← Κύπρος

CAPERSHILL LTD ν. Χρίστος Πουλλαϊδης, Αρ. αγωγής: 689/09, 4 Ιουνίου 2010

CAPERSHILL LTD ν. Χρίστος Πουλλαϊδης, Αρ. αγωγής: 689/09, 4 Ιουνίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 689/09 Μεταξύ: CAPERSHILL LTD Ενάγοντες -και- Χρίστος Πουλλαϊδης Εναγόμενος Αίτηση ημερ. 9.10.10 για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας 4 Ιουνίου 2010 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - αιτητή: κα Ε. Ανδρέου Για τους Ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση: κ.Παπαγεωργίου (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Αδ. Χ»Χριστοδούλου) ΑΠΟΦΑΣΗ 1.Ο αιτητής με την παρούσα αίτηση ζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η δικαστική διαδικασία καθότι η απαίτηση των εναγόντων προέκυψε από γραπτή συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων και η εν λόγω συμφωνία προνοεί ότι οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων θα παραπέμπετο σε διαιτησία στο Μπαχρέιν.

  1. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2, 3 και 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48 Θ1-4 και Θ9 και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ.Χρίστου Τσαγκαρού.
  2. Οι καθ΄ ων η αίτηση φέρουν ένσταση στην αίτηση για τους πιο κάτω λόγους όπως συνοψίζονται. α) Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. β) Η πρόνοια για διαιτησία στη συμφωνία είναι παράνομη, αντισυνταγματική, ανεφάρμοστη, αβέβαιη και ασαφής. γ) Οι καθ΄ ων η αίτηση εμποδίζονται να εγείρουν το εν λόγω θέμα και το έχουν εγκαταλείψει. Έχουν συγκατανεύσει στη δικαστική διαδικασία. δ) Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και η καθυστέρηση δεν δικαιολογείται. ε) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.
  3. Στις 10.3.09 καταχωρήθηκε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο με το οποίο οι καθ΄ ων η αίτηση αξίωναν το ποσό των €50.869,90 ως υπόλοιπο συμφωνηθέντος τιμήματος συμφωνίας και το ποσό των €20.503,
  4. Σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης συνομολογήθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την κατασκευή από μέρους των καθ΄ ων η αίτηση πισίνας στην κατοικία του αιτητή. Οι καθ΄ ων η αίτηση παρόλο που συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες που απέρρεαν από την πιο πάνω συμφωνία εντούτοις ο αιτητής παρέλειψε να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα στην ολότητά του καθώς και την καταβολή των επιπρόσθετων εργασιών ή αγαθών με αποτέλεσμα να οφείλεται το ποσό των €50.869,90 ως επίσης και να οφείλεται και το ποσό των €20.503,22 καθότι υπήρξε καθυστέρηση τεσσάρων μηνών για την ολοκλήρωση του έργου με αποτέλεσμα οι καθ΄ ων η αίτηση να επιβαρυνθούν με επιπρόσθετο κόστος το οποίο ανέρχεται στο πιο πάνω ποσό.
  5. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: α) Η απαίτηση των εναγόντων προέκυψε βάσει γραπτής συμφωνίας που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων στις 26.11.07 (βλ. τεκμ.1). Με βάση την πιο πάνω συμφωνία ο αιτητής ανέθεσε στους καθ΄ ων η αίτηση τον σχεδιασμό, κατασκευή και συντήρηση κατά την διάρκεια της περιόδου εγγύησης πισίνας και χώρου μπαρ στην κατοικία του αιτητή. β) Ο όρος 15 της πιο πάνω συμφωνίας (τεκμ.1) προνοεί τα ακόλουθα: «Any dispute arising in connection with this Subcontract which cannot be settled amicably between both parties shall be referred to arbitration and final decision of a person to be agreed between the parties, or failing agreement 30 days after either party has given to the other a written request to concur in the appointment of an Arbitrator, a person to be appointed on the request of either party by the President of the Courts of the Government of Cyprus. Such arbitration shall be held in Bahrain in accordance with the Laws of Bahrain and shall be conducted in the English language.» γ) Η αξίωση των καθ΄ ων η αίτηση αποτελεί διαφορά η οποία απορρέει από τη συμφωνία τεκμ.
  6. Οι καθ΄ ων η αίτηση αντάλλαξαν σωρεία επιστολών με τον αιτητή. Με επιστολή τους ημερ. 29.10.08 (τεκμ.2) οι καθ΄ων η αίτηση αξίωναν από τον αιτητή το οφειλόμενο ποσό και ο αιτητής με επιστολή του ημερ. 11.11.08 (τεκμ.3) μεταξύ άλλων αρνήθηκε να καταβάλει το αξιούμενο ποσό. δ) Εξ΄ όσων πληροφορεί ο αιτητής τον ενόρκως δηλούντα, αυτός είναι πρόθυμος να ακολουθηθούν οι πρόνοιες της συμφωνίας και να παραπεμφθεί η διαφορά τους σε διαιτησία και ότι ο αιτητής ουδέποτε εγκατέλειψε την πρόνοια για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία.
  7. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση ενός εκ των διευθυντών και μετόχων των καθ΄ ων η αίτηση και στην οποία συνοπτικά αναφέρονται τα ακόλουθα: α) Στις 25.5.09 οι δικηγόροι του αιτητή απέστειλαν επιστολή (τεκμ.1) στον τότε δικηγόρο των εναγόντων πληροφορώντας τον ότι θα καταχωρούσαν εμφάνιση εκ μέρους του. Προηγουμένως καταχωρήθηκε αίτηση για υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και εκδόθηκε σχετικό διάταγμα στις 27.4.
  8. Στις 26.5.09 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης. Στις 30.6.09 οι δικηγόροι του αιτητή με επιστολή τους (τεκμ.2) ενημέρωναν τον τότε δικηγόρο των καθ΄ων η αίτηση ότι καταχωρήθηκε αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης Υπεράσπισης και θα γίνουν προσπάθειες να καταχωρηθεί πριν την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση. β) Στις 19.6.09 καταχωρήθηκε αίτηση από μέρους του αιτητή για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Στις 30.9.09 ο αιτητής απέσυρε την αίτηση άνευ βλάβης του δικαιώματος του να επανέλθει μελλοντικά με παρόμοια αίτηση. γ) Στις 21.9.09 ο τότε δικηγόρος των καθ΄ ων η αίτηση απέστειλε επιστολή στον δικηγόρο του αιτητή ζητώντας να πληροφορηθεί σχετικά με την ετοιμασία της Έκθεσης Υπεράσπισης (βλ. τεκμ.3). Δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση στις 9.10.
  9. δ) Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ο αιτητής με την επιστολή του, ημερ.11.11.08, (τεκμ.3) κατέστησε σαφές ότι οι διάδικοι θα κατέληγαν στα Δικαστήρια και επέλεξε τα Κυπριακά Δικαστήρια για λύση της διαφοράς. ε) Ο όρος 15 της συμφωνίας ήταν τέχνασμα του αιτητή για καθυστέρηση και αποφυγή των υποχρεώσεων του. Ο αιτητής και οι διευθυντές των καθ΄ ων η αίτηση είναι Κύπριοι υπήκοοι.
  10. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις και υπήρξαν εκατέρωθεν αντίθετες εισηγήσεις. Η μεν συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ο δε συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του σχετικού διατάγματος για τους λόγους που εκτίθενται στην ένσταση.
  11. Το άρθρο 8 του Κεφ.4 δίνει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε διάδικο που δεσμεύεται από ρήτρα διαιτησίας σε σύμβαση να αιτηθεί από το Δικαστήριο την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας με την προϋπόθεση ότι ο αιτούμενος την αναστολή μετά την καταχώρηση της εμφάνισης και πριν την παράδοση οποιασδήποτε δικογραφίας ή της εκ μέρους του λήψης οποιωνδήποτε άλλων διαβημάτων στην διαδικασία, θα καταχωρήσει προς τούτο αίτηση δηλώνοντας την προθυμία του να προχωρήσει την διαδικασία της διαιτησίας.
  12. Τα Δικαστήρια κατά κανόνα δίδουν εφαρμογή σε πρόνοιες παραπομπής των διαφορών σε διαιτησία και το βάρος γιατί η υπόθεση να παραμείνει στο Δικαστήριο το φέρει ο ενάγων (βλ. Medglobe Shipping Company Limited v. Oleaginosas Espanolas S.A. (O.E.S.A.) κ.ά. Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.49/93/ημερ. 31.1.96). Αν δεν υπάρχει ικανοποιητικός λόγος γιατί η εκκρεμοδικία να μην παραπεμφθεί σε διαιτησία σύμφωνα με την ρήτρα διαιτησίας, τότε προχωρεί σε διαταγή αναστολής της εγερθείσας αγωγής με την προϋπόθεση ότι ο αιτούμενος την αναστολή ήταν και παραμένει πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε αναγκαίο για την ορθή άσκηση της διαιτησίας.
  13. Η πιο πάνω πρόνοια του Κεφ.4 αντιστοιχεί με το άρθρο 4.1 του Arbitration Act του 1950 της Αγγλίας και έχει αναπτυχθεί πλούσια νομολογία για τις συνθήκες ενάσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου. Στο σύγγραμμα Hulsbury´s Laws of England 3η Έκδοση, Τόμος 2, σελ. 24-28 αναφέρονται οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιούνται προτού το Δικαστήριο αναστείλει την διαδικασία και είναι οι ακόλουθες: i. Ότι υπάρχει έγκυρη συμφωνία για την διαιτησία που καλύπτει το επίδικο θέμα, ii. Ο αιτητής δικαιούται να βασιστεί σε αυτή τη ρήτρα διαιτησίας, iii. Δεν έχουν ληφθεί οποιαδήποτε διαδικαστικά διαβήματα από τον αιτητή πέραν της εμφάνισής του, iv. Ο αιτητής ήταν και είναι πάντοτε πρόθυμος και έτοιμος να προχωρήσει στην διαιτησία, v. Δεν υπάρχει ικανοποιητικός λόγος για άρνηση της αιτούμενης αναστολής.
  14. Από την επισκόπηση των σχετικών υποθέσεων προκύπτει ότι τα δικαστήρια αποκλίνουν σε στήριξη των συμφωνιών διαιτησίας, που εκφράζουν καθαρά τη βούληση και επιλογή των συμβαλλόμενων να χρησιμοποιήσουν το θεσμό της διαιτησίας. Η θεώρηση του ζητήματος από το Δικαστή Mocatta στην Astro Vendeor Compania Naviera S.A. v. Mabanaft GmbH {1970} 2 Lloyd´s Rep. 267, διερμηνεύει τη δικαστική αυτή τάση: "the court should if the circumstances allow lean in favour of giving effect to the arbitration clause to which the parties have agreed" and seek to give effect to their intentions."
  15. Στην υπόθεση Paul Smith Ltd v. H. & S. (International) Holdings Inc. {1991} 2 Lloyd´s Rep. 127, το δικαστήριο βρήκε τρόπο να ευθυγραμμίσει δυο φαινομενικά αντιφατικές ρήτρες για να διευκολύνει παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία, σύμφωνα με την κυρίαρχη πρόθεση των διαδίκων. Βλ. Yalta Sea Trade Port v. Emed Chartering Limited κ.ά., Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 124/98/ημερ. 16.1.
  16. Στη συνέχεια θα εξετάσω τους λόγους ένστασης όπως αυτοί έχουν προωθηθεί από μέρους του συνηγόρου του αιτητή. 13.1 Η εισήγηση ότι οι καθ΄ ων η αίτηση με τη συμπεριφορά τους έχουν εγκαταλείψει το σχετικό αίτημα και ότι έχουν συγκατανεύσει στην δικαστική διαδικασία Όπως διαφαίνεται από το ιστορικό της υπόθεσης όπως έχει εκτεθεί πιο πάνω στις 19.6.09 καταχωρήθηκε αίτηση από μέρους του αιτητή με την οποία ζητούσε παράταση του χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης, όπως εκτίθεται πιο πάνω, στις 30.9.
  17. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι πρόκειται για διάβημα στη διαδικασία και ως επίσης και οι επιστολές που ανταλλάγηκαν με αποτέλεσμα η αίτηση να είναι έκθετη σε απόρριψη. Το άρθρο 8 του Κεφ.4 δίνει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε διάδικο που δεσμεύεται από ρήτρα διαιτησίας σε σύμβαση να αιτηθεί από το Δικαστήριο την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας με την προϋπόθεση ότι ο αιτούμενος στην αναστολή μετά την καταχώρηση της εμφάνισης και πριν την παράδοση οποιασδήποτε δικογραφίας ή της εκ μέρους του λήψης οποιωνδήποτε άλλων διαβημάτων στην διαδικασία, θα καταχωρήσει προς τούτο αίτηση δηλώνοντας την προθυμία του να προχωρήσει την διαδικασία της διαιτησίας. Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί στη συνέχεια είναι κατά πόσο η πιο πάνω αίτηση που καταχωρήθηκε συνιστά διάβημα στη διαδικασία. Στο σύγγραμμα Odgers on Pleading and Practice 21η έκδοση, σελ. 174, αναφέρονται τα ακόλουθα: «A "step in the proceedings" in section 4 of the Arbitration Act, 1950, means some application to the court by summons or motion, and does not include an application by letter or notice from one party to another, or by correspondence between their respective solicitors. Therefore, merely writing to the plaintiff for further time to plead will not preclude the defendant from applying under this section.» Στο σύγγραμμα Stroud´s Judicial Dictionary 3η έκδοση, τόμος 4, σελ. 2862, αναφέρονται τα ακόλουθα: «An application to the court by a defendant for an extension of the time for delivering defence is a "step in the proceedings" within Arbitration Act, 1889» Στην υπόθεση Ford´s Hotel Co. Ltd v. Bartlett

(1896)AC1 αποφασίστηκε ότι αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης Υπεράσπισης είναι διάβημα στην διαδικασία κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Arbitration Act
(1889). Με βάση όλα τα πιο πάνω, η αίτηση που καταχωρήθηκε στις 19.6.09 από μέρους του αιτητή για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης συνιστά λήψη άλλων διαβημάτων στην διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κεφ.
  1. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 ότι ο αιτούμενος την αναστολή θα πρέπει να υποβάλει την αίτηση μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και πριν την παράδοση οποιασδήποτε δικογραφίας ή και της εκ μέρους του λήψης οποιωνδήποτε άλλων διαβημάτων στην διαδικασία, η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη ενόψει του γεγονότος ότι ο αιτητής όπως εξηγείται πιο πάνω πήρε διαβήματα στην διαδικασία με την καταχώρηση της πιο πάνω αίτησης. Το γεγονός ότι η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης δεν διαφοροποιεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα πράγματα αφού λήφθηκαν μέτρα με την καταχώρηση της. Για τους λόγους που εξηγούνται η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι σχετικές επιστολές που αντάλλαξαν οι δικηγόροι για την καταχώρηση των δικογράφων και ειδικότερα της Έκθεσης Υπεράσπισης συνιστούν μέτρα στην διαδικασία δεν με βρίσκουν σύμφωνο ενόψει των όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Παρά την πιο πάνω κατάληξη το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει και τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. 13.2 Η εισήγηση ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση Όπως αναφέρεται και στην παρ.2 πιο πάνω η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 2, 3 και 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.
  2. Το άρθρο 8 του Κεφ.4 δίνει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε διάδικο που δεσμεύεται από ρήτρα διαιτησίας σε σύμβαση να αιτηθεί από το Δικαστήριο την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται στο εν λόγω άρθρο. Συνεπώς η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 13.3 Η εισήγηση ότι η πρόνοια για διαιτησία στη συμφωνία είναι παράνομη, αντισυνταγματική, ανεφάρμοστη και ασαφής. Το συνυποσχετικό, εκτός αν εκφράζεται αντίθετη πρόθεση σ΄ αυτό, είναι ανέκκλητο, εκτός αν επιτραπεί από το Δικαστήριο, και έχει την ίδια ισχύ από κάθε άποψη ωσάν να ήταν διάταγμα Δικαστηρίου (βλ. άρθρο 3 του Κεφ.4). Συνυποσχετικό σημαίνει γραπτή συμφωνία για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών σε διαιτησία είτε ο διαιτητής κατονομάζεται σ΄ αυτή είτε όχι (βλ. άρθρο 2 του Κεφ.4). Δεν έχει καταδειχθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ότι η σχετική συμφωνία είναι παράνομη και δεν έχει εγερθεί εξειδικευμένα από μέρους του συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση σε ποιο άρθρο του Συντάγματος αντίκειται η πιο πάνω συμφωνία ή η σχετική πρόνοια αφού πάγια είναι η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματος αντισυνταγματικότητας Νόμου μόνο όταν εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφαση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκασης υπόθεσης. Συνεπώς η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και συνακόλουθα απορρίπτεται. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι η σχετική πρόνοια είναι ασαφής. Αναμφισβήτητα η συμφωνία διαιτησίας όπως και κάθε άλλη συμφωνία πρέπει να χαρακτηρίζεται από βεβαιότητα και καθαρότητα των όρων της. Έτσι μόνο μπορεί να φέρει το στίγμα της εγκυρότητας. Στο βιβλίο Russel on Arbitration,
(1997)21η Έκδοση, παρ.2-002 σελ.27 αναφέρονται τα ακόλουθα: Terms must be clear and certain. To be valid, the terms of an arbitration agreement must be clear and certain. This is assessed in the same way as the validity of any contract. An arbitration agreement is void if its terms are uncertain or there is no clear reference to arbitration. Even if not void, disputes about the meaning of terms, their incorporation, and so forth can be costly and delay an arbitration. It is of fundamental importance that the parties agreement makes arbitration the means for final and binding resolution of disputes: .. .............(βλ. Yalta Sea Trade Port ανωτέρω). Στην υπόθεση Yalta Sea Trade Port ανωτέρω αποφασίστηκε ότι το γεγονός ότι δεν καθορίστηκε η διαδικασία που θα διέπετο η διαιτητική δίκη δεν αποτελούσε πλήγμα κατά της δεσμευτικότητας της συμφωνίας. Στην προκειμένη περίπτωση η σχετική πρόνοια όπως αυτή καθορίζεται στην παρ.5(β) δεν είναι ασαφής ούτε και αβέβαιη αφού και οι δυο πλευρές συμφώνησαν ότι οι όποιες διαφορές σε σχέση με την εν λόγω συμφωνία θα παραπέμποντο σε διαιτησία η οποία θα λάμβανε χώρα στο Μπαχρέιν σύμφωνα με τους εκεί Νόμους. Το δε πρόσωπο θα συμφωνείτο από τους διαδίκους και τότε σε αντίθετη περίπτωση θα απευθύνονταν στο Δικαστήριο της Δημοκρατίας για διορισμό διαιτητή. Οι καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν αποσείσει το βάρος γιατί η υπόθεση να μείνει στο Δικαστήριο. Συνεπώς και πάλιν για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. 13.4 Εισήγηση ότι η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας Το ιστορικό της υπόθεσης έχει αναφερθεί πιο πάνω. Σε συντομία έχει ως ακολούθως: Στις 10.3.09 καταχωρήθηκε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο. Στις 26.5.09 καταχωρείται σημείωμα εμφάνισης. Κανένα μέτρο δεν λαμβάνεται από μέρους των καθ΄ ων η αίτηση αφού η Έκθεση Υπεράσπισης δεν καταχωρήθηκε. Στο μεταξύ στις 19.6.09 καταχωρείται από μέρους του αιτητή αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Υπεράσπισης η οποία αποσύρεται άνευ βλάβης στις 30.9.09. Στις 9.10.09 καταχωρείται η παρούσα αίτηση. Όπως διαφαίνεται από το όλο ιστορικό της υπόθεσης, ο χρόνος που υποβλήθηκε η αίτηση δεν είναι τέτοιος ώστε από μόνος του να οδηγεί προς την κατεύθυνση απόρριψης της αίτησης και δεν καταδεικνύεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα ή και καταχρηστικά. Συνεπώς και πάλιν η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. 14. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω και ειδικότερα ενόψει των όσων αναφέρονται στην παρ. 13.1 η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ..................... Η. Γεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.