Τζοζεφίν Γαβριηλίδου ν. Investylia Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 3944/2005, 31 Μαίου,2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A51 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3944/2005 Μεταξύ: Τζοζεφίν Γαβριηλίδου Ενάγουσας και Investylia Public Company Ltd Εναγόμενης Ημερομηνία: 31 Μαίου,2010 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Τ. Κουκούνης Για την Εναγόμενη: κα Λ. Στυλιανού Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα αξιώνει με τη παρούσα αγωγή της από την εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.7.510,00 πλέον τόκο προς 6% από 14.06.2000 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως και τα έξοδα της αγωγής. Το ποσό αυτό κατέβαλε στην εναγόμενη για την αγορά μετοχών της. Η αξίωση εδράζεται: (α) Στο άρθρο 58 Α
(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) Νόμου (Ν. 14
(1)/1993) όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Νόμο 42
(1)/2000 ή και δυνάμει του Άρθρου 3
(3)του Νόμου 42
(1)/2000 ή και δυνάμει των Άρθρων του Νόμου 9
(1)/2001 και ειδικά του Άρθρου 4 και (β) δυνάμει παράβασης συμφωνίας ή /και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή/ και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας πηγάζουσας από ψευδείς παραστάσεις της εναγόμενης ή/ και ως ποσό οφειλόμενο σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unlawful enrichment) ή/ και ως money had and received. Πρόκειται για μια ακόμα υπόθεση που προκάλεσε η χρηματιστηριακή έκρηξη της περιόδου 1999-2000 στη Κύπρο όπου επενδυτής διεκδικεί τα χρήματα που κατέβαλε σε εταιρεία για την αγορά μετοχών της, εταιρεία η οποία τελικά δεν κατάφερε να ενταχθεί στο ΧΑΚ και να θέσει τις μετοχές της εκεί προς διαπραγμάτευση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η ίδια η ενάγουσα κατάθεσε ως μοναδική μάρτυρας για την πλευρά της και δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία συμπλήρωσαν την μαρτυρία που η πλευρά της έκρινε σκόπιμο όπως παρουσιάσει. Από της πλευράς της εναγόμενης κατάθεσε ο κ. Στέλιος Στυλιανού ο οποίος σύμφωνα και με παραδεκτό γεγονός ήταν πάντοτε διευθυντής της εναγόμενης από της ιδρύσεως της μέχρι και σήμερα. Για το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία έχουν κατατεθεί και σημειωθεί ως Τεκμήρια και τη σημασία που θα προσδοθεί σ΄αυτά θα γίνει αναφορά όπου χρειαστεί σε κατάλληλο μέρος της απόφασης. Η ενάγουσα κα Τ. Γαβριηλίδου υιοθέτησε την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία στις 15.04.2003 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σε αυτή έκανε αναφορά για το πότε και πως πληροφορήθηκε για την εναγόμενη και πως αποφάσισε να επενδύσει σε αυτή οικονομίες της αγοράζοντας μετοχές της. Από ό,τι θυμόταν στις αρχές του 2000, χωρίς να θυμάται ακριβή ημερομηνία, είχε μάθει από τον κ. Κυριάκο Ταουξή, πρώτο ξάδερφο του συζύγου της, για την ύπαρξη της εναγόμενης εταιρείας η οποία είχε πρόθεση να εισαχθεί στο ΧΑΚ. Το εν λόγω πρόσωπο της παρουσιαζόταν ως μέτοχος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας και τον εμπιστεύτηκε για όσα της είχε πει γι΄αυτήν και για την επικείμενη εισαγωγή της στο ΧΑΚ, γεγονός που την ώθησε να αποφασίσει τελικά να υποβάλει αίτηση για αγορά μετοχών της εναγόμενης επενδύοντας σ΄αυτή τις οικονομίες της. Μαζί με την αίτηση της κατέβαλε το αρχικό ποσό των Λ.Κ.375.00 με επιταγή που εξέδωσε στις 23.01.2000 επ΄ονόματι της εναγόμενης. Μέσα στον Απρίλιο του 2000 είχε πάρει μια επιστολή από την εναγόμενη με ημερομηνία 5.04.2000 με την οποία την ενημέρωναν ότι της είχαν εγκριθεί 5.000 συνήθεις μετοχές αξίας Λ.Κ.3.750,00 και 5 ιδρυτικές μετοχές αξίας Λ.Κ.5,
- Έτσι για το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.3.380,00 εξέδωσε δεύτερη επιταγή επ΄ονόματι της εναγόμενης την 26.04.2000 την οποία παρέδωσε στον κ. Ταουξή για τα περαιτέρω. Για τις πιο πάνω πληρωμές της δεν είχε πάρει τότε οποιανδήποτε απόδειξη. Η κα Αίγλη Σιακαλλή, συγγενής του συζύγου της, είχε υποβάλει παρόμοια αίτηση με την ίδια διαδικασία και είχε καταβάλει προκαταβολή για την αγορά ίδιου αριθμού μετοχών. Όταν η τελευταία δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει τις μετοχές που της εγκρίθηκαν, εξουσιοδότησε την εναγόμενη και μέσω του κ. Ταουξή διευθετήθηκε, χωρίς να υπογραφεί οποιοδήποτε μεταβιβαστήριο έγγραφο, όπως οι μετοχές που είχαν εγκριθεί για την κα Σιακαλλή εκδοθούν απ΄ευθείας επ΄ονόματι της αναλαμβάνοντας η ίδια να τις εξοφλήσει εκδίδοντας σχετική επιταγή επ΄ονόματι της εναγόμενης την οποία και πάλι έδωσε στον κ. Ταουξή. Έτσι και έγινε και προς τούτο κατέβαλε στην εναγόμενη ξανά το ίδιο ποσό των Λ.Κ. 3.380,00 με τον ίδιο τρόπο στις 2.05.2000 αφού την προκαταβολή των Λ.Κ.375,00 την κατέβαλε απευθείας στην κα Σιακαλλή. Αργότερα παρέλαβε μέσω ταχυδρομείου τις μετοχές που πλήρωσε σε δύο πιστοποιητικά για τις συνήθεις και σε δύο πιστοποιητικά για τις ιδρυτικές μετοχές που έφεραν αντίστοιχα ημερομηνίες 12.06.2000 και 1.06.
- Επειδή η εναγόμενη δεν εισήχθη στο ΧΑΚ, στις 4.06.2002 απέστειλε προσωπικά συστημένη επιστολή προς την εναγόμενη εταιρεία ζητώντας επιστροφή των χρημάτων της. Στις 10.06.2002 παρέλαβε ταχυδρομικώς επιστολή από την εναγόμενη εταιρεία με την οποία την πληροφορούσαν ότι η εναγόμενη δεν έφερε ευθύνη για τη μη εισαγωγή της στο Χ.Α.Κ. και με την οποία την πληροφορούσαν ότι δεν θα της επέστρεφαν τα χρήματά της. Στις 29.07.2002 απέστειλε ταχυδρομικώς δεύτερη επιστολή στην εναγόμενη ζητώντας από αυτή και πάλι την επιστροφή των χρημάτων της. Στις 2.10.2002 παρέλαβε ταχυδρομικώς επιστολή - ενημερωτικό δελτίο από την εναγόμενη στην οποία αναφερόταν ότι ο Πρόεδρος της Εταιρείας δεν θεωρούσε ότι νομιμοποιείται να επιστρέψει χρήματα στους μετόχους εκτός εάν διαταχθεί από Δικαστήριο. Κατόπιν τούτου στις 26/11/2002 μαζί με άλλους μετόχους της Εταιρείας απέστειλαν επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ζητώντας την ποινική δίωξη της εναγόμενης. Εξέφραζε στην εν λόγω κατάθεση της στην αστυνομία παράπονο για τη μη επιστροφή των χρημάτων της και την επιθυμία της για την ποινική της δίωξη. Από ότι έμαθε είχε ασκηθεί τέτοια δίωξη και κάποια φορά ειδοποιήθηκε να παρουσιαστεί και ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, δεν είχε οποιανδήποτε ενημέρωση για την τελική κατάληξη εκείνης της υπόθεσης γι΄αυτό και αποτάθηκε στο δικηγόρο της μέσω του οποίου ζήτησε ξανά την επιστροφή των χρημάτων της και ήγειρε την παρούσα αγωγή της όταν και πάλι δεν υπήρξε καμιά ανταπόκριση. Στη συνέχεια κατάθεσε και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Τεκμήριο 2 (α) και (β) φωτοαντίγραφα των επιταγών με τις οποίες πλήρωσε τις μετοχές που αγόρασε από την εναγόμενη. (β) Τεκμήρια 3-6 πρωτότυπα των πιστοποιητικών την συνήθων και ιδρυτικών μετοχών. (γ) Τεκμήριο 7 απόδειξη αγοράς των μετοχών της με ημερομηνία 5.04.
- (δ) Τεκμήριο 8 συστημένη επιστολή της ενάγουσας με ημερομηνία 4.06.
- (ε) Τεκμήριο 9 απαντητική επιστολή της εναγόμενης με ημερομηνία 10.06.
- (στ) Τεκμήριο 10 διπλοσυστημένη επιστολή της ενάγουσας με ημερομηνία 29.07.
- (ζ) Τεκμήριο 11 επιστολή του Δικηγορικού Γραφείου Ανδρέας Κουκούνης & Σία προς την εναγόμενη με ημερομηνία 22.08.2005 η οποία επιδόθηκε σ΄αυτήν την 5.09.
- Ανέφερε περαιτέρω ότι ο κ. Ταουξή της είχε πει συγκεκριμένα ότι η εναγόμενη είχε προβεί σε εξαγορά άλλων εταιρειών, ήταν μια εύρωστη εταιρεία και ότι είχε μεγάλες πιθανότητες να μπει στο ΧΑΚ. Ακούγοντας όλα αυτά τα λόγια πείστηκε ότι ήταν μια εταιρεία στην οποία άξιζε να επενδύσει. Παρουσίασε ως Τεκμήρια 12,13 και 14 επιστολές της εναγόμενης με ημερομηνίες 2.03.2000 και 5.04.2000 τις οποίες είχε λάβει εκείνο το διάστημα. Μέχρι σήμερα δεν έχουν επιστραφεί τα χρήματα της γι΄αυτό και επιμένει στις αξιώσεις της παρούσας αγωγής αναγνωρίζοντας την ταυτόχρονη υποχρέωση της όπως όταν πάρει τα χρήματα της μαζί με τους τόκους και τα δικηγορικά της έξοδα να επιστρέψει τις μετοχές στην εναγόμενη. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι το 1977 όταν είχε ιδρυθεί η εναγόμενη δεν είχε αγοράσει ιδρυτικές μετοχές αυτής της εταιρείας. Στη συνέχεια εκ συμφώνου κατατέθηκαν τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήρια: (α) Τεκμήριο 15 επιστολή του ΧΑΚ προς τον κ. Κουκούνη σε σχέση με πληροφορίες που είχε ζητήσει για την εναγόμενη. (β) Τεκμήριο 16 πιστοποιητικό διευθυντών και γραμματέων της εναγόμενης για τη χρονική περίοδο 28.01.2000 - 31.12.
- (γ) Τεκμήριο 17 αντίγραφο ιστοσελίδας της εναγόμενης με ημερομηνία 1.04.
- (δ) Τεκμήριο 18 εξουσιοδότηση της εναγόμενης προς τον Χρίστο Στυλιανού για παραλαβή επιστολών της από το ταχυδρομείο. (ε)Τεκμήριο 19 έντυπο τιτλοφορούμενο ως ¨Πρόσκληση για Εγγραφή¨ της εναγόμενης μεταξύ των ημερομηνιών 12 -14 Απριλίου του 2000 (στ) Τεκμήριο 20 πρακτικά συνεδρίασης Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης με ημερομηνία 27.03.
- (ζ) Τεκμήριο 21 πρακτικά συνεδρίασης Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης με ημερομηνία 28.02.
- (η) Τεκμήριο 22 πρακτικά συνεδρίασης Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης με ημερομηνία 26.10.
- Στην αντεξέταση της η ενάγουσα ανέφερε ότι είναι απόφοιτος του Κολεγίου Κύπρου στον κλάδο των Στενογραμματειακών Σπουδών. Σήμερα είναι συνταξιούχος ενώ κατά τα έτη 1999-2000 εργαζόταν σε κάποιο Πολιτικό Μηχανικό. Επανέλαβε ότι είχε μάθει για την εναγόμενη από ότι θυμόταν μέσα στις γιορτές, στις αρχές του 2000 από τον κ. Ταουξή που της παρουσιάστηκε ως οικονομικό στέλεχος της εναγόμενης. Εκείνο που της είπε ήταν ότι η εναγόμενη εταιρεία θα εισαγόταν στο ΧΑΚ και ότι ήταν μια εταιρεία στην οποία άξιζε να επενδύσει. Ο κ. Ταουξή της είπε ότι ήταν άμεσα ενδιαφερόμενος για την εταιρεία και συνεργάτης της. Δεν της είχε πει ότι ήταν διευθυντής της. Η σχέση του με τη εταιρεία υπήρξε σημαντικό στοιχείο για την ίδια στην απόφαση της να επενδύσει σ΄αυτή. Της είχε πει μάλιστα ότι ο ίδιος είχε πωλήσει τη δική του εταιρεία στην εναγόμενη για να πάρει μετοχές της. Σε υποβολή ότι ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο, ανέφερε ότι αυτό ήταν που της είπε. Εκτός από μετοχές της εναγόμενης είχε αγοράσει τότε μετοχές και από άλλες εταιρείες τις οποίες και κατονόμασε. Ανέφερε ότι είχε επιστρέψει στη Κύπρο το 1999 από το εξωτερικό και είχε αποφασίσει να επενδύσει σε διάφορες εταιρείες βασιζόμενη σε πληροφορίες που έπαιρνε γι΄αυτές τις εταιρείες από άτομα που είχαν άμεση σχέση με αυτές. Προς τούτο πήγαινε και έβλεπε τους διευθυντές ή τους συμβούλους αυτών των εταιρειών. Ο κ. Ταουξή της είχε πει ότι ήταν στενός συνεργάτης με την εναγόμενη και τον διευθυντή της κ. Στέλιο Στυλιανού. Ποτέ όμως δεν είχε συναντήσει τον κ. Στυλιανού καθώς όλες οι επαφές της γίνονταν μέσω του κ. Ταουξή. Η συμπληρωματική της κατάθεση στην αστυνομία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σε αυτή ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση δεν παρέλαβε από την εν λόγω εταιρεία πληροφοριακή έκθεση. Περαιτέρω ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε ούτε τηλεφωνική ούτε και κατ' ιδίαν συνομιλία με κανένα από τους διευθυντές της εταιρείας παρά μόνο με τον κ. Ταουξή και ότι είχε πληροφορίες και από διάφορους άλλους γνωστούς της ότι η εν λόγω εταιρεία έχει καλές προοπτικές για την εισαγωγή της στο ΧΑΚ. Εξήγησε ότι όταν ο κ. Ταουξή της είπε ότι η εναγόμενη ήταν έτοιμη να μπει στο ΧΑΚ είχε καταλάβει ότι θα επένδυε σε μια οικονομικά καλή εταιρεία η οποία ήταν έτοιμη μέσα στους προσεχείς μήνες να εισαχθεί στο ΧΑΚ. Λέγοντας προσεχείς μήνες εννοούσε εντός του
- Διάβαζε πάντοτε τα έγγραφα που λάμβανε από τις εταιρείες στις οποίες θα επένδυε όπως και την επιστολή της εναγόμενης με ημερομηνία 5.04.2000 (Τεκμήριο 14). Δεν θυμόταν αν με την επιστολή αυτή είχε λάβει και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα. Δεν θυμόταν αν είχε παραλάβει μαζί και το τεκμήριο 7 την απόδειξη πληρωμής των μετοχών της. Όταν της υποδείχθηκε το ενημερωτικό δελτίο (Τεκμήριο 24), ανέφερε ότι πρέπει να το είχε λάβει όπως είχε λάβει παρόμοια και από άλλες εταιρείες, δεν θυμόταν όμως αν το είχε διαβάσει γιατί στο μεταξύ είχε πάρει την απόφαση της να επενδύσει σ΄αυτήν την εταιρεία αφού εμπιστεύτηκε όσα της έλεγε ο κ. Ταουξή. Μέσα στο Ιούνιο ή Ιούλιο του 2000 είχε πάρει ταχυδρομικώς τους τίτλους των μετοχών της. Η ίδια θεωρούσε τον εαυτό της μέτοχο της εταιρείας από τη στιγμή που έκαμε την αίτηση της και πλήρωσε προκαταβολή. Δεν είχε ζητήσει μετά που είχε λάβει το Τεκμήριο 14 ακύρωση της αίτησης της. Δεν θυμόταν αν είχε πάρει την επιστολή της εναγόμενης με ημερομηνία 21.04.2000 (Τεκμήριο 28) και ότι σύμφωνα με αυτή θα μπορούσε να είχε απαλλαχθεί από την υποχρέωση της να πληρώσει το υπόλοιπο τίμημα των μετοχών της. Δεν απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο να της είχαν σταλεί επιστολές από την εναγόμενη τις οποίες να μη θυμάται. Επανέλαβε ότι όλες οι επαφές της με την εναγόμενη γίνονταν μέσω του κ. Ταουξή όπως και η διευθέτηση που έγινε με τις μετοχές που αιτήθηκε η κα Σιακαλλή, διευθέτηση η οποία από ό,τι θυμόταν θα έγινε αρχές Μαΐου
- Θυμόταν ότι είχε δει κάποια κατάθεση στη αστυνομία της κας Σιακαλλή την οποία και αναγνώρισε. Διαφώνησε όμως ότι η κα Σιακαλλή της είχε πωλήσει τις μετοχές της όπως αναφέρει σ΄αυτή την κατάθεση της. Το μόνο που είχε κάμει ήταν ότι αποδέχθηκε και της πλήρωσε το ποσό της προκαταβολής που ίδια κατέβαλε και η έκδοση των μετοχών έγινε από την εναγόμενη απευθείας στο όνομα της καθώς ήταν η ίδια που είχε εκδώσει επιταγή προς την εναγόμενη για την εξόφληση αυτών των μετοχών. Δεν γνώριζε την τύχη της ποινικής υπόθεσης που ήγειρε η εισαγγελία και δεν την ενημέρωσαν αν αυτή αποσύρθηκε. Δεν είχε πάει σε γενικές συνελεύσεις της εναγόμενης εταιρείας και έτσι δεν ήξερε τι συζητήθηκε σ΄αυτές. Ανέφερε ότι δεν της έγιναν ψευδείς παραστάσεις από την εταιρεία για την εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ αλλά με όσα της είπαν για την εταιρεία την έπεισαν και με καλή πίστη αγόρασε τις μετοχές της. Σε ερώτηση αν τις έγιναν οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις ότι η εταιρεία θα εισαγόταν στο ΧΑΚ, ανέφερε ότι οι επιστολές της εναγόμενης αυτό έλεγαν. Η πληροφόρηση που είχε πριν εξοφλήσει τις μετοχές της ήταν ότι η εταιρεία προχωρούσε προς το ΧΑΚ. Δεν θυμόταν αν είχε διαβεβαίωση ότι οι μετοχές που θα λάμβανε θα ξεπερνούσαν την ονομαστική τους αξία. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι υπολείπονταν ακόμα κάποιες διαδικασίες για να εισαχθούν οι μετοχές της στο ΧΑΚ. Η εταιρεία παρουσιαζόταν πάντοτε έτοιμη να εισαγάγει τους τίτλους της στο ΧΑΚ οπότε και θα μπορούσε να τις πωλήσει. Η ίδια δεν είχε ηλεκτρονική διεύθυνση αλλά είχε ο σύζυγος της και αναγνώρισε επιστολή προς την εναγόμενη που στάλθηκε από τον σύζυγο της με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μόλις στις 19.09.2008 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Επέμενε ότι δεν αγόρασε μετοχές από την κα Σιακαλλή και ούτε αυτή της μεταβίβασε οποιεσδήποτε μετοχές. Η εναγόμενη μετά τη διευθέτηση που έγινε εξέδωσε απευθείας και επ΄ονόματι της τις μετοχές που κατέχει και αυτή ήταν που τις πλήρωσε και πάλι απευθείας στην εναγόμενη. Σε υποβολή ότι καμιά ψευδής παράσταση δεν της έγινε εκ μέρους της εναγόμενης ή από διευθυντή ή αντιπρόσωπο της εναγόμενης, ανέφερε ότι δεν της έγιναν ψευδείς παραστάσεις αλλά ήταν συνεχείς οι διαβεβαιώσεις ότι η εναγόμενη έβαινε καλώς προς το ΧΑΚ. Δηλώθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: 1ον ο κ. Στέλιος Στυλιανού ήταν και είναι διευθυντής της εναγόμενης από την ίδρυση της μέχρι σήμερα. 2ον Η εναγόμενη εταιρεία ιδρύθηκε το 1977 ως ιδιωτική εταιρεία και μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία την 28.01.
- 3ον Η εναγόμενη εταιρεία υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ στις 14.06.
- 4ον Η εσωτερική αξία της μετοχής της εναγόμενης εταιρείας ουδέποτε ήταν μικρότερη των 0,42σ. Λ.Κ. ανά μετοχή. Ο κ. Στέλιος Στυλιανού ένας από τους διευθυντές της εναγόμενης εταιρείας σήμερα, όπως ανέφερε, στη γραπτή δήλωση του (Τεκμήριο 26), αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της ίδρυσης της στις 17.12.1977 και στην απόφαση σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, στις 28.01.2000, της ενεργοποίησης και δημοσιοποίησης της υιοθετώντας καταστατικό δημόσιας εταιρείας (Τεκμήριο 27). Στις 27.3.2000, ανέφερε, η εναγόμενη προχώρησε σε κατάθεση μέσω του Εφόρου Εταιρειών, Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή. Οι κατάλογοι της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή άνοιξαν στις 12.4.2000 και έκλεισαν στις 14.4.2000 (Τεκμήριο 19). Το ενημερωτικό δελτίο της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή (Τεκμήριο 24) διατίθετο ευρέως από τους ανάδοχους της έκδοσης Λαϊκή Επενδυτική, από τα γραφεία της ίδιας της εταιρείας και από άλλα άτομα στη Λεμεσό και Πάφο τα ονόματα των οποίων αναφέρονται και στη σχετική δημοσίευση της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή που δημοσιεύθηκε μεταξύ 8-12 Απριλίου 2000 (Τεκμήριο 19). Περί το τέλος Ιανουαρίου 2000 η ενάγουσα αιτήθηκε 5.000 συνήθεις μετοχές μέσω ιδιωτικής τοποθέτησης πληρώνοντας ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.375,00 που αντιπροσώπευε το 10% της αξίας των μετοχών που αιτήθηκε. Οι μετοχές που αιτήθηκε παραχωρήθηκαν στην ενάγουσα με επιστολή της Εταιρείας με ημερομηνία 5.4.2000 (Τεκμήριο 14). Με την ίδια επιστολή η εταιρεία ενημέρωνε την ενάγουσα ότι οι μετοχές που αιτήθηκε της παραχωρούνταν βάσει των προνοιών της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή, το ενημερωτικό δελτίο της οποίας εσωκλειόταν (Τεκμήριο 24). Επίσης με την ίδια επιστολή προσφερόταν στην ενάγουσα, εάν το επιθυμούσε, να πάρει και πέντε ιδρυτικές μετοχές, πράγμα που η ενάγουσα έπραξε. Η ενάγουσα δεν προχώρησε σε εξόφληση των μετοχών της εντός 15 ημερών, όπως ζητούσε η εταιρεία με την επιστολή παραχώρησης των μετοχών (Τεκμήριο 14) ήτοι μέχρι τις 20.4.2000 γι' αυτό η εταιρεία της απέστειλε επιστολή με ημερομηνία 21.4.2000 (Τεκμήριο 28) δίνοντας της την ευκαιρία να μην προχωρήσει στην εξόφληση και να της επιστραφεί η προκαταβολή που πλήρωσε, μεταβιβάζοντας τις μετοχές της σε άλλο ενδιαφερόμενο αγοραστή. Η ενάγουσα αφού είχε και την ευκαιρία δεκαεννέα ημερών να μελετήσει τις πρόνοιες του ενημερωτικού δελτίου (Τεκμήριο 24), κάτω από τις οποίες έγινε η παραχώρηση των μετοχών από την εταιρεία, προχώρησε στην εξόφληση των μετοχών που της παραχωρήθηκαν στις 24.4.2000 και της εκδόθηκε σχετική απόδειξη υπ' αριθμό
- Σε σχέση δε με την εμπλοκή της κας Αίγλης Σιακαλλή, ανέφερε ότι περί το τέλος Ιανουαρίου 2000, μέσω ιδιωτικής τοποθέτησης, είχε αιτηθεί και αυτή 5.000 συνήθεις μετοχές πληρώνοντας στην εταιρεία ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.375.00 που αντιπροσώπευε το 10% της αξίας των μετοχών που αιτήθηκε. Οι μετοχές αυτές παραχωρήθηκαν στην κα Αίγλη Σιακαλλή με παρόμοια ακριβώς επιστολή ημερομηνίας 5.4.2000 (Τεκμήριο 14) που είχε σταλεί και στην ενάγουσα. Η κα Σιακαλλή επίσης δεν ξόφλησε τις μετοχές της μέχρι τις 20.4.2000 και στάλθηκε και σε αυτή η επιστολή ημερομηνίας 21.4.
- Τότε αυτή διαβίβασε στην εταιρεία την επιθυμία της να μεταβιβάσει τις 5.000 συνήθεις μετοχές και 5 ιδρυτικές που της είχαν παραχωρηθεί, στην ενάγουσα πράγμα που η εταιρεία αποδέχθηκε. Τόνισε ότι με την επιστολή με ημερομηνία 21.4.2000 η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 28, στη 3η παράγραφο, η εταιρεία έδινε σε άτομα στα οποία είχαν ήδη παραχωρηθεί μετοχές της μετά από δική τους αίτηση, την δυνατότητα να μεταβιβάσουν τις μετοχές αυτές σε άλλο ενδιαφερόμενο επενδυτή και τίποτα άλλο. Στις 2.5.2000 η εταιρεία παρέλαβε επιταγή από την ενάγουσα προς εξόφληση του υπολοίπου της αξίας των μετοχών που είχαν παραχωρηθεί στην κα Σιακαλλή και βάσει των οδηγιών τόσο της τελευταίας όσο και της ενάγουσας οι σχετικές μετοχές, ήτοι 5.000 συνήθεις και 5 ιδρυτικές, μεταβιβάστηκαν στο όνομα της ενάγουσας στις 3.5.
- Στην κατάθεση της στην Αστυνομία με ημερομηνία 27.11.2003 η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 29, η κα Σιακαλλή δηλώνει ότι πώλησε στη θεία της Νίνα Γαβριηλίδου (την ενάγουσα) τις 5.000 μετοχές που αιτήθηκε για το ποσό των Λ.Κ. 3.750,
- Αυτό από μόνο του δείχνει ότι οι μετοχές είχαν παραχωρηθεί στην κα Σιακαλλή η οποία βάσει της επιστολής της Εταιρείας 21.4.2000 (Τεκμήριο 28) μεταβίβασε και πούλησε τις μετοχές στην ενάγουσα. Για την εταιρεία δεν είχε σημασία ποιου επιταγή πήρε για την εξόφληση των μετοχών αυτών. Θα μπορούσε να ήταν τραπεζική επιταγή ή/ και μετρητά ή επιταγή οποιουδήποτε τρίτου προσώπου. Ήταν βεβαίως επιταγή της ενάγουσας η οποία ξοφλούσε τις μερικώς πληρωμένες μετοχές της κας Σιακαλλή και αμέσως μετά οι μετοχές αυτές μεταβιβάστηκαν στο όνομα της βάση οδηγιών της ίδιας της κας Σιακαλλή. Ανέφερε ότι ποτέ πριν αιτηθεί και πριν εξοφλήσει τις μετοχές της δεν είχε συναντήσει ή συνομιλήσει με την ενάγουσα και ποτέ αυτή, από ότι και η ίδια παραδέχθηκε, δεν συνάντησε ή συνομίλησε, πριν αιτηθεί τις μετοχές της, με οποιονδήποτε διευθυντή ή αξιωματούχο της εταιρείας. Έμαθε για την εταιρεία από τον ξάδερφο του συζύγου της κ. Ταουξή και βάσισε την απόφαση της να αγοράσει μετοχές της εταιρείας στο τι ο τελευταίος, κατά τον ισχυρισμό της, της είπε. Επεσήμανε το γεγονός ότι όταν η ενάγουσα αιτήθηκε τις μετοχές της και πλήρωσε την προκαταβολή της ο κ. Ταουξή δεν κατείχε οποιονδήποτε αξίωμα στην εναγόμενη εταιρεία ούτε καν ήταν υπάλληλος της ούτε κατείχε οποιανδήποτε εξουσιοδότηση από την εταιρεία, ούτε μπορούσε να την δεσμεύει με οποιονδήποτε τρόπο. Ο κ. Ταουξή διορίστηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας σχεδόν 2 μήνες αργότερα στις 16.3.2000 (Τεκμήριο 16). Η εναγόμενη δεν εξαγόρασε καμία εταιρεία του κ. Ταουξή και ποτέ η εναγόμενη εταιρεία δεν εξουσιοδότησε τον κ. Ταουξή ή οποιονδήποτε άλλον να της βρει ενδιαφερόμενους επενδυτές. Επεσήμανε το γεγονός ότι η ίδια η ενάγουσα στην κατάθεση της στην Αστυνομία με ημερομηνία 22.5.03 (Τεκμήριο 23) παραδέχεται ότι σε καμία περίπτωση η ίδια δεν είχε ούτε τηλεφωνική ούτε κατ' ιδίαν συνομιλία με κανένα από τους διευθυντές της εταιρείας. Τα πιο πάνω γεγονότα εισηγήθηκε ότι δεν αποδεικνύουν ότι η εναγόμενη έκανε οποιεσδήποτε παραστάσεις περί εισαγωγής των τίτλων της εταιρείας στο ΧΑΚ ούτε παραστάσεις περί τέτοιας προοπτικής ούτε πριν αιτηθεί, ούτε πριν εξοφλήσει τις μετοχές της η ενάγουσα. Πέραν των πιο πάνω ισχυρίστηκε ότι, πριν η ενάγουσα προχωρήσει στην εξόφληση των μετοχών της στις 24.4.2000, και την απόκτηση από μεταβίβαση των μετοχών της κας Σιακαλλή στις 3.5.2000, αυτή είχε την ευκαιρία αλλά και την υποχρέωση να διαβάσει το ενημερωτικό δελτίο της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή που της αποστάληκε με την επιστολή παραχώρησης με ημερομηνία 5.4.2000 (Τεκμήριο 14) και με δική της παραδοχή το έλαβε, πόσο μάλλον που στην επιστολή παραχώρησης τονιζόταν το γεγονός ότι οι μετοχές της παραχωρούνταν βάση των προνοιών της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του έκαμε λεπτομερή αναφορά στα γεγονότα εκείνα που οδήγησαν το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγόμενης σε απόφαση να αιτηθεί τη δεδομένη χρονική στιγμή την εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΚ όπως και έκαμε στις 14.06.
- Αναφέρθηκε επίσης σε όλες τις διαδικασίες που ακολούθησαν με σκοπό να γίνει αποδεκτή η αίτηση της ζητώντας εξαίρεση από τον κανονισμό 61
(1)(ε) των περί Χρηματιστηρίου Κανονισμών και την καθυστέρηση εννέα μηνών να έχουν ακόμα και τα πρώτα σχόλια από τις αρχές του ΧΑΚ, χωρίς ευθύνη της εναγόμενης, γεγονός που παραδέχτηκε και το ίδιο το ΧΑΚ και προς τούτο παρουσίασε σχετική επιστολή του ΧΑΚ (Τεκμήρια 31 και 32), εξασφαλίζοντας όμως παράλληλα παρατάσεις για την επιστροφή των χρημάτων στους επενδυτές με βάσει τον Νόμο 42
(1)/2000 από τις 26.09.2000 μέχρι τις 20.02.2002 όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 15 και 30. Αναφέρθηκε στην απόρριψη της αίτησης από το ΧΑΚ στις 10.05.2002 εφόσον τελικά δεν δόθηκε η σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς παρόλη τη θετική αντίκριση της αίτησης εκ μέρους του ΧΑΚ (Τεκμήριο 35). Παρόλο ότι η εταιρεία δεν πέτυχε με την αίτηση της την εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ εντούτοις υπάρχει συνεχής και ελεύθερη τιμή διαπραγμάτευσης της μετοχής της εταιρείας και υπάρχουν ανά πάσα στιγμή ενδιαφερόμενοι αγοραστές. Η τιμή κυμαίνεται και διαμορφώνεται με βάσει την προσφορά και την ζήτηση που υπάρχει την δεδομένη στιγμή. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο νομοθετικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε στο μεταξύ διάστημα και επεσήμανε σύγκρουση νομοθετικών διατάξεων που οδηγούσαν την εναγόμενη σε αδυναμία εφαρμογής οποιουδήποτε νόμου εφόσον αυτοί συγκρούονταν μεταξύ τους. Αναφέρθηκε σε καταγγελία που έκανε η εναγόμενη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη θέση της τελευταίας σε σχέση με το ζήτημα και τελικά τον εξαναγκασμό της κυπριακής κυβέρνησης να καταργήσει τον Ν. 9
(1)/2000 που διατηρούσε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που πήγαζαν από τον καταργηθέντα στο μεταξύ Νόμο 42
(1)/2000 στις 16.01.2001 (Τεκμήρια 33,34). Ισχυρίστηκε ότι η νομοθετική διάταξη επί της οποίας η ενάγουσα βασίζει την απαίτηση της δημιουργεί ανισότητα μεταξύ των μετόχων της διαχωρίζοντας τους σε προνομιούχους, οι οποίοι είναι οι μέτοχοι που απέκτησαν τις μετοχές τους απ΄ευθείας από την εταιρεία και σε μη προνομιούχους μετόχους εκείνους δηλαδή που απέκτησαν τις μετοχές τους από μεταβίβαση ή άλλως πως. Και αυτό καθώς οι προνομιούχοι δικαιούνται στο διηνεκές, όποτε αυτοί αποφασίσουν, να πάρουν πίσω τα χρήματα της επένδυσης τους και μάλιστα με τόκο ενώ οι μη προνομιούχοι δεν δικαιούνται τέτοια επιστροφή. Ισχυρίστηκε τέλος ότι η ενάγουσα σε καμιά περίπτωση δεν ζήτησε είτε γραπτώς είτε προφορικώς επιστροφή των χρημάτων που πλήρωσε για τις 5.000 συνήθεις και τις 5 ιδρυτικές μετοχές που της παραχωρήθηκαν αρχικά. Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι η εναγόμενη πριν το 2000 δεν είχε οποιανδήποτε δραστηριότητα και ότι απλώς κατείχε μετοχές κάποιας εταιρείας με το όνομα Panmail σε ποσοστό 1%. Παραδέχθηκε ότι περί τα τέλη του 1999 και αρχές του 2000 υπήρχε μεγάλη εφορία για επενδύσεις στο ΧΑΚ από το κυπριακό κοινό. Εξήγησε ότι η διαφορά των ιδρυτικών μετοχών από τις συνήθεις είναι ότι δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι πρώτες. Αργότερα κατ΄ απαίτηση του ΧΑΚ με τα πρώτα του σχόλια στις 12.03.2001, οι ιδρυτικές μετοχές μετά από έγκριση σε Γενική Συνέλευση τον Απρίλιο του 2001 έγιναν ιδρυτικές - προνομιούχες με το ίδιο δικαίωμα ψήφου όπως και οι υπόλοιπες μετοχές και η μόνη διαφορά είναι ότι δικαιούνται πρώτες μέρισμα κάτι που μέχρι σήμερα δεν έγινε εφόσον δεν δόθηκε μέρισμα. Μια άλλη διαφορά είναι η εκλογή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου από κατόχους ιδρυτικών - προνομιούχων μετοχών. Παραδέχθηκε ότι μέχρι την αλλαγή που επήλθε στην εταιρεία οι μόνες μετοχές που είχαν δικαίωμα ψήφου ήταν οι ιδρυτικές. Παραδέχθηκε στη συνέχεια ότι ο ίδιος και η σύζυγος του διέθεταν το 100% των ιδρυτικών μετοχών μέχρι τη δημοσιοποίηση της εταιρείας και έτσι την ήλεγχαν πλήρως, όλες δε οι μετοχές κατατέθηκαν στον Έφορο Εταιρειών την 1.06.2000 και τα πιστοποιητικά τυπώθηκαν την 12.06.2000. Μεταξύ της 25.03.2000 και 1.06.2000 είχαν συγκληθεί Γενικές Συνελεύσεις μετόχων όμως μέχρι τότε τον πλήρη έλεγχο της εταιρείας τον είχε ο ίδιος και η σύζυγος του. Υπήρχαν όμως και κάποιοι τρίτοι, πρόσθεσε, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 16 που είχαν οριστεί ως ανεξάρτητοι διευθυντές της. Τα ονόματα των διευθυντών της εταιρείας φαίνονταν επίσης και στο ενημερωτικό δελτίο, τη Δημόσια Πρόσκληση για Εγγραφή. Ανέφερε ότι πριν γίνει η εταιρεία δημόσια στις 28.01.2000 είχε περιέλθει σε γνώση του ο Κανονισμός 61
(1)(ε) γι΄αυτό και αναφερόταν στο πιο πάνω έγγραφο ότι η εταιρεία θα εισαγόταν στο ΧΑΚ σε ¨εύθετο χρόνο¨. Σε ερώτηση γιατί δεν το έλεγαν στους προτιθέμενους μετόχους τους αυτό το γεγονός μέσω των επιστολών που τους απέστελλαν όπως εκείνης της 2.03.2000 (Τεκμήριο 12) ανέφερε ότι η επιστολή εκείνη δεν στάλθηκε στην ενάγουσα εφόσον δεν ήταν μέτοχος αλλά με το ίδιο σκεπτικό μπορεί να πει κάποιος ότι η εναγόμενη ενημέρωνε τους μετόχους της με το ενημερωτικό δελτίο που είχε ημερομηνία 27.03.
- Παραδέχθηκε ότι στόχος της εταιρείας ήταν η ένταξη της στο ΧΑΚ όχι όμως εντός του 2000 αλλά μετά την παρέλευση τριών χρόνων. Στη συνέχεια η αντεξέταση του περιστράφηκε γύρω από τις εξαγορές άλλων εταιρειών που εξάγγελε και διαφήμιζε η εναγόμενη όπως αυτές που φαίνονται στην ιστοσελίδα της (Τεκμήριο 17) αλλά και σε άλλα έγγραφα της. Εξήγησε τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για την εξαγορά αυτών των εταιρειών και τον χρόνο που απαιτούσε ο έλεγχος τους πριν από την οριστικοποίηση των συμφωνιών εξαγοράς τους. Παραδέχθηκε όταν του υποδείχθηκαν διάφορα έγγραφα - επιστολές της εταιρείας ότι δεν γινόταν πλήρης ενημέρωση των προτιθέμενων μετόχων της εταιρείας είτε για τις εξαγορές άλλων εταιρειών που ναυάγησαν είτε για τα νομικά προβλήματα που υπήρχαν για την εισαγωγή των μετοχών της εναγόμενης στο ΧΑΚ. Αρνήθηκε υποβολή ότι και με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 12,13,14 παραπλάνησαν τόσο την ενάγουσα όσο και το ευρύ κοινό για την πρόθεση της εταιρείας να εισαχθεί στο ΧΑΚ αλλά και για το ότι ήταν έτοιμη να το κάμει. Απέρριψε επίσης υποβολή ότι δεν ενημέρωσαν την ενάγουσα όπως και το ευρύ κοινό για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε η εταιρεία για την έγκριση του αιτήματος της. Παρέπεμψε προς τούτο στα όσα αναφέρονται στη σελ. 10 της Πρόσκλησης για Εγγραφή (Τεκμήριο 24). Επανέλαβε ότι το Τεκμήριο 12 ουδέποτε στάλθηκε στην ενάγουσα και η ίδια η ενάγουσα ανέφερε στη μαρτυρία της ότι η εναγόμενη δεν της έκαμε καμιά ψευδή παράσταση αφού δεν είχε μιλήσει και με οποιονδήποτε αξιωματούχο της εναγόμενης. Όταν στις 27.03.2000 ετοιμάστηκε η Πρόσκληση για Εγγραφή ήδη το ΧΑΚ προσανατολιζόταν να τους δώσει την εξαίρεση από τον Κανονισμό που ζητούσαν, πράγμα που πληροφορήθηκαν προφορικά, και προς τούτο παρουσίασε τα πρακτικά του ΧΑΚ με ημερομηνία 12.07.2001 ως Τεκμήριο 35 γι΄αυτό και έγιναν οι σχετικές αναφορές τους στα Τεκμήρια 13, 14 και
- Αρνήθηκε σειρά υποβολών για ψευδείς παραστάσεις που έγιναν προς την ενάγουσα σε σχέση με τη προοπτική εισδοχής της εναγόμενης στο ΧΑΚ και ότι δήθεν θα μπορούσε να πωλήσει στο ΧΑΚ τις μετοχές που θα αγόραζε πέραν μάλιστα της ονομαστικής τους αξίας. Για τις μετοχές της κας Σιακαλλή ανέφερε ότι της είχαν παραχωρηθεί την 5.04.2000 υπό την αίρεση ότι θα τις εξοφλούσε αν και αυτές εκδόθηκαν την 1.06.2000 όταν αυτές στάλθηκαν στον Έφορο Εταιρειών. Αρνήθηκε υποβολή ότι η επιστολή της εναγόμενης (Τεκμήριο 28) είχε σταλεί στην ενάγουσα και ισχυρίστηκε ότι αυτό το έγγραφο είχε κατασκευαστεί εκ των υστέρων. Παραδέχθηκε ότι ο κ. Ταουξή ήταν γνωστός του πολύ πριν το 2000 και ότι είχαν μιλήσει για το ότι η εναγόμενη θα γινόταν δημόσια εταιρεία αλλά δεν του είχε αναθέσει κανένα καθήκον. Ο κ. Ταουξή ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά εκτελεστικός σύμβουλος ήταν μόνο ο ίδιος. Ο κ. Ταουξή έφυγε από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου λόγω των ποινικών ευθυνών που τους επιφόρτιζε η καινούργια νομοθεσία μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου. Από τις 23.06.2003 έχει εκλεγεί ξανά από τη Γενική Συνέλευση και είναι σήμερα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Δεν υπήρχε λόγος να παροτρύνουν την ενάγουσα να αγοράσει μετοχές της εταιρείας εφόσον υπήρχαν περισσότεροι ενδιαφερόμενοι. Σε υποβολή ότι καμιά νομοθεσία δεν τον αποτρέπει από του να επιστρέψει τα χρήματα στην ενάγουσα, ανέφερε ότι η απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου αυτή είναι και ότι υπάρχει σύγκρουση νομοθεσιών που τους αποτρέπει να το κάμουν. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων ήταν εξαντλητικά λεπτομερείς και εμπεριστατωμένες. Κάλυψαν όλα τα θέματα που έχουν εγερθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, σχολίασαν τη δοθείσα μαρτυρία και η κάθε πλευρά κάλεσε το Δικαστήριο να ασπαστεί τις δικές της θέσεις επί των νομικών ζητημάτων που θα πρέπει να απασχολήσουν το δικαστήριο και να δεχθεί τη μαρτυρία που προσκόμισε η δική της πλευρά σε σχέση με τις συνθήκες απόκτησης εκ μέρους της ενάγουσας των μετοχών της. Η κα Στυλιανού έκαμε λεπτομερή αναφορά στο ιστορικό της εναγόμενης εταιρείας και τις προθέσεις που είχε όταν αποφάσισε να υιοθετήσει καταστατικό δημόσιας εταιρείας με σκοπό την άντληση κεφαλαίων από το κοινό που δεν ήταν άλλες από την επίτευξη συγκεκριμένων στρατηγικών της στόχων όπως ήταν η εξαγορά εταιρειών που ασχολούνταν με την παραγωγή και εμπορία τροφίμων και άλλων καταναλωτικών αγαθών. Η εναγόμενη ξεκαθάριζε ταυτόχρονα στο ενημερωτικό δελτίο της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή την πιθανότητα μη ένταξης της στο ΧΑΚ και εν πάση περιπτώσει δήλωνε ξεκάθαρα ότι δεν τηρούσε μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ που έθετε ο Κανονισμός 61
(1)(ε) των περί Χρηματιστηρίου Κανονισμών που ήταν να είχε δραστηριότητες, να λειτουργούσε κανονικά και να είχε ετοιμάσει εξελεγμένους λογαριασμούς για τα τρία τουλάχιστον αμέσως προηγούμενα της αιτήσεως έτη. Η δε δήλωση της ότι θα αιτηθεί την ένταξη της σε ¨εύθετο χρόνο¨ παρέπεμπε σε ένα μελλοντικό και κατάλληλο χρόνο τον οποίο θα αποφάσιζε ως αρμόδιο το Διοικητικό της Συμβούλιο. Αναφέρθηκε στην ανάγκη που επέβαλε στην εταιρεία να υποβάλει άμεσα αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ και όχι σε εύθετο χρόνο, όπως ήταν οι αρχικές προθέσεις της και την αποτυχία του εγχειρήματος. Προχώρησε σε ανάλυση της μαρτυρίας και με αναγωγή της στη νομική πτυχή της υπόθεσης μεταξύ της οποίας και η σύγκρουση νομοθεσιών, όπως την εξήγησε, που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα και της αντικειμενικής αδυναμίας της να εφαρμόσει συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που την υποχρεώνουν να επιστρέψει χρήματα σε επενδυτές μετοχών της, οι οποίες εξάλλου κατά την άποψη της συγκρούονται με διάφορες συνταγματικές διατάξεις που προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή ακόμα συγκρούονται ακόμα και με διατάξεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Ήταν η εισήγηση της όπως γίνουν δεκτές οι θέσεις της και απορριφθεί η απαίτηση της ενάγουσας σε σχέση με όλες τις αιτίες αγωγής τις οποίες εξάλλου προβάλλει με υπέρμετρη καθυστέρηση. Ο κ. Κουκούνης στη δική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτηση της εναντίον της εναγόμενης καθώς έχει αποδείξει και τις δύο διαζευκτικές νομικές βάσεις επί των οποίων αυτή εδράζεται, τόσο δηλαδή στη βάση της νομοθεσίας που επιτρέπει την επιστροφή χρημάτων στους επενδυτές όσο και στη βάση της παράβασης της σύμβασης που οι διάδικοι σύναψαν, λόγω ψευδών παραστάσεων, χωρίς επιπλέον να είναι προαπαιτούμενο με βάσει τον περί Συμβάσεων Νόμο, Άρθρο 19
(2), ο τερματισμός της. Επομένως, εισηγήθηκε, η ενάγουσα δικαιούται απόφασης όπως το αιτητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως της και επιστροφή των χρημάτων τα οποία έχει αποδείξει ότι κατέβαλε στην εναγόμενη. Απέδειξε ακόμα με τη μαρτυρία της ότι απαίτησε την επιστροφή των χρημάτων της τρεις φορές, δύο φορές η ίδια προσωπικά με επιστολές της και μία φορά μέσω του δικηγόρου της. Όπως έχει δε η νομολογία μας το αγώγιμο δικαίωμα έχει δημιουργηθεί στις 14.09.2000 τρεις δηλαδή μήνες μετά την υποβολή της αίτησης για να εισαγάγει τους τίτλους της η εναγόμενη στο ΧΑΚ και άσχετα με το χρόνο που στάλθηκαν οι επιστολές. Αναφέρθηκε και αυτός στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη διαφορά ερμηνεύοντας το και συσχετίζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με τη νομοθεσία που διέπει τα διάφορα ζητήματα και τη νομολογία που στο μεταξύ έχει αναπτυχθεί για τα ειδικότερα θέματα που ενδιαφέρουν, όπως για παράδειγμα αυτό της απόδειξης ύπαρξης παραστάσεων περί εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ. Εισηγήθηκε ότι η θέση της εναγόμενης ότι εξαναγκάστηκε να υποβάλει αίτηση στο ΧΑΚ λόγω της επικείμενης ψήφισης του Νόμου 42
(1)/2000 δεν επηρεάζει το δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων της. Κάλεσε το δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστη την ενάγουσα και να απορρίψει ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ο οποίος υπέπεσε σε πολλές αντιφάσεις για διάφορα ζητήματα που απασχόλησαν κατά την ακρόαση τις οποίες και επεσήμανε. Για δε το ζήτημα της απόκτησης των μετοχών της κας Σιακαλλή, εισηγήθηκε ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται από αυτά της υπόθεσης Κωνσταντίνου κ.ά. v. Karaolis Group Ltd
(2007)1 (B) A.A.Δ. σελ. 756 καθώς δεν είχαν εκδοθεί οποιαδήποτε προγενέστερα πιστοποιητικά μετοχών επ΄ονόματι της. Παρόλο ότι δεν καταχωρήθηκε υπόμνημα εκ μέρους της εναγόμενης για την ανάπτυξη των θέσεων της περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 58 Α
(3)(β) και έτσι δεν μπορεί να επικαλείται κάτι τέτοιο στην αγόρευση της, εντούτοις παρέθεσε την άποψη του και για αυτά τα ζητήματα όπως και της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 77/91 ΕΟΚ. Η επιστροφή χρημάτων βάσει των Άρθρων 58 Α
(3)(β) και 3
(3)εισηγήθηκε, δεν συνεπάγεται και δεν σημαίνει αγορά μετοχών από την εναγόμενη αλλά αποζημίωση για τη μη τήρηση των υποσχέσεων και για ψευδή παράσταση της εναγόμενης και επομένως δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κεφ. 113. Τα ζητήματα αυτά εξάλλου όπως και όλα τα άλλα περί σύγκρουσης νομοθεσιών και περί αδυναμίας της να συμμορφωθεί που η πλευρά της εναγόμενης προβάλλει όπως και της αντισυνταγματικότητας σχετικών νομοθετικών διατάξεων επί των οποίων εδράζεται η αξίωσης, έχουν αποφασιστεί από τη νομολογία μας και παρέπεμψε στις σχετικές αποφάσεις. Εκτενέστερη αναφορά σε θέσεις που ανέπτυξαν οι δύο πλευρές επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης αλλά και την αντίληψη που αποκόμισαν επί της δοθείσας μαρτυρίας θα γίνει στη συνέχεια και στο κατάλληλο μέρος της απόφασης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή την ενάγουσα και τον διευθυντή της εναγόμενης να καταθέτουν στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παραπέμπω επίσης στα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στη πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Παναγιώτη Πολυβίου, Πολ. Έφεση αρ. 99/2007 με ημερ. 9.04.2009 στις σελ. 7 -
- Θα έχω επομένως υπόψη, μεταξύ άλλων, και τις πιο πάνω αρχές όπως αναδύονται από τη νομολογία μας σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης μιας μαρτυρίας. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω και την σύγκριση και αντιπαραβολή μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με τα παραδεκτά γεγονότα και την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή. Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν την μαρτυρία και εξέφρασαν τις θέσεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Δεν έχω καμιά δυσκολία να αποδεχθώ τη μαρτυρία της ενάγουσας σε σχέση με τις συνθήκες απόκτησης μετοχών τις οποίες κατέχει της εναγόμενης εταιρείας. Κατάθεσε με τρόπο φυσικό και σίγουρα η πάροδος χρόνου από τότε που συνέβησαν τα γεγονότα την οδήγησαν σε κάποιες ανακρίβειες οι οποίες όμως αντικριζόμενες σφαιρικά με όσα ουσιώδη ανέφερε δεν χαλούν την εικόνα που προκάλεσε στο δικαστήριο. Εξάλλου αυτές καταδεικνύουν κατά την άποψη μου τη φυσικότητα της μαρτυρίας της η οποία την καθιστούσε αφοπλιστικά ειλικρινή. Ήταν η θέση της ότι είχε ακούσει για πρώτη φορά για την εναγόμενη από τον ξάδερφο του συζύγου της τον κ. Ταουξή μέσα στις γιορτές - αρχές του
- Όπως είχε αναφέρει και στην 1η κατάθεση της στην αστυνομία τρία μόλις χρόνια από τα γεγονότα δεν θυμόταν ακριβείς ημερομηνίες. Επομένως λέγοντας αρχές του 2000 ο χρόνος αυτός μπορεί να προσδιοριστεί μέχρι και τον μήνα Μάρτιο. Οι επαφές της με τον κ. Ταουξή τον οποίο γνώριζε όπως παραδέχθηκε ο κ. Στυλιανού πριν από το 2000 και με τον οποίο είχε συζητήσει τα πλάνα του ήταν συνεχείς. Ίσως να ήταν μέσα σε εκείνη τη περίοδο που αποκόμισε την αντίληψη ότι ο κ. Ταουξή ήταν μέτοχος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης, όπως και έγινε πράγματι επίσημα στις 16.03.
- Δέχομαι ότι τα όσα γνώριζε για την εναγόμενη στην αρχή που πήρε την απόφαση της για να επενδύσει σ΄αυτή αγοράζοντας μετοχές της με τη μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης προέρχονταν κατά κύριο λόγο από τον κ. Ταουξή την εμπλοκή του οποίου σ΄αυτή την εταιρεία όπως και τα όσα της ανέφερε για την εν λόγω εταιρεία ότι τάχα θα εισαγόταν στο ΧΑΚ και η επένδυση σε μετοχές της θα ήταν μια καλή επενδυτική ευκαιρία την οδήγησαν στο να υποβάλει την αίτηση της στις 23.01.2000 προκαταβάλλοντας και το 1/10 της αξίας των μετοχών που θα αγόραζε πάντοτε μέσω του κ. Ταουξή. Είναι γεγονός ότι ο κ. Ταουξή η μαρτυρία του οποίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος των παραστάσεων που έγιναν εκ μέρους του θα ήταν καθοριστική, δεν κλήθηκε από καμιά πλευρά. Όμως δέχομαι ουσιαστική εμπλοκή του στα τεκταινόμενα στην εναγόμενη εταιρεία εκείνης της εποχής τόσο γιατί υπήρξε Διευθυντής της από 16.03.2000 και έτσι δεν θα μπορούσε από την μια ημέρα στην άλλη να είχε αναλάβει αυτά τα καθήκοντα αν δεν υπήρχε προηγουμένως ουσιαστική εμπλοκή του, γεγονός εξάλλου που φαίνεται και από την παραχώρηση σ΄αυτόν μιας μετοχής ήδη από τις 28.01.2000 όταν η εταιρεία δημοσιοποιήθηκε και όπως παραδέχθηκε ο κ. Στυλιανού ήταν νομοθετική προϋπόθεση για την υιοθέτηση καταστατικού δημόσιας εταιρείας και για να πετύχει τον σκοπό της. Επομένως η εμπλοκή του κ. Ταουξή στην εναγόμενη εντοπίζεται επίσημα τουλάχιστον στις 28.01.
- Η δε θέση της ενάγουσας ότι περί τις αρχές του 2000 είχε λάβει πληροφορίες από αυτόν δεν απέχει χρονικά τόσο όσο ο κ. Στυλιανού θέλησε να παρουσιάσει ότι αυτός μόλις στις 16.03.2000 είχε εμπλακεί τάχα στα διοικητικά της εταιρείας. Εξάλλου η μεσολάβηση του κ. Ταουξή ήδη από τις 23.01.2000 με την παραλαβή της αίτησης της ενάγουσας και της επιταγής για την προκαταβολή της αξίας των μετοχών που αιτήθηκε, δείχνει ακριβώς αυτή τη συνεχή εμπλοκή του και επαφή του με την εναγόμενη η οποία ακόμα κατ΄εκείνη την ημερομηνία δεν είχε καν δημοσιοποιηθεί. Επομένως αυτό το γεγονός διαψεύδει τη θέση του κ. Στυλιανού ότι ο κ. Ταουξή δεν είχε καμιά εξουσιοδότηση να ενεργεί και να μεσολαβεί για την εναγόμενη ήδη από εκείνο το χρονικό σημείο. Η ενάγουσα κατά την αντεξέταση της πράγματι δήλωσε σε δύο περιπτώσεις ότι δεν της έγιναν ψευδείς παραστάσεις από την εναγόμενη και αυτό σύμφωνα με την παραδοχή της σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ποτέ δεν είχε συναντήσει ή συνομιλήσει με κάποιον από τους διευθυντές της εταιρείας. Η πιο πάνω θέση της δείχνει ακριβώς την ειλικρίνεια της και τον καθαρό τρόπο με τον οποίο προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου να καταθέσει. Όμως προσέθετε πάντοτε ότι την απόφαση της την έλαβε μετά τα όσα της έλεγε ο κ.Ταουξή για την εταιρεία αλλά και την οριστικοποίησε εξοφλώντας τις μετοχές της μετά που είχε διαβάσει και το περιεχόμενο των επιστολών της εναγόμενης (Τεκμήρια 12,13 και 14 τα οποία δέχομαι ότι της αποστάληκαν και απορρίπτω τη θέση του κ. Στυλιανού ότι τάχα η επιστολή (Τεκμήριο 12) που έχει ημερομηνία 2.03.2000 δεν της είχε αποσταλεί γιατί δεν ήταν τότε μέτοχος. Όμως αυτή η ενημερωτική επιστολή είναι αναμφισβήτητο από το περιεχόμενο της ότι απευθύνεται σε όσους είχε υποβάλει αίτηση για απόκτηση μετοχών της. Διαφορετική αντίκριση του θέματος θα ήταν πέραν της λογικής καθώς τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου, εφόσον αυτό φέρεται να υπογράφει αυτή την επιστολή θα ενημέρωναν τους εαυτούς τους που ήταν στην ουσία και οι μέχρι τότε αποκλειστικοί μέτοχοι της εγγράφως για τις δραστηριότητες και στόχους και σκοπούς της εταιρείας τους, γεγονότα δηλαδή που κατά τεκμήρια τα γνώριζαν από πρώτο χέρι. Βρίσκω ότι η αναφορά της για το ζήτημα της απόκτησης των μετοχών τις οποίες είχε αιτηθεί η κα Σιακαλλή ήταν ειλικρινής και την διευθέτηση που έγινε την περιέγραψε όπως η ίδια την αντιλήφθηκε. Δεν υπεγράφη οποιοδήποτε μεταβιβαστικό έγγραφο αυτών των μετοχών εφόσον ποτέ οι μετοχές της κας Σιακαλλή δεν ενεγράφησαν επ΄ονόματι της. Σ΄αυτό εξάλλου συνηγορούν διάφορα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια όπως είναι το αντίγραφο της επιταγής με την οποία η ενάγουσα πλήρωσε αυτές τις μετοχές, δέχομαι επίσης ότι αυτή κατέβαλε στην ίδια την κα Σιακαλλή το ποσό της προκαταβολής που πλήρωσε εκείνη στην εναγόμενη. Επιπλέον το γεγονός ότι οι μετοχές εκδόθηκαν όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 3-6 απευθείας επ΄ονόματι της ενάγουσας. Δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε έγγραφο εκ μέρους της εναγόμενης ότι είχαν ποτέ οι συγκεκριμένες μετοχές μεταβιβαστεί επ΄ονόματι της κας Σιακαλλή. Εξάλλου διαβάζοντας προσεκτικά την κατάθεση της κας Σιακαλλή (Τεκμήριο 29) με τα πολλά δεν θυμάμαι που χρησιμοποιεί σ΄αυτή, λόγω της παρόδου χρόνου όπως η ίδια λέγει, και τον τρόπο που περιγράφει τα γεγονότα, λίγη μόνο σημασία μπορεί να προσδοθεί στο γεγονός ότι χρησιμοποίησε τη λέξη ¨πώλησα¨, όταν δεν είχε μάλιστα ούτε πληρεξούσιο μεταβίβασης ούτε και άλλα έγγραφα. Επί αυτού του θέματος υπενθυμίζω τα όσα ο κ. Στυλιανού ανέφερε ότι την εναγόμενη δεν την ενδιέφερε ο τρόπος εξόφλησης του τιμήματος των μετοχών και εν προκειμένω τις συγκεκριμένες μετοχές τις εξόφλησε η ενάγουσα και επ΄ονόματι της εκδόθηκαν απευθείας τα πιστοποιητικά μετοχών. Το ότι δεν θυμόταν την παραλαβή κάποιων εγγράφων και ακριβείς ημερομηνίες, αυτό, κατά την άποψη μου, δεν μπορεί να προσμετρήσει εναντίον της αξιοπιστίας της εφόσον είναι φυσιολογικό και ανθρώπινο να μη θυμάται κάποιος τέτοιες λεπτομέρειες μετά τη πάροδο εννέα και πλέον χρόνων από την ημερομηνία που συνέβηκαν αυτά τα γεγονότα μέχρι και την ημερομηνία που κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξάλλου η αφοπλιστική ειλικρίνεια με την οποία παραδέχθηκε κάποια από αυτά, όταν της υποδείχθηκαν, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στο μυαλό μου ότι αυτή προσήλθε στο δικαστήριο με διάθεση να πει την αλήθεια και όχι να αποκρύψει οτιδήποτε με σκοπό την εξυπηρέτηση της υπόθεσης της, δεν διέκρινα επιλεκτική μνήμη όπως ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης. Το γεγονός ότι ανέφερε ότι δεν τις έγιναν ¨ψευδείς παραστάσεις¨ το εξήγησε και το συνέδεσε με το γεγονός ότι δεν είχε συναντήσει κανέναν άλλο εκ μέρους της εταιρείας και οι μόνες παραστάσεις που της έγιναν ήταν εκ μέρους του κ. Ταουξή για τον ρόλο του οποίου εξήγησα πιο πάνω. Δεν μου διαφεύγει όμως ότι παράλληλα έκαμε αναφορά και στα έγγραφα της εταιρείας τα οποία είχαν περιέλθει στην αντίληψη της και τα οποία μιλούσαν όπως τα αντιλήφθηκε για τις προοπτικές ένταξης της εταιρείας στο ΧΑΚ. Εξάλλου, δεν αναμένεται από μια μη νομικό, όπως είναι η κα Γαβριηλίδου, να γνωρίζει και να διακρίνει την ακριβή νομική έννοια του όρου ¨ψευδείς παραστάσεις¨. Τέλος, ούτε αναμενόταν από αυτή να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο μεταβιβάζονται οι μετοχές στους μετόχους και ποιος είναι κάθε φορά ο ορθός νομικός όρος που χρησιμοποιείται όπως π.χ. η λέξη ¨εγκρίθηκαν¨ που κατά την άποψη μου κυριολεκτεί στη παρούσα υπόθεση και αυτόν ακριβώς είναι που χρησιμοποίησε όταν αναφερόταν στις μετοχές της κας Σιακαλλή ή τις λέξεις ¨παραχωρήθηκαν¨ ή και ¨μεταβιβάστηκαν¨ τις οποίους θεωρεί η πλευρά της εναγόμενης ως πιο ορθές. Η προσωπική εμπλοκή του κ. Στυλιανού με τις διαδικασίες δημοσιοποίησης και στη συνέχεια της αποτυχημένης προσπάθειας για ένταξη της εναγόμενης στο ΧΑΚ τον έχουν καταστήσει καλό μελετητή και γνώστη αυτών των διαδικασιών όπως και της νομοθεσίας που διέπει αυτά τα ζητήματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένοιωθε και νοιώθει έντονα ότι η εναγόμενη αδικήθηκε με το να της στερηθεί η δυνατότητα να ενταχθεί στο ΧΑΚ. Αυτό διαφάνηκε και από τον συναισθηματικά φορτισμένο τρόπο με τον οποίο μερικές φορές απαντούσε στην έντονη πράγματι αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε, χωρίς όμως ομολογουμένως σε καμιά περίπτωση να χάσει τη ψυχραιμία του. Τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις συνθήκες δημοσιοποίησης της εναγόμενης και ποιος ήταν ο σκοπός της δεν μπορώ να πω πως δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτά που εξέθεσε στο Δικαστήριο είναι αυτά τα οποία πιστεύει έντονα καθώς διέκρινα ότι διακατέχεται από αίσθημα αδικίας και απογοήτευσης για την μη ευόδωση των προσπαθειών του για να ενταχθεί η εναγόμενη στο ΧΑΚ, γεγονός που προκάλεσε και προκαλεί ακόμα μέχρι και σήμερα τόσα προβλήματα στην ίδια την εταιρεία αλλά και στον ίδιο προσωπικά που κάθε φορά αναλαμβάνει το ρόλο του υπερασπιστή των θέσεων της. Θα επικεντρωθώ όμως στη συνέχεια στα συγκεκριμένα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που αφορά την εμπλοκή της ενάγουσας ως μετόχου της εναγόμενης και τις αξιώσεις της από αυτήν. Σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του θα πρέπει να πω ότι θέλησε να αποκρύψει την αλήθεια και σ΄αυτά διαψεύδεται από τα ίδια τα έγγραφα. Θα αναφερθώ στη συνέχεια στα συγκεκριμένα αυτά σημεία για να φανεί από που αποκόμισα αυτή την αντίληψη: (α) Ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν στους άμεσους σκοπούς και στόχους της εναγόμενης εταιρείας να υποβάλει αίτηση για ένταξη των τίτλων της στο ΧΑΚ. Όμως τα τεκμήρια 12-14 τον διαψεύδουν. Πρόκειται για επιστολές της εναγόμενης με ημερομηνία 2.03.2000 και 5.04.
- Σ΄αυτές απερίφραστα γίνεται λόγος μεταξύ άλλων για επικείμενη είσοδο της εναγόμενης στο ΧΑΚ. Στην επιστολή με ημερομηνία 2.03.2000 (Τεκμήριο 12) γίνεται η ακόλουθη αναφορά: ¨Πρόθεση της Εταιρεία είναι να δώσει στο μέλλον και άλλα πλεονεκτήματα στα μέλη της εντός πάντοτε των Κανονισμών του Χρηματιστηρίου στο οποίο προσβλέπουμε να ενταχθούμε.¨ Πέραν όμως της πιο πάνω ρητής αναφοράς από το όλο πνεύμα της επιστολής αυτής ο απλός πολίτης εύκολα μπορεί να αντιληφθεί ότι αυτή η εταιρεία είχε πράγματι σκοπό να εισαγάγει της μετοχές της στο ΧΑΚ όπως ήταν οι ενέργειες της να μετατραπεί σε δημόσια εταιρεία καταθέτοντας στον Έφορο Εταιρειών τροποποιημένο καταστατικό και η ανάθεση σε χρηματιστηριακούς συμβούλους όπως ήταν η Λαϊκή Επενδυτική Τράπεζα της ετοιμασίας της Πρόσκλησης για Εγγραφή (Prospectus) καθώς και του Ενημερωτικού Δελτίου. Όλα τα πιο πάνω τα οποία η εναγόμενη δημοσίευε και στο τύπο, μέσα στο κλίμα της έντονης επενδυτικής δραστηριότητας των ημερών εκείνων, όπως ο ίδιος ο Μ.Υ. παραδέχθηκε ότι υπήρχε, δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης των προθέσεων της εναγόμενης να εισαγάγει τους τίτλους της στο ΧΑΚ. Στην επιστολή της με ημερομηνία 5.04.2000 (Τεκμήριο 13) μετά τη ανακοίνωση των πετυχημένων εξαγορών της, όπως τις χαρακτηρίζει, πληροφορεί τους επενδυτές της ότι: ¨Μετά από πετυχημένες εξαγορές εταιρειών που πραγματοποιήσαμε βρισκόμαστε καθ΄οδόν προς το ΧΑΚ με τις καλύτερες πλέον προοπτικές που καθιστούν την Investylia μια από τις πλέον δυνατές αξίες στο ΧΑΚ¨ και στη συνέχεια της ίδιας παραγράφου ¨ ...πιστεύουμε ότι η μετοχή της Investylia θα είναι περιζήτητη έτσι η εμπιστοσύνη σας θα ανταμειφθεί πλήρως¨. Στη δε επιστολή με ίδια ημερομηνία (Τεκμήριο 14) γίνεται η ακόλουθη αναφορά: ¨Οι τίτλοι των μετοχών θα σας σταλούν εντός περίπου 10 εργασίμων ημερών από την εξόφληση των μετοχών σας και η αίτηση μας στο ΧΑΚ θα ακολουθήσει αμέσως μετά¨. (β) Θέλησε να παρουσιάσει τον κ. Ταουξή αποστασιοποιημένο από τα τεκταινόμενα στην εταιρεία του στις αρχές του
- Παραδέχθηκε όμως ταυτόχρονα ότι ήταν γνωστός του πολύ πριν το 2000 και ήταν κοινωνός των προθέσεων του περί δημοσιοποίησης της εναγόμενης. Ήταν από τους πρώτους που ¨διόρισε¨ ως διευθυντές της εταιρείας και ως μετόχους ήδη από τον Ιανουάριο του 2000 ως ενός από τους ελάχιστους μετόχους και στη συνέχεια ως διευθυντές τον Μάρτιο του 2000 (βλέπε Τεκμήρια 16 και 24 σελ. 12- 13 και 15) για την εκπλήρωση προφανώς των κριτηρίων της νομοθεσίας, όπως παραδέχθηκε. Ενώ επίσημα ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή της εναγόμενης στις 16.03.2000 και παραιτήθηκε για τους λόγους που εξήγησε ο κ. Στυλιανού, ενόψει δηλαδή των ποινικών διαδικασιών που προέβλεπε η νομοθεσία και εναντίον των διευθυντών, εντούτοις επανεκλέγηκε στη ίδια θέση όταν πλέον ο κίνδυνος εξέλειπε το 2003, όπως επίσης παραδέχθηκε. Επομένως ο ρόλος αυτού του προσώπου ως προς τα τεκταινόμενα στην εναγόμενη εταιρεία δεν είναι αμελητέος και δεν μπορεί να αποστασιοποιηθεί. Ήδη έχω αναφέρει πιο πάνω ότι αποδέχομαι επ΄αυτού πλήρως τα όσα η ενάγουσα ανέφερε ότι της παρίστανε. Επαναλαμβάνω τα σχόλια μου για την εμπλοκή του κ. Ταουξή όπως αυτά αναφέρονται και στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της ενάγουσας. (γ) Για το ζήτημα των εξαγορών των διαφόρων εταιρειών τις οποίες εξήγγελλε η εταιρεία για το χρόνο που αυτές έγιναν σε σχέση με τη διαφήμιση τους (Τεκμήρια 13 και 14 όπως και το 17). Ενώ ισχυρίστηκε για ύπαρξη προκαταρτικών συμφωνιών εντούτοις αυτό δεν διευκρινίζεται στα Τεκμήρια 12-
- (δ) Για το ζήτημα της ανάγκης που επέβαλε στην εναγόμενη εταιρεία να υποβάλει αίτηση για ένταξη των τίτλων της στο ΧΑΚ και πάλι πιστεύω ότι τα όσα ανέφερε ο κ.Στυλιανού δεν συνάδουν με όσα εξαγγέλλονται στα Τεκμήρια 12,13 και
- Αν πράγματι ήταν αυτή η ανάγκη που επέβαλε στην εναγόμενη το πιο πάνω διάβημα, όφειλε να το γνωστοποιούσε στους προτιθέμενους μετόχους της έγκαιρα και όχι να σπεύδει να συνάπτει συμφωνίες εξαγοράς άλλων εταιρειών υπολογίζοντας στα χρήματα που θα εισέπραττε από το κοινό και εκ των υστέρων να επικαλείται σύγκρουση νομοθεσιών για να μη τους τα επιστρέφει όταν δεν πέτυχε αυτό το εγχείρημα καθώς όλα τα χρήματα που εισπράχθηκαν από τη πώληση των μετοχών χρησιμοποιήθηκαν όπως ισχυρίστηκε όπως ο νόμος ορίζει για τις επενδύσεις της εταιρείας. Όφειλε να είχε αναστείλει την διαδικασία είσπραξης των υπόλοιπων από το τίμημα των μετοχών που είχε παραχωρήσει στους επενδυτές και εάν δεν εξασφάλιζε την είσοδο της στο ΧΑΚ να τους επέστρεφε και το 1/10 της αξίας των μετοχών που οι επενδυτές ήδη κατέβαλαν με τις ανέκκλητες αιτήσεις τους ως προκαταβολή. Επομένως όλες οι υπόλοιπες αιτιάσεις της εναγόμενης είναι εκ των υστέρων σκέψεις με απώτερο σκοπό να αποφύγει την υποχρέωση της που της επέβαλε η συγκεκριμένη νομοθεσία. (ε) Η επιστολή της εναγόμενης εταιρείας (Τεκμήριο 12) ισχυρίστηκε ότι δεν στάλθηκε στην ενάγουσα. Κρίνω ότι σ΄αυτό το ζήτημα δεν είπε την αλήθεια. Επαναλαμβάνω τα σχόλια μου γι΄αυτό το ζήτημα όπως τα κατέγραψα πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ενάγουσας στη σελ.
- (στ) Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα σε καμιά περίπτωση δεν ζήτησε γραπτά ή προφορικά επιστροφή των χρημάτων που πλήρωσε για τις ¨αρχικά¨ όπως ισχυρίστηκε παραχωρηθείσες 5.000 μετοχές της. Όμως αυτό διαψεύδεται από τις επιστολές Τεκμήριο 8 για το οποίο μάλιστα υπήρξε σχετική απάντηση της εναγόμενης με το Τεκμήριο 9, της επιστολής Τεκμήριο 10 η οποία παραλήφθηκε από την εναγόμενη όπως αποδεικνύεται και από τη σφραγίδα της επί του σχετικού εντύπου του ταχυδρομείου (Α.R) το οποίο επεστράφη στην ενάγουσα αλλά και την επιστολή του δικηγόρου της (Τεκμήριο 11) η οποία της επιδόθηκε και σε όλες διεκδικούνταν τα χρήματα που κατέβαλε και για τις 10.000 μετοχές της. Μετά την πιο πάνω ανάλυση της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Το ότι η εναγόμενη είναι εταιρεία σύμφωνα με το νόμο δεν αμφισβητήθηκε και επομένως καθίσταται εύρημα μου. Το ότι ήταν η ενάγουσα που πλήρωσε τις μετοχές για τις οποίες εκδόθηκαν τα πιστοποιητικά (Τεκμήρια 3 - 6) επίσης δεν αμφισβητείται. Δέχομαι με βάση τη μαρτυρία της ενάγουσας ότι ήταν και η αγοράστρια αυτών των μετοχών τόσο αυτών που αιτήθηκε η ίδια για τις οποίες δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση όσο και για αυτές που αιτήθηκε και της εγκρίθηκαν της κας Σιακαλλή καταβάλλοντας συνολικά το ποσό των Λ.Κ.7.510,00 για την αξία αυτών των μετοχών. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω μαρτυρία βρίσκω ότι η ενάγουσα περί τις αρχές του 2000 σε κάποια φιλική συνάντηση που είχε με τον κ. Ταουξή, ξάδερφο του συζύγου της, ο οποίος της παρουσιάστηκε ως οικονομικό στέλεχος ή μέτοχος της εναγόμενης της ανέφερε ότι η εναγόμενη εταιρεία προέβαινε σε εξαγορά άλλων εταιρειών, ότι ήταν οικονομικά εύρωστη και της εξήγησε τα μεγάλα σχέδια που είχε και την ετοιμότητα της να εισαγάγει τους τίτλους της στο ΧΑΚ, οπότε θα ήταν μια καλή ευκαιρία γι΄αυτήν να κερδίσει από μια τέτοια ενδεχόμενη επένδυση της. Αποφάσισε με αυτά τα δεδομένα να επενδύσει χρήματα της σ΄αυτή την εταιρεία υποβάλλοντας αίτηση στις 23.01.2000 όπως της εγκριθεί αριθμός μετοχών και προς τούτο κατέβαλε το 1/10 της αξίας τους ως προκαταβολή δηλαδή ποσό Λ.Κ.375,
- Σημειώνω ότι προκύπτει από τη μαρτυρία της εφόσον ενεργούσε πάντοτε μέσω του κ. Ταουξή, ότι είχε συνεχή επικοινωνία και επαφή μαζί με αυτό το πρόσωπο. Αργότερα είχε λάβει τις επιστολές της εναγόμενης με ημερομηνία 2.03.2000 και 5.04.
- Σ΄αυτές απερίφραστα γίνεται λόγος μεταξύ άλλων για επικείμενη είσοδο της εναγόμενης στο ΧΑΚ. Οι σχετικές παραπομπές από αυτές τις επιστολές έχουν καταγραφεί πιο πάνω στις σελ. 24 και 25 της απόφασης μου και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβω. Αυτές δείχνουν τις παραστάσεις στις οποίες προέβαινε η εναγόμενη προς το επενδυτικό κοινό για τις προοπτικές εισόδου της στο ΧΑΚ αλλά και την επικερδή επένδυση με την αγορά μετοχών της. Επομένως με αυτά ως δεδομένα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προοπτική και οι παραστάσεις από την εναγόμενη εταιρεία για την εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ ή άλλως πως ήταν αυτές που οδήγησαν την ενάγουσα να επενδύσει αγοράζοντας μετοχές της εναγόμενης και αυτό καθίσταται και εύρημα μου. Επομένως η ενάγουσα όπως είναι το λεκτικό του Άρθρου 58 Α
(3)(β) ως ενδιαφερόμενος αγοραστής και επενδυτής κατέβαλε στην εναγόμενη ποσό Λ.Κ.375,00 κατά ή περί την 28.01.2000 οπότε εφαρμόζεται το Άρθρο 3
(3)εφόσον αφορά καταβολή χρημάτων πριν την 7.04.2000. Δέχομαι ότι το ίδιο ποσό κατεβλήθη από την ενάγουσα στην κα Σιακαλλή η οποία με τη σειρά της το είχε προκαταβάλει στην εναγόμενη επίσης πριν την 7.04.2000 με βάσει τη διευθέτηση που επακολούθησε για την οποία έκαμα αναφορά πιο πάνω. Το ποσό Λ.Κ.6.760 καταβλήθηκε στις 26.04.2000 και 2.05.2000 οπότε εφαρμόζεται το Άρθρο 58 Α
(3)(β) καταβολή δηλαδή χρημάτων μετά την 7.04.
- Η εναγόμενη εταιρεία υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ στις 14.06.
- Μέχρι και τις 14.09.2000, δηλαδή τρεις μήνες μετά την υποβολή της αίτησης της, η εναγόμενη εταιρεία δεν κατάφερε να εισαγάγει τους τίτλους της στο ΧΑΚ όπως δεν τα κατάφερε και μέχρι σήμερα. Η ενάγουσα απαίτησε προσωπικά με επιστολή της την επιστροφή των χρημάτων της από την εναγόμενη για πρώτη φορά στις 4.06.
- Η εναγόμενη της απάντησε αρνητικά στις 10.06.
- Για δεύτερη φορά και πάλι προσωπικά με επιστολή της με ημερομηνία 29.07.2002 η οποία παραλήφθηκε από την εναγόμενη στις 2.08.2002 και για τρίτη φορά μέσω των δικηγόρων της Ανδρέας Κουκούνης & Σία με επιστολή τους με ημερομηνία 22.08.2005 η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 5.09.
- Η εναγόμενη αν και είχε υποχρέωση δεν επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα μέχρι σήμερα. Η ενάγουσα δικαιούται επιστροφή των χρημάτων της δυνάμει του άρθρου 58 Α
(3)(β) ως αυτό διατηρήθηκε με το άρθρο 4 του Νόμου 9
(1)/2001 που εισήγαγε το άρθρο 58Γ, το οποίο μιλά για τη διατήρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δημιουργήθηκαν με τις σχετικές διατάξεις, ήτοι το ρηθέν άρθρο 58 Α
(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου, 42
(1)/2000. Καταλήγω ότι η ενάγουσα εμπίπτει στην έννοια του ¨ενδιαφερόμενου αγοραστή¨ και έτσι πληρούνται στο πρόσωπο της οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για επιστροφή των χρημάτων και για την αγορά των 5.000 μετοχών που αρχικά παραχωρήθηκαν στην κα Αίγλη Σιακαλλή. Η μη επιστροφή των χρημάτων στην ενάγουσα οριστικοποίησε την απόδειξη του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Σύμφωνα με την υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd,
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 704: ¨Το άρθρο 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000 ισχύει στις περιπτώσεις όπου η αντιπαροχή για την αγορά των τίτλων καταβλήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου, δηλαδή την 7.04.2000, ενώ το άρθρο 58 Α 3(β) εφαρμόζεται για του ίδιου είδους δοσοληψίες που γίνονται από την ισχύ του Νόμου¨. Το άρθρο 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000 κρίθηκε συνταγματικό στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1683 όπου συζητήθηκαν σε έκταση οι πρόνοιες του. Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου είναι στην ουσία τους πανομοιότυπες με το άρθρο 58 Α
(3)(β) και ως τέτοιες κρίθηκαν στην υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd (πιο πάνω) παρόμοια συνταγματικές. Μια από τις διαζευκτικές αιτίες της αγωγής της ενάγουσας βασίζεται στις πρόνοιες τόσο του Άρθρου 58 Α
(1)και
(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993 (Ν. 14
(1)/1993), όπως τροποποιήθηκε στις 7.04.2000 από τον Νόμο 42
(1)/2000 εφόσον σύμφωνα με τη μαρτυρία ολόκληρο το ποσό για την αγορά των μετοχών καταβλήθηκε στις 25.06.2000 μετά που τέθηκε σε ισχύ ο πιο πάνω τροποποιητικός νόμος. Το άρθρο 58 Α
(1)και
(3)(β) προβλέπει τα ακόλουθα:
(1)Απαγορεύεται σ΄οποιαδήποτε εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή εκδότη ή πρόσωπο να προσφέρει προς πώληση ή να πωλεί ή να δέχεται προσφορά για αγορά οποιωνδήποτε τίτλων υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας και να εισπράττει προς τούτο οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή άλλο αντάλλαγμα με προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, εκτός, εάν στην περίπτωση υφιστάμενης εταιρείας, η εταιρεία ή το μέλος του συμβουλίου εταιρείας ή ο εκδότης......¨
(3)(β) Ενδιαφερόμενος αγοραστής που κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω ή άλλως πως δύναται μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή ανταλλάγματος εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(2), το Συμβούλιο δύναται να αποκλείσει εκδότη ή εταιρεία που παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, από την εισαγωγή των τίτλων του στο Χρηματιστήριο.¨ Στην υπόθεση Anaptixis Group Ltd v. Μιχαηλίδης,
(2006)1 (Α) A.A.Δ. σελ. 691 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨ Το άρθρο 58 Α
(3)(β) δεν προϋποθέτει την απόδειξη ¨παραστάσεων εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ¨. Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έγινε νόμιμη πληρωμή και είσπραξη χρημάτων, κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 58 Α
(1)(α) - (γ) είτε με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ είτε άλλως πως.¨ Στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ταμπούρη,
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1325 αναφέρονται τα ακόλουθα: ¨ Εξετάζοντας λοιπόν το μέρος της απόφασης που διαλαμβάνει ότι ο εφεσίβλητος αγόρασε τις μετοχές ως αποτέλεσμα των παραστάσεων που του είχαν γίνει, καταλήγουμε ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή. Στην επιστολή 5.04.2000 (τεκμ.1) γινόταν αναφορά ¨ότι θα επιδιωχθεί να εισαχθούν και οι ιδρυτικές μετοχές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου¨ φράση που υποδηλώνει εισαγωγή και των συνήθων μετοχών. Αναφορά για εισαγωγή των μετοχών στο ΧΑΚ γίνεται και στην Πρόσκληση για Εγγραφή (τεκμ. 6). Διαφωνούμε με την εισήγηση της ευπαιδεύτου δικηγόρου των εφεσειόντων ότι η φράση ¨σε εύθετο χρονικό διάστημα¨ που περιέχεται στο ενημερωτικό δελτίο, μέσα στο οποίο οι εφεσείοντες δήλωναν ότι είχαν πρόθεση να αποταθούν για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ δεν έδειχνε πρόθεση τους να εισάξουν τις μετοχές τους στο ΧΑΚ μέσα σε εύλογο χρόνο. Το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε στις 14.06.2000, δείχνει τέτοια πρόθεση. Απορρίπτονται λοιπόν και αυτοί οι λόγοι έφεσης¨. Πέραν των πιο πάνω σχετική είναι και η αναφορά στην υπόθεση Τρύφωνος v. Investylia Ltd,
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 875 έγιναν τα ακόλουθα σχόλια σε σχετική επί του ιδίου θέματος εισήγηση: ¨. δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η πρόθεση της εταιρείας να εισαχθεί στο ΧΑΚ. Γι΄αυτό εξάλλου υπέβαλε και σχετική αίτηση εισδοχής. Οι δηλώσεις που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο στο σύνολο τους δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις της εταιρείας. Υπήρχαν βέβαια και οι περιορισμοί στο Ενημερωτικό Δελτίο, οι οποίοι όμως δεν πρέπει να ειδωθούν αποσπασματικά, αλλά σε σχέση με τα όσα άλλα αναφέρονται στο Ενημερωτικό Δελτίο. Στη σελ. 10, αφού απαριθμούνται οι προϋποθέσεις για εισδοχή σύμφωνα με τον κανονισμό 61, αναφέρεται ότι ¨πρόθεση της εταιρείας είναι να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα αφού πρώτα συμπληρώσει τις δραστηριότητες της με την εξαγορά εμπορικών εταιρειών που εμπίπτουν μέσα στο στρατηγικό σχέδιο της. Η συγκεκριμένη δήλωση κατά την άποψη μας, επιβεβαιώνει την πρόθεση της εταιρείας να ενταχθεί στο ΧΑΚ.¨ Με το ίδιο σκεπτικό αντικρίζω με τη σειρά μου την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε επί αυτού του ζητήματος εκ μέρους της εναγόμενης, ότι δηλαδή η παραχώρηση μετοχών στην ενάγουσα έγινε με βάση το ενημερωτικό δελτίο της εναγόμενης, μέσα στο οποίο υπήρχε ξεκάθαρη η δήλωση της εναγόμενης ότι η πρόθεση της ήταν να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα και όχι αμέσως. Στην υπόθεση Τρύφωνος v. Investylia Ltd, (πιο πάνω) έχουν σχολιαστεί οι λέξεις ¨άλλως πως¨ στο άρθρο 58 Α
(3)(β) ως ακολούθως: ¨ Ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσίβλητης ότι δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο που να επιτρέπει σε επενδυτή να πάρει πίσω τα χρήματα, που κατέβαλε, ανεξαρτήτως του εάν έγιναν ή όχι παραστάσεις. Εφαρμόζεται, είπε, ο ερμηνευτικός κανόνας του ejusdem generis και ως εκ τούτου λέξεις γενικές (όπως το ¨ή άλλως πως¨) οι οποίες ακολουθούν λέξεις ειδικές, πρέπει να διαβάζονται ως να εξυπακούουν μόνο πράγματα του ίδιου είδους με τις ειδικές λέξεις που προηγούνται¨. Παρόμοια εισήγηση υπήρξε και στη παρούσα υπόθεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως είχε διαφωνήσει με την εισήγηση αυτή ως ακολούθως: ¨.αφού στην προκειμένη περίπτωση ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένο το άρθρο, δεν αφήνει περιθώρια για εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα. Στο άρθρο 58 Α
(3)(β) δεν υπάρχουν ειδικές λέξεις, ενώ δεν είναι ξεκάθαρο, όπως θα έπρεπε, εάν μπορούν να συνδεθούν με τις προϋποθέσεις του άρθρου 58 Α
(1), όπως εισηγείται η κα Στυλιανού. Εάν οι λέξεις περιλαμβάνονταν στο ίδιο το άρθρο 58 Α
(1), ενδεχομένως η εισήγηση της να είχε έρεισμα¨. Επομένως και αυτό το ζήτημα έχει επιλυθεί από τη νομολογία μας και δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση Τρύφωνος, σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι: ¨ Η πρόθεση της Εφεσίβλητης για εισαγωγή στο ΧΑΚ, φαίνεται και από το γεγονός ότι ενώ δημοσιεύτηκε ο τροποποιητικός Νόμος 42
(1)/2000 στις 7.04.2000, ο οποίος υποχρέωνε τις εταιρείες να υποβάλουν αίτηση μέσα στην προθεσμία που προέβλεπε ο Νόμος ή να επιστρέψουν τα χρήματα που εισέπραξαν, η Εφεσίβλητη προχώρησε και καταχώρησε αίτηση για εισαγωγή στο ΧΑΚ. Όπως αναφέρει ο Διευθυντής της στη μαρτυρία του, τροποποιήθηκε ανάλογα και το Ενημερωτικό Δελτίο που θα κατατίθετο στο ΧΑΚ¨. Στη περίπτωση μας η ενάγουσα είναι γεγονός ότι ανέφερε ότι της είχαν γίνει προφορικές παραστάσεις εκ μέρους του κ. Ταουξή, τον ρόλο αυτού του προσώπου τον εξήγησα προηγουμένως, όμως και μετά που υπέβαλε την αίτηση της με επιστολές της όπως τα Τεκμήρια 12, 13, 14 τα οποία δεν άφηναν καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις της σε σχέση με την ένταξη της στο ΧΑΚ. Η απόφαση της επομένως να επενδύσει στην εναγόμενη βασίστηκε στις πιο πάνω παραστάσεις. Επειδή έγινε επίκληση της υπόθεσης Investylia Ltd v. Ευλαβή,
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 655 θα παραπέμψω σε άλλο απόσπασμα της απόφασης Τρύφωνος όπου σχολιάζεται η απόφαση αυτή κατά τον ακόλουθο τρόπο: ¨Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας δεν συγκρούονται με τη σκέψη του Δικαστηρίου στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ευλαβή, Πολ. Έφεση 325/2006 ημερομηνίας 22.05.
- Σε εκείνη την υπόθεση η απαίτηση της ενάγουσας στηρίχθηκε στην παράβαση ουσιώδους όρου της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ότι η εταιρεία θα εντασσόταν στο ΧΑΚ, όχι αργότερα της 31.12.
- Το σφάλμα που διαπιστώθηκε στην πρωτόδικη απόφαση ήταν: (α) ότι η απαίτηση δεν εξετάστηκε στη βάση των δικογραφημένων θέσεων του ενάγοντος και (β) ότι ήταν αμφίβολο, όπως ήταν συνταγμένη η έκθεση απαίτησης, αν ήταν επιτρεπτό στο Δικαστήριο να εξετάσει την αγωγή στη βάση των άρθρων 53 Α
(3)(β) και 3
(3), εφόσον η έκθεση απαίτησης ουσιαστικά περιοριζόταν στην παράβαση της σύμβασης. Τα όσα άλλα αναφέρθηκαν για την μη άμεση προοπτική ένταξης ή για έλλειψη παραστάσεων για την προοπτική ένταξης, αποτελούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter), οι οποίες δεν είναι δεσμευτικές στην παρούσα περίπτωση¨. Είναι φανερό ότι τα γεγονότα της υπόθεσης Ευλαβή δεν συνάδουν ούτε με αυτά της παρούσας υπόθεσης και όσα αναφέρονται πιο πάνω είναι η σταθερή θέση της νομολογίας μας η οποία δεν μπορεί να παραγνωριστεί, όπως είναι η εισήγηση της εναγόμενης. Σε αντίθεση με την πιο πάνω υπόθεση, η υπό εκδίκαση βασίζεται σε δύο βάσεις που προβάλλονται διαζευκτικά η μια στο άρθρο 58 Α
(3)(β) και 3
(3)και η άλλη σε παράβαση σύμβασης. Πέραν τούτου, η προοπτική ένταξης της εναγόμενης αποτέλεσε ένα από τα επίδικα θέματα στην υπό εκδίκαση υπόθεση, σε αντίθεση με την υπόθεση Ευλαβή, πιο πάνω, στην οποία ο θέμα ηγέρθη εν παρόδω (obiter). Εφόσον η εναγόμενη υπέβαλε την αίτηση της για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ την 14.06.2000 αυτό σύμφωνα με την ερμηνεία που δόθηκε στη νομοθετική διάταξη που διέπει το ζήτημα στην υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 704 σημαίνει ότι το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας δημιουργήθηκε την 14.09.2000 και έτσι η ενάγουσα δικαιούται σε επιστροφή των χρημάτων της άσχετα από τον χρόνο που στάλθηκαν οι επιστολές με τις οποίες αξίωνε την επιστροφή των χρημάτων της. Επομένως η επίκληση εκ μέρους της εναγόμενης ανυπέρβλητης αδυναμίας (impossibility) εφαρμογής του άρθρου 58 Α
(3)(β) δεν μπορεί να έχει έρεισμα. Σχετική επί του ίδιου θέματος είναι και η υπόθεση Χριστοδουλίδης κ.ά. ν. Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, Προσφυγή 603/01, ημερ. 31.5.02, στην οποία γίνεται μια ανάλυση και ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 3
(3)από τον Κωνσταντινίδη, Δ. με την ακόλουθη κατάληξη: ¨Με την πάροδο των τριών μηνών, υπό τους όρους του άρθρου 3
(3)γεννάται δικαίωμα του ενδιαφερομένου αγοραστή και αντίστοιχη υποχρέωση για επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν. Αυτή η προθεσμία των τριών μηνών δεν παρατείνεται και έχουμε δει πώς στην περίπτωση της βασικής διάταξης του άρθρου 58Α, η υποχρέωση επιστροφής επιβάλλεται χωρίς άλλα. Αρκεί η μη εισαγωγή ή η μη έκδοση των τίτλων στους τρεις μήνες, για οποιοδήποτε λόγο. Χωρίς δηλαδή αναζητήσεις σε σχέση με την αιτία ή την ευθύνη για αυτήν. Η επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)θεσπίζει τη δυνατότητα λογικής παράτασης μόνο σε σχέση με «την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών». Βεβαίως, περιλαμβάνεται στους όρους της επιφύλαξης και το ότι «δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως ουσιώδες εμπόδιο για την έγκριση της αίτησης», εννοείται για εισαγωγή των τίτλων και θα ήταν λογικό να θεωρηθεί πώς η διαφαινόμενη δυνατότητα εισαγωγής των τίτλων, η οποία και θα αναιρούσε εν τέλει και την υποχρέωση επιστροφής των ποσών, προσδιορίζεται ως συναφής παράμετρος. Αυτό, όμως, κατά το μέγιστο. Δεν παρέχει εν λευκώ εξουσία ουσιαστικά για αλλοίωση, κατά εξουδετέρωση του Νόμου, της προθεσμίας των τριών μηνών με την πάροδο της οποίας, εφόσον για οποιοδήποτε λόγο δεν εισάχθηκαν οι τίτλοι στο Χρηματιστήριο, γεννάται η υποχρέωση επιστροφής των ποσών. Αυτή η υποχρέωση επέρχεται εντός δέκα ημερών από την αξίωσή τους και η έννοια του «λογικού» της παράτασης αναφορικά με την επιστροφή των χρημάτων, ελέγχεται κατά περιεχόμενο από τις πρόνοιες της βασικής διάταξης του άρθρου 3
(3)ως προς τις προθεσμίες. Επομένως, βρίσκεται εκτός των πλαισίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης ή χορήγηση παράτασης που επάγεται αναμονή και, βεβαίως, παγοποίηση των δικαιωμάτων που ήδη τελειώθηκαν για όσο προβλέπεται ότι θα χρειαστεί για την έγκριση της αίτησης εισαγωγής στο Χρηματιστήριο. Δεν αναιρεί η επιφύλαξη τη βασική πρόνοια ως προς τις προθεσμίες και δεν μπορεί να είναι λογική η παράταση που υπερβαίνει ακόμα και την προθεσμία των τριών μηνών από την πάροδο της οποίας εξαρτάται η γέννηση του δικαιώματος. Εάν ήθελε ο Νόμος άλλη λύση, θα αναφερόταν σε δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας των τριών μηνών, έστω με την εξάρτηση της περιόδου της παράτασης από την προβλεπόμενη ημερομηνία εισαγωγής των τίτλων. Αν εισήγαγε δε ο Νόμος τέτοια εξάρτηση δεν θα είχε και θέση η απαίτηση να είναι «λογική» η παράταση.» (βλ. επίσης Αναθεωρητική Έφεση 3457, με ημερομηνία 1.03.2005 Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου v. Δημήτρη Ι. Χριστοδουλίδη κ.ά. όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ¨Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Βρίσκουμε την πρωτόδικη απόφαση ορθή στην ολότητα της και δεν βλέπουμε κανένα λόγο ανατροπής της. Η διατύπωση που χρησιμοποίησε ο νομοθέτης στην επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)είναι κάτι περισσότερο από καθαρή. Παρέχεται στους αιτητές λογική παράταση χρόνου όσον αφορά την επιστροφή των εισπραχθέντων και όχι της προθεσμίας εισαγωγής της εταιρείας στο Χρηματιστήριο¨. Κρίνεται επομένως ότι έχουν ικανοποιηθεί όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 58 Α
(3)(β) και άρθρο 3
(3). Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι: (α) η εναγόμενη είναι εταιρεία σύμφωνα με το Νόμο, (β) η ενάγουσα είναι αγοραστής μετοχών της, (γ) κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.7.510,00 για την αξία των μετοχών που αγόρασε, (δ) η αγορά έγινε είτε με προοπτική την ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ ή άλλως πως και (ε) ότι η ενάγουσα, όπως είχε δικαίωμα δυνάμει του Νόμου, υπέβαλε, μετά από 3 μήνες από την ημερομηνία υποβολής αίτησης από την εναγόμενη για εισαγωγή της στο ΧΑΚ, γραπτό αίτημα σε τρεις περιπτώσεις για επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε, δεδομένου ότι οι τίτλοι που της παραχωρήθηκαν, δεν είχαν μέχρι τότε εισαχθεί στο ΧΑΚ για την επιστροφή των χρημάτων της. Με αυτά τα δεδομένα, η κατάληξη μου είναι ότι η ενάγουσα δικαιούται σε επιστροφή των χρημάτων της όπως ορίζει ο νόμος και η εναγόμενη υπέχει υποχρέωση να της επιστρέψει τα χρήματα που εισέπραξε μαζί με τον προβλεπόμενο τόκο μέσα σε 10 ημέρες από της λήψης της επιστολής της. Η μη πληρωμή των χρημάτων ήταν αρκετή για να οριστικοποιήσει την απόδειξη του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο η ενάγουσα έχει πετύχει και στη διαζευκτική βάση της απαίτησης της στη βάση δηλαδή της παράβασης σύμβασης λόγω ψευδών παραστάσεων. Τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι υπήρξε σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης η οποία συντελέσθηκε στη Λάρνακα με την αποδοχή από την εναγόμενη της επιταγής της ενάγουσας για την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού των μετοχών που είχε εγκρίνει τόσο αυτών που αιτήθηκε η ίδια όσο και αυτών που είχε αιτηθεί η κα Σιακαλλή και την αποστολή των τίτλων της εναγόμενης προς την ενάγουσα μέσα στον Ιούνιο του 2000. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίστατο στα όσα τόσο ο κ. Ταουξή παρίστανε στην ενάγουσα όσο και στα όσα αναφέρονταν στα Τεκμήρια 12,13 και 14 αναφορικά με τις καλές προοπτικές που είχε η εταιρεία να ενταχθεί στο ΧΑΚ και τα σίγουρα κέρδη που αναμένετο ότι θα είχε μια επένδυση αγοράς μετοχών της. Υπήρχε δηλαδή εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας παρότρυνση για επικερδή επένδυση και έκφραση ετοιμότητας της εναγόμενης εταιρείας να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ σε σύντομο χρόνο. Όλα αυτά βέβαια αποδείχθηκαν στο τέλος ψευδή και ανυπόστατα αφού η εναγόμενη εταιρεία δεν κατάφερε να υλοποιήσει τις υποσχέσεις της ούτε εντός του 2000 όπως υποσχόταν αλλά ούτε και μέχρι σήμερα. Επομένως η ενάγουσα δικαιούται να αποζημιωθεί και με βάση τη διαζευκτική βάση της αγωγής της για την παράβαση της συμφωνίας. Ως προς το ζήτημα του τερματισμού της συμφωνίας δεν θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης καθώς η αξίωση αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης δεν προϋποθέτει τον εκ των προτέρων τερματισμό της σύμβασης όπως προνοείται στο Άρθρο 19
(2)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Αναφέρθηκα προηγουμένως που είχε βασιστεί η ενάγουσα και ποιες παραστάσεις ή παροτρύνσεις την ώθησαν στο να πάρει την απόφαση να επενδύσει σε μετοχές της εναγόμενης αυτές δεν της άφηναν περιθώρια να υποψιαστεί ή να ανακαλύψει ότι η εναγόμενη παρουσίαζε οποιαδήποτε αλλαγή στα πλάνα και στα σχέδια της. Οι θέσεις της εναγόμενης σε κάθε στιγμή έπρεπε να ήταν ξεκάθαρες προς αυτούς που σκόπευαν να επενδύσουν σ΄αυτή αλλά και στους ίδιους τους μετόχους της πράγμα που το απέφευγε για ευνόητους λόγους. Εξέταση της Συνταγματικής πτυχής των άρθρων 58 Α 3(β) και 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000: Η εξέταση της αντισυνταγματικότητας νόμων και ο τρόπος που αυτή θα πρέπει να αντικρίζεται από τα Δικαστήρια μας έχει συνοψιστεί ως ακολούθως λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία μας από τον τότε Πρόεδρο του Α.Δ. κ. Αρτεμίδη στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ε.& Π. Λειβαδιώτης Λτδ,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1872: ¨Η νομολογία επί του ζητήματος είναι πάγια και αυστηρή. Θέμα αντισυνταγματικότητας εγείρεται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες της εισήγησης, όπως π.χ. ποίο άρθρο ή άρθρα ή μέρους άρθρου του νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα, βεβαίως και σε ποιο άρθρο του. Ακολουθεί η αιτιολογία της εισήγησης. Κατά την ακρόαση το βάρος της απόδειξης, ότι η πρόνοια νόμου είναι αντισυνταγματική, καθορίζεται αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Δες Ανδρέας Νικολάου v. Βάσου Βασιλείου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1566, όπου στη σελ. 1576 αναφέρεται και αριθμός προηγούμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που υποστηρίζουν την ίδια αρχή). Επομένως η εξέταση που θα ακολουθήσει των εισηγήσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης εταιρείας θα έχει υπόψη της τις πιο πάνω αρχές. Στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης της η εναγόμενη επικεντρώνεται στην αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του Άρθρου 58 (Α)
(3)(β) και
(3)
(3)με βάση το Άρθρο 25 1.2.3 του Συντάγματος μας και προς τούτο επιχειρηματολογεί στη Παρ. 13.2 του πιο πάνω δικογράφου της, το Άρθρου 28 για το οποίο επιχειρηματολογεί στη Παρ. 13.3 του ίδιου δικογράφου και το Άρθρου 35 όπως προβάλλεται στη Παρ. 13.5 του ίδιου δικογράφου όπως και σε παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, θέση για την οποία επιχειρηματολογεί στη Παρ. 13.4 του δικογράφου της. Για την υποστήριξη των θέσεων της κατάθεσε και ο Μ.Υ.1 και έκανε εκτενή ανάλυση και κατά την τελική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης εταιρείας. Σε σχέση με τα Άρθρα 25,28 και 35 του Συντάγματος μας, οι ισχυρισμοί της εναγόμενης προβλήθηκαν ξανά τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση στη υπόθεση Investylia Ltd v. Ταμπούρη (πιο πάνω) όπου σε παραπομπή στην υπόθεση Anaptixis (πιο πάνω) αλλά και σε άλλες οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων 58 Α
(3)(β) και 3
(3)σε σχέση με τα Άρθρα 25,28 και 35 του Συντάγματος απορρίφθηκαν. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα: ¨Τόσο πρωτόδικα όσο και ενώπιον μας, η θέση των εφεσειόντων είναι ότι τα πιο πάνω άρθρα παραβιάζουν τα άρθρα 1,2,21,23,25,26,28,33 και 35 του Συντάγματος. Έχουμε εξετάσει τα όσα παράθεσε ενώπιον μας η ευπαίδευτη συνήγορος των εφεσειόντων καθώς επίσης το σχετικό μέρος της πρωτόδικης απόφασης όπου αναφορικά με τα άρθρα αυτά διαβάζουμε τα εξής:... (βλέπε συνέχεια της απόφασης). Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι που έχουν προβληθεί και στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης για την αντισυνταγματικότητα των άρθρων και 58 (Α)
(3)(β) και 3
(3)στην έκταση που αφορούν τα άρθρα 25,28 και 35 του Συντάγματος, έχουν ήδη απαντηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις προαναφερθείσες υποθέσεις και η επιχειρηματολογία που έχει αναπτυχθεί στα πλαίσια της παρούσας δεν διαφοροποιεί στο παραμικρό τα όσα έχουν ήδη εξετασθεί και κριθεί σε εκείνες τις υποθέσεις, γι΄αυτό και απορρίπτονται. Σε σχέση με τη Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 77/91 ΕΟΚ η οποία εισήχθηκε στο Κυπριακό δίκαιο μέσω του νόμου 135
(1)/2000 και 70
(1)/2003 σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Anaptixis (πιο πάνω): ¨Η εν λόγω οδηγία ενσωματώθηκε στον περί Εταιρειών Νόμο με τον τροποποιητικό νόμο 70
(1)/2003 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδικης διαφοράς και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση¨. Επιπρόσθετα, η Δεύτερη Οδηγία και το περιεχόμενο της περιλαμβάνονται στους νόμους 135
(1)/2000 και 70
(1)/2003 οι οποίοι εναρμόνισαν το Κυπριακό Δίκαιο με την εν λόγω Οδηγία. Από τη στιγμή που οι εν λόγω νόμοι τέθηκαν σε ισχύ δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της Οδηγίας από τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας αλλά εφαρμογής της εγχώριας νομοθεσίας, δηλαδή του Νόμου 13591)/2000 και του Νόμου 70
(1)/2003. Για να χρειάζεται η παραπομπή του Δικαστηρίου στην εν λόγω Οδηγία θα πρέπει η εναγόμενη να προβάλει το επιχείρημα ότι δεν εναρμονίστηκε σωστά η Οδηγία αυτή, ότι βασικές της αρχές ή διατάξεις αγνοούνται από τους ρηθέντες κυπριακούς νόμους ή ότι οι κυπριακοί νόμοι δεν εφάρμοσαν σωστά το πνεύμα και το γράμμα της Οδηγίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχυρίζεται η εναγόμενη. Η επιστροφή χρημάτων βάσει του άρθρου 58 Α
(3)(β) δεν συνεπάγεται και δεν σημαίνει αγορά μετοχών από την εναγόμενη αλλά αποζημίωση για την μη τήρηση των υποσχέσεων και για τη ψευδή παράσταση της εναγόμενης για δήθεν εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Επομένως, το Κεφ 113 δεν βρίσκει εφαρμογή εδώ για να λεχθεί ότι επηρεάζεται. Η επίκληση διατάξεων των Νόμων 135
(1)/2000 και 70
(1)/2003 δεν εξυπηρετεί την εναγόμενη διότι οι νόμοι αυτοί ενσωματώνουν νέα άρθρα στον περί Εταιριών Νόμο, Κεφ. 113, ο οποίος νόμος δεν επηρεάζει τη ρητή υποχρέωση που θέτει το άρθρο 58
(3)(β). Παραπέμπω σχετικά και πάλι στην υπόθεση Anaptixis (πιο πάνω) όπου το εξής απόσπασμα είναι καταλυτικής φύσεως για το θέμα: ¨Η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 58 Α
(3)(β) συνιστά αυτοτελή υποχρέωση η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου¨. Ενόψει του ότι το Άρθρο 58 Α
(3)(β) όπως έχει κριθεί, αποτελεί αυτοτελή υποχρέωση που δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιριών Νόμου, ο ισχυρισμός περί παραβίασης της Αρχής της Διάκρισης των εξουσιών με τη δήθεν παράκαμψη της Δικαστικής Εξουσίας η οποία είναι αρμόδια να δώσει άδεια για μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο κρίνεται ότι δεν έχει βάση, παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 203 όπου κρίθηκε ότι: ¨Η επιστροφή των χρημάτων ή του ανταλλάγματος που επιβάλλει ο Νόμος δεν αποτελεί διακανονισμό ή συμβιβασμό υποχρεώσεων της εταιρείας προς μέλη ή πιστωτές της. Πρόκειται για υποχρέωση της εταιρείας η οποία πηγάζει από το Νόμο.¨ Επομένως το ίδιο ισχύει και για τα άρθρα 57 Α -57 Στ, 64 ,66 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 των οποίων επίσης γίνεται επίκληση. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί αδυναμίας (impossibility) της εναγόμενης να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ, αυτό οφείλεται στην ίδια που δεν ήταν έτοιμη όπως έπρεπε προτού αιτηθεί μια τέτοια ένταξη. Σε σχέση με την επιστολή του ΧΑΚ με ημερομηνία 20.03.2008 (Τεκμήριο 32) σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί το περιεχόμενο της να στηρίξει τον ισχυρισμό της εναγόμενης για δήθεν αδυναμία έγκρισης της αίτησης της σε 3 μήνες. Το ίδιο το Τεκμήριο 32 κάνει λόγο για την ένταξη τίτλων εταιρείας εντός 3 μηνών από την αίτηση της η οποία προφανώς θα εκπλήρωνε τις προϋποθέσεις της σχετικής νομοθεσίας και των κανονισμών. Εάν οι αιτήσεις των υπόλοιπων εταιρειών όπως και της εναγόμενης ήταν ατελείς δεν έφταιγε το ΧΑΚ. Η εναγόμενη θα έπρεπε να βολιδοσκοπούσε το ΧΑΚ πριν να κάνει την αίτηση της για να δει τι θα χρειαστεί για να μη χρονοτριβήσει στην επίτευξη του στόχου της τον οποίο διακήρυσσε. Δεν το έκανε και αντί τούτου συνέχισε να εισπράττει από προτιθέμενους επενδυτές τα υπόλοιπα των λογαριασμών τους όπως και από την ενάγουσα. Θα έπρεπε έγκαιρα να είχε προλάβει επιστρέφοντας τα χρήματα σε όσους επιθυμούσαν και είχαν πληρώσει την προκαταβολή και να μην είχε υπεισέλθει σε ένα ατέρμονο και αβέβαιο ταυτόχρονα αγώνα για να καταφέρει να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ εισπράττοντας ταυτόχρονα χρήματα ή προβαίνοντας σε επενδύσεις για να μην έρχεται σε σύγκρουση, κατά την άποψη της, με πρόνοιες άλλων νομοθεσιών. Σε αυτή την αδιέξοδη διαδικασία μόνη της είχε εισέλθει και έπρεπε συμμορφούμενη στον νόμο να επέστρεφε τα χρήματα σε όσους από τους επενδυτές της το επιθυμούσαν. Η ευθύνη της μη επίτευξης του στόχου της να ενταχθεί στο ΧΑΚ βαραίνει την ίδια και όχι οποιοδήποτε τρίτο και σίγουρα όχι την ενάγουσα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €12.831,60σ. (Λ.Κ. 7.510,00) πλέον τόκο προς 6% ετησίως, σύμφωνα με το Άρθρο 58 Α
(3)(β), υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, δηλαδή την 14.06.2000. Με την εξόφληση του ποσού αυτού από την εναγόμενη η ενάγουσα θα είναι υπόχρεη, όπως ορίζει ο νόμος, να επιστρέψει στην εναγόμενη, τους τίτλους που έχουν εκδοθεί επ΄ονόματι της. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο