Δικαστήριο δεν έκαναν οποιαδήποτε αναφορά για την ύπαρξη του λογαριασμού της εναγομένης εταιρείας στην Ελβετία από τον οποίο ως τέθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί, γίνονταν οι πληρωμές για τις υπηρεσίες που προσέφεραν με βάση τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων του 2005, ενώ παράλληλα δεν αποκαλύπτουν ουσιαστικά το γεγονός ότι γνώριζαν για την ύπαρξη του λογαριασμού της εναγομένης εταιρείας σε τραπεζικό ίδρυμα της Πάφου και ότι σ' αυτόν είχαν μεταφερθεί, ως διαφαίνεται από σχετική αλληλογραφία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων σημαντικά ποσά ήδη από τον Ιούνιο του
- Ούτε και αποκαλύφθηκε ότι οι προηγούμενες πληρωμές από την εναγομένη, δυνάμει της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας του 2005, γινόταν σε άλλες εταιρείες οι οποίες ως τέθηκε και πάλι από την πλευρά της εναγομένης χωρίς να αμφισβητηθεί, εξέδιδαν προς τούτο σχετικά τιμολόγια. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία δεν είχαν αποκαλυφθεί από την πλευρά των εναγόντων κατά το στάδιο που απευθυνόταν μονομερώς στο Δικαστήριο ζητώντας επειγόντως προσωρινή θεραπεία. Πρόκειται ασφαλώς για στοιχεία τα οποία το Δικαστήριο θα επιθυμούσε και σίγουρα θα έπρεπε να είχε υπόψη του όταν καλείτο μονομερώς να παράσχει θεραπεία. Πρόκειται για στοιχεία που όχι μόνο αφορούν ουσιαστικά γεγονότα που είναι αναγκαία για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια διαδικασίας όπως η υπό συζήτηση, αλλά αφορούσαν επιπρόσθετα και το στοιχείο του επείγοντος σαν αναγκαίου δικαιοδοτικού υπόβαθρου για παροχή θεραπείας χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη οποιασδήποτε σκοπιμότητας, η οποία απολήγει να είναι χωρίς σημασία σε διαδικασίες όπως η παρούσα, αισθάνομαι ότι δεν έχει υπάρξει πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων τα οποία ήταν γνωστά στον αιτητή. Τούτο διασαλεύει το πλαίσιο της βάσης στο οποίο στηρίχτηκε το διάταγμα. Με καταλυτικές ασφαλώς συνέπειες για την ισχύ του. Πέραν όμως και ανεξάρτητα από την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, η οποία σφραγίζει την τύχη της αίτησης και του διατάγματος, το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, στρέφεται στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν και να ικανοποιούνται για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος ως πιο πάνω έχουν αναφερθεί. Χωρίς δυσκολία διαπιστώνεται πως στη βάση όλων των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του στα πλαίσια της υπό συζήτηση υπόθεσης ότι οι ενάγοντες - αιτητές έχουν αποκαλύψει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση όπως αυτή αποκαλύπτεται από τις έγγραφες τους προτάσεις, ενώ παράλληλα ορατή είναι η προοπτική επιτυχίας στις αιτούμενες θεραπείες. Με το περιορισμένο βάρος που έχουν για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, οι ενάγοντες έχουν θέσει εκείνο το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων κατά τρόπο που φαίνεται πράγματι να πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του ως άνω άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, σπεύδω ευθύς εξαρχής να υπογραμμίσω πως ως την υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποïία "Λεωνικ" Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 έχει υποδειχθεί, δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση κάποιου εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά ουσιαστικά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή μία δικαστική απόφαση να μην ικανοποιηθεί αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (αρ.1)
(1992)1 ΑΑΔ 54: "Ένα διάταγμα εκδίδεται αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και προς εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης, δηλαδή τη διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν, ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων." Στην υπόθεση Metro Shipping and Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 CLR 182 όπου χορηγήθηκε διάταγμα τύπου mareva κρίθηκε ότι: "Εκτός αν χορηγηθεί παρεμπίπτον διάταγμα, σε περίπτωση που οι ενάγοντες πετύχουν, υπάρχει κίνδυνος πριν από την εκτέλεση οι εναγόμενοι να μετακινήσουν τα χρήματα τους εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων." Στην υπόθεση Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 ΑΑΔ 1759 υπεδείχθηκε πως σε κάθε περίπτωση η εξουσία για έκδοση προσωρινού διατάγματος πρέπει να ασκείται με φειδώ, και όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με την μη πληρωμή χρέους. Κατά τον ίδιο τρόπο, στην υπόθεση Spider Trade Co. Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1759 υπογραμμίστηκε μεταξύ άλλων ότι: "Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή." Καθόλα διαφωτιστικός για το ζήτημα που απασχολεί κρίνεται ο λόγος της απόφασης του σεβαστού Δικαστή Καλλή (όπως ήταν τότε), στην υπόθεση Poltava Petroleum v Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1ΑΑΔ 1301. Αφού γίνεται μια αναδρομή τόσο στην Αγγλική όσο και σε Κυπριακή νομολογία σε σχέση με την δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων τύπου Mareva, υποδεικνύεται πως ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι τυχόν απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Παραπέμποντας δε στο σύγγραμμα «Mareva Injunctions Law and Practice» των Steven Gee και Geraldine Mary Andrews, υποδεικνύει ότι σε αυτό επισημαίνεται πως εφόσον η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά είναι αδύνατο να τεθούν γενικοί καθοδηγητικοί κανόνες ως προς το πώς και πότε ικανοποιείται αυτό το αποδεικτικό βάρος. Ωστόσο οι εν λόγω συγγραφείς στο ως άνω σύγγραμμά τους προχωρούν στην παράθεση μερικών από τους παράγοντες που δυνατό να είναι σχετικοί και οι οποίοι μεταφέρονται στην ως άνω απόφαση. (βλέπε σελ. 1318-1319). Μεταξύ άλλων έχουν αναγνωριστεί ότι τέτοιοι μπορούν να θεωρηθούν: Η φύση των περιουσιακών στοιχείων και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία μπορούν να διατεθούν ή εξαφανιστούν, η φύση και η οικονομική υπόσταση της επιχείρησης του εναγομένου, η μόνιμη κατοικία ή διαμονή του εναγομένου, αν αποτελεί εταιρεία η χώρα στην οποία έχει εγγραφεί και το διαθέσιμο ή μη μηχανισμού για αμοιβαία εκτέλεση, το προηγούμενο ή υφιστάμενο πιστωτικό μητρώο του εναγομένου, τυχόν εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους του εναγομένου αναφορικά με τις δοσοληψίες του με τα εντός της δικαιοδοσίας περιουσιακά του στοιχεία και η συμπεριφορά του εναγομένου έναντι της αξίωσης του ενάγοντα. Το γεγονός ασφαλώς ότι ένας διάδικος δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία παρά μόνο χρηματικά ποσά κατατεθειμένα σε τράπεζα στη Δημοκρατία, από μόνο του και απογυμνωμένο από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, αισθάνομαι ότι δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει άνευ άλλου τινός την έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση. Ασφαλώς ο κίνδυνος εξαφάνισης ενός τραπεζικού λογαριασμού ή κινητών αντικειμένων είναι ευκολότερο να αποδειχτεί από ότι ο κίνδυνος διάθεσης π.χ. ακινήτων, όμως το ζήτημα είναι πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, πάντα στη βάση των αρχών του δικαίου που δικαιολογούν ή όχι την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Αν διαφορετική ήταν ή προσέγγιση, θα απέληγε κάποιος στο αξίωμα (λανθασμένο και επικίνδυνο κατά την αντίληψη μου) πως όποιος διάδικος σε βάρος του οποίου διεκδικούνται δικαστικά διάφορες αξιώσεις διαθέτει περιουσία άλλη από ακίνητη, τότε σε βάρος του, πέραν και ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, θα δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος. Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι η εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση εταιρεία είναι Κυπριακή εταιρεία, με υγιή όπως παρουσιάζεται οικονομική υπόσταση. Ο διευθυντής της διαμένει με την οικογένεια του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, όχι μόνο δεν επιχείρησε να μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων στο εξωτερικό αλλά αντίθετα προχώρησε στην κατάθεση ενός σημαντικού και πολλαπλάσιου του ποσού που αφορά το υπό συζήτηση διάταγμα ποσού χρημάτων στον εν λόγω λογαριασμό, δηλώνοντας παράλληλα μέσω του δικηγόρου της την πρόθεση της να καταθέσει στον εν λόγο λογαριασμό και άλλα μεγαλύτερα ποσά χρημάτων. Γενικότερα η συμπεριφορά της εναγομένης έναντι της αξίωσης των εναγόντων δεν φαίνεται να αποκαλύπτει σχέδια υπεκφυγής ή απροθυμίας συμμετοχής στη διαδικασία. Αντίθετα, παρά το γεγονός ότι αμφισβητεί την αξίωση των εναγόντων, δήλωνε και εξακολουθεί να δηλώνει ετοιμότητα να καταβάλει όποια ποσά τυχόν ήθελε τελικά κληθεί από το Δικαστήριο να καταβάλει προς τους ενάγοντες. Πρέπει παράλληλα να σημειωθεί πως πέραν της γενικής και αόριστης ανησυχίας από πλευράς των εναγόντων για τη δυνατότητα της εναγομένης εταιρείας, αν το επιθυμήσει, να μεταφέρει τα χρήματα του λογαριασμού της στο εξωτερικό, με κανένα τρόπο ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν συγκεκριμενοποιήθηκε ούτε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδείκνυε ή να άφηνε να υποβόσκει έστω στην συγκεκριμένη περίπτωση, βάσιμος κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας της εναγομένης με αποτέλεσμα τυχόν απόφαση σε βάρος της να παρέμενε ανικανοποίητη, δοθέντων μάλιστα των όσων η πλευρά της εναγομένης εταιρείας έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση της πλευράς της. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση αναπόδραστα οδηγείται σε αποτυχία και απορρίπτεται. Το εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ 412,παράγραφοι 795-796 και Θρασυβούλου v Arto Estates Ltd
(1993)1AAD 12) τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης εταιρείας και εναντίον των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής, και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο