← Κύπρος

Broda Agro Trade (Cyprus) Limited ν. Alfred C Toepfer International GmbH, Αρ. Αίτησης: 91/09, 16 Ιουνίου, 2010

Broda Agro Trade (Cyprus) Limited ν. Alfred C Toepfer International GmbH, Αρ. Αίτησης: 91/09, 16 Ιουνίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 91/09 Broda Agro Trade (Cyprus) Limited, Λάρνακα Αιτητές και Alfred C. Toepfer International GmbH, Germany Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 2/3/2010 Ημερομηνία: 16 Ιουνίου, 2010. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Ιακωβίδης, για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Ρόπερτ Ρος Κλούνις. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. X. Kωνσταντίνου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η εταιρεία Broda Agro Trade (Cyprus) Ltd, Κυπριακή εταιρεία με έδρα τη Λάρνακα, με αίτηση της (κυρίως αίτηση) επιζητεί απόφασή και ή διάταγμα του Δικαστηρίου για την εγγραφή και ή αναγνώριση απόφασης ημερ. 26/6/2008 του Διαιτητικού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Κρασνοντάρ της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Την ημέρα που η ως άνω αίτηση παρέμεινε για σκοπούς επίδοσής της στην καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία, εμφανίστηκε συνήγορος για την πλευρά της τελευταίας, δηλώνοντας προς το Δικαστήριο ότι η εμφάνιση του γινόταν υπό διαμαρτυρία και ότι πρόθεση της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας ήταν να προωθήσει αίτηση για απόρριψη της κυρίως αίτησης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ως επίσης αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης της ως άνω αίτησης. Πράγματι εντός της προθεσμίας που δόθηκε στην πλευρά του από το Δικαστήριο για τον πιο πάνω σκοπό, προχώρησε στην καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης στις 2/3/2010, με την οποία επιζητεί: (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται ή απορρίπτεται η αίτηση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η επίδοση της αίτησης. Η αίτηση η οποία δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, έχει ως νομικό υπόβαθρο τον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο, αρ. 178/86, τη Συνθήκη Μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, άρθρα 1-7, 15 και 23-28, τον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000, αρ. 121 (Ι)/2000, τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, θ.2, Δ.6, θ.1, Δ.16, θ.9, Δ.48, θθ1-9 και Δ.64, θ.1

(2), τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 ημερ. 22/12/2000 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, Άρθρα 2, 3, 22, 32 και 71 ως επίσης στις συμφυείς εξουσίες και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η αιτήτρια στην κυρίως αίτηση εταιρεία, καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην ως άνω υπό συζήτηση αίτηση προβάλλοντας τη θέση ότι αυτή είναι νόμο και ουσία αβάσιμη, ότι οι αιτητές δεν ακολούθησαν το ορθό δικονομικό μέτρο για τα θέματα που εγείρουν σε αντίθεση με την καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία η οποία ακολούθησε την ορθή διαδικασία για την επίδοση της κυρίως αίτησης και την εγγραφή της απόφασης, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έχει δικαιοδοσία για να εκδικάσει την κυρίως αίτηση ενώ παράλληλα προτάσσεται ότι δεν απαιτείτο η άδεια του Δικαστηρίου για την επίδοση της αίτησης για εγγραφή της απόφασης. Η ένσταση την οποία επίσης δεν συνοδεύει ένορκη δήλωση, εδράζεται στον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμος 172/86, Άρθρα 1, 2 και 3, στη Συνθήκη Μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Κεφ. 1 Άρθρα 1-7, Κεφ. 2 Άρθρο 15, Κεφ. 5 Άρθρα 23-28, στο Νόμο που Κυρώνει το Πρωτόκολλο μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας για το Ευρετήριο των Διμερών Συμφωνιών (Κυρωτικός) Νόμος του 34(ΙΙΙ)/2001 Άρθρο 2
(4), στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος 121(Ι)/00, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.1, θ.2, Δ.6, θ.1, Δ.16, θ.9, Δ.48, θθ1-9 , Δ.64, θ.1
(2), στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1393/2007 ημερ. 13/11/2007, περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη Δικαστικών και Εξωδίκων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις, στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 ημερ. 22/12/2000 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις Άρθρα 1, 2, 3, 22, 32, 71 και προοίμιο και στις Σύμφυτες Εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις ικανές αγορεύσεις τους, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και τα επιχειρήματά τους σε σχέση με τα ζητήματα που απασχολούν στην υπό συζήτηση αίτηση. Αποτέλεσε θέση του κ. Ιακωβίδη, δικηγόρου για την πλευρά των αιτητών, ότι με βάση τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001, ειδικότερα του άρθρου 2.1 του εν λόγω Κανονισμού, τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να ακούσουν την υπό συζήτηση υπόθεση. Τέτοια δικαιοδοσία υπέδειξε έχουν μόνο τα Γερμανικά Δικαστήρια αφού η καθ΄ ης η αίτηση αποτελεί Γερμανική εταιρεία. Ούτε οι πρόνοιες του άρθρου 71
(1)και 71
(2)του ως άνω Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, με βάση τις οποίες δεν θίγονται συμβάσεις που τα κράτη μέλη είναι μέρη και ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποδώσουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια εισηγήθηκε. Όπως υποστήριξε παραπέμποντας σε σχετικά συγγράμματα, τέτοιες συμβάσεις στις οποίες είναι μέρος ένα κράτος μέλος και οι οποίες ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία του, εφαρμόζονται και επικρατούν των σχετικών προνοιών του ως άνω κανονισμού μόνο στην περίπτωση που έρχονται σε σύγκρουση με τις σχετικές πρόνοιες του εν λόγω κανονισμού. Η Σύμβαση την οποία επικαλείται η πλευρά των αιτητών στην κυρίως αίτηση μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας αποτελεί απλά μία διμερή σύμβαση μεταξύ των δύο κρατών που σκοπό έχει την αλληλοπαροχή νομικής προστασίας μεταξύ των πολιτών των δύο συγκεκριμένων κρατών, χωρίς όμως αυτή να ρυθμίζει τη διεθνή δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Με τούτο σαν δεδομένο, υπέδειξε, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξαιτίας της ύπαρξης της ως άνω σύμβασης μεταξύ Κύπρου - Ρωσίας οδηγούνται σε αδράνεια οι σχετικές πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001. Το άρθρο 5(α) του Ν.121(Ι)/2000 σε συνδυασμό θεωρούμενο με το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου, συνέχισε, ρυθμίζει απλά εσωτερικά την τοπική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Αποτελεί εσωτερική νομοθεσία που τελεί και εφαρμόζεται πάντα σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό την αίρεση διατάξεων των κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι έχουν αυξημένη ισχύ έναντι της εσωτερικής νομοθεσίας. Ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των προνοιών του άρθρου 5(α) του Ν.121(Ι)/2000 και του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει τις διατάξεις του Κανονισμού και ειδικότερα το άρθρο 2.1, όχι μόνο λόγω της αυξημένης ισχύς του έναντι της εσωτερικής νομοθεσίας αλλά και ενόψει του γεγονότος ότι ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 όντας μεταγενέστερος του Νόμου 121(Ι)/2000, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εξυπακουόμενα η πρόνοια του άρθρου 5(α) του Ν.121(Ι)/2000 έχει τροποποιηθεί ή ανακληθεί. Τέλος, παραπέμποντας σε σχετική για το ζήτημα νομολογία πρόβαλε τη θέση πως στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε ότι τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν της κυρίως αίτησης, η επίδοσης της θα πρέπει να παραμεριστεί, αφού δεν είχε προηγηθεί η αναγκαία και επιβεβλημένη με βάση τη Δ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αντίθετες ήταν οι τοποθετήσεις του κ. Κωνσταντίνου για την πλευρά της ενιστάμενης στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης εταιρείας. Μόνο το ζήτημα του παραμερισμού της επίδοσης υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος θα ήταν δυνατό να εγείρει με τη διαδικασία που επέλεξε η πλευρά των αιτητών στην υπό συζήτηση αίτηση, αφού σύμφωνα με τη Δ.16 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας σε περίπτωση εμφάνισης κάποιου σε διαδικασία υπό διαμαρτυρία δεν μπορεί να εγερθεί άλλο ζήτημα πέραν της επίδοσης. Το ζήτημα της ύπαρξης ή μη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, υποστήριξε, θα ήταν δυνατό να τεθεί μόνο στα πλαίσια της ένστασης που προβλέπεται από το άρθρο 5
(1)(δ) του Ν.121(Ι)/
  1. Σχολιάζοντας επί της ουσίας το προβαλλόμενο στην αίτηση ζήτημα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να επιληφθούν της κυρίως αίτησης, παραπέμποντας σε νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπέδειξε ότι δεν μπορεί να εγείρεται τέτοιο ζήτημα, αφού ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 που η αιτήτρια στην υπό συζήτηση αίτηση εταιρεία επικαλείται για να προωθήσει την θέση της δεν εφαρμόζεται σε αποφάσεις τρίτων χωρών, χωρών δηλαδή εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόταξε τη θέση ότι η αναγνώριση και η εκτέλεση απόφασης Δικαστηρίου χώρας η οποία δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ρυθμίζεται από την εγχώρια νομοθεσία του κράτους μέλους όπου επιζητείται η εγγραφή, συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς και των όποιων συμβάσεων έχει συνάψει αυτό το κράτος μέλος με χώρες οι οποίες δεν αποτελούν κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην υπό εξέταση περίπτωση υποστήριξε, ισχύουν και εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Ν.121(Ι)/2000 και της διμερούς σύμβασης Κύπρου - Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ασχολούμενος με το ζήτημα της επίδοσης της κυρίως αίτησης και την προβαλλόμενη θέση ότι ήταν αναγκαία η εξασφάλιση άδειας για την επίδοση της αίτησης στο εξωτερικό, υπέδειξε ότι η συμμόρφωση με τις αυστηρές πρόνοιες της Δ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι επιβάλλεται να τηρηθεί συγκεκριμένος τύπος για την επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος όταν ο εναγόμενος δεν είναι Κύπριος, ουσιαστικά οδηγεί στο να καταστεί ανενεργός ο Κανονισμός 1393/2007 ο οποίος προβλέπει ένα διαφορετικό τύπο σε σχέση με την επίδοση που είναι δυνατό να επιτευχθεί με βάση το συγκεκριμένο κανονισμό. Τούτο, υποστήριξε, οδηγεί ουσιαστικά στην στέρηση από τους Κύπριους πολίτες του δικαιώματος που τους παρέχει ο Κανονισμός (ΕΚ) 1393/
  2. Ευθύς εξαρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου για την πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης, πως στη βάση της Δ.16 θ.9 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας δεν επιτρέπεται σε διάδικο που εμφανίζεται σε μία διαδικασία υπό διαμαρτυρία να εγείρει ζήτημα, που δεν σχετίζεται με την επίδοση δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Αντίθετα η νομολογία των Δικαστηριων μας καταδεικνύει ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα που κατεξοχήν προτάσσεται και συζητείται από διαδίκους που εμφανίζονται υπό διαμαρτυρία σε Δικαστικές διαδικασίες, είτε εξασφαλίζοντας εκ των προτέρων ή όχι την άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο, (Βερεγγάρια Παπακόκκινου ν. Εταιρείας Landbroke P.L.C. κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 1090 και Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 ΑΑΔ 1136) Στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1956, όπου αναλύεται ο παλαιός Αγγλικός Διαδικαστικός Κανονισμός Ο.12 r.30, πανομοιότυπος με την Δ.16 θ.9 των Διαδικαστικών Κανονισμών που ισχύουν σήμερα στη Δημοκρατία διευκρινίζεται στη σελίδα 144 ότι: "The term «conditional appearance» means an appearance in qualified terms, reserving to the appearing defendant the right to apply to the Court to set aside the writ, or service thereof, for an alleged informality or irregularity which renders either the writ or service invalid or for lack of jurisdiction....". Ομοίως, στην σελ. 145 της ως άνω Δικαστηριακής Πρακτικής, κάτω από τον τίτλο "Effect of Conditional Appearance" σημειώνεται πως: "A defendant has the right to appear conditionally where he has a bona fide intention to dispute the jurisdiction of the Court" Στην υπόθεση G.J.Macdon Ltd v. A.L.Metal Trading Ltd
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2064 υπεδείχθη ανάμεσα σε άλλα ότι η Δ.16 θ.9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας και η σχετική με το ζήτημα νομολογία, αποσκοπούν ουσιαστικά στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ενόψει των πιο πάνω είναι φανερό ότι η πλευρά των καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση εμφανιζόμενοι υπό διαμαρτυρία, καθ' όλα δικαιωματικά φαίνεται ότι προωθούν την υπό συζήτηση αίτηση εγείροντας όχι μόνο ζητήματα που αφορούν την επίδοση της κυρίως αίτησης αλλά και ζητήματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στρέφοντας το Δικαστήριο την προσοχή του στο ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και της έλλειψής της, όπως προτάσσεται από την πλευρά της αιτήτριας εταιρείας, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι η ως άνω εισήγηση στηρίζεται ουσιαστικά στο γεγονός πως στην υπό συζήτηση περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο Κανονισμός (ΕΚ)44/2001, οι πρόνοιες του οποίου για τους λόγους που υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών σε καμία περίπτωση δεν αδρανούν, ενώ στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι έρχονται σε σύγκρουση με εσωτερική νομοθεσία της Δημοκρατίας είναι φανερό ότι θα πρέπει να υπερισχύσουν, κατά τρόπο που να οδηγεί μονοδρομικά στο συμπέρασμα ότι δικαιοδοσία για επίλυση του ζητήματος που εγείρεται με την κυρίως αίτηση έχουν τα Γερμανικά και όχι τα Κυπριακά Δικαστήρια. Η επίλυση του ως άνω ζητήματος, στη βάση των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, δεν απαιτεί κατά την αντίληψή μου από το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε ζητήματα τυχόν σύγκρουσης των προνοιών του άρθρου 5(α) του Ν. 121(I)/2001 και του 2.1 του κανονισμού (ΕΚ)44/2001. Ούτε αν ο κυρωτικός νόμος Ν.176/1986, που επικύρωσε την συνθήκη μεταξύ της τότε Ε.Σ.Σ.Δ και της Κυπριακής Δημοκρατίας για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου άπτεται ή όχι της διεθνούς δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων κατά τρόπο που οι πρόνοιες της, σύμφωνα με το άρθρο 71
(1)και
(2)του Κανονισμού (ΕΚ)44/2001, θα επιβίωναν και θα επικρατούσαν των σχετικών προνοιών του Κανονισμού αυτού. Παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο ούτος ή άλλως διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τις εισηγήσεις του συνηγόρου των αιτητών σε σχέση με την φύση της συνθήκης μεταξύ της τότε Ε.Σ.Σ.Δ και της Κυπριακής Δημοκρατίας για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου ( η οποία εξακολουθεί να ισχύει και να δεσμεύει την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ρωσική Ομοσπονδία ως διάδοχο κράτος της Ε.Σ.Σ.Δ δυνάμει του Ν.34(III)/2001 ) και κατά πόσο αυτή επιδρά στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων μας, και στο αποτέλεσμα που θα ήταν δυνατό να έχουν οι πρόνοιες του άρθρου 71
(1)και
(2)του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 στην υπό εξέταση περίπτωση, αισθάνομαι, με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο ότι το ζήτημα είναι απλούστερο. Ήδη από το προοίμιο του ως άνω Κανονισμού (βλ. εδάφια 2, 10, 16, 17) καθίσταται φανερό ότι ο Κανονισμός αυτός αποσκοπεί στην ρύθμιση ζητημάτων που αφορούν αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που δεσμεύονται από αυτόν και υπόκεινται στην εφαρμογή του. Το άρθρο 32 εξάλλου του Κανονισμού ρητά καθορίζει ότι απόφαση κατά την έννοια του Κανονισμού, εννοείται απόφαση που εκδίδεται από Δικαστήριο κράτους μέλους οποιαδήποτε και αν είναι η ονομασία της. Ομοίως στα άρθρα 33 και37 που όπως και το άρθρο 32 βρίσκονται στο Κεφάλαιο III του Κανονισμού, που αφορά ζητήματα Αναγνώρισης και Εκτέλεσης, γίνεται λόγος για αναγνώριση απόφασης σε κράτος μέλος που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος. Ο Κανονισμός (ΕΚ)44/2001 δεν φαίνεται να τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις που η αναγνώριση και η εγγραφή μιας απόφασης σε κάποιο κράτος μέλος, αφορά απόφαση κράτους που δεν αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως ορθά υπεδείχθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης, ο Κανονισμός (ΕΚ)44/2001 αποτελεί ουσιαστικά διάδοχη κατάσταση της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968 για την διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε από της συμβάσεις προσχώρησης νέων κρατών μελών σε αυτή. Τούτο επιβεβαιώνεται ουσιαστικά και από το προοίμιο του Κανονισμού (ΕΚ)44/2001. Το ζήτημα αν η ως άνω σύμβαση των Βρυξελλών εφαρμόζεται από τα συμβαλλόμενα κράτη σε σχέση με αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε πολιτικές και εμπορικές υποθέσεις κρατών που δεν την είχαν υπογράψει, τέθηκε ως προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από το House of Lords της Αγγλίας. Στην εν λόγω υπόθεση οι Αιτητές είχαν εξασφαλίσει απόφαση από το Δικαστήριο του Αγίου Βικεντίου (χώρα που δεν είχε υπογράψει τη Σύμβαση των Βρυξελλών) σε βάρος Ιταλού πολίτη του οποίου η χώρα είχε υπογράψει την σύμβαση των Βρυξελών. Επιχείρησαν όπως εγγράψουν στα Αγγλικά Δικαστήρια την απόφαση του Αγίου Βικεντίου με σκοπό την εκτέλεση της στην Αγγλία, χώρα που επίσης είχε υπογράψει την σύμβαση των Βρυξελών. Τόσο το High Court όσο και το Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) αποφάνθηκαν ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν τύγχανε εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το ζήτημα οδηγήθηκε ενώπιον του House of Lords το οποίο έθεσε το πιο κάτω προδικαστικό ερώτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: «Does the 1968 Brussels Convention on Jurisdiction and the Enforcement of Judgments in Civil and Commercial Matters (´the 1968 Convention´) have any application to proceedings, or issues arising in proceedings, in Contracting States concerning the recognition and enforcement of the judgments in civil and commercial matters of non-contracting States". Στο ως άνω ερώτημα, στα πλαίσια της απόφασης στην Owens Bank Limited v. Fulvio Bracco and Another (Case C-129/92) (6 Chamber) [1994] I.L.Pr.140, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (Δ.Ε.Κ.) αποφάνθηκε ότι οι πρόνοιες της Συνθήκης των Βρυξελλών τυγχάνουν εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις αποφάσεων των Δικαστηρίων των κρατών που είχαν υπογράψει την Συνθήκη. Υπέδειξε καταληκτικά ότι " The Convention of 27 September 1968 on Jurisdiction and the Enforcement of Judgments in Civil and Commercial Matters, in particular Articles 21,22 and 23, does not apply to proceedings, or issues arising in proceedings, in Contracting States concerning the recognition and enforcement of judgments given in civil and commercial matters in non-contracting States." Παράλληλα, στην παράγραφο 17 της απόφασης του, το Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι οι πρόνοιες της σύμβασης των Βρυξελλών που αφορούν την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων, εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις αποφάσεων που εκδίδονται από τα Δικαστήρια των κρατών που έχουν υπογράψει την Σύμβαση. Όπως εξάλλου υπέδειξε χαρακτηριστικά στην παράγραφο 29 της εισήγησης του ο Εισαγγελέας στη συγκεκριμένη υπόθεση, Herr Carl Otto Lenz, η οποία ουσιαστικά υιοθετήθηκε από το Δικαστήριο: "I am of the view that a question how a judgement of a Court of a non contractive states can be declared and forcible and in force in the Community is not dealt with, and should not be dealt with by the Brussels Convention." Ενώ, στην παράγραφο 31 της εισήγησης του καταλήγει ότι: "The Commission has in addition rightly pointed out that the Brussels Convention does not affect the right of Contracting States to conclude agreements with non-contracting States concerning the recognition and enforcement of judgments. Whether this results from Article 57, to which the Commission refers, or from other provisions and considerations is a question we need not go into here. At all events, it is clear in the final analysis that the recognition and enforcement of judgments of non-contracting States are matters reserved to the respective laws of the Contracting States (including any existing agreements with non-contracting States". Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, με δεδομένο ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η απόφαση της οποίας η εγγραφή και αναγνώριση επιδιώκεται με την κυρίως αίτηση δεν αποτελεί απόφαση κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναπόδραστη είναι η κατάληξη ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων ενόψει των προνοιών του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, αφού οι πρόνοιες του συγκεκριμένου κανονισμού δεν φαίνεται να τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό συζήτηση περίπτωση. Η αναφορά στη Δ.6 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας σε άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση κλητηρίου "writ of summons" θεωρείται ασφαλώς ότι καλύπτει mutatis-mudantis και περιπτώσεις πρωτογενών αιτήσεων που λειτουργούν ως εναρκτήριο μέσο μίας διαδικασίας. Αίτηση διατροφής αποτελούσε άλλωστε και το έγγραφο που αφορούσε η υπόθεση Philippos Philippou ν. Maria Philippou and others
(1986)1 CLR 689, στα πλαίσια της οποίας είχε εξασφαλιστεί δυνάμει της Δ.9 θ. 5 άδεια για υποκατάστατο επίδοση της σχετικής αίτησης για διατροφή με διπλοσυστημένη επιστολή στη διεύθυνση του καθ' ου η αίτηση στην Αυστραλία. Δεν είχε όμως εξασφαλιστεί προηγούμενα άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ως οι πρόνοιες της Δ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν. Ενώ το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση του καθ'ου η αίτηση ότι η αίτηση ενόψει του γεγονότος ότι δεν είχε προηγουμένως εξασφαλιστεί άδεια δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι του είχε επιδοθεί δεόντως, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση για το ζήτημα υπέδειξε τα ακόλουθα: "The Court can exercise jurisdiction only when the writ of summons is served on the defendant within the jurisdiction or by the "assumed" jurisdiction which gave the Courts a discretionary circumscribed power to summon absent defendants whether Cypriots or foreign. The service of the writ or summons was something equivalent thereto. The summons is essential as the foundation of the Court´s jurisdiction. When a writ cannot legally be served upon a defendant, the Court can exercise no jurisdiction over him. Jurisdiction, according to the English Law and the system of law obtaining in this country, is based on the act of personal service. It is far otherwise in other systems where service is in no sense a foundation of jurisdiction, but merely a sine qua non before effective action is allowed. Now service being the foundation of jurisdiction, it follows that that service naturally and normally would be service within the jurisdiction. But there is an exception to this normal rule, and that is service out of the jurisdiction. This however, is not allowed as a right but is granted in the discretion of the Judge as a privilege, and the rule in question here prescribes the limits within which that discretion should be exercised - (See Johnson v. Taylor Bros, and Company Ltd., [1920] A.C.144). Service within the jurisdiction is governed by O.5 of the Rules. Service out of the jurisdiction is provided for in O.6 which is cast in identical terms as the old English O.11
(1). This Order confers upon the Court a new power whereby it is enabled to exercise jurisdiction in particular cases which seem to it to fall within the spirit as well as the letter of the various classes of case provided for. This is not service of a writ as a right; it may only be "allowed"; it is discretionary". Η εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ως η πρόνοια της Δ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών δεν συνεπάγεται ένα απλό θέμα διαδικασίας, αλλά επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου υπεδείχθη στην υπόθεση Σταύρος Φραγκέσκου κ.α. ν. Χριστίνας Γεωργίου Γρηγορίου
(2001)1 ΑΑΔ 1765, όπου υιοθετήθηκε ο λόγος της Philippou (ανωτέρω). Mόνο μετά την εξασφάλιση τέτοιας άδειας διάδικος που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να υποβληθεί στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση Τηλέτυπος Α.Ε. ν. Mega Channel Management Ltd
(2004)1 (Γ) AAΔ 1863, όπου εξασφαλίστηκε άδεια του Δικαστηρίου για υποκατάστατο επίδοση χωρίς όμως προηγουμένως να είχε εξασφαλιστεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, το Εφετείο κάνοντας δεκτή τη θέση της πλευράς της Εφεσείουσας υπέδειξε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα στη σελ. 1863: "............εντούτοις παραμένει το γεγονός, που είναι και το σοβαρότερο, πως δεν ελήφθη η άδεια του Δικαστηρίου για να επιδοθεί η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην Εφεσείουσα στο εξωτερικό. Άδεια που δίδεται εφόσον ικανοποιηθούν οι σοβαρές προϋποθέσεις που απαριθμούνται στη Δ.6. Αυτό που έκανε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν να δώσει άδεια για υποκατάστατο επίδοση της ειδοποίησης, κάτι εντελώς διαφορετικό από την άδεια για να επιδοθεί η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Ο τρόπος επίδοσης έπεται της διαταγής για επίδοση." (βλ. επίσης Zachariades and Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1 AAΔ 447 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Unitica Enterprises Ltd
(2004)1 (B) AAΔ.730). Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση στην υπό συζήτηση αίτηση υποστήριξε ότι η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών, ουσιαστικά καθιστά ανενεργό τον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με αποτέλεσμα, ανεπίτρεπτα ως η εισήγηση του, οι Κύπριοι πολίτες να στερούνται ουσιαστικά των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον εν λόγω κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παραπέμποντας παράλληλα στην πρόνοια της Δ.6 θ.6 των Διαδικαστικών κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας υπέδειξε πως αυτή επιβάλλει συγκεκριμένο τύπο για την επίδοση ειδοποίησης κλητήριου εντάλματος όταν ο εναγόμενος δεν είναι Κύπριος πολίτης, τύπος που είναι διαφορετικός από τον τύπο που προνοείται στο Παράρτημα I του εν λόγω κανονισμού. Σκοπός του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 ως διακηρύσσεται ήδη από το προοίμιο του, είναι να βελτιώσει και να επιταχύνει τη διαβίβαση και την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών μελών. Ο ως άνω Κανονισμός δεν καθορίζει τα δικαστικά ή εξωδικαστικά έγγραφα που σε κάθε περίπτωση μέσω του θα πρέπει να επιδίδονται. Ούτε την μορφή και πως αυτά θα είναι διαμορφωμένα για να αποσταλούν για σκοπούς επίδοσης. Τα έγγραφα που πρέπει να διαβιβαστούν για επίδοση μέσω του Κανονισμού, συναρτώνται κάθε φορά με τη φύση και τις ανάγκες της κάθε περίπτωσης, ζήτημα ασφαλώς που αποφασίζεται με βάση τα ισχύοντα στο κάθε κράτος μέλος. Η αρμόδια αρχή διαβίβασης των εγγράφων, βεβαιώνεται απλά ότι τα έγγραφα που τις διαβιβάζονται, όποιες και να είναι αυτές οι «Δικαστικές Πράξεις» όπως χαρακτηριστικά αναφέρονται στον ως άνω κανονισμό, θα επιδοθούν με βάση τις πρόνοιες, τον τρόπο και την ασφάλεια που εξασφαλίζεται από τον σχετικό κανονισμό. Ο Κανονισμός αποτελεί ουσιαστικά το μέσο, το εργαλείο για να επιτευχθεί η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση των δικαστικών και εξώδικων πράξεων μεταξύ των κρατών μελών. Τα τυποποιημένα έντυπα που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, όπως υποδεικνύεται στο εδάφιο
(11)του προοιμίου του εν λόγω κανονισμού (βλ. επίσης άρθρο 4 εδ.
(3)και
(5)του Κανονισμού), που απαιτείται να συνοδεύουν αυτές τις δικαστικές ή εξώδικες πράξεις, χρησιμοποιούνται προς το σκοπό διευκόλυνσης αυτής της διαβίβασης, επίδοσης ή κοινοποίησης των δικαστικών ή εξώδικων πράξεων μεταξύ των κρατών μελών. Αναμφισβήτητα η χρησιμότητα ή μη της υποχρέωσης εξασφάλισης εκ των προτέρων άδειας για την επίδοση στο εξωτερικό, ως η Δ.6 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει, τουλάχιστον σε σχέση με δικαστικά έγγραφα που επιδίδονται σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε ίσως να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και σοβαρού προβληματισμού στα πλαίσια της προσέγγισης στην ιδέα του ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου. Γεγονός όμως παραμένει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία εξακολουθεί να απαιτεί σύμφωνα με τη Δ.6. θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (σε αντίθεση με ότι ισχύει, κάτω από προϋποθέσεις βέβαια, σήμερα στην Αγγλία). Με δεδομένο ότι η υποχρέωση εξασφάλιση άδειας ως η Δ.6 θ.1 προβλέπει, δεν φαίνεται να αφαιρεί οτιδήποτε από τις πρόνοιες και τις δυνατότητες που παρέχονται με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007, η συζήτηση από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας της χρησιμότητας ή μη της Δ.6 θ.1 θα απέληγε θεωρητική και μόνο. Άλλωστε η προβλεπόμενη από τη Δ.6 θ.1 άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, η οποία ειρήσθω εν παρόδω είναι ανεξάρτητη από την αναγκαιότητα που επιβάλλεται μέσω της Δ.6 θ.6 για επίδοση ειδοποίησης του κλητήριου και όχι του ίδιου του κλητήριου σε περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο θα επιδοθεί στο εξωτερικό δεν είναι Κύπριος πολίτης, δεν φαίνεται να έρχεται σε οποιαδήποτε σύγκρουση με τις πρόνοιες του σχετικού Κανονισμού, η χρησιμότητα του οποίου εστιάζεται στη διευκόλυνση της επίδοσης και στην εξασφάλιση της καλύτερης και ταχύτερης διαβίβασης μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων που είναι δυνατό να επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Στην υπό συζήτηση περίπτωση αποτελεί κοινή συνισταμένη ότι οι αιτητές στην κυρίως αίτηση ουδέποτε ζήτησαν άδεια για επίδοση της αίτησης τους στο εξωτερικό. Συνακόλουθα των πιο πάνω, η αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης της κυρίως αίτησης στους καθ' ων η αίτηση δεν μπορεί παρά να έχει επιτυχή κατάληξη. Η επίδοση της κυρίως αίτησης στην καθ' ης η αίτηση εταιρεία Alfred C. Toepfer International GmbH, Germany παραμερίζεται. Με δεδομένη την μερική επιτυχία της αίτησης, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, σελ. 421, παρ. 795-796) τα έξοδα της υπό συζήτηση αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των Αιτητών και σε βάρος της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο μειωμένα όμως κατά το ½. (Υπ.) ........ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.