← Κύπρος

Hellenic Bank Public Co Ltd, Αριθμός Αίτησης: 289/09, 4 Ιουνίου, 2010

Hellenic Bank Public Co Ltd, Αριθμός Αίτησης: 289/09, 4 Ιουνίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης: 289/09 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ Επί τοις αφορώσι τον Γεώργιο Λουκά (Α.Τ.269332), 1ης Απριλίου αρ. 31Α, 6035 Λάρνακα Αίτηση Υπό: Hellenic Bank Public Co Ltd Αιτητές Ημερομηνία: 4 Ιουνίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Τσαγγαρός. Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Ιντιάνος. ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι παραδεκτό ότι στις 23/11/2005, στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 3474/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, εξεδόθηκε απόφαση προς όφελος των εναγόντων - αιτητών σε αυτή τη διαδικασία και σε βάρος του εναγομένου 1 - καθ΄ ου η αίτηση στην παρούσα, για τα ποσά των £1.512,58 και £1.328,50 με τόκο προς 10,50% από 1/7/2005 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα πλέον τον ανάλογο ΦΠΑ. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός από τους διαδίκους στα πλαίσια της παρούσας ότι ο χρεώστης - καθ' ου η αίτηση, παρέλειψε να συμμορφωθεί με ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 415/09, η οποία του επιδόθηκε προσωπικά και αφορούσε τα ποσά της ως άνω απόφασης, με αποτέλεσμα στις 24/9/2009 να διακηρυχτεί από το Δικαστήριο ότι συντελέστηκε πράξη πτώχευσης με βάση την ως άνω ειδοποίηση πτώχευσης. Με την προώθηση της παρούσας αίτησης η πλευρά των αιτητών επιζητεί την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του ως άνω χρεώστη - καθ' ου η αίτηση Γεώργιου Λουκά, αφού όπως προβάλλεται, μετά την ως άνω πράξη πτώχευσης και μέχρι σήμερα ο τελευταίος, «ούτε εξόφλησεν ούτε συνεβίβασεν την αξίωσιν μου ήτις προέρχεται δυνάμει της ως άνω αναφερόμενης Δικαστικής αποφάσεως ούτε ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι έχει οιανδήποτε ανταπαίτησιν, συμψηφισμόν ή ανταξίωσιν ήτις είναι ίση ή υπερβαίνει το συνολικό ποσό το οποίον έχω λαμβάνει παρ' αυτής ως αναφέρεται εν τη παρούση αιτήσει». Στην ως άνω αίτηση η οποία συνοδεύεται από σχετική οπισθογράφηση το δε περιεχόμενο της επιβεβαιώνεται από ένορκη δήλωση κάποιου Χάρη Χαραλάμπους, υπαλλήλου όπως σε αυτή δηλώνεται των εναγόντων - αιτητών, παρά το γεγονός ότι διακηρύσσεται πως οι αιτητές δεν έχουν οποιαδήποτε ασφάλεια επί της περιουσίας του οφειλέτη ή μέρους αυτής για την πληρωμή της ως άνω οφειλής, εντούτοις, καταγράφεται σε κάποιο στάδιο στο σώμα της, επιφύλαξη για το ποσό των €1.000 ως πιθανή αξία του memo ΕΒ1245/
  2. Με την καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης για την πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση, προβλήθηκε από τον τότε συνήγορο του ενιστάμενου χρεώστη ένας ομολογουμένως μεγάλος αριθμός λόγων ένστασης. Την ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του χρεώστη - καθ' ου η αίτηση. Ωστόσο, κατά την πρόοδο της διαδικασίας και ειδικότερα κατά το στάδιο της ακρόασης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση περιόρισε δραστικά τους λόγους ένστασης περιοριζόμενος σε τέσσερις από αυτούς. Συγκεκριμένα πρόταξε μόνο ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφτεί γιατί: (α) Aποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας αφού χρησιμοποιείται για αλλότριους σκοπούς ήτοι για την άσκηση πίεσης για να εισπράξουν οι αιτητές το ισχυριζόμενο χρέος, β) O αιτητής δεν έχει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία για να μπορεί να εκδοθεί το διάταγμα παραλαβής, γ) H καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης γίνεται εκβιαστικά και καταχρηστικά, και δ) Oι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές. Ενόψει των δηλώσεων που προηγήθηκαν από την πλευρά του χρεώστη - καθ' ου η αίτηση με τις οποίες αναγνώριζε ότι συνέτρεχαν οι τυπικές προϋποθέσεις για την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης και των παραδεκτών γεγονότων που προηγήθηκαν, η πλευρά των αιτητών περιορίστηκε στην μαρτυρία δύο μαρτύρων. Η Αίγλη Σιγκελίδου, υπάλληλος στο τμήμα ανάκτησης χρεών της αιτήτριας τράπεζας ήταν η πρώτη μάρτυρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο για την πλευρά των αιτητών. Έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου πιστοποιημένο αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που εκδόθηκε προς όφελος της αιτήτριας τράπεζας και σε βάρος του χρεώστη - καθ' ου η αίτηση στην αγωγή υπ' αριθμό 3474/05, καταστάσεις λογαριασμού που καταδεικνύουν το σημερινό υπόλοιπο των λογαριασμών για τους οποίους εξεδόθη η ως άνω απόφαση, πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του καθ΄ ου η αίτηση, ως επίσης εκθέσεις εκτιμητή αναφορικά με την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας του καθ΄ ου η αίτηση. Υποστήριξε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση είναι ανίκανος να εξοφλήσει τα οφειλόμενα δυνάμει της ως άνω απόφασης ποσά και ως εκ τούτου η αιτήτρια τράπεζα ζητά την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Υπέδειξε παράλληλα ότι το memo EB1245/08, που η αιτήτρια τράπεζα ενέγραψε επί των ακινήτων του καθ' ου η αίτηση προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους που αφορά η παρούσα αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε αξία, αφού με βάση το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του χρεώστη - καθ' ου η αίτηση (Τεκμήριο 4) που παρουσίασε, σε συνδυασμό με την αξία της ακίνητης περιουσίας του τελευταίου, όπως αυτή καταδεικνύεται από τις εκτιμήσεις που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου (τεκμήρια 5Α, 5Β και 5Γ), το ελάχιστο ποσό που ο καθ' ου η αίτηση μαζί με τους τόκους οφείλει είναι €650.000, χωρίς να υπολογίζονται σ' αυτό οποιαδήποτε έξοδα, ενώ η εκτιμημένη αξία της περιουσίας του σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης ανέρχεται μόλις στις €366.000 περίπου. Του memo ΕΒ1245/08, πρόσθεσε, προηγούνται πολλές άλλες επιβαρύνσεις ή υποθήκες. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας υπέδειξε ότι για κανένα από τα ακίνητα του καθ' ου η αίτηση οι αιτητές δεν έχουν προωθήσει αίτηση για καταναγκαστική πώληση προς ικανοποίηση του συγκεκριμένου εξ αποφάσεως χρέους. Παράλληλα δήλωσε ότι το ποσό που εξασφαλιζόταν με το ΕΒ735/03 και αφορούσε άλλη αγωγή των αιτητών, την υπ΄ αριθμό 2577/02, παρά το γεγονός ότι καταγράφεται στο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που παρουσίασε, (Τεκμήριο 4) αυτό σε προγενέστερο στάδιο είχε εξοφληθεί. Χωρίς η ίδια να είναι σε θέση να εξηγήσει τούτο, παρατήρησε πως παρά το γεγονός ότι η αρμόδια Κτηματολογική αρχή είχε έγκαιρα ενημερωθεί από την πλευρά των αιτητών προς τούτο, εντούτοις η συγκεκριμένη επιβάρυνση εξακολουθούσε να φαίνεται ως τέτοια στο πιστοποιητικό έρευνας που ζήτησε στη συνέχεια και παρουσίασε στο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση απέρριψε την υποβληθείσα προς αυτή θέση ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποια από τα ποσά που φαίνεται να εξασφαλίζονται με εμπράγματα βάρη στην ακίνητη περιουσία του καθ' ου η αίτηση, όπως περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 4 έχουν εξοφληθεί. Η κα Βασιλική Πάλμα, Κτηματολογικός Λειτουργός Β΄ τάξης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, κλήθηκε δεύτερη μάρτυρας για την πλευρά των αιτητών. Παρουσίασε νεότερο πιστοποιητικό έρευνας της ακίνητης περιουσίας του καθ' ου η αίτηση, ημερ. 26/4/2010, το οποίο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  3. Αφού αναφέρθηκε στον τρόπο που εγγράφονται τα εμπράγματα βάρη σε ακίνητη περιουσία, υπογράμμισε ότι οι επιβαρύνσεις που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 6 ίσχυαν και υφίσταντο κατά τη ώρα έκδοσης του πιστοποιητικού. Τα εμπράγματα βάρη, διευκρίνισε, διαγράφονται εάν αποσυρθούν από κάποιο ενδιαφερόμενο ή εάν εκπνεύσουν. Μπορεί ακόμα να διαγραφούν και μετά από διαταγή του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης για ακύρωσή τους. Παρά το γεγονός ότι τα εμπράγματα βάρη εγγράφονται και καλύπτουν συγκεκριμένο ποσό, όπως αυτό εμφαίνεται στο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, εντούτοις η ίδια σημείωσε ότι δεν είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να γνωρίζει ποιο είναι το πραγματικό ποσό που εξακολουθεί να οφείλει ένας οφειλέτης του οποίου η περιουσία έχει επιβαρυνθεί με κάποιο memo. Σχολιάζοντας το γεγονός ότι στο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας Τεκμήριο 4, φαίνεται να υπάρχει το memo ΕΒ735/03 ενώ αντίθετα στο μεταγενέστερο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που η ίδια προσκόμισε στο Δικαστήριο Τεκμήριο 6 αυτό δεν παρουσιάζεται, υπέδειξε ότι είναι προφανές ότι στο μεσοδιάστημα έχει διαγραφεί η συγκεκριμένη επιβάρυνση. Σε κάθε περίπτωση ξεκαθάρισε πως όταν διαγράφεται εξ ολοκλήρου ένα εμπράγματο βάρος αυτό διαγράφεται από όλες τις εγγραφές που επιβαρύνει. Καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα ο χρεώστης - καθ' ου η αίτηση, επιβεβαίωσε απλά το γεγονός ότι πριν από την υπό συζήτηση αίτηση είχε προηγηθεί η έκδοση εντάλματος εκποίησης της κινητής του περιουσίας για την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους που αφορά η παρούσα υπόθεση, πλην όμως δεν βρέθηκε οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση της εν λόγω απόφασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις σύντομες τελικές εισηγήσεις τους, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο μεν κ. Τσαγκαρός για την πλευρά των αιτητών υπέδειξε πως με δεδομένο ότι πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις για την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης και του γεγονότος ότι η ασφάλεια επί της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση δεν είναι τέτοια που να καλύπτει την απαίτηση των αιτητών, υποστήριξε, αφού απέρριψε τις αιτιάσεις του καθ' ου ότι η αίτηση προωθείτε καταχρηστικά και ως μοχλός πίεσης σε βάρος του, ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη - καθ' ου η αίτηση είναι δικαιολογημένη. Αντίθετα, ο κ. Ιντιάνος για την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, αφού υπέδειξε τις καταλυτικές συνέπειες που έχει για την ζωή και την περιουσία ενός ανθρώπου η έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του και η κήρυξη του σε πτώχευση, υπέμνησε ότι είναι για αυτό τον λόγο που η πτωχευτική διαδικασία ουσιαστικά προσλαμβάνει χαρακτήρα οιονή ποινικής διαδικασίας, με απαιτούμενο βαθμό απόδειξης ιδιαιτέρα αυξημένο για την πλευρά των αιτητών. Δεν αμφισβήτησε ότι έχουν πληρωθεί οι τυπικές προϋποθέσεις που ο νόμος θέτει για να προωθηθεί η παρούσα αίτηση. Ωστόσο, χαρακτήρισε αυτή σαν καταχρηστική και μοχλό πίεσης από τους αιτητές προς τον χρεώστη για να εισπράξουν από αυτόν το ποσό της απόφασης, ενώ δεν εξάντλησαν ως όφειλαν τα μέτρα εκτέλεσης της που έχουν στη διάθεση τους. Δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, συνέχισε, το πραγματικό υπόλοιπο των οφειλών του καθ' ου η αίτηση αφού οι ίδιοι οι αιτητές παραδέχτηκαν πως παρά την αναφορά στο πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας που παρουσίασε η υπάλληλος της τράπεζας (τεκμήριο 4), σε χρέος προς αυτούς, τούτο είχε σε προγενέστερο χρόνο εξοφληθεί. Διερωτήθηκε τέλος προς τι η επιδίωξη της πτώχευσης του καθ' ου η αίτηση, την στιγμή που οι αιτητές δηλώνουν πως οι ίδιοι δεν θα ωφεληθούν σε οτιδήποτε από την εκποίηση της περιουσίας του. Η πτωχευτική διαδικασία, δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης απόφασης αλλά είναι μία διαφορετική «sui generis» διαδικασία, που όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 1, είναι οιονή ποινική στο χαρακτήρα και επηρεάζει την υπόσταση και την κατάσταση ενός χρεώστη σε σχέση με την διαχείριση και τις μετέπειτα δοσοληψίες της περιουσίας του. Αποβλέπει στην προστασία της περιουσίας του χρεώστη με απώτερο στόχο την περιφρούρηση, όσο καλύτερα γίνεται, των οικονομικών συμφερόντων των πιστωτών του. Ως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Πετράκη ν. Κίμωνος

(2006)1 ΑΑΔ 1311, οι διαδικασίες εκτέλεσης δικαστικής απόφασης δεν προβλέπονται ως προϋπόθεση για να καταστεί δυνατή η καταχώρηση και η προώθηση αίτησης πτώχευσης. Ούτε έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση ότι η προώθηση της αίτησης εκ μέρους των αιτητών ενέχει στοιχεία δόλου ή γίνεται προς το σκοπό εξασφάλισης αθέμιτων πλεονεκτημάτων προς όφελος τους και σε βάρος του χρεώστη και άλλων πιστωτών. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η υπό συζήτηση αίτηση γίνεται για σκοπούς εκβιασμού του καθ' ου η αίτηση ή για λόγους πιεστικούς. Ενόψει τούτων οι ως άνω σχετικές ενστάσεις του καθ' ου η αίτηση για το ζήτημα, απορρίπτονται. Ούτε ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης περί μη ύπαρξης κινητής ή ακίνητης περιουσίας του καθ' ου η αίτηση, μπορεί εκ των πραγμάτων να απασχολήσει σοβαρά. Ο όρος «περιουσία» ως παρατίθεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Κεφ. 5, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων χρήματα, εμπορεύματα και ακίνητη περιουσία. Είναι φανερό στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας, αριθμού τεμαχίων για την ακρίβεια, γεγονός που οδήγησε μάλιστα την πλευρά του να προβάλλει και να επιμένει ότι συνεπεία τούτου οι αιτητές αποτελούν εξασφαλισμένους πιστωτές. Σοβαρά απασχολεί η προβαλλόμενη από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση θέση ότι οι αιτητές αποτελούν εξασφαλισμένους πιστωτές. Το τι είναι εξασφαλισμένος πιστωτής αναφέρεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με αυτό: "«Ασφαλισμένος Πιστωτής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του πιστωτή ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από χρεώστη." Είναι φανερό από το πιο πάνω λεκτικό του άρθρου 2 του Κεφ. 5 ότι πιστωτής θεωρείται εξασφαλισμένος όταν μεταξύ άλλων έχει επιβάρυνση επί της περιουσίας του πιστωτή. Βλέπε επίσης το σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 525, όπου γίνεται αναφορά στο άρθρο 167 του Bankruptcy Act 1914 και δίδεται η ερμηνεία των λέξεων «εξασφαλισμένος πιστωτής», πρόνοια η οποία είναι πανομοιότυπη με το άρθρο 2 του Κεφ.
  2. Το ερώτημα ποιος αποτελεί και ποιος όχι εξασφαλισμένο πιστωτή, αποτελεί τελικά ζήτημα γεγονότων. (βλέπε Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 3, παραγρ. 318-319 και 785 ). Η ύπαρξη εξασφάλισης πάντως επί κάποιας οφειλής, δεν συνιστά από μόνη της κώλυμα για κάποιο πιστωτή να προωθήσει αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Το άρθρο 5
(2)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου ωστόσο, οριοθετεί τον τρόπο ενέργειας του αιτητή σε σχέση με το θέμα των εξασφαλίσεων. Ειδικότερα προβλέπεται πως: "5.
(2)Αν ο αιτητής πιστωτής είναι ασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώσει εκτίμηση της ασφάλειάς του. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής πιστωτής στην έκταση του υπόλοιπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους, που προκύπτει από την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας, κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν μη ασφαλισμένος πιστωτής." Σύμφωνα με το πιο πάνω εδάφιο του άρθρου 5, στην περίπτωση που ένας πιστωτής δεν δηλώνει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του, τότε έχει την υποχρέωση να δώσει κάποιο υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης την οποία έχει. Στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ως έχει ήδη αναφερθεί ενώ η πλευρά των αιτητών δηλώνει στην παράγραφο 3 της αίτησης ότι: "ούτε εγώ έχω ούτε οποιοδήποτε έτερο πρόσωπο έχει για λογαριασμό μου οιανδήποτε ασφάλεια επί της περιουσίας του ρηθέντος οφειλέτη ή επί μέρους αυτής για την πληρωμή εις εμέ της κατά τα άνω οφειλής" στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο της αίτησης, όπου καταγράφονται τα οφειλόμενα ποσά, εμφιλοχωρεί άνευ οτιδήποτε άλλου και η φράση "και με επιφύλαξη του ποσού των €1.000 (Λ.Κ.585,27) ως πιθανή αξία του memo EB1245/08". Ομολογουμένως ο πιο πάνω δεν φαίνεται να είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος αναφοράς σε τυχόν εξασφαλίσεις που δυνατόν να υπάρχουν προς όφελος κάποιου αιτητή. Ούτε ο απλός υπολογισμός στον οποίο προβαίνει για την πιθανή αξία του ΕΒ1245/08, επιτρέπει ξεκάθαρα την κατάληξη σε ποιού την περιουσία και σε ποια έκταση της αυτό αφορά, ούτε προσδιορίζεται ξεκάθαρα στην αίτηση ποιο τελικά χρέος εξασφαλίζει. Ότι απασχολεί είναι αν η πιο πάνω ασάφεια στη διατύπωση της αίτησης και η «αυτοαναίρεση» «παλινδρόμηση» των αιτητών σε σχέση με την ύπαρξη εξασφάλισης για τη πλευρά τους, για ένα μέρος τουλάχιστον του οφειλόμενου χρέους, θα πρέπει να έχει καταλυτικές συνέπειες για την αίτησή τους. Παρόμοιο ζήτημα, μη αναφοράς καθόλου μάλιστα των εξασφαλίσεων σε αίτηση ως η υπό συζήτηση, φαίνεται να απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ
  1. Στην εν λόγο απόφαση αφού γίνεται μία ιστορική αναδρομή στην Αγγλική νομολογία για το ζήτημα αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα από τον Δικαστή Καλλή: "Αυτά που προκύπτουν από την Αγγλική νομολογία είναι κυρίως τα εξής:
  2. Παρά την επιτακτική διατύπωση του αρ. 4
(2)- η οποία είναι πανομοιότυπη με εκείνα του δικού μας αρ. 5
(2)- η παράλειψη να δηλωθεί ή εξασφάλιση δεν αποβαίνει μοιραία για την αίτηση.
  1. Είναι δυνατή η τροποποίηση της αίτησης για να περιληφθεί η εξασφάλιση ακόμα και στο στάδιο της επαλήθευσης.
  2. Είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος παραλαβής ακόμα και χωρίς τροποποίηση της αίτησης.
  3. Είναι δυνατή η τροποποίηση ανεξάρτητα από την αξία ή το ύψος της εξασφάλισης.
  4. Αυτό που έχει σημασία είναι το ποσό του χρέους μετά την αφαίρεση της εξασφάλισης.
  5. Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο προκαλείται αδικία συνεπεία της παράλειψης να δηλωθούν οι εξασφαλίσεις." Κρίθηκε ακόμη στα πλαίσια της ως άνω απόφασης ότι: (α) Ήταν σημαντικό ότι δεν είχε εγερθεί ένσταση του θέματος της παρατυπίας της αίτησης λόγω της παράλειψη αναφοράς στην εξασφάλιση, (β) Ότι είχε τεθεί το ζήτημα της εξασφάλισης ως επίδικο θέμα έστω κάτω από το πρίσμα της ένστασης και εξετάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και (γ) Το γεγονός ότι η παράλειψη δεν είχε προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία εφόσον ο Εφεσείοντας είχε την ευκαιρία να αντικρούσει τη μαρτυρία σε σχέση με το ύψος της εξασφάλισης. Έχοντας κατά νου τις ως άνω κατευθύνσεις και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η συμπερίληψη ή μη της εξασφάλισης δεν κρίνει αυτοδίκαια την τύχη μιας αίτησης όπως η υπό συζήτηση, θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η πλευρά των αιτητών, παρά το γεγονός ότι δεν έθεσε ξεκάθαρα και με τον σωστό τρόπο την ύπαρξη της εξασφάλισης της, εντούτοις έκαμε αναφορά για το ΕΒ1245/08, προβαίνοντας μάλιστα και σε υπολογισμό της αξίας του. Περαιτέρω, το ζήτημα όχι μόνο αποτέλεσε ουσιαστικά λόγω ένστασης αλλά και αντικείμενο συζήτησης στα πλαίσια της ακρόασης της αίτησης κατά τρόπο που δεν φαίνεται να έχει προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στην πλευρά του καθ' ου η αίτηση. Συνακόλουθα η ως άνω μη πλήρης συμμόρφωση των αιτητών με τις πρόνοιες του άρθρου 5
(2)του Κεφ.5, δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε κάτω από τις συνθήκες που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση να σφραγίσει την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης. Η μαρτυρία άλλωστε για την αξία της ακίνητης περιουσίας του καθ' ου η αίτηση που επιβαρύνεται με το ως άνω ΕΒ1245/08 ουσιαστικά τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς αμφισβήτηση από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή πως σε διαδικασίες όπως η υπό συζήτηση όταν ένας εξασφαλισμένος πιστωτής καταχωρεί αίτηση πτώχευσης, το Δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να εξετάσει αν ο προβαλλόμενος υπολογισμός της αξίας μίας εξασφάλισης στην οποία έχει προβεί ο αιτητής είναι πραγματικός ή όχι. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η εκτίμηση είναι πραγματική και όχι εικονική, δεν πρέπει να προχωρά στη διερεύνηση της ορθότητας της, έστω και αν το αποτέλεσμα της έρευνας θα μπορούσε να αποδείξει ότι το μη εξασφαλισμένο υπόλοιπο του χρέους δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει την αίτηση. (βλ. Σταυρίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 646 και Ex-parte Voss in Re Button
(1905)1 K.B.
  1. Ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί, ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί το περιεχόμενο των εκτιμήσεων που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου η πλευρά των αιτητών σε σχέση με την αξία των ακινήτων του καθ' ου η αίτηση, η εγκυρότητα και η γνησιότητα τους. Ούτε έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία το οποίο θα επέτρεπε την κατάληξη ότι αυτές ελέγχονται ως εικονικές ή κατασκευασμένες. Αντίθετα οι σχετικές εκτιμήσεις παρουσιάζονται να είναι ειλικρινείς και πραγματικές και ως τέτοιες γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο. Είναι γεγονός ότι τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της μάρτυρας Σιγκελίδου για την πλευρά των αιτητών, ότι το συνολικό χρέος του καθ' ου η αίτηση ανέρχεται γύρω στις €650.000 πλέον έξοδα, πληροφόρηση που ως ανέφερε άντλησε από το σχετικό πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που η ίδια παρουσίασε στο Δικαστήριο (τεκμήριο 4). Τούτο, υποστήριξε, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αξία του συνόλου και των οκτώ ακινήτων του καθ' ου η αίτηση με βάση τις εκτιμήσεις που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, σε τιμές αναγκαστικής πώλησης, δεν ξεπερνά τις €366.000, καταδεικνύει ότι η αξία του ΕΒ1245/2008 που οι Αιτητές ενέγραψαν ως εξασφάλιση στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας του καθ΄ ου η αίτηση είναι ουσιαστικά μηδενική. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας της κας Σιγκελίδου. Ειδικότερα τις αναφορές της σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού από την ίδια του συνόλου των χρεών του καθ' ου η αίτηση σε συνδυασμό πάντα με την αξία της ακίνητης περιουσίας του τελευταίου και τις επιβαρύνσεις που φαίνεται να την επιβαρύνουν και τη γενική τοποθέτηση της ότι το εμπράγματο βάρος ΕΒ1245/08 που οι αιτητές ενέγραψαν σε όλα τα ακίνητα του καθ' ου η αίτηση προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους για το οποίο ουσιαστικά προωθείται η παρούσα διαδικασία, δεν έχει οποιαδήποτε αξία. Σπεύδω στο στάδιο αυτό της παρούσας να σημειώσω ότι οι γενικές και αόριστες υποβολές θέσεων της πλευράς του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με το πραγματικό ύψος του συνολικού χρέους του, χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε στοιχείου ή μαρτυρίας που να υποστηρίζουν ή να ενισχύουν έστω αυτές, δεν επιτρέπουν άνευ άλλου τινός την υιοθέτησή τους. Ωστόσο, αισθάνομαι ότι το ζήτημα δεν απασχόλησε την πλευρά των αιτητών με την απαραίτητη ενδελέχεια και προσοχή που απαιτείται, ενόψει των καταλυτικών συνεπειών που μπορεί να έχει για τη ζωή και την περιουσία του χρεώστη τυχόν επιτυχία αίτησης όπως η υπό συζήτηση. Τούτο μάλιστα ενόψει του βάρους απόδειξης που βρίσκεται επί των ώμων τους. Γεγονός παραμένει ότι η αναφορά της κας Σιγκελίδου για το ύψος του συνολικού χρέους του καθ' ου η αίτηση και το οποίο όπως η ίδια υπέδειξε προσδιόρισε με βάση το περιεχόμενο του πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης περιουσίας (Τεκμήριο 4) που είχε υπόψη της, έγινε χωρίς η τελευταία να διευκρινίζει στο Δικαστήριο αν για τον ως άνω υπολογισμό του συνολικού χρέους και της σύγκρισης του με την αξία της ακίνητης περιουσίας του χρεώστη λήφθηκαν υπόψη το σύνολο των ποσών που εξασφαλίζονται με τα εμπράγματα βάρη που αναφέρονται στο Τεκμήριο 4, ανεξάρτητα δηλαδή από το γεγονός ότι τόσο στο Τεκμήριο 4 αλλά και στο πιο πρόσφατο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας του καθ' ου η αίτηση Τεκμήριο 6, περιλαμβάνονται επιβαρύνσεις σε όλα τα ακίνητα του καθ' ου η αίτηση οι οποίες έχουν εγγραφεί μεταγενέστερα από το ως άνω ΕΒ1245/08 και τα οποία εξασφαλίζουν άλλα χρέη, τα οποία όμως για σκοπούς ικανοποίησης έπονται του χρέους που εξασφαλίζεται με το ΕΒ1245/
  2. Δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε, όταν ρωτήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης προς τούτο, ότι για τον προσδιορισμό του συνολικού χρέους του καθ' ου η αίτηση δεν υπολόγισε το ποσό των €29.547,27 σεντ που εξασφάλιζε το ΕΒ735/03, δηλώνοντας ότι το εν λόγο ποσό που αφορούσε άλλο χρέος του καθ' ου προς τους αιτητές, παρά το γεγονός ότι το εν λόγω εμπράγματο βάρος εξακολουθούσε να καταγράφεται στο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας του καθ' ου η αίτηση (Τεκμήριο 4) που η ίδια παρουσίασε, είχε ήδη εξοφληθεί και η αρμόδια αρχή είχε ενημερωθεί από τους αιτητές προς τούτο. Όπως όμως καταδεικνύεται από το μεταγενέστερο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 6) και άλλο εμπράγματο βάρος το οποίο καταγράφεται στο Τεκμήριο 4 και το οποίο προφανώς προσμετρήθηκε κατά τους υπολογισμούς της κας Σιγκελίδου για τον προσδιορισμό του συνολικού χρέους του καθ' ου η αίτηση, το οποίο μάλιστα φερόταν να προηγείται σε σειρά προτεραιότητας του ΕΒ1245/08, δεν καταγράφεται ως τέτοιο. Ειδικότερα το ΕΒ49/04 το οποίο σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 που η κα Σιγκελίδου χρησιμοποίησε για τον προσδιορισμό του συνολικού χρέους του καθ' ου η αίτηση, και το οποίο ενεγράφη στα επτά από τα οκτώ συνολικά ακίνητα του καθ' ου η αίτηση προς εξασφάλιση ποσού €16.149,63 σεντ πλέον έξοδα, δεν φαίνεται να υφίσταται ως εμπράγματο βάρος σε σχέση με όλα τα ακίνητα που τούτο επιβάρυνε, στο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας Τεκμήριο
  3. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η γενική και αόριστη αναφορά ότι το συνολικό χρέος του καθ' ου η αίτηση ανέρχεται σε €650.000, στηριζόμενη απλά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, σε συνδυασμό με τα ως άνω κενά που φαίνεται να παρουσιάζει ο υπολογισμός των χρεών του χρεώστη, χωρίς να διευκρινιστεί με την παράθεση σχετικής προς τούτο μαρτυρίας ο τρόπος του υπολογισμού και η κατάληξη στο συγκεκριμένο ποσό, αν συνυπολογίστηκαν και οφειλές του καθ' ου η αίτηση των οποίων η ικανοποίηση έπεται αυτής των αιτητών, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο, με την ασφάλεια που απαιτείται σε διαδικασίες όπως η υπό συζήτηση, να υιοθετήσει την επιγραμματική τοποθέτηση της κας Σιγκελίδου για το ζήτημα. Πέραν όμως των ως άνω προβλημάτων που φαίνεται πραγματικά να παρουσιάζει ο τρόπος υπολογισμού του συνολικού χρέους του χρεώστη σε σχέση και συνάρτηση πάντα με την αξία της ακίνητης περιουσία του, και αν γινόταν αποδεκτό το ύψος του χρέους ως η εισήγηση της πλευράς των αιτητών, τούτο, σε συνδυασμό θεωρούμενο με την συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας του καθ' ου η αίτηση επί της οποίας έχει εγγραφεί επιβάρυνση για σκοπούς εξασφάλισης, και πάλι, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, τυγχάνει εξεταστέο αν οι αιτητές κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες δεν αποτελούν εξασφαλισμένους πιστωτές. Η θεώρηση του ζητήματος, όπως προβάλλεται από την κα Σιγκελίδου για την πλευρά των αιτητών, (συνολικό χρέος μεγαλύτερο από την αξία της ακίνητης περιουσίας που χρησιμοποιείται ως εξασφάλιση, άρα μη εξασφαλισμένοι πιστωτές οι αιτητές) χωρίς να εξηγηθεί και δικαιολογηθεί τούτο με ανάλογη μαρτυρία, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα στην υπό συζήτηση περίπτωση, κρίνεται ως υπεραπλουστευμένη προσέγγιση του θέματος. Όπως καταδεικνύεται από το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 6), και τα οκτώ ακίνητα του καθ' ου η αίτηση στη συντριπτική τους πλειοψηφία, επιβαρύνονται με τις ίδιες επιβαρύνσεις προς εξασφάλιση διαφόρων ποσών που αυτές αφορούν. Τα ποσά που εξασφαλίζουν οι επιβαρύνσεις που φέρουν τον ίδιο αριθμό εγγραφής, παρά το γεγονός ότι αυτές επιβαρύνουν διάφορα ακίνητα του καθ' ου η αίτηση, δεν οφείλονται ασφαλώς πέραν της μία φορές. Οι ίδιοι οι αιτητές εξάλλου, αποτελούν πιστωτές που φρόντισαν να εγγράψουν το ΕΒ1245/08 για σκοπούς εξασφάλισης του εξ αποφάσεως χρέους της αγωγής υπ΄ αριθμό 3474/05 και στα οκτώ ακίνητα του καθ' ου η αίτηση. Είναι φανερό ότι τυχόν ικανοποίηση μερικών τουλάχιστον από τα χρέη του καθ' ου με την αξιοποίηση μέσω αναγκαστικής πώλησης μέρους της ακίνητης περιουσίας του, δυνάμενη μάλιστα να προκληθεί από τους ίδιους τους αιτητές ανά πάσα στιγμή αφού έχουν προχωρήσει σε εγγραφή της επιβάρυνσης ΕΒ1245/08 σε όλα τα ακίνητα του χρεώστη, θα έχει σαν αποτέλεσμα την διαγραφή των επιβαρύνσεων αυτών στο σύνολο των ακινήτων που εξασφάλιζαν αυτά τα χρέη. Η εξέλιξη αυτή, αναμφίβολα θα μπορούσε να έχει δραστική επίδραση στη σειρά προτεραιότητας των εναπομεινάντων επιβαρύνσεων, μεταξύ αυτών και του ΕΒ1245/08 που οι αιτητές ενέγραψαν προς εξασφάλιση του χρέους που αναφέρεται στην παρούσα αίτηση τους, κατά τρόπο που λόγω της σειράς προτεραιότητας που τούτο θα ελάμβανε πλέον, να λειτουργήσει πραγματικά ως εξασφάλιση για τους αιτητές για το συγκεκριμένο χρέος. Το Δικαστήριο ασφαλώς δεν υπεισέρχεται σε υποθετικά σενάρια σε σχέση με τον τρόπο που δυνατό να αξιοποιηθεί η ακίνητη περιουσία του καθ' ου η αίτηση και αν κάποιο από αυτά τα σενάρια είναι δυνατό να οδηγήσει σε ικανοποίηση της απαίτησης των αιτητών η οποία διασφαλίζεται με το ΕΒ1245/
  4. Είναι ωστόσο για σκοπούς κατανόησης της ως άνω θέσης, χρήσιμη η παρατήρηση ότι για παράδειγμα, επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/123, που η εκτιμημένη αξία καταναγκαστικής πώλησης υπολογίζεται σε €79.000, φαίνεται με βάση το Τεκμήριο 6 να προηγούνται της επιβάρυνσης ΕΒ1245/08 πέντε άλλες επιβαρύνσεις, που ενεγράφησαν για την εξασφάλιση διαφόρων χρεών συνολικού ποσού πέριξ των €76.600 πλέον τόκους και έξοδα. Το σύνολο των επιβαρύνσεων που προηγούνται της επιβάρυνσης των αιτητών που ενεγράφη προς εξασφάλιση του χρέους που αναφέρεται στην παρούσα αίτηση, προηγούνται ως εγγραφές και στο σύνολο σχεδόν των ακινήτων του καθ' ού η αίτηση εξασφαλίζοντας άλλα χρέη. Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι τυχόν ικανοποίηση, μερικών τουλάχιστον εξ' αυτών με την εκποίηση κάποιων άλλων ακινήτων του καθ' ου η αίτηση, θα έχει ως επακόλουθο και την διαγραφή αυτών των επιβαρύνσεων επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/123, με ορατό το ενδεχόμενο το ΕΒ1245/08 των αιτητών να αποκτήσει τέτοια προτεραιότητα που να καθιστά τους αιτητές εξασφαλισμένους πιστωτές. Το ζήτημα δεν φαίνεται να απασχόλησε τους αιτητές. Παρέθεσαν απλά την ως άνω διαφορά μεταξύ της αξίας της ακίνητης περιουσίας του καθ' ου και του συνολικού χρέους του όπως πιο πάνω αναφέρθηκε ότι υπολογίστηκε από αυτούς, χωρίς να θέσουν, ως είχαν υποχρέωση υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία η οποία θα έπειθε, στα πλαίσια διαδικασίας ως η υπό συζήτηση, οιονή ποινικής στο χαρακτήρα, πως κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες αυτοί παραμένουν μη εξασφαλισμένοι πιστωτές. Στη βάση όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω θεωρώ ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν στο βαθμό που απαιτείται από αυτούς σε διαδικασίες όπως η υπό συζήτηση, ότι παρά την ύπαρξη της ΕΒ1245/08 που ενέγραψαν προς εξασφάλιση της είσπραξης του χρέους που περιγράφεται στην παρούσα αίτηση τους, αποτελούν πραγματικά μη εξασφαλισμένους πιστωτές κατά τον τρόπο που εισηγούνται στην αίτηση τους. Αναπόδραστη κατάληξη τούτου, είναι η απόρριψη της υπό συζήτηση αίτησης. Τα έξοδα της διαδικασίας θα επιβαρυνθούν οι αιτητές όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.