ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΤΑΠΑΝΗΣ κ.α. ν. INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 3946/2005, 31 Μαΐου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A52 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3946/2005 Μεταξύ:
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΤΑΠΑΝΗΣ
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΤΑΠΑΝΗΣ Ενάγοντες και INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD Εναγομένης ---------------------------------------- Ημερομηνία 31 Μαΐου, 2010 Για τους ενάγοντες : κ. Τ. Κουκούνης Για την εναγόμενη: κα Λ. Στυλιανού Απόφαση Η υπόθεση αυτή είναι αποτέλεσμα της περιόδου του χρηματιστηριακού οίστρου από τον οποίο καταλήφθηκαν πολλοί συμπατριώτες μας κατά τα έτη 1999 και 2000, όπως παραδέχθηκε και κατά την αντεξέταση του ο κ. Στέλιος Στυλιανού (Μ.Υ.1) διοικητικός σύμβουλος της εναγόμενης, και αφορά αξίωση των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης εταιρείας για την επιστροφή των χρημάτων που αυτοί κατέβαλαν για την αγορά μετοχών της εφόσον αυτή δεν εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Παρόλο ότι η αγωγή καταχωρήθηκε την 14.10.2005, εντούτοις η δικογραφία συμπληρώθηκε, μετά από τις τροποποιήσεις που επήλθαν, μόλις στις 10.12.2008 και λόγω του όγκου της έγγραφης μαρτυρίας υπήρξε σειρά αιτημάτων για αποκάλυψη εγγράφων ακόμα και μετά που στις 13.10.2008 είχε αρχίσει η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης. Ο λόγος δε της κάποιας σχετικής καθυστέρησης στην έκδοση της παρούσας απόφασης η οποία επιφυλάχθηκε στις 23.09.2009 ήταν η αναμονή ολοκλήρωσης της μαρτυρίας σε δύο ακόμα υποθέσεις με το ίδιο αντικείμενο και όπου η εναγόμενη είναι η ίδια εταιρεία, οι οποίες άρχισαν να εκδικάζονται σχεδόν ταυτόχρονα από το παρών δικαστήριο. Ο λόγος, όπως τουλάχιστον τον αντιλαμβάνομαι και πιστεύω μπορεί να γίνει κατανοητός, αφορά το γεγονός ότι εκ μέρους της εναγόμενης κατέθετε ο ίδιος μάρτυρας ο εκ των διευθυντών της σήμερα κ. Στέλιος Στυλιανού. Επομένως έκρινα αλλά και ένοιωθα ότι δεν θα έπρεπε να με είχε απασχολήσει η αξιολόγηση της μαρτυρίας του πριν ολοκληρωθούν και οι τρεις υποθέσεις. Εκείνο λοιπόν που αξιώνουν στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες είναι το ποσό των Λ.Κ.22.530,00 πλέον τόκο προς 6% από 14.06.2000 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως και τα έξοδα της αγωγής. Το ποσό αυτό κατέβαλαν στην εναγόμενη για την αγορά μετοχών της. Η αξίωση εδράζεται: (α) Στο άρθρο 58 Α
(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου (Ν. 14
(1)/1993) όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Νόμο 42
(1)/2000 ή και δυνάμει του Άρθρου 3
(3)του Νόμου 42
(1)/2000 ή και δυνάμει των Άρθρων του Νόμου 9
(1)/2001 και ειδικά του Άρθρου 4 και (β) δυνάμει παράβασης συμφωνίας ή /και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή/ και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας πηγάζουσας από ψευδείς παραστάσεις της εναγόμενης ή/ και ως ποσό οφειλόμενο σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unlawful enrichment) ή/ και ως money had and received. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η μαρτυρία που δόθηκε εκ μέρους των εναγόντων προήλθε από τον Ενάγοντα 1 Μιχάλη Καρταπάνη (Μ.Ε.1) και από τον ελεγκτή και συνέταιρο στον Ελεγκτικό Οίκο Ernst & Young κ. Χάρη Στυλιανού (Μ.Ε.2), του οποίου η μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον δεν αντεξετάστηκε για όσα ανέφερε. Εκ μέρους της εναγόμενης κατάθεσε ο διευθυντής της κ. Στέλιος Στυλιανού (Μ.Υ. 1) και ο ιδιώτης γραφολόγος κ. Ανδρέας Παναγιώτου (Μ.Υ.2). Κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια συνολικά 55 έγγραφα, ορισμένα εκ των οποίων περιέχουν προσαρτήματα στα οποία δόθηκε ανάλογη αρίθμηση, άλλα από τα οποία κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και άλλα ύστερα από την αποδοχή τους μετά από ένσταση. Αναφορά στο περιεχόμενο αυτών των εγγράφων και αξιολόγηση τους θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο της απόφασης. Οι ενάγοντες είναι αδέρφια και κάτοικοι Λεμεσού. Στην κατάθεση του ο ενάγοντας 1 ανέφερε ότι είχε μάθει για την εναγόμενη εταιρεία τον Ιανουάριο του 2000 από κάποιο κουμπάρο του Ευάνθη Σιακαλλή. Αυτός ήταν που τον έπεισε να επενδύσει σ΄αυτή την εταιρεία αφού του μίλησε με καλά λόγια γι΄αυτήν μεταξύ των οποίων ότι θα έμπαινε πολύ σύντομα στο ΧΑΚ και ότι η μετοχή της θα είχε καλές προοπτικές. Προς τούτο του είχε δείξει διάφορες ανακοινώσεις της εταιρείας που αναφέρονταν στο πρόγραμμα της και τις επενδύσεις της. Αντίγραφα αυτών των ανακοινώσεων έγιναν αποδεκτά μετά από ένσταση της πλευράς της εναγόμενης και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 και
- Αφού συζήτησαν το θέμα με τον αδελφό του ενάγοντα 2 αποφάσισαν να επενδύσουν μαζί αγοράζοντας 30.000 μετοχές της εναγόμενης για τις οποίες κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.22.530,
- Κατέβαλαν αρχικά μέσα στον Ιανουάριο του 2000 το ποσό των Λ.Κ.2.250,00 ως προκαταβολή με επιταγή, αντίγραφο της οποίας κατάθεσε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Ακολούθησαν διάφορες επιστολές από την εναγόμενη οι οποίες επιβεβαίωναν τα όσα ο κ. Σιακαλλής τους έλεγε όπως οι επιστολές με ημερομηνία 2.03.2000 και 5.04.2000 οι οποίες κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 3 και
- Το υπόλοιπο του τιμήματος δηλαδή το ποσό των Λ.Κ.20.280,00 το κατέβαλαν στις 26.04.2000 και πάλι με επιταγή αντίγραφο της οποίας σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι η πρώτη επαφή που είχε με αυτή την εταιρεία ήταν όταν του μίλησε γι΄ αυτήν τον Ιανουάριο του 2000 ο κ. Σιακαλλή, έτσι όταν αυτή είχε ιδρυθεί το 1977 δεν την γνώριζε. Τις ιδρυτικές μετοχές τούς τις είχε παραχωρήσει η εναγόμενη εταιρεία τον Ιούνιο του 2000 όταν τους είχαν στείλει τους τίτλους των μετοχών τους και κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 τον τίτλο των 30.000 συνήθων μετοχών και ως Τεκμήριο 8 τον τίτλο των 30 ιδρυτικών μετοχών. Μαζί με τους τίτλους είχε σταλεί και μια επιστολή την οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο 9 και η απόδειξη για την πληρωμή του ποσού που κατέβαλαν την οποία κατάθεσε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Μετά που πλήρωσαν αυτά τα χρήματα μια φορά το χρόνο πήγαιναν στις συνελεύσεις της που συγκαλούσε η εναγόμενη εταιρεία όπου ανακοινώνονταν οι δραστηριότητες της. Έμαθε ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε κάμει αίτηση για να ενταχθεί στο ΧΑΚ τον Ιούνιο του 2000 αλλά δεν είχαν εισαχθεί μέχρι την ημερομηνία που κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενημερώθηκαν αργότερα με κάποια επιστολή των εναγόμενων για κάποιο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η εταιρεία να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ. Το 2002 μέσω του δικηγορικού γραφείου Μακεδόνα και Τσιάτταλου ζήτησαν την επιστροφή των χρημάτων τους με επιστολές τους με ημερομηνία 29.07.2002 και 21.08.2002 φωτοαντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως τεκμήρια 11 και
- Η εναγόμενη αρνήθηκε να τους τα επιστρέψει. Αργότερα στις 5.09.2005 μέσω του δικηγορικού γραφείου που τους εκπροσωπεί στη παρούσα διαδικασία Ανδρέας Κουκούνης & Σία επέδωσαν στην εναγόμενη επιστολή με ημερομηνία 22.08.2005 με την οποία αξίωναν την επιστροφή των χρημάτων τους αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Ούτε σε αυτή την περίπτωση υπήρξε ανταπόκριση και έτσι αναγκάστηκαν στη συνέχεια να εγείρουν την παρούσα αγωγή αξιώνοντας την επιστροφή των χρημάτων τους, των τόκων και εξόδων. Μέχρι την ημέρα που κατέθετε δεν υπήρξε τέτοια ανταπόκριση. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 14 επιστολή του ΧΑΚ σε σχέση με την αίτηση της εναγόμενης για την εισαγωγή των τίτλων της και ως Τεκμήρια 14 και 15 πιστοποιητικά Διευθυντών και Γραμματέα της εναγόμενης εταιρείας. Κατάθεσε ως τεκμήριο 17 δέσμη αντιγράφων της ιστοσελίδας της εναγόμενης εταιρείας από 1.04.2008 - 5.06.
- Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι γνώριζε ότι ο κ. Σιακαλλή αν και δεν ήταν ο ίδιος διευθυντής ή αξιωματούχος της εναγόμενης είχε πάρα πολύ καλές σχέσεις με τον διευθυντή της κ. Σ. Στυλιανού. Γνώριζε επίσης ότι ο κ. Σιακαλλή είχε αναλάβει να εξεύρει επενδυτές στη Λεμεσό για να επενδύσουν στην εναγόμενη. Πίστεψε ότι η εναγόμενη ήταν μια καλή εταιρεία από τα λόγια του κ. Σιακαλλή αλλά και τις ανακοινώσεις που η ίδια η εναγόμενη εξέδιδε όπως για παράδειγμα το Τεκμήριο 1 και γι΄αυτό επένδυσαν σε αυτή. Παραδέχθηκε ότι πριν αγοράσουν τις μετοχές της εναγόμενης δεν είχαν οποιανδήποτε επαφή με κάποιο από τους διευθυντές της. Παρέπεμψε σε συγκεκριμένο απόσπασμα του Τεκμηρίου 2 όπου αναφέρεται για την εξαγορά δύο εταιρειών και ότι διαπραγματευόταν την εξαγορά αριθμού άλλων εταιρειών. Ότι επρόκειτο για την αγορά της εταιρείας Pellapais και των Γαλακτοκομείων Κουλλαπή του το είχε αναφέρει ο κ. Σιακαλλή. Αναφέρθηκε σε δημοσίευμα στην ιστοσελίδα της εναγόμενης (Τεκμήριο 17) όπου αναφέρεται για την πλήρη εξαγορά της εταιρείας Stylianou Trading House Ltd την 1η Μαΐου
- Ανέφερε ότι το πιο πιθανόν είναι ότι είχε δει την ανακοίνωση της εναγόμενης (Τεκμήριο 2) πριν αποφασίσει να αγοράσει μετοχές από την εν λόγω εταιρεία τον Ιανουάριο του
- Σε ερώτηση πως είναι δυνατό η εταιρεία να είχε γίνει δημόσια την 28.01.2000 αλλά να είχε προχωρήσει στην εξαγορά άλλων εταιρειών πριν από αυτή την ημερομηνία όπως αναγράφεται στο Τεκμήριο 2 ανέφερε επί λέξη ¨Δεν ξέρω ήταν δημόσια όταν πήρα το φυλλάδιο. Εγώ το είχα διαβάσει¨. Στη συνέχεια σε άλλη ερώτηση σε σχέση με το πώς του έγιναν παραστάσεις από την εναγόμενη αφού δεν είχε δει κανένα από τους διευθυντές της, ανέφερε επί λέξη: ¨ Έχουμε καταθέσει τα τεκμήρια όπου φαίνονται¨. Επέμενε στη θέση του ότι πριν αγοράσουν τις μετοχές είχαν δει τα Τεκμήρια 1 και
- Παραδέχθηκε ότι στις καταθέσεις που είχε δώσει στην αστυνομία στις 11.11.2002 και στις 22.05.2003, οι οποίες σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 18 και 19, δεν έκανε καμιά αναφορά σε σχέση με αυτές τις ανακοινώσεις. Επέμενε όμως ότι ο κ. Σιακαλλή του είχε μιλήσει γι΄αυτήν την εταιρεία και μετά του έδειξε ανακοινώσεις και τότε μόνο έδωσε τα χρήματα για την αγορά των μετοχών. Στη συνέχεια και αφού του υποδείχθηκε να διαβάσει την κατάθεση του προς την αστυνομία το Τεκμήριο 19, ανέφερε ότι μετά που αγόρασε τις μετοχές είχε δει τις ανακοινώσεις και στη συνέχεια ανέφερε ότι εννοούσε μετά που είχε πληρώσει την προκαταβολή. Δικαιολόγησε τις διαφορετικές απαντήσεις που έδιδε στο γεγονός ότι ήταν λάθος έκφραση καθώς δεν είναι δικηγόρος αλλά απλά ένας απόφοιτος Τεχνικής Σχολής. Για τις αγορές μετοχών άλλων εταιρειών που είχε κάμει, σε ερώτηση εάν διάβαζε τα έγγραφα τους, ανέφερε ότι είχε αγοράσει μετοχές από εισηγμένες εταιρείες στο ΧΑΚ ¨επρόκειτο για εισηγμένες μετοχές. Η δική σας δεν ήταν εισηγμένη. Μου είπατε ότι θα εισαγόταν¨ ήταν η πλήρης απάντηση του. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε διαβάσει το ενημερωτικό δελτίο της εναγόμενης και στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν το είχε παραλάβει ούτε και γνώριζε εάν του είχε αποσταλεί. Σε ερώτηση με ποιο τρόπο η εναγόμενη τους είχε πληροφορήσει ότι τους παραχωρούσαν 30.000 μετοχές της, ανέφερε ότι αυτό είχε γίνει μέσω του κουμπάρου του κ. Σιακαλλή. Παραδέχθηκε ότι του είχε αποσταλεί από την εναγόμενη το Τεκμήριο 10 που είναι η επιστολή με ημερομηνία 5.04.2000 για την παραχώρηση σ΄αυτούς των μετοχών. Σε ερώτηση αν μαζί με εκείνο το έγγραφο, τους είχε αποσταλεί και μια άλλη επιστολή με την ίδια ημερομηνία, αρχικά όταν του υπεδείχθη αντίγραφο της, αρνήθηκε ότι είχε δει ξανά εκείνο το έγγραφο και όταν του υπεβλήθη ότι συνόδευε το Τεκμήριο 10, ανέφερε αρχικά ότι μπορεί πράγματι να τους είχε σταλεί με το Τεκμήριο 10 και συνέχισε λέγοντας ότι μπορεί να το είχαν χάσει καθώς είναι μια πολύτεκνη οικογένεια. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν το θυμόταν και στη συνέχεια ότι μπορεί να παράπεσε κάπου καθώς ανακαίνιζαν τότε το σπίτι τους. Η επιστολή εκείνη σημειώθηκε ως Τεκμήριο για Αναγνώριση και στη συνέχεια όταν κατάθεσε ο Μ.Υ. 1 κατατέθηκε ως κανονικό Τεκμήριο
- Στη συνέχεια σε άλλη υποβολή ότι τα δύο προηγούμενα έγγραφα μαζί με το ενημερωτικό δελτίο της εταιρείας που τιτλοφορείται ως ¨Πρόσκληση για Εγγραφή¨ τους είχαν σταλεί μαζί, ανέφερε ότι δεν θυμόταν και δεν γνώριζε και στη συνέχεια ανέφερε ότι μπορεί πράγματι να τους είχαν σταλεί. Ανέφερε ότι ήταν στον κουμπάρο του τον κ. Σιακαλλή που είχε δώσει τις δύο επιταγές για την αγορά των μετοχών. Σε άλλη υποβολή ότι η παραχώρηση των μετοχών τους γινόταν με βάσει τα όσα ανέφερε το ενημερωτικό δελτίο όπως τους πληροφορούσαν με την επιστολή με ημερομηνία 5.04.2000, ανέφερε ότι δεν είχε διαβάσει το ενημερωτικό δελτίο. Σε άλλη υποβολή ότι στα πιο πάνω έγγραφα γινόταν ενημέρωση στους μετόχους ότι δεν θα μπορούσε η εταιρεία να εισαχθεί το ΧΑΚ εφόσον δεν πληρούσε βασική προϋπόθεση εισαγωγής της, ανέφερε ότι άλλα έλεγαν στις επιστολές τους περί καλών προοπτικών και επανέλαβε ότι δεν είχαν παραλάβει το ενημερωτικό δελτίο. Σε ερώτηση κατά πόσο είχαν πάρει απάντηση στις επιστολές τους Τεκμήρια 11 και 12 με τις οποίες αξίωναν την επιστροφή των χρημάτων τους, ανέφερε ότι πράγματι τους είχαν απαντήσει ότι δεν θα τους επέστρεφαν τα χρήματα τους και από ό,τι θυμόταν είχε δημοσιευτεί και σχετική ανακοίνωση σε εφημερίδα. Σε ερώτηση γιατί από το 2002 ανέμεναν τόσα χρόνια για να λάβουν δικαστικά μέτρα, ανέφερε ότι τηλεφωνούσαν του κ. Στυλιανού καθώς είχαν ανάγκη τα χρήματα τους και πήγαινε και στις Γενικές Συνελεύσεις της εταιρείας. Σε ερώτηση ποιες ήταν οι ψευδείς παραστάσεις που τους έγιναν για να αγοράσουν τις μετοχές όπως ισχυρίζονται στην έκθεση απαιτήσεως τους, ανέφερε ότι ήταν οι ανακοινώσεις τις εταιρείας Τεκμήρια 1 και 2 το περιεχόμενο των οποίων πίστεψαν και γι΄αυτό αγόρασαν τις μετοχές. Σε υποβολή ότι οι δύο επιστολές Τεκμήρια 1 και 2 δεν εκδόθηκαν από την εναγόμενη, διερωτήθηκε αν οι επιστολές αυτές είναι και ανύπαρκτες. Ο κ. Χάρης Στυλιανού (Μ.Ε. 2) συνέταιρος στον ελεγκτικό οίκο Ernst & Young ανέφερε ότι το γραφείο τους είχε ετοιμάσει εξελεγμένους λογαριασμούς της εναγόμενης για τα έτη 2001 - 2007 και όταν του ζητήθηκε να καταθέσει αυτούς τους λογαριασμούς μετά από ένσταση της πλευράς της εναγόμενης ότι κάτι τέτοιο δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα δεν επιτράπηκε να τους καταθέσει. Στη συνέχεια έγινε η ακόλουθη δήλωση παραδεκτού γεγονότος: ¨Ότι η εσωτερική λογιστική αξία της μετοχής της εναγόμενης εταιρείας δεν ήταν ποτέ κάτω από τα 42 σ. της λίρας¨. Ο κ. Στέλιος Στυλιανού (Μ.Υ.1) ανέφερε στη γραπτή του δήλωση ότι είναι ένας από τους διευθυντές της εναγόμενης. Αναφέρθηκε στο ιστορικό της εταιρείας ότι ιδρύθηκε στις 17.12.1977 και ότι στις 28.01.2000 είχε μετατραπεί σε δημόσια. Δεν ήταν ευκαιριακή η μετατροπή της σε δημόσια με σκοπό να εισαχθεί στο ΧΑΚ. Προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού του ανέφερε ότι το υπέρ το άρτιο που προέκυψε από τη διάθεση των μετοχών της στο κοινό που ξεπερνούσε το ποσό των 1,5 εκατομμυρίου Λιρών Κύπρου κατατέθηκε στα αποθεματικά της εταιρείας και δεν το καρπώθηκαν οι αρχικοί της μέτοχοι όπως κατά κανόνα είχε συμβεί σε άλλες περιπτώσεις. Εξήγησε τους λόγους που ώθησαν τον ίδιο ουσιαστικά να προχωρήσει με αυτή την ανάπτυξη της εταιρείας. Προήλθε, όπως ανέφερε, από τη διαπίστωση προβλημάτων της κυπριακής αγοράς και πιθανή επιδείνωση τους με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση που αφορούσαν τη παραγωγή, εισαγωγή και διανομή διαφόρων καταναλωτικών προϊόντων και κυρίως ειδών διατροφής. Ήταν δική του ιδέα την οποία συμμερίστηκαν διάφορα άλλα πρόσωπα - εμπορευόμενοι, και έτσι αποφάσισαν την μετατροπή της εναγόμενης σε δημόσια εταιρεία για να ανταγωνιστεί τις μεγάλες υπεραγορές στους πιο πάνω τομείς. Αυτό έγινε σε συνέλευση που έλαβε χώρα στις 28.01.2000 όπου υιοθετήθηκε καταστατικό δημόσιας εταιρείας και δέχθηκε αιτήσεις για αγορά μετοχών της με τη μέθοδο ιδιωτικής τοποθέτησης. Στη συνέχεια η εναγόμενη εταιρεία προχώρησε σε ετοιμασία και ακολούθως κατάθεση στις 27.03.2000 στον Έφορο Εταιρειών, Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή. Το ενημερωτικό δελτίο της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή ήταν στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου σε συγκεκριμένα γραφεία όπως αναγραφόταν στη Δημόσια Πρόσκληση Εγγραφής (Τεκμήριο 21) που είχε αποσταλεί μεταξύ της 8-12 Απριλίου
- Στο ίδιο έντυπο αναφερόταν ότι αντίγραφο είχε αποσταλεί ήδη σε όλους όσους είχαν κάνει ανέκκλητες αιτήσεις ιδιωτικής τοποθέτησης στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και οι ενάγοντες. Με επιστολή με ημερομηνία 5.04.2000 (Τεκμήριο 22) στάλθηκε, όπως αναφέρεται σ΄αυτή, τόσο το ενημερωτικό δελτίο της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή (Τεκμήριο 20) όσο και η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 10). Σε σχέση με τις 30 ιδρυτικές μετοχές που παραχωρήθηκαν στους ενάγοντες, αυτοί πληροφορούνταν με την πιο πάνω επιστολή ότι είχαν τη δυνατότητα να μην τις αποδεχθούν αλλά άσκησαν το δικαίωμα της αγοράς τους. Υπέδειξε τη πρόνοια του ενημερωτικού δελτίου της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή στη σελίδα 10 όπου αναγράφεται ότι η εταιρεία δεν τηρούσε τις προϋποθέσεις του Άρθρου 61
(1)(ε) των περί Χρηματιστηρίου Κανονισμών για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ και ότι τέτοια αίτηση προτίθετο να υποβάλει σε εύθετο (αόριστο) χρόνο και όταν θα ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις που έθετε ο Κανονισμός 61
(1)(ε), δηλαδή τουλάχιστον μετά από 3 χρόνια και επιπλέον αφού συμπληρώσει τους στρατηγικούς της στόχους με την εξαγορά διαφόρων εμπορικών εταιρειών. Παρέπεμψε επίσης στη σελίδα 25 του ίδιου εντύπου, όπου υπό τον τίτλο ¨Έκθεση Ελεγκτών¨ στη παρ. 3 δηλώνεται ότι η εταιρεία δεν είχε αρχίσει ακόμα τη λειτουργία της μέχρι τις 28.02.2000 και για τον λόγο αυτό δεν έχουν ετοιμαστεί οικονομικές καταστάσεις για παρουσίαση στα μέλη της. Παραπομπή επίσης έκαμε και στη σελ. 2 όπου στη 1η παράγραφο αναφέρει με έντονα γράμματα: ¨Το έγγραφο αυτό είναι σημαντικό και απαιτεί την άμεση προσοχή σας. Αν έχετε οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το τι πρέπει να κάνετε, μπορείτε να συμβουλευτείτε τους Συμβούλους Χρηματιστές της παρούσας έκδοσης Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, άλλους επαγγελματίες χρηματιστές, τραπεζίτες, λογιστές, δικηγόρους ή συμβούλους επενδύσεων¨. Έκαμε ιδιαίτερη αναφορά στα Τεκμήρια 1 και 2 και στη σχετική μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε σχέση με το πως περιήλθαν στη κατοχή του και ισχυρίστηκε ότι αυτά τα έγγραφα δεν προέρχονται από την εναγόμενη καθώς είναι φωτοτυπίες, δεν φέρουν ούτε υπογραφή ούτε δήλωση από που προέρχονται, αν δηλαδή προέρχονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας αλλά ούτε και ημερομηνία. Επίσης ένα άλλο επιχείρημα που ανέπτυξε σε σχέση με την πλαστότητα αυτών των εγγράφων είναι ότι στο Τεκμήριο 2 αναφέρει περί δήθεν δύο εξαγορών που έκανε η εταιρεία, απόδειξη ότι δεν μπορεί να αναφέρεται σε ημερομηνία πριν πληρώσουν την προκαταβολή για τις μετοχές τους οι ενάγοντες, δηλαδή πριν την 20η Ιανουαρίου 2000, όπως ο ενάγων 1 ισχυρίστηκε, αφού καμία εξαγορά δεν συμφώνησε ή έστω διαπραγματεύτηκε η εταιρεία πριν την δημοσιοποίηση της στις 28.01.
- Αναφέρθηκε στις εξαγορές πέντε εταιρειών που η εναγόμενη πραγματοποίησε λίγους μήνες αργότερα τον Απρίλιο και τον Μάιο του
- Αν και άνευ σημασίας, όπως ανέφερε, επεσήμανε λάθος καταγραφή στην ιστοσελίδα της εναγόμενης (Τεκμήριο 17) όπου αναφέρεται λανθασμένα ότι η εταιρεία Kristi Mead Products Co. Ltd είχε εξαγοραστεί ολόκληρη στις 27.08.2000 αντί τις 27.04.2000 όπως είναι η πραγματικότητα. Επίσης ποτέ η εναγόμενη δεν είχε διορίσει ως ελεγκτές της το γραφείο Waterhouse Coopers όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 και η πραγματικότητα είναι ότι, όπως ανέφερε και ο Μ.Ε.2 κ. Χάρης Στυλιανού από το 2001 μέχρι και σήμερα ελεγκτικό γραφείο της εναγομένης είναι η Ernst & Young. Για δε τα χρόνια πριν το 2001 ελεγκτές της ήταν το ελεγκτικό γραφείο Βύρων Στυλιανού και Σία όπως αυτό εξάλλου φαίνεται στη σελίδα 26 του ενημερωτικού Δελτίου της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή. Αναφέρθηκε ακόμα και σε ένα άλλο σημείο του Τεκμηρίου 1 το οποίο δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα και το οποίο δείχνει την πλαστότητα αυτού του εγγράφου. Πρόκειται για την αρχή της ανακοίνωσης όπου αναγράφει ότι: ¨Ιδρυθείσα το 1977 η εταιρεία αποφάσισε την 1.12.1999 να μετατραπεί σε δημόσια εταιρεία...¨ αυτό δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια εφόσον αυτή η απόφαση είχε ληφθεί μόλις στη Γενική Συνέλευση στις 28.01.2000 σύμφωνα με το Ειδικό Ψήφισμα Τεκμήριο
- Πέραν αυτού ο ενάγοντας 1 δεν έκαμε καμιά αναφορά σε αυτά τα έγγραφα στις καταθέσεις του στην αστυνομία (Τεκμήρια 18 και 19) στις 11.11.2002 και 22.05.2003, ημερομηνίες πολύ πιο κοντά στα γεγονότα. Ούτε και έκανε τέτοια αναφορά σε αυτά τα έγγραφα στην κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης 11795/2003 στην οποία ο ίδιος ήταν προσωπικά κατηγορούμενος και όπου είχε κριθεί ότι ο ενάγοντας 1 είχε υποπέσει σε αντιφάσεις όταν ισχυρίστηκε ότι είχε τηλεφωνικές συνομιλίες με τον ίδιο πριν αυτός αγοράσει μετοχές της εταιρείας του. Για την προέλευση των πιο πάνω δήθεν ανακοινώσεων της εναγόμενης (Τεκμήρια 1 και 2) προέβηκε σε διάφορες εικασίες. Αναφερόμενος στον κ. Ευάνθη Σιακαλλή δήλωσε ότι ποτέ δεν υπήρξε είτε διευθυντής, είτε αξιωματούχος, είτε έστω απλός υπάλληλος της εταιρείας και καμία πράξη ή δήλωση του δεν μπορούσε σε οποιονδήποτε χρόνο να δεσμεύσει την εναγόμενη εταιρεία. Ούτε η εναγόμενη είχε εξουσιοδοτήσει το πιο πάνω πρόσωπο να προωθήσει την πώληση μετοχών της, ούτε και χρειαζόταν να κάνει κάτι τέτοιο αφού η ζήτηση για μετοχές της κατά τον επίδικο χρόνο ξεπερνούσαν κατά πολύ τις διαθέσιμες μετοχές. Η μόνη σχέση που παραδέχθηκε ότι είχε με το εν λόγω πρόσωπο ήταν ότι πριν πολλά χρόνια εργάζονταν και οι δύο στην Ελληνική Τράπεζα και αργότερα αυτό το πρόσωπο πήρε μετοχές στην εναγόμενη εταιρεία. Παραδέχθηκε ότι είχε συναντήσει και είχε συνομιλήσει για πρώτη φορά με τον ενάγοντα 1 κατά τη Γενική Συνέλευση της Εταιρείας στις 5.12.
- Ισχυρίστηκε ότι κατά την εν λόγω Γενική Συνέλευση ο ενάγοντας 1 όταν τέθηκε το ζήτημα μείωσης του κεφαλαίου της εταιρείας, για να μπορέσει το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας να επιστρέψει χρήματα σε μετόχους που το επιθυμούσαν σύμφωνα με τον Νόμο 42
(1)/2000 ψήφισε όπως και το 95,65% των μετόχων εναντίον αυτής της ενέργειας (Τεκμήριο 25). Παρόλα αυτά σε λίγους μήνες αξίωσε την επιστροφή του ποσού με το οποίο αγόρασε τις μετοχές του. Εάν παρά την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης προχωρούσε το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και επέστρεφε χρήματα σε επενδυτές σύμφωνα με τον επίδικο Νόμο θα διέπρατταν ποινικό αδίκημα και διερωτήθηκε πως γίνεται ένας νόμος να αναγκάζει το Διοικητικό Συμβούλιο μιας εταιρείας να διαπράττει ποινικό αδίκημα που προβλέπεται σε άλλο νόμο. Επεσήμανε ότι: (α) η αίτηση των εναγόντων όσο και η πληρωμή της προκαταβολής τους έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 2000 πριν τη δημοσίευση του επίδικου νόμου 42
(1)/2000, (β) η παραχώρηση των μετοχών στους ενάγοντες έγινε στις 5.04.2000 επίσης πριν τη δημοσίευση του επίδικου νόμου και (γ) η Δημόσια Πρόσκληση για Εγγραφή της Εταιρείας κατατέθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 27.03.2000 επίσης πριν την έναρξη του επίδικου νόμου. Εξήγησε στη συνέχεια ότι οι πρόνοιες του Νόμου 42
(1)/2000 που τέθηκε σε εφαρμογή στις 7.04.2000, του οποίου το Άρθρο 3
(1)μεταγενέστερα κρίθηκε αντισυνταγματικό, υποχρέωσαν την εταιρεία να προβεί σε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ εντός τακτού χρονικού διαστήματος και ήταν για αυτόν τον λόγο που αιτήθηκε από τις αρχές του ΧΑΚ εξαίρεση από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 61
(1)(ε) των περί Χρηματιστηρίου Κανονισμών όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
- Λόγω καθυστέρησης εξέτασης της αίτησης από το ΧΑΚ αυτό της παρείχε παράταση επιστροφής των χρημάτων σε επενδυτές όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 14 και
- Σύμφωνα με τα έγγραφα του Τεκμηρίου 29 που είναι οι επιστολές της εναγόμενης προς το ΧΑΚ για παρατάσεις, η εναγόμενη δήλωνε ότι δεν ευθυνόταν αυτή για τη μη έγκριση της αίτησης της πράγμα που ποτέ το ΧΑΚ δεν το αμφισβήτησε. Ενώ το Συμβούλιο του ΧΑΚ έγκρινε την εξαίρεση της εναγόμενης από τον Καν. 61
(1)(ε) απέστειλε την αίτηση της στις 12.07.2001 στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τη σύμφωνο γνώμη της όπως προνοεί η σχετική νομοθεσία. Η εναγόμενη συμμορφώθηκε σε υπόδειξη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για ετοιμασία ανεξάρτητου λογιστικού και νομικού ελέγχου της εταιρείας και όλων των εξαρτημένων εταιρειών της και παρόλα αυτά στις 6.02.2002 αρνήθηκε να δώσει τη σύμφωνο γνώμη της και ακολούθως το ΧΑΚ στις 10.05.2002 απέρριψε την αίτηση. Επομένως το χρονικό διάστημα των τριών μηνών που αναφέρεται στο Άρθρο 58 Α3(β) του επίδικου νόμου δεν ήταν αρκετό για την εξέταση των αιτήσεων που υποβάλλονταν. Αυτό εξάλλου αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο της επιστολής του ίδιου του ΧΑΚ (Τεκμήριο 30), ότι από τις 150 εταιρείες που υπέβαλαν αίτηση μεταξύ 7.04.2000 και 16.02.2001 μόνο σε μια περίπτωση μπόρεσε να δώσει τη σύμφωνη γνώμη του εντός της προθεσμίας των τριών μηνών. Στις 23.06.2003 αλλά και σε δύο άλλες μεταγενέστερες περιπτώσεις η εναγόμενη με Ψήφισμα Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης ενέκρινε εξαγορά ιδίων μετοχών με βάση τον νόμο 135
(1)/2000 που προνοεί για εξαγορά μέχρι 10% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας για περίοδο μέχρι μάξιμουμ 2 χρόνων. Οι ενάγοντες δεν αποδέχθηκαν σχετική προσφορά της εναγόμενης εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι υπάρχει συνεχής και ελεύθερη τιμή διαπραγμάτευσης της μετοχής της εταιρείας και υπάρχουν ανά πάσα στιγμή ενδιαφερόμενοι αγοραστές. Η τιμή κυμαινόταν και σήμερα κυμαίνεται, όπως για όλες τις μετοχές, βάση της προσφοράς και ζήτησης. Ισχυρίστηκε αδυναμία της εταιρείας να εφαρμόσει τους Νόμους 42
(1)/2000 και 135
(1)/2000 που έρχονταν σε ευθεία σύγκρουση μεταξύ τους. Επρόκειτο δε για ζήτημα που απασχόλησε το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγόμενης. Αναφέρθηκε μάλιστα σε διαβήματα της ίδιας της εναγόμενης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή από όπου ασκήθηκαν πιέσεις για συμμόρφωση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε εναρμονιστική νομοθεσία και κατάργηση του Νόμου 42
(1)/2000 δίδοντας της μάλιστα προθεσμία δύο μηνών για να συμμορφωθεί. Σχετικά είναι τα τηλεμηνύματα με τα οποία είχε ενημερωθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια 31 (α-γ) και σχετική είναι επίσης η δημοσίευση στην ιστοσελίδα της Επιτροπής η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 32. Με αυτές τις παραστάσεις η Κυπριακή Κυβέρνηση κατάργησε αμέσως τη σχετική νομοθεσία τον Ν. 9
(1)/2001 ο οποίος διατηρούσε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που πήγαζαν από τον προηγουμένως στις 16.01.201 καταργηθέντα Νόμο 42
(1)/
- Αρνήθηκε ότι εναγόμενη παρέλαβε τις δύο επιστολές (Τεκμήρια 11 και 12) τα οποία ο ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι απέστειλε μέσω των δικηγόρων του Μακεδόνα & Τσιάτταλου. Εξήγησε με βάσει τη δοθείσα μαρτυρία γιατί επιμένει στον πιο πάνω ισχυρισμό του, ότι δηλαδή ενώ στο Τεκμήριο 11 αναγράφει ότι αυτή παραδόθηκε ¨Διά Χειρός¨ και με ¨Φάξ¨, εντούτοις ο ενάγοντας 1 κατάθεσε μαζί με το αντίγραφο της και φωτοτυπημένη απόδειξη ταχυδρομείου που δείχνει ότι στάλθηκε ασφαλισμένη και μάλιστα την ίδια ημέρα που συγγράφτηκε. Διερωτήθηκε προς τι τότε η αναφορά σε παράδοση με τους πιο πάνω τρόπους. Υποστήριξε ότι ο ενάγοντας 1 προσπαθεί με κατασκευασμένες φωτοτυπίες να δημιουργήσει μαρτυρία για στήριξη της υπόθεσης του και ότι για πρώτη φορά απέστειλε επιστολή για επιστροφή των χρημάτων του πολύ καθυστερημένα στις 22.08.2005 την οποία και παρέλαβε η εναγόμενη εταιρεία στις 5.09.2005 (Τεκμήριο 13). Η διεύθυνση στην οποία στάλθηκαν οι δύο αυτές επιστολές είναι λανθασμένη όπως φαίνεται από τη διεύθυνση της εταιρείας όπως αυτή εμφαίνεται επί των Τεκμηρίων 20 και
- Κατάθεσε σειρά εγγράφων επί των οποίων εμφαίνονται η υπογραφή του ίδιου όπως και του πατέρα του Χρίστου Στυλιανού στον οποίο είχε δοθεί πληρεξούσιο να παραλαμβάνει συστημένες επιστολές από το ταχυδρομείο. Ακόμα και να είχε υποχρέωση η εναγόμενη να επιστρέψει χρήματα στον ενάγοντα βάσει του Άρθρου 58 Α3 (β) του Νόμου 42
(1)/2000 τέτοια ενδεχόμενη υποχρέωση της θα ήταν η επιστροφή εντός 10 ημερών από τη λήψη της επιστολής του ενάγοντα, δηλαδή μέχρι την 15.09.2005. Ο νόμος όμως 9
(1)/2001 που διατηρούσε σε ισχύ τέτοια ενδεχόμενη υποχρέωση της εναγόμενης καταργήθηκε στις 9.09.2005 και έτσι καταργήθηκε και η όποια υποχρέωση της εναγόμενης για επιστροφή χρημάτων στους ενάγοντες με βάση τον Ν. 42
(1)/2000 όταν μάλιστα η παρούσα αγωγή ηγέρθη στις 14.10.2005 μετά δηλαδή που καταργήθηκε ο νόμος. Τέλος, ανέφερε ότι το Άρθρο 58 Α 3 (β) του Νόμου 42
(1)/2000 δημιουργεί ανεπίτρεπτη ανισότητα μεταχείρισης των μετόχων μιας εταιρείας διαχωρίζοντας τους σε προνομιούχους και μη προνομιούχους μετόχους ανάλογα με το πως απέκτησαν τις μετοχές τους, διάκριση η οποία είναι ανεπίτρεπτη στο εταιρικό δίκαιο και στην οποία η εναγόμενη δεν συνηγόρησε. Στην αρχή της αντεξέτασης του εξήγησε για τη διαφορά των ιδρυτικών μετοχών με τις συνήθεις εξηγώντας ότι οι ιδρυτικές μετοχές ήταν οι μόνες που είχαν δικαίωμα ψήφου. Πριν τη δημόσια πρόσκληση δικαίωμα ψήφου είχε ο ίδιος και η σύζυγος του που κατείχαν τις ιδρυτικές μετοχές. Κατά την άποψη του οι ενάγοντες θεωρούνται ιδρυτικά μέλη της εταιρείας μετά την επανίδρυση της και την μετατροπή της σε δημόσια εταιρεία. Στη συνέχεια του ζητήθηκε να εξηγήσει ποιος έπαιρνε τις αποφάσεις για την εταιρεία για διάφορα χρονικά διαστήματα μέχρι τον Ιούνιο του
- Ανέφερε ότι μεταξύ 5.04.2000 και Ιουνίου του 2000 δεν είχε συγκληθεί Γενική Συνέλευση των Μετόχων της εταιρείας και ότι στις 30.04.2001 είχε δοθεί δικαίωμα ψήφου και στις συνήθεις μετοχές της εταιρείας. Απέρριψε υποβολή ότι από τον Δεκέμβριο του 1999 μέχρι και τον Ιούνιο του 2000 αυτός που διοικούσε ¨έκαμνε κουμάντο¨ στην εταιρεία ήταν ο ίδιος χωρίς να ρωτά οποιονδήποτε άλλο. Ανέφερε ότι υπήρχαν 5 διευθυντές όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 15 και στις σελ. 12 και 13 του τεκμηρίου
- Ακόμα όταν στις 5.04.2000 παραχωρήθηκαν ιδρυτικές μετοχές, πολλά άτομα που είχαν πάρει τέτοιες μετοχές απέκτησαν δικαίωμα ψήφου. Η απόφαση για μετατροπή της εταιρείας σε δημόσια είχε ληφθεί μέσα στο Δεκέμβριο του 1999 και το ψήφισμα για να μετατραπεί σε δημόσια λήφθηκε στις 28.01.2000 όταν έγινε Γενική Συνέλευση. Από τον Δεκέμβριο του 1999 μέχρι τον Ιούνιο του 2000 είχαν γίνει πάρα πολλές συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Αρνήθηκε να καταθέσει πρακτικά των εν λόγω συνεδριάσεων καθώς είναι εμπιστευτικής φύσεως και άπτονται της πολιτικής της εταιρείας και δεν θα πρέπει να δημοσιοποιούνται. Έφερε ως παράδειγμα μιας τέτοιας συνεδρίασης εκείνη της 27ης Μαρτίου 2000 τα πρακτικά της οποίας σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
- Αρνήθηκε ότι η εναγόμενη είχε πρόθεση να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ από τον Δεκέμβριο του
- Η απόφαση όπως εξήγησε για υποβολή αίτησης πάρθηκε στις 27.03.2000 και αφού προηγήθηκε ο Νόμος 42
(1)/2000 ο οποίος την εξανάγκασε να το κάνει. Ανέφερε ότι γνώριζε τον Καν. 61
(1)(ε) των περί Χρηματιστηρίου Κανονισμών πριν την δημοσιοποίηση της εναγόμενης. Αυτό το ζήτημα χάριν συζήτησης είχε συζητηθεί και κατά τη πρώτη συνάντηση στα μέσα Δεκεμβρίου 1999 στην οποία αναφέρθηκε στην αρχή της κατάθεσης του. Σκοπός ήταν η ίδρυση μιας υγιούς εταιρείας και όχι η εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ για διαπραγμάτευση. Παραδέχθηκε ότι τη περίοδο του 1999 - 2000 είχε ασχοληθεί αρκετός κόσμος με επενδύσεις σε μετοχές μέσω του ΧΑΚ. Ανέφερε ότι τα πενήντα περίπου πρόσωπα που είχαν λάβει μέρος στη πρώτη εκείνη σύσκεψη ήταν σοβαροί επιχειρηματίες, ασχολούνταν με το εμπόριο και δεν ήταν ¨κουμαρτζήδες¨. Η εισαγωγή των τίτλων της εταιρείας όπως καθορίζεται και στη σελ.10 του τεκμηρίου 20 ήταν ένας από τους μακροχρόνιους στόχους της εταιρείας. Εξήγησε τις ενέργειες του για την εξαίρεση από τον Κανονισμό 61
(1)(ε) προϋποθέσεις του οποίου δεν εκπλήρωνε η εναγόμενη και ότι είχαν λάβει προφορικές διαβεβαιώσεις ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα εκ μέρους του ΧΑΚ καθώς υπήρξε και προηγούμενο παροχής τέτοιας εξαίρεσης σε κάποια άλλη εταιρεία. Σε ερώτηση γιατί στην επιστολή της εταιρείας με ημερομηνία 5.04.2000 (Τεκμήριο 4) δεν ενημέρωναν τους προτιθέμενους μετόχους της για το πρόβλημα που παρουσιαζόταν με αυτόν τον Κανονισμό, ανέφερε ότι η εταιρεία είχε Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο έπαιρνε τις αποφάσεις και είχαν τη δυνατότητα όσοι ενδιαφέρονταν να είχαν ρωτήσει οτιδήποτε επιθυμούσαν στη Γενική Συνέλευση. Σίγουρα δεν επιθυμούσαν να μπλέξουν τους μετόχους με νομικούς όρους και κανονισμούς. Τους είχαν ενημερώσει για τις εξαγορές τις οποίες θεωρούσαν πετυχημένες και σίγουρα δεν θα τους ενημέρωναν για κάθε πρόβλημα που παρουσιαζόταν. Ανέφερε ότι σε όλες τις διαδικασίες ενώπιον των Δικαστηρίων τα Τεκμήρια 1 και 2 μετά που αντιλήφθηκε περί τίνος επρόκειτο έχουν κατατεθεί με ένσταση καθώς τα θεωρεί ως κατασκευασμένα έγγραφα τα οποία περιέχουν ανακρίβειες. Παραδέχθηκε ότι σε κάποιες από τις πρώτες διαδικασίες κατατέθηκαν εκ συμφώνου καθώς δεν είχε φανταστεί ότι θα μπορούσαν να είχαν κατασκευαστεί τέτοια έγγραφα, πρόκειται για ανυπόγραφα έγγραφα χωρίς ημερομηνία κάτι το οποίο η εναγόμενη δεν συνήθιζε να κάμνει. Σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 με ημερομηνία 2.03.2000 το οποίο επίσης ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν προέρχεται από την εναγόμενη, παρόλο ότι αυτό δείχνει, εκ πρώτοις όψεως, δεν παύει να είναι παρά μια φωτοτυπία και ειδικά για το λεκτικό ότι: ¨...εντός πάντοτε των Κανονισμών του Χρηματιστηρίου στο οποίο προσβλέπουμε να ενταχθούμε.¨ ανέφερε ότι αυτή η φράση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι λέγει πότε θα ενταχθούν. Σε σχέση με την εξαγγελία για προκαταρτική συμφωνία εξαγοράς υφιστάμενης εταιρείας διανομής ανέφερε ότι αυτή ήταν η εταιρεία Stylianou Trading Ltd και τις αντιπροσωπείες που είχε αυτή εταιρεία της οποίας τελικά η εξαγορά έγινε την 1.05.2005 μετά που ολοκληρώθηκαν οι μελέτες για να καθοριστεί η πραγματική της αξία. Παρέπεμψε στη κατάθεση του όπου αναφέρθηκε με λεπτομέρειες σε πέντε εταιρείες τις οποίες εξαγόρασε η εναγόμενη. Αρνήθηκε υποβολή ότι με όσα αναφέρει η εναγόμενη στην επιστολή της με ημερομηνία 5.04.2000 (Τεκμήριο 4) παραπλανά τους επενδυτές και τους πιθανούς ενδιαφερόμενους μετόχους της, ότι τάχα θα εντασσόταν στο ΧΑΚ και ανέφερε ότι αυτές οι εξαγορές είχαν γίνει και άρα καμιά παραπλάνηση δεν υπήρξε του επενδυτικού κοινού. Σε σχέση με το λεκτικό της επιστολής με ημερομηνία 5.04.2000 (Τεκμήριο 22) ότι δηλαδή ¨...και η αίτηση μας στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου θα ακολουθήσει αμέσως μετά¨, ανέφερε ότι αυτή η επιστολή συντάχθηκε λίγες ημέρες μετά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης όπου είχε εξεταστεί το πρόβλημα που προέκυπτε με τον Καν. 61
(1)(ε) αλλά και πάλι δεν είναι παραπλανητικά όσα λέγονται σ΄αυτή καθώς ακολούθησε πράγματι η αίτηση στο ΧΑΚ και ο λόγος που δεν έγινε μνεία του Κανονισμού ήταν καθώς δεν αναφέρονταν σ΄αυτές τις επιστολές σε νομικά θέματα αλλά σε όσα έπρεπε να ξέρουν οι επενδυτές. Στη συνέχεια ρωτήθηκε για την διαδικασία πληρωμής ή εξόφλησης των μετοχών από τους επενδυτές και την έκδοση των τίτλων και την αποστολή τους στους δικαιούχους τους. Σε ερώτηση γιατί δεν ενημερώθηκαν οι προτιθέμενοι επενδυτές για το ρίσκο που αναλάμβαναν λόγω του Καν. 61
(1)(ε) να μην εισαχθούν τελικά οι μετοχές τους στο ΧΑΚ τον Μάρτιο του 2000 όταν προέκυψε το ζήτημα, ανέφερε ότι ήδη το είχε κάμει η εναγόμενη με το ενημερωτικό της δελτίο όπου αναφερόταν σ΄αυτό το ζήτημα. Όταν του υποδείχθηκε η επιστολή της εναγόμενης με ημερομηνία 1.06.2008 για να καταδειχθεί η ανακολουθία της σε σχέση με την κατάλληλη ενημέρωση που έπρεπε να τύγχαναν οι μέτοχοι ή οι προτιθέμενοι μέτοχοι της εταιρείας, ανέφερε ότι μετά από πολλά χρόνια δικαστικών αγώνων θεώρησε ορθό να ενημέρωνε τους μετόχους της εταιρείας τους για την δικαστική επιτυχία που είχαν σε κάποια συγκεκριμένη υπόθεση με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αντίθετα το 2000 δεν υπήρχαν δικαστικές διαμάχες ή διένεξη της εταιρείας με κάποιους από τους μετόχους της. Όταν του υποδείχθηκε άλλη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 43 η οποία δεν δικαίωνε τις θέσεις της εναγόμενης και ρωτήθηκε αν κατά παρόμοιο τρόπο ενημερώθηκαν οι μέτοχοι της, ανέφερε ότι η συγκεκριμένη απόφαση έχει προσβληθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εν πάση περιπτώσει οι μέτοχοι ενημερώθηκαν σε Γενική Συνέλευση της Εταιρείας γι΄αυτή την απόφαση. Παραδέχθηκε ότι η εταιρεία τηρούσε τέτοια στάση που αποσκοπούσε στην αποφυγή έγερσης άλλων αγωγών. Για αποφάσεις πρωτόδικων δικαστηρίων από τη στιγμή που θα καταχωρούσαν έφεση δεν εκδιδόταν ανακοίνωση. Ο ίδιος πιστεύει ότι το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στο ενημερωτικό δελτίο για το κώλυμα που είχε η εταιρεία να αιτηθεί την εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ είναι ξεκάθαρο και εάν κάποιος δεν το καταλάβαινε θα μπορούσε κάλλιστα να αποταθεί είτε στην εταιρεία είτε σε άλλους αρμοδίους για να ενημερωθεί όπως διαλάμβανε το ίδιο το δελτίο στη σελίδα
- Απέρριψε υποβολή ότι άλλα είναι αυτά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 27 και άλλα αυτά που καταγράφτηκαν στο Τεκμήριο
- Επέμενε, εξηγώντας τη διαδικασία που ακολούθησαν κατά την υποβολή της αίτησης της εναγόμενης για ένταξη των τίτλων της στο ΧΑΚ, ότι δεν υπήρξε καμιά παραπλάνηση του κοινού και όλες οι παραστάσεις που είχαν γίνει ήταν αληθείς. Στο Τεκμήριο 34 που είναι μια εξουσιοδότηση της εναγόμενης εταιρείας για παραλαβή αλληλογραφίας από άλλο πρόσωπο από την ίδια ως παραλήπτη, οι υπογραφές που φαίνονται είναι δικές του και οι σφραγίδες είναι αυτές των εταιρειών όπως τις χρησιμοποιούσαν πριν την 28.02.
- Προς τούτο παρουσίασε τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης με ημερομηνία 28.02.2000 και 26.10.2004 (Τεκμήρια 44 και 45) σύμφωνα με τα οποία αντικαταστάθηκαν οι σφραγίδες της εταιρείας. Παρόλο ότι δέχθηκε ότι τα πιο πάνω πρακτικά παρουσιάστηκαν και σε άλλη δικαστική διαδικασία, εντούτοις επέμενε ότι ως αρχή της εταιρείας είναι να μη κοινοποιούν τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου και δεν το κάμνει μόνο όπου τον συμφέρει, όπως του υποβλήθηκε. Εξάλλου, όπως ανέφερε, τα Τεκμήρια 44 και 45 δεν εμπεριέχουν οποιοδήποτε μυστικό της εταιρείας αλλά αυτά που ο νόμος επέβαλλε ότι δηλαδή θα έπρεπε να αντικατασταθούν οι σφραγίδες της εταιρείας. Εξήγησε ότι στο Τεκμήριο 34 που είναι έγγραφο με ημερομηνία 14.11.2000 φαίνεται κάποια σφραγίδα της εταιρείας η οποία είχε ξεχαστεί στο γραφείο και την ύπαρξη της οποίας ο ίδιος δεν γνώριζε και ότι λανθασμένα χρησιμοποιήθηκε από κοπέλα του γραφείου της εναγόμενης. Αρνήθηκε, όπως και όταν κατατέθηκε και σε άλλη δικαστική διαδικασία, ότι η εναγόμενη είχε παραλάβει στις 3.10.2002 το συστημένο γράμμα με βάσει την απόδειξη του ταχυδρομείου (Τεκμήριο 46) όπου είχε χρησιμοποιηθεί η ίδια σφραγίδα όπως αυτή φαίνεται στο Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη αυτής της σφραγίδας και εν πάση περιπτώσει δεν θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί σε απόδειξη του ταχυδρομείου αλλά θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί αυτή του Τεκμηρίου
- Όταν του υποδείχθηκαν φωτοαντίγραφα των διπλοασφαλισμένων αποδείξεων του ταχυδρομείου (Τεκμήρια 11 και 12) και τις υπογραφές που φέρουν αυτά στη θέση του παραλήπτη δεν τα αναγνώρισε. Τον Αύγουστο του 2002 ήταν ο μόνος διευθυντής της εναγόμενης όπως αυτό φαίνεται και στο σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 16). Από τις 28.07.2002 μέχρι την 13.04.2003 ήταν ο μόνος διευθυντής της εναγόμενης. Δεν αναγνώρισε τις αποδείξεις του ταχυδρομείου οι οποίες σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 47 - 52 για επιστολές που στάλθηκαν κατά τον Αύγουστο του 2002 και τον Ιανουάριο του 2003 προς την εναγόμενη από διάφορα πρόσωπα και τις υπογραφές του παραλήπτη τους. Σε υποβολή ότι η υπογραφή στα Τεκμήρια 47 - 52 είναι η ίδια με αυτή των Τεκμηρίων 11 και 12, ανέφερε ότι αυτό ο ίδιος δεν το γνωρίζει και θα έπρεπε να κληθεί γραφολόγος για να το επιβεβαιώσει. Το σίγουρο είναι ότι δεν είναι δική του υπογραφή. Απέρριψε υποβολή ότι η εναγόμενη είχε λάβει τις επιστολές Τεκμήρια 11 και 12 διότι εάν είχαν δοθεί δια χειρός θα έπρεπε να υπογράψει ο ίδιος, αν στάλθηκαν μέσω ταχυδρομείου αναφέρεται λανθασμένη διεύθυνση και επί πλέον είναι φωτοτυπίες και διερωτήθηκε γιατί δεν παρουσιάστηκε το πρωτότυπο τους. Παραδέχθηκε ότι ο αριθμός 93 στη Λεωφόρο Φανερωμένης είναι η δική του προσωπική διεύθυνση ενώ η διεύθυνση της εταιρείας είναι στον αριθμό
- Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι λαμβάνει €2.000,00 μηνιαίως ως μισθό από την εναγόμενη συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων παραστάσεων του και άλλων εξόδων ενώ προηγουμένως ο μισθός του ήταν χαμηλότερος. Σε υπόδειξη Οικονομικής Κατάστασης της εναγόμενης με ημερομηνία 31.12.2001 όπου στη παράγραφο 30 αναφέρει ότι συμφωνήθηκε ετήσιος μισθός του το ποσό των Λ.Κ.27.950 πλέον άλλα ωφελήματα, ανέφερε ότι ποτέ δεν είχε πάρει ένα τέτοιο μισθό και επέμενε ότι πάντοτε ο μισθός του ήταν μικρότερος των €2.000,
- Τέλος, αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι η εναγόμενη παρουσιαζόταν στο επενδυτικό κοινό με προοπτική εισαγωγής των τίτλων της στο ΧΑΚ. Υποστήριξε ότι οι επιστολές μετά τις 27.03.2000 είναι πράγματι της εναγόμενης ενώ όσες είναι πριν δεν προέρχονται από την εναγόμενη και είναι κατασκευασμένες. Συμφώνησε ότι μετά τις 27.03.2000 μπορεί να προβάλλεται αυτή η εικόνα αλλά όχι προηγουμένως για τους λόγους που εξήγησε καθώς δεν ήταν στις προσθέσεις τους να εισαχθούν οι τίτλοι της εναγόμενης στο ΧΑΚ. Αρνήθηκε ότι παραπλάνησαν το επενδυτικό κοινό καθώς ποτέ δεν δήλωσαν οτιδήποτε παραπλανητικό ούτε και έκαμαν ψευδείς παραστάσεις. Επέμενε ότι ο ενάγων 1 είχε παρευρεθεί σε Γενικές Συνελεύσεις της εταιρείας από το 2001 μέχρι και πρόσφατα και μάλιστα σε αυτή του 2001 είχε ψηφίσει. Οι εξαγορές στις οποίες προέβη η εναγόμενη είχαν ολοκληρωθεί στις 5.04.2000 αλλά οι διαπραγματεύσεις είχαν ξεκινήσει πριν και είχαν προσυμφωνηθεί υπό την αίρεση ελέγχου από ανεξάρτητους ελεγκτές. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 1 και 2 επέμενε ότι είναι πλαστά και κατασκευασμένα έγγραφα και προσπαθεί να μαζέψει στοιχεία για να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Αρνήθηκε υποβολή ότι με ψευδείς παραστάσεις ξεγέλασαν τους ενάγοντες να επενδύσουν στην εταιρεία του χωρίς αυτή να εισαχθεί στο ΧΑΚ και ότι έχει υποχρέωση να επιστρέψει σ΄αυτούς με τον τόκο τους τα χρήματα με τα οποία αγόρασαν τις μετοχές τους. Κατά την επανεξέταση του διευκρίνισε ότι ήταν ο ενάγοντας 1 Μιχάλης Καρταπάνης που είχε παρευρεθεί στη Γενική Συνέλευση και είχε ψηφίσει εναντίον της επιστροφής των χρημάτων σε επενδυτές της εταιρείας σε φανερή ψηφοφορία. Ο ιδιώτης γραφολόγος Ανδρέας Παναγιώτου (Μ.Υ.2) ανέφερε ότι υπηρέτησε για 38 χρόνια στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου από όπου αφυπηρέτησε με το βαθμό του Ανώτερου Αστυνόμου. Διετέλεσε Διευθυντής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών και υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας της αστυνομίας από το 1988-
- Σύμφωνα με τον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφάλαιο 9 κηρύχθηκε Εμπειρογνώμονας σε θέματα, μεταξύ άλλων, εξέτασης εγγράφων (χειρόγραφα και δακτυλογραφημένα) και αναγνώρισης πλαστών εντύπων. Τα προσόντα του με σχετική δήλωση έγιναν αποδεκτά. Ανέφερε ότι εξέτασε ακολουθώντας τη νόμιμη διαδικασία τα Τεκμήρια 11 α και 12 α και τα Τεκμήρια 35,36,37 και 38 από το φάκελο του Δικαστηρίου όπου είναι κατατεθειμένα. Η έκθεση που ετοίμασε σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Το αποτέλεσμα της εξέτασης που διενήργησε σε δείγματα υπογραφών που παρουσιάζουν τα πιο πάνω τεκμήρια με τις αμφισβητούμενες υπογραφές που παρουσιάζουν τα τεκμήρια 11 α και 12 α ήταν ότι οι δύο αμφισβητούμενες υπογραφές των Τεκμηρίων 11 α και 12 α σε σύγκριση με τις αντιπροσωπευτικές υπογραφές δείγματα που φαίνονται στα Τεκμήρια 37 και 38 διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη γενική μορφή και εμφάνιση, την τεχνική σχηματισμού και την πλοκή. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, κατά τη γνώμη του, κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται ότι υπέγραψαν στα τεκμήρια με τα οποία συγκρίθηκαν, μεταξύ των οποίων οι υπογραφές του κ. Στέλιου Χρίστου Στυλιανού και του κ. Χρίστου Στυλιανού, μπορούν να συνδεθούν με τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Η γνώμη του βέβαια δόθηκε με επιφύλαξη μέχρι να εξετάσει τα πρωτότυπα έγγραφα. Στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι δεν μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα λόγω του ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές ήταν φωτοαντίγραφα. Υποδείχθηκαν στη συνέχεια στον μάρτυρα τα Τεκμήρια 46-52 τα οποία όμως δεν του ζητήθηκε από τη συνήγορο της εναγόμενης να τα αξιολογήσει. Όταν του ζητήθηκε να συγκρίνει τις υπογραφές στα Τεκμήρια 11 α και 12 α με αυτές των Τεκμηρίων 47 και 48 απάντησε ως ακολούθως: ¨ Πρόκειται για γραφικές παραστάσεις οι οποίες δεν έχουν επαρκή γραφολογικά χαρακτηριστικά. Φαίνεται ότι είναι γραμμένα ελεύθερα, με ταχύτητα και αυτοματισμό σχηματίζοντας το ίδιο γραφικό μόρφωμα. Για να καταλήξει όμως στον γραφέα των δύο αυτών υπογραφών πρέπει να έχει στην κατοχή του αντίστοιχα γνήσια δείγματα τόσο σε ανύποπτο χρόνο όσο και δείγματα που πρέπει να δοθούν για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Σχηματίζουν όμως το ίδιο γραφικό μόρφωμα και υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες να έχουν γραφεί από το ίδιο άγνωστο πρόσωπο¨. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Στις εξαντλητικά λεπτομερείς αλλά εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αναφέρθηκαν σε όλα τα θέματα που απασχόλησαν κατά την ακροαματική διαδικασία για τα οποία καλείται το δικαστήριο να αποφασίσει. Η κα Στυλιανού ξεκίνησε την αγόρευση της επισημαίνοντας αδυναμίες και παραλείψεις του δικογράφου των εναγόντων αλλά και της μαρτυρίας που παρουσίασαν ως προς και τις δύο βάσεις τις οποίες προώθησαν και επί των οποίων εδράζεται η αξίωση τους. Αναφέρθηκε ειδικότερα στα φωτοτυπημένα έγγραφα τα οποία κατάθεσαν ως τεκμήρια και συγκεκριμένα στα Τεκμήρια 1 - 4 και 46 - 52 όπως και στις αποδείξεις παραλαβής του ταχυδρομείου (Τεκμήρια 11 και 12) τα οποία εισηγήθηκε όπως μη γίνουν αποδεκτά. Επεσήμανε το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε η καλύτερη δυνατή μαρτυρία όπως προνοείται στο Άρθρο 27
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Για τα δύο πρώτα παρέπεμψε στη μαρτυρία του διευθυντή της εναγόμενης (Μ.Υ.1) ότι αυτά είναι κατασκευασμένα έγγραφα και σ΄αυτά είχαν βασιστεί οι ενάγοντες για να αποφασίσουν να αγοράσουν μετοχές της εναγόμενης. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Μ.Υ.1 παρέμειναν κατά την άποψη της αναντίλεκτοι καθώς δεν αντεξετάστηκε ούτε και του υποβλήθηκε το αντίθετο. Η μη παροχή οποιασδήποτε δικαιολογίας για τη μη προσκόμιση του πρωτότυπου, όπως προνοείται στο Άρθρο 34 του περί Αποδείξεως Νόμου, πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να τα αγνοήσει ως μη αποδεκτή μαρτυρία. Ειδικότερη αναφορά έκαμε στα Τεκμήρια 46-52 τα οποία κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του Μ.Υ. 1 προβάλλοντας ότι αυτά δεν θα έπρεπε να είχαν γίνει αποδεχτά αφού δεν αναγνωρίστηκαν από τον μάρτυρα και έτσι στερήθηκε το δικαίωμα η πλευρά της εναγόμενης να αντεξετάσει τα άτομα τα οποία φέρονται ότι τα συνέταξαν ή τα υπέγραψαν. Κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ειλικρινή και αξιόπιστη τη μαρτυρία της υπεράσπισης σε αντίθεση με αυτή του ενάγοντα 1 για τους διάφορους λόγους που απαρίθμησε. Στη συνέχεια έκαμε αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης παραθέτοντας το ιστορικό της εναγόμενης, τη διαδικασία δημοσιοποίησης της και την αποτυχία της να εισαγάγει τους τίτλους της στο ΧΑΚ. Στο γεγονός ότι εξαναγκάστηκε να υποβάλει αίτηση για ένταξη της στο ΧΑΚ λόγω της νομοθεσίας που στο μεταξύ τέθηκε σε εφαρμογή αν και δήλωνε ότι ήταν μέσα στις προθέσεις της η ένταξη της στο ΧΑΚ σε εύθετο (μελλοντικό κατάλληλο και άρα αόριστο χρόνο) και όχι πριν τη πάροδο τριών χρόνων όπως το διευκρίνιζε σε όλες τις δημοσιεύσεις της και κυρίως στο ενημερωτικό δελτίο της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή, πάντοτε δε κατά την απόλυτη κρίση του Διοικητικού της Συμβουλίου. Αν και η αγωγή στηρίζεται σε διαζευκτικές αιτίες αγωγής δηλαδή (α) στον περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο, τροποποιητικό Νόμο 42
(1)/2000 άρθρα 58 Α
(3)(β) και
(3)
(3)ή/ και δυνάμει του Άρθρου 4 του Ν. 9
(1)/2001 και (β) σε παράβαση σύμβασης, εισηγήθηκε ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί σε σχέση με όλες τις αναφερόμενες αιτίες αγωγής για πολλούς λόγους τους οποίους απαρίθμησε και ανάλυσε σε έκταση σε συσχετισμό με τη δοθείσα μαρτυρία αλλά και με βάσει το νομοθετικό πλαίσιο που ρύθμιζε τα επίδικα θέματα κατά τον επίδικο χρόνο αλλά και τις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις παραπέμποντας και ερμηνεύοντας τη νομοθεσία στην οποία διέκρινε σύγκρουση διαφόρων νομοθεσιών, τη νομολογία και τις αυθεντίες που κατά την άποψη της σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και εξέφρασε τη δική της θέση για το πως θα πρέπει να ερμηνευθούν. Εισηγήθηκε ότι οι διατάξεις του Νόμου 42
(1)/2000 επί των οποίων βασίζεται η αξίωση των εναγόντων είναι αντισυνταγματικές και παραβιάζουν διάφορα Άρθρα του Συντάγματος ή διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του πρώτου Πρωτοκόλλου της όπως και Κοινοτική Οδηγία. Ο κ. Κουκούνης στη δική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον της εναγόμενης καθώς έχουν αποδείξει και τις δύο διαζευκτικές νομικές βάσεις επί των οποίων εδράζεται η απαίτηση τους, τόσο δηλαδή της νομοθεσίας που επιτρέπει την επιστροφή χρημάτων στους επενδυτές όσο και της παράβασης της σύμβασης που οι διάδικοι συνήψαν λόγω ψευδών παραστάσεων, χωρίς να είναι προαπαιτούμενο, όπως εισηγήθηκε, με βάσει τον περί Συμβάσεων Νόμο άρθρο 19
(2)ο τερματισμός της. Επομένως δικαιούνται απόφασης όπως το αιτητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως τους και επιστροφή των χρημάτων τα οποία έχουν αποδείξει ότι κατέβαλαν στην εναγόμενη. Απόδειξαν ακόμα με τη μαρτυρία τους ότι απαίτησαν την επιστροφή τους τρεις φορές καθώς όπως έχει η νομολογία μας το αγώγιμο δικαίωμα έχει δημιουργηθεί στις 14.09.2000 τρεις δηλαδή μήνες μετά την υποβολή της αίτησης της για να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ και άσχετα με το χρόνο που στάλθηκαν οι επιστολές. Αναφέρθηκε και αυτός στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη διαφορά ερμηνεύοντας το και συσχετίζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με τη νομοθεσία που διέπει τα διάφορα ζητήματα και τη νομολογία που στο μεταξύ έχει αναπτυχθεί για τα ειδικότερα θέματα που ενδιαφέρουν, όπως για παράδειγμα αυτό της απόδειξης ύπαρξης παραστάσεων εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ. Εισηγήθηκε ότι ούτε και η θέση της εναγόμενης ότι εξαναγκάστηκε να υποβάλει αίτηση στο ΧΑΚ λόγω της επικείμενης ψήφισης του Νόμου 42
(1)/2000 επηρεάζει καθόλου το δικαίωμα των εναγόντων να ζητήσουν την επιστροφή των χρημάτων τους. Κάλεσε το δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστο το ενάγοντα 1 που κατάθεσε και για τον ενάγοντα 2 και να απορρίψει ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ο οποίος υπέπεσε σε πολλές αντιφάσεις για διάφορα ζητήματα που απασχόλησαν κατά την ακρόαση τις οποίες και επεσήμανε. Παρόλο ότι δεν καταχωρήθηκε υπόμνημα εκ μέρους της εναγόμενης για την ανάπτυξη των θέσεων της περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 58 Α
(3)(β) και έτσι δεν μπορεί να επικαλείται κάτι τέτοιο στην αγόρευση της συνηγόρου της, κατά την εισήγηση του, εντούτοις παρέθεσε την άποψη του και για αυτά τα ζητήματα όπως και της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 77/91 ΕΟΚ. Η δε επιστροφή χρημάτων βάσει των Άρθρων 58 Α
(3)(β) και 3
(3)δεν συνεπάγεται και δεν σημαίνει αγορά μετοχών από την εναγόμενη αλλά αποζημίωση για τη μη τήρηση των υποσχέσεων και για ψευδή παράσταση της εναγόμενης και επομένως δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κεφ. 113. Τα ζητήματα αυτά εξάλλου όπως και όλα τα άλλα που η πλευρά της εναγόμενης προβάλλει έχουν αποφασιστεί από τη νομολογία μας και παρέπεμψε στις σχετικές αποφάσεις. Εκτενέστερη αναφορά σε θέσεις που ανέπτυξαν οι δύο πλευρές επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης αλλά και την αντίληψη που αποκόμισαν επί της δοθείσας μαρτυρίας θα γίνει στη συνέχεια και στο κατάλληλο μέρος της απόφασης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον ενάγοντα 1 και τους Μ.Υ. 1 και 2 να καταθέτουν στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 σε σχέση με το πώς θα πρέπει να αντικρίζεται η μαρτυρία, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παραπέμπω επίσης στα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στη πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Παναγιώτη Πολυβίου, Πολ. Έφεση αρ. 99/2007 με ημερ. 9.04.2009 στις σελ. 7 -
- Θα έχω επομένως υπόψη, μεταξύ άλλων, και τις πιο πάνω αρχές όπως αναδύονται από τη νομολογία μας σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης μιας μαρτυρίας. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω και την σύγκριση και αντιπαραβολή μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με το παραδεκτό γεγονός και τέλος την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή. Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν την μαρτυρία και εξέφρασαν τις θέσεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Δεν έχω καμιά δυσκολία να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ενάγοντος 1 σε σχέση με τις συνθήκες απόκτησης μετοχών από την εναγόμενη τις οποίες κατέχει με τον αδελφό του, ενάγοντα
- Κατάθεσε με τρόπο φυσικό και κατά την αντεξέταση του δεν υπέπεσε σε οποιανδήποτε αντίφαση ή ανακολουθία τέτοια που θα επηρέαζε την αντίληψη που αποκόμισα γι΄αυτόν. Τα όσα ανέφερε σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα σε καμιά περίπτωση δεν έρχονται σε αντίφαση με όσα κατάθεσε στην αστυνομία και φαίνονται στις καταθέσεις του Τεκμήρια 18 και
- Η ουσία των όσων ανέφερε σε εκείνες τις καταθέσεις του στην αστυνομία δεν διαφοροποιεί τον τρόπο απόκτησης των μετοχών της εναγόμενης εφόσον και στη συμπληρωματική κατάθεση του ανέφερε ότι πράγματι πριν αποφασίσει να αιτηθεί την αγορά μετοχών δεν είχε συναντήσει κάποιο αξιωματούχο της εναγόμενης, αυτά υποστήριξε και στη προφορική του κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρει όμως ότι μετά την αγορά των μετοχών η εναγόμενη τους έστελλε διάφορες εκθέσεις. Ήταν η θέση του ότι είχε ακούσει για πρώτη φορά για την εναγόμενη από κάποιο κουμπάρο του, τον κ. Σιακαλλή στις αρχές του
- Ανέφερε επίσης ότι είχε λάβει υπόψη του το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και
- Δέχομαι ότι πράγματι έτσι συνέβησαν τα γεγονότα μέχρι της λήψης της απόφασης τους να επενδύσουν αγοράζοντας μετοχές της εναγόμενης καταβάλλοντας την προκαταβολή στις 20.01.
- Δέχομαι επίσης ότι εφόσον δεν υπήρξε οτιδήποτε που να διαφοροποιεί, τη θέση της υπεράσπισης ως προς το ρόλο του κ. Σιακαλλή κατά την χρονική περίοδο που ακολούθησε τη δημοσιοποίηση της εταιρείας ότι δηλαδή αυτός δεν την δέσμευε καθότι δεν ήταν ούτε αξιωματούχος της εναγόμενης εταιρείας ούτε και είχε από αυτή οποιαδήποτε εξουσιοδότηση, επίσημα τουλάχιστον, να ενεργεί ως μεσάζοντας εξεύρεσης ενδιαφερομένων επενδυτών στη Λεμεσό, όπως ανέφερε ο ενάγοντας 1 ότι έτσι τους παρίστανε. Επομένως οι παραστάσεις του κ. Σιακαλλή δέχομαι ότι δεν ήταν τέτοιες που να δεσμεύουν καθ΄οιονδήποτε τρόπο την εναγόμενη. Κρίνω όμως ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 προέρχονται πράγματι από την εναγόμενη και είναι έγγραφα της έστω και αν δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά που επεσήμανε ο κ. Στυλιανού. Εύκολα από το περιεχόμενο τους αντιλαμβάνεται κάποιος ότι αυτά ήταν από τις πρώτες δημοσιεύσεις της εναγόμενης εταιρείας μετά τον Δεκέμβριο του 1999 οπότε και είχε ληφθεί η απόφαση για τη δημοσιοποίηση της. Σε αυτά συνηγορούν το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν αποκρυσταλλωθεί πλήρως οι σκοποί της, γι΄αυτό και αναφέρονται ως δραστηριότητες της εντελώς διαφορετικές από αυτές που τελικά η εναγόμενη εταιρεία συμπεριέλαβε στο τροποποιηθέν Ιδρυτικό και Καταστατικό της έγγραφο όταν αυτή αποφάσισε να δημοσιοποιηθεί (βλ. Τεκμήριο 1) αλλά και για το γεγονός ότι ακόμα δεν χρησιμοποιεί ούτε καν διευθύνσεις αλλά μόνο τα τηλέφωνα των συνεργατών της στη Λάρνακα και στις άλλες πόλεις. Αυτά τα έγγραφα κρίνω ότι ο κ. Σιακαλλή που ήταν πρόσωπο γνωστό του κ. Σ. Στυλιανού (Μ.Υ.1) Διευθυντή τότε της εναγόμενης εταιρείας, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, και αργότερα μετόχου επίσης της ίδιας εταιρείας, τα είχε επιδείξει στους ενάγοντες και το περιεχόμενο τους, το οποίο επίσης αναφερόταν σε στόχο ένταξης στο ΧΑΚ εντός του 2000 προέρχονταν από την εναγόμενη εταιρεία και τους είχαν πείσει να επενδύσουν αγοράζοντας μετοχές της εναγόμενης εταιρείας. Πέραν αυτού τα πιο πάνω έγγραφα συντάχθηκαν μέσα στο πνεύμα της περιόδου εκείνης που όπως θυμίζω το προοίμιο της παρούσας απόφασης μου χαρακτηριζόταν από οίστρο επενδύσεων και μετατροπής εταιρειών σε δημόσιες με σκοπό την είσπραξη χρημάτων από το κοινό και ένταξη τους στο ΧΑΚ, πολλές από τις οποίες δεν πληρούσαν τις τυπικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο και ούτε τα κατάφεραν να ενταχθούν στο ΧΑΚ ποτέ, όπως και η εναγόμενη εταιρεία. Επομένως, όλες οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν σε σχέση με το ζήτημα της γνησιότητας αυτών των εγγράφων (Τεκμηρίων 1 και 2) από την υπεράσπιση απορρίπτονται. Ο κ. Σ. Στυλιανού (Μ.Υ.1) αμφισβήτησε ακόμα τη γνησιότητα της επιστολής με ημερομηνία 2.03.2000 (Τεκμήριο 3 ) αν και σε άλλο σημείο της κατάθεσης του ανέφερε ότι τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν και έχουν ημερομηνίες μετά την δημοσιοποίηση της εναγόμενης αναγνωρίζει πως προήλθαν από αυτή. Τα αμέσως πιο πάνω δείχνουν ακριβώς ότι θέλησε να αποστασιοποιηθεί από όσα η εναγόμενη εξήγγειλε εγγράφως περί του ΧΑΚ κατά την περίοδο του 1999-2000 πριν από τις 27.03.2000 ασφαλώς για ευνόητους λόγους. Ένα άλλο ζήτημα που απασχόλησε κατά τη παράθεση της μαρτυρίας ήταν η μη αποδοχή εκ μέρους της υπεράσπισης ότι είχαν σταλεί στην εναγόμενη και ότι είχαν παραληφθεί από αυτή οι δύο επιστολές του δικηγορικού γραφείου Μακεδόνα και Τσιάτταλου, όπως ήταν ο ισχυρισμός του ενάγοντος 1 ότι αποστάληκαν, με αυτές οι ενάγοντες ζητούσαν την επιστροφή των χρημάτων με τα οποία πλήρωσαν τις μετοχές της εναγόμενης (Τεκμήρια 11 και 12). Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι εφόσον δεν παρουσιάστηκαν τα πρωτότυπα δεν θα έπρεπε να είχαν γίνει αποδεκτά ως Τεκμήρια και δεν θα πρέπει να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο. Δέχομαι τη εξήγηση που δόθηκε από τον ενάγοντα 1 ότι ο λόγος που δεν παρουσιάστηκαν ήταν γιατί είχαν καταχωρηθεί σε φάκελο ποινικής υπόθεσης. Επομένως δόθηκε μια κάποια δικαιολογία και εξήγηση. Υπάρχει όμως και άλλο σημείο που με οδηγεί στο να αποδεχθώ αυτή την μαρτυρία και να απορρίψω αυτή της υπεράσπισης. Ήταν η θέση του κ. Σ. Στυλιανού (Μ.Υ. 1) ότι αυτές δεν στάλθηκαν στη διεύθυνση της εναγόμενης εφόσον αυτές έχουν ως διεύθυνση την Λεωφόρο Φανερωμένης 93 και Τ. Κ. 40156 την οποία διεύθυνση όμως επισημαίνω ότι χρησιμοποίησε η εναγόμενη εταιρεία και αργότερα στις επιστολές της Τεκμήρια 3 και 4 που φέρουν ημερομηνία 2.03.2000 και 5.04.2000 μετά δηλαδή τη δημοσιοποίηση της και ο Μ.Υ. 1 παραδέχθηκε ότι ήταν η διεύθυνση της οικίας του, όχι άσχετη εν πάση περιπτπώσει με την εναγόμενη εταιρεία της οποίας ήταν και διευθυντής. Τέλος, για το ίδιο ζήτημα η μαρτυρία του γραφολόγου Μ.Υ. 2 κ. Παναγιώτου, απόσπασμα της οποίας στο τέλος της αντεξέτασης του παραθέτω αυτολεξεί στο τέλος της παράθεσης της μαρτυρίας του στις σελίδες 22 και 23, είναι ενδεικτικό ότι αυτές παραλήφθηκαν από το άτομο εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει γράμματα της εναγόμενης εταιρείας εφόσον επρόκειτο για γράμματα που στάλθηκαν διπλοσυστημένα (ΑR), που δεν ήταν άλλο από το πρόσωπο που είχε παραλάβει και τις επιστολές που στάλθηκαν στην εναγόμενη με τα Τεκμήρια 47 και 48 εκ των οποίων το Τεκμήριο 47 φέρει και σφραγίδα της εναγόμενης, υπογραφές για τις οποίες ο γραφολόγος κ. Παναγιώτου ανέφερε ότι σχηματίζουν το ίδιο γραφικό μόρφωμα και υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες να έχουν γραφεί από το ίδιο άγνωστο πρόσωπο. Επομένως για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη θέση των εναγόντων και σε αυτό το ζήτημα, της διεκδίκησης δηλαδή ήδη από το καλοκαίρι του 2002 της επιστροφής των χρημάτων τους από την εναγόμενη χωρίς ανταπόκριση της και απορρίπτω όλους τους ισχυρισμούς που προέβαλε η υπεράσπιση γι΄αυτό το ζήτημα. Επομένως δεν μπορεί η εναγόμενη να προβάλλει ζήτημα καθυστέρησης στη διεκδίκηση των χρημάτων τους από τους ενάγοντες. Δέχομαι επί τούτου την εξήγηση που έδωσε ο ενάγοντας 1 ότι είχαν καθ΄όλο αυτό το χρονικό διάστημα προσωπική επαφή με τον κ. Σ. Στυλιανού διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας και διεκδικούσαν τα χρήματα τους μέσω του εφόσον τα είχαν ανάγκη μέχρι που αποφάσισαν να εγείρουν την παρούσα αγωγή όταν δεν έβλεπαν ανταπόκριση. Συνοψίζοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας, κρίνω ότι ο ενάγοντας 1 παρουσίασε τα γεγονότα με φυσικό τρόπο και με μεγάλη πειστικότητα και ο απλοϊκός τρόπος με τον οποίο κατάθεσε, λόγω και της μόρφωσης του όπως ο ίδιος την επικαλέστηκε, μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα και την αποδέχομαι πλήρως. Αντίθετα ο Μ.Υ. 1 θέλησε να διαστρεβλώσει κάποια γεγονότα όπως αναφέρω πιο πάνω για σκοπούς εξυπηρέτησης των συμφερόντων της εναγόμενης. Απορρίπτω επί όλων των αμφισβητουμένων γεγονότων την μαρτυρία του ως μη πειστική και ως μη συνάδουσα ακόμα και με το έγγραφο μαρτυρικό υλικό. Ο Μ.Υ.2 κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και αντικειμενικός γι΄αυτό και αναφέρθηκε στα μη ασφαλή συμπεράσματα στα οποία κατέληξε αφού δεν είχε να συγκρίνει πρωτότυπες υπογραφές και τα αναγκαία δείγματα τους και με κάθε ειλικρίνεια απάντησε κατά την αντεξέταση του ότι τα πρωτότυπα δείγματα που του υποδείχθηκαν και έφεραν και σφραγίδες της εναγόμενης συγκρινόμενα με αυτά των Τεκμηρίων 11α και 12α ότι ¨υπήρχαν αυξημένες πιθανότητες να έχουν υπογραφεί από το ίδιο άγνωστο πρόσωπο¨. Δέχομαι τη μαρτυρία του ως ανεξάρτητη και αντικειμενική προερχόμενη από ειδικό εμπειρογνώμονα γραφολόγο και αυτή κρίνω ότι τελικά δεν βοηθά τη πλευρά που τον κάλεσε. Μετά την πιο πάνω ανάλυση των ουσιωδών σημείων της μαρτυρίας τα οποία είχαν αμφισβητηθεί, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η εναγόμενη εταιρεία συστάθηκε ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης κατά την 17.12.1977 σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ. 113). Τον Δεκέμβριο του 1999 είχε ληφθεί η αρχική απόφαση για να προχωρήσει στη δημοσιοποίηση της. Προς τούτο κυκλοφόρησε έντυπες ανακοινώσεις τα Τεκμήρια 1 και 2 για να γνωστοποιήσει τις προθέσεις της στο ευρύ επενδυτικό κοινό. Οι ενάγοντες, επίδοξοι επενδυτές, όταν πληροφορήθηκαν το γεγονός από τον κ. Σιακαλλή, ο οποίος τύγχανε παλαιός γνώριμος του και πρώην συνάδελφος σε τράπεζα του διευθύνοντα συμβούλου της εναγόμενης εταιρείας κ. Σ. Στυλιανού, αποφάσισαν να αιτηθούν την αγορά 30.000 συνήθων και 30 ιδρυτικών μετοχών της με τη μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης προκαταβάλλοντας το ποσό των Λ.Κ. 2.250,00 στις 20.01.
- Στις 28.01.2000 η εταιρεία με απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία υιοθετώντας καταστατικό δημόσιας εταιρείας. Το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη Λάρνακα. Μετά τη δημοσιοποίηση της κυκλοφόρησε ή και απέστελλε στα πρόσωπα που αιτήθηκαν μετοχές της και στους ενάγοντες διάφορα έντυπα μεταξύ των οποίων τα Τεκμήρια 3 και
- Στις 27.03.2000 η εναγόμενη απηύθυνε προς το κοινό δημόσια πρόσκληση για εγγραφή, καταθέτοντας στον Έφορο Εταιρειών σχετικό ενημερωτικό δελτίο. Στις 5.04.2000 η εναγόμενη εταιρεία με επιστολή της πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι η αίτηση τους για την παραχώρηση μετοχών της είχε γίνει αποδεκτή (Τεκμήριο 22). Τους ζητούσε επίσης όπως εντός 15 ημερών προβούν στην εξόφληση των μετοχών που τους παραχωρήθηκαν. Στις 26.04.2000 οι ενάγοντες κατέβαλαν προς την εναγόμενη εταιρεία το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ. 22.280,00 προς εξόφληση του συνολικού τιμήματος των μετοχών που τους παραχωρήθηκαν δηλαδή 30.000 συνήθων και 30 ιδρυτικών μετοχών. Την 1.06.2000 εξεδόθησαν επ΄ονόματι των εναγόντων το πιστοποιητικό 30 ιδρυτικών και στις 12.06.2000 το πιστοποιητικό των 30.000 συνήθων μετοχών τους στην εναγόμενη εταιρεία. Στις 14.06.2000 η εναγόμενη εταιρεία υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Το Συμβούλιο του ΧΑΚ παραχώρησε στην εναγόμενη συνεχείς παρατάσεις όπως προβλεπόταν στο νόμο (άρθρο 3
(3)του τροποποιητικού νόμου Ν. 42
(1)/2000 μέχρι την 20.02.2002. Στις 13.02.2002 η αίτηση της εναγόμενης εταιρείας απορρίφθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Οι ενάγοντες με επιστολές των τότε δικηγόρων τους Μακεδόνα & Τσιάτταλου με ημερομηνίες 29.07.2002 και 21.08.2002 ζήτησαν από την εναγόμενη εταιρεία όπως τους επιστρέψει το ποσό που κατέβαλαν για την αγορά των πιο πάνω μετοχών με τους αναλογούντες τόκους. Οι επιστολές αυτές παραλήφθηκαν από την εναγόμενη εταιρεία αντίστοιχα στις 9.08.2002 και 29.08.2002 και δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση σε σχέση με την επιστροφή των χρημάτων στους ενάγοντες. Αργότερα και όταν αντιλήφθηκαν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τους επιστραφούν τα χρήματα τους, στις 5.09.2005 επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη επιστολή με παρόμοιο περιεχόμενο που στάλθηκε αυτή τη φορά από τους νυν δικηγόρους τους. Έκτοτε και μέχρι της ολοκλήρωσης της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας αγωγής η εναγόμενη δεν επέστρεψε στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Σύμφωνα με την υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd,
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 704: ¨Το άρθρο 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000 ισχύει στις περιπτώσεις όπου η αντιπαροχή για την αγορά των τίτλων καταβλήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου, δηλαδή την 7.04.2000, ενώ το άρθρο 58 Α 3(β) εφαρμόζεται για του ίδιου είδους δοσοληψίες που γίνονται από την ισχύ του Νόμου¨. Το άρθρο 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000 κρίθηκε συνταγματικό στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1683 όπου συζητήθηκαν σε έκταση οι πρόνοιες του. Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου είναι στην ουσία τους πανομοιότυπες με το άρθρο 58 Α
(3)(β) και ως τέτοιες κρίθηκαν στην υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd (πιο πάνω) παρόμοια συνταγματικές. Μια από τις διαζευκτικές αιτίες της αγωγής των εναγόντων βασίζεται στις πρόνοιες τόσο του Άρθρου 3
(3)όσο και του Άρθρου 58 Α
(1)και
(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993 (Ν. 14
(1)/1993), όπως τροποποιήθηκε στις 7.04.2000 από το Νόμο 42
(1)/2000 εφόσον καταβολή χρημάτων της προκαταβολής του ποσού των Λ.Κ. 2.250,00 εκ μέρους των εναγόντων έγινε πριν την τροποποίηση της νομοθεσίας με τον Νόμο 42
(1)/2000 στις 20.01.2000 οπότε εφαρμόζεται το Άρθρο 3
(3)και η εξόφληση με το ποσό των Λ.Κ. 20.280,00 στις 26.04.2000 οπότε εφαρμόζεται το Άρθρο 58 Α
(1)και 3(β). Το άρθρο 58 Α
(1)και
(3)(β) προβλέπει τα ακόλουθα:
(1)Απαγορεύεται σ΄οποιαδήποτε εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή εκδότη ή πρόσωπο να προσφέρει προς πώληση ή να πωλεί ή να δέχεται προσφορά για αγορά οποιωνδήποτε τίτλων υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας και να εισπράττει προς τούτο οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή άλλο αντάλλαγμα με προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, εκτός, εάν στην περίπτωση υφιστάμενης εταιρείας, η εταιρεία ή το μέλος του συμβουλίου εταιρείας ή ο εκδότης......¨
(3)(β) Ενδιαφερόμενος αγοραστής που κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω ή άλλως πως δύναται μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή ανταλλάγματος εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(2), το Συμβούλιο δύναται να αποκλείσει εκδότη ή εταιρεία που παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, από την εισαγωγή των τίτλων του στο Χρηματιστήριο.¨ Το Άρθρο 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000 προνοεί τα ακόλουθα: ¨Οποιοσδήποτε εκδότης ή εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή πρόσωπο έχει εισπράξει οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα από πώληση ή προσφορά προς πώληση ή από αποδοχή προσφοράς για αγορά τίτλων για λογαριασμό υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας πριν από την έναρξη ισχύος του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2000, με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, υποχρεούται εάν οι σχετικοί τίτλοι δεν εισαχθούν για οποιοδήποτε λόγο στο Χρηματιστήριο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο, ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, και εφόσον το ζητήσει εγγράφως ο ενδιαφερόμενος αγοραστής, να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά ή ανταλλάγματα σ΄αυτούς που τα κατέβαλαν εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, ταυτόχρονα με την επιστροφή των σχετικών τίτλων. Νοείται ότι εφόσον το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι δεόντως και επαρκώς στοιχειοθετημένη και τεκμηριωμένη σύμφωνα με τους χρηματιστηριακούς κανονισμούς και ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως ουσιώδες εμπόδιο για μη έγκριση της αίτησης και ότι η καθυστέρηση για έγκριση δεν οφείλεται στον αιτητή, δύναται να παρέχει λογική παράταση χρόνου στον αιτητή όσον αφορά την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών.¨ Στην υπόθεση Anaptixis Group Ltd v. Μιχαηλίδης,
(2006)1 (Α) A.A.Δ. σελ. 691 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨ Το άρθρο 58 Α
(3)(β) δεν προϋποθέτει την απόδειξη ¨παραστάσεων εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ¨. Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έγινε νόμιμη πληρωμή και είσπραξη χρημάτων, κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 58 Α
(1)(α) - (γ) είτε με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ είτε άλλως πως.¨ Στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ταμπούρη,
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1325 αναφέρονται τα ακόλουθα: ¨ Εξετάζοντας λοιπόν το μέρος της απόφασης που διαλαμβάνει ότι ο εφεσίβλητος αγόρασε τις μετοχές ως αποτέλεσμα των παραστάσεων που του είχαν γίνει, καταλήγουμε ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή. Στην επιστολή 5.04.2000 (τεκμ.1) γινόταν αναφορά ¨ότι θα επιδιωχθεί να εισαχθούν και οι ιδρυτικές μετοχές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου¨ φράση που υποδηλώνει εισαγωγή και των συνήθων μετοχών. Αναφορά για εισαγωγή των μετοχών στο ΧΑΚ γίνεται και στην Πρόσκληση για Εγγραφή (τεκμ. 6). Διαφωνούμε με την εισήγηση της ευπαιδεύτου δικηγόρου των εφεσειόντων ότι η φράση ¨σε εύθετο χρονικό διάστημα¨ που περιέχεται στο ενημερωτικό δελτίο, μέσα στο οποίο οι εφεσείοντες δήλωναν ότι είχαν πρόθεση να αποταθούν για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ δεν έδειχνε πρόθεση τους να εισάξουν τις μετοχές τους στο ΧΑΚ μέσα σε εύλογο χρόνο. Το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε στις 14.06.2000, δείχνει τέτοια πρόθεση. Απορρίπτονται λοιπόν και αυτοί οι λόγοι έφεσης¨. Πέραν των πιο πάνω σχετική είναι και η αναφορά στην υπόθεση Τρύφωνος v. Investylia Ltd,
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 875 έγιναν τα ακόλουθα σχόλια σε σχετική επί του ιδίου θέματος εισήγηση: ¨. δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η πρόθεση της εταιρείας να εισαχθεί στο ΧΑΚ. Γι΄αυτό εξάλλου υπέβαλε και σχετική αίτηση εισδοχής. Οι δηλώσεις που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο στο σύνολο τους δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις της εταιρείας. Υπήρχαν βέβαια και οι περιορισμοί στο Ενημερωτικό Δελτίο, οι οποίοι όμως δεν πρέπει να ειδωθούν αποσπασματικά, αλλά σε σχέση με τα όσα άλλα αναφέρονται στο Ενημερωτικό Δελτίο. Στη σελ. 10, αφού απαριθμούνται οι προϋποθέσεις για εισδοχή σύμφωνα με τον κανονισμό 61, αναφέρεται ότι ¨πρόθεση της εταιρείας είναι να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα αφού πρώτα συμπληρώσει τις δραστηριότητες της με την εξαγορά εμπορικών εταιρειών που εμπίπτουν μέσα στο στρατηγικό σχέδιο της. Η συγκεκριμένη δήλωση κατά την άποψη μας, επιβεβαιώνει την πρόθεση της εταιρείας να ενταχθεί στο ΧΑΚ.¨ Με το ίδιο σκεπτικό αντικρίζω με τη σειρά μου την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε επί αυτού του ζητήματος εκ μέρους της εναγόμενης, ότι δηλαδή η παραχώρηση μετοχών στους ενάγοντες έγινε με βάση το ενημερωτικό δελτίο της εναγόμενης, μέσα στο οποίο υπήρχε ξεκάθαρη η δήλωση της εναγόμενης ότι η πρόθεση της ήταν να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα και όχι αμέσως ή εντός του 2001 το αργότερο όπως είχαν αντιληφθεί από τις πιο πάνω παραστάσεις οι ενάγοντες. Στην υπόθεση Τρύφωνος v. Investylia Ltd, (πιο πάνω) έχουν σχολιαστεί οι λέξεις ¨άλλως πως¨ στο άρθρο 58 Α
(3)(β) ως ακολούθως: ¨ Ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσίβλητης ότι δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο που να επιτρέπει σε επενδυτή να πάρει πίσω τα χρήματα, που κατέβαλε, ανεξαρτήτως του εάν έγιναν ή όχι παραστάσεις. Εφαρμόζεται, είπε, ο ερμηνευτικός κανόνας του ejusdem generis και ως εκ τούτου λέξεις γενικές (όπως το ¨ή άλλως πως¨) οι οποίες ακολουθούν λέξεις ειδικές, πρέπει να διαβάζονται ως να εξυπακούουν μόνο πράγματα του ίδιου είδους με τις ειδικές λέξεις που προηγούνται¨. Παρόμοια εισήγηση υπήρξε και στη παρούσα υπόθεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως είχε διαφωνήσει με την εισήγηση αυτή ως ακολούθως: ¨.αφού στην προκειμένη περίπτωση ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένο το άρθρο, δεν αφήνει περιθώρια για εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα. Στο άρθρο 58 Α
(3)(β) δεν υπάρχουν ειδικές λέξεις, ενώ δεν είναι ξεκάθαρο, όπως θα έπρεπε, εάν μπορούν να συνδεθούν με τις προϋποθέσεις του άρθρου 58 Α
(1), όπως εισηγείται η κα Στυλιανού. Εάν οι λέξεις περιλαμβάνονταν στο ίδιο το άρθρο 58 Α
(1), ενδεχομένως η εισήγηση της να είχε έρεισμα¨. Επομένως και αυτό το ζήτημα έχει επιλυθεί από τη νομολογία μας και δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση Τρύφωνος, σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι: ¨ Η πρόθεση της Εφεσίβλητης για εισαγωγή στο ΧΑΚ, φαίνεται και από το γεγονός ότι ενώ δημοσιεύτηκε ο τροποποιητικός Νόμος 42
(1)/2000 στις 7.04.2000, ο οποίος υποχρέωνε τις εταιρείες να υποβάλουν αίτηση μέσα στην προθεσμία που προέβλεπε ο Νόμος ή να επιστρέψουν τα χρήματα που εισέπραξαν, η Εφεσίβλητη προχώρησε και καταχώρησε αίτηση για εισαγωγή στο ΧΑΚ. Όπως αναφέρει ο Διευθυντής της στη μαρτυρία του, τροποποιήθηκε ανάλογα και το Ενημερωτικό Δελτίο που θα κατατίθετο στο ΧΑΚ¨. Στη περίπτωση μας ο ενάγοντας 1 είναι γεγονός ότι ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν τους είχε αποσταλεί το ενημερωτικό δελτίο όπως ήταν η θέση της πλευράς της εναγόμενης. Στη συνέχεια όμως ανέφερε ότι και αν ακόμα τους είχε αποσταλεί δεν το διάβασε. Η απόφαση του να επενδύσει σ΄αυτή βασίστηκε στις προφορικές παροτρύνσεις του κουμπάρου του κ. Σιακαλλή οι οποίες όπως είναι η απόφαση μου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω αλλά και στα έντυπα της εταιρείας τα Τεκμήρια 1-2 αρχικά και ακολούθως αφού πλήρωσαν την προκαταβολή για την αγορά των μετοχών με τα έντυπα Τεκμήρια 3 και 4 τα οποία απέστειλε σ΄αυτούς η εναγόμενη. Επειδή έγινε επίκληση της υπόθεσης Investylia Ltd v. Ευλαβή,
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 655 θα παραπέμψω σε άλλο απόσπασμα της απόφασης Τρύφωνος όπου σχολιάζεται η απόφαση αυτή κατά τον ακόλουθο τρόπο: ¨Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας δεν συγκρούονται με τη σκέψη του Δικαστηρίου στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ευλαβή, Πολ. Έφεση 325/2006 ημερομηνίας 22.05.
- Σε εκείνη την υπόθεση η απαίτηση της ενάγουσας στηρίχθηκε στην παράβαση ουσιώδους όρου της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ότι η εταιρεία θα εντασσόταν στο ΧΑΚ, όχι αργότερα της 31.12.
- Το σφάλμα που διαπιστώθηκε στην πρωτόδικη απόφαση ήταν: (α) ότι η απαίτηση δεν εξετάστηκε στη βάση των δικογραφημένων θέσεων του ενάγοντος και (β) ότι ήταν αμφίβολο, όπως ήταν συνταγμένη η έκθεση απαίτησης, αν ήταν επιτρεπτό στο Δικαστήριο να εξετάσει την αγωγή στη βάση των άρθρων 53 Α
(3)(β) και 3
(3), εφόσον η έκθεση απαίτησης ουσιαστικά περιοριζόταν στην παράβαση της σύμβασης. Τα όσα άλλα αναφέρθηκαν για την μη άμεση προοπτική ένταξης ή για έλλειψη παραστάσεων για την προοπτική ένταξης, αποτελούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter), οι οποίες δεν είναι δεσμευτικές στην παρούσα περίπτωση¨. Είναι φανερό ότι τα γεγονότα της υπόθεσης Ευλαβή δεν συνάδουν ούτε με αυτά της παρούσας υπόθεσης και όσα αναφέρονται πιο πάνω είναι η σταθερή θέση της νομολογίας μας η οποία δεν μπορεί να παραγνωριστεί, όπως είναι η εισήγηση της εναγόμενης. Σε αντίθεση με την πιο πάνω υπόθεση, η υπό εκδίκαση βασίζεται σε δύο βάσεις που προβάλλονται διαζευκτικά στο άρθρο 58 Α
(3)(β) και 3
(3)και η άλλη σε παράβαση σύμβασης. Πέραν τούτου, η προοπτική ένταξης της εναγόμενης αποτέλεσε ένα από τα επίδικα θέματα και στην υπό εκδίκαση υπόθεση, σε αντίθεση με την υπόθεση Ευλαβή, πιο πάνω, στην οποία ο θέμα ηγέρθη εν παρόδω (obiter). Εφόσον η εναγόμενη υπέβαλε την αίτηση της για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ την 14.06.2000 αυτό σύμφωνα με την ερμηνεία που δόθηκε στη νομοθετική διάταξη που διέπει το ζήτημα στην υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 704 σημαίνει ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων δημιουργήθηκε την 14.09.2000 και έτσι οι ενάγοντες δικαιούται σε επιστροφή των χρημάτων τους άσχετα από τον χρόνο που στάλθηκαν οι επιστολές τους με τις οποίες αξίωναν την επιστροφή των χρημάτων τους. Επομένως η επίκληση εκ μέρους της εναγόμενης ανυπέρβλητης αδυναμίας (impossibility) εφαρμογής του άρθρου 58 Α
(3)(β) δεν μπορεί να έχει έρεισμα. Σχετική επί του ίδιου θέματος είναι και η υπόθεση Χριστοδουλίδης κ.ά. ν. Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, Προσφυγή 603/01, ημερ. 31.5.02, στην οποία γίνεται μια ανάλυση και ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 3
(3)από τον Κωνσταντινίδη, Δ. με την ακόλουθη κατάληξη: ¨Με την πάροδο των τριών μηνών, υπό τους όρους του άρθρου 3
(3)γεννάται δικαίωμα του ενδιαφερομένου αγοραστή και αντίστοιχη υποχρέωση για επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν. Αυτή η προθεσμία των τριών μηνών δεν παρατείνεται και έχουμε δει πώς στην περίπτωση της βασικής διάταξης του άρθρου 58Α, η υποχρέωση επιστροφής επιβάλλεται χωρίς άλλα. Αρκεί η μη εισαγωγή ή η μη έκδοση των τίτλων στους τρεις μήνες, για οποιοδήποτε λόγο. Χωρίς δηλαδή αναζητήσεις σε σχέση με την αιτία ή την ευθύνη για αυτήν. Η επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)θεσπίζει τη δυνατότητα λογικής παράτασης μόνο σε σχέση με «την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών». Βεβαίως, περιλαμβάνεται στους όρους της επιφύλαξης και το ότι «δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως ουσιώδες εμπόδιο για την έγκριση της αίτησης», εννοείται για εισαγωγή των τίτλων και θα ήταν λογικό να θεωρηθεί πώς η διαφαινόμενη δυνατότητα εισαγωγής των τίτλων, η οποία και θα αναιρούσε εν τέλει και την υποχρέωση επιστροφής των ποσών, προσδιορίζεται ως συναφής παράμετρος. Αυτό, όμως, κατά το μέγιστο. Δεν παρέχει εν λευκώ εξουσία ουσιαστικά για αλλοίωση, κατά εξουδετέρωση του Νόμου, της προθεσμίας των τριών μηνών με την πάροδο της οποίας, εφόσον για οποιοδήποτε λόγο δεν εισάχθηκαν οι τίτλοι στο Χρηματιστήριο, γεννάται η υποχρέωση επιστροφής των ποσών. Αυτή η υποχρέωση επέρχεται εντός δέκα ημερών από την αξίωσή τους και η έννοια του «λογικού» της παράτασης αναφορικά με την επιστροφή των χρημάτων, ελέγχεται κατά περιεχόμενο από τις πρόνοιες της βασικής διάταξης του άρθρου 3
(3)ως προς τις προθεσμίες. Επομένως, βρίσκεται εκτός των πλαισίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης ή χορήγηση παράτασης που επάγεται αναμονή και, βεβαίως, παγοποίηση των δικαιωμάτων που ήδη τελειώθηκαν για όσο προβλέπεται ότι θα χρειαστεί για την έγκριση της αίτησης εισαγωγής στο Χρηματιστήριο. Δεν αναιρεί η επιφύλαξη τη βασική πρόνοια ως προς τις προθεσμίες και δεν μπορεί να είναι λογική η παράταση που υπερβαίνει ακόμα και την προθεσμία των τριών μηνών από την πάροδο της οποίας εξαρτάται η γέννηση του δικαιώματος. Εάν ήθελε ο Νόμος άλλη λύση, θα αναφερόταν σε δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας των τριών μηνών, έστω με την εξάρτηση της περιόδου της παράτασης από την προβλεπόμενη ημερομηνία εισαγωγής των τίτλων. Αν εισήγαγε δε ο Νόμος τέτοια εξάρτηση δεν θα είχε και θέση η απαίτηση να είναι «λογική» η παράταση.» (βλ. επίσης Αναθεωρητική Έφεση 3457, με ημερομηνία 1.03.2005 Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου v. Δημήτρη Ι. Χριστοδουλίδη κ.ά. όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ¨Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Βρίσκουμε την πρωτόδικη απόφαση ορθή στην ολότητα της και δεν βλέπουμε κανένα λόγο ανατροπής της. Η διατύπωση που χρησιμοποίησε ο νομοθέτης στην επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)είναι κάτι περισσότερο από καθαρή. Παρέχεται στους αιτητές λογική παράταση χρόνου όσον αφορά την επιστροφή των εισπραχθέντων και όχι της προθεσμίας εισαγωγής της εταιρείας στο Χρηματιστήριο¨. Κρίνεται επομένως ότι έχουν ικανοποιηθεί όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 58 Α
(3)(β) και άρθρο 3
(3). Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι: (α) η εναγόμενη είναι εταιρεία σύμφωνα με το Νόμο, (β) οι ενάγοντες είναι αγοραστές μετοχών της, (γ) κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.22.530,00 για την αξία των μετοχών που αγόρασαν, την προκαταβολή των Λ.Κ.2.250,00 πριν τις 7.04.2000 και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.20.280,00 μετά τις 7.04.2000, (δ) η αγορά έγινε είτε με προοπτική την ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ ή άλλως πως και (ε) ότι οι ενάγοντες, όπως είχαν δικαίωμα δυνάμει του Νόμου, υπέβαλαν μετά από 3 μήνες από την ημερομηνία υποβολής αίτησης από την εναγόμενη για εισαγωγή της στο ΧΑΚ, γραπτό αίτημα σε τρεις περιπτώσεις για επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλαν, δεδομένου ότι οι τίτλοι που τους παραχωρήθηκαν, δεν είχαν μέχρι τότε εισαχθεί στο ΧΑΚ για την επιστροφή των χρημάτων τους. Με αυτά τα δεδομένα, η κατάληξη μου είναι ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε επιστροφή των χρημάτων τους όπως ορίζει ο νόμος και η εναγόμενη υπέχει υποχρέωση να τους επιστρέψει τα χρήματα που εισέπραξε μαζί με τον προβλεπόμενο τόκο μέσα σε 10 ημέρες από της λήψης της επιστολής τους. Η μη πληρωμή των χρημάτων ήταν αρκετή για να οριστικοποιήσει την απόδειξη του αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν πετύχει και στη διαζευκτική βάση της απαίτησης τους για παράβαση σύμβασης λόγω ψευδών παραστάσεων. Τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι υπήρξε σύμβαση μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης η οποία συντελέσθηκε στη Λάρνακα με την αποδοχή από την εναγόμενη της αίτησης των εναγόντων για το σύνολο των μετοχών που αγόρασαν και πλήρωσαν και την αποστολή των τίτλων της εναγόμενης προς τους ενάγοντες μέσα στον Ιούνιο του 2000. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίστατο στα όσα τα έντυπα της εταιρείας (Τεκμήρια 1 - 4, 20 και 22) ανέφεραν σε σχέση με την προοπτική ένταξης της στο ΧΑΚ με την συνεπακόλουθη παρότρυνση για επικερδή επένδυση και έκφραση ετοιμότητας της εναγόμενης εταιρείας να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ σε σύντομο χρόνο. Όλα αυτά βέβαια αποδείχθηκαν στο τέλος ψευδή και ανυπόστατα αφού η εναγόμενη εταιρεία δεν κατάφερε να υλοποιήσει τις υποσχέσεις της ούτε εντός του 2000 ούτε και εντός του 2001 αλλά ούτε και μέχρι σήμερα. Επομένως οι ενάγοντες δικαιούνται να αποζημιωθούν και με βάση τη διαζευκτική βάση της αγωγής τους για την παράβαση της συμφωνίας. Ως προς το ζήτημα του τερματισμού της συμφωνίας δεν θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγόμενης καθώς η αξίωση αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης δεν προϋποθέτει τον εκ των προτέρων τερματισμό της σύμβασης όπως προνοείται στο Άρθρο 19
(2)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Οι ενάγοντες βασίστηκαν στις ανακοινώσεις και επιστολές της εναγόμενης οι οποίες δεν άφηναν περιθώρια στους ενάγοντες να υποψιαστούν ή να ανακαλύψουν ότι η εναγόμενη παρουσίαζε οποιαδήποτε αλλαγή στα πλάνα και στα σχέδια της. Τα όσα ανέφερε ο κ. Στυλιανού επ΄αυτού του ζητήματος δικαιολογώντας την τακτική της εναγόμενης να μην ενημερώσει για τόσα σοβαρά ζητήματα που προέκυπταν σε σχέση με τη δυνατότητα της εναγόμενης να ενταχθεί στο ΧΑΚ δεν μπορεί παρά να εκληφθούν ως απόκρυψη της αλήθειας. Προκύπτει από τη μαρτυρία του κ. Σ. Στυλιανού (Μ.Υ.1) ότι ήταν επιλεκτική η ενημέρωση που τύγχαναν εκ μέρους της εναγόμενης αρχικά οι προτιθέμενοι μέτοχοι της με το πρόβλημα που υπήρχε της μη εκπλήρωσης προϋποθέσεων που έθετε κανονισμός αλλά και στη συνέχεια όταν η εταιρεία φαινόταν ότι δεν θα τα κατάφερνε να εισαχθεί στο ΧΑΚ. Παράδειγμα δε ήταν η επιλεκτική ενημέρωση που έτυχαν οι μέτοχοι της για την υπόθεση Ευλαβή την οποία κέρδισε στο Ανώτατο Δικαστήριο η εναγόμενη αλλά παρόμοια ενημέρωση δεν τους έτυχε για πλείστες όσες άλλες είχε χάσει. Βέβαια τα επιχειρήματα του μάρτυρος ότι δεν ενημέρωναν πάντοτε τους μετόχους και δεν χρειαζόταν να ενημερώνονται για νομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εταιρεία αλλά και για τον λόγο να μην υπάρξει εκ μέρους τους πληθώρα αξιώσεων επιστροφής των χρημάτων τους, δεν μπορούν να τύχουν σύγκλισης ή κατανόησης. Οι θέσεις της εναγόμενης σε κάθε στιγμή έπρεπε να ήταν ξεκάθαρες προς αυτούς που σκόπευαν να επενδύσουν σ΄αυτή αλλά και στους ίδιους τους μετόχους της. Εξέταση της Συνταγματικής πτυχής των άρθρων 58 Α 3(β) και 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000: Η εξέταση της αντισυνταγματικότητας νόμων και ο τρόπος που αυτή θα πρέπει να αντικρίζεται από τα Δικαστήρια μας έχει συνοψιστεί ως ακολούθως λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία μας από τον τότε Πρόεδρο του Α.Δ. κ. Αρτεμίδη στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ε.& Π. Λειβαδιώτης Λτδ,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1872: ¨Η νομολογία επί του ζητήματος είναι πάγια και αυστηρή. Θέμα αντισυνταγματικότητας εγείρεται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες της εισήγησης, όπως π.χ. ποίο άρθρο ή άρθρα ή μέρους άρθρου του νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα, βεβαίως και σε ποιο άρθρο του. Ακολουθεί η αιτιολογία της εισήγησης. Κατά την ακρόαση το βάρος της απόδειξης, ότι η πρόνοια νόμου είναι αντισυνταγματική, καθορίζεται αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Δες Ανδρέας Νικολάου v. Βάσου Βασιλείου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1566, όπου στη σελ. 1576 αναφέρεται και αριθμός προηγούμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που υποστηρίζουν την ίδια αρχή). Επομένως η εξέταση που θα ακολουθήσει των εισηγήσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης εταιρείας θα έχει υπόψη της τις πιο πάνω αρχές. Στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης της η εναγόμενη προβάλλει την αντισυνταγματικότητα του Άρθρου 25 1.2.3 (Παρ. 13.2), του Άρθρου 28 (Παρ. 13.3), του Άρθρου 35 (Παρ. 13.5) όπως και παράβασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Για την υποστήριξη ων θέσεων της υπήρξε σχετική αναφορά εκ μέρους του Μ.Υ.1 όταν αυτός κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε εκτενής ανάλυση κατά την τελική αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της. Σε σχέση με τα Άρθρα 25,28 και 35 του Συντάγματος μας, οι ισχυρισμοί της εναγόμενης προβλήθηκαν ξανά τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση στη υπόθεση Investylia Ltd v. Ταμπούρη (πιο πάνω) όπου σε παραπομπή στην υπόθεση Anaptixis (πιο πάνω) αλλά και σε άλλες, οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων 58 Α
(3)(β) και 3
(3)σε σχέση με τα Άρθρα 25,28 και 35 του Συντάγματος απορρίφθηκαν. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα: ¨Τόσο πρωτόδικα όσο και ενώπιον μας, η θέση των εφεσειόντων είναι ότι τα πιο πάνω άρθρα παραβιάζουν τα άρθρα 1,2,21,23,25,26,28,33 και 35 του Συντάγματος. Έχουμε εξετάσει τα όσα παράθεσε ενώπιον μας η ευπαίδευτη συνήγορος των εφεσειόντων καθώς επίσης το σχετικό μέρος της πρωτόδικης απόφασης όπου αναφορικά με τα άρθρα αυτά διαβάζουμε τα εξής:..¨ Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι που έχουν προβληθεί και στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων 58 (Α)
(3)(β) και 3
(3)στην έκταση που αφορούν τα άρθρα 23,28 και 35 του Συντάγματος, έχουν ήδη απαντηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις προαναφερθείσες υποθέσεις και επομένως εφόσον η επιχειρηματολογία που έχει αναπτυχθεί δεν διαφοροποιεί στο παραμικρό τα όσα έχουν ήδη εξετασθεί και κριθεί εκεί, απορρίπτονται. Σε σχέση με τη Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 77/91 ΕΟΚ η οποία εισήχθηκε στο Κυπριακό δίκαιο μέσω του νόμου 135
(1)/2000 και 70
(1)/2003 σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Anaptixis (πιο πάνω): ¨Η εν λόγω οδηγία ενσωματώθηκε στον περί Εταιρειών Νόμο με τον τροποποιητικό νόμο 70
(1)/2003 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδικης διαφοράς και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση¨. Επιπρόσθετα, η Δεύτερη Οδηγία και το περιεχόμενο της περιλαμβάνονται στους νόμους 135
(1)/2000 και 70
(1)/2003 οι οποίοι εναρμόνισαν το Κυπριακό Δίκαιο με την εν λόγω Οδηγία. Από τη στιγμή που οι εν λόγω νόμοι τέθηκαν σε ισχύ δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της Οδηγίας από τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας αλλά εφαρμογής της εγχώριας νομοθεσίας, δηλαδή του Νόμου 13591)/2000 και του Νόμου 70
(1)/2003. Για να χρειάζεται η παραπομπή του Δικαστηρίου στην εν λόγω Οδηγία θα πρέπει η εναγόμενη να προβάλει το επιχείρημα ότι δεν εναρμονίστηκε σωστά η Οδηγία αυτή, ότι βασικές της αρχές ή διατάξεις αγνοούνται από τους ρηθέντες κυπριακούς νόμους ή ότι οι κυπριακοί νόμοι δεν εφάρμοσαν σωστά το πνεύμα και το γράμμα της Οδηγίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχυρίζεται η εναγόμενη. Η επιστροφή χρημάτων βάσει του άρθρου 58 Α
(3)(β) δεν συνεπάγεται και δεν σημαίνει αγορά μετοχών από την εναγόμενη αλλά αποζημίωση για την μη τήρηση των υποσχέσεων και για τη ψευδή παράσταση της εναγόμενης για δήθεν εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Επομένως, το Κεφ 113 δεν βρίσκει εφαρμογή εδώ για να λεχθεί ότι επηρεάζεται. Η επίκληση διατάξεων των Νόμων 135
(1)/2000 και 70
(1)/2003 δεν εξυπηρετεί την εναγόμενη διότι οι νόμοι αυτοί ενσωματώνουν νέα άρθρα στον περί Εταιριών Νόμο, Κεφ. 113, ο οποίος νόμος δεν επηρεάζει τη ρητή υποχρέωση που θέτει το άρθρο 58
(3)(β). Παραπέμπω σχετικά και πάλι στην υπόθεση Anaptixis (πιο πάνω) όπου το εξής απόσπασμα είναι καταλυτικής φύσεως για το θέμα: ¨Η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 58 Α
(3)(β) συνιστά αυτοτελή υποχρέωση η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου¨. Ενόψει του ότι το Άρθρο 58 Α
(3)(β) όπως έχει κριθεί, αποτελεί αυτοτελή υποχρέωση που δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιριών Νόμου, ο ισχυρισμός περί παραβίασης της Αρχής της Διάκρισης των εξουσιών με τη δήθεν παράκαμψη της Δικαστικής Εξουσίας η οποία είναι αρμόδια να δώσει άδεια για μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο κρίνεται ότι δεν έχει βάση, παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 203 όπου κρίθηκε ότι: ¨Η επιστροφή των χρημάτων ή του ανταλλάγματος που επιβάλλει ο Νόμος δεν αποτελεί διακανονισμό ή συμβιβασμό υποχρεώσεων της εταιρείας προς μέλη ή πιστωτές της. Πρόκειται για υποχρέωση της εταιρείας η οποία πηγάζει από το Νόμο.¨ Επομένως το ίδιο ισχύει και για τα άρθρα 57 Α -57 Στ, 64 ,66 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 των οποίων επίσης γίνεται επίκληση. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί αδυναμίας (impossibility) της εναγόμενης να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ, αυτό οφείλεται στην ίδια που δεν ήταν έτοιμη όπως έπρεπε προτού αιτηθεί μια τέτοια ένταξη. Σε σχέση με την επιστολή Τεκμήριο 30 του ΧΑΚ, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί αυτή να στηρίξει ισχυρισμό της εναγόμενης για δήθεν αδυναμία έγκρισης της αίτησης της σε 3 μήνες. Το ίδιο το Τεκμήριο 30 κάνει λόγο για την ένταξη τίτλων εταιρείας εντός 3 μηνών από την αίτηση της. Εάν οι αιτήσεις των υπόλοιπων εταιρειών ήταν ατελείς όπως και της εναγόμενης δεν έφταιγε το ΧΑΚ. Η εναγόμενη όφειλε να βολιδοσκοπούσε το ΧΑΚ πριν να κάνει την αίτηση της για να δει τι θα χρειαστεί για να μη χρονοτριβήσει στην επίτευξη του στόχου της τον οποίο διακήρυσσε. Δεν το έκανε και αντί τούτου συνέχισε να εισπράττει από προτιθέμενους επενδυτές τα υπόλοιπα των λογαριασμών τους όπως και από τους ενάγοντες. Θα έπρεπε έγκαιρα να είχε προλάβει επιστρέφοντας τα χρήματα σε όσους επιθυμούσαν και είχαν πληρώσει την προκαταβολή και να μην είχε υπεισέλθει σε ένα ατέρμονο και αβέβαιο αγώνα για να καταφέρει να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ εισπράττοντας ταυτόχρονα χρήματα ή προβαίνοντας σε επενδύσεις για να μην έρχεται σε σύγκρουση, κατά την άποψη της, με πρόνοιες άλλων νομοθεσιών. Σε αυτή την αδιέξοδη διαδικασία μόνη της είχε εισέλθει αντί συμμορφούμενη στον νόμο να επέστρεφε τα χρήματα σε όσους από τους επενδυτές της το επιθυμούσαν. Η ευθύνη της μη επίτευξης του στόχου της να ενταχθεί στο ΧΑΚ βαραίνει την ίδια και όχι οποιονδήποτε τρίτο και σίγουρα οι ενάγοντες δεν είχαν καμιά ευθύνη γι΄ αυτή την αρνητική για την εναγόμενη εξέλιξη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω και εφόσον καμιά από τις υπερασπίσεις της εναγόμενης δεν έχει πετύχει, καταλήγω να εκδώσω απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €38.494,79σ. (Λ.Κ. 22.530,00) πλέον τόκο προς 6% ετησίως, σύμφωνα με το Άρθρο 58 Α
(3)(β), υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο ΧΑΚ, δηλαδή την 14.06.2000. Με την εξόφληση του ποσού αυτού από την εναγόμενη οι ενάγοντες θα είναι υπόχρεοι, όπως ορίζει ο νόμος, να επιστρέψουν στην εναγόμενη τους τίτλους που έχουν εκδοθεί επ΄ονόματι τους. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο