Αναφορικά με την αίτηση για έκδοση του DMITRY KOTLYARENKO, Αρ. Αίτησης: 1/2009, 8 Ιουλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1/2009 Αναφορικά με τον περί Εκδόσεως Φυγόδικων Νόμο, Ν.97/70 και Αναφορικά με την αίτηση για έκδοση του DMITRY KOTLYARENKO από την Ουκρανία Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2010 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ε. Λοϊζίδου Για τον Καθ΄ού η Αίτηση: κ. Σ. Πίττας του δικηγορικού γραφείου Σωτήρης Πίττας & Σία ΔΕΠΕ και κα Β. Αδαμίδου του δικηγορικού γραφείου Νίκος Αναστασιάδης & Συνέταιροι. Καθ΄ού η Αίτηση παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αρμόδιες Αρχές της Κύπρου πληροφορήθηκαν με μήνυμα της Ιντερπόλ Μόσχας στις 24.03.2009 ότι ο Καθ΄ού η αίτηση κατεζητείτο από τις Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ο λόγος ήταν η εκκρεμούσα ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε στη Ρωσία, σύμφωνα με την οποία φερόταν ότι είχε διαπράξει το αδίκημα της απάτης σε σύμπραξη με άλλα πρόσωπα το οποίο προβλέπεται από το Άρθρο 159 παρ. 4 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα και το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια. Έτσι το όνομα του Καθ΄ού η αίτηση ανεγράφη στον κατάλογο των καταζητούμενων προσώπων (Stop List) και όταν αυτός αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας, προερχόμενος από το Παρίσι, το βράδυ της 29ης 03.2009 και περί ώρα 20:45 μετά από έλεγχο των στοιχείων του ανακόπηκε και περιορίστηκε μέχρι που εξασφαλίστηκε από Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας προσωρινό ένταλμα σύλληψης το οποίο εκτελέστηκε ξημερώματα της 30ης 03.2009 περί ώρα 01:
- Οι συνθήκες του πιο πάνω περιορισμού του και κατά πόσο ήταν εντός των νομίμων πλαισίων ή όχι θα σχολιαστούν σε άλλο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου εφόσον το ζήτημα αυτό ανακινήθηκε ξανά στο τελικό στάδιο της εισήγησης των ευπαίδευτων συνηγόρων του, ότι δηλαδή οι συνθήκες περιορισμού του στο χώρο του αεροδρομίου συνιστούσαν παράνομη σύλληψη κατά τρόπο που έχει μολύνει την υπόλοιπη πορεία της υπόθεσης. Καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα η παρούσα αίτηση για την έκδοση του στη Ρωσία σύμφωνα με τον περί Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικός Νόμος) του 1970 (Ν. 95/70)(η Σύμβαση) και τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970 (Ν. 97/70) και παρουσιάστηκε ενώπιον του αρμοδίου Επαρχιακού Δικαστηρίου για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του. Αρχικά είχε εκδοθεί διάταγμα κράτησης του και δόθηκε η αναγκαία προθεσμία για να σταλούν τα επίσημα έγγραφα που αφορούν την έκδοση του Καθ΄ού η αίτηση από τις Ρωσικές Αρχές και να εκδοθεί η προβλεπόμενη από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (ο Υπουργός) εξουσιοδότηση, η κατάθεση της οποίας ενώπιον του Δικαστηρίου θα σηματοδοτούσε και την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης. Στη συνέχεια της διαδικασίας διατάχθηκε η απόλυση του υπό όρους εξασφάλισης της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι που η Κυπριακή Δημοκρατία να μπορέσει να εκπληρώσει τις διεθνείς της υποχρεώσεις, όρους τους οποίους ο Καθ΄ού η αίτηση εκπλήρωσε κατά γράμμα καθ΄όλη τη μακρά διάρκεια της παρούσας διαδικασίας. Οι Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας μέσω της διπλωματικής οδού σύμφωνα με τη Σύμβαση όπως φάνηκε από τη μαρτυρία (Τεκμήρια 5, 8, 9 και 9(α) και την προφορική μαρτυρία που παρουσίασε η αιτήτρια χώρα πράγματι διαβίβασαν στις 23.04.2009 μέσω της Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας γραπτό αίτημα με ημερομηνία 17.04.2009 με σκοπό να προωθηθεί προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Τα πρωτότυπα εκείνα έγγραφα όπως φάνηκε από τη μαρτυρία απωλέσθηκαν στο Υπουργείο Εξωτερικών χωρίς ποτέ έκτοτε να βρεθούν και προς τούτο είχε διαταχθεί διοικητική έρευνα (βλ. σχετική αλληλογραφία Τεκμήρια 14 και 15). Έτσι στις 30.04.2009 και πάλι μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας διαβιβάστηκαν αυθημερόν προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης Ρηματική Διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας με επισυνημμένα όλα τα αναγκαία κατά τη Σύμβαση έγγραφα τα οποία παρουσιάζονται ως πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων εγγράφων (Τεκμήριο 6), γεγονός που αμφισβητήθηκε από πλευράς του Καθ΄ού η αίτηση. Αυτά τα έγγραφα είναι που έλαβε υπόψη του ο Υπουργός για να παράσχει την αναγκαία εξουσιοδότηση του. Τα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Υπουργού υποβλήθηκαν στη γλώσσα του αιτούντος κράτους μεταφρασμένα στην αγγλική που είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης ( Άρθρο 23 της Σύμβασης). Στις 4.05.2009 υπογράφτηκε η εξουσιοδότηση από τον Υπουργό η οποία με την κατάθεση της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου στις 5.05.2009 (Τεκμήριο 7) σηματοδότησε και την έναρξη κατ΄ουσία και της παρούσας διαδικασίας έκδοσης του Καθ΄ού η αίτηση στις Ρωσικές Αρχές. Καταγράφω αυτολεξεί τα όσα αναγράφονται στην εν λόγω εξουσιοδότηση όπου επιχειρήθηκε μια σύνοψη των γεγονότων από τα οποία προκύπτουν τα κατ΄ ισχυρισμό ποινικά αδικήματα στα οποία φέρεται ότι ενέχεται ο Καθ΄ού η αίτηση για τα οποία έχει καταχωρηθεί κατηγορητήριο και για τα οποία επιζητείται η έκδοση του: ¨Ο Καθ΄ού η αίτηση μεταξύ των ετών 2005-2008, στη Ρωσική Ομοσπονδία, κατέχοντας τη θέση του Γενικού Διευθυντή της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την ονομασία Russian Investment Group (RIG LTD), συνωμότησε με τους D.A.Demidov, Γενικό Διευθυντή της Εταιρείας (IKMO) (Open Joint Stock Company Moscow Region Mortgage Corporation), την L.I. Bezdel, Γενική Διευθύντρια της Εταιρείας ¨IFK RIGroup - Finance C JSC και τον A.A. Vasilyev δικηγόρο της Εταιρείας RIG Ltd, με σκοπό την υπεξαίρεση κεφαλαίων από την Εταιρεία (ΙΚΜΟ). Η εν λόγω εταιρεία είχε αποκτήσει τα συγκεκριμένα κεφάλαια με τη σύναψη συμφωνιών δανεισμού, με την Εταιρεία Open Joint - Stock Company Moscow Region Mortgage Agency (MOIA). Τα κεφάλαια αυτά προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για την εφαρμογή του Κυβερνητικού Προγράμματος της περιφέρειας της Μόσχας για το 2005-2010 και το οποίο αφορούσε στην ανάπτυξη συστήματος απόκτησης κατοικιών με τη μέθοδο του ενυπόθηκου δανεισμού. Με σκοπό την επίτευξη των παράνομων στόχων τους, ο D.A. Demidov συνήψε συμφωνία με την L.I.Bezdel, την οποία είχαν ετοιμάσει οι A.A. Vasilyev και D.F. Kotliarenko, για την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονταν με την μεταφορά στην εταιρεία (ΙΚΜΟ) του συνολικού κεφαλαίου της Εταιρείας Laren Ltd. Η εν λόγω εταιρεία είχε την ευθύνη για την ανέγερση συγκροτήματος κατοικιών σε συγκεκριμένη διεύθυνση στην πόλη Klin της περιφέρειας Μόσχας. Ταυτόχρονα η L.I.Bezdel ανέλαβε την ευθύνη σύναψης συμφωνιών ενοικίασης τεμαχίων γης για την εταιρεία Laren Ltd, τα οποία ήταν αναγκαία για την κατασκευή του υπό αναφορά συγκροτήματος κατοικιών. Τον έλεγχο των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων είχαν οι D.F.Kotliarenko και Α.Α. Vasilyev. Στις 28.06.2008 ο D.A. Demidov μετέφερε το ποσό των 1.070,355.000 Ρουβλιών (το οποίο αντιστοιχεί στα 24 εκ. Ευρώ περίπου) στην εταιρεία IFK RIGroup Finance CJSC, η οποία παρέλειψε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Το ποσό αυτό μετατράπηκε στη συνέχεια σε δολάρια Η.Π.Α. και μεταφέρθηκαν από την Γενική Διευθύντρια της Εταιρείας L.I.Bezdel στην Κυπριακή Εταιρεία NOVA PROVA ENGINEERING LTD η οποία λειτουργούσε κάτω από τον έλεγχο των Kotliarenko και Vasilyev. Οι συνωμότες διέπραξαν τα αδικήματα ενεργώντας ως ακολούθως:
- Η ιδιοκτησία της Laren Ltd, δηλαδή η RIGROUP LTD, της οποίας Γενικός Διευθυντής ήταν ο Kotliarenko, αντικαταστάθηκε από την NOVA PROVA ENGINEERING LTD.
- Συνομολογήθηκε Συμφωνία (Agency Agreement) σύμφωνα με την οποία η IFK RIGroup Finance CJSC, θα αγόραζε την Laren Ltd για την ΙΚΜΟ για το ποσό των 1.070,355.000 Ρουβλιών.
- Για τους σκοπούς της εκτέλεσης της πιο πάνω Συμφωνίας η IKMO μετέφερε το πιο πάνω ποσό στην IFK RIGroup Finance CJSC, για την απόκτηση της Laren Ltd.
- H IFK RIG CJSC, μετέφερε το πιο πάνω ποσό σε Δολάρια ΗΠΑ στη NOVA PROVA ENGINEERING LTD.
- Η ιδιοκτησία της Laren Ltd, ουδέποτε μεταβιβάστηκε στην ΙΚΜΟ καθότι οι πιο πάνω ενέργειες των μελών της παράνομης ομάδας στόχευαν στην υπεξαίρεση του πιο πάνω ποσού.
- Η αξία της Laren Ltd, εν πάση περιπτώσει, λόγω μη κατάθεσης της Επενδυτικής Συμφωνίας για την κατασκευή κατοικιών στην Αρμόδια Αρχή, ήταν 10.000 Ρούβλια και όχι 1.070,355,000, δηλαδή 300 Δολάρια Η.Π.Α. και όχι 24 Εκατομμύρια Ευρώ που ήταν και το ποσό που απέσπασε από την ΙΚΜΟ η παράνομη ομάδα με την πιο πάνω απάτη. Ως αποτέλεσμα των ενεργειών της παράνομης ομάδας, η Εταιρεία (ΙΚΜΟ), δεν είχε δυνατότητα αποπληρωμής του δανείου που εξασφάλισε από την Εταιρεία (ΜΟΙΑ), της οποίας αποκλειστικός μέτοχος ήταν η Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Μόσχας και κατά τον τρόπο αυτό, τα εν λόγω πρόσωπα υπεξαίρεσαν το ποσό των 1.070,355,000 Ρούβλια και προκάλεσαν αντίστοιχη ζημιά στο κράτος¨. Ο Καθ΄ού η αίτηση είναι αμερικανός υπήκοος ο οποίος γεννήθηκε στην Ουκρανία στις 5.04.1980 και είναι κάτοχος διαβατηρίου των Η.Π.Α. Η ταυτότητα του Καθ΄ού η αίτηση δεν αμφισβητήθηκε ούτε και το γεγονός ότι είναι το πρόσωπο το οποίο αναζητούν οι αρχές της Ρωσίας το επίθετο του δε χρησιμοποιείται αναγραφόμενο ως Kotlyarenko ή ως Kotliarenko. Εναντίον του Καθ΄ού η αίτηση εκδόθηκε στις 22.01.2009 από τον Δικαστή Yu.S. Modyakov του Δικαστηρίου της πόλης ODINJSOVSKY της περιοχής της Μόσχας δικαστικό ένταλμα σύλληψης για την ποινική υπόθεση αρ.
- Σύμφωνα με τη γνωστοποίηση του Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης με ημερομηνία 26.11.2001 (Τεκμήρια 13 και 26) προκύπτει ότι τόσο η Κύπρος όσο και η Ρωσία, η τελευταία από τις 9.03.2000, είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση που υπογράφτηκε στο Παρίσι στις 13.12.
- Σε σχέση με τη πιο πάνω Σύμβαση και τα Πρωτόκολλα της υπάρχουν επιφυλάξεις/ δηλώσεις/ ενστάσεις από μέρους της Ρωσικής Ομοσπονδίας οι οποίες αναφέρονται στα Παραρτήματα 1 και 2 του Τεκμηρίου
- Από πλευράς της υπεράσπισης του Καθ΄ού η αίτηση υποβλήθηκαν τα ακόλουθα βασικά σημεία τα οποία στην συνέχεια αναλύθηκαν με επιμέλεια και σε έκταση με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες κατά την τελική αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων του Καθ΄ού η αίτηση και με τελική εισήγηση τους ότι το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί:
- Η εξουσιοδότηση έναρξης της διαδικασίας του Υπουργού Δικαιοσύνης (Τεκ.7) εκδόθηκε καθ΄υπέρβαση εξουσίας και/ή κατά παράβαση του Άρθρου 7 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου (Ν. 97/70)όπως αυτός έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 97/90 ή κατά παράβαση του Άρθρου 12
(2)της Σύμβασης ήτοι δεν ετέθη ενώπιον του Υπουργού πρωτότυπο ή πιστό αντίγραφο του Εντάλματος Σύλληψης του Καθ΄ού η αίτηση κατά παράβαση του Άρθρου 12
(2)(α) της Σύμβασης. 2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει επιτακτικά το Άρθρο 12
(2)της Σύμβασης και ειδικότερα: α. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ένταλμα σύλληψης του Καθ΄ού η αίτηση που συνάδει με τις επιτακτικές πρόνοιες της υποπαραγράφου (β) του άρθρου αυτού, (β) δεν υπάρχει καθόλου και/ή επαρκής και/ή πλήρης Έκθεση Γεγονότων εκ της οποίας να εμφαίνεται και/ή να ικανοποιείται η ύπαρξη του κανόνα της διπλής και/ ή αμφίπλευρης εγκληματικότητας (double criminality) που ορίζεται στο άρθρο 2 της Σύμβασης. Με βάση τον εν λόγω κανόνα η έκδοση φυγόδικου διενεργείται για πράξεις κολάσιμες από τον Νόμο του αιτούντος μέρους και του μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση.
- Οι μεταφράσεις των συνοδευτικών εγγράφων της αίτησης για έκδοση του Καθ'ού η αίτηση δεν είναι ικανοποιητικές και/ή δεν παρέχουν ασφαλές υπόβαθρο για να βασισθεί το Δικαστήριο για να εξετάσει το αίτημα της αιτούσας χώρας.
- Η εξουσιοδότηση εξεδόθη καθ΄υπέρβαση εξουσίας και/ή κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου 97/70 γιατί ο Υπουργός δεν είχε λάβει γνώση του περιεχομένου των εγγράφων που υποστηρίζουν την αίτηση. Διαμετρικά αντίθετες ήταν οι απόψεις της ευπαίδευτης συνηγόρου που εκπροσώπησε την αιτήτρια χώρα η οποία σχολιάζοντας και απορρίπτοντας μία προς μια όλες τις εισηγήσεις της πλευράς του Καθ΄ου η αίτηση υποστηρίζοντας ότι αυτές δεν έχουν ούτε πραγματικό ούτε και νομικό έρεισμα. Υποστήριξε περαιτέρω τις δικές της θέσεις στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας, στις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας και στην ισχύουσα νομολογία και αυθεντίες, εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις στο πρόσωπο του Καθ΄ού η αίτηση και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τις αιτιάσεις που πρόβαλε και να προχωρήσει με διάταγμα έκδοσης του. Σε λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης όπως και στις παρατηρήσεις τους επί της μαρτυρίας που δόθηκε, θα αναφερθώ στη συνέχεια της απόφασης μου όπου θα εξετάσω τις θέσεις και εισηγήσεις της κάθε πλευράς οι οποίες θα έχουν σημασία για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου και την τελική μου κατάληξη. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νομοθεσία έχει σκοπό να εμποδίσει φυγόδικο, ο οποίος διέπραξε αδίκημα σε μια χώρα, να βρει άσυλο σε άλλη στην οποία καταφεύγει, και έτσι να αποφύγει τη δίκη και την τιμωρία. Βασίζεται πάνω στις απλές αρχές της δικαιοσύνης. Η νομοθεσία αυτή είναι υψίστης σπουδαιότητας για τη δημόσια απονομή της δικαιοσύνης και την εσωτερική ασφάλεια των διαφόρων χωρών (βλ. Benwell v. Attorney General
(1986)LRC 2 (Const) 246 στη σελ. 254 και Altieri (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 576,580,581). Ο τρόπος ερμηνείας διεθνών συμβάσεων αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών κυπριακών και ξένων αποφάσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία, σε κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών (βλ. Athanasiadis v. The Government of Greece,
(1969)3 All E.R. 293). Η διαδικασία εκδόσεως βασίζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις που προκύπτουν από αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ διαφόρων χωρών, υποχρεώσεων που συνεπάγονται πλήρη ευθύνη και δέσμευση από την κάθε συμβαλλόμενη χώρα (βλ. In Re Vaskevich,
(1992)1 (A) Α.Α.Δ. 136). Συμβάσεις για την έκδοση φυγοδίκων δεν υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες ερμηνείας του ημεδαπού δικαίου αλλά επιβάλλεται η φιλελεύθερη ερμηνεία τους για ευόδωση του στόχου στον οποίο αποβλέπουν και που είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα (βλ. In Re Hachem,
(1991)1 A.A.Δ. 723 και Government of Belgium v. Postlethwaite,
(1987)2 All E.R. 985 (H.L.). Διεθνείς συνθήκες, καθώς και διμερείς συμβάσεις ή διευθετήσεις για την έκδοση φυγοδίκων, αποσκοπούν στον παραμερισμό των συνόρων ως φραγμού στη δίωξη του σοβαρού εγκλήματος που αποτελεί κοινή επιδίωξη των εθνών (βλ. Hachem (πιο πάνω). Η παρούσα διαδικασία έκδοσης φυγόδικου συνιστά πολιτική δικαιοδοσία δεν εξομοιώνεται όμως με αστική αγωγή. Η διαδικασία ρυθμίζεται από τον περί Εκδόσεως Φυγoδίκων Νόμο 97/70 και ιδιαίτερα από το Μέρος ΙΙΙ. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά από τον κ. Πική, Π. στην απόφαση Μελάς v. Αρχηγού Αστυνομίας κ.ά.,
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. σελ. 2261, στις σελ. 2266-2267: ¨Πρόκειται για ειδική διαδικασία προσαρμοσμένη στη φύση του αντικειμένου αίτησης για την έκδοση φυγόδικου. Κύριος σκοπός της είναι η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση του.¨ Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αιτήσεως, όπως η παρούσα, έχει τις ίδιες εξουσίες όπως ο δικαστής που διεξάγει προανάκριση, ενώ η δίκη διεξάγεται, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, όπως η δίκη συνοπτικού αδικήματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 136). Στην απόφαση Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών v. Golov,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. σελ.1109 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Στην υπόθεση In re Hachem,
(1991)1 Α.Α.Δ. 723 αποφασίστηκε ότι η μαρτυρία για έκδοση φυγόδικου εξετάζεται με αναφορά στα αδικήματα που προσδιορίζονται στην εξουσιοδότηση, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν στα τυπικά τους στοιχεία με εκείνα που αναγράφονται στο ένταλμα σύλληψης. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση Jennings v. United States,
(1982)2 All E.R. 104 (HL), που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Hachem, καθοριστικό για την έκδοση φυγόδικου είναι το δίκαιο της χώρας από την οποία επιζητείται η έκδοση του, σε συσχετισμό με τα αδικήματα που στοιχειοθετεί η μαρτυρία.¨ Στην απόφαση Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών,
(1992)1 Α.Α.Δ. 191 με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στις σελ. 197 και 198, επιβεβαίωσε την αρχή ότι το κριτήριο κατά την απόφαση έκδοσης φυγόδικου δεν είναι το κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου, αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτής. Η έρευνα της μαρτυρίας συγκεντρώνεται στα αδικήματα για τα οποία παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση. Στην ίδια απόφαση γίνεται ανεπιφύλακτα δεκτή η θέση ότι ο χαρακτηρισμός αδικημάτων στο αλλοδαπό ένταλμα δεν έχει καθοριστική σημασία αρκεί όμως το αδίκημα για το οποίο αξιώνεται η έκδοση να αναγνωρίζεται ως ουσιαστικά παρόμοιο και στις δύο χώρες. Ο Ν.97/70όπως αυτός τροποποιήθηκε από το Νόμο 97/90 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία έκδοσης φυγοδίκων ενώ ο Ν. 95/70καθορίζει τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων μεταξύ των χωρών που προσχώρησαν και υπέγραψαν την Σύμβαση. Σύμφωνα με τον Ν. 97/70 και όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Ν. 97/90τα απαιτούμενα στοιχεία για την έκδοση φυγόδικου είναι τα ακόλουθα: Α. Ο φυγόδικος πρέπει να διώκεται ή να καταδικάσθηκε για αδίκημα για το οποίο δύναται να χωρήσει έκδοση εντός της δικαιοδοσίας του ξένου κράτους που αιτείται την έκδοση (Άρθρο 3 του Ν. 97/70). Β. Να έχει συναφθεί σύμβαση προς τούτο μεταξύ αιτούντος και αιτούμενου κράτους (Άρθρο 5
(1). Γ. Το αδίκημα να προνοείται στη Συνθήκη Έκδοσης ( Άρθρο 5
(1)(α). Δ. Να προβλέπεται για το αδίκημα ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός
(1)έτους (Άρθρο 5
(1)(β). Ε. Η πράξη ή παράλειψη ή ισοδύναμη πράξη ή παράλειψη που συνιστά το αδίκημα αποτελεί αδίκημα σύμφωνα με τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας (Άρθρο 5
(1)(γ). Στ. Η αίτηση έκδοσης να συνοδεύεται, σε περίπτωση: (α) που διώκεται, από ένταλμα σύλληψης του φυγόδικου που εκδόθηκε από τη χώρα που αιτείται την έκδοση του φυγόδικου, (β) σε περίπτωση που καταζητείται για έκτιση επιβληθείσας σ΄αυτόν ποινής υπό του πρωτοκόλλου της καταδικαστικής απόφασης και της επιβληθείσας σ΄αυτόν ποινής καθώς και έκθεσης που να φαίνεται εάν έκτισε κάποιο χρονικό διάστημα της ποινής του, στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο του φυγόδικου, έκθεση γεγονότων και της νομοθεσίας βάσει των οποίων διώκεται και αποδεικτικά στοιχεία που να επαρκούν για την έκδοση εντάλματος σύλληψης του φυγόδικου δυνάμει του άρθρου 8. (Ζ) Η αίτηση να υποβληθεί διά της διπλωματικής οδού (Άρθρο 7
(1). (Η) Η ύπαρξη εξουσιοδότησης για την έναρξη διαδικασίας έκδοσης φυγόδικου υπό την εντολή του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (Άρθρο 7
(1). (Θ) Ότι τα αποδεικτικά στοιχεία, σε περίπτωση προσώπου που διώκεται για διάπραξη αδικήματος, που έχουν προσαχθεί είναι επαρκή ώστε να δικαιολογούν την παραπομπή του φυγόδικου σε δίκη εάν τούτο διαπράττετο εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. (Ι) Τα αποδεικτικά στοιχεία θα είναι υπό μορφή και τύπο που ορίζεται στο άρθρο 13
(1)(α)(β)(γ)
(2)(α)(β)(γ) και 4 δηλαδή δεόντως και κεκυρωμένα έγγραφα ή πιστά αντίγραφα υπό προβλεπόμενου οργάνου ή έστω και αν δεν είναι κυρωμένα έγγραφα ή πιστά αντίγραφα είναι παραδεκτά εφόσον είναι παραδεκτά ως αποδεικτικά στοιχεία. Το Άρθρο 9
(5)(α) του Ν.97/70 προνοεί ότι για την έκδοση του Καθ΄ού η αίτηση το δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι: ¨...τα προσαχθέντα ενώπιον αυτού αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή ώστε να δικαιολογώσι την παραπομπήν αυτού εις δίκην διά το εν λόγω αδίκημα εφ΄όσον τούτο διεπράττετο εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου¨. ¨Δικαστήριο¨ είναι το Κυπριακό Δικαστήριο. Βάσει του Νόμου και της σχετικής νομολογίας τα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να είναι αποδεκτά ως μαρτυρία με βάση την Κυπριακή Νομοθεσία. Ο περί Εκδόσεως Φυγοδίκων (Τροποποιητικός) Νόμος 97/90 προνοεί ότι το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό για σκοπούς έκδοσης σε χώρες που ισχύει η Σύμβαση είναι αυτό που προβλέπεται από τη Σύμβαση. Απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό σύμφωνα με το Νόμο 97/70 είναι η έκθεση γεγονότων από το αιτούν κράτος για χώρες που υπογράφουν την Σύμβαση ( βλ. In re El - Bustani,
(1991)1 A.A.Δ. 736). Δεν απαιτείται η επισύναψη στην αίτηση μαρτυρίας για την ενοχή του Καθ΄ού η αίτηση, αρκεί η δημιουργία πιθανού τεκμηρίου ενοχής του Άρθρου 94 του Κεφ. 155. Αρκεί δηλαδή να διαπιστωθεί από αντικειμενική θεώρηση η ύπαρξη επαρκούς μαρτυρίας για σκοπούς έκδοσης (βλ. In re Rashid
(1985)1 C.L.R. 393). Με συνακόλουθο την έκδοση διαταγής εφόσον η μαρτυρία δημιουργεί πιθανό τεκμήριο ενοχής (βλ. In re Manfred Mutke
(1982)1 C.L.R. 992 και In re Jean Gabriel Hayek
(1983)1 C.L.R. 266). Στην υπόθεση Charles Altieri v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών,
(1993)1 Α.Α.Δ. 576,586 υπογραμμίζεται ότι η παράγραφος (α) του εδαφίου
(5)του Άρθρου 9 του Ν. 97/70 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση έκδοσης δυνάμει της Σύμβασης. Τα δικαιολογητικά στοιχεία που απαιτεί το Άρθρο 12 της Σύμβασης είναι ικανοποιητικά (Άρθρο 9
(5)και 13
(3)του Νόμου). Αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση φυγόδικου είναι η ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας ώστε αν το αδίκημα είχε διαπραχθεί στη Κύπρο, να δικαιολογούσε την παραπομπή του φυγόδικου σε δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 94 του Κεφ 155. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου: ¨Όταν υπάρχει σύγκρουση αποδείξεων, ο Δικαστής πρέπει να θεωρεί την απόδειξη ως επαρκή για παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη αν η απόδειξη εναντίον του είναι τέτοια ώστε, αν παρέμενε αδιάψευστη, θα δημιουργούσε πιθανόν Τεκμήριο ενοχής αυτού.¨ (βλ. In re El - Bustani, (πιο πάνω) και In re Rashid, (πιο πάνω), Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών,
(1992)1 A.A.Δ. 191 και Jean Gabriel Hayek
(1983)1 A C.L.R. 266). Σε σχέση με το επίπεδο και την ποιότητα της μαρτυρίας που χρειάζεται είναι σαφές ότι λαμβάνεται υπόψη μόνο παραδεκτή μαρτυρία κατά το δίκαιο της απόδειξης του κράτους που καλείται να προβεί στην έκδοση. Σκοπός είναι να κριθεί η επάρκεια της μαρτυρίας κάτω από το Άρθρο 94 του Κεφ.
- Θεώρηση της μαρτυρίας γίνεται από το περιεχόμενο των εγγράφων που συνιστούν το αίτημα και η κατάληξη σε συμπέρασμα γίνεται υπό το φως και της μαρτυρίας που τυχόν παρουσιάζεται και με βάσει την οποία εξετάζεται αν το αίτημα είναι γνήσιο και έχει ικανοποιηθεί στον απαιτούμενο βαθμό η ένδειξη της διάπραξης των αδικημάτων ή η συμμετοχή σ΄αυτά εκ μέρους του Καθ΄ού η αίτηση. Το Δικαστήριο δεν αξιολογεί σε βάθος τη μαρτυρία, ούτε και προβαίνει σε ευρήματα, απλώς μπορεί να τη σχολιάσει καθώς δεν είναι ρόλος του να αποφασίσει την ενοχή ή την αθωότητα του εκζητουμένου (βλ. Αίτηση Habeas Corpus του Serge Efimov ημερ. 8.04.
- Οι προϋποθέσεις έκδοσης σύμφωνα με το Άρθρο 12 της Σύμβασης είναι οι πιο κάτω:
(1)Η αίτηση για έκδοση υποβάλλεται εγγράφως μέσω της διπλωματικής οδού (Άρθρο 12
(1).
(2)Η αίτηση υποστηρίζεται από το πρωτόκολλο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής καταδικαστικής απόφασης, είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, έχουσα την ίδια ισχύ η οποία εκδίδεται κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος Μέρους (Άρθρο 12
(2)(α).
(3)Υποστηρίζεται από: (α) έκθεση των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, (β) καθορίζεται ο τόπος, (γ) ο χρόνος της πράξης και (δ) ο νομικός χαρακτηρισμός της, (ε) γίνεται παραπομπή στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή οι οποίες να είναι όσο το δυνατό ακριβείς (Άρθρο 12
(2)(β).
(4)Υποστηρίζεται από: (α) αντίγραφο του νόμου ή αν δεν είναι εφικτό τούτο δήλωση για το νόμο που εφαρμόζεται, (β) ο κατά το δυνατό πιο ακριβής χαρακτηρισμός του εκζητούμενου και κάθε άλλη πληροφορία δυνάμενη να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα του (Άρθρο 12
(2)(γ).
(5)Όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται από το αιτούν κράτος είναι είτε στη γλώσσα του αιτούντος κράτους είτε στη γλώσσα του αιτούμενου κράτους αλλά το τελευταίο κράτος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει μετάφραση στη γλώσσα του (Άρθρο 23).
(6)Ότι τα αδικήματα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός
(1)έτους ή με αυστηρότερη ποινή (Άρθρο 2).
(7)Ότι η συνθήκη δεν τερματίστηκε. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση και αυτό καταδεικνύει και το Τεκμήριο 27 ότι η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ε.Σ.Σ.Δ. που είχε υπογραφεί στις 19.01.1984 για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου η οποία κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Νόμο 172/1986 ισχύει σε σχέση με τη Ρωσική Ομοσπονδία ως διάδοχο κράτος, σύμφωνα με σχετικό Πρωτόκολλο που υπογράφτηκε στις 11.10.
- Στο Άρθρο 42 Παρ. 2 του νόμου αυτού διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: ¨Η αίτηση για έκδοση με σκοπό την ποινική δίωξη θα πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιημένο αντίγραφο του εντάλματος για σύλληψη μαζί με περιγραφή των πράξεων οι οποίες στοιχειοθετούν το αδίκημα¨. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Θα αναφερθώ στη συνέχεια πολύ συνοπτικά σε βασικά σημεία της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από τις δύο πλευρές. Η πλευρά της αιτήτριας προς υποστήριξη της αίτησης της κάλεσε έξι μάρτυρες (ΜΑ). Για την πλευρά του Καθ΄ού η αίτηση κατάθεσε ο ίδιος και κάλεσε και μια μάρτυρα (ΜΥ). Η κα Έλλη Μορφάκη, Ανώτερη Διοικητική Λειτουργός που υπηρετεί στη Μονάδα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας της οποίας και προΐσταται, ήταν αυτή που χειρίστηκε εκ μέρους του Υπουργείου το αίτημα και προς τούτο βρισκόταν μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της σε συνεχή επικοινωνία με τις Ρωσικές Αρχές με σκοπό την προώθηση του ενόψει μάλιστα της απώλειας των πρωτότυπων εγγράφων τα οποία είχαν διαβιβαστεί στο Υπουργείο Εξωτερικών της Δημοκρατίας όπου είχαν παραδοθεί από πρόξενο της πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας τον (ΜΑ3). Τελικά εξασφαλίστηκε νέα δέσμη εγγράφων η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Αυτά ήταν και τα έγγραφα που είχαν τεθεί ενώπιον του Υπουργού προς εξασφάλιση της εξουσιοδότησης του. Σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας της κατάθεσε νέα δέσμη εγγράφων ως Τεκμήριο 10 την οποία απέστειλαν οι Ρωσικές Αρχές, τα οποία επίσης παρουσιάζονται ως πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων εγγράφων. Η μάρτυρας κατά τη μακρά εξέταση και αντεξέταση της πέραν των ενεργειών της σε σχέση με την προώθηση της αίτησης ρωτήθηκε επίσης και για την άποψη της σε σχέση με τα θέματα που άπτονται των υπογραφών και των σφραγίδων που φέρουν τα έγγραφα των πιο πάνω Τεκμηρίων όπως και για τα γεγονότα που συνδέουν τον Καθ΄ού η αίτηση με τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται στη Ρωσία. Αναφέρθηκε ακόμα και στις γνώσεις της στην αγγλική γλώσσα ενώ παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει την ρωσική αλλά μπορούσε από κάποιες κοινές λέξεις, αριθμούς και ημερομηνίες να συμπεράνει ότι τα αρχικά έγγραφα που είναι συνταγμένα στην ρωσική γλώσσα έχουν μεταφραστεί στην αγγλική τα κείμενα των οποίων συνιστούν τη δέσμη εγγράφων του Τεκμηρίου
- Ο Αστυφύλακας 2343 του ΤΑΕ Λάρνακας κ. Γρ. Χ¨ Σέργης (ΜΑ2) ήταν ο αστυνομικός ο οποίος πληροφορήθηκε από συναδέλφους του που υπηρετούν στο τμήμα ελέγχου διαβατηρίων στο αεροδρόμιο Λάρνακας για τον εντοπισμό του Καθ΄ού η αίτηση στο αεροδρόμιο Λάρνακας το βράδυ της 29ης.03.2009 ο οποίος είχε αφιχθεί από το Παρίσι. Αμέσως σε συντονισμό με τη Νομική Υπηρεσία και συγκεκριμένα με την κα Λοϊζίδου η οποία εκπροσωπεί την αιτούσα χώρα στη παρούσα διαδικασία, συνέταξε την αίτηση και τον όρκο του που την υποστηρίζει για έκδοση προσωρινού εντάλματος συλλήψεως και αιτήθηκε την έκδοση του από Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εφόσον ο Καθ΄ού η αίτηση βρισκόταν στο αεροδρόμιο της Λάρνακας. Αφού εξασφάλισε την υπογραφή του, στη συνέχεια μετέβη στο αεροδρόμιο Λάρνακας όπου συνάντησε τον Καθ΄ού η αίτηση σε κάποια αίθουσα του αεροδρομίου και εκτέλεσε το Προσωρινό Ένταλμα Σύλληψης που είχε εξασφαλίσει, συλλαμβάνοντας τον και θέτοντας τον στη συνέχεια υπό κράτηση σε αστυνομικό κρατητήριο μέχρι που αργότερα την ίδια ημέρα τον παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Alexander Roschin (ΜΑ3) υπηρετεί ως πρόξενος στη πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας στη Κύπρο και ήταν αυτός που παρέδωσε τα πρωτότυπα έγγραφα που είχαν αποσταλεί από τις Ρωσικές αρχές στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας τα οποία στη συνέχεια απωλέσθηκαν. Ανέφερε ότι πριν τα παραδώσει τα είχε φωτοτυπήσει. Αναγνώρισε πρωτότυπη σφραγίδα που φαίνεται επί της μετάφρασης του εντάλματος σύλληψης το οποίο είναι μέρος της δέσμης εγγράφων του Τεκμηρίου 6 ως επίσημη σφραγίδα του Υπουργείου Εσωτερικών της περιοχής της Μόσχας, η δεύτερη ορθογώνια σφραγίδα επί του ιδίου εγγράφου επαληθεύει το πρωτότυπο της σφραγίδας. Σε ερώτηση γιατί τέθηκαν οι σφραγίδες του Υπουργείου Εσωτερικών, ανέφερε ότι όλα τα έγγραφα που αφορούν τη παρούσα υπό διερεύνηση υπόθεση προέρχονται από το εν λόγω Υπουργείο. Στη συνέχεια και όταν ρωτήθηκε με λεπτομέρειες να σχολιάσει τις σφραγίδες και υπογραφές πρωτότυπες και φωτοτυπημένες που φαίνονται στο ένταλμα σύλληψης του Τεκμηρίου 6 διευκρίνισε ότι η πρωτότυπη στρογγυλή σφραγίδα είναι της Γενικής Ανακριτικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών της περιοχής της Μόσχας αλλά δεν μπορούσε να αναγνωρίσει την μονογραφή που φαίνεται σ΄αυτό, υπάρχει επίσης η ορθογώνια σφραγίδα που πιστοποιεί το γνήσιο της υπογραφής και καθιστά το έγγραφο πιστόν αντίγραφο. Οι φωτοτυπημένες σφραγίδες επί του ιδίου εγγράφου του Τεκμηρίου 10 είναι του Δικαστηρίου της πόλης Odintsovsky και στην ορθογώνια σφραγίδα που πιστοποιούσε την γνησιότητα της σφραγίδας φαίνονται οι υπογραφές του Δικαστή και του Γραμματέα που το πιστοποίησαν. Αναγνώρισε επίσης ως πρωτότυπες σφραγίδες αυτές που φαίνονται στο Τεκμήριο 10 και τιτλοφορούνται ως Arrest Warrant στη μετάφραση που το συνοδεύει ότι είναι η σφραγίδα της Γενικής Εισαγγελίας. Τις πιο πάνω πιστοποιήσεις ανέφερε ότι τις έκαμε ο ανακριτής της υπόθεσης κάποιος Pozin. Βεβαίωσε ότι πριν παραδώσει τα πρωτότυπα έγγραφα στο Υπουργείο Εξωτερικών είχε προσέξει σε αυτά ότι υπήρχαν πρωτότυπες σφραγίδες και υπογραφές από τον Δικαστή που το είχε υπογράψει και τον Γραμματέα του Δικαστηρίου. Διεξήλθε όλες τις σελίδες του Τεκμηρίου 6 και εξήγησε ότι αυτές φέρουν πρωτότυπες σφραγίδες και υπογραφές που πιστοποιούν ότι είναι πιστόν αντίγραφο του πρωτότυπου και ότι οι σφραγίδες επί των μεταφράσεων προέρχονται από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Σε όλες δε τις σελίδες των εγγράφων που είναι στη Ρωσική γλώσσα υπάρχουν πρωτότυπες σφραγίδες του Υπουργείου Εσωτερικών και πιστοποιήσεις που καθιστούν τα έγγραφα πιστά αντίγραφα. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 22 τα φωτοαντίγραφα των αρχικών πρωτότυπων εγγράφων τα οποία είχε φωτοτυπήσει ο ίδιος. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 23 τη Ρηματική Διακοίνωση της Ρωσικής Πρεσβείας. Εξήγησε για ακόμα μια φορά ότι ισχύει η σφραγίδα του Υπουργείου Εσωτερικών για όλα τα έγγραφα που είναι γραμμένα στη ρωσική γλώσσα και όλα τα έγγραφα που είναι στην αγγλική φέρουν πρωτότυπη σφραγίδα της Γενικής Εισαγγελίας. Εξήγησε ακόμα ότι έγγραφα που προέρχονται από τη Ρωσική Ομοσπονδία μπορούν να πιστοποιηθούν από το Προξενείο και ο ίδιος μαζί με τους συνεργάτες του ασχολούνται με τέτοιες πιστοποιήσεις. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το γεγονός ότι οι σφραγίδες επί του Τεκμηρίου 22 το οποίο ανέφερε ότι είχε ο ίδιος φωτοτυπήσει από το πρωτότυπο δεν διακρίνονται οφείλεται σε τεχνικό πρόβλημα και απέρριψε υποβολή ότι πρόκειται για φωτοαντίγραφα από φωτοαντίγραφα. Ο κ. Γιούρι Μουράτωφ (ΜΑ4) υπηρετεί και αυτός ως τρίτος Γραμματέας στη πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας στη Κύπρο. Αναφέρθηκε στη προξενική συμφωνία που υπογράφτηκε και ισχύει μεταξύ της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφορά τα καθήκοντα των διπλωματών. Αυτή υπογράφτηκε από της εποχής της Σοβιετικής Ένωσης το 1978 αλλά ισχύει σήμερα και με τη διάδοχο χώρα τη Ρωσική Ομοσπονδία με βάσει το ισχύον Πρωτόκολλο που υπογράφτηκε μεταξύ των δύο Κρατών τον Οκτώβριο του
- Με βάση αυτή τη συμφωνία υπάλληλος του Προξενείου της Ρωσικής Ομοσπονδίας είναι αρμόδιος να πιστοποιεί έγγραφα ως πιστά αντίγραφα. Αναφέρθηκε στις πρόνοιες του Άρθρου 12 και τις προϋποθέσεις που αυτό καθορίζει σε σχέση με τα έγγραφα που υποβάλλονται για την έκδοση φυγόδικου και ανέφερε ότι είχε πειστεί όταν είχε ελέγξει τη δέσμη εγγράφων που είχαν έρθει από τη Ρωσία, πριν αυτά διαβιβαστούν στις κυπριακές αρχές, ότι ήταν εντάξει ως προς τις πιστοποιήσεις τους και μεταξύ αυτών και το ένταλμα σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του Καθ΄ού η αίτηση. Αυτά έφεραν πρωτότυπες σφραγίδες και ήταν υπογεγραμμένα από τα αρμόδια πρόσωπα. Προβαίνοντας αρμοδίως σε προξενική πράξη είχε πιστοποιήσει στις 28.04.2009 φωτοαντίγραφα των πρωτοτύπων εγγράφων τα οποία ο ίδιος είχε φωτοτυπήσει και τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Κατέθεσε βεβαίωση από τον υπεύθυνο του προξενικού τμήματος της Ρωσικής Πρεσβείας τον ΜΑ 3 που επιβεβαιώνει το νόμιμο της εν λόγω πιστοποίησης του ως Τεκμήριο
- Εξετάζοντας τις σφραγίδες που φέρει το ένταλμα σύλληψης στο φωτοτυπημένο αντίγραφο που κράτησε ο ίδιος μπορούσε να βεβαιώσει ότι επρόκειτο για πιστό αντίγραφο. Ο ίδιος δηλαδή είχε πιστοποιήσει ένα πιστό αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης. Συνέκρινε τις σφραγίδες που φέρουν τα εντάλματα σύλληψης των Τεκμηρίων 6,10 και 24 και τις σχολίασε. Αναγνώρισε ότι η φωτοτυπημένη στρογγυλή σφραγίδα επί του εντάλματος του Τεκμηρίου 10 είναι του Δικαστηρίου της πόλης Otintsovsky. Τα έγγραφα αυτά είχαν φτάσει μέσω της διπλωματικής οδού προερχόμενα από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης για τη διαδικασία που ακολουθείται για να καταστούν πιστά αντίγραφα έγγραφα που προέρχονται από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Σε ερώτηση κατά πόσο το ένταλμα σύλληψης του Τεκμηρίου 10 είναι κατάλληλα πιστοποιημένο, ανέφερε εν κατακλείδι ότι το κάθε Υπουργείο έχει τις δικές του οδηγίες και πιθανόν αυτές οι πιστοποιήσεις να έγιναν με βάσει τις δικές του οδηγίες. Κατά την αντεξέταση του επέμεινε ότι με βάσει την προξενική συμφωνία των δύο κρατών το ένταλμα σύλληψης της δέσμης του Τεκμηρίου 6 είναι πιστόν αντίγραφο του πρωτότυπου και πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις για την εγκυρότητα του. Ο κ. Μιχάλης Χ¨ Κύρου (ΜΑ 5) είναι ακόλουθος στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατάθεσε ως Τεκμήριο 26 την πιστοποίηση του Υπουργού Εξωτερικών για την κύρωση της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων της μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 27 αντίγραφο του Πρωτοκόλλου σε σχέση με την Προξενική Συμφωνία του 1978 μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της τότε Σοβιετικής Ένωσης την οποία διαδέχθηκε η Ρωσική Ομοσπονδία. Ο κ. Οζερόβ Αλεξέι του Ευγενίου (ΜΑ 6) εργάζεται στη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της Μόσχας η οποία υπάγεται κάτω από το Υπουργείο Εσωτερικών και είναι νομικός. Γνωρίζει για την υπόθεση αυτή από τον χειρισμό διαφόρων εγγράφων που την αφορούν. Ανέφερε ότι είχε δει το πρωτότυπο, αντίγραφο και πιστοποιημένο αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του Καθ΄ού η αίτηση, το οποίο ήταν ο ίδιος που είχε αιτηθεί τη έκδοση του. Υπάρχει, εξήγησε, ένα μόνο πρωτότυπο και αυτό ευρίσκεται στο Δικαστήριο το οποίο το εξέδωσε. Για τους ανακριτές και όσους άλλους ασχολούνται με αυτό το ζήτημα δίδεται το ένταλμα σε πιστοποιημένη μορφή σε φωτοτυπία η οποία πιστοποιείται. Επί της πιστοποιημένης φωτοτυπίας για την οποία φρόντισε η Γραμματέας του Δικαστηρίου υπήρχε υπογραφή του Δικαστή και η σφραγίδα του Δικαστηρίου και ήταν μέσα στα έγγραφα τα οποία είχαν σταλεί στη Κύπρο. Εξήγησε ότι το πρωτότυπο ένταλμα υπέγραψε ο Δικαστής Modyakov όταν όμως ζήτησε πιστόν αντίγραφο του, του δόθηκε φωτοτυπία την οποία πιστοποίησε άλλος Δικαστής του ίδιου Δικαστηρίου. Το έγγραφο αυτό με τη μετάφραση του στα αγγλικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι τα έγγραφα τα οποία φέρουν σφραγίδα του Υπουργείου Εσωτερικών είναι νομότυπα και γνήσια διότι: ¨Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ρωσίας, τα έγγραφα τα οποία πρέπει να πιστοποιούνται και να αποστέλλονται, να διαβιβάζονται στη χώρα όπου βρίσκεται το συγκεκριμένο πρόσωπο, πρέπει να φέρουν πάνω τους και σφραγίδες από το Υπουργείο Εσωτερικών¨. Εξήγησε στη συνέχεια πως καθορίζεται η εμπλοκή του Καθ΄ού η αίτηση στην όλη υπόθεση διαβάζοντας από το ένταλμα σύλληψης και από όπου προκύπτει ότι αυτός είχε τον έλεγχο της Nova Prova. Η εμπλοκή του Καθ΄ού η αίτηση στην υπόθεση και ο έλεγχος που έχει στη πιο πάνω εταιρεία προκύπτει και από την έκθεση των γεγονότων του Γενικού Εισαγγελέα. Εξήγησε περαιτέρω την σχέση του Καθ΄ού η αίτηση με τις εταιρείες Nova Prova και Laren και των άλλων εμπλεκομένων προσώπων που ήταν οι D.A. Demidov, A.A. Vasilyev και L.I. Besdel, όπως αυτή προκύπτει μέσα από τα κείμενα των εκθέσεων των γεγονότων και του εντάλματος συλλήψεως από όπου προκύπτει και η μεταφορά των χρημάτων μέσω τράπεζας στη Κύπρο στο όνομα της Nova Prova Engineering Ltd. Ανέφερε στη συνέχεια ότι οι πιο πάνω συνεργάτες του Καθ΄ού η αίτηση έχουν κατηγορηθεί και συλληφθεί στη Ρωσία ενώ ο Α.Α. Vasilyev στη συνέχεια κατάφερε να διαφύγει και όταν έδιδε μαρτυρία στις 13.11.2009 ακόμα εκαταζητείτο. Ο μάρτυρας αυτός δεν έχει αντεξετασθεί από τους συνήγορους του Καθ΄ού η αίτηση θεωρώντας, όπως δηλώθηκε, ότι όσα ανέφερε είναι άσχετα και δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Ο Καθ΄ού η αίτηση κατάθεσε ο ίδιος και η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στο να αμφισβητήσει το περιεχόμενο της έκθεσης γεγονότων προβάλλοντας τις δικές του θέσεις αναφορικά με την ανάμιξη του στην όλη υπόθεση θεωρώντας τον εαυτό του ως αποδιοπομπαίο τράγο σε μια πλεκτάνη όπου υπάρχουν και πολιτικά κίνητρα εναντίον του συζύγου εμπλεκόμενης στην υπόθεση ο οποίος κατέχει υψηλόβαθμη θέση στη Ρωσική Κυβέρνηση. Έκαμε επίσης αναφορά στις συνθήκες ανακοπής του στο αεροδρόμιο της Λάρνακας όταν αφίχθηκε στη Κύπρο υποστηρίζοντας ότι κρατήθηκε παράνομα. Εξέφρασε τους φόβους του ότι σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία θα παραβιαστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα του εφόσον πεθαίνουν άνθρωποι στις φυλακές αναμένοντας τη δίκη τους και υπάρχουν σχετικές καταγγελίες εναντίον αυτής της χώρας για θέματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και καταδίκες και ως εκ τούτου δεν αναμένει ότι θα τύχει δίκαιης δίκης. Η κα Julia S. Merkulova (ΜΥ1) δικηγόρος μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου της Αγίας Πετρούπολης και έχοντας ακόμα διάφορες άλλες ιδιότητες στο νομικό κόσμο της Ρωσίας οι οποίες εμφαίνονται στο αξιόλογο πράγματι βιογραφικό της σημείωμα που επισύναψε στη δήλωση της, κλήθηκε από την πλευρά του Καθ΄ού η αίτηση για να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας επί της Ρωσικής ποινικής νομοθεσίας με σκοπό να αμφισβητήσει κατά κύριο λόγο την εγκυρότητα της πιστοποίησης ως πιστού αντιγράφου του εντάλματος συλλήψεως του Καθ΄ού η αίτηση το οποίο εκδόθηκε από Ρώσο Δικαστή και το οποίο είναι μέρος του Τεκμηρίου 6, της δέσμης δηλαδή εγγράφων που στάλθηκαν από τις ρωσικές αρχές όταν τα πρωτότυπα τους χάθηκαν όπως περιέγραψα πιο πάνω, και τα οποία είχε λάβει υπόψη ο Υπουργός για να παράσχει την εξουσιοδότηση του και στη συνέεια τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για υποστήριξη του αιτήματος. Η μάρτυρας υποβλήθηκε σε πολύωρη και εξαντλητική αντεξέταση η οποία κάλυψε όλα τα αμφισβητούμενα θέματα και ειδικότερα τις διαδικασίες πιστοποίησης διαφόρων εγγράφων και μάλιστα των δικαστικών από τις διάφορες υπηρεσίες του ρωσικού κράτους σύμφωνα με τους νόμους και ειδικότερα τα σχετικά διατάγματα του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας και αυτά σε συσχετισμό με τις ισχύουσες διεθνείς ή διμερείς συμφωνίες. Η άποψη της ήταν απόλυτη κι επέμεινε σ΄αυτή όπως την εξέφρασε και κατά την κυρίως εξέταση της, ότι δηλαδή το ένταλμα σύλληψης του Τεκμηρίου 6 το μόνο που έχει σημασία, κατά την υπεράσπιση, στη παρούσα υπόθεση θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ότι δεν είναι πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου εφόσον δεν πιστοποιήθηκε από το αρμόδιο όργανο που το εξέδωσε, δηλαδή τον ίδιο τον δικαστή που το υπέγραψε ή τον Γραμματέα του Δικαστηρίου ή τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου όπως προβλέπεται. Σχολίασε ακόμα και την νομική υπόσταση των άλλων εγγράφων που περιέχονται στα Τεκμήρια 10,22, 24 και 28, συγκρίνοντας τις σφραγίδες που αυτά φέρουν και τις υπογραφές και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους. Οι δύο πλευρές εκ συμφώνου κατάθεσαν ως Τεκμήριο 34 τα κείμενα στη ρωσική γλώσσα και σε μετάφραση τους στην αγγλική όπως την συμφώνησαν διάφορες πρόνοιες των Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, της Ποινικής Δικονομίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας Κεφ.54, διατάγματα του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και Προεδρικά διατάγματα τα οποία συζητήθηκαν κυρίως κατά την μαρτυρία της κας Merkulova (ΜΥ1) αλλά και των μαρτύρων για την αιτήτρια χώρα Roschin (ΜΑ3), Μουράτωφ (ΜΑ4) και Οζερόβ (ΜΑ6) και αφορούν τον τρόπο με τον οποίο πιστοποιούνται τα διάφορα δικαστικά έγγραφα στη Ρωσική Ομοσπονδία και ειδικότερα αυτά που σχετίζονται με τις διαδικασίες έκδοσης φυγοδίκων και τα αρμόδια κάθε φορά όργανα. Σε θέματα τα οποία συζητήθηκαν κατά την παράθεση της μαρτυρίας και τα οποία προκάλεσαν έντονες αντιπαραθέσεις και διαξιφισμούς μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών, αχρείαστα κατά την άποψη μου, θα αναφερθώ όπου χρειαστεί στη συνέχεια της απόφασης μου όπου και θα επιχειρήσω να αναλύσω όσα από αυτά έχουν σημασία και τα οποία θα με βοηθήσουν στην τελική εξαγωγή των συμπερασμάτων μου και στην κατάληξη μου επί του αιτήματος. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΛΕΥΡΩΝ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΔΟΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΑΙΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ: Θα με απασχολήσουν πρωταρχικά δύο ζητήματα που έθιξαν εν κατακλείδι της αγόρευσης τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Καθ΄ού η αίτηση αλλά και για τα οποία έκαμε αναφορά κατά την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου και ο ίδιος ο Καθ΄ού η αίτηση. Το πρώτον αφορά τις συνθήκες περιορισμού του στο αεροδρόμιο Λάρνακας αμέσως μετά τον εντοπισμό του και μέχρις ότου εκδοθεί το απαιτούμενο σε τέτοιες περιπτώσεις προσωρινό ένταλμα σύλληψης εκ μέρους Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου ότι ο Καθ΄ού η αίτηση αφίχθηκε στο αεροδρόμιο της Λάρνακας προερχόμενος από το Παρίσι το βράδυ της 29ης 03.2009, ανακόπηκε στον έλεγχο των διαβατηρίων περί ώρα 20:45 όταν εντοπίστηκε το όνομα του στο σχετικό κατάλογο καταζητούμενων προσώπων. Απαιτήθηκε όπως περιγράφηκε στη μαρτυρία που έδωσε ο ίδιος κάποιος χρόνος για να ελεχθούν τα στοιχεία του, να παραληφθούν οι αποσκευές του και να οδηγηθεί, έχοντας τις μαζί του, σε κάποια αίθουσα του αεροδρομίου όπου του ζητήθηκε να αναμένει καθώς όπως τον πληροφόρησαν εκκρεμούσε εναντίον του διεθνές ένταλμα σύλληψης. Για σκοπούς ελέγχου των στοιχείων του είναι γεγονός ότι κατακρατήθηκε για λίγο το διαβατήριο του και αυτό δεν συνιστά μεμπτή πράξη. Αμέσως ενημερώθηκε η αστυνομία για τον περιορισμό του και ξεκίνησαν οι συνεννοήσεις όπως τις περιέγραψε ο Αστ. Χ¨ Σέργης (ΜΑ2) για την έκδοση του πιο πάνω προσωρινού εντάλματος σύλληψης. Καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο παρέμενε σε εκείνη την αίθουσα ο Καθ΄ού η αίτηση είχε μαζί του τις αποσκευές του και το κινητό του τηλέφωνο και ο ίδιος παραδέχθηκε ότι είχε επικοινωνήσει με δικούς του ανθρώπους στις Η.Π.Α. χωρίς να παρεμποδιστεί προς τούτο από οποιονδήποτε αστυνομικό, κάποια στιγμή του προσφέρθηκε και νερό. Κρίνω ότι ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι την εκτέλεση του εντάλματος που έγινε περί ώρα 01:40 της 30ης 03.2009 είναι εντός των λογικών πλαισίων λαμβάνοντας υπόψη το έργο που έπρεπε να συντελεστεί με τη μελέτη του μηνύματος της Ιντερπόλ, που όπως ο κ. Χ¨ Σέργης ανέφερε επρόκειτο για ένα μήνυμα με πολύπλοκο περιεχόμενο και δυσκολία στην κατανόηση του, τη σύνταξη της αίτησης και του όρκου και τη δακτυλογράφηση τους, την μετάβαση του στη συνέχεια στην οικία του Προέδρου του Δικαστηρίου λόγω του προχωρημένου της ώρας για την υπογραφή του που έγινε τελικά περί ώρα 01:10 της 30ης.03.2009 και ακολούθως τη μετάβαση του στο αεροδρόμιο Λάρνακας με σκοπό την εκτέλεση του. Καταλήγω επί πλέον ότι οι συνθήκες περιορισμού του, που κατά την άποψη μου είναι απαραίτητος και αναγκαίος σε τέτοιες περιπτώσεις, ήταν ανθρώπινες, χωρίς να επιδειχθεί οποιασδήποτε μορφής καταπίεση προς το πρόσωπο του όπως συνάγεται από τη μαρτυρία που και ο ίδιος έδωσε ενώπιον μου. Με αυτά τα δεδομένα είναι η άποψη μου ότι επιδείχθηκε κάθε δυνατή επιμέλεια εκ μέρους της αστυνομίας και των αρμοδίων αρχών και κανένα δικαίωμα του Καθ΄ού η αίτηση δεν έχει παραβιαστεί. Το δεύτερον ζήτημα που με απασχολεί είναι οι φόβοι που εξέφρασε ο Καθ΄ού η αίτηση ότι δεν θα τύχη δίκαιης δίκης και ότι φοβάται ότι θα παραβιαστούν τα δικαιώματα του σε περίπτωση που εκδοθεί κατά τη διάρκεια της κράτησης του και εν αναμονή της δίκης του καθώς στη Ρωσική Ομοσπονδία οι υπόδικοι αντιμετωπίζονται απάνθρωπα όπως διαπιστώνεται από κάποιες καταγγελίες ή και αποφάσεις που αφορούν τη Ρωσική Ομοσπονδία στις οποίες έκαμε αναφορά. Άφησε δε να υπονοηθεί ότι υποκρύπτονται και πολιτικά κίνητρα στην όλη υπόθεση καθώς η μια από τους φερόμενους ως εμπλεκόμενους στη υπόθεση είναι σύζυγος υψηλόβαθμου αξιωματούχου και κατέχει κυβερνητική θέση στην Ρωσία. Ξεκινώντας από το τελευταίο θα πρέπει να πω ότι τουλάχιστον για το πρόσωπο που έγινε αναφορά σύμφωνα με την κατάθεση του ΜΑ 6 αυτή έχει συλληφθεί και διερωτώμαι πως ο Καθ΄ού η αίτηση κινδυνεύει από τέτοια πολιτικά κίνητρα. Ο ισχυρισμός του παραμένει ατεκμηρίωτος. Η ποιότητα της δικαιοσύνης μιας χώρας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κάποιες μεμονωμένες υποθέσεις όπου μπορεί να αντιμετωπίσει καταγγελίες παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή έστω και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις από τυχόν καταδίκες της από διεθνή δικαστήρια. Η εξαίρεση δεν θα πρέπει να γίνεται κανόνας. Η Ρηματική Διακοίνωση της αιτήτριας χώρας δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της ανάληψης ευθύνης για την κατοχύρωση τόσο των δικαιωμάτων που απολαμβάνουν κρατούμενοι ενόψει της δίκης τους όπως θα γίνει αντιλαμβάνομαι και στη περίπτωση του Καθ΄ού η αίτηση, όσο και της παροχής σ΄αυτόν της ευκαιρίας να τύχει δίκαιης δίκης σύμφωνα με τις διεθνείς δεσμεύσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Επιπλέον διαβεβαιώνεται ότι δεν υποκρύπτονται οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα ούτε ασφαλώς και πολιτικά. Επομένως καταλήγω ότι δεν είναι βάσιμες ούτε οι ανησυχίες που εξέφρασε ο Καθ΄ού η αίτηση για τα πιο πάνω θέματα. Η βασική θέση της πλευράς του Καθ΄ού η αίτηση, όπως την αντιλήφθηκα, είναι ότι τα έγγραφα τα οποία έλαβε υπόψη ο Υπουργός όταν εξέδωσε την εξουσιοδότηση του, τα οποία είναι τα έγραφα που περιέχονται στη δέσμη εγγράφων του Τεκμηρίου 6 που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα το Ένταλμα Σύλληψης που εξέδωσε ο Ρώσος Δικαστής εναντίον του Καθ΄ού η αίτηση, δεν ήταν πιστά αντίγραφα ως έπρεπε και ως εκ τούτου κατά παράβαση του νόμου λήφθηκαν υπόψη από τον Υπουργό όταν αυτός εξέδιδε την εξουσιοδότηση του και ακολούθως αυτά κατατέθηκαν και ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη του αιτήματος που ως τέτοια θα πρέπει να μη ληφθούν υπόψη και να απορριφθεί το αίτημα. Το Δικαστήριο επομένως καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο το ένταλμα σύλληψης που τέθηκε ενώπιον του Υπουργού κατά την έκδοση της εξουσιοδότησης του όπως αυτό είναι κατατεθιμένο στη δέσμη εγγράφων (Τεκμήριο 6) ήταν σύμφωνο με όσα διαλαμβάνει το Άρθρο 12
(2)(α) της Σύμβασης όταν το επίσημο αντίγραφο του πρωτοτύπου του εντάλματος σύλληψης είναι κοινά παραδεκτό ότι είχε χαθεί και επομένως αν η Υπουργική απόφαση για έκδοση της εξουσιοδότησης είναι έγκυρη. Το όλο δε ζήτημα της γνησιότητας του συγκεκριμένου εγγράφου θα αποφασιστεί επί των ισχυόντων στην αιτήτρια χώρα. Η προσπάθεια εκ μέρους της αιτήτριας χώρας να καταθέσει τα Τεκμήρια 10, 11(α),(β),(γ), 12, 24 και 28 προκάλεσε έντονη αντιπαράθεση καθώς αμφισβητήθηκε από πλευράς του Καθ΄ού η αίτηση η αποδεικτική τους αξία και η χρησιμότητα τους εφόσον δεν είναι αυτά που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την εισήγηση. Κατά την αντίληψη μου αυτά τα έγγραφα δεν συνιστούν νέα στοιχεία και νέα γεγονότα τα οποία θέλησε η αιτήτρια χώρα να θέσει υπόψη του δικαστηρίου μετά την έναρξη της διαδικασίας. Εξάλλου, το περιεχόμενο τους δεν καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Πρόκειται για έγγραφα τα οποία είχαν σκοπό να καταδείξουν την γνησιότητα των εγγράφων της δέσμης του Τεκμηρίου 6 και αυτή η προσπάθεια στέφθηκε κατά την άποψη μου με επιτυχία με την αποδοχή τους καθώς δεν έχω διακρίνει κακοπιστία ούτε και προσπάθεια διάσωσης μιας ¨νεκρής¨ διαδικασίας, κατά την έκφραση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Καθ΄ού η αίτηση. Τα έγγραφα του Τεκμηρίου 6 όταν προκλήθηκε το πρόβλημα με την απώλεια των πρωτοτύπων στάλθηκαν από την Ρωσία εκ νέου μέσω της διπλωματικής οδού, ως πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων εκ των οποίων κατά τον Μουράτωφ (ΜΑ4) το ένταλμα σύλληψης και πάλι ήταν πιστόν αντίγραφο εφόσον ένα είναι το πρωτότυπο κατά τον Οζερόβ (ΜΑ6) το οποίο φυλάγεται στο Δικαστήριο που το εξέδωσε. Γι΄αυτό και υπάρχουν επ΄αυτών πρωτότυπες σφραγίδες τόσο του Υπουργείου Εσωτερικών Υποθέσεων της περιοχής της Μόσχας όσο και της Γενικής Εισαγγελίας επί των μεταφράσεων τους. Εντούτοις, παρά τα πιο πάνω στοιχεία, αμφισβητήθηκε ότι πρόκειται για πιστά αντίγραφα. Η αιτήτρια χώρα στη προσπάθεια της να διασκεδάσει κάθε αμφισβήτηση του γνήσιου και συνεχούς ενδιαφέροντος της για την ευόδωση της προσπάθειας της και να εξαλειφθεί κάθε κίνδυνος μη επιτυχίας της αίτησης από ένα τυχαίο γεγονός την απώλεια δηλαδή των πρωτοτύπων εγγράφων για την οποία και δεν έφερε ευθύνη, απέστειλε νέα έγγραφα για να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου με σκοπό τη σύγκριση τους με αυτά τα οποία κατατέθηκαν εξ΄αρχής ενώπιον του. Η Σύμβαση και οι προϋποθέσεις που θέτει δεν δημιουργεί τέτοια στεγανά κατά την άποψη μου, ως προς τον τρόπο δηλαδή απόδειξης αυτονόητων γεγονότων, ότι δηλαδή το ένταλμα σύλληψης επί του οποίου κατά κύριο λόγο επικεντρώθηκε η συζήτηση, είναι σε ισχύ και υπογράφτηκε το πρωτότυπο του από Ρώσο Δικαστή στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης που εκκρεμεί εναντίον του Καθ΄ού η αίτηση. Η αυθεντικότητα των εγγράφων που αποτελούν το Τεκμήριο 6 δεν μπορεί να αμφισβητηθεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο, αυτά φέρουν πρωτότυπες σφραγίδες προέρχονται από τα Καθ΄ύλην αρμόδια όργανα της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά τους ΜΑ 3, 4 και 6, τα οποία είναι επιφορτισμένα με τη διεκπεραίωση των αιτήσεων έκδοσης, όπως φαίνεται από τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών ή διαταγμάτων (Τεκμήριο 34). Η προτεινόμενη συσταλτική ερμηνεία που επιχειρήθηκε από πλευράς του Καθ΄ού η αίτηση του Άρθρου 12.1(α) της Σύμβασης, με όλο τον σεβασμό προς τους δικηγόρους του, κατά την άποψη μου δεν μπορεί να τύχει σύγκλησης όταν μάλιστα μιλάμε για διεθνή σύμβαση και έχοντας υπόψη τους κανόνες ερμηνείας της. Επομένως η υπόθεση αυτή σε σχέση με την προσκόμιση αυτής της επιπρόσθετης μαρτυρίας διαφέρει από ό,τι είχε αποφασιστεί στην υπόθεση Pertrov v. Διευθυντή Κεντριών Φυλακών,
(1996)1 Α.Α.Δ. σελ. 856 εφόσον το τι επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί δεν συνιστά νέα στοιχεία επί γεγονότων. Η αντίληψη μου αυτή εξάλλου επί της ακολουθητέας διαδικασίας εκφράστηκε με καθαρότητα όταν δεν επιτράπηκε στην πλευρά της αιτήτριας χώρας να προσκομίσει νέα γεγονότα όπως το είχε επιχειρήσει μέσω του μάρτυρα της κ. Οζερόβ (ΜΑ 6). Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξετασθεί πλέον είναι το κατά πόσο οι σφραγίδες που φέρει το ίδιο το ένταλμα σύλληψης του καθ΄ού η αίτησης, επί του οποίου επικεντρώθηκε και η συζήτηση, πιστοποιούν την γνησιότητα του και το καθιστούν επίσημο έγγραφο όπως διαλαμβάνεται στη Σύμβαση (Άρθρο 12.2.(α). Οι μάρτυρες Roschin και Μουράτωφ (ΜΑ 3 και 4 ) ως πρόξενοι της Ρωσικής Ομοσπονδίας και αρμόδιοι να προβαίνουν σε πιστοποιήσεις, διαβεβαίωσαν ακριβώς αυτό, αναφέροντας ότι τα έγγραφα που αποτελούν το Τεκμήριο 6 είναι πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων και άρα επίσημα αντίγραφα, εφόσον οι αρμόδιες κατά νόμο αρχές που χειρίζονται τα ζητήματα των εκδόσεων έχουν θέσει επ΄αυτών τις σφραγίδες τους καθιστώντας τα πιστά αντίγραφα όπως εξάλλου προνοείται και στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις που τέθηκαν ενώπιον μου υπό μορφή τεκμηρίου (Τεκμήριο 34) και εξ αυτού του λόγου δεν βλέπω πως μπορεί να παραβιάζεται το Άρθρο 42 του Κυρωτικού της Συνθήκης περί Νομικής Συνεργασίας σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου (Ν. 176/86)που εξακολουθεί να ισχύει μεταξύ των δύο χωρών. Ο Μ.Α.6 που είναι και νομικός στη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της Μόσχας του οποίου η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε εφόσον δεν αντεξετάσθηκε, ανέφερε ότι θεωρεί τα έγγραφα του Τεκμηρίου 6 ότι είναι πιστά αντίγραφα του πρωτοτύπου τους εφόσον επ΄αυτών έχει τεθεί η σφραγίδα του Υπουργείου Εσωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας καθώς η Υπηρεσία που τα σφράγισε ήταν και η κατά νόμο αρμόδια να το κάμει. Δέχομαι την μαρτυρία τους ως των πλέον αρμοδίων για να διαφωτίσουν το Δικαστήριο ως προς αυτό το ζήτημα και λόγω της ιδιότητας τους και λόγω της εμπειρίας τους στα ζητήματα πιστοποιήσεων. Η επί του θέματος αυτού μαρτυρία της κας Merkulova επομένως δεν μπορεί να έχει θετική αντίκριση. Η σύγκριση του επίσημου αντιγράφου του εντάλματος σύλληψης με αυτά των Τεκμηρίων 10,22, 24 και 28 με όσα εξήγησαν οι μάρτυρες σε σχέση με τις σφραγίδες πρωτότυπες και φωτοτυπημένες που εμφαίνονται σ΄αυτά δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι η δέσμη εγγράφων του Τεκμηρίου 6 τα οποία έλαβε υπόψη ο Υπουργός και στη συνέχεια κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι γνήσια αντίγραφα των πρωτοτύπων. Επομένως και η εξουσιοδότηση του Υπουργού με βάση τα πιο πάνω κρίνω πως είναι έγκυρη. Παρά την πιο πάνω απόφανση μου περί της γνησιότητας των εγγράφων του Τεκμηρίου 6 και θεωρώντας τα με βάσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ως πιστά αντίγραφα των πρωτότυπων και άρα επίσημα αντίγραφα σύμφωνα με το λεκτικό που χρησιμοποιείται στο νόμο, ασπάζομαι επί του προκειμένου και την άποψη που εκφράστηκε από τον Νικήτα, Δ. στην Αίτηση Mechanov (Αρ.2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1228 την οποία επαναλαμβάνω. Ότι δηλαδή μια τυπολατρική προσέγγιση του θέματος που δημιουργήθηκε από ένα τυχαίο γεγονός, την απώλεια δηλαδή των πρωτοτύπων εγγράφων, θα ήταν αντίθετη με τη διακηρυγμένη φιλελεύθερη ερμηνεία διεθνών συμβάσεων αυτής της μορφής. Επιπλέον θα εισήγαγε ένα σχολαστικό στοιχείο στις μεθόδους ερμηνείας, που είναι συνέπεια της τυπολατρικής και όχι ουσιαστικής λειτουργίας των δικαστικών θεσμίων. Όταν μάλιστα η επιθυμία του αιτούντος κράτους για την έκδοση του καθ΄ού η αίτηση ήταν συνεχής και εκφράστηκε ποικιλοτρόπως με την αποστολή και κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου νέων εγγράφων. Όπως αναφέρει στην ίδια πιο πάνω απόφαση ο ίδιος Δικαστής: ¨ Η τυπολατρική προσέγγιση του θέματος θα κατέφερε πλήγμα κατά την αρχής της αβροφροσύνης, που διέπει τις διακρατικές σχέσεις και που στη περίπτωση της έκδοσης φυγοδίκων σκοπό έχει την καταπολέμηση του εγκλήματος σε πλανητικό επίπεδο. Με τα εχέγγυα που φυσικά παρέχουν οι διμερείς και πολυμερείς συνθήκες, καθώς και η εσωτερική νομοθεσία¨. Συγκρίνοντας τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν και ειδικά το ένταλμα σύλληψης του τεκμηρίου 6 με αυτό του Τεκμηρίου 28 που εξασφάλισε προσωπικά ο ΜΑ 6 όπως ανέφερε και το κατέστησε πιστόν αντίγραφο, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από της πλευράς του Καθ΄ού η αίτηση εφόσον δεν αντεξετάσθηκε, βρίσκω ότι πρόκειται για τα ίδια έγγραφα όπως ασφαλώς είναι και το ίδιο με αυτό που περιέχεται στη δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 10. Επομένως δεν διακρίνω ότι ο Καθ΄ού η αίτηση υπέστη οποιαδήποτε δυσμενή συνέπεια ως προς τα δικαιώματα του από το τυχαίο γεγονός της απώλειας των πρωτοτύπων εγγράφων τα οποία είχαν σταλεί για να υποστηρίξουν το αίτημα έκδοσης του και της παρουσίασης αντί εκείνων πιστών αντιγράφων τους. Πέραν του τι παρουσιάζουν τα ίδια τα έγγραφα θα έλεγα ότι και η προφορική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τον τρόπο εξασφάλισης τους αποκλείουν κάθε περιθώριο αμφισβήτησης τους. Προβλήθηκε εκ μέρους της πλευράς του Καθ΄ού η αίτηση ότι δεν υπάρχει, όπως απαιτείται, το στοιχείο της διπλής ή αμφίπλευρης εγκληματικότητας. Αν δηλαδή οι πράξεις που αποδίδονται στον Καθ΄ου η αίτηση είναι ποινικά κολάσιμες από το δίκαιο και των δύο χωρών. Η έννοια του όρου επεξηγείται στις αποφάσεις R v. Governor of Brixton Prison, ex parte Gardner
(1968)1 All E.R. 636, R. v. Governor of Pentonville Prison ex parte Budlong και R. v. Governor of Holloway ex parte Kember
(1980)Crim. L.R. 176. Θα προσέθετα ότι η αρχή αυτή προάγει τη διακρατική συνεργασία, με βάση τις ad hoc Συνθήκες για την έκδοση φυγόδικων, στον τομέα εφαρμογής του ποινικού δικαίου (βλ.Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών (πιο πάνω). Στην υπόθεση Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών v. Golov
(2001)1 A.A.Δ. σελ. 1109 τονίστηκε ότι ο Νόμος 97/1970 καθιστά την έκθεση γεγονότων που υποβάλλεται από την αιτούσα χώρα, το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό για έκδοση σε χώρες που προσυπέγραψαν την Σύμβαση. Η εν λόγω νομολογία επιβεβαιώνει την αρχή ότι το κριτήριο κατά την απόφαση έκδοσης Φυγόδικου δεν είναι κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου, αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτής. Το πιο πάνω ζήτημα θα το εξετάσω μαζί με το ζήτημα που επίσης αμφισβητείται, της παρουσίασης δηλαδή ικανοποιητικής έκθεσης γεγονότων εφόσον κρίνω ότι είναι αλληλένδετα. Σύμφωνα με το Άρθρο 12
(2)(β) της Σύμβασης, το αίτημα της αιτούσας χώρας για έκδοση του φυγόδικου πρέπει να συνοδεύεται και να υποστηρίζεται από την ¨έκθεση γεγονότων¨ στην οποία μεταξύ άλλων καθορίζονται τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση, ο τόπος και ο χρόνος των πράξεων και οι παραπομπές στις νομοθετικές διατάξεις που εφαρμόζονται και γίνονται όσο το δυνατόν ακριβέστερα. Ο Υπουργός καλείται να εκδώσει την εξουσιοδότηση για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης φυγόδικου αφού εξετάσει μεταξύ άλλων την εν λόγω έκθεση γεγονότων. Πέραν αυτού όμως η έκθεση απαιτείται και είναι αναγκαία προς τον σκοπό να διερευνηθεί κατά πόσο οι πράξεις αυτές αποτελούν αξιόποινη συμπεριφορά κατά το Κυπριακό Δίκαιο κατ΄ εφαρμογή του Άρθρου 2 της Σύμβασης. Είναι η θέση του Καθ΄ού η αίτηση ότι η αιτούσα χώρα παρουσίασε ενώπιον του Υπουργού με σκοπό την έκδοση της σχετικής εξουσιοδότησης δύο διαφορετικά έγγραφα τα οποία αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 6 τα οποία φέρουν και τα δύο τίτλο ¨έκθεση γεγονότων¨. Διατείνεται η πλευρά του Καθ΄ού η αίτηση ότι η προσαγωγή αυτών των δύο εκθέσεων και όχι μιας, καθιστά αδύνατο τον ασφαλή προσδιορισμό των συγκεκριμένων πράξεων που οι Ρωσικές Αρχές θεωρούν ποινικά επιλήψιμες για τη διάπραξη τους από τον Καθ΄ού η αίτηση και για ποιες θα κατηγορηθεί ενώπιον των δικαστηρίων της Ρωσίας. Αποδίδεται επομένως στον Υπουργό που υπέγραψε την εξουσιοδότηση του υπέρβαση εξουσίας και/ ή ότι η πράξη εξουσιοδότησης του, εξεδόθη κατά παράβαση του Νόμου 97/70 και ή κατά παράβαση του Άρθρου 12
(2)της Σύμβασης. Σύμφωνα με τη νομολογία βλέπε υπόθεση Mechanov (Aρ. 2) (πιο πάνω): ¨Δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης να φέρει τίτλον ¨Έκθεση Γεγονότων¨. Αρκεί το περιεχόμενο του να αποτελεί ουσιαστική έκθεση των αξιόποινων πράξεων που καταλογίζονται στον εκζητούμενο¨. Έχω διεξέλθει μετά προσοχής τα δύο αυτά έγγραφα τα οποία αποτελούν μέρος της δέσμης εγγράφων τα οποία στάλθηκαν προς τον σκοπό της υποστήριξης της αίτησης. Δεν διέκρινα και δεν υπήρξε εξάλλου οποιαδήποτε τέτοια εισήγηση εκ μέρους της πλευράς του Καθ΄ού η αίτηση ή έστω συγκεκριμένη επισήμανση ότι το περιεχόμενο των δύο αυτών εγγράφων προκαλεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο σύγχυση στο ζητούμενο, δηλαδή στον προσδιορισμό των πράξεων ή και ενεργειών του Καθ΄ού η αίτηση οι οποίες είναι μεμπτές και ποινικά κολάσιμες. Επομένως κρίνω ότι το γεγονός ότι τα ίδια γεγονότα περιλήφθηκαν σε ένα έγγραφο περιληπτικά και στο άλλο με περισσότερες λεπτομέρειες του τρόπου δράσης της ομάδας η οποία έδρασε κατά τα έτη από το 2005 μέχρι το 2008 και σημαίνων μέλος της οποίας φέρεται από τη μαρτυρία, όπως αυτή παρουσιάζεται από τα γεγονότα, ήταν ο Καθ΄ού η αίτηση. Στην υπόθεση Mechanov (Aρ.2)
(2001)1 (Α) 1228 αναφέρθηκαν τα εξής: ¨Από τη σχετική διάταξη του νόμου δεν συνάγεται υποχρέωση από τη χώρα που ζητά την έκδοση να συγκεντρώνει τα γεγονότα σε ένα μοναδικό έγγραφο. Δυσκολεύομαι να αποδώσω τέτοια πρόθεση στους συντάκτες της Σύμβασης να δημιουργήσουν τέτοια στεγανά. Δεν έχει θέση, κατά τη γνώμη μου, η προτεινόμενη συσταλτική ερμηνεία. Θα μπορούσε για παράδειγμα να γίνει παραπομπή σε άλλο έγγραφο το οποίο περιέχει συμπληρωματικούς ισχυρισμούς.¨ Επομένως τα όσα περί αντιθέτου λέχθηκαν από πλευράς Καθ΄ού η αίτηση δεν μπορούν να τύχουν σύγκλησης και απορρίπτονται. Με αυτά ως δεδομένα κρίνω ότι δεν έχει παραβιαστεί οποιαδήποτε διάταξη του νόμου και επομένως οι σχετικές αιτιάσεις κρίνονται ανεδαφικές. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω με προσοχή την έκθεση γεγονότων όπως αυτή παρουσιάζεται και στα δύο της κείμενα και έχω ακούσει με προσοχή τις θέσεις του Καθ΄ού η αίτηση που εξέφρασε κατά την ένορκο κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβάνω επίσης υπόψη και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Η έκθεση των περιστάσεων της υπόθεσης είναι ένα από τα προαπαιτούμενα για σκοπούς έκδοσης αυτά κατά ρητή δήλωση του συνηγόρου του Καθ΄ού η αίτηση η οποία έχει καταγραφεί δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Είναι από τα στοιχεία που σύμφωνα με το Άρθρο 12 της Σύμβασης θα πρέπει να συνυποβάλλονται. Διαπιστώνω ότι αυτά δεν αφίστανται με όσα σε γενικές γραμμές αναφέρονται στην εξουσιοδότηση του Υπουργού και στα οποία έκαμα αναφορά στην αρχή της απόφασης μου στις σελ. 4 και 5 τα οποία και επαναλαμβάνω. Ο Καθ΄ού η αίτηση ενόρκως στη γραπτή του δήλωση αλλά και προφορικά πρόβαλε ότι αυτά τα γεγονότα και ισχυρισμοί είναι αόριστοι, παραπλανητικοί και εσφαλμένοι παρά την πιο πάνω δήλωση των συνηγόρων του. Σε σχέση με τις επισημάνσεις του Καθ΄ού η αίτηση θα παρατηρήσω τα ακόλουθα: Το αδίκημα που του καταλογίζεται προσδιορίζεται χρονικά ότι έχει διαπραχθεί μεταξύ των ετών 2005 - 2008 επομένως αυτός ο προσδιορισμός του δεν το καθιστά αόριστο χρονικά. Ο χρονικός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων δεν νομίζω ότι καθιστά εξ αυτού του λόγου τα γεγονότα αόριστα. Αυτά είναι ζητήματα μαρτυρίας τα οποία ο Καθ΄ού η αίτηση θα έχει την ευκαιρία να την μελετήσει όταν θα του εκτεθεί η κατηγορία. Σ΄αυτόν καταλογίζονται συγκεκριμένες πράξεις, συναντήσεις που είχε με μέλη της ομάδας που συνέστησαν και η διευθυντική θέση την οποία κατείχε στην εταιρεία RIGroup Ltd και αυτή ακριβώς η ιδιότητα του δεν του επιτρέπει να επικαλείται άγνοια των όσων αποδίδονται στην εταιρεία που διεύθυνε. Αυτά δε τα γεγονότα συνέβησαν και όταν αυτός είχε αναλάβει την διεύθυνση της εν λόγω εταιρείας αλλά και προηγουμένως παρουσιαζόταν ως αξιωματούχος της δηλώνοντας, όπως παραδέχθηκε αντιπρόεδρος της. Ούτε παραπλανητικοί μπορεί να είναι οι ισχυρισμοί όταν αυτοί είναι σαφείς ως προς τις ενέργειες που έγιναν, πολύπλοκες που χρειάζονται οξυδέρκεια και γνώσεις των χρηματιστηριακών και τραπεζικών πραγμάτων για να μπορέσουν να γίνουν οι μεταβιβάσεις των κεφαλαίων που φέρονται ότι καταχράστηκαν μεταφέροντας κεφάλαια από εταιρεία σε εταιρεία μέχρι που κατέληξαν σε τραπεζικό λογαριασμό εταιρείας με έδρα την Κύπρο και έτσι αυτά έχουν απωλεσθεί από το Ρωσικό Κράτος. Η φυγή του δε όπως παραδέχθηκε από τη Ρωσία ήταν για να αποφύγει τις αυθαίρετες όπως τις χαρακτήρισε έρευνες που άρχισαν να διενεργούνται και τον έλεγχο που γινόταν τότε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους για να διαπιστώσουν τις δολοπλοκίες στις οποίες φέρονται ότι μετέρχονταν ο καθ΄ού η αίτηση και οι συνεργάτες του φοβούμενος για την ασφάλεια του και τη ζωή του ακόμα. Η μαρτυρία του κατά η διάρκεια της αντεξέτασης του κατέδειξαν ότι ήταν βαθύς γνώστης των τεκτενόμενων σε σχέση με τις εμπλεκόμενες εταιρείες και τις μεταξύ τους δοσοληψίες και επαφές και συνεργασίες που είχε με τα πρόσωπα που ήταν πίσω από αυτές. Επομένως με βάσει αυτά τα γεγονότα είναι αναμφισβήτητο ότι αποδίδονται στον Καθ΄ού η αίτηση μεμπτές ενέργειες οι οποίες συνιστούν στοιχεία του αδικήματος στο οποία φέρεται ότι έχει υποπέσει. Το Δικαστήριο αυτό δεν έχει εξουσία να εξετάσει την ουσία του αδικήματος που κατά τον Ρωσικό Ποινικό Κώδικα έχει διαπράξει σε σύμπραξη με διάφορα άλλα πρόσωπα που συνέστησαν ομάδα. Οι παραπάνω πράξεις ή συμπεριφορά θα συνιστούσαν στη Κύπρο τη διάπραξη των αδικημάτων όπως αυτά τα έχω καταγράψει στην αρχή της απόφασης μου για τα οποία μπορεί να χωρέσει έκδοση. Για τη διάπραξη των αδικημάτων αυτών ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του στη Ρωσική Ομοσπονδία η οποία εκκρεμεί λόγω ακριβώς της φυγοδικίας του. Η εξέταση των γεγονότων της αίτησης ασφαλώς αποσκοπεί στην εξέταση της συμπεριφοράς του Καθ΄ού η αίτηση μέσα από το σύνολο των γεγονότων της υπόθεσης και όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας,
(1991)2 Α.Α.Δ. σελ. 134 αυτό γίνεται με κριτήριο αντικειμενικό, ανεξάρτητα από υποκειμενικούς χαρακτηρισμούς και έτσι έχουν εξεταστεί και στη παρούσα περίπτωση (βλ. ακόμα Re Evans
(1994)3 All E.R. 449,450) και πρόσφατα στην Efimov (πιο πάνω). Η τυχόν αστική πλευρά της υπόθεσης για την οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν έγινε οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά από τον Καθ΄ού η αίτηση όταν αόριστα και νεφελωδώς την επικαλέστηκε, δεν επηρεάζει ούτως ή άλλως την εγκυρότητα της διαδικασίας έκδοσης. Το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει ο Καθ΄ού η αίτηση κατά τη ρωσική ποινική νομοθεσία είναι αντίστοιχο αδικημάτων της κυπριακής ποινικής νομοθεσίας και έτσι το προαπαιτούμενο στοιχείο της αμφίπλευρης εγκληματικότητας έχει στοιχειοθετηθεί. Είναι δε σαφές ότι τα γεγονότα της υπόθεσης μπορεί να θεμελιώσουν το αδίκημα της συνωμοσίας κατά το κυπριακό δίκαιο. Η ονομασία των αδικημάτων δεν απαιτείται να είναι η ίδια θα πρέπει όμως αυτά να είναι συναφή και να εντοπίζεται σε συμφωνία για εκτέλεση παράνομου σκοπού και στις ενέργειες εφαρμογής της και με ψευδείς παραστάσεις στην προσπάθεια εξαπάτησης των Ρωσικών αρχών. Είναι δε σαφές ότι τα γεγονότα της υπόθεσης μπορούν να θεμελιώσουν το αδίκημα της συνωμοσίας κατά το κυπριακό δίκαιο. Η ονομασία των αδικημάτων δεν απαιτείται να είναι η ίδια θα πρέπει όμως αυτά να είναι συναφή και να εντοπίζεται σε συμφωνία για εκτέλεση παράνομου σκοπού και στις ενέργειες εφαρμογής της και με ψευδείς παραστάσεις στην προσπάθεια εξαπάτησης των Ρωσικών αρχών. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το αδίκημα για το οποίο έχει συλληφθεί ο Καθ΄ού η αίτηση είναι από αυτά για τα οποία μπορεί να χωρέσει έκδοση σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας. Συνιστά εκτός από παράβαση της Ρωσικής Ποινικής Νομοθεσίας (Ρωσικός Ποινικός Κώδικας Άρθρο 159 παράγραφος 4 και συγκεκριμένα το αδίκημα της απάτης για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια) και παράβαση της κυπριακής νομοθεσίας και συγκεκριμένα του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.) (Συνωμοσία για διάπραξη κακουργήματος), του Άρθρου 300 (απάτη), του Άρθρου 298 Π.Κ. (Εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις), των Άρθρων 255, 269 και 270 Π.Κ. που αφορούν τα αδικήματα της κλοπής, της κλοπής από Διευθυντές και της κλοπής από Αντιπροσώπους. Για όλα τα πιο πάνω αδικήματα προβλέπεται ποινή φυλάκισης πέραν του ενός έτους με βάσει τον Ποινικό μας Κώδικα και δεν έχουν παραγραφεί (βλέπε Τεκμήρια 6 και 7). Προσδιοριστικός δε γνώμονας των αδικημάτων, όπως εξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις αποτελεί η υπουργική εξουσιοδότηση δηλαδή το Τεκμήριο 7 σε συνάρτηση ασφαλώς με τα γεγονότα όπως αυτά προβάλλονται στις σχετικές εκθέσεις και το ένταλμα σύλληψης και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Προβλήθηκε ότι οι μεταφράσεις των συνοδευτικών εγγράφων της αίτησης για έκδοση του Καθ΄ού η αίτηση δεν ήταν ικανοποιητικές όπως διαλαμβάνεται στο Άρθρο 23 της Σύμβασης. Είναι η εισήγηση της πλευράς του Καθ΄ού η αίτηση ότι το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει μεταφράσεις ρωσικών εγγράφων στα αγγλικά τα οποία αποτελούν το Τεκμήριο 6 για τις οποίες δεν έχει τεθεί το υπόβαθρο και καμιά μαρτυρία δεν δόθηκε όσον αφορά την ορθότητα τους, πλην των όσων ανάφερε η κα Μορφάκη κατά την κυρίως εξέταση της. Η απόδειξη των μεταφράσεων των ρωσικών εγγράφων βαραίνει την αιτούσα χώρα η οποία απέτυχε να προσκομίσει την απαιτούμενη μαρτυρία. Από τη άλλη η πλευρά της αιτήτριας χώρας με αναφορά στα έγγραφα του Τεκμηρίου 6 με ανάλογες κάθε φορά παρατηρήσεις εξέφρασε τη διαφορετική της προσέγγιση επί του θέματος τόσο σε σχέση με την γνησιότητα των εγγράφων αυτών όσο και την επάρκεια της μετάφρασης που τους έγινε από το μεταφραστικό τμήμα της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και συγκεκριμένα από την κα O. Toumbroukaki. Η πλευρά του Καθ΄ού η αίτηση με έχει παραπέμψει στην υπόθεση Nazar v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 772 . Σε αυτή αποφασίστηκε ότι: ¨Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να γίνεται στην γλώσσα του αιτητή και να συνοδεύεται με μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο τόσο την πρωτότυπη ένορκο δήλωση όσο και την μετάφραση της¨. Μελέτησα την πιο πάνω απόφαση και με όλο τον σεβασμό προς τους ευπαιδεύτους συνηγόρους του Καθ΄ού η αίτηση θα διαφωνήσω με την προσέγγιση τους. Επρόκειτο για μια εντελώς διαφορετική διαδικασία. Το τι επιτάσσει το Άρθρο 23 της Σύμβασης σε σχέση με αυτό το ζήτημα είναι εντελώς διαφορετικό. Κρίνω ότι η αιτήτρια χώρα στη προκείμενη περίπτωση έχει συμμορφωθεί πλήρως με την υποχρέωση της να κοινοποιήσει μετάφραση των εγγράφων που υποστηρίζουν την αίτηση στην αγγλική γλώσσα και δεν ζητήθηκαν διευκρινήσεις ή ακόμα και αντικατάσταση τους από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Κύπρου. Πρόκειται εξάλλου για γλώσσες τις οποίες γνωρίζει ο Καθ΄ου η αίτηση σ΄αντίθεση με τον Πακιστανό της πιο πάνω υπόθεσης που δεν γνώριζε ελληνικά και όμως είχε υπογράψει ένορκο δήλωση σε αυτή τη γλώσσα με τη βεβαίωση του Πρωτοκολλητή ότι ενώπιον του είχε μεταφραστεί σ΄αυτόν από κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο. Στην υπόθεση In Re Μελάς
(1998)1 A.A.Δ. σελ. 1199 στην οποία επίσης με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Καθ΄ού η αίτηση επρόκειτο για δήλωση της δικηγόρου που εκπροσωπούσε την αιτήτρια χώρα ότι: ¨είχε οδηγίες να αποσύρει αίτηση έκδοσης γιατί δεν συνοδευόταν από κατάλληλες μεταφράσεις¨. Από μόνο του όμως το πιο πάνω απόσπασμα δεν δηλώνει οτιδήποτε εφόσον δεν φαίνεται ποια ήταν η ποιότητα αυτών των μεταφράσεων. Στη παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε οποιονδήποτε παράπονο γι΄αυτές ή συγκεκριμένη εισήγηση εκ μέρους της πλευράς του Καθ΄ού η αίτηση ότι αυτές δεν ήταν εντάξει ούτε και παρουσιάστηκε μαρτυρία εκ μέρους της πλευράς του Καθ΄ού η αίτηση με την οποία να αμφισβητηθούν οι μεταφράσεις των διαφόρων εγγράφων του Τεκμηρίου 6 από τη ρωσική στην αγγλική γλώσσα και ότι αυτές πάσχουν ή ότι δεν είναι πιστές. Στην υπόθεση Efimov (πιο πάνω) που αφορούσε αίτηση για την έκδοση Habeas Corpus εξετάστηκαν παρόμοια θέματα, λέχθηκαν συγκεκριμένα στις σελ. 11 και 12 τα ακόλουθα: ¨Εντός των ορίων του επίσης το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε τη συναφή εισήγηση ότι η νέα δέσμη εγγράφων δεν αποτελούσε κατ΄αντιστοιχία τη μετάφραση του ρωσικού κειμένου. Όπως στην υπόθεση Efimov, έγινε και εδώ από την Ε. Μορφάκη ενδελεχής έλεγχος των στοιχείων αναφοράς των εγγράφων με αντιπαραβολή αριθμών, αναφορών, ημερομηνιών και άλλων ενδεικτικών στοιχείων των δύο κειμένων όπως ημερομηνίες, ποσά και ονόματα τα οποία ευλόγως ταυτοποιούνταν. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση λέχθηκαν τα εξής: ¨Αναδρομή στο φάκελο της διαδικασίας και στα σχετικά τεκμήρια αποκαλύπτει πράγματι την ευκολία της σύγκρισης των εγγράφων στις δύο γλώσσες, έστω και αν η Ε. Μορφάκη δεν γνωρίζει Ρωσικά. Δεν ήταν άλλωστε αυτό το ζητούμενο, αλλά η από τον ίδιο τον αιτητή κατανόηση των εγγράφων έκδοσης, και δεν υπήρξε επί του προκειμένου από πλευράς του οποιαδήποτε εισήγηση ή ένσταση για αμφιταλάντευση, μη αντίληψη ή άλλης μορφής παρανόηση του περιεχομένου τους. Προς επίρρωση της αυθεντικότητας των εγγράφων υπάρχουν επίσημες σφραγίδες και στα Ρωσικά έγγραφα και στις μεταφράσεις που έγιναν από το μεταφραστικό τμήμα της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας.¨ Επομένως ο προβληθείς λόγος αντικριζόμενος κάτω από το φακό της πιο πάνω απόφασης δεν μπορεί να τύχη θετικής αντίκρισης εφόσον επί των μεταφράσεων υπάρχει το όνομα της μεταφράστριας που τις διενήργησε, υπάρχουν επίσημες σφραγίδες του αιτούντος κράτους και η ίδια η κα Μορφάκη όπως και στην υπόθεση Efimov στα πλαίσια και της παρούσας υπόθεσης αναφέρθηκε στα πιο πάνω σημεία τα οποία την οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για πιστές μεταφράσεις των ρωσικών κειμένων. Πέραν αυτού παρατηρώ ότι ο ίδιος ο Καθ΄ού η αίτηση καλός γνώστης και των δύο γλωσσών, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε αλλά και όπως διαφάνηκε από τις παρεμβάσεις του κατά τη διάρκεια της παράθεσης της προφορικής μαρτυρίας, κατά τις οποίες επεσήμανε λάθη στις μεταφράσεις που γίνονταν από τους μεταφραστές του Δικαστηρίου, δεν είχε οποιονδήποτε πρόβλημα κατανόησης αυτών των εγγράφων. Φαίνεται επομένως ότι αυτές δεν προκάλεσα οποιονδήποτε πρόβλημα παρανόησης ή δυσκολίας του τι αντιμετώπιζε ή αντιμετωπίζει. Η προβολή αυτού του λόγου δεν μπορεί παρά να αποδοθεί σε σκοπιμότητα εκ μέρους του Καθ΄ού η αίτηση εφόσον είχε στην κατοχή του αυτά τα έγγραφα και στις δύο γλώσσες από την αρχή της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, τις οποίες γνωρίζει πολύ καλά όπως ο ίδιος παραδέχθηκε και εάν υπήρχε οτιδήποτε που δεν είχε κατανοήσει θα έπρεπε έγκαιρα να το είχε επισημάνει. Αντί τούτου προσπάθησε να αποποιηθεί του δικού του ρόλου και των δικών του τυχόν ευθυνών για τις εγκληματικές πράξεις στις οποίες φέρεται ότι εμπλέκεται ανασκευάζοντας τα όσα προκύπτουν από τα εν λόγω έγγραφα κατά την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν διέκρινα οποιανδήποτε παραπλάνηση του Καθ΄ού η αίτηση ούτε και παραβίαση οποιουδήποτε ουσιώδους δικαιώματος του. Το γεγονός ότι ο τρόπος δράσης της ομάδας στην οποία συμμετείχε ο Καθ΄ού η αίτηση χαρακτηρίστηκε ως πολύπλοκος και δύσκολα κατανοητός από την κα Μορφάκη αλλά και τον κ Χ¨ Σέργη δεν επενεργεί στην ποιότητα της μετάφρασης. Επομένως και αυτός ο λόγος που προβλήθηκε απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Τέλος, η πλευρά του Καθ΄ού η αίτηση πρόβαλε ότι η εξουσιοδότηση για έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του Καθ΄ού η αίτηση εκδόθηκε παράνομα και/ ή καθ΄ υπέρβαση εξουσίας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης γιατί πριν υπογράψει την εξουσιοδότηση αυτός δεν διάβασε καθόλου την αίτηση και τα έγγραφα που την συνοδεύουν κατά παράβαση του Άρθρου 7 του Ν. 97/
- Είναι γεγονός ότι η κα Μορφάκη ανέφερε κατά την αντεξέταση της ότι ο Υπουργός δεν είχε διαβάσει τα έγγραφα και απλώς υπέγραψε την εξουσιοδότηση την οποία είχε ετοιμάσει η ίδια με τη βοήθεια της συνηγόρου που ενεργούσε για τον Γενικό Εισαγγελέα η οποία εκπροσώπησε την αιτούσα χώρα στην παρούσα διαδικασία. Θα διαφωνήσω όμως ότι ήταν δουλειά του ίδιου του Υπουργού να ελέγξει τα έγγραφα που στάλθηκαν από τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Προς τούτο υπάρχουν οι αρμόδιες υφιστάμενες υπηρεσίες. Το γεγονός ότι η αρμόδιος λειτουργός που χειρίζεται αυτές της υποθέσεις η οποία και προίσταται της σχετικής Μονάδας που ασχολείται με αυτά τα θέματα του έθεσε την εξουσιοδότηση ενώπιον του για υπογραφή πιστοποιούσε ταυτόχρονα τον εκ μέρους της έλεγχο των εγγράφων και μάλιστα όπως η ίδια ανέφερε, αν και νομικός η ίδια, εντούτοις φρόντισε και είχε ως είθισται την συμβουλή και την καθοδήγηση της δικηγόρου του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, του κατά το Σύνταγμα Νομικού Συμβούλου της Κυβέρνησης. Ο Υπουργός με τον τρόπο που ενήργησε δεν υπερέβη τις εξουσίες του καθ΄ότι δεν τις παραχώρησε σε κάποιους άλλους λειτουργούς όπως για παράδειγμα ο Υπουργός Εσωτερικών όταν παραχώρησε εξουσίες του για θέματα Πολιτικών Προσφύγων στην Λειτουργό Μετανάστευσης. Ο Υπουργός τουναντίον με την υπογραφή της εξουσιοδότησης του τεκμαίρεται ότι έχει μελετήσει τα έγγραφα τα οποία βρήκε νομότυπα και λαμβάνει και την ευθύνη της υπογραφής του. Επομένως και αυτός ο λόγος απορρίπτεται. Συνοψίζοντας καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα: (α) Ο Καθ΄ού η αίτηση είναι το εκζητούμενο πρόσωπο από τη Ρωσική Ομοσπονδία γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε και αυτό αποδεικνύεται και από το Διαβατήριο του Τεκμήριο
- (β) Εκκρεμεί εναντίον του ποινική υπόθεση στη Ρωσική Ομοσπονδία για αδικήματα τα οποία τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους. Αντίστοιχα αδικήματα προβλέπονται και με βάσει την κυπριακή ποινική νομοθεσία όπου επίσης προνοείται ποινή φυλάκισης πέραν του ενός έτους και τα αδικήματα δεν έχουν παραγραφεί κατά το δίκαιο οποιασδήποτε από τις δύο χώρες και επομένως μπορεί να χωρίσει έκδοση γι΄αυτά τα αδικήματα. (γ) Εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης του Καθ΄ού η αίτηση από το Δικαστήριο Odintsovsky της Μόσχας στις 22.01.2009 για την ποινική υπόθεση
- (δ) Όταν ο Καθ΄ού η αίτηση έφτασε στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 29.03.2009 και περί ώρα 20:45 περιορίστηκε νόμιμα σε χώρο του αεροδρομίου μέχρις ότου εκδοθεί εναντίον του Προσωρινό Ένταλμα Σύλληψης από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου. (ε) Το ένταλμα σύλληψης εκτελέστηκε στις 30.03.2009 και περί ώρα 01:
- (στ) Αυθημερόν οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όπου διατάχθηκε η κράτηση του μέχρις ότου σταλούν τα αναγκαία έγγραφα από την αιτήτρια χώρα και εκδοθεί η εξουσιοδότηση από τον Υπουργό η οποία είναι προαπαιτούμενο για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης. Στη συνέχεια της διαδικασίας αυτός αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους. (ζ) Το πρωτότυπο ένταλμα σύλληψης του Ρωσικού Δικαστηρίου μαζί με τα υπόλοιπα συνοδευτικά έγγραφα στη πρωτότυπη τους μορφή στάλθηκαν μέσω της διπλωματικής οδού και αυτά χάθηκαν στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς μέχρι σήμερα να διαπιστωθεί τι απέγιναν παρά τη διοικητική έρευνα που διατάχθηκε. Ο Υπουργός έλαβε υπόψη του τα πιστά τους αντίγραφα τα οποία φρόντισαν αμέσως οι Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας να διαβιβάσουν προς αντικατάσταση των πρωτοτύπων και πάλι μέσω της διπλωματικής οδού. Αυτά είναι συνταγμένα στη γλώσσα της αιτήτριας χώρας δηλαδή τη ρωσική με μετάφραση τους στην αγγλική γλώσσα που είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η εξουσιοδότηση του Υπουργού υπογράφτηκε την 4.05.2009 και την επόμενη 5.04.2009 άρχισε η ενώπιον του Δικαστηρίου η διαδικασία έκδοσης του. (η) Ο Καθ΄ού η αίτηση δεν εμπίπτει εντός της κατηγορίας των ατόμων τα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία δικαιούται να αρνηθεί να εκδώσει. (θ) Η αίτηση στηρίζεται από έκθεση γεγονότων του αδικήματος. (ι) Η Σύμβαση και τα Πρωτόκολλα της ισχύουν και στις δύο χώρες και η ισχύς τους δεν έχει τερματισθεί. (ια) θεωρώ ότι οι ρηματικές διακοινώσεις που τέθηκαν ενώπιον μου διασφαλίζουν ότι οι Ρωσικές Αρχές είναι δεσμευμένες στην τήρηση των υποχρεώσεων τους με βάσει τις διεθνείς συμβάσεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πρόσωπο του Καθ΄ού η αίτηση και θα διασφαλίσουν συνθήκες ασφαλούς κράτησης του Καθ΄ού η αίτηση και δίκαιη δίκη. Με βάση λοιπόν όλα τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον μου, καταλήγω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του νόμου αφού η αιτούσα χώρα ικανοποίησε το βάρος απόδειξης που είχε σύμφωνα με το νόμο και επομένως η αίτηση για έκδοση του Καθ΄ού η αίτηση στη Ρωσική Ομοσπονδία σε σχέση με το αδίκημα που φέρεται ότι έχει διαπράξει και αναφέρονται στην εξουσιοδότηση του Υπουργού είναι δικαιολογημένη. Διατάσσω την έκδοση του Καθ΄ού η αίτηση στη Ρωσική Ομοσπονδία. Διατάσσω επίσης όπως ο Καθ΄ού η αίτηση παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την έκδοση του αφού ακολουθηθούν όλες οι νόμιμες διαδικασίες που απαιτούνται προς αυτόν τον σκοπό. Σύμφωνα με το Άρθρο 10 του Νόμου 97/1970 ο Καθ΄ού η αίτηση έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης Habeas Corpus. (Εξηγείται στον Καθ΄ού η αίτηση σε κοινή γλώσσα το δικαίωμα του για υποβολή αίτησης για Habeas Corpus.) Η απόφαση αυτή να κοινοποιηθεί αμέσως στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Τα έξοδα του διερμηνέα να καταβληθούν από η Δημοκρατία. (Υπογρ.) .......................... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο