Κώστας Παπαδόπουλος ν. Investylia Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 3942/2005, 31 Μαϊου,2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3942/2005 Μεταξύ: Κώστας Παπαδόπουλος Ενάγοντος και Investylia Public Company Ltd Εναγομένης Ημερομηνία: 31 Μαϊου,2010 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Τ. Κουκούνης Για την Εναγόμενη: κα Λ. Στυλιανού Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας αξιώνει με τη παρούσα αγωγή του από την εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.15.020,00 πλέον τόκο προς 6% από 14.06.2000 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως και τα έξοδα της αγωγής. Διατείνεται ότι είχε καταβάλει αυτό το ποσό στις 25.06.2000 στην εναγόμενη για την αγορά μετοχών της. Η αξίωση εδράζεται: (α) στο άρθρο 58 Α
(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) Νόμου (Ν. 14
(1)/1993) όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Νόμο 42
(1)/2000 ή και δυνάμει του άρθρου 3
(3)του Νόμου 42
(1)/2000 ή και δυνάμει των Άρθρων του Νόμου 9
(1)/2001 και ειδικά του Άρθρου 4 ή/ και (β) δυνάμει παράβασης συμφωνίας ή /και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή/ και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας πηγάζουσας από ψευδείς παραστάσεις της εναγόμενης ή/ και (γ) ως ποσό οφειλόμενο σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unlawful enrichment) ή/ και ως money had and received. Η παρούσα αφορά ακόμα μια υπόθεση διεκδίκησης επιστροφής χρημάτων που κατέβαλε επενδυτής για την αγορά μετοχών σε εταιρεία κατά τη χρηματιστηριακή έκρηξη της περιόδου 1999 - 2000 στη Κύπρο και όπου η εταιρεία, από την οποία αγοράστηκαν οι μετοχές, όπως εν προκειμένω η εναγόμενη, δεν κατάφερε να εισάξει τις μετοχές της στο ΧΑΚ προς διαπραγμάτευση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο ενάγοντας κ. Κώστας Παπαδόπουλος ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε για την πλευρά του. Η εναγόμενη παρουσίασε τρεις μάρτυρες, τον διευθυντή της κ. Στέλιο Στυλιανού (Μ.Υ.1), την κα Παναγιώτα Γεναγρίτου (Μ.Υ.2) και τον κ. Ιωάννη (Γιάννο) Παπαχριστοδούλου (Μ.Υ.3). Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της προφορικής μαρτυρίας κατατέθηκαν διάφορα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια και έγινε δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Για ό,τι έχει σημασία από το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο στάδιο της απόφασης μου. Ο ενάγοντας είναι από τη Λευκωσία εργαζόταν κατά την επίδικη περίοδο στην εταιρεία Pellapais Suppliers Ltd ως βοηθός διευθυντής. Στις αρχές του 2000, ανέφερε, είχε πάει στα γραφεία της εταιρείας τους ο κ. Στέλιος Στυλιανού όπου μαζί με τον διευθυντή της Pellapais τους ανακοίνωσαν ότι το 51% της εταιρείας τους εξαγοράστηκε από την εναγόμενη εταιρεία INVESTYLIA. Στη συνέχεια ο κ Στυλιανού εγκαταστάθηκε σε ένα από τα γραφεία της εταιρείας το οποίο επισκεπτόταν καθημερινά και όπου είχε καθημερινές συσκέψεις με το προσωπικό όπως και με τον ίδιο και συζητούσαν για θέματα που αφορούσαν την διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας. Κατά τις συζητήσεις τους ο κ. Στυλιανού τον πληροφόρησε ότι η εξαγορά της εταιρείας τους έγινε με σκοπό να μπορέσει η εναγόμενη να εισάξει τις μετοχές της στο ΧΑΚ και σε κατ΄ιδίαν συζητήσεις που είχαν τον παρότρυνε να αγοράσει μετοχές της εναγόμενης για να αποκομίσει οικονομικό όφελος. Του έλεγε ότι η εταιρεία θα έμπαινε αμέσως στο ΧΑΚ, ότι η μετοχή της θα ανέβαινε σημαντικά και ότι θα είχε οικονομικό όφελος η τυχόν επένδυση του σ΄αυτή την εταιρεία. Πείστηκε και αγόρασε 20.000 μετοχές τις οποίες εξόφλησε στις 25.06.
- Όταν η εναγόμενη απέτυχε να εισάξει τις μετοχές της στο ΧΑΚ, όπως ήταν οι υποσχέσεις της, ζήτησε με επιστολή του πίσω τα χρήματα του και το ίδιο έκαμε και αργότερα με άλλη επιστολή μέσω δικηγόρου, επειδή δεν υπήρξε ανταπόκριση ήγειρε τη παρούσα αγωγή. Μέχρι σήμερα δεν του έχουν επιστραφεί τα χρήματα που κατέβαλε γι΄αυτό και ο ίδιος δεν επέστρεψε τις μετοχές της. Από ότι ήξερε μέχρι την ημερομηνία που κατέθετε στο Δικαστήριο η εναγόμενη δεν είχε εισάξει τις μετοχές της στο ΧΑΚ, γι΄ αυτό και αξιώνει όπως η αγωγή του. Φωτοαντίγραφα της απόδειξης πληρωμής του ποσού των Λ.Κ.15.020,00 κατάθεσε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α το πρωτότυπο της οποίας κατάθεσε αργότερα ως Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι επειδή δεν είχε χρήματα για να αγοράσει μετοχές δανείστηκε το ποσό για την αγορά τους από τον κ.Γιάννο Παπαχριστοδούλου μέρος των οποίων του πλήρωσε αργότερα όταν εξασφάλισε δάνειο από τη ΣΠΕ Στροβόλου για ποσό Λ.Κ. 7.500,00 και προς τούτο κατάθεσε αντίγραφο της επιταγής που εκδόθηκε στο όνομα του κ. Γ. Γιάννου Παπαχριστοδούλου στις 20.10.2000 ως Τεκμήριο
- Το υπόλοιπο ποσό εξακολουθεί να του το οφείλει μέχρι και σήμερα. Φωτοαντίγραφα των πιστοποιητικών συνήθων και ιδρυτικών μετοχών και δικαιωμάτων αγοράς μετοχών της εναγόμενης κατάθεσε ως Τεκμήρια για Αναγνώριση Β - Ε και στη συνέχεια της μαρτυρίας του κατάθεσε τα πρωτότυπα τους ως Τεκμήρια 4 - 7 όπου το Τεκμήριο 6 που αφορά το πιστοποιητικό δικαιωμάτων αγοράς 4.000 μετοχών είχε αντικαταστήσει το αντίστοιχο Τεκμήριο
- Κατάθεσε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση ΣΤ φωτοαντίγραφο του μητρώου της μερίδας του σε μετοχές στην εναγόμενη το πρωτότυπο του οποίου στη συνέχεια κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Κατάθεσε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της επιστολή του με ημερομηνία 23.01.2003 με την οποία αξίωνε την επιστροφή των χρημάτων του, την οποία απέστειλε ασφαλισμένη στη διεύθυνση της εναγόμενης και ως Τεκμήριο 10 την απόδειξη παραλαβής της από το ταχυδρομείο. Δηλώθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:
- Ο κ. Στυλιανού Στέλιος ήταν και είναι ο διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας από την ίδρυση της και μέχρι σήμερα.
- Η εναγόμενη εταιρεία ιδρύθηκε το 1977 ως ιδιωτική εταιρεία και μετά μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία στις 28.01.
- Η εναγόμενη εταιρεία υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή της στο ΧΑΚ στις 14.06.
- Η εσωτερική αξία της μετοχής της εναγόμενης εταιρείας ουδέποτε ήταν μικρότερη των 0,42σ. (Λίρας Κύπρου) ανά μετοχή. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ήταν μέτοχος της εναγόμενης όταν αυτή είχε ιδρυθεί το 1977 αλλά έγινε μέτοχος της το
- Μαζί με την αντικατάσταση του πιστοποιητικού για τα δικαιώματα αγοράς 4.000 μετοχών με νέο πιστοποιητικό (Τεκμήριο 6) με ημερομηνία 11.12.2000 τα οποία του είχαν παραχωρηθεί την 1.06.2000 με το Τεκμήριο 7, του είχε σταλεί και το έγγραφο της εταιρείας τιτλοφορούμενο ως ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ με ημερομηνία 15.12.2000 το οποίο κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Κατάθεσε ως Τεκμήριο 11 την επιστολή των δικηγόρων του με ημερομηνία 22.08.2005 η οποία επιδόθηκε από ιδιώτη επιδότη στην εναγόμενη την 6.09.2005 με την οποία αξίωνε με βάσει την ισχύουσα τότε νομοθεσία την επιστροφή των χρημάτων με τα οποία είχε πληρώσει τις μετοχές της εναγόμενης. Τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης κατά τις ημερομηνίες 27.03.2000, 28.02.2000 και 26.10.2004 τα οποία όπως ανέφερε δεν κατείχε ο ίδιος αλλά ο δικηγόρος του, κατατέθηκαν αντίστοιχα ως Τεκμήρια 12,13 και
- Ως Τεκμήριο 15 κατατέθηκε η εξουσιοδότηση της εναγόμενης προς τον Χρίστο Στυλιανού να παραλαμβάνει επιστολές και δέματα από το ταχυδρομείο. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16 επιστολή του ΧΑΚ προς τον δικηγόρο του ενάγοντος με ημερομηνία 11.07.
- Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών για αλλαγή του ονόματος της εναγόμενης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Πιστοποιητικό Διευθυντών και Γραμματέα της εναγόμενης από 28.01.2000 μέχρι τις 31.12.2002 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι εργάζεται για 16 χρόνια στην εταιρεία Pellapais και ότι το 2000 ήταν Βοηθός Διευθυντής της ενώ σήμερα είναι ο Γενικός Διευθυντής. Προηγουμένως είχε εργαστεί στη Λαϊκή Τράπεζα από την οποία για προσωπικούς λόγους είχε παραιτηθεί. Ανέφερε ότι ο κ.Στυλιανού άρχισε να ασχολείται με τις εργασίες της εταιρείας τους αφότου ανακοινώθηκε η εξαγορά του 51% των μετοχών της. Επανέλαβε ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις ο κ. Στυλιανού κατά τις αρχές του 2000 σε κατ΄ιδίαν συναντήσεις τους τον παρότρυνε να αγοράσει μετοχές της εναγόμενης και του ανέλυε τις προοπτικές μιας τέτοιας επένδυσης του εφόσον επρόκειτο για μετοχές που θα εισάγονταν αμέσως στο ΧΑΚ με σίγουρα κέρδη. Οι εισηγήσεις αυτές εκ μέρους του κ. Στυλιανού γίνονταν στα γραφεία τους παρόντων και των κ.κ. Ανδρέα και Γιάννου Παπαχριστοδούλου. Ήταν ο ίδιος που αποφάσισε τον αριθμό των μετοχών που θα αγόραζε και αυτός ήταν σύμφωνος με τις οικονομικές του δυνατότητες. Επανέλαβε ότι όταν ανέφερε ότι ο κ. Στυλιανού τους έλεγε ότι οι μετοχές της εναγόμενης θα εισάγονταν αμέσως στο ΧΑΚ κυριολεκτούσε με τη χρήση της λέξης ¨αμέσως¨ και σε καμιά περίπτωση δεν παρέπεμπε σε μεταγενέστερο χρόνο. Είχε αντιληφθεί από τα λεγόμενα του κ. Στυλιανού ότι με την αγορά του 51% της Pellapais αυτό θα γινόταν κατορθωτό. Ο ίδιος δεν ήταν όπως και δεν είναι και σήμερα μέτοχος της εταιρείας Pellapais και έτσι δεν γνωρίζει και δεν τον ενδιέφερε πότε είχε γίνει η εξαγορά των μετοχών της από την εναγόμενη. Ο τρόπος που έγινε η εξαγγελία της αγοράς στη παρουσία του μέχρι τότε ιδιοκτήτη της Pellapais δεν σήκωνε αμφισβήτηση των προθέσεων τους. Γνώριζε ότι είχε πωληθεί το 51% της Pellapais όπως και το 51% της εταιρείας Ψυγεία Παπαχριστοδούλου. Για το ζήτημα της έκδοσης των μετοχών πριν την εξόφληση τους, εξήγησε ότι όταν ζήτησε από τον κ. Στυλιανού να τις πληρώσει αργότερα, αυτός του είπε ότι δεν γινόταν και γι΄αυτό αποτάθηκε στον κ. Γιάννο Παπαχριστοδούλου ο οποίος ανέλαβε να τις πληρώσει εκ μέρους του στην εναγόμενη και ακολούθως ο ίδιος θα τις πλήρωνε σε εκείνον. Τη διαφορά αυτή στις ημερομηνίες παραδέχθηκε ότι δεν την είχε προσέξει τότε που βγήκε η απόδειξη. Δεν είχε συμπληρώσει αίτηση για την παραχώρηση των μετοχών αλλά είχε αποταθεί προφορικά στον κ. Στυλιανού ο οποίος φαίνεται διευθέτησε το ζήτημα. Ο κ. Γ. Παπαχριστοδούλου που ανέλαβε να τον δανειοδοτήσει για την αγορά των μετοχών φρόντισε να εκδοθούν τα πιστοποιητικά των μετοχών στο όνομα του όπως και η απόδειξη (Τεκμήριο 3). Δεν είχε υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία γι΄αυτή τη δανειοδότηση του και ήταν ζήτημα εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Ο κ. Γ. Παπαχριστοδούλου όταν αγόρασε τις μετοχές για τον ίδιο τον πληροφόρησε σχετικά και δεν ήξερε τον τρόπο που αυτός τις πλήρωσε. Τον Οκτώβριο του 2000 κατάφερε και εξασφάλισε δάνειο από την ΣΠΕ Στροβόλου για το ποσό των Λ.Κ.7.500,00 (Τεκμήριο 1), ποσό που έδωσε στον κ. Γ. Παπαχριστοδούλου έναντι του δανείου του. Ο λόγος που μέχρι σήμερα δεν έχει εξοφλήσει το υπόλοιπο ποσό αν και ο μισθός του τότε ανερχόταν στις Λ.Κ.1.000,00 είναι γιατί πληρώνει για χρέος για το σπίτι που έκτισε και για τις σπουδές των παιδιών του. Δεν γνώριζε γιατί η απόδειξη (Τεκμήριο 3) δεν είχε υπογραφή στη θέση ¨Ο πληρώσας¨ και δεν είχε δώσει σημασία σ΄αυτό το γεγονός τότε. Την απόδειξη αυτή την είχε πάρει μέσω της εσωτερικής αλληλογραφίας της εταιρείας. Ήταν κατηγορηματικός ότι δεν είχαν μεταφερθεί τα γραφεία της εναγόμενης και το Λογιστήριο της στα γραφεία της Pellapais. Δεν ήταν προϊστάμενος της Γεωργίας Τρύφωνος του Λογιστηρίου της Pellapais αλλά προϊστάμενοις της ήταν ο κ. Γ. Παπαχριστοδούλου. Είχε πληροφορηθεί προφορικά ότι του είχαν παραχωρηθεί οι μετοχές αλλά δεν έλαβε επιστολή κοινοποίησης της παραχώρησης τους. Δεν θυμόταν τον τρόπο που είχε λάβει το Τεκμήριο 8, δηλαδή τη μερίδα του στις μετοχές της εναγόμενης. Όταν το είχε πάρει δεν διερωτήθηκε γιατί αναφέρει ότι χρωστά Λ.Κ.15.020,00 αλλά παρόλα αυτά είχε πάρει τα πιστοποιητικά των μετοχών που αγόρασε και με αυτά τα δεδομένα δεν θεώρησε ότι χρωστούσε αυτό το ποσό. Επέμενε ότι υπέβαλε προφορικά αίτημα για παραχώρηση μετοχών της εναγόμενης και ότι οι τίτλοι των μετοχών και η απόδειξη που του στάληκε αποδεικνύει ότι πλήρωσε αυτές τις μετοχές. Αρνήθηκε υποβολή ότι απέκτησε αυτές τις μετοχές από μεταβίβαση που έγινε από τον κ. Γ. Παπαχριστοδούλου. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι την απόδειξη, Τεκμήριο 3, την ζήτησε και την εξασφάλισε εκ των υστέρων για προσωπικούς του λόγους και εκμεταλλευόμενος τη θέση του στην εταιρεία. Επέμενε ότι ο κ. Γ. Παπαχριστοδούλου είχε αγοράσει αυτές τις μετοχές εκ μέρους του και γι' αυτό τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου όταν εξασφάλισε δάνειο του έδωσε το ποσό των Λ.Κ.7.500,00 και το υπόλοιπο εξακολουθεί να του το χρωστά μέχρι σήμερα. Ο κ. Γ. Παπαχριστοδούλου του είχε αναφέρει ότι είχε αγοράσει μετοχές της εναγόμενης χωρίς να το γνωρίζει ο πατέρας του. Σε ερώτηση αν γνώριζε αν ο κ. Γ. Παπαχρισοδούλου ως μέρος της εξαγοράς της εταιρείας του από την εναγόμενη είχε πάρει μετοχές της εναγόμενης, ανέφερε ότι πολύ πιθανόν να του το είχε αναφέρει αυτό το πράγμα. Ο κ. Στέλιος Στυλιανού (Μ.Υ. 1), ένας από τους διευθυντές της εναγόμενης εταιρείας σήμερα, όπως ανέφερε, αναφέρθηκε στο ιστορικό της εταιρείας ότι δηλαδή είχε ιδρυθεί στις 17.12.1977 σαν ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και στις 28.1.2000 μετατράπηκε σε δημόσια υιοθετώντας καταστατικό δημόσιας εταιρείας. Στη συνέχεια στις 27.3.2000 προχώρησε σε κατάθεση Δημόσιας Πρόσκλησης Εγγραφής στον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήριο 19(α) η οποία δημοσιεύθηκε στον τύπο μεταξύ 8 - 12 Απριλίου 2000 (Τεκμήριο 19(β). Οι κατάλογοι της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή άνοιξαν στις 12.4.2000 και έκλεισαν στις 14.4.
- Περί το τέλος του Μάρτη με αρχές Απριλίου 2000 συναντήθηκε, κατόπιν μεσολάβησης τρίτου προσώπου, με τον κ. Ανδρέα Παπαχριστοδούλου τον οποίο πριν από αυτή τη συνάντηση δεν γνώριζε αλλά ούτε και κάποιο μέλος της οικογένειας του ή του προσωπικού του. Μετά από συζήτηση που έγινε μεταξύ τους κατάληξαν σε μια προκαταρτική συμφωνία εξαγοράς του 51% των εταιρειών Bellapais Suppliers Ltd και Ψυγεία Παπαχριστοδούλου Λτδ που ήταν οικογενειακές εταιρείες του κ. Ανδρέα Παπαχριστοδούλου. Στις 8.4.2000 υπογράφηκε σχετικό μνημόνιο, και στις 25.4.2000 υπογράφηκε προκαταρτική συμφωνία. Η συμφωνία αυτή ολοκληρώθηκε στις 26.6.2000 και την μέρα αυτή πληρώθηκε στους μετόχους των εταιρειών Bellapais Suppliers Ltd και Ψυγεία Παπαχριστοδούλου Λτδ, Ανδρέα, Θεοδώρα και Γιάννο Παπαχριστοδούλου το ολικό ποσό των Λ.Κ. 1.726.970 μαζί με 530.000 συνήθεις μετοχές και 530 ιδρυτικές μετοχές της εναγόμενης εταιρείας. Οι 530,000 συνήθεις και 530 ιδρυτικές μετοχές της εναγόμενης παραχωρήθηκαν στο κ. Γιάννο Παπαχριστοδούλου ως μέρος του τιμήματος μετοχών που κατείχε ο τελευταίος στην εταιρεία Bellapais Suppliers Ltd τις οποίες μεταβίβασε στην εναγόμενη. Το ολικό εκδομένο κεφάλαιο της Bellapais Suppliers Ltd, ήταν 260.000 συνήθεις μετοχές (Τεκμήριο 19(γ)και η εναγόμενη εταιρεία εξαγόρασε 132.600, δηλαδή ποσοστό 51%, οι οποίες μεταβιβάστηκαν την ίδια μέρα, δηλαδή στις 26.6.2000 με την ολοκλήρωση της συμφωνίας, και αυτό έγινε στα γραφεία των λογιστών της εταιρείας Bellapais Suppliers Ltd από τους εξής: Από τον Ανδρέα Παπαχριστοδούλου προς την Investylia Ltd 20.000 συνήθεις μετοχές έναντι τιμήματος Λ.Κ.177.
- Από την Θεοδώρα Παπαχριστοδούλου προς την Investylia Ltd 60.000 συνήθεις μετοχές έναντι τιμήματος Λ.Κ. 531.
- Από τον Γιάννο Παπαχριστοδούλου προς την Investylia 52.600 συνήθεις μετοχές έναντι τιμήματος Λ.Κ.68.070 πλέον 530.000 συνήθεις μετοχές και 530 ιδρυτικές μετοχές της Investylia Ltd (Τεκμήριο 19(δ). Για την πληρωμή των πιο πάνω δόθηκαν τρεις επιταγές (Τεκμήριο 19(ιδ) και όπως φαίνεται και στη κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας αυτές οι επιταγές εξαργυρώθηκαν (Τεκμήριο 19(ε). Μετά τη μεταβίβαση αυτή και κάποιες άλλες μεταβιβάσεις που έγιναν μεταξύ των μελών της οικογένειας Παπαχριστοδούλου, το μετοχικό κεφάλαιο της Bellapais Suppliers Ltd διαμορφώθηκε ως εξής: Ανδρέας Παπαχριστοδούλου 12.740 μετοχές Γιάννος Παπαχριστοδούλου 114.660 μετοχές Investylia Ltd 132.600 μετοχές (Τεκμήριο 19(στ). Το τίμημα ή αντάλλαγμα που η εναγόμενη εταιρεία πήρε για τις 530.000 συνήθεις και 530 ιδρυτικές μετοχές της που παραχώρησε στον κ. Γιάννο Παπαχριστοδούλου, ήταν οι 52.600 μετοχές της Bellapais Suppliers Ltd που πήρε από τον κ. Γιάννο Παπαχριστοδούλου πληρώνοντας και από πάνω το ποσό των Λ.Κ.68.070 (Τεκμήριο 19(ε) που είναι η 3η επιταγή των Λ.Κ.68.070). Το αντάλλαγμα αυτό, η εταιρεία το έχει στο μεταξύ επιστρέψει στους μετόχους της Bellapais Suppliers Ltd. Με την ολοκλήρωση της συμφωνίας ο κ. Γιάννος Παπαχριστοδούλου ζήτησε όπως, από τον ολικό αριθμό μετοχών που του παραχωρήθηκαν βάση της συμφωνίας εξαγοράς της Bellapais Suppliers Ltd, μεταβιβαστούν 20.000 συνήθεις μετοχές και 20 ιδρυτικές μετοχές στον ενάγοντα και είναι αυτές τις μετοχές που κατέχει μέχρι σήμερα ο ενάγοντας. Στις 12.6.2002, μετά από συμφωνία μεταξύ των δύο μερών, η εναγόμενη εταιρεία συμφώνησε να επιστρέψει και επέστρεψε στους πωλητές 70.200 συνήθεις μετοχές της Bellapais Suppliers Ltd, από τις 132.600 που κατείχε, κρατώντας τις υπόλοιπες 62.400 μετοχές της. Την ίδια στιγμή συμφωνήθηκε και η επιστροφή των υπολοίπων 62.400 μετοχών στον Γιάννο Παπαχριστοδούλου, σε ένα εύθετο χρονικό διάστημα που θα του έδινε την ευκαιρία να προβεί στις αναγκαίες οικονομικές διευθετήσεις, με ταυτόχρονη επιστροφή από τον ίδιο όλων των μετοχών που κατείχε στην εναγόμενη εταιρεία. Πράγματι στις 24.10.2003 ολοκληρώθηκε η επιστροφή όλων των υπόλοιπων μετοχών που κατείχε η εναγόμενη εταιρεία στην Bellapais Suppliers Ltd, ήτοι 62.400 συνήθεις μετοχές στον Γιάννο Παπαχριστοδούλου, με αντάλλαγμα την επιστροφή 583.850 συνήθων μετοχών και 610 ιδρυτικών μετοχών που κατείχε στην εναγόμενη εταιρεία πλέον συμφωνηθέν χρηματικό ποσό που αναλογούσε στην αξία των 62.400 μετοχών που του επιστρέφονταν. Ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο κατά την αντεξέταση του για τους ακόλουθους λόγους: (α) Είπε ότι τον συνάντησε αρχές του 2000 παραδεχόμενος όμως αμέσως μετά ότι δεν τον γνώριζε πριν γίνει η εξαγορά της Bellapais Suppliers Ltd. Δηλαδή δεν μπορούσε να τον γνωρίζει πριν τις 25.4.2000 όταν υπογράφηκε η προκαταρτική συμφωνία εξαγοράς. (β) Είπε ότι άρχισε να επισκέπτεται τα γραφεία της εταιρείας Bellapais Suppliers Ltd μετά που ανακοινώθηκε στο προσωπικό η εξαγορά του 51% της εταιρείας από την Investylia. Αυτό είναι σωστό, όπως ανέφερε, αλλά τέτοια ανακοίνωση δεν έγινε στο προσωπικό της εταιρείας πριν τις 25.4.2000 όταν υπογράφηκε η προκαταρτική συμφωνία και βεβαίως αυτό ήταν μετά τη λήξη της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή όταν δεν υπήρχαν πλέον διαθέσιμες μετοχές. Διερωτήθηκε τότε πως θα μπορούσε να τον παροτρύνει και να προσφέρει στον ενάγοντα τις όποιες μετοχές ήθελε. (γ) Είπε ότι αυτό που θυμάται είναι ότι οι δήθεν παροτρύνσεις εκ μέρους του προς αυτόν έγιναν αρχές του 2000, χρόνο κατά τον οποίο ούτε καν τον γνώριζε. (δ) Είπε ότι την αίτηση του την έκανε σ΄αυτόν προφορικά αλλά δεν θυμόταν πότε, πράγμα βεβαίως που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια για τους ίδιους λόγους που ανέφερε πιο πάνω. Την ίδια στιγμή παραδέχθηκε ότι δεν πήρε καμία γραπτή παραχώρηση μετοχών. (ε) Όταν ο ενάγοντας αρνήθηκε ότι το Λογιστήριο της εναγόμενης εταιρείας είχε μεταφερθεί με την εξαγορά της εταιρείας Bellapais Suppliers Ltd, στο λογιστήριο της τελευταίας, γεγονός που καλώς γνώριζε ως και εκ της θέσεως του ως Βοηθού Διευθυντή της εταιρείας Bellapais Suppliers Ltd, αλλά και ως μέλος, όπως παραδέχθηκε, της διευθυντικής επιτροπής που διόρισε ο μάρτυρας. Επεσήμανε το γεγονός ότι ο ενάγοντας κατάθεσε μία απόδειξη της εναγόμενης εταιρείας (Τεκμήριο 3) για Λ.Κ.15.020,00 ισχυριζόμενος ότι αυτή του στάλθηκε με εσωτερική αλληλογραφία, ενώ την ίδια στιγμή παραδέχθηκε ότι ο ίδιος ποτέ δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό στην εταιρεία. Η απόδειξη αυτή δεν αναφέρει ούτε πως πληρώθηκαν οι ΛΚ15.020,00 ούτε ποιος πλήρωσε το ποσό αυτό. Ισχυρίστηκε ότι την απόδειξη αυτή την ζήτησε και την πήρε εκ των υστέρων ο ενάγοντας, εκμεταλλευόμενος και τη θέση του ως Βοηθός Διευθυντής εξαρτώμενης της εναγόμενης εταιρείας, δηλώνοντας ότι δήθεν την χρειάζεται για φορολογικούς σκοπούς. Ισχυρίστηκε ότι η απόδειξη αυτή ουδέποτε καταχωρήθηκε στους λογαριασμούς της εταιρείας αφού το ποσό που αναφέρει, ποτέ δεν το πήρε η εταιρεία εκτός ως μέρος της συνολικής συμφωνίας εξαγοράς της Bellapais Suppliers Ltd. Προς απόδειξη δε αυτού του γεγονότος ανέφερε ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε δώσει στην κα Ευαγγελία Τρύφωνος, δύο μπλοκ αποδείξεων και την είχε εξουσιοδοτήσει να εισπράττει χρήματα και να εκδίδει και υπογράφει αποδείξεις της εναγόμενης εταιρείας σε πρόσωπα που αιτήθηκαν μετοχές μέσω της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή και τους βόλευε να πληρώσουν στα γραφεία της Bellapais Suppliers Ltd στη Λευκωσία. Τα δύο αυτά μπλοκ αποδείξεων της εναγόμενης εταιρείας είναι αριθμημένα το πρώτο από τον αριθμό 1001-1050 και το δεύτερο από τον αριθμό 1051-
- Κατάθεσε τα 2 μπλοκ αποδείξεων ως τεκμήριο 19(ζ). Έτσι εάν είχε πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό είτε από τον ενάγοντα, είτε από τον Γιάννο Παπαχριστοδούλου για τις μετοχές του ενάγοντα, τι το πιο φυσιολογικό να είχε αυτό πληρωθεί στην Ευαγγελία Τρύφωνος που ήταν ακριβώς δίπλα στο γραφείο του και όχι να έρθει ο ενάγοντας στη Λάρνακα, όπως άφησε να νοηθεί κατά την αντεξέταση του. Αναφέρθηκε με λεπτομέρειες στην αγορά μετοχών των εταιρειών Pellapais και Ψυγεία Παπαχριστοδούλου από τους μέχρι τότε μετόχους τους για να ισχυριστεί ότι ο ενάγοντας είχε να κάμει με ένα από αυτούς τον κ. Γιάννο Παπαχριστοδούλου ο οποίος του πώλησε μετοχές της εναγόμενης τις οποίες ο ίδιος κατείχε με βάσει τις διευθετήσεις που έγιναν κατά την εξαγορά μετοχών των πιο πάνω εταιρειών. Γι΄αυτό διέψευσε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος καθώς αυτοί δεν στηρίζονται ούτε στη πρακτική που ακολούθησε η εναγόμενη για του ενδιαφερόμενους αγοραστές μετοχών της οι οποίοι δεν διέθεταν την δεδομένη στιγμή τα χρήματα, όπως και ο ενάγοντας παραδέχθηκε, διέψευσε ακόμα τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος είχε διευθετήσει το όλο ζήτημα μαζί του ή ότι του παρέστησε όσα του καταλογίζει. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του έκαμε λεπτομερή αναφορά στα γεγονότα εκείνα που οδήγησαν το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγόμενης σε απόφαση να αιτηθεί τη δεδομένη χρονική στιγμή την εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΚ όπως και έκαμε στις 14.06.
- Αναφέρθηκε επίσης σε όλες τις διαδικασίες που ακολούθησαν με σκοπό να γίνει αποδεκτή η αίτηση της ζητώντας εξαίρεση από τον κανονισμό 61
(1)(ε) των περί Χρηματιστηρίου Κανονισμών και την καθυστέρηση εννέα μηνών να έχουν ακόμα τα πρώτα σχόλια από τις αρχές του ΧΑΚ, χωρίς ευθύνη της εναγόμενης, γεγονός που παραδέχτηκε και το ίδιο το ΧΑΚ και προς τούτο παρουσίασε σχετική επιστολή του ΧΑΚ μετά που του ζητήθηκε από τη δικηγόρο της εναγόμενης (Τεκμήριο 19 (ι), εξασφαλίζοντας όμως παράλληλα παρατάσεις για την επιστροφή των χρημάτων στους επενδυτές με βάσει τον Νόμο 42
(1)/2000 από τις 26.09.2000 μέχρι τις 20.02.2002 όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 19 (θ) και 19(η). Αναφέρθηκε στην απόρριψη της αίτησης από το ΧΑΚ στις 10.05.2002 όταν τελικά δεν δόθηκε η σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, παρόλη τη θετική αντίκριση της αίτησης εκ μέρους του ΧΑΚ. Αναφέρθηκε εκτεταμένα στο νομοθετικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε στο μεταξύ διάστημα και επεσήμανε την κατά την άποψη του σύγκρουση νομοθετικών διατάξεων που οδηγούσαν την εναγόμενη σε αδυναμία εφαρμογής οποιουδήποτε νόμου εφόσον αυτοί συγκρούονταν μεταξύ τους. Αναφέρθηκε σε καταγγελία που έκανε η εναγόμενη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη θέση της τελευταίας σχετικά με το ζήτημα και τον εξαναγκασμό της κυπριακής κυβέρνησης να καταργήσει τον Ν. 9
(1)/2000 που διατηρούσε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που πήγαζαν από τον καταργηθέντα στο μεταξύ Νόμο 42
(1)/2000 στις 16.01.2001 (Τεκμήρια 19(ια) και 19(ιβ). Έκαμε τέλος αναφορά σε προσφυγή της εναγόμενης στο ΕΔΑΔ όπου αναμένεται από μέρα σε μέρα απόφαση και σε εκκρεμούσα πολιτική έφεση ενώπιον της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι πριν την 28.01.2008 η εναγόμενη ήταν μια οικογενειακή εταιρεία. Εξήγησε τη διαφορά μεταξύ συνήθων και ιδρυτικών μετοχών όπου οι ιδρυτικές ήταν οι μόνες που είχαν δικαίωμα ψήφου, γεγονός το οποίο σε κάποιο στάδιο άλλαξε και έτσι από το 2001 δικαίωμα ψήφου έχουν όλες οι μετοχές της εταιρείας. Στις 28.01.2000 είχαν παραχωρηθεί κάποιες μετοχές και συγκεκριμένα σε 4 πρόσωπα για να μπορέσει η εταιρεία να γίνει δημόσια. Στις 5.04.2000 παραχωρήθηκαν οι μετοχές σε όσους είχαν αιτηθεί μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση και στάλθηκαν σε όλους τους μετόχους σχετικές επιστολές. Οι δηλώσεις με βάσει τη δημόσια πρόσκληση έκλεισαν στις 14.04.2000 και οι μετοχές παραχωρήθηκαν προς το τέλος Μαΐου
- Διευκρίνισε ότι, όπως φαίνεται στη σελίδα 14 της Πρόσκλησης για Εγγραφή (Τεκμήριο 19(α), παραχωρήθηκε από μια μετοχή σε κάθε ένα από τους μετόχους που μπήκαν στην εταιρεία ενόψει της δημοσιοποίησης της και ήταν αξίας Λ.Κ.1.00, οι οποίες αργότερα υποδιαιρέθηκαν η κάθε μια σε δύο των 0,50σ. Τα πιστοποιητικά των μετοχών της εναγόμενης στάλθηκαν σε όλους τους μετόχους της μεταξύ της 1.06.2000 και 12.06.
- Ανέφερε ότι μεταξύ 28.01.2000 μέχρι και τον Ιούνιο του 2000 συγκλήθηκε μερικές φορές Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγόμενης με σκοπό να ληφθούν κάποιες αποφάσεις. Συνεδρίαζαν μαζί με το Διοικητικό Συμβούλιο και ήταν συνολικά 7 άτομα. Σε ερώτηση εάν μέσα στον Απρίλιο και τον Μάιο του 2000 είχε συγκληθεί Γενική Συνέλευση της Εταιρείας ανέφερε ότι είχε γίνει στις 27.03.2000 και μέχρι εκείνη την ημερομηνία είχαν γίνει και άλλες. Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας όμως συνεδρίασε αρκετές φορές μέχρι τις 14.06.2000 που έγινε η αίτηση στο ΧΑΚ, μάλιστα αντικείμενο συζήτησης σ΄αυτό ήταν και ο επίδικος νόμος και οι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου γίνονταν με αυτές της Γενικής Συνέλευσης καθώς όλοι και όλοι ήταν 7 άτομα. Όλες οι συγκλήσεις Γενικών Συνελεύσεων της Εταιρείας είναι κατατεθειμένες στο Έφορο Εταιρειών. Μετά που παραχωρήθηκαν οι μετοχές τον Ιούνιο του 2000 είχαν συγκληθεί Γενικές Συνελεύσεις. Σε υποβολή ότι από τον Ιανουάριο του 2000 μέχρι και τον Ιούνιο του 2000 ήταν η οικογένεια του που ήλεγχε την εταιρεία αφού μόνο μέλη της κατείχαν ιδρυτικές μετοχές με δικαίωμα ψήφου, ανέφερε ότι οι εταιρείες διευθύνονται από τα εκάστοτε διοικητικά τους συμβούλια και η εναγόμενη είχε τέτοιο διοικητικό συμβούλιο από τις 28.01.
- Ανέφερε ότι στις 30.04.2001 οι ιδρυτικές μετοχές έγιναν προνομιούχες και οι συνήθεις απέκτησαν δικαίωμα ψήφου. Οι κάτοχου προνομιούχων μετοχών διατήρησαν ως μοναδικό πλεονέκτημα τους ότι μπορούσαν να διορίζουν το 50% του Διοικητικού της Συμβουλίου. Επέμενε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας που διορίστηκε στις 28.01.2009 ήλεγχε πλέον την εταιρεία μέχρι που είχε συγκληθεί Γενική Συνέλευση και εκλέχθηκε νέο Διοικητικό Συμβούλιο. Χαρακτήρισε την προκαταρτική συμφωνία που είχε κάμει με τον κ. Ανδρέα Παπαχριστοδούλου, εφόσον ήταν υπό την αίρεση λογιστικού ελέγχου της εταιρείας ως μια ¨Συμφωνία Κυρίων¨. Είχαν συμφωνήσει ακόμα και στο τίμημα των μετοχών της εταιρείας. Εξήγησε την υπογραφή ενός μνημονίου με τον πιο πάνω και τι εξυπηρετούσε αυτό. Είχαν καταλήξει σε προκαταρτική συμφωνία στις 25.04.2000 και αυτή ολοκληρώθηκε στις 23.06.
- Χαρακτήρισε τη συμφωνία αυτή ως σοβαρή και είχε ενημερωθεί για τη σύναψη της το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας. Δεν θυμόταν αν είχαν τα χρήματα για την πιο πάνω εξαγορά, περπατούσαν όμως με σιγουριά καθώς ήταν θέμα ημερών να μπουν τα χρήματα στην εταιρεία. Οι μέτοχοι της εταιρείας, δηλαδή όσοι είχαν κάμει αίτηση για ιδιωτική τοποθέτηση ενημερώθηκαν όταν πλέον είχε γίνει η εξαγορά των πιο πάνω εταιρειών στις 5.04.
- Σε σχέση με το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στην επιστολή της εταιρείας με ημερομηνία 5.04.2000, ανέφερε ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το παραπλανητικό καθώς υπήρχε εκείνη την ημερομηνία προκαταρτική συμφωνία η οποία είχε γίνει τέλος του Μάρτη με αρχές Απριλίου. Προς απόδειξη αυτού επικαλέστηκε την συμφωνία η οποία στο τέλος συνομολογήθηκε και έτσι δεν ήταν ένα ψέμα της εναγόμενης. Δεν είχαν κάμει το ίδιο και με άλλες εταιρείες με τις οποίες δεν υπήρχε συμφωνημένο ποσό όπως είχε συμφωνηθεί με την Pellapais, γι΄αυτό και με ορισμένες τις οποίες κατονόμασε, δεν προχώρησαν σε τελικές συμφωνίες. Ισχυρίστηκε ότι το γεγονός ότι εξάγγειλαν την εξαγορά της Pellapais ενώ ακόμα δεν είχαν καταλήξει σε οριστική συμφωνία, δεν ήταν παραπλανητικό, εφόσον είχε γίνει μια ¨Συμφωνία Κυρίων¨. Εξήγησε διάφορα θέματα που θίγονται στις επιστολές της εναγόμενης με ημερομηνίες 2.03.2000 και 5.04.2000 παρέχοντας λεπτομέρειες των όσων αναφέρονται σ΄αυτές. Αναγνώρισε αντίγραφο της ιστοσελίδας της εναγόμενης και εξήγησε το περιεχόμενο της με βάσει τη δική του αντίληψη, διευκρινίζοντας ότι είχαν προϋπάρξει συμφωνίες περί το τέλος Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου με κάποιες εταιρείες αλλά σε αυτές τις δημοσιεύσεις αναφέρονταν οι ημερομηνίες κατά τις οποίες έγιναν οι μεταβιβάσεις των μετοχών τους. Ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη δεν είχε πρόθεση να αιτηθεί ένταξη των τίτλων της στο ΧΑΚ το
- Είχε γίνει δημόσια εταιρεία με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της. Επέμενε ότι η πρόθεση της εταιρείας καταγραφόταν στο Ενημερωτικό της Δελτίο (Τεκμήριο 19(α) σε απόσπασμα του οποίου παρέπεμψε και όπου αναφέρεται ότι θα γινόταν αίτηση σε εύθετο χρόνο. Εξήγησε στη συνέχεια την ανάγκη που επέβαλε στην εταιρεία η ψήφιση του Νόμου 42
(1)/2000 να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ και αυτό αφού προφορικά τους διαβεβαίωναν ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Αυτές τις προφορικές διαβεβαιώσεις τις είχαν πάρει μεταξύ της 27.03.2000 και σίγουρα πριν την 5.04.2000 σε σύσκεψη της εταιρείας, των δικηγόρων της και της Λαϊκής Επενδυτικής με τις αρχές του ΧΑΚ. Γι΄αυτό και είχε συγκληθεί Γενική Συνέλευση στις 27.03.2000 καθώς έπρεπε να γίνει άμεσα αίτηση για το ΧΑΚ και όχι σε τρία χρόνια. Οι μετοχές της εταιρείας παραχωρήθηκαν με την επιστολή της 5.04.2000 (Τεκμήριο 23) και έτσι δεν υπήρχε ανάγκη ενημέρωσης μετόχων εφόσον δεν υπήρχαν τέτοιοι μέχρι τότε. Παρόλο ότι αναφερόταν ότι θα ακολουθήσει η αίτηση στο ΧΑΚ, εντούτοις η παραχώρηση γινόταν με βάσει το Ενημερωτικό Δελτίο και ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και γι΄αυτό δεν ενημερώνονταν οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές μετοχών της με ιδιωτική τοποθέτηση καθώς δεν λογίζονταν μέχρι τότε ως μέτοχοι της. Παρέπεμψε στο λεκτικό της σελίδας 2 του Ενημερωτικού Δελτίου στην οποία αναγράφεται ότι για οποιανδήποτε αμφιβολία θα μπορούσαν να συμβουλευτούν δικηγόρους, λογιστές ή άλλους επαγγελματίες. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν είχε προφορικές διαβεβαιώσεις για την εξαίρεση από τον Κανονισμό 61
(1)(ε). Στη συνέχεια αναγνώρισε την απόφαση στην αγωγή 3936/2005 με ημερομηνία 26.11.2008 και την απόφαση στην αγωγή 51/2005 με ημερομηνία 28.11.2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμήρια 24 και 25). Σε ερώτηση ότι δύο έγγραφα τα οποία δεν αναγνώρισε είχαν κατατεθεί κατά την ακροαματική διαδικασία εκείνων των αγωγών εξήγησε ότι πιάστηκε εξ απροόπτου όταν κατάθετε σε εκείνες τις υποθέσεις και ότι πράγματι είχε αναφέρει ότι αυτά τα έγγραφα δεν έφεραν ημερομηνία, ότι δεν τα είχε υπόψη του και ότι ήταν κατασκευασμένα. Ισχυρίστηκε ότι αργότερα έκαμε καταγγελία γι΄αυτά στην Αστυνομία ως κατασκευασμένα καθώς περιέχουν και ανακρίβειες. Εξήγησε ότι οι μετοχές του ενάγοντος εκχωρήθηκαν από τον κ. Γ. Παπαχριστοδούλου πριν ακόμα ο τελευταίος γίνει ο ίδιος μέτοχος, γι΄αυτό και δεν απαιτήθηκε μεταβιβαστήριο. Επέμενε ότι οι μετοχές που κατέχει σήμερα ο ενάγοντας τις έλαβε μετά από παραχώρηση που του έγιναν από τον κ. Γ. Παπαχριστοδούλου. Το ίδιο είχε γίνει και με άλλες 10.000 συνήθεις και 10 Ιδρυτικές μετοχές που παραχώρησε σε κάποιον Ανδρέα Αγκαστινιώτη. Επέμενε ότι ποτέ δεν είχε μιλήσει με τον ενάγοντα για να τον πείσει να αγοράσει μετοχές της εταιρείας του και έτσι δεν του είχαν γίνει οποιεσδήποτε παραστάσεις. Σε υπόδειξη του Τεκμηρίου 8 που είναι έγγραφο της εναγόμενης και υποβολή ότι σ΄αυτό πουθενά δεν λέγει ότι έγινε μεταβίβαση μετοχών αλλά αγορά τους, ανέφερε ότι είναι μια κατάσταση λογαριασμού που εκδόθηκε από την εναγόμενη την οποία πιθανώς να ζήτησε ο ενάγοντας, διερωτήθηκε δε αν πράγματι εκδόθηκε από την εταιρεία. Ανέφερε ότι εάν ο ενάγοντας ήθελε να επιστρέψει τις μετοχές του θα μπορούσε να τις είχε δώσει πίσω στον κ. Γιάννο Παπαχριστοδούλου ο οποίος θα τους τις επέστρεφε. Αρνήθηκε σειρά υποβολών για παραστάσεις που είχαν γίνει προς τον ενάγοντα λέγοντας πως οι μόνες παραστάσεις είναι αυτές που έγιναν με τη Δημόσια Πρόσκληση για Εγγραφή. Εξάλλου δεν γνώριζε τον ενάγοντα και έτσι δεν μπορούσε να του είχε κάμει παραστάσεις ούτε και υποσχόταν τεράστια κέρδη σε όσους αγόραζαν μετοχές της εταιρείας του. Αρνήθηκε ότι υπήρξε εκ μέρους του ενάγοντος προφορικό αίτημα για απόκτηση μετοχών της εταιρείας με ιδιωτική τοποθέτηση καθώς κάτι τέτοιο δεν έγινε με κανένα υπάλληλο της Pellapais. Σε ερώτηση αν πήρε την επιστολή (Τεκμήριο 2), ανέφερε ότι δεν την έχει στην κατοχή του καθώς δεν την βρήκε στο αρχείο τους. Ο λόγος ήταν ότι εξ αρχής ίσως να εξέλαβαν αυτή την επιστολή ότι δεν είχε οποιαδήποτε σημασία καθώς δεν μπορούσε να αποτελέσει απαίτηση για επιστροφή χρημάτων τα οποία ποτέ δεν πήραν. Η κα Παναγιώτα Γεναγρίτου (Μ.Υ.2) εργάστηκε στην εναγόμενη μεταξύ των ετών 2000-2006 ως υπεύθυνη του Λογιστηρίου της. Γνώριζε για την εξαγορά διαφόρων εταιρειών από την εναγόμενη. Γνώριζε ότι η εναγόμενη είχε αγοράσει το 51% της εταιρείας Pellapais. Δεν γνώριζε όμως οποιουσδήποτε όρους της εν λόγω συμφωνίας εφόσον δεν ήταν η δουλειά της να τους γνωρίζει. Γνώριζε μόνο ότι είχαν παραχωρηθεί στον κ. Γιάννο Παπαχριστοδούλου 530.000 συνήθεις και 530 ιδρυτικές μετοχές της εναγόμενης όπως ήταν η συμφωνία. Από εκείνες τις μετοχές είχαν δοθεί 20.000 στον ενάγοντα και 10.000 στον κ. Αγκαστινιώτη. Ο ενάγοντας δεν είχε πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στην εταιρεία αλλά ήταν μέσα στα πλαίσια της συμφωνίας εξαγοράς της Pellapais. Αναγνώρισε ότι οι υπογραφές στις αποδείξεις του Τεκμηρίου 19(ζ) ανήκουν στην Ευαγγελία Τρύφωνος που ήταν υπεύθυνη του Λογιστηρίου της Pellapais. Η κα Τρύφωνος έδιδε τέτοιες αποδείξεις σε υπαλλήλους της Pellapais που αγόραζαν μετοχές της εναγόμενης κάποιοι από τους οποίους πλήρωναν με δόσεις τις μετοχές που αγόρασαν. Ανέφερε ότι το 2ο εξάμηνο του 2000 το Λογιστήριο της εναγόμενης είχε μεταφερθεί στα γραφεία της Pellapais και είχε συνεργαστεί με την Ευαγγελία Τρύφωνος. Στο Τεκμήριο 3 αναγνώρισε ότι η υπογραφή είναι δική της. Της είχε ζητηθεί από τον ενάγοντα και του έστειλε τη συγκεκριμένη απόδειξη για κάποιους προσωπικούς του λόγους. Ο λόγος που δεν γίνεται σ΄αυτή την απόδειξη οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με τον τρόπο πληρωμής είναι γιατί ο ενάγοντας δεν πλήρωσε τις μετοχές του απευθείας στην εναγόμενη. Αυτές οι μετοχές του δόθηκαν βάσει συγκεκριμένης συμφωνίας εξαγοράς της Pellapais μέσω του κ. Γιάννου Παπαχριστοδούλου. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι πριν εργοδοτηθεί από την εναγόμενη δεν εργαζόταν για 8-10 χρόνια. Από την εναγόμενη είχε φύγει διότι λιγόστεψε η δουλειά και ήθελε μια αλλαγή, γι΄αυτό εργάστηκε στη συνέχεια σε ελεγκτικό γραφείο. Είχε προσληφθεί στην εναγόμενη τον Ιανουάριο του
- Τα καθήκοντα της ήταν να εκδίδει τιμολόγια, αποδείξεις, να κάμνει τραπεζικές συναλλαγές και γενικά ό,τι χρειαζόταν η εναγόμενη. Ο κ. Στέλιος Στυλιανού ήταν ο άμεσα υπεύθυνος της εναγόμενης και για τα δύσκολα θέματα ζητούσε την άποψη του. Δεν μπορούσε όμως μετά από τόσα χρόνια να θυμηθεί κάτι συγκεκριμένο για το οποίο να τον ρώτησε. Συναντήθηκε με τον κ. Στυλιανού μετά από τρία χρόνια στο χώρο του Δικαστηρίου όταν την κάλεσε μέσω τηλεφώνου να έρθει και να καταθέσει. Θυμόταν για τις μεταβιβάσεις των μετοχών εφόσον ήταν μέρος της δουλειάς και των καθηκόντων της και είχε ζήσει τα γεγονότα και γνώριζε για τη συμφωνία με την Pellapais. Δεν γνώριζε να είχε υπογραφεί οποιοδήποτε έγγραφο μεταβίβασης ή εκχώρησης των μετοχών του κ. Γ. Παπαχριστοδούλου προς τον ενάγοντα. Η απόδειξη, Τεκμήριο 3, εκδόθηκε ως μέρος της συμφωνίας εξαγοράς της Pellapais που είχε συμπληρωθεί περί τα τέλη του Ιουνίου 2000 και ο ενάγοντας ήταν διευθυντικό στέλεχος εκείνης της εταιρείας. Σε υποβολή ότι δεν ήταν γνώστης της συμφωνίας της Pellapais με την εναγόμενη, ανέφερε ότι γνώριζε όσα ενέπιπταν στα καθήκοντα της. Επέμενε ότι ο κ. Γ. Παπαχριστοδούλου δεν είχε δώσει μετρητά γι΄αυτές τις 20.000 μετοχές αλλά ότι ήταν μέρος της συμφωνίας των δύο εταιρειών. Δεν γνώριζε αν ο ενάγοντας είχε δανειστεί χρήματα από τον κ. Γ. Παπχριστοδούλου για να αγοράσει αυτές τις μετοχές και ότι μέρος αυτού του δανείου το κατέβαλε ο ενάγοντας σ΄αυτόν στις 20.10.
- Ο κ. Γιάννος Παπαχριστοδούλου (Μ.Υ.3) ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης των εταιρειών Pellapais και Ψυγεία Παπαχριστοδούλου. Γνωρίζει τον ενάγοντα καθώς είναι ο Γενικός Διευθυντής της εταιρείας του τα τελευταία 15 χρόνια. Γνωρίζει την εναγόμενη καθώς το 2000 είχε αγοράσει το 51% των μετοχών των εταιρειών του. Σήμερα η εναγόμενη δεν κατέχει κανένα ποσοστό στις μετοχές των εταιρειών του. Όταν η εναγόμενη δεν κατάφερε να εισαχθεί στο ΧΑΚ, με απόφαση του πατέρα του και κοινή συναινέσει τους έδωσαν τα χρήματα τους πίσω. Αναγνώρισε στο τεκμήριο 19 Ε τις επιταγές που αφορούν το ποσό που πλήρωσαν στην εναγόμενη για την αγορά των μετοχών τους και το οποίο τους επιστράφηκε με αυτές τις επιταγές. Καταγράφω την απάντηση του αυτολεξεί τι εξήγηση έδωσε γι΄αυτή τη διευθέτηση που αφορά και τη θέση του σε σχέση με την εμπλοκή του ενάγοντος: ¨ Να σας πω κάτι. Εγώ είχα να πάρω ένα σύνολο λεφτών. Από αυτά τα λεφτά αφαιρέθηκαν ένα ποσό για εξαγορά μετοχών από την Investylia εντάξει; Εγώ όταν συναντηθήκαμε στην Price Water House Coopers για την υπογραφή της τελικής συμφωνίας της εξαγοράς των δύο εταιρειών από την Inevestylia, είπα στον κ. Στυλιανού εφόσον θα είμαστε συνέταιροι θα αγοράσω εγώ, να κάμω το καλό παράδειγμα θα αγοράσω 500 χιλιάδες μετοχές για μένα και σε παρακαλώ να αφαιρέσεις το ποσό αυτό από το ποσό που θα μου δώσεις και ανήκει σε μένα για την εξαγορά των μετοχών και εφόσον του είπα έχω δύο διευθυντές τον κ. Κ. Παπαδόπουλο και κ. Α. Αγκαστινιώτη, οι οποίοι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν μετοχές αλλά επειδή δεν είχαν την οικονομική άνεση εκείνη την περίοδο, μου ζήτησαν να τους δανείσω τα λεφτά και είπα του κ. Στυλιανού εντάξει να αφαιρέσεις αυτό το ποσό και επιπλέον το ποσό των 30 χιλιάδων 20.000 για τον κ. Παπαδόπουλο και 10.000 για τον κ. Αγκαστινιώτη και εγώ θα πάρω τα λεφτά αυτά από τους δύο αναφερθέντες¨. Και στη συνέχεια ¨.. Ήταν μια οικονομική βοήθεια - δάνειο, προς τους δύο διευθυντές μου ο ένας με σαράντα χρόνια και ο άλλος με δέκα χρόνια υπηρεσία¨. Εξήγησε στη συνέχεια ότι από το αντάλλαγμα που θα έπρεπε να πληρώσει η εναγόμενη για τις μετοχές του στις εξαγορασθείσες εταιρείες αφαιρέθηκαν 500.000 επί 0.75σ. δηλαδή Λ.Κ. 375,000 πλέον το ποσό που αντιστοιχούσε στις 30.000 μετοχές που προορίζονταν για τους δύο διευθυντές του. Η εξαγορά της Pellapais ακυρώθηκε κοινή συναινέσει. Για δε το ζήτημα του λογιστηρίου της Investylia μετά την αγορά της Pellapais ανέφερε επί λέξει: ¨Με ό,τι είχε να κάμει με τα προϊόντα της Investylia διότι όταν η Investylia αγόρασε το 51% μας έδωσε ορισμένα προϊόντα τα οποία εμείς αναλάβαμε να διανέμουμε, εκείνα όλα τα λογιστικά τα είχε αναλάβει η εταιρεία Pellapais μόνο για εμπορικά¨. Στην μοναδική ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι οι Price Water House Coopers ήταν οι λογιστές και των δύο εταιριών του τόσο της Pellapais όσο και των Ψυγείων Παπαχριστοδούλου. Αγορεύσεις: Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων ήταν εξαντλητικά λεπτομερείς, κάλυψαν όλα τα θέματα που έχουν εγερθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, σχολίασαν τη δοθείσα μαρτυρία και η κάθε πλευρά κάλεσε το Δικαστήριο να ασπαστεί τις δικές της θέσεις επί των νομικών ζητημάτων που θα πρέπει να απασχολήσουν το δικαστήριο και να δεχθεί τους δικούς της μάρτυρες ως αξιόπιστους και ειδικότερα ως προς τους διαμετρικά αντίθετους ισχυρισμούς τους σε σχέση με τις συνθήκες απόκτησης εκ μέρους του ενάγοντος των μετοχών του από την εναγόμενη. Η κα Στυλιανού έκαμε λεπτομερή αναφορά στο ιστορικό της εναγόμενης εταιρείας και τις προθέσεις της από τη στιγμή που αποφάσισε να γίνει δημόσια εταιρεία με σκοπό την άντληση κεφαλαίων από το κοινό προς επίτευξη συγκεκριμένων στρατηγικών της στόχων, όπως ήταν η εξαγορά εταιρειών που ασχολούνταν με την παραγωγή και εμπορία τροφίμων και άλλων καταναλωτικών αγαθών. Αναφέρθηκε στην ανάγκη που επέβαλε στην εναγόμενη να υποβάλει άμεσα αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ και όχι σε εύθετο χρόνο, όπως ήταν οι αρχικές προθέσεις της και την αποτυχία του εγχειρήματος. Επεσήμανε τη θέση της εναγόμενης για το πώς περιήλθαν στην κατοχή του παρόντος ενάγοντος οι μετοχές για τις οποίες ήγειρε την παρούσα αγωγή που ήταν σύμφωνα με τη μαρτυρία μετά από μεταβίβαση τους από τον κ. Γ. Παπαχριστοδούλου που ήταν ένας από τους μετόχους της εταιρείας Bellapais την οποία εξαγόρασε η εναγόμενη. Για αυτόν τον λόγο και δεν μπορεί να εμπίπτει ο ενάγοντας στην έννοια του ¨Ενδιαφερόμενου Αγοραστή¨ όπως καθορίζεται στο νόμο (Ν.42
(1)/2000). Εισηγήθηκε αναλύοντας τη μαρτυρία και με αναγωγή της στη νομική πτυχή της υπόθεσης ότι η απαίτηση του ενάγοντος θα πρέπει να απορριφθεί σε σχέση με όλες τις αναφερόμενες αιτίες αγωγής για τους λόγους τους οποίους απαρίθμησε, εξήγησε και επιχειρηματολόγησε για κάθε ένα ξεχωριστά. Ο κ. Κουκούνης στη δική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει την απαίτηση του εναντίον της εναγόμενης καθώς έχει αποδείξει και τις δύο διαζευκτικές νομικές βάσεις επί των οποίων εδράζεται αυτή, τόσο δηλαδή στη βάση της νομοθεσίας που επιτρέπει την επιστροφή χρημάτων στους επενδυτές όσο και στη βάση της παράβασης της σύμβασης που οι διάδικοι είχαν συνάψει, λόγω ψευδών παραστάσεων, χωρίς επιπλέον να είναι προαπαιτούμενο, με βάσει τον περί Συμβάσεων Νόμο Άρθρο 19
(2), ο τερματισμός της. Επομένως εισηγήθηκε ο ενάγοντας δικαιούται απόφασης όπως το αιτητικό της Έκθεσης Απαίτησης του και επιστροφή των χρημάτων τα οποία έχει αποδείξει ότι κατέβαλε στην εναγόμενη με τη σχετική απόδειξη που παρουσίασε. Απέδειξε ακόμα με τη μαρτυρία του ότι απαίτησε την επιστροφή των χρημάτων του δύο φορές τόσο ο ίδιος όσο και μέσω του δικηγόρου του καθώς όπως έχει η νομολογία μας το αγώγιμο δικαίωμα έχει δημιουργηθεί στις 14.09.2000, τρεις δηλαδή μήνες μετά την υποβολή της αίτησης της για να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ και άσχετα με το χρόνο που στάλθηκαν οι επιστολές. Αναφέρθηκε και αυτός στη νομική πτυχή που διέπει την επίδικη διαφορά ερμηνεύοντας και συσχετίζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με τη νομοθεσία που διέπει τα διάφορα ζητήματα και τη νομολογία μας που στο μεταξύ έχει αναπτυχθεί για ειδικότερα θέματα που ενδιαφέρουν, όπως για παράδειγμα αυτό της απόδειξης ύπαρξης παραστάσεων εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ. Εισηγήθηκε ότι ούτε η θέση της εναγόμενης ότι εξαναγκάστηκε να υποβάλει αίτηση στο ΧΑΚ λόγω της επικείμενης ψήφισης του Νόμου 42
(1)/2000 επηρεάζει καθόλου το δικαίωμα του ενάγοντος να ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων του. Κάλεσε το δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστο τον ενάγοντα και να απορρίψει ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 και της Μ.Υ. 2 που υπέπεσαν σε πολλές αντιφάσεις για διάφορα ζητήματα που απασχόλησαν κατά την ακρόαση τις οποίες και επεσήμανε. Επεσήμανε το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε υπόμνημα εκ μέρους της εναγόμενης για την ανάπτυξη των θέσεων της περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 58 Α
(3)(β) και έτσι δεν μπορεί να επικαλείται κάτι τέτοιο στην αγόρευση της. Παρόλα αυτά παρέθεσε την άποψη του και για αυτά τα ζητήματα όπως και για την εφαρμογή της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 77/91 ΕΟΚ. Η επιστροφή χρημάτων βάσει των Άρθρων 58 Α
(3)(β) και 3
(3)δεν συνεπάγεται και δεν σημαίνει αγορά μετοχών από την εναγόμενη, όπως ανέφερε, αλλά αποζημίωση για τη μη τήρηση των υποσχέσεων και για ψευδή παράσταση της εναγόμενης και επομένως δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κεφ. 113. Τα ζητήματα αυτά εξάλλου όπως και όλα τα άλλα που η πλευρά της εναγόμενης προβάλλει έχουν αποφασιστεί από τη νομολογία μας και παρέπεμψε στις σχετικές αποφάσεις. Αναφορά σε θέσεις που ανέπτυξαν οι δύο πλευρές επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης αλλά και τις θέσεις τους σε σχέση με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε θα γίνει στη συνέχεια και στο κατάλληλο μέρος της απόφασης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον ενάγοντα και τους τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν για την υπεράσπιση στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παραπέμπω επίσης στα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στη πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Παναγιώτη Πολυβίου, Πολ. Έφεση αρ. 99/2007 με ημερ. 9.04.2009 στις σελ. 7 -
- Επομένως θα λάβω υπόψη, μεταξύ άλλων, και τις πιο πάνω αρχές όπως αναδύονται από τη νομολογία μας σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης μιας μαρτυρίας. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω και την σύγκριση και αντιπαραβολή μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με τα παραδεκτά γεγονότα και την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή. Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν την μαρτυρία και εξέφρασαν τις θέσεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα. Ο ενάγοντας κατάθεσε με χαρακτηριστική με φυσικό τρόπο, άνεση, ηρεμία και με αρκετή πειθώ και σε καμιά περίπτωση δεν έδειξε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να παρουσιάσει τα γεγονότα όπως τον βόλευαν. Κρίνω ότι οι βασικές του θέσεις αναφορικά με τον τρόπο απόκτησης των μετοχών της εναγόμενης και τι τον ώθησε να τις αγοράσει ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Αν λόγω του χρόνου που παρήλθε από τα συμβάντα μπορεί, κατά την άποψη της υπεράσπισης, να μην ήταν ακριβής στην ημερομηνία που του έγιναν οι παραστάσεις εκ μέρους του Διευθυντή της εναγόμενης αυτό δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία κατά την άποψη μου και δεν μειώνει καθόλου την αξιοπιστία του. Η εκδοχή του για το πως αποφάσισε να αγοράσει μετοχές της εναγόμενης, την οποία κατέγραψα πιο πάνω, παραθέτοντας τη μαρτυρία του, πιστεύω ότι είναι πειστική και είναι η αληθινή. Ήταν δε μετά που πείστηκε από τα λεγόμενα του κ. Σ. Στυλιανού για την επιτυχή έκβαση της προσπάθειας της εναγόμενης εταιρείας να ενταχθεί στο ΧΑΚ σύντομα και η σίγουρα επικερδής επένδυση σε μετοχές της. Για τον τρόπο που προέβη στη αγορά αυτών των μετοχών συνηγορεί και η ίδια η μαρτυρία του κ. Γιάννου Παπαχριστοδούλου τον οποίο κάλεσε η ίδια η υπεράσπιση, ο οποίος δεν αντεξετάσθηκε και ορθά, εφόσον τα όσα είπε δεν συγκρούονταν με όσα η πλευρά του ενάγοντος υποστήριξε. Δέχομαι ότι ο ενάγοντας πείστηκε από τις παραστάσεις στις οποίες προέβαινε προς αυτόν είτε κατ΄ιδίαν είτε και στην παρουσία άλλων προσώπων ο Διευθυντής της εναγόμενης κ. Στέλιος Στυλιανού. Ο ισχυρισμός του κ. Σ. Στυλιανού ότι περί το τέλος Μαρτίου με αρχές Απριλίου του 2000 είχε συναντήσει ως διευθυντής της Investylia τον κ. Ανδρέα Παπαχριστοδούλου Διευθυντή της Pelappais και των Ψυγείων Παπαχριστοδούλου δεν απέχει χρονικά από τον χρονικό προσδιορισμό που ο ενάγοντας ανέφερε. Η συζήτηση περί της εξαγοράς από την εναγόμενη των πιο πάνω αναφερόμενων εταιρειών έστω και αν δεχθούμε ότι άρχισε περί το τέλος Μαρτίου 2000 έτσι που στις 5.04.2000 ήταν σε θέση να εξαγγείλει την πιο πάνω εξαγορά του 51% του κεφαλαίου των τελευταίων, σύμφωνα με το Τεκμήριο 20, επαληθεύει τον ενάγοντα όταν ανέφερε πότε δέχθηκε τις παραστάσεις που καταλογίζει στον κ. Σ. Στυλιανού. Τώρα, εάν η συμφωνία αυτή υλοποιήθηκε αργότερα περί τον Ιούνιο του 2000 αυτό εφόσον υπήρξε προφορικά, ¨Συμφωνία Κυρίων¨ όπως την χαρακτήρισε ο ίδιος ο κ. Στυλιανού την οποία μάλιστα επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει την εξαγγελία της ξαγοράς στις 5.04.2000, δεν εμπόδιζε φαίνεται σύμφωνα με τη μαρτυρία του ενάγοντος να ανακατεύεται ενεργά πλέον ο κ. Στυλιανού στα της διοίκησης των πιο πάνω εταιρειών χρησιμοποιώντας μάλιστα και γραφεία της και έχοντας επαφές και συσκέψεις με διευθυντικά στελέχη της. Επομένως η χρονική ανακολουθία που επικαλείται η πλευρά της υπεράσπισης σε σχέση με τα όσα ο ενάγοντας καταλόγισε στον κ. Σ. Στυλιανού δεν μπορούν να τύχουν οποιασδήποτε θετικής αντίκρισης και απορρίπτονται. Εξάλλου το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 20,21 και 23 που είναι έγγραφα της εναγόμενης τα οποία κατάθεσε ο Μ.Υ.1 κ. Σ. Στυλιανού εκ μέρους της εναγόμενης δεν διαφοροποιούν την αντίληψη περί των παραστάσεων που γίνονταν εκ μέρους της εναγόμενης για την πρόθεση της να ενταχθεί στο ΧΑΚ. Επομένως κρίνοντας τη μαρτυρία του ενάγοντος ως αξιόπιστη καταλήγω ότι αυτός αγόρασε μέσω του κ. Γ. Παπαχριστοδούλου, όπως και ο τελευταίος ανέφερε, τις 20.000 συνήθεις και 20 ιδρυτικές μετοχές που κατέχει στην εναγόμενη καταβάλλοντας σ΄αυτή το ποσό των Λ.Κ.15.020,
- Προς τούτο εξεδόθη η απόδειξη είσπραξης του πιο πάνω ποσού (Τεκμήριο 3) επ΄ονόματι του την 25.06.2000 την ίδια ημέρα που εξεδόθη και το τιμολόγιο με τη μερίδα του ενάγοντος σε μετοχές της εναγόμενης, εφόσον προηγουμένως ήδη από την 1.06.2000 και 12.06.2000 με βάση την αποδοχή της διευθέτησης την οποία πρότεινε στον κ. Στυλιανού ο κ. Γ. Παπαχριστοδούλου, την οποία φαίνεται ότι αποδέχθηκε η εναγόμενη, έστω και εάν δεν υπήρξε γραπτή αίτηση, η τελευταία εξέδωσε επ΄ονόματι του τα πιστοποιητικά των πιο πάνω μετοχών όπως και του πιστοποιητικού παροχής δικαιωμάτων αγοράς 4.000 μετοχών (Τεκμήρια 4-7). Το γεγονός όπως φαίνεται και στα Τεκμήρια 19 (ε) και 19(ιδ) αλλά και όπως ο ίδιος ο κ. Σ. Στυλιανού (Μ.Υ. 1) υποστήριξε στη κατάθεση του ότι η όλη πράξη ολοκληρώθηκε στις 23.06.2000 συνηγορεί επίσης υπέρ της θέσης του ενάγοντος και γι΄αυτό εξεδόθη και η απόδειξη είσπραξης επ΄ονόματι του δύο μέρες αργότερα έτσι ώστε η πράξη πλέον να είναι και νομότυπη. Ο ενάγοντας ήταν ειλικρινής και ως προς την εξόφληση αυτών των μετοχών προς τον κ. Γ. Παπαχριστοδούλου στον οποίο κατέβαλε στις 20.10.2000 από δάνειο που εξασφάλισε, με την επιταγή (Τεκμήριο 1) το ποσό των Λ.Κ.7.500,00 παραδεχόμενος ταυτόχρονα ότι ακόμα και σήμερα του οφείλει μέρος του υπολοίπου. Η έκδοση της απόδειξης (Τεκμηρίου 3) επ΄ονόματι του ενάγοντος, όπως αυτή εξεδόθη και χωρίς να προσδίδω καμιά σημασία στο γεγονός ότι δεν φέρει υπογραφή στη θέση ¨Ο Πληρώσας¨ ούτε και φαίνεται ο τρόπος πληρωμής, λαμβάνοντας υπόψη την ημερομηνία που αυτή φέρει και η οποία συμπίπτει με το χρόνο που έγινε η όλη διευθέτηση της εξαγοράς των δύο εταιρειών της οικογένειας Παπαχριστοδούλου από την εναγόμενη, αποδεικνύει τα όσα ο ενάγοντας εξέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος, η θέση του ενάγοντος στην εταιρεία Pellapais όπως εξηγήθηκε και από τον Μ.Υ.3 κ. Γ. Παπαχριστοδούλου κρίνω ότι δικαιολογούσε τον τρόπο που μεθοδεύτηκε για την παραχώρηση σ΄αυτόν των μετοχών που κατέχει στην εναγόμενη και μάλιστα με την μεσολάβηση του κ.Γ. Παπαχριστοδούλου. Η έκδοση δε της εξοφλητικής απόδειξης επ΄ονόματι του ενάγοντος αρκετές ημέρες μετά την έκδοση των ίδιων των πιστοποιητικών μετοχών επ΄ονόματι του δείχνει ακριβώς, όπως ανέφερα και πιο πριν, ότι η διευθέτηση της παραχώρησης και πληρωμής τους, έγινε όταν ολοκληρώθηκε και η συμφωνία εξαγοράς του 51% των μετοχών των εταιρειών στις οποίες ήταν μέτοχος ο κ. Γ. Παπαχριστοδούλου δηλαδή γύρω στις 25.06.
- Αυτά επίσης συνηγορούν με τη θέση του ενάγοντος για τον τρόπο που εξασφάλισε τις μετοχές της εναγόμενης. Είναι φανερό ότι η μαρτυρία του κ. Σ. Στυλιανού (Μ.Υ.1) δεν μπορεί να γίνει πιστευτή ως αξιόπιστη καθώς δεν συνάδει ούτε με την ίδια την έγγραφη μαρτυρία. Αναφέρω κατ΄αρχή τη θέση του ότι δεν ήταν μέσα στους άμεσους σκοπούς της εναγόμενης εταιρείας να ενταχθεί στο ΧΑΚ. Αυτό ανατρέπεται τόσο από τις προφορικές διαβεβαιώσεις που έδιδε σε προτιθέμενους επενδυτές στην εταιρεία του όσο και με τα έγγραφα της εναγόμενης εταιρείας τα οποία μάλιστα κατάθεσε ο ίδιος (Τεκμήρια 20,21 και 23) αλλά και στην ίδια τη Δημόσια Πρόσκληση για Εγγραφή (Τεκμήριο 19(α). Εξάλλου η θέση του κ. Σ. Στυλιανού (Μ.Υ.1) ότι ήταν η πίεση που δημιούργησε η θέσπιση του νόμου 42
(1)/2000 για να υποβάλει αίτηση ένταξη της στο ΧΑΚ αντικρούεται με όσα αναφέρονται στα πιο πάνω τεκμήρια. Η εντύπωση που αποδίδουν αυτά τα έγγραφα είναι η αντίθετη από αυτή που υποστήριξε ο κ. Στυλιανού και αυτό όπως θα αναφερθεί και πιο κάτω έχει κριθεί και από τη νομολογία μας σε άλλες αποφάσεις που αφορούσαν την εναγόμενη. Η προσπάθεια του μάρτυρα όταν αντεξετάσθηκε σε σχέση με τον έλεγχο της εναγόμενης κατά το κρίσιμο πρώτο εξάμηνο του 2000 ότι τάχα δεν τον είχε ο ίδιος απέτυχε και αυτό προσμετρά σε βάρος της αξιοπιστίας του εφόσον κάτι τέτοιο δεν καταδεικνύεται από τα επίσημα πιστοποιητικά της εναγόμενης εταιρείας. Ακόμα και για την παραλαβή της επιστολής του ενάγοντα με ημερομηνία 23.01.2003 (Τεκμήριο 2) την οποία παρέλαβε η εναγόμενη την 29.01.2003 προσπάθησε να δημιουργήσει σύγχυση λέγοντας ότι δεν την βρήκε στο αρχείο της εταιρείας και αυτό ίσως να οφειλόταν στο ότι δεν θεωρήθηκε σοβαρή εφόσον δεν είχαν να επιστρέψουν χρήματα τα οποία δεν εισέπραξαν. Μα εάν έτσι είχαν τα πράγματα τότε γιατί εξέδωσαν την εξοφλητική απόδειξη Τεκμήριο 3 για αγορά των μετοχών εκ μέρους του ενάγοντος αλλά και προηγουμένως τα πιστοποιητικά μετοχών επ΄ονόματι του; Πρόκειται για εύλογο ερώτημα το οποίο σίγουρα δεν προσδίδει σοβαρότητα χειρισμού της περίπτωσης του ενάγοντα εκ μέρους της εναγόμενης. Τα όσα δε προσπάθησε να αναφέρει σε σχέση με τη σφραγίδα που φέρει η απόδειξη παραλαβής διπλοασφαλισμένης επιστολής το Τεκμήριο 10 δεν μπορεί παρά να θεωρηθούν ως μη σοβαρά αλλά αποδίδονται και στην απέλπιδα προσπάθεια της εναγόμενης να απεκδυθεί των ευθυνών της. Όλες οι αιτιάσεις που πρόβαλε ο Μ.Υ.1 σε σχέση με την παραλαβή της πιο πάνω επιστολής απορρίπτονται καθώς δεν συνάδουν επιπλέον και με τη λογική σειρά που έλαβαν χώρα τα γεγονότα. Κρίνω ότι η κα Π. Γεναγρίτου (Μ.Υ.2) υπήρξε μια εντελώς καθοδηγημένη μάρτυρας. Από τη μια ανέφερε ότι δεν γνώριζε τι διελάμβανε η συμφωνία της Investylia με τις εταιρείες Pellapais και Ψυγεία Παπαχριστοδούλου αλλά από την άλλη θυμόταν λεπτομέρειες μετά από τόσα χρόνια για την παραχώρηση εκ μέρους του κ. Γ. Παπαχριστοδούλου μετοχών στον ενάγοντα. Θυμόταν μάλιστα επιλεκτικά τις συνθήκες έκδοσης της συγκεκριμένης εξοφλητικής απόδειξης (Τεκμήριο 3) στον ενάγοντα μέσα στα τόσα και τόσα καθήκοντα που ασκούσε όλα εκείνα τα χρόνια που εργάστηκε στην εναγόμενη εταιρεία. Είναι περίεργο πως η μάρτυρας εξέδωσε μια τέτοια απόδειξη για είσπραξη χρημάτων από την εταιρεία όπου εργαζόταν απλώς και μόνο επειδή της την είχε ζητήσει ο ενάγοντας για προσωπικούς του λόγους. Σε κάθε περίπτωση τα όσα ανέφερε συγκρούονται ευθέως με όσα η ίδια αυτή απόδειξη περιέχει και την ουσία του περιεχομένου της. Ο κ. Γ. Παπαχριστοδούλου κρίνω ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, γι΄αυτό και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη, όπως επισημάνθηκε καθώς δεν αντεξετάστηκε επί της ουσίας των όσων ανέφερε. Δεν έχουν παρουσιαστεί οποιαδήποτε πιστοποιητικά μετοχών τα οποία να είχαν εκδοθεί επ΄ονόματι του και ούτε οποιοδήποτε μεταβιβαστήριο έγγραφο ή εκχωρητήριο. Τα όσα είπε ο μάρτυρας τα αποδέχομαι. Για τους πιο πάνω λόγους δεν παραμένει αμφιβολία στο μυαλό μου και είναι η κατάληξη μου ότι ο ενάγοντας μπορεί να κριθεί ως ¨Ενδιαφερόμενος Αγοραστής¨ στην έννοια του νόμου έστω και εάν τις μετοχές του τις απέκτησε με τον τρόπο που εξηγείται πιο πάνω, δηλαδή μέσω του κ. Γ. Παπαχριστοδούλου, επ΄όνόματι του οποίου ποτέ δεν είχαν μεταβιβαστεί οι συγκεκριμένες μετοχές όπως είναι η μαρτυρία ακόμα και του ίδιου του κ. Σ. Στυλιανού αλλά αυτές απλώς πληρώθηκαν από αυτόν έστω και με τον συνυπολογισμό τους στη γενική διευθέτηση που έγινε της εξαγοράς των εταιρειών Pellapais και Ψυγείων Παπαχριστοδούλου όπως περιγράφεται πιο πάνω αναλυτικά. Σίγουρο είναι δε από την μαρτυρία ότι όταν έγινε η διευθέτηση και πάλι μεταξύ των προαναφερθέντων εταιρειών οι συγκεκριμένες μετοχές που ενεγράφησαν επ΄ ονόματι του ενάγοντος δεν είχαν συμπεριληφθεί σ΄αυτή τη διευθέτηση γεγονός για το οποίο και πάλι ο κ. Σ. Στυλιανού προσπάθησε να ενσπείρει κάποια σύγχυση κατά την αντεξέταση του μπαίνοντας σε λεπτομέρειες όλης εκείνης της διευθέτησης. Μετά την πιο πάνω ανάλυση της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η εναγόμενη είναι εταιρεία σύμφωνα με το νόμο γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε και επομένως καθίσταται εύρημα μου ότι αυτή συστάθηκε ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης κατά την 17.12.1977 σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ. 113). Στις 28.01.2000 η εταιρεία με απόφαση έκτακτης γενικής συνέλευσης της μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία υιοθετώντας καταστατικό δημόσιας εταιρείας. Το εγγεγραμμένο της γραφείο βρίσκεται στη Λάρνακα. Στις 27.03.2000 η εναγόμενη απηύθυνε προς το κοινό δημόσια πρόσκληση για εγγραφή, καταθέτοντας στον Έφορο Εταιρειών σχετικό ενημερωτικό δελτίο. Στο μεταξύ η εναγόμενη προέβαινε σε διαβουλεύσεις και προκαταρτικές συμφωνίες για την εξαγορά μεταξύ άλλων και των εταιρειών Pellapais Suppliers Ltd και Ψυγεία Παπαχριστοδούλου οι οποίες ανήκαν σε μέλη της οικογένειας Παπαχριστοδούλου. Ο ενάγοντας εργαζόταν ως Βοηθός Διευθυντής στην εταιρεία Pellapais χωρίς να διαθέτει οποιεσδήποτε μετοχές της. Όταν εξαγγέλθηκε η εξαγορά των πιο πάνω εταιρειών ο διευθυντής της εναγόμενης κ. Στέλιος Στυλιανού τόσο σε συναντήσεις του κατ΄ιδίαν με τον ενάγοντα όσο και στη παρουσία άλλων προσώπων όπως και μελών της οικογένειας Παπαχριστοδούλου διαφήμιζε την επικερδή επένδυση που θα ήταν η αγορά μετοχών της εναγόμενης εταιρείας με τη μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης. Ο ενάγοντας πείστηκε και αποτάθηκε προφορικά στον κ. Σ. Στυλιανού να του εξασφαλίσει κάποιες μετοχές της εναγόμενης εταιρείας με πίστωση, κάτι που απορρίφθηκε. Αποτάθηκε στον κ. Γ. Παπαχριστοδούλου ο οποίος μέσα στα πλαίσια των διευθετήσεων που γίνονταν εκείνη την περίοδο με την εναγόμενη εταιρεία η οποία θα εξαγόραζε το 51% των δικών τους εταιρειών, φρόντισε να εκδοθούν επ΄ονόματι του ενάγοντος 20.000 συνήθεις και 20 ιδρυτικές μετοχές της εναγόμενης τις οποίες πλήρωσε ο ίδιος δανειοδοτώντας τον ενάγοντα όπως και τον κ. Αγκαστινιώτη ένα άλλο διευθυντικό στέλεχος των εταιρειών του. Η απόδειξη πληρωμής των μετοχών του ενάγοντος εκδόθηκε επ΄ονόματι του όπως και τα πιστοποιητικά μετοχών μεταξύ των οποίων και πιστοποιητικό 4.000 δικαιωμάτων αγοράς μετοχών. Έτσι καθίσταται εύρημα μου ότι ο ενάγοντας είναι αυτός που πλήρωσε μέσω του κ. Γ. Παπαχριστοδούλου το τίμημα των μετοχών που αγόρασε από την εναγόμενη για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.15.020,00 γι΄αυτό και η απόδειξη πληρωμής τους (Τεκμήριο 3) εκδόθηκε επ΄ονόματι του. Τα ίδια τα πιστοποιητικά μετοχών (Τεκμήρια 4 - 6) επίσης εκδόθηκαν απ΄ευθείας επ΄ονόματι του ενάγοντος και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί, επομένως δεν υπήρξε πώληση ή μεταβίβαση τους από τον κ. Γ. Παπαχριστοδούλου. Ο ενάγοντας όπως είναι το λεκτικό του Άρθρου 58 Α
(3)(β) ως ενδιαφερόμενος αγοραστής και επενδυτής κατέβαλε στην εναγόμενη ποσό Λ.Κ.15.020,00 κατά ή περί την 25.06.2000 μετά την 7.04.2000 που τέθηκε σε εφαρμογή το πιο πάνω άρθρο οπότε εφαρμόζεται στη περίπτωση του το Άρθρο 58 Α
(3)(β). Η εναγόμενη εταιρεία υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ στις 14.06.2000. Μέχρι και τις 14.09.2000, δηλαδή τρεις μήνες μετά την υποβολή της αίτησης της, δεν κατάφερε να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ όπως δεν τα κατάφερε και μέχρι σήμερα. Το Συμβούλιο του ΧΑΚ παραχώρησε στην εναγόμενη εταιρεία συνεχείς παρατάσεις όπως προβλεπόταν στο νόμο (Άρθρο 3
(3)ου τροποποιητικού νόμου Ν. 42
(1)/2000 μέχρι 20.02.
- Στις 6.02.2002 η αίτηση της εναγόμενης εταιρείας απορρίφθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ακολούθως το Συμβούλιο του ΧΑΚ στις 10.05.2002 απέρριψε την αίτηση της εναγόμενης εταιρείας εφόσον δεν είχε τη δεσμευτική σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Ο ενάγοντας απαίτησε προσωπικά με διπλοασφαλισμένη επιστολή του την επιστροφή των χρημάτων του στις 23.01.2003 από την εναγόμενη την οποία η εναγόμενη παρέλαβε την 29.01.2003 και για δεύτερη φορά μέσω των δικηγόρων του Ανδρέας Κουκούνης & Σία με επιστολή τους με ημερομηνία 22.08.2005 η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 5.09.
- Η εναγόμενη αν και είχε υποχρέωση δεν επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα μέχρι σήμερα. Ο ενάγοντας δικαιούται επιστροφή των χρημάτων του δυνάμει του άρθρου 58 Α
(3)(β) ως αυτό διατηρήθηκε με το άρθρο 4 του Νόμου 9
(1)/2001 που εισήγαγε το άρθρο 58Γ, το οποίο μιλά για τη διατήρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δημιουργήθηκαν με τις σχετικές διατάξεις, δηλαδή το προαναφερθέν άρθρο 58 Α
(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου, 42
(1)/
- Ο ενάγοντας εμπίπτει στην έννοια του ¨ενδιαφερόμενου αγοραστή¨ και έτσι πληρούνται στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για επιστροφή των χρημάτων για την αγορά των 20.000 συνήθων και 20 ιδρυτικών μετοχών που αγόρασε από την εναγόμενη εταιρεία καταβάλλοντας το ποσό των Λ.Κ.15.020,
- Η μη επιστροφή των χρημάτων στον ενάγοντα οριστικοποίησε την απόδειξη του αγώγιμου δικαιώματος του εναντίον της εναγόμενης εταιρείας. Η εναγόμενη εταιρεία μέχρι και την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης δεν είχε επιστρέψει στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό από αυτό που αξιώνει ο ενάγοντας με την αγωγή του. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Σύμφωνα με την υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd,
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 704: ¨Το άρθρο 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000 ισχύει στις περιπτώσεις όπου η αντιπαροχή για την αγορά των τίτλων καταβλήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου, δηλαδή την 7.04.2000, ενώ το άρθρο 58 Α 3(β) εφαρμόζεται για του ίδιου είδους δοσοληψίες που γίνονται από την ισχύ του Νόμου¨. Το άρθρο 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000 κρίθηκε συνταγματικό στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1683 όπου συζητήθηκαν σε έκταση οι πρόνοιες του. Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου είναι στην ουσία τους πανομοιότυπες με το άρθρο 58 Α
(3)(β) και ως τέτοιες κρίθηκαν στην υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd (πιο πάνω) παρόμοια συνταγματικές. Μια από τις διαζευκτικές αιτίες της αγωγής του ενάγοντος βασίζεται στις πρόνοιες τόσο του Άρθρου 58 Α
(1)και
(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993 (Ν. 14
(1)/1993), όπως τροποποιήθηκε στις 7.04.2000 από τον Νόμο 42
(1)/2000 εφόσον σύμφωνα με τη μαρτυρία ολόκληρο το ποσό για την αγορά των μετοχών καταβλήθηκε στις 25.06.2000 μετά που τέθηκε σε ισχύ ο πιο πάνω τροποποιητικός νόμος. Το άρθρο 58 Α
(1)και
(3)(β) προβλέπει τα ακόλουθα:
(1)Απαγορεύεται σ΄οποιαδήποτε εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή εκδότη ή πρόσωπο να προσφέρει προς πώληση ή να πωλεί ή να δέχεται προσφορά για αγορά οποιωνδήποτε τίτλων υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας και να εισπράττει προς τούτο οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή άλλο αντάλλαγμα με προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, εκτός, εάν στην περίπτωση υφιστάμενης εταιρείας, η εταιρεία ή το μέλος του συμβουλίου εταιρείας ή ο εκδότης......¨
(3)(β) Ενδιαφερόμενος αγοραστής που κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω ή άλλως πως δύναται μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή ανταλλάγματος εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(2), το Συμβούλιο δύναται να αποκλείσει εκδότη ή εταιρεία που παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, από την εισαγωγή των τίτλων του στο Χρηματιστήριο.¨ Στην υπόθεση Anaptixis Group Ltd v. Μιχαηλίδης,
(2006)1 (Α) A.A.Δ. σελ. 691 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨ Το άρθρο 58 Α
(3)(β) δεν προϋποθέτει την απόδειξη ¨παραστάσεων εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ¨. Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έγινε νόμιμη πληρωμή και είσπραξη χρημάτων, κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 58 Α
(1)(α) - (γ) είτε με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ είτε άλλως πως.¨ Στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ταμπούρη,
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1325 αναφέρονται τα ακόλουθα: ¨ Εξετάζοντας λοιπόν το μέρος της απόφασης που διαλαμβάνει ότι ο εφεσίβλητος αγόρασε τις μετοχές ως αποτέλεσμα των παραστάσεων που του είχαν γίνει, καταλήγουμε ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή. Στην επιστολή 5.04.2000 (τεκμ.1) γινόταν αναφορά ¨ότι θα επιδιωχθεί να εισαχθούν και οι ιδρυτικές μετοχές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου¨ φράση που υποδηλώνει εισαγωγή και των συνήθων μετοχών. Αναφορά για εισαγωγή των μετοχών στο ΧΑΚ γίνεται και στην Πρόσκληση για Εγγραφή (τεκμ. 6). Διαφωνούμε με την εισήγηση της ευπαιδεύτου δικηγόρου των εφεσειόντων ότι η φράση ¨σε εύθετο χρονικό διάστημα¨ που περιέχεται στο ενημερωτικό δελτίο, μέσα στο οποίο οι εφεσείοντες δήλωναν ότι είχαν πρόθεση να αποταθούν για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ δεν έδειχνε πρόθεση τους να εισάξουν τις μετοχές τους στο ΧΑΚ μέσα σε εύλογο χρόνο. Το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε στις 14.06.2000, δείχνει τέτοια πρόθεση. Απορρίπτονται λοιπόν και αυτοί οι λόγοι έφεσης¨. Πέραν των πιο πάνω σχετική είναι και η αναφορά στην υπόθεση Τρύφωνος v. Investylia Ltd,
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 875 έγιναν τα ακόλουθα σχόλια σε σχετική επί του ιδίου θέματος εισήγηση: ¨. δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η πρόθεση της εταιρείας να εισαχθεί στο ΧΑΚ. Γι΄αυτό εξάλλου υπέβαλε και σχετική αίτηση εισδοχής. Οι δηλώσεις που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο στο σύνολο τους δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις της εταιρείας. Υπήρχαν βέβαια και οι περιορισμοί στο Ενημερωτικό Δελτίο, οι οποίοι όμως δεν πρέπει να ειδωθούν αποσπασματικά, αλλά σε σχέση με τα όσα άλλα αναφέρονται στο Ενημερωτικό Δελτίο. Στη σελ. 10, αφού απαριθμούνται οι προϋποθέσεις για εισδοχή σύμφωνα με τον κανονισμό 61, αναφέρεται ότι ¨πρόθεση της εταιρείας είναι να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα αφού πρώτα συμπληρώσει τις δραστηριότητες της με την εξαγορά εμπορικών εταιρειών που εμπίπτουν μέσα στο στρατηγικό σχέδιο της. Η συγκεκριμένη δήλωση κατά την άποψη μας, επιβεβαιώνει την πρόθεση της εταιρείας να ενταχθεί στο ΧΑΚ.¨ Με το ίδιο σκεπτικό αντικρίζω με τη σειρά μου την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε επί αυτού του ζητήματος εκ μέρους της εναγόμενης, ότι δηλαδή η παραχώρηση μετοχών στον ενάγοντα έγινε με βάση το ενημερωτικό δελτίο της εναγόμενης, μέσα στο οποίο υπήρχε ξεκάθαρη η δήλωση της εναγόμενης ότι η πρόθεση της ήταν να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα και όχι αμέσως. Επομένως σύμφωνα με το σκεπτικό των πιο πάνω αποφάσεων όλη η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε εκ μέρους της εναγόμενης για το πιο πάνω ζήτημα δεν μπορεί να τύχει ευνοϊκής αντίκρισης. Στην υπόθεση Τρύφωνος v. Investylia Ltd, (πιο πάνω) έχουν σχολιαστεί οι λέξεις ¨άλλως πως¨ στο άρθρο 58 Α
(3)(β) ως ακολούθως: ¨ Ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσίβλητης ότι δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο που να επιτρέπει σε επενδυτή να πάρει πίσω τα χρήματα, που κατέβαλε, ανεξαρτήτως του εάν έγιναν ή όχι παραστάσεις. Εφαρμόζεται, είπε, ο ερμηνευτικός κανόνας του ejusdem generis και ως εκ τούτου λέξεις γενικές (όπως το ¨ή άλλως πως¨) οι οποίες ακολουθούν λέξεις ειδικές, πρέπει να διαβάζονται ως να εξυπακούουν μόνο πράγματα του ίδιου είδους με τις ειδικές λέξεις που προηγούνται¨. Παρόμοια εισήγηση υπήρξε και στη παρούσα υπόθεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως είχε διαφωνήσει με την εισήγηση αυτή ως ακολούθως: ¨.αφού στην προκειμένη περίπτωση ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένο το άρθρο, δεν αφήνει περιθώρια για εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα. Στο άρθρο 58 Α
(3)(β) δεν υπάρχουν ειδικές λέξεις, ενώ δεν είναι ξεκάθαρο, όπως θα έπρεπε, εάν μπορούν να συνδεθούν με τις προϋποθέσεις του άρθρου 58 Α
(1), όπως εισηγείται η κα Στυλιανού. Εάν οι λέξεις περιλαμβάνονταν στο ίδιο το άρθρο 58 Α
(1), ενδεχομένως η εισήγηση της να είχε έρεισμα¨. Επομένως και αυτό το ζήτημα έχει επιλυθεί από τη νομολογία μας και δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση Τρύφωνος, σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι: ¨ Η πρόθεση της Εφεσίβλητης για εισαγωγή στο ΧΑΚ, φαίνεται και από το γεγονός ότι ενώ δημοσιεύτηκε ο τροποποιητικός Νόμος 42
(1)/2000 στις 7.04.2000, ο οποίος υποχρέωνε τις εταιρείες να υποβάλουν αίτηση μέσα στην προθεσμία που προέβλεπε ο Νόμος ή να επιστρέψουν τα χρήματα που εισέπραξαν, η Εφεσίβλητη προχώρησε και καταχώρησε αίτηση για εισαγωγή στο ΧΑΚ. Όπως αναφέρει ο Διευθυντής της στη μαρτυρία του, τροποποιήθηκε ανάλογα και το Ενημερωτικό Δελτίο που θα κατατίθετο στο ΧΑΚ¨. Στη περίπτωση μας ο ενάγοντας είναι γεγονός ότι ανέφερε ότι του γίνονταν προφορικές παραστάσεις εκ μέρους του διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας κ. Σ. Στυλιανού. Η απόφαση του να επενδύσει σ΄αυτή βασίστηκε στις προφορικές παροτρύνσεις του ίδιου του κ. Σ. Στυλιανού. Επειδή έγινε επίκληση της υπόθεσης Investylia Ltd v. Ευλαβή,
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 655 θα παραπέμψω σε άλλο απόσπασμα της απόφασης Τρύφωνος όπου σχολιάζεται η απόφαση αυτή κατά τον ακόλουθο τρόπο: ¨Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας δεν συγκρούονται με τη σκέψη του Δικαστηρίου στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ευλαβή, Πολ. Έφεση 325/2006 ημερομηνίας 22.05.
- Σε εκείνη την υπόθεση η απαίτηση της ενάγουσας στηρίχθηκε στην παράβαση ουσιώδους όρου της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ότι η εταιρεία θα εντασσόταν στο ΧΑΚ, όχι αργότερα της 31.12.
- Το σφάλμα που διαπιστώθηκε στην πρωτόδικη απόφαση ήταν: (α) ότι η απαίτηση δεν εξετάστηκε στη βάση των δικογραφημένων θέσεων του ενάγοντος και (β) ότι ήταν αμφίβολο, όπως ήταν συνταγμένη η έκθεση απαίτησης, αν ήταν επιτρεπτό στο Δικαστήριο να εξετάσει την αγωγή στη βάση των άρθρων 53 Α
(3)(β) και 3
(3), εφόσον η έκθεση απαίτησης ουσιαστικά περιοριζόταν στην παράβαση της σύμβασης. Τα όσα άλλα αναφέρθηκαν για την μη άμεση προοπτική ένταξης ή για έλλειψη παραστάσεων για την προοπτική ένταξης, αποτελούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter), οι οποίες δεν είναι δεσμευτικές στην παρούσα περίπτωση¨. Είναι φανερό ότι τα γεγονότα της υπόθεσης Ευλαβή δεν συνάδουν ούτε με αυτά της παρούσας υπόθεσης και όσα αναφέρονται πιο πάνω είναι η σταθερή θέση της νομολογίας μας η οποία δεν μπορεί να παραγνωριστεί, όπως είναι η εισήγηση της εναγόμενης. Σε αντίθεση με την πιο πάνω υπόθεση, η υπό εκδίκαση βασίζεται σε δύο βάσεις που προβάλλονται διαζευκτικά στο άρθρο 58 Α
(3)(β) και 3
(3)και η άλλη σε παράβαση σύμβασης. Πέραν τούτου, η προοπτική ένταξης της εναγόμενης αποτέλεσε ένα από τα επίδικα θέματα στην υπό εκδίκαση υπόθεση, σε αντίθεση με την υπόθεση Ευλαβή, πιο πάνω, στην οποία ο θέμα ηγέρθη εν παρόδω (obiter). Εφόσον η εναγόμενη υπέβαλε την αίτηση της για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ την 14.06.2000 αυτό σύμφωνα με την ερμηνεία που δόθηκε στη νομοθετική διάταξη που διέπει το ζήτημα στην υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 704 σημαίνει ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος δημιουργήθηκε την 14.09.2000 και έτσι ο ενάγοντας δικαιούται σε επιστροφή των χρημάτων του άσχετα από τον χρόνο που στάλθηκαν οι επιστολές με τις οποίες αξίωνε την επιστροφή των χρημάτων του. Επομένως η επίκληση εκ μέρους της εναγόμενης ανυπέρβλητης αδυναμίας (impossibility) εφαρμογής του άρθρου 58 Α
(3)(β) δεν μπορεί να έχει έρεισμα. Σχετική επί του ίδιου θέματος είναι και η υπόθεση Χριστοδουλίδης κ.ά. ν. Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, Προσφυγή 603/01, ημερ. 31.5.02, στην οποία γίνεται μια ανάλυση και ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 3
(3)από τον Κωνσταντινίδη, Δ. με την ακόλουθη κατάληξη: ¨Με την πάροδο των τριών μηνών, υπό τους όρους του άρθρου 3
(3)γεννάται δικαίωμα του ενδιαφερομένου αγοραστή και αντίστοιχη υποχρέωση για επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν. Αυτή η προθεσμία των τριών μηνών δεν παρατείνεται και έχουμε δει πώς στην περίπτωση της βασικής διάταξης του άρθρου 58Α, η υποχρέωση επιστροφής επιβάλλεται χωρίς άλλα. Αρκεί η μη εισαγωγή ή η μη έκδοση των τίτλων στους τρεις μήνες, για οποιοδήποτε λόγο. Χωρίς δηλαδή αναζητήσεις σε σχέση με την αιτία ή την ευθύνη για αυτήν. Η επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)θεσπίζει τη δυνατότητα λογικής παράτασης μόνο σε σχέση με «την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών». Βεβαίως, περιλαμβάνεται στους όρους της επιφύλαξης και το ότι «δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως ουσιώδες εμπόδιο για την έγκριση της αίτησης», εννοείται για εισαγωγή των τίτλων και θα ήταν λογικό να θεωρηθεί πώς η διαφαινόμενη δυνατότητα εισαγωγής των τίτλων, η οποία και θα αναιρούσε εν τέλει και την υποχρέωση επιστροφής των ποσών, προσδιορίζεται ως συναφής παράμετρος. Αυτό, όμως, κατά το μέγιστο. Δεν παρέχει εν λευκώ εξουσία ουσιαστικά για αλλοίωση, κατά εξουδετέρωση του Νόμου, της προθεσμίας των τριών μηνών με την πάροδο της οποίας, εφόσον για οποιοδήποτε λόγο δεν εισάχθηκαν οι τίτλοι στο Χρηματιστήριο, γεννάται η υποχρέωση επιστροφής των ποσών. Αυτή η υποχρέωση επέρχεται εντός δέκα ημερών από την αξίωσή τους και η έννοια του «λογικού» της παράτασης αναφορικά με την επιστροφή των χρημάτων, ελέγχεται κατά περιεχόμενο από τις πρόνοιες της βασικής διάταξης του άρθρου 3
(3)ως προς τις προθεσμίες. Επομένως, βρίσκεται εκτός των πλαισίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης ή χορήγηση παράτασης που επάγεται αναμονή και, βεβαίως, παγοποίηση των δικαιωμάτων που ήδη τελειώθηκαν για όσο προβλέπεται ότι θα χρειαστεί για την έγκριση της αίτησης εισαγωγής στο Χρηματιστήριο. Δεν αναιρεί η επιφύλαξη τη βασική πρόνοια ως προς τις προθεσμίες και δεν μπορεί να είναι λογική η παράταση που υπερβαίνει ακόμα και την προθεσμία των τριών μηνών από την πάροδο της οποίας εξαρτάται η γέννηση του δικαιώματος. Εάν ήθελε ο Νόμος άλλη λύση, θα αναφερόταν σε δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας των τριών μηνών, έστω με την εξάρτηση της περιόδου της παράτασης από την προβλεπόμενη ημερομηνία εισαγωγής των τίτλων. Αν εισήγαγε δε ο Νόμος τέτοια εξάρτηση δεν θα είχε και θέση η απαίτηση να είναι «λογική» η παράταση.» (βλ. επίσης Αναθεωρητική Έφεση 3457, με ημερομηνία 1.03.2005 Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου v. Δημήτρη Ι. Χριστοδουλίδη κ.ά. όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ¨Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Βρίσκουμε την πρωτόδικη απόφαση ορθή στην ολότητα της και δεν βλέπουμε κανένα λόγο ανατροπής της. Η διατύπωση που χρησιμοποίησε ο νομοθέτης στην επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)είναι κάτι περισσότερο από καθαρή. Παρέχεται στους αιτητές λογική παράταση χρόνου όσον αφορά την επιστροφή των εισπραχθέντων και όχι της προθεσμίας εισαγωγής της εταιρείας στο Χρηματιστήριο¨. Κρίνεται επομένως ότι έχουν ικανοποιηθεί όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 58 Α
(3)(β) και άρθρο 3
(3). Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι: (α) η εναγόμενη είναι εταιρεία σύμφωνα με το Νόμο, (β) ο ενάγοντας είναι αγοραστής μετοχών της, (γ) κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.15.020.00 για την αξία των μετοχών που αγόρασε, (δ) η αγορά έγινε είτε με προοπτική την ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ ή άλλως πως και (ε) ότι ο ενάγοντας, όπως είχε δικαίωμα δυνάμει του Νόμου, υπέβαλε, μετά από 3 μήνες από την ημερομηνία υποβολής αίτησης από την εναγόμενη για εισαγωγή της στο ΧΑΚ, γραπτό αίτημα σε δύο περιπτώσεις για επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε, δεδομένου ότι οι τίτλοι που του παραχωρήθηκαν, δεν είχαν μέχρι τότε εισαχθεί στο ΧΑΚ για την επιστροφή των χρημάτων του. Με αυτά τα δεδομένα, η κατάληξη μου είναι ότι ο ενάγοντας ως ¨ενδιαφερόμενος αγοραστής¨ δικαιούται σε επιστροφή των χρημάτων του όπως ορίζει ο νόμος και η εναγόμενη υπέχει υποχρέωση να του επιστρέψει τα χρήματα που εισέπραξε μαζί με τον προβλεπόμενο τόκο μέσα σε 10 ημέρες από της λήψης της επιστολής του. Η μη πληρωμή των χρημάτων ήταν αρκετή για να οριστικοποιήσει την απόδειξη του αγώγιμου δικαιώματος του. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο ο ενάγοντας έχει πετύχει και στη διαζευκτική βάση της απαίτησης του στη βάση δηλαδή της παράβασης σύμβασης λόγω ψευδών παραστάσεων. Τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι υπήρξε σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης η οποία συντελέσθηκε στη Λάρνακα με την αποδοχή από την εναγόμενη της διευθέτησης εν πάση περιπτώσει που έγινε μέσω του κ. Γ. Παπαχριστοδούλου για τις μετοχές που αγόρασε και πλήρωσε μέσω του κ. Γ. Παπχριστοδούλου ο οποίος του είχε δανείσει το ποσό που κατέβαλε γι΄αυτές τις μετοχές και την αποστολή των τίτλων της εναγόμενης προς τον ενάγοντα μέσα στον Ιούνιο του 2000. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίστατο στα όσα ο κ. Σ. Στυλιανού ανέφερε στον ενάγοντα αναφορικά με τις καλές προοπτικές που είχε η εναγόμενη εταιρεία να ενταχθεί στο ΧΑΚ και τα σίγουρα κέρδη που αναμένετο ότι θα είχε μια επένδυση με την αγορά μετοχών της. Υπήρχε δηλαδή εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας μέσω του διευθυντή της παρότρυνση για επικερδή επένδυση και έκφραση ετοιμότητας της εναγόμενης εταιρείας να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ σε σύντομο χρόνο. Όλα αυτά βέβαια αποδείχθηκαν στο τέλος ψευδή και ανυπόστατα αφού η εναγόμενη εταιρεία δεν κατάφερε να υλοποιήσει τις υποσχέσεις της ούτε εντός του 2000 αλλά ούτε και μέχρι σήμερα. Επομένως ο ενάγοντας δικαιούται να αποζημιωθεί και με βάση τη διαζευκτική βάση της αγωγής του για την παράβαση της συμφωνίας. Ως προς το ζήτημα του τερματισμού της συμφωνίας δεν θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης καθώς η αξίωση αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης δεν προϋποθέτει τον εκ των προτέρων τερματισμό της σύμβασης όπως προνοείται στο Άρθρο 19
(2)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Ο ενάγοντας βασίστηκε στις παραστάσεις και παροτρύνσεις του διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας κ. Σ. Στυλιανού οι οποίες δεν άφηναν περιθώρια σ΄αυτόν να υποψιαστεί ή να ανακαλύψει ότι η εναγόμενη παρουσίαζε οποιαδήποτε αλλαγή στα πλάνα και στα σχέδια της. Οι θέσεις της εναγόμενης σε κάθε στιγμή έπρεπε να ήταν ξεκάθαρες προς αυτούς που σκόπευαν να επενδύσουν σ΄αυτή αλλά και στους ίδιους τους μετόχους της. Εξέταση της Συνταγματικής πτυχής των άρθρων 58 Α 3(β) και 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000: Η εξέταση της αντισυνταγματικότητας νόμων και ο τρόπος που αυτή θα πρέπει να αντικρίζεται από τα Δικαστήρια μας έχει συνοψιστεί ως ακολούθως λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία μας από τον τότε Πρόεδρο του Α.Δ. κ. Αρτεμίδη στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ε.& Π. Λειβαδιώτης Λτδ,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1872: ¨Η νομολογία επί του ζητήματος είναι πάγια και αυστηρή. Θέμα αντισυνταγματικότητας εγείρεται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες της εισήγησης, όπως π.χ. ποίο άρθρο ή άρθρα ή μέρους άρθρου του νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα, βεβαίως και σε ποιο άρθρο του. Ακολουθεί η αιτιολογία της εισήγησης. Κατά την ακρόαση το βάρος της απόδειξης, ότι η πρόνοια νόμου είναι αντισυνταγματική, καθορίζεται αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Δες Ανδρέας Νικολάου v. Βάσου Βασιλείου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1566, όπου στη σελ. 1576 αναφέρεται και αριθμός προηγούμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που υποστηρίζουν την ίδια αρχή). Επομένως η εξέταση που θα ακολουθήσει των εισηγήσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης εταιρείας θα έχει υπόψη της τις πιο πάνω αρχές. Στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης της η εναγόμενη επικεντρώνεται στην αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του Άρθρου 58 (Α)
(3)(β) με βάση το Άρθρο 25 1.2.3 του Συντάγματος μας και προς τούτο επιχειρηματολογεί στη Παρ. 13.2 του πιο πάνω δικογράφου της, του Άρθρου 28 για το οποίο επιχειρηματολογεί στη Παρ. 13.3 του ίδιου δικογράφου και του Άρθρου 35 όπως προβάλλεται στη Παρ. 13.5 του ίδιου δικογράφου και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών θέση για την οποία επιχειρηματολογεί στη Παρ. 13.4 του δικογράφου της. Για την υποστήριξη των θέσεων της κατάθεσε και ο Μ.Υ.1 και έκανε εκτενή ανάλυση και κατά την τελική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης εταιρείας. Σε σχέση με τα Άρθρα 25,28 και 35 του Συντάγματος μας, οι ισχυρισμοί της εναγόμενης προβλήθηκαν ξανά τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση στη υπόθεση Investylia Ltd v. Ταμπούρη (πιο πάνω) όπου σε παραπομπή στην υπόθεση Anaptixis (πιο πάνω) αλλά και σε άλλες οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων 58 Α
(3)(β) και 3
(3)σε σχέση με τα Άρθρα 25,28 και 35 του Συντάγματος απορρίφθηκαν. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα: ¨Τόσο πρωτόδικα όσο και ενώπιον μας, η θέση των εφεσειόντων είναι ότι τα πιο πάνω άρθρα παραβιάζουν τα άρθρα 1,2,21,23,25,26,28,33 και 35 του Συντάγματος. Έχουμε εξετάσει τα όσα παράθεσε ενώπιον μας η ευπαίδευτη συνήγορος των εφεσειόντων καθώς επίσης το σχετικό μέρος της πρωτόδικης απόφασης όπου αναφορικά με τα άρθρα αυτά διαβάζουμε τα εξής:... (βλ. συνέχεια της απόφασης). Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι που έχουν προβληθεί και στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης για την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 58(Α)
(3)(β) στην έκταση που αφορούν τα άρθρα 25,28 και 35 του Συντάγματος δεν διαφοροποιούν καθόλου τα όσα έχουν ήδη εξετασθεί και κριθεί σε εκείνες τις υποθέσεις και επομένως απορρίπτονται. Σε σχέση με τη Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 77/91 ΕΟΚ η οποία εισήχθηκε στο Κυπριακό δίκαιο μέσω του νόμου 135
(1)/2000 και 70
(1)/2003 σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Anaptixis (πιο πάνω): ¨Η εν λόγω οδηγία ενσωματώθηκε στον περί Εταιρειών Νόμο με τον τροποποιητικό νόμο 70
(1)/2003 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδικης διαφοράς και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση¨. Επιπρόσθετα, η Δεύτερη Οδηγία και το περιεχόμενο της περιλαμβάνονται στους νόμους 135
(1)/2000 και 70
(1)/2003 οι οποίοι εναρμόνισαν το Κυπριακό Δίκαιο με την εν λόγω Οδηγία. Από τη στιγμή που οι εν λόγω νόμοι τέθηκαν σε ισχύ δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της Οδηγίας από τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας αλλά εφαρμογής της εγχώριας νομοθεσίας, δηλαδή του Νόμου 13591)/2000 και του Νόμου 70
(1)/2003. Για να χρειάζεται η παραπομπή του Δικαστηρίου στην εν λόγω Οδηγία θα πρέπει η εναγόμενη να προβάλει το επιχείρημα ότι δεν εναρμονίστηκε σωστά η Οδηγία αυτή, ότι βασικές της αρχές ή διατάξεις αγνοούνται από τους ρηθέντες κυπριακούς νόμους ή ότι οι κυπριακοί νόμοι δεν εφάρμοσαν σωστά το πνεύμα και το γράμμα της Οδηγίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχυρίζεται η εναγόμενη. Η επιστροφή χρημάτων βάσει του άρθρου 58 Α
(3)(β) δεν συνεπάγεται και δεν σημαίνει αγορά μετοχών από την εναγόμενη αλλά αποζημίωση για την μη τήρηση των υποσχέσεων και για τη ψευδή παράσταση της εναγόμενης για δήθεν εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Επομένως, το Κεφ 113 δεν βρίσκει εφαρμογή εδώ για να λεχθεί ότι επηρεάζεται. Η επίκληση διατάξεων των Νόμων 135
(1)/2000 και 70
(1)/2003 δεν εξυπηρετεί την εναγόμενη διότι οι νόμοι αυτοί ενσωματώνουν νέα άρθρα στον περί Εταιριών Νόμο, Κεφ. 113, ο οποίος νόμος δεν επηρεάζει τη ρητή υποχρέωση που θέτει το άρθρο 58
(3)(β). Παραπέμπω σχετικά και πάλι στην υπόθεση Anaptixis (πιο πάνω) όπου το εξής απόσπασμα είναι καταλυτικής φύσεως για το θέμα: ¨Η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 58 Α
(3)(β) συνιστά αυτοτελή υποχρέωση η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου¨. Ενόψει του ότι το Άρθρο 58 Α
(3)(β) όπως έχει κριθεί, αποτελεί αυτοτελή υποχρέωση που δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιριών Νόμου, ο ισχυρισμός περί παραβίασης της Αρχής της Διάκρισης των εξουσιών με τη δήθεν παράκαμψη της Δικαστικής Εξουσίας η οποία είναι αρμόδια να δώσει άδεια για μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο κρίνεται ότι δεν έχει βάση, παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 203 όπου κρίθηκε ότι: ¨Η επιστροφή των χρημάτων ή του ανταλλάγματος που επιβάλλει ο Νόμος δεν αποτελεί διακανονισμό ή συμβιβασμό υποχρεώσεων της εταιρείας προς μέλη ή πιστωτές της. Πρόκειται για υποχρέωση της εταιρείας η οποία πηγάζει από το Νόμο.¨ Επομένως το ίδιο ισχύει και για τα άρθρα 57 Α -57 Στ, 64 ,66 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 των οποίων επίσης γίνεται επίκληση. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί αδυναμίας (impossibility) της εναγόμενης να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ, αυτό οφείλεται στην ίδια που δεν ήταν έτοιμη όπως έπρεπε προτού αιτηθεί μια τέτοια ένταξη. Σε σχέση με την επιστολή του ΧΑΚ (Τεκμήριο 19 (ι) σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί αυτή να στηρίξει ισχυρισμό της εναγόμενης για δήθεν αδυναμία έγκρισης της αίτησης της σε 3 μήνες. Το ίδιο το Τεκμήριο 19
(1)κάνει λόγο για την ένταξη τίτλων κάποιας εταιρείας εντός 3 μηνών από την αίτηση της. Εάν οι αιτήσεις των υπόλοιπων εταιρειών ήταν ατελείς δεν έφταιγε το ΧΑΚ. Η εναγόμενη θα έπρεπε να βολιδοσκοπούσε το ΧΑΚ πριν να κάνει την αίτηση της για να δει τι θα χρειαστεί για να μη χρονοτριβήσει στην επίτευξη του στόχου της τον οποίο διακήρυσσε. Δεν το έκανε και αντί τούτου συνέχισε να εισπράττει από προτιθέμενους επενδυτές τα υπόλοιπα των λογαριασμών τους όπως και από τον ενάγοντα. Θα έπρεπε έγκαιρα να είχε προλάβει επιστρέφοντας τα χρήματα σε όσους επιθυμούσαν και είχαν πληρώσει την προκαταβολή και να μην είχε υπεισέλθει σε ένα ατέρμονο και αβέβαιο ταυτόχρονα αγώνα για να καταφέρει να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ εισπράττοντας ταυτόχρονα χρήματα ή προβαίνοντας σε επενδύσεις για να μην έρχεται σε σύγκρουση, κατά την άποψη της, με πρόνοιες άλλων νομοθεσιών. Σε αυτή την αδιέξοδη διαδικασία μόνη της είχε εισέλθει και έπρεπε συμμορφούμενη στον νόμο να επέστρεφε τα χρήματα σε όσους από τους επενδυτές της το επιθυμούσαν. Η ευθύνη της μη επίτευξης του στόχου της να ενταχθεί στο ΧΑΚ βαραίνει την ίδια και όχι οποιονδήποτε τρίτο και σίγουρα ο ενάγοντας δεν είχε καμιά ευθύνη γι΄ αυτή την αρνητική για την εναγόμενη εξέλιξη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €25.663,19σ. (Λ.Κ.15.020,00) πλέον τόκο προς 6% ετησίως, σύμφωνα με το Άρθρο 58 Α
(3)(β), υπολογιζόμενο όμως από την ημερομηνία που κατέβαλε το ποσό αυτό σύμφωνα με την απόδειξη πληρωμής δηλαδή την 25.06.2000 και όχι την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο ΧΑΚ, δηλαδή την 14.06.2000. Με την εξόφληση του ποσού αυτού από την εναγόμενη ο ενάγοντας θα είναι υπόχρεος, όπως ορίζει ο νόμος, να επιστρέψει στην εναγόμενη, τους τίτλους που έχουν εκδοθεί επ΄ονόματι του. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του ενάγοντος και εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο