← Κύπρος

Ιφιγένειας Μιχαήλ ν. M C DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 1131/10, 14 Iουνίου, 2010

Ιφιγένειας Μιχαήλ ν. M C DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 1131/10, 14 Iουνίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1131/10 Μεταξύ: Ιφιγένειας Μιχαήλ Ενάγουσας και M. C. DEVELOPERS LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 20.4.2010 για προσωρινό διάταγμα 14 Iουνίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αίτητρια-Ενάγουσα: κ. Α. Πετρίδης με την κα Κ.Λυσιώτη. Για την Καθ΄ης η αίτηση-Εναγόμενη: κ. Μ. Δειλινός Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης: § Αναγνωριστική απόφαση ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας Πώλησης οικίας ημερ. 8.11.2007 δυνάμει επιστολής των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 13.10.2010 είναι νόμιμος, § Διάταγμα όπως η Εναγόμενη επιστρέψει εντός 10 ημερών προς την Ενάγουσα οιονδήποτε ποσό της έχει καταβάλει δυνάμει της Συμφωνίας ημερ. 8.11.2007 επιστρέψουν στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό της έχει καταβάλει αναφορικά με την ανέγερση της οικίας που αγόρασε δυνάμει στης συμφωνίας ημερ. 8.11.2007. § Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ποσό €302,964.88 για ζημιές που προκλήθηκαν λόγω παραπλάνησης και/ή εξαπάτησης της Ενάγουσας από την Εναγόμενη η οποία κατασκεύασε κακότεχνα και κατά παράβαση της Συμφωνίας την οικία για λογαριασμό της Ενάγουσας και ειδικές αποζημιώσεις για οιονδήποτε ποσό ήθελε η Ενάγουσα αποδείξει ότι κατέβαλε προς την Εναγόμενη και προς τρίτους για την αγορά της οικίας και/ή άλλο ποσό έχει δαπανήσει για την οικία, § Ειδικές αποζημιώσεις €264,101.50 ποσό καταβληθέν από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη δυνάμει Συμφωνίας ανέγερσης οικίας, § Ειδικές αποζημιώσεις για €11.500 ως έξοδα καταβληθέντα προς εμπειρογνώμονες, πολιτικούς μηχανικούς και/ή εκτιμητές, § Ειδικές αποζημιώσεις για €27.363.38 ως ποσό καταβληθέν για αγορά και εγκατάσταση επιπλέον εξοπλισμού εντός της οικίας, § Γενικές αποζημιώσεις για αμελή ανέγερση οικοδομής, § Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση των εκ του Νόμου υποχρεώσεων της Εναγόμενης υπό την ιδιότητα της ως εργολάβος του επίδικου έργου και ειδικότερα της υποχρέωσης της για την ανέγερση και ολοκλήρωση της οικίας εντός ευλόγου χρόνου, § Τιμωριτικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Εναγόμενης, § Διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη να πωλήσει και/ή αποξενώσει και/ή επιβαρύνει συγκεκριμένα ακίνητα και/ή ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι της μέχρι του ποσού των €302,964.88 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της γενικής οπισθογράφησης της παρούσας αγωγής στην οποία επιζητούνται οι πιο πάνω θεραπείες η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούσε από το Δικαστήριο διάταγμα που να απαγορεύει την Εναγόμενη και/ή αντιπροσώπους της από του να πωλήσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν τα ακίνητα στοιχεία των οποίων καταγράφονται στην παράγραφο (Α) της αίτησης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και διάταγμα με το οποίο να δεσμεύεται και/ή να παγιοποιείται η ακίνητη περιουσία η εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι της Εναγόμενης μέχρι του ποσού €302,964.88 όπως καταγράφεται στην παράγραφο (Α) ανωτέρω μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπόθεσης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση του διατάγματος ως η παράγραφος (Α) αυτής στην απουσία της άλλης πλευράς και ενέκρινε μερικώς την αίτηση. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτήτριας η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, ενώ από πλευράς Καθ΄ης η αίτηση η ακύρωση του. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στα ΄Αρθρα 4, 5 και 9 του ΚΕΦ. 6, στα ΄Αρθρα 29, 31 και 32 του Νόμου 14/60, στη Δ.48 θθ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της πρακτικής, των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των γενικών αρχών νόμου και της νομολογίας. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας η οποία έχει, όπως μπορεί να συνοψιστεί, ως εξής: ü Στις 8.11.07 υπεγράφη μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης Συμφωνία πώλησης οικίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). ü Η Ενάγουσα έχει καταβάλει προς την Εναγόμενη από τον Φεβρουάριο 2008 μέχρι και τις 15.4.2009 το συνολικό ποσό των €256,291 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Περαιτέρω κατεβλήθη από την Ενάγουσα απευθείας στους αρχιτέκτονες της Εναγόμενης κατόπιν οδηγιών της το ποσό των €977.50 για διορθώσεις των αρχιτεκτονικών σχεδίων (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Επίσης η Ενάγουσα κατέβαλε προς την Εναγόμενη το ποσό των €6,834 το οποίο αφορούσε την κατασκευή σοφίτας στην οικία. ü Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 η Εναγόμενη θα έπρεπε να ολοκληρώσει και παραδώσει την οικία το αργότερο μέχρι την 31.12.2008. ü Η Ενάγουσα επέδειξε μεγάλα περιθώρια ανοχής ως προς την καθυστέρηση παράδοσης της οικίας της γιατί λάμβανε διαβεβαιώσεις από τον αρχιτέκτονα και την Εναγόμενη ότι η οικία θα ήταν έτοιμη προς παράδοση τον Μάιο 2009, εξού και η τελευταία καταβολή ποσού προς την Εναγόμενη στις 15.4.2009. ü Η οικία δεν παραδόθηκε στην Ενάγουσα ούτε τον Μάιο 2009 ενώ η Εναγόμενη τη διαβεβαίωνε ότι δεν θα έπρεπε να ανησυχεί και ότι απλώς υπήρξε καθυστέρηση των εργασιών. Πέραν τούτου η Εναγόμενη διαβεβαίωνε την Ενάγουσα ότι θα της κατέβαλλαν €1.000 μηνιαίως για κάθε μήνα καθυστέρηση στην παράδοση της οικίας. ü Τον Νοέμβριο 2009 και, αφού η Ενάγουσα πρόσεξε ότι υπήρχαν ελλείψεις και κακοτεχνίες στην οικία, ενώ η Εναγόμενη την καθησύχασε ξανά ότι αυτά θα διορθώνονταν και όταν η Ενάγουσα ανέφερε ότι δεν εμπιστεύεται πλέον τον αρχιτέκτονα της Εναγόμενης η Εναγόμενη της εισηγήθηκε να διορίσει δικούς της εμπειρογνώμονες που να υποδείξουν τον τρόπο αποκατάστασης και ότι το κόστος θα το αναλάμβανε η ίδια. ü Τον Νοέμβριο 2009 η Ενάγουσα διόρισε τον Ανδρέα Ανδρέου εκτιμητή ακινήτων και Chartered Surveyor για να της ετοιμάσει κατάλογο των κακοτεχνιών και ελλείψεων που η Ενάγουσα θα κοινοποιούσε στην Εναγόμενη. Ο κ. Ανδρέου ετοίμασε σχετική έκθεση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). ü Οι δικηγόροι της Ενάγουσας με επιστολή τους ημερ. 25.1.2010 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) προς τους αρχιτέκτονες της Εναγόμενης τους ανέφεραν τις επισημάνσεις του κ. Ανδρέου με κοινοποίηση της επιστολής προς την Εναγόμενη. ü Κατά την ετοιμασία του Τεκμηρίου 4 διεφάνη ότι η οικία της Ενάγουσας πολύ πιθανόν να είχε πρόβλημα ως προς τη στατικότητα και την ασφάλεια, κάτι που έφερε σε γνώση της Εναγόμενης. ü Η Εναγόμενη μετά την πιο πάνω επισήμανση και σε μια κίνηση εντυπωσιασμού απέστειλε μέσω των δικηγόρων της προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας επιστολή ημερ. 5.2.2010 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) με την οποία την καλούσε, μεταξύ άλλων, να παραλάβει την οικία της. ü Κατόπιν επιστολής της Ενάγουσας προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Λειβαδιών ενημερώθηκε ότι δεν έχει τοποθετηθεί υδρομετρητής στην οικία που αγόρασε γεγονός που αποδεικνύει ότι η Εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να της παραδώσει την οικία στις 5.2.2010. ü Τα ίδια ισχύουν και για την ηλεκτροδότηση της οικίας, που όπως έχει η Ενάγουσα πληροφορηθεί, λειτουργεί με ρεύμα το οποίο δεν έχει ελεγχθεί από την Α.Η.Κ. ü Η Ενάγουσα έχει αποταθεί σε ανεξάρτητο πολιτικό μηχανικό τον κ. Σοφοκλέους για να ελέγξει και να αξιολογήσει τη στατική μελέτη της οικίας. Δυστυχώς οι φόβοι του κ. Ανδρέου έχουν επιβεβαιωθεί και η οικία έχει ανεγερθεί κακότεχνα και επικίνδυνα. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10 η μελέτη του κ. Σοφοκλέους. ü Ως αποτέλεσμα του προβλήματος στατικότητας και επάρκειας της οικοδομής υπάρχει σοβαρή μείωση της αξίας του ακινήτου και, κατόπιν έκθεσης εκτίμησης που ζήτησε η Ενάγουσα να ετοιμαστεί από τον κ. Ανδρέου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11), προκύπτει ότι από τη σύναψη της Συμφωνίας μέχρι και σήμερα η αξία της οικίας έχει μειωθεί τουλάχιστο κατά €100.000. ü Η Ενάγουσα, μη έχοντας άλλη επιλογή, μετά και από τα ευρήματα των εμπειρογνωμόνων, ανέθεσε στους δικηγόρους της να αποστείλουν προς την Εναγόμενη επιστολή τερματισμού της συμφωνίας με αξίωση επιστροφής του ποσού που έχει καταβάλει πλέον τα έξοδα των εμπειρογνωμόνων και του εξοπλισμού της οικίας. Η επιστολή ημερ. 13.4.2010 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 12. ü Η Εναγόμενη δεν έχει συμμορφωθεί με την πιο πάνω επιστολή και δεν της έχει επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό, αρνείται δε να συνεργαστεί προς επίλυση των σοβαρών προβλημάτων που έχουν παρατηρηθεί στην οικία. ü Παρόλο που το Τεκμήριο 1 είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο ουδεμία εξασφάλιση υφίσταται για την Ενάγουσα για τους εξής λόγους: 1. Η γη όπου ανεγέρθηκε η οικία είναι υποθηκευμένη. 2. Οι εταιρικές εγγυήσεις που η Εναγόμενη έχει προσφέρει προς την Τράπεζα Κύπρου ξεπερνούν τα €2,000.000. 3. Η αξία της οικίας δεν καλύπτει το χρηματικό ποσό που η Ενάγουσα κατέβαλε. 4. Η οικία με τα σημερινά δεδομένα δεν πρόκειται να έχει ποτέ τίτλο ιδιοκτησίας και άρα η αξία της θα πρέπει να λογίζεται ως μηδέν. 5. Στην κατάσταση που βρίσκεται η οικία θα είναι τρομερά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να εξευρεθεί αγοραστής. 6. Η Ενάγουσα έχει συνάψει δάνειο για την αγορά της οικίας καταβάλλοντας δόση €1.800 τον μήνα για οικία που δεν μπορεί να παραλάβει. ü Η Εναγόμενη δεν είναι φερέγγυα και οφείλει περί τα €2.500.000 προς την Τράπεζα Κύπρου και άλλες εμπορικές τράπεζες. ü Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην υφίσταται εταιρεία μέχρι να εκδικαστεί η αγωγή και ως εκ τούτου να μην υπάρχει τρόπος, αν πετύχει η Ενάγουσα, να ανακτήσει το ποσό που κατέβαλε. Στις 23.4.2010 η Ενάγουσα καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρονται, βασικά, τα εξής: ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Στις 23.4.2010 η Ενάγουσα καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρονται, βασικά, τα εξής: Κατά την περίοδο που υπήρξε συνεργασία του δικηγορικού γραφείου το οποίο η ενόρκως δηλούσα είναι συνέταιρος και της εναγόμενης, η εναγόμενη ενέγραψε δεύτερη εταιρεία με την ονομασία M. C. CONSTRUCTION LTD αναφέροντας ότι αυτό γίνεται για καθαρά λογιστικούς σκοπούς. Αυτό έγινε περί τα τέλη Μαΐου 2009. Περί τις αρχές Απριλίου 2010 η ενόρκως δηλούσα έχει πληροφορηθεί ότι παρόλο που η εν λόγω εταιρεία ήταν αδρανής από της εγγραφής της στις 26.5.09, οι διευθυντές της Εναγόμενης Χριστόφορος Παύλου και Μιχάλης Σιμιδάλλης, οι οποίοι έχουν ακριβώς τα ίδια αξιώματα και στην πιο πάνω αναφερόμενη εταιρεία M. C. CONSTRUCTION LTD, προτίθενται να μεταφέρουν, λόγω οικονομικών προβλημάτων της Εναγόμενης, τον κύκλο εργασιών τους και τις οικονομικές του δοσοληψίες στην εταιρεία M. C. CONSTRUCTION LTD. Κατ΄ επέκταση, ο σκοπούς τους είναι, εξ΄ όσων πληροφορείται η ενόρκως δηλούσα, να μεταβιβάσουν την κινητή και ακίνητη περιουσία τους Εναγόμενης στο νεοσύστατο αυτό νομικό πρόσωπο. Υπάρχει πλήρης ταυτότητα των αξιωματούχων και μετόχων της M. C. CONSTRUCTION LTD με την εναγόμενη εταιρεία (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 2 και 3). Υπό τις περιστάσεις είναι ορατός ο κίνδυνος αποξένωσης περιουσίας της Εναγόμενης, κάτι που αν συμβεί εκκρεμούσης της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, να ισοδυναμεί, σε περίπτωση που η Αιτήτρια επιτύχει στο τέλος δικαστική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης, αυτή να παραμείνει ανεκτέλεστη, αφού, κατά το χρόνο έκδοσης της δεν θα υπάρχει εγγεγραμμένη στο όνομα της Εναγόμενης οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην υπό κρίση αίτηση καταχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στα ΄Αρθρα 4, 5, 7 και 9 του ΚΕΦ. 6, στο ΄Αρθρο 32 του Ν. 14/60, στη Δ.48 θθ 1-13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Δεν υπήρξε ειλικρινής και πλήρης αποκάλυψη των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης από την Ενάγουσα η οποία δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. 1(α) Απέκρυψε από το Δικαστήριο την πραγματική οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης εταιρείας παρουσιάζοντας την ως μη φερέγγυα, έτοιμη προς διάλυση και/ή έτοιμη να μεταφέρει, λόγω οικονομικών προβλημάτων, τον κύκλο εργασιών της και τις οικονομικές της δοσοληψίες σε άλλη εταιρεία και ότι χρωστά σε εμπορικές τράπεζες περί τα €2,500,000, ενώ η Εναγόμενη εταιρεία χρωστά συνολικά σε εμπορικές τράπεζες μόλις €1,597,332, έχει να εισπράξει από πελάτες της ως οφειλόμενο ποσό από την πώληση σπιτιών και διαμερισμάτων συνολικό ποσό €2,959,243 και έχει, επίσης, επιπλέον περιουσιακά στοιχεία (κινητά και ακίνητα) αξίας περί τα €5,583,000, ενώ οφείλει σε τρίτα πρόσωπα (πιστωτές) ποσό €392,000 και θα πρέπει να πληρώσει ποσό €2,025,000 για την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών των υπό ανέγερση σπιτιών και διαμερισμάτων, ήτοι σήμερα υπάρχει συνολικό πλεόνασμα περί τα €4,527,911. (β)(
  2. i)Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/6463, Φ/Σχ. 40/48, Τεμ. 947 δεν ανήκει ολόκληρο στην Εναγόμενη Εταιρεία αλλά μόνο τα 601/700 εξ΄ αδιαιρέτου μερίδια. (
  3. ii)Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/5642, Φ/Σχ. 40/48, Τεμ. 948 δεν ανήκει ολόκληρο στην Εναγόμενη Εταιρεία αλλά μόνο τα 601/700 εξ΄ αδιαιρέτου μερίδια. (iii) Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 34/429, Φ/Σχ. 50/07W, Τεμ. 427 δεν ανήκει ολόκληρο στην Εναγόμενη Εταιρεία αλλά μόνο τα 5/6 εξ΄ αδιαιρέτου μερίδια. (
  4. iv)Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 4/609, Φ/Σχ. 40/47Ε, Τεμ. 427 δεν ανήκει ολόκληρο στην Εναγόμενη εταιρεία αλλά μόνο τα 2/5 εξ΄ αδιαιρέτου μερίδια. και η Ενάγουσα απέκρυψε τα πιο πάνω με αποτέλεσμα να δεσμευτεί με το προσωρινό διάταγμα περιουσία τρίτων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή. (γ) Η Ενάγουσα ενώ γνώριζε ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζει ότι (
  5. i)τα ακίνητα με αρ. τεμαχίου 947 και 948 δεν είναι κενό χωράφι αλλά ότι έχουν εντός αυτών ήδη ανεγερθεί έξι οικίες οι οποίες είναι πωλημένες με κατατεθειμένα πωλητήρια έγγραφα στο Κτηματολόγιο Λάρνακας και αποπληρωμένες κατά το 97% της αξίας τους. (
  6. ii)το ακίνητο με αρ. τεμαχίου 1205 δεν είναι κενό αλλά εντός αυτού έχει ανεγερθεί μικρή πολυκατοικία με εννέα διαμερίσματα τα οποία όλα είναι πωλημένα και παραδομένα στους ιδιοκτήτες και αποπληρωμένα κατά το 97% της αξίας τους. (iii) το ακίνητο με αρ. τεμαχίου 627 δεν είναι κενό αλλά εντός αυτού έχει ανεγερθεί μικρή πολυκατοικία με επτά διαμερίσματα από τα οποία τα έξι είναι ήδη πωλημένα και παραδομένα στους ιδιοκτήτες και με πληρωμένο το μεγαλύτερο ποσοστό της αξίας τους. (
  7. iv)το ακίνητο με αρ. τεμαχίου 427 δεν είναι κενό αλλά εντός αυτού έχουν ανεγερθεί οκτώ οικίες εκ των οποίων οι δύο έχουν δοθεί ως αντάλλαγμα Συμφωνίας αντιπαροχής στον ιδιοκτήτη του ακινήτου και οι υπόλοιπες 6 έχουν ήδη πωληθεί και παραδοθεί με πληρωμένο το 97% της αξίας τους. απέκρυψε τα πιο πάνω με αποτέλεσμα να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα που να δεσμεύει και/ή παγοποιήσει περιουσία τρίτων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή. (δ) Η Ενάγουσα παραπλανητικά προσπαθεί να παρουσιάσει την Εναγόμενη ως απλώς ένα πελάτη του δικηγορικού γραφείου που είναι συνέταιρος, ενώ η πραγματικότητα είναι ότι από το Νοέμβριο του 2007 ενεργούσε μαζί με τη συνέταιρο της ως δικηγόρος της Εναγόμενης έχοντας με τους Διευθυντές της αρκετά «στενή» επαγγελματική σχέση. (ε) Η Ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο τα αληθινά γεγονότα που αφορούν την καθυστέρηση παράδοσης της οικίας της και παρουσίασε μια παραπλανητική εικόνα. (στ) Η Ενάγουσα απέκρυψε την πρώτη επιστολή που είχε αποστείλει ο δικηγόρος της Εναγόμενης ημερ. 2.2.2010 στο δικηγόρο της. (ζ) Η Ενάγουσα απέκρυψε ότι συναντήθηκαν μαζί με τη συνέταιρο της και τους Διευθυντές της Εναγόμενης στο γραφείο της Ενάγουσας στις 9.2.2010 και 11.2.2010 και, αφού πρώτα ξοφλήθηκαν τα δικηγορικά τους έξοδα ύψους €18,653, συμφώνησαν ως συμβιβαστική λύση και με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς τους: (
  8. i)να παρατείνουν το χρόνο παράδοσης της οικίας μέχρι 31.5.10. (
  9. ii)ότι όλο το ποσό των έξτρα εργασιών που είχαν εκτελεστεί στην οικία της ανερχόταν σε €9,355 και επιπλέον κόστος της σοφίτας σε €6,837, ήτοι συνολικό ποσό €16,192. (η) Η ενάγουσα ψευδώς και με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο αναφέρει ότι η M. C. CONSTRUCTIONS LTD ιδρύθηκε για καθαρά οικονομικούς λόγους και ότι από της εγγραφής της παρέμεινε αδρανής αφού γνώριζε ότι η εταιρεία αυτή συστάθηκε με σκοπό την ανάληψη εργολαβιών και ότι έχει ήδη αναλάβει εργολαβίες. Η Εναγόμενη εταιρεία έχει να εισπράξει περίπου €3,000,000 και έχει ακίνητη περιουσία πέραν των €5,583,000 και δεν έχει κανένα λόγο να επιθυμεί να την διαδεχθεί η Μ. C. CONSTRUCTIONS LTD όπως ψευδώς ισχυρίσθηκε η Ενάγουσα. (θ) Η Ενάγουσα ψευδώς αναφέρει ότι η Εναγόμενη έχει παραχωρήσει εγγυήσεις και/ή οφείλει στην Τράπεζα Κύπρου €2,000,000 αφού οφείλει σήμερα μόνο €726,966. (ι) Η Ενάγουσα ψευδώς αναφέρει ότι η Εναγόμενη περί τον Απρίλη του 2009 τη διαβεβαίωσε ότι θα της καταβάλλει €1000 μηνιαίως για κάθε μήνα καθυστέρηση στην παράδοση της οικίας της. 2. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. 3. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του ΄Αρθρου 32 του Ν. 14/60. 4. Δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. 5. Δεν υπάρχει ζημιά και ιδιαίτερα ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον αυτή μπορεί να απονεμηθεί σε χρήμα. 6. Η έκδοση του διατάγματος βασίστηκε σε αόριστους και αβάσιμους ισχυρισμούς και έγινε καταχρηστικά και για εκδικητικούς λόγους. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Σιμιδάλλη, ενός εκ των Διευθυντών της Εναγόμενης. Σ΄ αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Ø Σε σχέση με την ημερομηνία παράδοσης της οικίας, ενώ με βάση τη Συμφωνία ημερ. 8.11.07 θα ήταν 31.12.08, η Ενάγουσα από τις 31.12.08 μέχρι το Σεπτέμβριο 2009 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προς την Εναγόμενη. Τη δε καθυστέρηση στην πρόοδο των εργασιών την προκαλούσε πολύ συχνά η ίδια η Ενάγουσα που καθυστερούσε να επιλέξει υλικά. Η Ενάγουσα κωλύεται, επομένως, λόγω συμπεριφοράς να προβάλλει ως λόγο τερματισμού της Συμφωνίας την καθυστέρηση παράδοσης της οικίας. Ø Μετά τη λύση της συνεργασίας των διαδίκων και την ανταλλαγή εκατέρωθεν επιστολών από τους δικηγόρους τους, έγιναν δύο συναντήσεις στις 9 και 11 Φεβρουαρίου 2010 με παρούσα την Ενάγουσα όπου συμφωνήθηκε να παραταθεί ο χρόνος παράδοσης της οικίας μέχρι 31.5.2010. Ø Διαφωνεί με τη θέση ότι ο αρχιτέκτονας εξέδιδε διατακτικά καθ΄ υπόδειξη της Εναγόμενης. Για την έκδοση διατακτικών χρειαζόταν και η υπογραφή της Ενάγουσας. Ø Διαφωνεί ότι η οικία ανεγειρόταν με πολλές ελλείψεις και κακοτεχνίες. Ουδέποτε η ενάγουσα παραπονέθηκε για οποιεσδήποτε ελλείψεις ή κακοτεχνίες. Ø Δεν ήταν στη γνώση της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα ζήτησε τις υπηρεσίες του κου Ανδρέου. Εν πάση περιπτώσει ο αρχιτέκτονας και επιβλέπων μηχανικός της οικίας του οποίου ετέθη υπόψη η έκθεση τόσο του κου Ανδρέου όσο και του κου Σοφοκλέους, διαβεβαίωσε τον ενόρκως δηλούντα ότι η οικία δεν αντιμετώπιζε κανένα απολύτως πρόβλημα ως προς τη στατικότητα και την ασφάλεια της. Ø Όσον αφορά την παράδοση της οικίας υπήρχε συνεννόηση μεταξύ των διαδίκων ότι όταν η Εναγόμενη θα παρέδιδε την οικία στην Ενάγουσα, τότε θα υπολόγιζαν τις επιπλέον εργασίες και, ακολούθως, θα γινόταν συμψηφισμός με το ποσό των δικηγορικών εξόδων που είχε να λαμβάνει το γραφείο της Ενάγουσας για τις υπηρεσίες που παρείχαν στην Εναγόμενη. Ø Όσον αφορά τους ισχυρισμούς ότι η Εναγόμενη δεν είναι φερέγγυα ο ενόρκως δηλών αναφέρει: (
  10. i)Η οφειλή της Εναγόμενης προς την Τράπεζα Κύπρου ανέρχεται στο ποσό των €729,966 μόνο, ενώ οι υπόλοιπες οφειλές της προς τις εμπορικές τράπεζες ανέρχονται συνολικά στο ποσό του €1,597,332 συμπεριλαμβανομένης και της οφειλής προς την Τράπεζα Κύπρου (οικονομική κατάθεση από τους λογιστές/ελεγκτές της εταιρείας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). (
  11. ii)Το οφειλόμενο προς την Εναγόμενη ποσό από τους πελάτες της που έχουν αγοράσει σπίτια και διαμερίσματα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €2,952,243. (Αναλυτική κατάσταση επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). (iii) Η σημερινή αξία των ακινήτων που ανήκουν στην Εναγόμενη ανέρχεται περίπου στο ποσό των €5,383,000. ( ΄Εκθεση Εκτίμησης των ακινήτων της εταιρείας που δεν είναι πωλημένα επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). (
  12. iv)Η σημερινή αξία των κινητών (π.χ. αυτοκίνητα, εξοπλισμός, μηχανήματα κλπ) περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης ανέρχεται στο ποσό των €200,000. (
  13. v)Τα χρήματα που οφείλει η εταιρεία σε τρίτα πρόσωπα-πιστωτές της, ανέρχονται σε €392,000, ενώ το ποσό που πρέπει να καταβάλει για την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών των υπό ανέγερση σπιτιών και διαμερισμάτων ανέρχεται στο ποσό του €2,025,000. Αν η εταιρεία σήμερα αποφάσιζε να εξοφλήσει όλα τα χρέη της και να ρευστοποιήσει την περιουσία της θα της παρέμεινε πλεόνασμα περιουσία περίπου €4,527,000. ü Η σύσταση της εταιρείας M. C. CONSTRUCTION LTD δεν ήταν για καθαρά λογιστικούς λόγους αλλά για να αναλαμβάνει εργολαβίες και άλλες οικοδομικές εργασίες. Η εταιρεία αυτή δεν ήταν αδρανής αλλά έχει αναλάβει από τη σύσταση της την ανέγερση συγκεκριμένης οικίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7). ü Δεν υπάρχει κανένα απολύτως οικονομικό πρόβλημα για να θέλει η Εναγόμενη να μεταφέρει τον κύκλο εργασιών της και τις οικονομικές της δοσοληψίες σε άλλο πρόσωπο αφού: (α) η Εναγόμενη έχει να εισπράξει ποσό γύρω στα €3,000,000. (β) έχει αναλάβει δεσμεύσεις και υποχρεώσεις έναντι των πελατών της όσον αφορά την έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας των ακινήτων που έχουν αγοράσει. (γ) η Εναγόμενη έχει δημιουργήσει καλό όνομα στην αγορά και θα ήταν λάθος να αλλάξει το όνομα με το οποίο έγινε γνωστή. Στην ένορκη δήλωση του κ. Σιμιδάλλη γίνεται, επίσης, ισχυρισμός για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων σε σχέση με τα ακίνητα που δεσμεύτηκαν με το προσωρινό διάταγμα, αναφορά στα οποία έγινε στους λόγους ένστασης, ανωτέρω, όπως και σ΄ άλλα γεγονότα που πάλι καταγράφονται στους λόγους ένστασης και παρατίθενται ανωτέρω χωρίς να χρειάζεται να επαναληφθούν. Προβάλλεται, περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι η δέσμευση των συγκεκριμένων ακινήτων από την Ενάγουσα δεν έγινε τυχαία αλλά για καθαρά εκδικητικούς σκοπούς αφού γνώριζε ότι εντός των συγκεκριμένων ακινήτων υπήρχαν κτισμένα και πωλημένα σπίτια και διαμερίσματα στα οποία εκκρεμεί η έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας και η δέσμευση αυτή θα προκαλούσε αρκετά προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της Εναγόμενης εταιρείας. Προσπάθεια της Ενάγουσας, προστίθεται, είναι η άσκηση πίεσης στην εταιρεία από την παγοποίηση των εργασιών της ώστε να ικανοποιηθεί η αξίωση της Ενάγουσας. Τέλος, σ΄ ό,τι αφορά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κατά πόσο θα ήταν ορθό και δίκαιο να διατηρηθεί σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα, ο ενόρκως δηλών, αφού αναφέρει ότι δεν υφίσταται κανένας κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας αφού η Εναγόμενη εταιρεία είναι φερέγγυα, ισχυρίζεται ότι, αν πετύχει η Ενάγουσα στην αγωγή της, θα πληρώσει η Εναγόμενη την απαίτηση της αλλά, ταυτόχρονα, θα επανακτήσει την κυριότητα της επίδικης οικίας που έχει αξία ίση περίπου με την απαίτηση και, ως εκ τούτου, η Ενάγουσα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την ακύρωση του υπό εκδίκαση διατάγματος. Αντίθετα, πρόσθεσε, αν εξακολουθήσει να ισχύει το διάταγμα, θα προκληθεί στην εταιρεία μεγάλη ζημιά αφού δεν θα μπορεί να πωλήσει σπίτια ή διαμερίσματα που έχουν ανεγερθεί εντός των δεσμευμένων ακινήτων καθώς δεν θα μπορέσει η εταιρεία να εκδώσει και μεταβιβάσει τίτλους ιδιοκτησίας στους πελάτες της που έχουν ήδη αγοράσει και πληρώσει το διαμέρισμα ή το σπίτι στην εταιρεία. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ Μ. ΣΙΜΙΔΑΛΛΗ Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωσης του Μ. Σιμιδάλλη επισυνάπτονται ως τεκμήρια αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν δεσμευτεί με το προσωρινό διάταγμα όπου φαίνεται το εξ΄ αδιαιρέτου μερίδιο που είναι η εταιρεία ιδιοκτήτρια στο κάθε ακίνητο καθώς και οι συνιδιοκτήτες της (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 12, 13, 14, 15, 16 και 17). ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Σε απαντητική ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα ανέφερε τα εξής: · Η επίκληση από τον κ. Σιμιδάλη Συμφωνίας ήταν υπό την προϋπόθεση όρων τους οποίους η εναγόμενη έχει παραβεί. Η συμφωνία ενδεχομένως να μπορούσε να διασωθεί αν ο αρχιτέκτονας της εναγόμενης επιβεβαίωνε γραπτώς την ποιότητα εργασίας της εναγόμενης και τη στατική επάρκεια και ασφάλεια της οικοδομής. Αμφότερες οι συναντήσεις που έγιναν 9 και 11/2/10 με τους διευθυντές της Εναγόμενης εταιρείας έγιναν υπό την προϋπόθεση της στατικής επάρκειας της οικίας της Ενάγουσας. · Η πραγματική οικονομική κατάσταση της εναγόμενης μπορεί να φανεί μόνο στους εξελεγμένους λογαριασμούς και οικονομικές καταστάσεις που ο κ. Σιμιδάλης απέφυγε να παρουσιάσει. Με βάση το ποσό των τραπεζικών εγγυήσεων ύψους 23 εκατομμύρια Ευρώ που η εναγόμενη έχει προσφέρει προς την Τράπεζα Κύπρου και το χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €1,597,332 συνάγεται ότι δεν είναι φερέγγυα. · Κάποια γεγονότα που δεν λέχθηκαν στο στάδιο της μονομερούς αίτησης δεν ήταν ουσιώδη. Πράγματι επί των επιδίκων ακινήτων έχουν ανεγερθεί οι περιγραφόμενες οικίες και οι πολυκατοικίες, όμως καμία περιουσία τρίτων προσώπων δεν έχει δεσμευθεί και/ή παγοποιηθεί παρά μόνο τα μερίδια τα οποία εξακολουθούν να βρίσκονται επ΄ ονόματι της εναγόμενης εταιρείας. Το προσωρινό διάταγμα αφορά μόνο ιδιοκτησία που ανήκει αποκλειστικά στην Εναγόμενη εταιρεία. Ουδέποτε η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα τεμάχια ήταν κενό χωράφι. AKΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Κατά την ακρόαση της αίτησης αντεξετάστηκε τόσο η κα Ιφιγένεια Μιχαήλ όσο και ο κ. Σιμιδάλης. Από την αντεξέταση της κας Μιχαήλ προέκυψαν τα ακόλουθα: · Η συζήτηση για το θέμα του ενοικίου για ποσό €1000.- μηνιαίως για την καθυστέρηση στην παράδοση της οικίας έγινε γύρω στον Μάϊο του 2009 αρκετές φορές. Αναφέρθηκε η ενόρκως δηλούσα συγκεκριμένα σε τέτοια συζήτηση που έγινε όταν είχε υπόθεση με τον κ. Παύλου εκ μέρους της Εναγόμενης στο Δικαστήριο. Η σχετική αναφορά δεν ήταν να της κατέβαλλαν €1000.- το μήνα αλλά εφόσον αυτή θα παραλάμβανε την οικία τότε θα γνώριζαν ποιο ήταν το συνολικό ποσό. · Αρχές Ιουνίου η Ενάγουσα είχε πιο έντονη συζήτηση με την Εναγόμενη γιατί έβλεπε ότι, ενώ είχε καταβάλει σχεδόν όλη τη τελευταία δόση, το σπίτι δεν προχωρούσε. Ο κ. Παύλου τη διαβεβαίωνε ότι θα προχωρούσε η παράδοση του σπιτιού πριν τις άδειες, δηλαδή πριν τον Αύγουστο, και της ζητούσε να τους παραχωρήσει λίγο χρόνο και να δείξει κατανόηση. Η ίδια, ούσα δικηγόρος της εταιρείας, επεδείκνυε μεγάλη ανοχή νοιώθοντας ότι ήταν δικός τους άνθρωπος και προσπαθούσε, όπως το έθεσε χαρακτηριστικά, να μην τους βάλει τα πόδια σε ένα παπούτσι. · Η εναγόμενη την κάλεσε να παραλάβει την οικία με επιστολή ημερομηνίας 5/2/10, ενώ η επιστολή 2/2/10 που της κοινοποιήθηκε, παρεπιμπτόντως αναφέρεται στο θέμα αυτό. Η αναφορά στον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη έχει προσφέρει εταιρικές εγγυήσεις που ξεπερνούν τα δύο εκατομμύρια ευρώ προκύπτει από έγγραφο του εφόρου εταιρειών που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση της κας Μιχαήλ. · Δεν γνωρίζει πόσα οφείλει η εναγόμενη σε τράπεζες ή ΣΠΕ ούτε σε ποιες τράπεζες ή ΣΠΕ οφείλει οποιαδήποτε ποσά. · Γνώριζε ότι η Εναγόμενη είχε να εισπράξει από πελάτες της που αγόρασαν οικίες, όμως δεν γνώριζε το ποσό και ούτε θεωρεί ότι έχει σημασία πόσα θα εισπράξει αλλά το πότε θα τα εισπράξει. · Ο ισχυρισμός της ότι η Εναγόμενη ενέγραψε την εταιρεία ΜC Construction Ltd. η οποία ήταν αδρανής το γνώριζε μέχρι τη στιγμή που τερμάτισε τη συμφωνία και η πηγή γνώσης της ήταν οι διευθυντές και μέτοχοι της Εναγόμενης. Ο ισχυρισμός ότι επίκειτο η μεταφορά του κύκλου εργασιών της Εναγόμενης και της περιουσίας της στην εταιρεία MC Construction Ltd. τον πληροφορήθηκε αρχές Απριλίου του 2010. Βασικά υπέπεσε στην αντίληψη της το γεγονός αυτό από συζήτηση που άκουσε στο Δικαστήριο μεταξύ των διευθυντών της εταιρείας. Προηγουμένως η κα Μιχαήλ ανέφερε ότι το γεγονός αυτό το είχε πληροφορηθεί από τους διευθυντές της Εναγόμενης όταν ακόμη ήταν δικηγόρος τους. · Η εναγόμενη έχει και άλλα ακίνητα που δεν αναφέρθηκαν στην αίτηση και ερωτηθείσα η κα Μιχαήλ γιατί δεν τα ανέφερε για να δοθεί πλήρης εικόνα αναφορικά με τη φερεγγυότητα της εταιρείας απάντησε ότι η ίδια με την ένορκη της δήλωση αναφέρθηκε σε έξι τεμάχια που ανήκαν στην εναγόμενη για σκοπούς της αίτησης και πρόσθεσε ότι δεν είπε ότι στερείται άλλης ακίνητης ή κινητής περιουσίας. Μάλιστα πρόσθεσε ότι είναι αδύνατο μια εταιρεία που αναλαμβάνει οικοδομικά έργα να μην έχει ακίνητα και συμφώνησε ότι αυτό αποτελεί μέρος της οικονομικής εικόνας της εταιρείας μαζί, όμως, με τις υποθήκες και τα δάνεια που επιβαρύνουν τα ακίνητα αυτά. · Στο Κτηματολόγιο ανακάλυψε, όταν πήγε να καταχωρήσει το προσωρινό διάταγμα, ότι στα επίδικα κτήματα είχαν κυριότητα και κάποια φυσικά πρόσωπα. · Ερωτηθείσα αν γνώριζε ότι υπήρχαν κτισμένες οικίες σε αυτά απάντησε καταφατικά και όταν ρωτήθηκε γιατί δεν το είπε στο Δικαστήριο απάντησε ότι δεν είπε το αντίθετο. Στην υποβολή ότι απέκρυψε ότι εντός των ακινήτων αυτών υπήρχαν κτισμένες πολυκατοικίες με πωλημένα τα διαμερίσματα σε τρίτους διαφώνησε και πρόσθεσε ότι δεν ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα ακίνητα είναι κενά τεμάχια. · Ερωτηθείσα αν γνωρίζει την αξία των επίδικων ακινήτων απάντησε ότι δεν την γνωρίζει ακριβώς. Από την αντεξέταση του κ. Σιμιδάλη προέκυψαν τα εξής: v Το Τεκμήριο 4 αποτελεί οικονομική κατάσταση που ετοίμασαν οι ελεγκτές της Εναγόμενης και περιέχονται όλα τα οφειλόμενα υπόλοιπα προς τις τράπεζες. v Το Τεκμήριο 5 αποτελεί αναλυτική κατάσταση στην οποία φαίνονται οι πελάτες της εταιρείας που έχουν αγοράσει σπίτια ή διαμερίσματα και το σημερινό υπόλοιπο που οφείλουν προς την εταιρεία, ενώ το Τεκμήριο 6 αποτελεί εκτίμηση των ακινήτων που ανήκουν στην εταιρεία και δεν έχουν αξιοποιηθεί. v Οι εγγυήσεις που έδωσε η εταιρεία προς τους πελάτες της αφορά δάνεια των πελατών της και όχι δάνεια που οφείλει η εταιρεία προς τις τράπεζες. Με την αποπεράτωση και την ολοκλήρωση του έργου μεταφέρεται η κυριότητα στους πελάτες οπόταν η εταιρεία παύει πλέον να είναι εγγυητής. Υποθηκεύεται δε μερίδιο στο ακίνητο και η εγγύηση που παρέχει η εταιρεία ισχύει μέχρι την τιτλοποίηση, η δε ακίνητη περιουσία της εναγόμενης εταιρείας δεν επιβαρύνεται. v Σε ό,τι αφορά το Τεκμήριο 5 εξήγησε ότι κάποιοι πελάτες θα πληρώσουν την εταιρεία είτε μετρητά, είτε με την μορφή υπηρεσιών, δηλαδή ανταλλαγή υπηρεσιών. Σε περίπτωση δε που οι προσφερθείσες υπηρεσίες δεν υπάρχουν για να καλύψουν το οφειλόμενο ποσό η διαφορά θα πληρωθεί σε μετρητά. Δεν έχει σημασία αν θα δοθούν στην εταιρεία είτε υλικά είτε μετρητά γιατί και τα δύο αποτελούν λεφτά που θα μπουν μέσα στην εταιρεία. v Εξηγώντας την αναφορά του στην παράγραφο 17 (ε) της ένορκης δήλωσης σε σχέση με το ποσό που απαιτείται για ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών εξήγησε ότι υπάρχει συνεχής ροή μετρητών στην εταιρεία εφόσον με βάση τις συμφωνίες με τους αγοραστές προνοείται η καταβολή ενός ποσού την υπογραφή της συμφωνίας και στη συνέχεια για κάθε στάδιο του έργου, ανάλογα ποσά και, στο τέλος απομένει ένα μικρό ποσό. v Στην υποβολή ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν είναι φερέγγυα διαφώνησε λέγοντας ότι με βάση τα στοιχεία που κατέθεσε δίδεται η εικόνα και πρόσθεσε ότι το 2008 έγιναν 32 πωλήσεις και εισπράχθηκε ποσό 4 εκατομμυρίων ευρώ, το 2009 έγιναν 27 πωλήσεις και εισπράχθηκε ποσό 3,75 εκατομμύρια Ευρώ, ενώ μέχρι τώρα το 2010 έγιναν 13 πωλήσεις και εισπράχθηκαν 2 εκατομμύρια Ευρώ. Κατέληξε ότι, με βάση όλα αυτά, η εταιρεία είναι δραστήρια και υγιής. Μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Αρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32

(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Αρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, o Πρόεδρος Αρτεμίδης διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, ως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν΄ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της.» Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 στη σελίδα 1809 ο Δικαστής Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά Κωνσταντινίδης ν. Μακρύγιωργου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέχτως... Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ΄ όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο Άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το άρθρο αυτό κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων[6]. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται[7]. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγρ. 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία, της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Η Εναγόμενη/Καθ΄ ης η Αίτηση μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλείται για σκοπούς ακύρωσης του συντηρητικού διατάγματος που εξεδόθη στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς Εναγόντων-Αιτητών μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτούντο την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Προχωρώ τώρα να θέσω το σχετικό νομικό πλαίσιο. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[8]. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου....................... ......................................... Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε Τhe Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen
(1908)P.189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής". Όπως λέχθηκε στη Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, στις σελ. 264-265: "H διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση ...". Στην Cobelfret κ.ά. v. Cyprus Potato Marketing Board
(1996)(απόφαση Ολομέλειας) το θέμα τέθηκε ως εξής: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ...". Επιπρόσθετα, η "... υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα" (Δέστε Fedossova Larissa κ.ά. Αίτηση για έκδοση Certiorari 62/97, ημερ. 16.10.97). Στην υπόθεση Larissa (αρ. 2) (πιο πάνω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Castelli v. Cook [1849] 7 Hare, 89, 94[9] σε ελληνική μετάφραση: «Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.» Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την αίτηση. Σχετικό με το ζήτημα αυτό είναι το εξής απόσπασμα από το Σύγγραμμα Gee & Andrews "Mareva Injunction: Law and Practice": «Even if a plaintiff acts with the utmost good faith if he has omitted to disclose material which objectively would or reasonably could be regarded as relevant it is no excuse for him to say that he was genuinely unaware or did not believe that the facts were relevant or important.» Χαρακτηριστικό του τρόπου προσέγγισης τόσο των Κυπριακών όσο και των Αγγλικών Δικαστηρίων στο όλο θέμα αποτελεί το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Ralph Gibson στην υπόθεση Brink`s Mat Ltd v. Elcombe (C.A)
(1988)1 W.L.R 1350 το οποίο επαναλήφθηκε και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Behbehani and others v. Salem and Others
(1989)2 All E.R 143: "The Courts today are frequently asked to grant ex parte injunctions, either because the matter is too urgent to await a hearing on notice or because the very fact of giving notice may precipitate the action which the application is designed to prevent. On any ex parte application, the fact that the court is asked to grant relief without the person against whom the relief is sought having the opportunity to be heard makes it imperative that the applicant would make full and frank disclosure of all facts known to him or which should have been known to him had he made all such inquiries as were reasonable and proper in the circumstances. The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a twofold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v. Kensington Income Tax Comrs, exp Princess Edmond de Polignac
(1917)1 K.B 486 at
  1. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realize that they have this duty of disclosure and of the consequence (which may include a liability in costs) if they fail in that duty." Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα.[10] H πλευρά της Εναγομένης έχει εισηγηθεί ότι υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση μια αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων από πλευράς της Ενάγουσας. Ως τέτοια γεγονότα προσδιορίζει, βασικά, τα ακόλουθα: To γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε ότι εντός των επιδίκων ακινήτων υπήρχαν κτισμένες οικίες και πολυκατοικίες. Το γεγονός ότι είχε σταλεί από το δικηγόρο της Εναγόμενης στο δικηγόρο της Ενάγουσας επιστολή ημερομηνίας 2/2/10 με κοινοποίηση την ίδια μέρα στην ίδια. Το γεγονός ότι μεσολάβησαν δύο συναντήσεις με τους διευθυντές της Εναγομένης και την Ενάγουσα στις 9 και 11 Φεβρουαρίου 2010 για σκοπούς συμβιβαστικής λύσης. Σε ό,τι αφορά το πρώτο γεγονός θεωρώ ότι η μη αναφορά στο ότι υπήρχαν κτισμένα στα επίδικα ακίνητα οικίες και πολυκατοικίες άπτεται περισσότερο του θέματος της αξίας της ακίνητης περιουσίας για την οποία επιζητείτο η δέσμευση παρά θέμα μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο γεγονός πράγματι η Ενάγουσα παρέλειψε να αναφερθεί στην επιστολή ημερ. 2/2/10 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται από την Εναγόμενη ότι η οικία της μπορούσε να παραδοθεί σε αυτή και καλείτο σχετικά να την παραλάβει στις 5/2/
  2. Βεβαίως η ενάγουσα στην αντεξέταση της έχει δώσει κάποια εξήγηση θεωρώντας ότι το πλείστο μέρος της επιστολής ασχολείτο με το θέμα των δικηγορικών της εξόδων. Παραμένει, όμως, σαν γεγονός ότι στην αρχική της ένορκη δήλωση η Ενάγουσα παρουσίασε το ζήτημα διαφορετικά και αναφέρομαι συγκεκριμένα στην παράγραφο
  3. Δεν θεωρώ όμως ότι το ζήτημα αυτό είναι τόσο ουσιώδες η απόκρυψη του οποίου να έχει τις συνέπειες που καθορίζει η σχετική νομολογία που παραθέσαμε ανωτέρω. Τα ίδια σχόλια και παρατηρήσεις διατυπώνω και σε σχέση με την παράλειψη της ενάγουσας να αναφερθεί σε δύο συναντήσεις που έγιναν με τους διευθυντές της εναγόμενης στις ημερομηνίες που αναφέρθηκαν πιο πάνω για σκοπούς εξεύρεσης διευθέτησης εφόσον, τελικώς, κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη και, επομένως, δεν συνιστά, κατά την άποψη μου, ουσιώδες γεγονός για τους σκοπούς που εξετάζουμε. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 14/60 Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσο δικαιολογείται η οριστικοποίηση του διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή βάση. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία η ύπαρξη ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της ενάγουσας. Με βάση το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας πώλησης οικίας ημερ. 8.11.2007, που έγινε με επιστολή ημερ. 13.4.2010, είναι νόμιμος και βαρύνει αποκλειστικά την Εναγόμενη Εταιρεία και, ταυτόχρονα, επιζητεί την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού έχει καταβληθεί αναφορικά με την ανέγερση της οικίας που αγόρασε με βάση την πιο πάνω Συμφωνία. Περαιτέρω, αξιώνει αποζημιώσεις για ποσό €302,964.88 για ζημιές που προκλήθηκαν λόγω της αντισυμβατικής και κακότεχνης ανέγερσης της οικίας που αφορά η Συμφωνία κατά παράβαση της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας και, διαζευκτικά, αποζημιώσεις για οποιοδήποτε ποσό η Ενάγουσα ήθελε αποδείξει ότι κατέβαλε προς την Εναγόμενη και προς τρίτους για την αγορά της οικίας και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό έχει αυτή δαπανήσει για την οικία. Περαιτέρω η Ενάγουσα αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις €264,101.50 ως ποσό που καταβλήθηκε από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη δυνάμει της επίδικης Συμφωνίας ποσό €11,500 ως έξοδα που καταβλήθηκαν προς εμπειρογνώμονες, πολιτικούς μηχανικούς και/ή εκτιμητές και ποσό €27,363.38 ως ποσό που καταβλήθηκε για αγορά επιπλέον εξοπλισμού εντός της οικίας. Πέραν των πιο πάνω θεραπειών η Ενάγουσα ζητά και διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται η αποξένωση συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας της Εναγόμενης, γενικές αποζημιώσεις για αμελή ανέγερση οικοδομής. Οι πιο πάνω αιτούμενες θεραπείες βασικά περιστρέφονται γύρω από την θέση ότι υπήρξε παράβαση Συμφωνίας από μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας και ότι, ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, η Ενάγουσα τερμάτισε γραπτώς την επίδικη Συμφωνία και διεκδικεί, συνεπακόλουθα, την επιστροφή όλων των καταβληθέντων προς της Εναγομένη ποσών αλλά και περαιτέρω αποζημιώσεις. Ταυτόχρονα προβάλλεται και η θέση περί αμελούς ανέγερσης της οικίας και διεκδικούνται γενικές αποζημιώσεις στη βάση αυτή. Βεβαίως κάποιες από τις θεραπείες που επιζητούνται δεν μπορούν να διεκδικηθούν ταυτόχρονα και υπάρχει επικάλυψη τούτων. Δεν είναι, όμως, του παρόντος να εξεταστεί. Εκείνο το οποίο προκύπτει, με βάση το σύνολο της γενικής οπισθογράφησης και τις αιτούμενες θεραπείες που περιέχονται, είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά την κατ΄ ισχυρισμό παράβαση Συμφωνίας από μέρους της Εναγόμενης όπως και κατ΄ ισχυρισμό αμελή ανέγερση της οικοδομής και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό η Ενάγουσα να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Η Ενάγουσα πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και την προφορική μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων εκατέρωθεν όπως έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση. Η πλευρά της Ενάγουσας, μέσω της ενόρκου δηλώσεως που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης, ισχυρίζεται ότι ενώ η μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία προέβλεπε την παράδοση της οικίας που θα ανεγείρετο για λογαριασμό της Ενάγουσας το αργότερο μέχρι 31.12.2008, μέχρι σήμερα η Εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να το πράξει και, επιπλέον, η εν λόγω οικία έχει ανεγερθεί κακότεχνα και επικίνδυνα και, συγκεκριμένα, ότι υπάρχει πρόβλημα στατικότητας και επάρκειας της οικοδομής. Παραπέμπει δε σε ευρήματα πολιτικού μηχανικού στον οποίο η Ενάγουσα απετάθη για να ελέγξει και αξιολογήσει τη στατική μελέτη της οικίας. Από την άλλη, η Εναγόμενη Εταιρεία αντικρούει τους πιο πάνω ισχυρισμούς και ισχυρίζεται ότι την καθυστέρηση στην πρόοδο των εργασιών την προκαλούσε πάρα πολύ συχνά η ίδια η Ενάγουσα λόγω της καθυστέρησης για μεγάλο χρονικό διάστημα να επιλέξει τα υλικά που θα τοποθετούνταν στην οικία της. Ως εκ τούτου, προβάλλεται η θέση ότι η Ενάγουσα κωλύεται, λόγω συμπεριφοράς, να προβάλει ως λόγο τερματισμού της Συμφωνίας την καθυστέρηση παράδοσης της οικίας. Όσον αφορά το ζήτημα των κακοτεχνιών η Εναγόμενη παραπέμπει στις διαβεβαιώσεις του αρχιτέκτονα και επιβλέποντα μηχανικού της οικίας της Ενάγουσας σύμφωνα με τις οποίες η εν λόγω οικία δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα ως προς τη στατικότητα και την ασφάλεια αυτής, ενώ αναφέρεται ότι η ανέγερση της έγινε σύμφωνα με όλες τις νενομισμένες διαδικασίες. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό δε η Ενάγουσα - Αιτήτρια προς στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά της Ενάγουσας στις ενόρκους δηλώσεις που κατατέθηκαν προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Βασικά εάν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς και η επιδίκαση αποζημιώσεων στους Ενάγοντες/Αιτητές στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση ή συνέχιση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Όμως, όπου ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος, τότε υπάρχει ενδεχόμενο να ικανοποιείται η προϋπόθεση[11]. Περαιτέρω, η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[12]. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοΐζου την υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 14 αποσαφήνισε τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το ΄Αρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ της Ενάγουσας να παραμείνει ανικανοποίητη. Να πω και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης της εναγομένης να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί[13]. Υπενθυμίζω εδώ ότι η Ενάγουσα θα πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί τόσο την τρίτη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 όσο και τη δεύτερη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 5
(2)του ΚΕΦ. 6. Ξεκινώντας πρώτα από τη φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί η Ενάγουσα θα ήθελα να παρατηρήσω ευθύς εξαρχής ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία για την αξία των ακινήτων που καλύπτονται από το διάταγμα. Η αίτηση είναι εντελώς κενή όσον αφορά αυτή την πληροφόρηση. Στην αίτηση αναφέρονται πέντε συνολικά ακίνητα της Εναγόμενης Εταιρείας χωρίς σε οποιοδήποτε σημείο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ή την συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε πριν την έκδοση του επίδικου διατάγματος να προσδιορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο η αξία αυτών των ακινήτων. Δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εκτίμηση ή άλλα συγκεκριμένα στοιχεία και μαρτυρία που να καταδεικνύει την κατά προσέγγιση αξία των επιδίκων κτημάτων. Μάλιστα όταν η ίδια η Ενάγουσα ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση της αν γνωρίζει την αξία των επίδικων ακινήτων απάντησε αρνητικά. Για να μπορέσει να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του αξία, τόσο με βάση του ΄Αρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 όσο και με βάση το ΄Αρθρο 5 του ΚΕΦ. 6, θα έπρεπε η Ενάγουσα να είχε θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία για τα ακίνητα για τα οποία ζητείται η δέσμευση τους και η κατά προσέγγιση αξία τους ώστε να συσχετιστεί με το ύψος της απαίτησης της και, συνακόλουθα, το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του το κατάλληλο υπόβαθρο μαρτυρίας για να μπορεί να διατάξει το ανάλογο μέρος της ακίνητης περιουσίας να δεσμευτεί πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Όχι μόνο δεν έχει προσκομιστεί τέτοια μαρτυρία αλλά, μετά την καταχώρηση της ένστασης, προέκυψε ότι τα επίδικα ακίνητα για τα οποία επιδιώκεται η δέσμευση και παγοποίηση του δεν είναι κενά χωράφια αλλά υπάρχουν σε αυτά αναπτύξεις δηλαδή ανέγερση πολυκατοικιών ή κατοικιών γεγονός το οποίο, όπως είναι πρόδηλο, έχει άμεση σχέση με την αξία των εν λόγω ακινήτων. Το άλλο που θα έπρεπε η Ενάγουσα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι μαρτυρία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενη Εταιρείας. Προχωρώ να εξετάσω στο σημείο αυτό τι ακριβώς έχει παρουσιάσει η Ενάγουσα για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της ότι η Εναγόμενη Εταιρεία δεν είναι φερέγγυα. Στην παράγραφο 26 της ΄Ενορκης Δηλώσεως ημερ. 20.4.2010 η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη Εταιρεία οφείλει περί τα €2,500,000.00 προς την Τράπεζα Κύπρου και προς άλλες εμπορικές τράπεζες της Κύπρου. Κατά τη διάρκεια, ωστόσο, της αντεξέτασης της ξεκαθάρισε ότι δεν γνωρίζει τι ποσά οφείλει στην Τράπεζα Κύπρου ή οποιαδήποτε άλλη τράπεζα. Επί δε αυτού του σημείου η πλευρά της Εναγόμενης Εταιρείας παρουσίασε στοιχεία αναφορικά με τις οφειλές της εταιρείας προς τις τράπεζες, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την Ενάγουσα, σύμφωνα με τα οποία η Εναγόμενη Εταιρεία χρωστά συνολικά σε εμπορικές τράπεζες ποσό €1,597,
  1. Επίσης, η Ενάγουσα, στην ένορκη δήλωση της ημερ. 20.4.2010, ισχυρίστηκε στην παράγραφο 25(β) ότι οι εταιρικές εγγυήσεις της Εναγομένης προς την Τράπεζα Κύπρου ξεπερνούν τα €2,000,000 ενώ στην παράγραφο 22 της απαντητικής της ένορκης δήλωσης ημερ. 25/5/10 ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη έχει προσφέρει συνολικά σε τράπεζες εταιρικές εγγυήσεις ύψους €23,000,000 επικαλούμενη το Αρχείο Εγγραφής Επιβαρύνσεων των υποθηκών της Εναγομένης που εξασφάλισε από τον ΄Εφορο Εταιρειών και επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Για το θέμα των εταιρικών εγγυήσεων θα επανέλθουμε στη συνέχεια της απόφασης. Περαιτέρω η Ενάγουσα ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει προσκομίσει αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης και την ύπαρξη από αυτής οποιασδήποτε άλλης ακίνητης ή κινητής περιουσίας. Μάλιστα θα πρέπει εδώ να επισημανθεί η αναφορά της, η οποία προέκυψε στο στάδιο της αντεξέτασης, ότι δεν ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη στερείται άλλης ακίνητης περιουσίας ή κινητής και ότι μάλιστα, όπως το έθεσε η ίδια, από τη φύση της εργασίας της Εναγόμενης, που είναι μία εταιρεία που αναλαμβάνει οικοδομικά έργα, δεν είναι δυνατό να μην έχει ακίνητη περιουσία. Επιπλέον ανέφερε ότι είχε στο γραφείο της στοιχεία σχετικά με άλλη ακίνητη περιουσία της Εναγόμενης πλην εκείνη που αναφέρεται και αφορά την παρούσα αίτηση. Από την άλλη η Εναγόμενη Εταιρεία, μέσω του διευθυντή της κ. Σιμιδάλλη που ορκίστηκε στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε και αντεξετάστηκε από την άλλη πλευρά προέκυψαν τα ακόλουθα στοιχεία τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της Ενάγουσας: ­ Πρώτο, δόθηκε οικονομική κατάσταση των ελεγκτών της Εναγόμενης αναφορικά με τις οφειλές της προς τις τράπεζες απ΄ όπου προκύπτει ότι το συνολικό ποσό ανέρχεται σε €1,597,
  2. ­ Δεύτερο, δόθηκε αναλυτική κατάσταση οφειλόμενων ποσών από πελάτες της Εναγόμενης προς την Εναγόμενη το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €2,952,
  3. ­ Τρίτο, δόθηκε σημερινή εκτίμηση της αξίας των ακινήτων της Εναγόμενης Εταιρείας που δεν είναι πωλημένα και δεν έχουν αξιοποιηθεί που ανέρχεται στο ποσό των €5,383,
  4. ­ Τέταρτο, δόθηκε η σημερινή αξία των κινητών περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας (αυτοκίνητα, εξοπλισμός, μηχανήματα κ.λ.π.) που ανέρχεται στο ποσό των €200,
  5. ­ Πέμπτο, δόθηκε κατάσταση οφειλών της Εναγόμενης προς τρίτα πρόσωπα - πιστωτές της που ανέρχεται στο ποσό των €392,
  6. ­ ΄Εκτο, δόθηκε κατάσταση κόστους ολοκλήρωσης των οικοδομικών εργασιών των υπό ανέγερση σπιτιών και διαμερισμάτων που ανέρχεται σε €2,025,
  7. Όσον αφορά το θέμα των εταιρικών εγγυήσεων της Εναγόμενης Εταιρείας προέκυψε τόσο από την ένορκη δήλωση του κ. Σιμιδάλλη όσο και από την αντεξέταση του ότι αυτές αφορούν εταιρικές εγγυήσεις που η Εναγόμενη έχει προσφέρει προς τους πελάτες της που έχουν αγοράσει οικίες και διαμερίσματα μέχρι την έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας των οικιών και διαμερισμάτων που έχουν αγοράσει. Πρόκειται, επομένως, για εγγυήσεις που δεν αφορούν υποχρεώσεις ή δάνεια ή χρέη της Εναγόμενης Εταιρείας και αυτές θα τερματιστούν μόλις εκδοθούν και μεταβιβαστούν οι χωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας στους πελάτες της Εναγόμενης αφού, σ΄ εκείνο το στάδιο, οι πελάτες θα υποθηκεύσουν προς τις τράπεζες, απ΄ όπου έχουν εξασφαλίσει δάνεια, τα ίδια τα ακίνητα που έχουν αγοράσει όταν θα έχουν πλέον το δικό τους χωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Επισημαίνω ξανά ότι αυτά που διευκρινίστηκαν στην αντεξέταση του κ. Σιμιδάλλη δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της Ενάγουσας. Απλώς έγινε προσπάθεια υποβάθμισης της εικόνας που παρουσίασε ο κ. Σιμιδάλης χωρίς, όμως, τα συγκεκριμένα στοιχεία και αριθμοί να έχουν, σε οποιοδήποτε στάδιο της αντεξέτασης, αμφισβητηθεί από την πλευρά της ενάγουσας. Η εικόνα, ωστόσο, που έχει δοθεί αρχικώς από την Ενάγουσα σε σχέση με το θέμα των εταιρικών εγγυήσεων της εναγόμενης, οφείλω να τονίσω, ότι ήταν παραπλανητικός αν λάβουμε ιδιαίτερα υπόψη το γεγονός ότι η Ενάγουσα βασίστηκε ιδιαίτερα στο γεγονός αυτό για σκοπούς υποστήριξης του ισχυρισμού της ότι η εταιρεία δεν είναι φερέγγυα. Στο τέλος της ημέρας το μόνο που βασικά η Ενάγουσα επικαλέστηκε προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι η Εναγόμενη Εταιρεία δεν είναι φερέγγυα είναι ένα ποσό οφειλών προς την Τράπεζα Κύπρου, που, με βάση τα πιο πάνω στοιχεία, προέκυψε ότι ήταν λανθασμένο και, επιπλέον, ούτε και στη γνώση της ενάγουσα υπήρχε η πληροφόρηση για οποιαδήποτε οφειλή της εναγόμενης προς τις εμπορικές τράπεζες, ως, επίσης, και ο ισχυρισμός της για ύπαρξη εταιρικών εγγυήσεων που στην αρχική της ένορκη δήλωση αφορούσε το ποσό των €2,000,000 και στη συνέχεια, στην απαντητική της ένορκη δήλωση, το ποσό διαφοροποιήθηκε σε €23,000,
  8. Βεβαίως, να σημειώσουμε εδώ ότι η αναφορά στο ποσό των €23,000,000 προέκυψε κατόπιν εξασφάλισης σχετικού εγγράφου από το αρχείο Εφόρου Εταιρειών το οποίο, προφανώς, η Ενάγουσα δεν είχε υπόψη της κατά το στάδιο καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης. Ούτως ή άλλως το εν λόγω έγγραφο, που είναι το Τεκμήριο 2 στην απαντητική της ένορκη δήλωση, φαίνεται να εξασφαλίστηκε στις 25.5.
  9. Η Ενάγουσα πρόβαλε επίσης και τον ισχυρισμό ότι η εναγομένη εταιρεία προτίθεται να μεταφέρει, λόγω οικονομικών προβλημάτων, τον κύκλο εργασιών και των οικονομικών της δοσοληψιών στην εταιρεία M.C.Construction Ltd με αποτέλεσμα, σε περίπτωση που η ίδια εξασφαλίσει στο μέλλον δικαστική απόφαση εναντίον της Εναγομένης, αυτή να παραμείνει ανεκτέλεστη αφού κατά το χρόνο έκδοσης της δεν θα υπάρχει εγγεγραμμένη στο όνομα της εναγομένης οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία. Μάλιστα ισχυρίσθηκε ότι η εταιρεία M.C.Construction Ltd ήταν αδρανής από της εγγραφής της, περί τα τέλη Μαίου
  10. Η πλευρά της εναγομένης, απαντώντας στους πιο πάνω ισχυρισμούς, αφού απέρριψε τα περί πρόθεσης μεταφοράς του κύκλου εργασιών της και των οικονομικών της δοσοληψιών στην εν λόγω εταιρεία, παρουσίασε στοιχεία για να καταδείξει ότι η εταιρεία M.C.Construction Ltd δεν ήταν αδρανής και ότι είχε αναλάβει από τη σύσταση της την ανέγερση οικίας για συγκεκριμένους πελάτες. Η μόνη τοποθέτηση που υπήρξε εκ μέρους της Ενάγουσας στα στοιχεία αυτά, μέσω της απαντητικής της ενόρκου δηλώσεως, ήταν να δηλώσει ότι δεν γνώριζε αυτή τη συναλλαγή και, συνεπώς, δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει αυτά τα στοιχεία που ακριβώς δείχνουν ότι ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία αυτή είχε παραμείνει αδρανής από της εγγραφής της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Να πω και κάτι άλλο. Τα όσα η Ενάγουσα ισχυρίσθηκε περί πρόθεσης της Εναγομένης να μεταφέρει τον κύκλο εργασιών της και των οικονομικών της δοσοληψιών στην εταιρεία M.C.Constructions Ltd. τα στήριξε σε δύο διαφορετικές εκδοχές. Η πρώτη εκδοχή ήταν ότι είχε πληροφορηθεί το σχετικό γεγονός από τους διευθυντές της εναγομένης όταν ακόμη αυτή ήταν δικηγόρος της εταιρείας. Η δεύτερη της εκδοχή ήταν ότι αυτό το γεγονός υπέπεσε στην αντίληψη της από συζήτηση που άκουσε σε ανοικτό χώρο στο Δικαστήριο αρχές Απριλίου 2010 μεταξύ των Διευθυντών της Εναγομένης. Και οι δύο αυτές εκδοχές δόθηκαν από την Ενάγουσα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι οι ισχυρισμοί περί πρόθεσης μεταβίβασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης προς τη νεοσύστατη εταιρεία M.C.Construction Ltd δεν έχουν καταδειχθεί, αντίθετα δε, με βάση τα στοιχεία που παρουσίασε η πλευρά της εναγομένης εταιρείας δόθηκε μια εντελώς διαφορετική εικόνα και εκδοχή. Κατά συνέπεια στην εξέταση του ζητήματος του κατά πόσο υπάρχει βάσιμος κίνδυνος απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας να μείνει ανικανοποίητη δεν μπορώ να στηριχθώ στους ισχυρισμούς της Ενάγουσας που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Είναι φανερό απ΄ όλα τα πιο πάνω ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να παρουσιάσει οποιαδήποτε και/ή επαρκή στοιχεία και γεγονότα αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης Εταιρείας και, επίσης, οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την αξία των επιδίκων κτημάτων. Θα προχωρούσα ένα βήμα πιο κάτω και θα έλεγα ότι όχι μόνο δεν παρουσίασε την απαιτούμενη μαρτυρία αλλά ο τρόπος που παρουσίασε κάποια στοιχεία, που στην πορεία διαφοροποιήθηκαν, ήταν πέραν από ελλειπής και παραπλανητικός. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η Ενάγουσα απέτυχε να στοιχειοθετήσει τόσο την τρίτη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 32 του Νόμου 14/60 όσο και τις προϋποθέσεις του εδαφίου
(2)του ΄Αρθρου 5 του ΚΕΦ. 6. Συνεπακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται και το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ακυρώνεται με έξοδα προς όφελος της Καθ΄ης η αίτηση-Εναγόμενης και εναντίον της Αιτήτριας-Ενάγουσας τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ........................ Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου. Α.Ε.Δ. [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268 [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Πριν από τη θέσπιση του Ν.14/60, ίσχυε ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1953, 40/53. Το λεκτικό του άρθρου 37
(1)του Νόμου αυτού ήταν πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση The Polich Ocean Lines and Another v. N. Spyropoulos and Another XX
(2)C.L.R. 73, Το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν είχε εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα, για να απαγορεύσει στον εναγόμενο να διαθέσει χρηματικό ποσό, που δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής. .............. Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». [7] Δέστε Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 [8] Δέστε Louis Vuitton v. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463. 7«Α plaintiff applying ex parte comes (as it has been expressed) under a contract with the Court that he will state the whole case fully and fairly to the Court. If he fails to do that, and the Court finds, when the other party applies to dissolve the injunction, that any material fact has been suppressed or not properly brought forward, the plaintiff is told that the Court will not decide on the merits, and that, as he has broken faith with the Court, the injunction must go.» [10] Δέστε Βασιλική Χαραλάμπους ν. PETROS MICHAEL EXCLUSIF LTD κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953. [11] Δέστε Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321. [12] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [13] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd. V. Σκυροποιία «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία ..» Δέστε, επίσης, Larticon (ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.