Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας ν. Στέλιου Παρπόττα, Αρ. Αγωγής: 979/2007, 4 Ιουνίου,2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A56 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 979/2007 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας Εναγόντων - Καθ΄ών η Αίτηση και Στέλιου Παρπόττα Εναγομένου - Αιτητή ---------------------------------------- Ημερομηνία: 4 Ιουνίου,2010 Εμφανίσεις: Για τον Eναγόμενο - Aιτητή: κ. Αντ. Δημητρίου Για τους Eνάγοντες - Kαθ' ων η Aίτηση: κ. Γ. Λουκαίδης Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης) Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 30.04.2007 εναντίον του εναγόμενου ως εγγυητού κάποιου Χρίστου Ανδρέα Ζαχαρίου σε χρεωστικό ομόλογο ή/και γραμμάτιο συνήθους τύπου ή/ και άλλο γραμμάτιο με ημερομηνία 28.01.
- Στις 25.06.2007 είχε εκδοθεί ερήμην του απόφαση εναντίον του ως η απαίτηση λόγω της μη καταχώρησης εκ μέρους του εμφάνισης. Στη συνέχεια για τους λόγους που εξηγούνται στην απόφαση αδελφής δικαστού με ημερομηνία 3.07.2008 η εν λόγω απόφαση παραμερίστηκε. Ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση στις 20.10.
- Σε αυτή, πλην της άρνησης των ισχυρισμών των εναγόντων ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εγγυήθηκε τον εναγόμενο
- Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι είχε προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία και είχε εκδοθεί σχετικό πόρισμα ή/ και έκθεση με την οποία βεβαιώνεται ότι η ισχυριζόμενη υπογραφή του εναγόμενου είχε πλαστογραφηθεί. Γι΄αυτούς τους λόγους ζητά όπως η αγωγή απορριφθεί. Με τη συμπλήρωση της δικογραφίας η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 8.12.
- Στη συνέχεια ορίστηκε για ακρόαση στις 20.03.2009, 1.06.09 και στις 2.11.
- Ακολούθως ορίστηκε ξανά για οδηγίες σε διάφορες ημερομηνίες με σκοπό όπως δηλωνόταν να γίνουν προσπάθειες για συμβιβασμό της ήτοι στις 17.11.09,23.11.09,16.12.09 και στις 11.01.10 οπότε καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση εκ μέρους του εναγόμενου για να του δοθεί άδεια να τροποποιήσει την έκθεση υπερασπίσεως του με τη προσθήκη διαφόρων παραγράφων με ισχυρισμούς του τις οποίες καταγράφω αυτολεξεί πιο κάτω όπως και την αναγκαία πλέον αναρίθμηση των διαφόρων παραγράφων του δικογράφου του: Προτεινόμενες τροποποιήσεις:
- Με την προσθήκη νέας παραγράφου μετά το τέλος της υφιστάμενης παραγράφου 2 της Υπεράσπισης ως η παράγραφος 3 (α), (β), (γ) και (δ) ως κατωτέρω περιγράφεται και /ή όπως εμφαίνεται με έντονο μαύρο χρώμα στο επισυνημμένο στην Ένορκο Δήλωση Τεκμήριο ¨Α¨: «
- Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι: (α) Ο εναγόμενος κατά την επίδικη περίοδο πώλησε το αυτοκίνητο του στον κ. Χρίστο Ανδρέα Ζαχαρίου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως ο οποίος εξασφάλισε και /ή αιτήθηκε την σύναψη του επίδικου δανείου από τους ενάγοντες. Το εν λόγω πρόσωπο ζήτησε από τον εναγόμενο να υπογράψει ως εγγυητής του στο πιο πάνω δάνειο και ο εναγόμενος αρνήθηκε. (β) Το πιο πάνω δάνειο συνήφθηκε για την αγορά του αυτοκινήτου του εναγομένου ως επίσης και εξόφληση οφειλής του Χρίστου Ανδρέα Ζαχαρίου προς τον κ. Ιάκωβο Ιακώβου ο οποίος επίσης αναφέρεται στην παράγραφο 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως. (γ) Περαιτέρω ο εναγόμενος κατά την επίδικη περίοδο απώλεσε την ταυτότητα του η οποία ενδεχομένως να ευρισκόταν στο αυτοκίνητο που πώλησε στον κ. Χρίστο Ανδρέα Ζαχαρίου. (δ) Για περαιτέρω λεπτομέρειες και /ή μαρτυρία για τις συνθήκες της ισχυριζόμενης εγγύησης του εναγομένου και /ή για την πλαστογράφηση της υπογραφής του και /ή τις συνθήκες υπό τις οποίες ετέθη η ισχυριζόμενη εγγύηση του εναγομένου και /ή για την πλαστογράφηση της υπογραφής του και/ ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες φαίνεται το όνομα του εναγομένου ως εγγυητή του επίδικου δανείου ο εναγόμενος επιφυλάσσεται να αναφερθεί κατά τη δικάσιμο.¨ Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του κ. Γιώργου Λιβέρα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του εναγόμενου - αιτητή κ. Αντώνη Δημητρίου η οποία αναφέρει τα ακόλουθα:
- Είμαι δικηγόρος και εργάζομαι στο δικηγορικό γραφείο του κ. Αντώνη Δημητρίου. Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και έχω επίσης πάρει πληροφορίες από τους πιο πάνω δικηγόρους. Περαιτέρω έχω πάρει επίσης πληροφορίες από τον εναγόμενο-αιτητή και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων αλλά και για να θέσουν οι ενάγοντες και ο εναγόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου όλες τις πραγματικές επίδικες διαφορές σαν σύνολο. Περαιτέρω αποφεύγεται η πολλαπλότητα νομικών διαδικασιών αλλά και ο κίνδυνος οι ενάγοντες να εμποδίζονται σε άλλη διαδικασία να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους στις αιτούμενες τροποποιήσεις στην περίπτωση δεδικασμένου αλλά και «issue estoppel».
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα επιφέρουν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη στους ενάγοντες και γίνονται καλή τη πίστη και είναι αναγκαίες για το σκοπό διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές.
- Μετά τον διορισμό μας προέκυψαν θέματα και συγκεκριμένα αυτά που αναφέρονται στις αιτούμενες τροποποιήσεις και είναι απαραίτητα να διαφοροποιηθούν λόγω του ότι θα πρέπει να ομολογηθεί ότι δεν εντοπίστηκαν και /ή δεν ήταν εμφανή προηγουμένως λόγω λάθους και /ή αβλεψίας και /ή λανθασμένης πληροφόρησης και /ή οδηγιών εκ μέρους του εναγομένου.
- Ο εναγόμενος κατά την τελευταία δικάσιμο ημερομηνίας 16.12.2009 πληροφόρησε τον κ. Αντώνη Δημητρίου αυτά που αναφέρονται στις αιτούμενες τροποποιήσεις κάτι που δεν έπραξε και /ή δεν εθεώρησε αναγκαίο να πράξει στο παρελθόν εν όψει και του πορίσματος της Αστυνομίας (Τεκμήριο Β) για την πλαστογράφηση της υπογραφής του.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν συνέχεια των ισχυρισμών του εναγομένου στα δικόγραφα, αλλά προκύπτουν και από τους ισχυρισμούς του εναγομένου στην Υπεράσπιση του.
- Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις ξεκαθαρίζουν τα επίδικα θέματα αλλά και ο τρόπος που θα χειριστεί ο εναγόμενος την υπόθεση του.
- Επισυνάπτω περαιτέρω μετά της παρούσης την Υπεράσπιση στην οποία έχουν ήδη γίνει οι αιτούμενες τροποποιήσεις ως Τεκμήριο ¨Α¨.
- Ως εκ τούτου πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Με την Ειδοποίηση Περί της Προθέσεως Ενστάσεως η πλευρά των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης οι οποίοι καταγράφονται τόσο στο σώμα της αίτησης όσο και στην ένορκο δήλωση της κας Κατερίνας Κονναρή υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο του Δρος Ανδρέα Ποιητή & Σία από τους οποίους έχει εξουσιοδοτηθεί για να προβεί στη παρούσα ένορκο δήλωση:
- Η αιτούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη διότι αντιβαίνει προς την ένορκο δήλωση του εναγομένου ημερομηνίας 11.1.08 επί τη βάση της οποίας έγινε η ακύρωση της απόφασης.
- Η αιτούμενη τροποποίηση περιλαμβάνει ισχυρισμούς οι οποίοι και εάν ακόμη περιλαμβάνονταν στην αρχική έκθεση υπεράσπισης έπρεπε να διαγραφούν διότι περιλαμβάνουν γνώμη και όχι γεγονότα. Συγκεκριμένα η αιτούμενη τροποποίηση της παραγράφου 3(γ) αναφέρει ¨ενδεχομένως¨.
- Η αιτούμενη τροποποίηση στην παράγραφο 3(δ) δεν προσφέρει οτιδήποτε και το Διάταγμα θα ήταν άνευ σημασίας (useless).
- Η υπόθεση εγείρεται μετά από μακρύ χρονικό διάστημα και δεν δικαιολογείται με κανένα τρόπο ο διαδραμών χρόνος.
- Θα πρέπει να αναφερθεί, όπως ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίζεται στην ένορκο δήλωση του ημερομηνίας 11.1.08 περί της απαίτησης των εναγόντων, ότι την αγωγή την επληροφορήθη τον Οκτώβριο του 2002, όταν περιήλθε εις γνώση του η αγωγή υπ' αρ. 5643/99 η οποία τελικά διεκόπη.
- Μετά από 8 χρόνια ο εναγόμενος αποφασίζει να προβάλει τώρα νέους ισχυρισμούς.
- Τα πιο πάνω αποτελούν απλώς εκ των υστέρων σκέψεις του εναγόμενου για να μπορέσει να δικαιολογήσει την αβάσιμη θέση του.
- Γι' αυτό ζητείται απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος του εναγόμενου. Οι δύο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις και εγκατέλειψαν τις αρχικές προθέσεις τους για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου - αιτητή αναφέρθηκε στη νομική πτυχή της αίτησης του κάνοντας εκτενή αναφορά σε νομολογία που διέπει το ζήτημα. Επεσήμανε το γεγονός ότι υπήρχε και προηγουμένως αγωγή πριν 8 χρόνια η οποία παραμερίστηκε, διεκόπη ξανά και καταχωρήθηκε η παρούσα, παραμερίστηκε ξανά η απόφαση που εκδόθηκε στη παρούσα για τους λόγους που αναφέρεται στην σχετική απόφαση. Σχολίασε τη θέση της άλλης πλευράς αναφορικά με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως με ημερομηνία 11.1.08 όπου πράγματι ο εναγόμενος λέγει στην παράγραφο 3 ότι ουδεμία σχέση είχε με τον πρωτοφειλέτη που εν πάση περιπτώσει όπως φαίνεται με το πόρισμα της αστυνομίας η υπογραφή ήταν πλαστογραφημένη. Με την αιτούμενη τροποποίηση θέλει να ξεκαθαρίσει τη σχέση του με τον κ. Ζαχαρίου και όποια και να ήταν αυτή είναι θέμα αξιοπιστίας και θα κριθεί από το δικαστήριο, θέμα που δεν είναι του παρόντος να αποφασιστεί. Συνοψίζοντας τις θέσεις τους ανέφερε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων αλλά και για να θέσουν οι ενάγοντες και ο εναγόμενος ενώπιον του δικαστηρίου όλες τις πραγματικές επίδικες διαφορές σαν σύνολο. Περαιτέρω θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα νομικών διαδικασιών και ο κίνδυνος οι ενάγοντες να εμποδίζονται σε άλλη διαδικασία να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους στις αιτούμενες τροποποιήσεις στην περίπτωση δεδικασμένου αλλά και ¨issue estoppel¨, οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα επιφέρουν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη στους ενάγοντες και γίνονται καλή τη πίστη και είναι αναγκαίες για το σκοπό διελεύκανσης των πραγματικών θεμάτων για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές. Το όλο ζήτημα προέκυψε μετά τον διορισμό τους ως δικηγόρων και είναι απαραίτητο να διαφοροποιηθούν λόγω του ότι δεν εντοπίστηκαν και/ ή δεν ήταν εμφανή προηγουμένως λόγω λάθους και/ή αβλεψίας και/ή λανθασμένης πληροφόρησης και/ή οδηγιών εκ μέρους του εναγόμενου. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν συνέχεια των ισχυρισμών του εναγόμενου στα δικόγραφα, αλλά προκύπτουν και από τους ισχυρισμούς του εναγόμενου στην υπεράσπιση του. Ο κ. Λουκαίδης στην αγόρευση του ανέφερε ότι στη παρούσα υπόθεση είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του εναγόμενου στην απουσία του. Ο εναγόμενος με αίτηση του που βασιζόταν σε δική του ένορκη δήλωση ημερ. 11.1.2008 στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεως του ισχυρίζεται ενόρκως ότι ποτέ δεν είχε σχέση με τον κ. Χρίστο Ανδρέα Ζαχαρίου και ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο σχετικά με το εν λόγω πρόσωπο. Ως αποτέλεσμα αυτών των ισχυρισμών του μεταξύ άλλων, της ενόρκου δηλώσεως του, το δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση που είχε εκδοθεί υπέρ των εναγόντων και επέτρεψε στον εναγόμενο και προχώρησε στην υπεράσπισή του. Δύο χρόνια σχεδόν μετά και ενώ η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένα για οδηγίες και για ακρόαση, ο εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αίτηση και ένορκη δήλωση στην οποία προσπαθεί με λίγα λόγια να δικαιολογήσει και να ενισχύσει την εκδοχή του ως προς το πώς βρέθηκε ο αριθμός του δελτίου ταυτότητας του να αναγράφεται στο επίδικο έγγραφο εγγυήσεως. Ο εναγόμενος με τη τροποποίηση της παραγράφου 1(α) και (β) επιθυμεί να διασκεδάσει την εντύπωση που δημιουργείται σε σχέση με το που βρήκε αυτός που πλαστογράφησε την υπογραφή του τον αριθμό της ταυτότητας του και προσπαθεί να εξηγήσει πως βρέθηκε ο αριθμός του δελτίου ταυτότητας του στην συμφωνία εγγύησης, πως δηλαδή ήταν γνωστός στο πιο πάνω πρόσωπο παραθέτοντας μια εκδοχή όπως φαίνεται στις παρ. Α.
(1)3. (α) και (β). Η ένσταση έγκειται στο γεγονός ότι η προσπάθεια του εναγόμενου να εισαγάγει σε αυτό το στάδιο αυτόν τον ισχυρισμό διέπεται από κακοπιστία διότι στην ένορκη δήλωση ημερ. 11.01.2008 ισχυριζόταν ενόρκως ότι δεν είχε καμία σχέση με τον κ. Χρίστο Ανδρέα Ζαχαρίου και ούτε υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο, ενώ τώρα προσπαθεί να εισάξει ισχυρισμό του ότι πώλησε το αυτοκίνητο σε αυτό το πρόσωπο. Προκύπτει επομένως ότι είχε σχέση μαζί του και σίγουρα υπέγραψε και κάποιο έγγραφο για μεταβίβαση του οχήματος άρα ξεκάθαρα είναι ισχυρισμοί εντελώς διαμετρικά αντίθετοι ο ένας με τον άλλο και αυτό φανερώνει την κακοπιστία του αιτητή. Συμφώνησε με την ανάλυση της νομολογίας που έχει παραθέσει ο κ. Δημητρίου την οποία υιοθέτησε και εισηγήθηκε ότι όπως προκύπτει από αυτή τροποποίηση επιτρέπεται σε γενικές γραμμές εκτός όταν επιφέρει βλάβη στον αντίδικο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμμετέχει ή να επιτρέψει ή να ενθαρρύνει προσπάθεια ψευδορκίας γιατί αυτό είναι που συμβαίνει με τους δύο διαμετρικά αντίθετους ισχυρισμούς του εναγόμενου κατά τρόπο που διαπράττει ψευδορκία. Επιπρόσθετα με τη παράγραφο Α.
(1)3 (γ) της αίτησης τροποποίησης γίνεται προσπάθεια να εισαγάγει ο εναγόμενος με τη φράση ¨ενδεχομένως να απώλεσε την ταυτότητα του¨, ένα αόριστο και υποθετικό ισχυρισμό και η λέξη ¨ενδεχομένως¨ δεν πρέπει να επιτραπεί να παρεισφρήσει στο δικόγραφο. Αν θέλει να προσθέσει την παράγραφο αυτή χωρίς τη λέξη ¨ενδεχομένως¨ μπορεί να τη προσθέσει αλλά η λέξη ¨ενδεχομένως¨ δεν μπορεί να είναι μέσα. Όσον αφορά την παρ. (δ) των προσθηκών που προτείνονται επανάλαβε ότι δεν μπορεί να επιτραπεί να συμπεριληφθεί καθώς είναι παράγραφος με γενικό και αόριστο περιεχόμενο ότι τάχα επιφυλάσσεται να αναφερθεί στη δικάσιμο για τις συνθήκες της ισχυριζόμενης εγγύησης και ως αόριστη πρόταση δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στο δικόγραφο. Η νομική πτυχή της τροποποίησης δικογράφου: Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.25 Θ.Θ.1-6 και στη Δ.48 Θ.Θ.1-9 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: Η Διαταγή 25 Θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: " The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties" Σε μετάφραση: ¨Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων¨. Προκύπτει από τον πιο πάνω θεσμό αλλά και όπως η νομολογία μας φανερώνει ως γενική αρχή ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) σελ. 33 συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης από τον Δικαστή κ. Πική (όπως ήταν τότε):
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη¨. Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου πιο πάνω) Σε σχέση με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: ¨Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 11). Σε σχέση επίσης με το ζήτημα της καθυστέρησης, στην υπόθεση Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως επιτάσσει η νομολογία μας ο παράγοντας του χρόνου είναι σχετικός σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαπίστωση ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και τους λόγους ένστασης που προβάλλονται για την έγκρισή του όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Θα εξετάσω κατ΄αρχή τον παράγοντα του χρόνου ή της καθυστέρησης που προβλήθηκε ως λόγος στην ένσταση τόσο ως προς το χρόνο υποβολής του όσο και ως προς την καθυστέρηση που θα υπάρξει με την τυχόν έγκριση του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, σύμφωνα με τη πορεία της μέχρι σήμερα διαδικασίας στη παρούσα υπόθεση, όπως την κατέγραψα στην αρχή της απόφασης μου, υπάρχει πράγματι καθυστέρηση στην προβολή του αιτήματος. Το ζήτημα όμως θα πρέπει να εξετασθεί υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις, το κατά πόσο δηλαδή δίδεται επαρκής και ικανοποιητική εξήγηση γι΄αυτή την καθυστέρηση και κατά πόσο υπάρχει δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων των εναγόντων αλλά και κατά πόσο ελλοχεύει κακοπιστία με την υποβολή του αιτήματος. Η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο όπου έχουν ήδη συμπληρωθεί τα δικόγραφα χωρίς όμως να έχει ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης. Περιορίζομαι σε σχολιασμό της παραγράφου 4 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή όπου δίδεται εξήγηση για την καθυστέρηση (βλ. σελ. 4 πιο πάνω). Από έρευνα στο φάκελο διαπιστώνεται ότι τουλάχιστο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ο εναγόμενος εκπροσωπείτο πάντοτε από τον ίδιο δικηγόρο, οπότε το λεκτικό που χρησιμοποιείται ¨Μετά τον διορισμό μας προέκυψαν .¨ είναι άστοχο και παραπλανητικό εφόσον εξ αρχής ο εναγόμενος εκπροσωπείτο από τον ίδιο δικηγόρο. Ο διορισμός του δικηγόρου για την παρούσα αγωγή είχε γίνει τουλάχιστον από τις 11.01.2008 οπότε και καταχωρήθηκε η αίτηση παραμερισμού. Θα έπρεπε, κατά την άποψη μου, να ήταν συγκεκριμένες και σαφείς οι οδηγίες του εναγόμενου προς τον δικηγόρο του και μάλιστα σε ένα τόσο ουσιώδες ζήτημα όπως ήταν η σχέση του με τον πρωτοφειλέτη του δανείου Χρίστο Ανδρέα Ζαχαρίου. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος του είχε πωλήσει το αυτοκίνητο για το οποίο είχε κάμει το δάνειο δεν είναι νέο αλλά γεγονός εξ΄αρχής γνωστό στον εναγόμενο και μάλιστα ουσιαστικό ως προς την υπεράσπιση του το οποίο θα έπρεπε να το είχε συμπεριλάβει από την αρχή σ΄αυτή. Όχι μόνο η σχέση αυτή είχε αποκρυβεί αλλά διακηρυσσόταν το αντίθετο στις παραγράφους 3 και 11 της ενόρκου δηλώσεως του με ημερομηνία 11.01.2008 με την οποία στήριξε την αίτηση του για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Όταν ο βασικός ισχυρισμός στην υπεράσπιση του είναι πλαστογραφία της υπογραφής του, η απόκρυψη του πιο πάνω γεγονότος καθιστά την όλη στάση του κακόπιστη. Ένα τέτοιο γεγονός κατά την άποψη μου δεν θα έπρεπε να είχε αποκρυβεί και επομένως κρίνω ότι δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια επικαλούμενος την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου αλλά όπως έχω προαναφέρει αυτή διέπεται από κακοπιστία. Ούτε και επίκληση λάθους μπορεί να δικαιολογήσει αυτή την παράλειψη αλλά ούτε και αμέλεια ή λανθασμένη πληροφόρηση του δικηγόρου του ή και λανθασμένες οδηγίες. Επρόκειτο για ουσιαστικό ζήτημα το οποίο δεν μπορεί να προβάλλεται με τόση καθυστέρηση και αυτό ανεξάρτητα της σύγκρουσης του με ισχυρισμούς που προέβαλε όταν ήθελε να εξασφαλίσει διάταγμα παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης όταν μάλιστα η προτεινόμενη υπεράσπιση είχε επισυναφθεί ως Τεκμήριο ΣΤ στην εκεί ένορκο δήλωση του και επομένως την είχε υπόψη του εξ αρχής. Όπως κατέγραψα τη πορεία της αγωγής η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένα τόσο για ακρόαση όσο και για οδηγίες με σκοπό την εξεύρεση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και όμως ουδέποτε θίχθηκε ο πιο πάνω ισχυρισμός. Παρήλθαν από τότε δύο ακριβώς χρόνια για να αποφασίσει ο εναγόμενος να προβεί σ΄ αυτό το διάβημα. Κρίνω ότι στη προκείμενη περίπτωση, με την αιτούμενη τροποποίηση διακυβεύονται πράγματι τα θέσμια και τα δικαιώματα των εναγόντων με βάση το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος για την εντός εύλογου χρόνου διάγνωση των δικαιωμάτων τους η οποία απολήγει και σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στα πιο πάνω έχω καταλήξει έχοντας περαιτέρω υπόψη και τα όσα λέχθηκαν στις υποθέσεις Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1005 ότι δηλαδή: ¨Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Ακόμα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Patrick Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607 : ¨Σε μια αίτηση αυτής της μορφής δεν χρειάζεται να τίθεται στην ένορκη δήλωση ισχυρισμός ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ή να εξετάζονται ακόμη και οι λόγοι της καθυστέρησης γιατί θεωρείται από την ίδια την κατάθεση της αίτησης ότι ο διάδικος θεωρεί την τροποποίηση αναγκαία, ενώ το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση το συνολικό υπάρχον υλικό και ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας και της άλλης πλευράς¨. Τα πιο πάνω δεν διαφοροποιούν την αντίληψη που αποκόμισα και την οποία κατέγραψα πιο πάνω. Η προβολή ισχυρισμού ότι ¨ενδεχομένως¨ η ταυτότητα του, την οποία απώλεσε κατά την επίδικη περίοδο, να ευρισκόταν στο αυτοκίνητο που πώλησε στον πρωτοφειλέτη, όπως προτείνεται, εκτός του ότι πρόκειται για ένα υποθετικό, αόριστο και γενικό ισχυρισμό με τη χρησιμοποίηση της λέξης ¨ενδεχομένως¨ και όχι ενός θετικού και συγκεκριμένου ισχυρισμού, όπως θα έπρεπε, προβάλλεται για πρώτη φορά και δεν εξηγείται αν είχε καταγγείλει το γεγονός στην αστυνομία όπως είχε υποχρέωση να κάμει ή έστω εάν το είχε αναφέρει στην κατάθεση του στην αστυνομία όταν είχε καταγγείλει την πλαστογραφία της υπογραφής του. Επομένως η προβολή ενός τέτοιου ισχυρισμού σ΄αυτό το στάδιο κρίνεται ότι υποκρύπτει το στοιχείο της κωλυσιεργίας λόγω της καθυστέρησης προβολής του και ως εκ τούτου απολήγει να είναι κακόπιστη και μη αποδεκτή. Δεν μπορώ να αντιληφθώ ακόμα πως οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θα συμβάλουν στην αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών και πως υπάρχει κίνδυνος οι ενάγοντες να εμποδίζονται σε άλλη διαδικασία να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους στις αιτούμενες τροποποιήσεις στην περίπτωση δεδικασμένου αλλά και issue estoppel όπως ήταν η εισήγηση του επαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου. Τέλος, θα συμφωνήσω με τον κ. Λουκαίδη ότι η παράγραφος Α
(1)3 (δ) της αίτησης δεν προσθέτει οτιδήποτε, είναι αόριστη, ασαφής και καθώς δεν εξειδικεύεται και διευρυμένη όπως είναι χωρίς να παρέχει ολοκληρωμένη ή συγκεκριμένη εικόνα ελλοχεύει τον κίνδυνο να οδηγήσει σε μια ατέρμονη προσαγωγή μαρτυρίας (βλ. Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας) πιο πάνω. Το Δικαστήριο είναι ταγμένο να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης που στην προκειμένη περίπτωση είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το δικαίωμα του διαδίκου να προβάλει τους ισχυρισμούς του σε όση έκταση αυτός επιθυμεί σύμφωνα όμως με τις καθιερωμένες αρχές που η νομολογία μας έχει καθορίσει. Η παρούσα προσπάθεια βρίσκω ότι ξεφεύγει από τις αρχές αυτές. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν στους ενάγοντες ζημιά υπό την έννοια ότι καθυστερεί η εκδίκαση της υπόθεσης και η διάγνωση των δικαιωμάτων τους μέσα σε εύλογο χρόνο, χαρακτηρίζονται από κακοπιστία και αοριστία όπως εξήγησα πιο πάνω. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του εναγόμενου - αιτητή τα οποία θα υπολογιστούν στο τέλος της διαδικασίας και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή θα οριστεί ξανά για ακρόαση σε συνεννόηση με τους συνηγόρους των δύο πλευρών. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο