← Κύπρος

ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗ, Αρ. Αγωγής: 924/07., 25 Μαίου, 2010

ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗ, Αρ. Αγωγής: 924/07., 25 Μαίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 924/

  1. Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑ Ενάγοντα και ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗ Eναγομένου και ΜΑΜΑ ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΥ Τριτοδιαδίκου Προφορικό αίτημα για επανακλήτευση του Ενάγοντα για περαιτέρω αντεξέταση 25 Μαίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Εναγόμενους: O κ. Χ.Κυριακίδης. Για Καθ΄ ου η αίτηση-Ενάγοντα: Ο κ. Παπαλλής. Για καθ΄ ου η αίτηση-Τριτοδιάδικο: Η κα Ν.Οικονόμου. EΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ακρόαση στην παρούσα αγωγή βρίσκεται σε εξέλιξη. Εχουν ήδη καταθέσει από την πλευρά του Ενάγοντα πέντε μάρτυρες. Πριν την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πλευράς του Ενάγοντα ο συνήγορος του Εναγόμενου υπέβαλε προφορικά αίτημα για επανακλήτευση του Ενάγοντα (Μ.Ε.3) για σκοπούς περαιτέρω αντεξέτασης. ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΑΙΤΗΜΑ ΕΠΑΝΑΚΛΗΤΕΥΣΗΣ To αίτημα επανακλήτευσης στηρίχθηκε στη θέση ότι κατέστη αναγκαίο εκ μέρους της πλευράς του Εναγόμενου να αντεξεταστεί περαιτέρω ο Ενάγοντας με βάση τα πρακτικά της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αρ. 262/07 η οποία αφορούσε το ίδιο τροχαίο δυστύχημα όπως και η παρούσα υπόθεση και στην οποία κατηγορούμενος ήταν ο Εναγόμενος, ενώ ο Ενάγοντας, παρά το ότι κατεγράφετο στο κατηγορητήριο ως μάρτυρας κατηγορίας, εν τέλει κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης για τον κατηγορούμενο και εναγόμενο της παρούσας υπόθεσης. Ο κ. Χ. Κυριακίδης τόνισε ότι το αίτημα επανακλήτευσης γίνεται αποκλειστικά και μόνο για να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το αντίγραφο των πρακτικών της ποινικής υπόθεσης που αναφέρθηκε ούτως ώστε να εκτιμηθεί η αξιοπιστία του Ενάγοντα αναφορικά με το θέμα της ευθύνης λόγω του ότι στο στάδιο που αντεξετάστηκε ο Ενάγοντας από το συνήγορο του Εναγομένου τα εν λόγω πρακτικά δεν ήταν διαθέσιμα. Οσον αφορά τις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις επανακλήτευσης ο κ. Κυριακίδης αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία επισημαίνοντας ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με κύριο γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης νοουμένου ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΑΝΤΙΔΙΚΩΝ Ο κ. Παπαλλής, εκ μέρους του ενάγοντα, υπέβαλε ένσταση τόσο αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε όσον και σε σχέση με την ουσία του αιτήματος. Συγκεκριμένα τόνισε ότι το αίτημα θα έπρεπε να είχε υποβληθεί γραπτώς με καταχώρηση σχετικής αίτησης και όχι όπως έγινε, δηλαδή προφορικά. Οσον αφορά την ουσία ανέφερε ότι, εφόσον ο ενάγοντας δεν έχει αντεξεταστεί από τον κ. Κυριακίδη αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος και εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του γι΄ αυτά τα θέματα δεν νομιμοποιείται να υποβάλει το υπό εξέταση αίτημα. Επειτα, πρόσθεσε, ενώ υπήρχε η κατάθεση του Ενάγοντα (τεκμήριο 7) εντούτοις ο κ. Κυριακίδης δεν προχώρησε να τον αντεξετάσει επ΄ αυτής. Επεσήμανε, ακόμη, ότι ο Ενάγων είχε κληθεί ως μάρτυρας υπεράσπισης στην ποινική υπόθεση που αναφέρθηκε όπου κατηγορούμενος ήταν ο Εναγόμενος και δικηγόρος του Εναγόμενου ήταν ο Μ.Κυριακίδης από το δικηγορικό γραφείο Χ. Κυριακίδη. Η αναφορά αυτή έγινε για να υποστηρίξει ο κ. Παπαλλής ότι από εκείνο το στάδιο ο συνήγορος του Εναγομένου γνώριζε τις θέσεις του Ενάγοντα και τις απαντήσεις που έδωσε όταν κατέθετε στην ποινική υπόθεση. Ο συνήγορος υποστήριξε ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν συντρέχει κανένας λόγος για να επιτραπεί η επανακλήτευση του Ενάγοντα, διαφορετικά αυτό θα αποτελούσε μια δεύτερη ευκαιρία στην πλευρά του Εναγομένου να διορθώσει λάθη ή παραλείψεις που τυχόν έγιναν στο στάδιο της αντεξέτασης του. Τέλος, ανέφερε ότι δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου τα πρακτικά της ποινικής υπόθεσης που επιθυμεί ο κ. Κυριακίδης να καταθέσει στην παρούσα διαδικασία για να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει αν πρέπει να τεθούν ενώπιον του. Η κα Οικονόμου, εκ μέρους του τριτοδιάδικου, έχει ένστεί και αυτή στο αίτημα επανακλήτευσης τόσο για διαδικαστικούς όσο και ουσιαστικούς λόγους. Εν πρώτοις, εισηγήθηκε ότι το υπό κρίση αίτημα θα έπρεπε να είχε υποβληθεί γραπτώς με βάση τις πρόνοιες της Δ.48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ούτως ώστε να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα. Οσον αφορά την ουσία αναφέρθηκε στις πρόνοιες της Δ.38 θ.1 και επεσήμανε ότι τέτοια δυνατότητα παρέχεται σε εξαιρετικές ή ειδικές περιστάσεις. Επεσήμανε δε ότι ο συνήγορος του εναγόμενου, ενώ ανέμενε τα πρακτικά της ποινικής υπόθεσης που αναφέρθηκε και ενώ γνώριζε την υπόθεση εκείνη, στην αντεξέταση που έγινε στον Ενάγοντα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής από τον κ. Κυριακίδη δεν τέθηκε οτιδήποτε σ΄ αυτόν αναφορικά με την ευθύνη πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Επεσήμανε, ακόμη, ότι ούτε ζητήθηκε ή επιφυλάχθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης του Ενάγοντα μέχρι να του δοθούν τα πρακτικά, υποστηρίζοντας ότι το υπό κρίση αίτημα αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις και μία προσπάθεια να ανοίξει νέο κεφάλαιο που δεν τέθηκε στην αντεξέταση του Ενάγοντα και αφορά την ευθύνη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.38 θ.1 η οποία διαλαμβάνει: «
  2. Each witness, when his examination in chief is closed, is liable to be cross-examined by the opposite party and to be re-examined by the party calling him, and after re-examination may be questioned by the Court, and shall not be recalled or further questioned save through and by leave of the Court. The Court may direct in what form any question shall be put to a witness, and, except in regard to matters which are introductory or undisputed, may refuse to allow any question to a witness upon his examination in chief or re-examination to be put in a form calculated to suggest the answer to it.» Από την ανάγνωση της πιο πάνω διαταγής αλλά και τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η επανακλήτευση μάρτυρα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ευχέρεια αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και με κύριο γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Δικαιολογείται μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις[1]. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια Πρακτική Προσέγγιση) του Τάκη Ηλιάδη στη σελίδα 237: «Αν και δεν έχουν καθοριστεί ποιες είναι οι ειδικές περιπτώσεις μπορεί να λεχθεί ότι και στις πολιτικές υποθέσεις εφαρμόζονται οι αρχές που ισχύουν στις ποινικές υποθέσεις έτσι που η επανακλήτευση να μην επιτρέπεται εκτός αν το θέμα εγείρεται ex improviso ή η μαρτυρία που θα δοθεί είναι τυπική. Όμως δεν θα επιτραπεί η επανακλήτευση μάρτυρα για να καλύψει κενά στη μαρτυρία του που θα μπορούσε εύλογα να προβλεφθούν προτού δώσει τη μαρτυρία του.» Να σημειωθεί ότι πολύ αυστηρότερο είναι το κριτήριο για την επανάκληση μάρτυρα μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του Ενάγοντα[2]. Eξέταση των προνοιών της Δ.38 θ.1, με βάση την σχετική νομολογία, αποκαλύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, είτε με δική του πρωτοβουλία, είτε με υποκίνηση διαδίκου, να επανακαλέσει ένα μάρτυρα προς περαιτέρω εξέταση ή αντεξέταση. Η διαδικασία η οποία προσφέρεται από τη Δ.38 θ.1 η οποία τελεί, βεβαίως, υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο, ακολουθείται υπό τις συνθήκες και περιορισμούς που έχουν τεθεί από τη νομολογία. Αυτή, δηλαδή, η παρέκκλιση από τη κανονική διαδικασία δεν πρέπει να επιτρέπεται παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Εκεί όπου, για παράδειγμα, ένα θέμα εγείρεται εξ απροόπτου ή με τη συγκατάθεση των δύο πλευρών εκεί όπου πρόκειται για τυπική περαιτέρω μαρτυρία κλπ. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν θα επιτραπεί η επανακλήτευση μάρτυρα για να καλύψει κενά στη μαρτυρία του που μπορούσε εύλογα να είχαν προβλεφθεί προτού δώσει ή όταν έδιδε τη μαρτυρία του. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Sullivan

(1923)1 K.B. 47, η οποία υιοθετήθηκε και σε κυπριακές αποφάσεις, τονίστηκε ότι ο εκδικάζων δικαστής έχει διακριτική εξουσία να επανακαλεί μάρτυρες κατά τρόπο και υπό συνθήκες παρόμοιες με εκείνες σε περιπτώσεις όπου επιτρέπεται η λήψη αντικρουστικής ή απαντητικής μαρτυρίας. Στην κυπριακή υπόθεση Tsiartas and another v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216, έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν το παρόμοιο με το υπό εξέταση θέμα παροχής άδειας για να δοθεί απαντητική μαρτυρία κάτω από τη Δ.33 θ.7. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας σε δύο βασικά περιπτώσεις, όταν: (
  1. i)χρειάζεται να απαντηθεί μαρτυρία που προσαγάγει η άλλη πλευρά για ζήτημα το βάρος απόδειξης του οποίου έγκειται με τον εναγόμενο, και (
  2. ii)όταν ο ενάγων κατελήφθη εξαπίνης ή η μαρτυρία που έχει ήδη προσαχθεί ήταν αντιφατική. ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟΒΛΗΘΕΝΤΟΣ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ Προχωρώντας τώρα να εξετάσουμε το υπό κρίση αίτημα επί της ουσίας θα πρέπει εν πρώτοις να δούμε τον χειρισμό που έτυχε ο Ενάγοντας κατά το στάδιο της αντεξέτασης του από το συνήγορο του Εναγόμενου. Από τα πρακτικά της παρούσας διαδικασίας προκύπτει ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία του Ενάγοντα στο στάδιο της αντεξέτασης του από το συνήγορο του Εναγομένου αναφορικά με το πώς έγινε το επίδικο δυστύχημα. Το μόνο σημείο που θίγηκε στο στάδιο της αντεξέτασης ήταν η αναφορά του Ενάγοντα για την ταχύτητα του Εναγόμενου πριν την πρόκληση του δυστυχήματος, δηλαδή το ότι ο ίδιος τη θεώρησε ότι ξεπερνούσε τα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα και για το σκοπό αυτό υποβλήθηκαν κάποιες ερωτήσεις από τον κ. Κυριακίδη αναφορικά με την κίνηση του αυτοκινήτου στον οποίο ευρίσκετο τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων και το οποίο συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος, μετά τη σύγκρουση του με αυτό. Κανένα άλλο ζήτημα δεν τέθηκε στον Ενάγοντα που να σχετίζεται με το θέμα της ευθύνης πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Να επισημάνω, επίσης, ότι στο στάδιο της αντεξέτασης του Ενάγοντα από το συνήγορο του Εναγομένου δεν έχει γίνει οποιαδήποτε χρήση της κατάθεσης που έδωσε ο Ενάγων στην Αστυνομία (τεκμήριο 7) και η οποία, βεβαίως, βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Κυριακίδης υποβάλλοντας το αίτημα της επανακλήτευσης του Ενάγοντα έχει ρητά αναφέρει ότι σκοπός είναι να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πρακτικά της ποινικής υπόθεσης όπου συμπεριλαμβάνεται η ένορκη κατάθεση και αντεξέταση του Ενάγοντα ούτως ώστε να εκτιμηθεί η αξιοπιστία του Ενάγοντα για το θέμα της ευθύνης. Το ζήτημα, όμως, που εγείρεται είναι ότι δεν έχει κατ΄ ουσία αμφισβητηθεί από τον κ. Κυριακίδη η αξιοπιστία του ενάγοντα σε σχέση με το θέμα της ευθύνης. Ούτε τέθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο στη διάρκεια της αντεξέτασης του Ενάγοντα από τον κ. Κυριακίδη ότι η εκδοχή που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου για το πώς επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ηδη επεσημάναμε πιο πάνω το πολύ περιορισμένο εύρος της αντεξέτασης που έγινε αναφορικά με την οδική συμπεριφορά του Εναγόμενου και μάλιστα για την αναφορά του Ενάγοντα σχετικά με την εκτίμηση που έκαμε για την ταχύτητα του Εναγόμενου πριν επισυμβεί το ατύχημα. Δεν μου διαφεύγει της προσοχής ότι σε κανένα στάδιο προηγουμένως δεν επεφύλαξε ο κ. Κυριακίδης το δικαίωμα του να ολοκληρώσει την αντεξέταση του Ενάγοντα μέχρι να εξασφαλίσει τα πρακτικά της ποινικής υπόθεσης, εφόσον είχε υπόψη του αυτή τη διαδικασία. Ούτε μου διαφεύγει της προσοχής ότι τον εναγόμενο και κατηγορούμενο στην ποινική υπόθεση εκπροσώπησε δικηγόρος από το γραφείο του κ. Χ.Κυριακίδη, και συγκεκριμένα, ο κ. Μ.Κυριακίδης και ότι μάλιστα ο Ενάγοντας χρησιμοποιήθηκε από τον κ. Μ.Κυριακίδη ως μάρτυρας υπεράσπισης. Θα συμφωνήσω με τις θέσεις που διατύπωσαν τόσο ο κ. Παπαλλής όσο και η κα Οικονόμου ότι τυχόν έγκριση του υπό εξέταση αιτήματος θα συνεπαγόταν άνοιγμα ενός νέου κεφαλαίου, δηλαδή, αυτού που αφορά την ευθύνη και το οποίο κεφάλαιο δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα. Μάλιστα ενώ αγόρευε ο κ. Παπαλλής ο κ. Χ.Κυριακίδης, διευκρινίζοντας περαιτέρω το αίτημα του, ανέφερε ότι εκείνο που βασικά επιδιώκει είναι, απλώς, να θέσει τα πρακτικά που αφορούν την μαρτυρία του ενάγοντα στην ποινική υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς αξιοπιστίας του ενάγοντα και να τον ρωτήσει αν τα όσα καταγράφονται τα ανέφερε ή όχι και το Δικαστήριο στη συνέχεια να διαπιστώσει αν αυτά συνάδουν ή όχι με τη μαρτυρία που έδωσε στην παρούσα υπόθεση. Yπάρχουν δύο ουσιαστικές αντιρρήσεις για τη δυνατότητα επανακλήτευσης του Ενάγοντα για τους σκοπούς που τέθηκαν ανωτέρω. Πρώτο, δεν είναι νοητό να τίθεται για πρώτη φορά το σύνολο της μαρτυρίας που ένας μάρτυρας έχει προσφέρει στα πλαίσια μιας άλλης διαδικασίας και η οποία δεν ήταν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας όταν αντεξετάζετο ο μάρτυρας. Εδώ, θα επαναλάβω τα όσα τέθηκαν πιο πάνω, δηλαδή, ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία που έδωσε ο ενάγων αναφορικά με το πως επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Τούτου δοθέντος δεν μπορεί σήμερα και μάλιστα κατόπιν αιτήματος επανακλήτευσης του ενάγοντα να επιζητείται η εξέταση της αξιοπιστίας του Ενάγοντα για το θέμα της ευθύνης. Η δυνατότητα επανακλήτευσης, όπως ήδη τονίσαμε εμφαντικά, δεν είναι παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας στο διάδικο επειδή παρέλειψε να αντεξετάσει, όταν είχε τη δυνατότητα, το συγκεκριμένο μάρτυρα και ούτε προσφέρεται για να καλυφθούν κενά στη μαρτυρία που μπορούσε ο διάδικος εύλογα να είχε προβλέψει όταν εξετάζετο και αντεξετάζετο ο συγκεκριμένος μάρτυρας. Δεύτερο, διαδικαστικά δεν είναι με αυτόν τον τρόπο που μπορεί να γίνει χρήση προηγούμενων δηλώσεων ενός μάρτυρα για σκοπούς ελέγχου της αξιοπιστίας του. Η διαδικασία καθορίζεται ρητά στις πρόνοιες των Αρθρων 32 και 33 του περί Αποδείξεως Νόμου Ν.32(Ι)/04. Συγκεκριμένα ένας μάρτυρας δύναται να αντεξεταστεί αναφορικά με προηγούμενες του δηλώσεις οι οποίες σχετίζονται με την ουσία της υπό εκδίκαση υπόθεσης χωρίς να παρουσιαστεί στο μάρτυρα το σχετικό έγγραφο στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι εν λόγω δηλώσεις. Σε περίπτωση, όμως, που σκοπείται να αντικρουστεί ο μάρτυρας με την παρουσίαση του σχετικού εγγράφου προτού γίνει αυτό, θα πρέπει να επιστηθεί η προσοχή του στα σημεία του εγγράφου που θα χρησιμοποιηθούν για σκοπούς αντίκρουσης του. Κατά συνέπεια δεν είναι ορθό και από δικονομικής άποψης να ζητείται η κατάθεση του συνόλου της μαρτυρίας του Ενάγοντα που δόθηκε στην προαναφερόμενη ποινική υπόθεση - τόσο η κύρια εξέταση όσο και αντεξέταση - για να ρωτηθεί γενικά ο Ενάγοντας αν όντως έχει δώσει αυτή τη μαρτυρία ή όχι. Η αντεξέταση επικεντρώνεται επί ασυμβίβαστων με την μαρτυρία που έδωσε στην παρούσα υπόθεση δηλώσεων οι οποίες, ασφαλώς, τίθενται υπόψη του Ενάγοντα συγκεκριμένα για να τις σχολιάσει και, ανάλογα, είτε να τις υιοθετήσει, είτε να τις αντικρούσει. Τέλος, θέμα κατάθεσης του εγγράφου που περιλαμβάνει τις προηγούμενες ασυμβίβαστες δηλώσεις του ενάγοντα, αν υπάρχουν, τίθεται μόνο αν ο ενάγων επιμένει στη μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, ουδεμία ένδειξη δόθηκε για τα συγκεκριμένα ζητήματα που η πλευρά του Εναγόμενου επιθυμεί να αντεξετάσει τον Ενάγοντα και που μάλιστα άπτονται της αξιοπιστίας του σε σχέση με τα όσα κατέθεσε και έχουν σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος επανακλήτευσης. Με άλλα λόγια δεν έχουν με κανένα τρόπο εξειδικευθεί και συγκεκριμενοποιηθεί τα ζητήματα που η πλευρά του Εναγόμενου επιθυμεί να θέσει στον Ενάγοντα στα πλαίσια αντεξέτασης του, υπό το φως των όσων κατέθεσε στην ποινική υπόθεση που αναφέρθηκε πιο πάνω, για να μπορέσει το Δικαστήριο να εκτιμήσει τη βασιμότητα και την αναγκαιότητα ενός τέτοιου αιτήματος. Κατά τη γνώμη μου, το αίτημα επανακλήτευσης ήταν ένα γενικό και αόριστο αίτημα με αποτέλεσμα να μην έχουν αποκαλυφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε δικαιολογητικά για την επανακλήτευση του Ενάγοντα και μάλιστα δικαιολογητικά που να συνιστούν ειδικές περιστάσεις ικανοποιητικές για την επανακλήτευση του. Ενόψει του ότι τα πιο πάνω προδιαγράφουν την κατάληξη στο υπό εξέταση αίτημα, δηλαδή την απόρριψη του, δεν κρίνεται αναγκαίο να σχολιαστεί και να εξεταστεί το δικονομικό θέμα που τέθηκε τόσο από τον κ. Παπαλλή όσο και από την κα Οικονόμου, ήτοι το κατά πόσο το αίτημα επανακλήτευσης θα έπρεπε να είχε υποβληθεί μέσω καταχώρησης γραπτής αίτησης που να συνοδεύεται και να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση όλα όσα προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έγκριση του υπό εξέταση αιτήματος επανακλήτευσης το οποίο και απορρίπτεται. Οσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, και, συνεπώς, τόσο ο Ενάγων, όσο και ο τριτοδιάδικος δικαιούνται τα έξοδα τους. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπερ του Ενάγοντα και Τριτοδιαδίκου και εναντίον του Εναγομένου όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., [1] Δέστε Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. ν. Δήμου Πάφου
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2398 Kaya Djafer v. Payker Kaya 24 C.L.R. 63, Electiricty Authority of Cyprus v. Antonis Kipparis 24 C.L.R. 121, Homeros Th. Courtis and others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Savoullas v. Loucas
(1979)1 C.L.R. 336. [2] Δέστε The Electricity Authority of Cyprus v. Kipparis 24 C.L.R. 126 και AHK v. Κανναβά
(2000)1(Α) A.A.Δ. 425, 431 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.