← Κύπρος

ΕΛΕΝΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. ΡΙΝΑΣ ΣΙΑΛΑΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1135/09, 15 Ιουλίου, 2010

ΕΛΕΝΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. ΡΙΝΑΣ ΣΙΑΛΑΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1135/09, 15 Ιουλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1135/09 Μεταξύ:

  1. ΕΛΕΝΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ,
  2. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγόντων και
  3. ΡΙΝΑΣ ΣΙΑΛΑΡΟΥ,
  4. ΜΥΡΟΦΟΡΑΣ ΛΕΥΤΕΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγομένων Aίτηση ημερ. 14/5/10 για τροποποίηση Υπεράσπισης 15 Ιουλίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτριες-Εναγόμενες 1 και 2: Ο κ. Κ. Σέργης. Για Καθ' ων η Αίτηση-Ενάγοντες: Ο κ. Κ. Μούσκος. ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές-Εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της Υπεράσπισης με τον τρόπο που εξειδικεύεται στις παραγράφους (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε), (ΣΤ), (Ζ) και (Η) της αίτησης. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η αίτηση βασίζεται στη Δ.25 θθ.12 και Δ.48 θθ. 1, 2, και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Μυροφόρας Λευτέρη Γεωργίου, δηλαδή της εναγομένης 2, στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 13/4/
  5. Στις 24/4/09 καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 και στις 22/9/09 καταχωρήθηκε Υπεράσπιση, ενώ στις 24/9/09 καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση από τους ενάγοντες. · Στις 24/2/10 οι ενάγοντες 1 και 2 προχώρησαν σε αντικατάσταση του δικηγόρου τους και διόρισαν νέο δικηγόρο τον κ. Κενδέα Σέργη. · Σε συνάντηση που οι εναγόμενες 1 και 2 είχαν με το νέο δικηγόρο τους με την ανάθεση της υπόθεσης σ΄ αυτόν διαπιστώθηκε ότι, λόγω παράλειψης και από κακή συνεννόηση που η εναγόμενη 2 είχε με την προηγούμενη δικηγόρο που είναι και η εναγόμενη 1 στην ετοιμασία της Υπεράσπισης δεν της ανέφερε η εναγόμενη 2 επακριβώς, πλήρως και σωστά τα πραγματικά γεγονότα με αποτέλεσμα να μην αναγραφούν επί της Υπεράσπισης τα σωστά και επακριβή γεγονότα, γι΄ αυτό και ζητείται διάταγμα τροποποίησης για να προστεθούν και διορθωθούν όλα τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. · Η παράλειψη αυτή είναι ουσιώδης και χωρίς αυτή οι εναγόμενοι θα ζημιωθούν ανεπανόρθωτα και δεν θα μπορέσουν να παρουσιάσουν τα αληθινά γεγονότα επακριβώς κατά την ακρόαση της υπόθεσης και θα επηρεασθούν δυσμενώς τα δικαιώματα τους. · Η τροποποίηση αυτή ουδόλως θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Εναγόντων /Καθ΄ ων η Αίτηση και είναι προς το συμφέρον της δίκαιης δίκης και της δικαιοσύνης να επιτραπεί. · Οι εναγόμενες είναι έτοιμοι να καταβάλουν κάθε δικαστική δαπάνη η οποία ενδεχομένως θα προκύψει από αυτή την τροποποίηση. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.21 θ 7Α, Δ.25 θθ 1-3 και 5, Δ.48, θθ 1-4 και 9, Δ.39 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: § Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. § Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και έγινε για σκοπούς κωλυσιεργίας της ταχείας και ορθής εκδίκασης της αγωγής. § Η αίτηση δεν έγινε καλόπιστα και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. § Με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγονται θέματα και ζητήματα που θα περιπλέξουν τις μεταξύ των διαδίκων πραγματικές διαφορές και αξιώνονται δικονομικά απαράδεκτες θεραπείες και /ή δεν είναι δικονομικά παραδεκτό να αξιώνεται με την τροποποίηση Υπεράσπισης και /ή της εισαγωγής Ανταπαίτησης άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. § Με τη σκοπούμενη τροποποίηση αξιώνεται η τροποποίηση της Πρωτογενούς Αίτησης με αρ. 3/09 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Δικαιοδοσία Επικυρώσεως Διαθηκών. § Η σκοπούμενη τροποποίηση της Υπεράσπιση δια της προσθήκης και /ή εισαγωγής Ανταπαίτησης είναι αντίθετη με τους δικονομικούς θεσμούς και /ή σκοπείται τροποποίηση και εισαγωγή μιας δικονομικά απαράδεκτης Ανταπαίτησης και /ή Ανταπαίτησης στερούμενης λεπτομερειών απαίτησης. § Η αίτηση δεν στηρίζεται σε δικονομικά παραδεκτή ένορκη δήλωση και /ή ένορκη δήλωση που δεν μπορεί να είναι δεσμευτική για την εναγόμενη
  6. § Με τη σκοπούμενη τροποποίηση επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγόντων για ταχεία εκδίκαση της αγωγής τους και της διεξαγωγής της δίκης σε εύλογο χρόνο. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2 στην οποία καταγράφονται τα εξής όπως μπορώ να συνοψίσω: - Ø Ενώ η Ανταπαίτηση του δικηγόρου για τις εναγόμενες έγινε στις 24/2/10, δεν έγινε κανένα διάβημα για την τροποποίηση της Υπεράσπισης και /ή την εισαγωγής ή προσθήκη Ανταπαίτησης μέχρι τις 10/5/2010 με ημερομηνία ορισμού στις 8/6/10 που ήταν η ημερομηνία που καθορίσθηκε από το Δικαστήριο ως ημέρα ακρόασης της υπόθεσης. Ø Η ενόρκως δηλούσα δεν δίδει οποιαδήποτε εξήγηση σε ποία παράλειψη αναφέρεται, ενώ οι ισχυρισμοί ότι οι εναγόμενες θα ζημιωθούν ανεπανόρθωτα και θα επηρεασθούν δυσμενώς τα δικαιώματα τους ένεκα της παράλειψης αυτής είναι γενικοί και αόριστοι. Ø Με την παρούσα αίτηση δεν σκοπείται ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς αλλά θα προκαλέσει πολλαπλότητα νομικών διαδικασιών αφού στις αιτούμενες τροποποιήσεις γίνεται αναφορά σε λανθασμένα ονόματα ή παραφράζεται κείμενο ήδη καταχωρημένο σε δικαστική διαδικασία η διόρθωση των οποίων θα οδηγήσει και πάλι σε αίτημα τροποποίησης με περαιτέρω καθυστέρηση της διεξαγωγής της δίκης σε εύλογο χρόνο. Ø Με τη σκοπούμενη τροποποίηση σκοπείται η διόρθωση λαθών και παραλείψεων γνωστών από την καταχώριση της αγωγής μέσα σε μια προσπάθεια διόρθωσής τους μέσω της τροποποίησης και όχι με τα ενδεδειγμένα και καθιερωμένα δικονομικά μέτρα. Ø Δεν ενδείκνυται, ούτε επιτρέπεται η διόρθωση λάθους ή αβλεψίας ενόρκου δηλώσεως με την δια τροποποίησης εισαγωγή ισχυρισμού στην Υπεράσπιση αλλά ούτε διά της εισαγωγής Ανταπαίτησης. Η καταχώρηση ενόρκου δηλώσεως και /ή νέας ενόρκου δηλώσεως και /ή συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως βασίζεται σε άλλα δικονομικά διαβήματα και /ή θεσμούς και όχι μέσω τροποποίησης της Υπεράσπισης και /ή καταχώρησης Ανταπαίτησης. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την εκδίκαση της αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κ. Κ. Σέργης εκ μέρους των Αιτητών/Εναγομένων 1 και 2, αφού αναφέρθηκε εκτεταμένα στις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις τροποποίησης, υποστήριξε ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή κατεχωρήθη ένα χρόνο μετά την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Ακόμη, εισηγήθηκε ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες και αποτελούν γνήσια προσπάθεια για κάλυψη όλων όσων κρίθηκαν μετά από μελέτη ως ελλείψεις στο δικόγραφο των εναγομένων. Επεσήμανε δε ότι δεν έχει καν ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Όσον αφορά τη βασιμότητα της τροποποίησης υποστήριξε ότι δεν είναι του παρόντος για να αποφασισθεί. Τέλος, ανέφερε ότι, έστω και αν οι παραλείψεις οφείλονται σε αμέλεια προηγούμενου δικηγόρου ή των αιτητών, δεν μπορεί ένα τέτοιο γεγονός να στερήσει ουσιαστικά το δικαίωμα των αιτητών να ακουσθούν επί όλων των γεγονότων προς επίλυση των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Ο κ. Κ. Μούσκος εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση/Εναγόντων, αφού αναφέρθηκε και αυτός στις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις αυτού του είδους, υποστήριξε ότι η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθη αδικαιολόγητα καθυστερημένα και ότι η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν αναφέρει γεγονότα που να επιβεβαιώνουν και /ή να δικαιολογούν το χρόνο και /ή τους λόγους καθυστέρησης της υποβολής της αίτησης. Ο συνήγορος τόνισε ότι ενώ η αντικατάσταση της δικηγόρου των εναγομένων έγινε στις 24/2/10 δεν υπεβλήθη, ωστόσο, αίτηση τροποποίησης ευθύς αμέσως και προ της ορισμένης ημέρας ακρόασης που ήταν στις 22/3/10 αλλά ούτε και πριν τις 10/5/10 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες και έγινε στις 14/5/10 με ημερομηνία ορισμού της αίτησης στην 8/6/10 ημέρα κατά την οποία η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση και της ένεκα αυτής απώλειας δύο δικασίμων δεν μπορεί να εκληφθεί σαν οτιδήποτε άλλο από προσπάθεια της εναγομένης 2 να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής ενεργώντας με αυτό τον τρόπο με κακή πίστη. Ο συνήγορος υποστήριξε, ακόμη, ότι είναι δικονομικά απαράδεκτο να ζητείται με τροποποίηση της Υπεράσπισης και την προσθήκη Ανταπαίτησης άδεια για καταχώριση άλλης ή συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως στην Αίτηση 3/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας Δικαιοδοσίας Επικυρώσεως Διαθηκών που συνιστά Πρωτογενή Αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της αίτησης η οποία έχει ως κύρια βάση της την Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: «Δ.25 θ.1 The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:

(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.[3]
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] ΄Ομως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης[5] (πιο πάνω).
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6]
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 Α.Α.Δ. 111. Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στην σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81).» ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση, έχοντας κατά νου και τα σημεία που εγείρονται στην ένσταση των Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση. Όσον αφορά τον παράγοντα καθυστέρησης και τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ότι έγινε για σκοπούς κωλυσιεργίας επισημαίνω εδώ ότι το ζητούμενο είναι το από πότε ήταν που διαπιστώθηκαν ελλείψεις και παραλείψεις και ότι το δικόγραφο των Εναγομένων δεν ανέφερε επακριβώς, πλήρως και σωστά τα πραγματικά γεγονότα με αποτέλεσμα να μην αναγραφούν επί της Υπεράσπισης τα σωστά και επακριβή γεγονότα ως επίσης και η αναγκαιότητα για κάλυψη τους. Στην παρούσα υπόθεση ο λόγος που προβάλλεται για την αναγκαιότητα υποβολής της παρούσας αίτησης στο παρόν στάδιο είναι ότι ο νυν δικηγόρος των Εναγομένων, μετά από μελέτη της υπόθεσης, διαπίστωσε την αναγκαιότητα συμπερίληψης στην Υπεράσπιση των προτεινόμενων τροποποιήσεων. ΄Οπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν είχε νωρίτερα γνώση των κενών ή δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ότι νομικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. ΄Εστω και αν ακόμα οι παραλείψεις ή ελλείψεις οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή του ιδίου ή του δικηγόρου του. Με αυτή την έννοια και, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός της αντικατάστασης της προηγούμενης δικηγόρου των και την καταχώρηση, μετά την αλλαγή δικηγόρου, της υπό κρίση αίτησης, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη υπέρμετρης και/ή αναιτιολόγητης καθυστέρησης εκ μέρους των Εναγομένων, ούτε και πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Καθ΄ ων η αίτηση περί καθυστέρησης στην υποβολή της παρούσας αίτησης θα ήταν χρήσιμο, πιστεύω να αναφερθούμε πολύ συνοπτικά στο ιστορικό και στις σχετικές ημερομηνίες. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 13/4/2009 και ακολούθησε στις 24/4/2009 η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων. Η Υπεράσπιση των Εναγομένων καταχωρήθηκε στις 22/9/2009, ενώ η Απάντηση στην Υπεράσπιση στις 24/9/
  1. Αφού προηγήθηκε αίτηση ορισμού, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 18/11/2009 και εν συνεχεία ξανά για οδηγίες στις 27/11/2009 για να οριστεί στη συνέχεια για πρώτη φορά για ακρόαση στις 22/3/
  2. Εν τω μεταξύ στις 24/2/2010 έγινε αλλαγή δικηγόρου και η υπό κρίση αίτηση κατεχωρήθη, τελικώς στις 14/5/2010 και ορίστηκε στις 8/6/2010 που είχε στο μεταξύ οριστεί η αγωγή για ακρόαση. Ας σημειωθεί ότι στις 8/6/2010 όταν ζητήθηκε αναβολή από το νέο δικηγόρο των Εναγομένων λόγω της καταχώρησης αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης ο αντίδικος δικηγόρος των Εναγόντων δεν έφερε ένσταση και έτσι η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε εκείνη την ημέρα. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση κατεχωρήθη περίπου ένα χρόνο μετά τη καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αφού μεσολάβησε, όπως φαίνεται ανωτέρω, αλλαγή δικηγόρου στις 24/2/2010, δηλαδή τρεις μήνες πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Έχω την άποψη ότι το ιστορικό της υπόθεσης δεν καταμαρτυρεί ιδιαίτερη ή ακόμη, όπως το έθεσε η άλλη πλευρά, υπέρμετρη καθυστέρηση στη καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω επισημαίνεται ότι όπως έχει νομολογηθεί μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε σε αβλεψία ή παραδρομή. Ακόμη, ότι όσο αμελής και να υπήρξε η πρώτη παράλειψη και όσο καθυστερημένα και να υποβάλλεται η αίτηση τροποποίησης, η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα πρέπει να εγκριθεί, αν αυτό μπορεί να γίνει χωρίς πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά[9]. Το σημείο αυτό που αφορά το καθυστερημένο στάδιο υποβολής της αίτησης δεν βαρύνει καταλυτικά την πλάστιγγα σε βάρος των αιτητών- εναγόντων και ούτε ο παράγοντας χρόνος καθ΄ εαυτού είναι καθοριστικής σημασίας. Ούτε μου διαφεύγει της προσοχής ότι οι Εναγόμενες και/ή ο δικηγόρος τους είχαν την υποχρέωση, αν επιδεικνυόταν μεγαλύτερη επιμέλεια και προσοχή, να διαπιστώσουν τα όποια λάθη ή παραλείψεις στην παράθεση των γεγονότων της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από την Υπεράσπιση που ετοιμάσθηκε, από την αρχή ή, εν πάση περιπτώσει, ενωρίτερα στη διαδικασία, χωρίς να αφεθεί το ζήτημα αυτό σε μεταγενέστερο στάδιο. Μια τέτοια, όμως, παράλειψη δεν θα πρέπει, κατά την άποψη μου, να αποστερήσει από τις Εναγόμενες την εκ των υστέρων δυνατότητα να θέσουν την πραγματική εικόνα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Oσον αφορά τη θέση των Εναγόντων ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση επιδιώκεται άδεια για καταχώριση άλλης ή συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως στην Πρωτογενή Αίτηση υπ΄ αριθμό 3/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Δικαιοδοσία Επικυρώσεως Διαθηκών, κάτι το οποίο, όπως υποστηρίζεται, είναι δικονομικά απαράδεκτο έχω να πω ότι το κατά πόσο η αξιούμενες στην προτεινόμενη τροποποίηση θεραπείες οι οποίες επιδιώκονται να εισαχθούν μέσω της προτεινόμενης Ανταπαίτησης δεν θεωρώ ότι πρέπει να εξετασθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Με άλλα λόγια η βασιμότητα της προτεινόμενης τροποποίησης ως προς το περιεχόμενο της δεν είναι του παρόντος για να εξεταστεί και να αποφασισθεί. Ακόμη, διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καν ξεκινήσει και, άρα, βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια και δεν βλέπω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των Εναγόντων που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξης του. Συγκεκριμένα, εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίστανται σε αυτό το στάδιο οι Ενάγοντες, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ των Εναγομένων-Αιτητριών. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης ως η αίτηση. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες μετά τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και Απάντηση και Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση σε 10 ημέρες μετά την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Δύο λόγια για τα έξοδα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις για τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός, αλλά αντίθετα ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Τούτο προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μέσα από την ανάγνωση της Δ.25 θ.θ.1 και 5 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην Αγγλία, να σημειώσω, υπάρχει ειδική πρόνοια ότι τα έξοδα τα επωμίζεται ο διάδικος που ζητά τροποποίηση. Στην παρούσα υπόθεση, εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας αίτησης και της έγκρισης της, και, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση της κατάλληλης διαταγής για τα έξοδα, τα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόντων και εναντίον των Αιτητριών-Εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ 704, στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) AAΔ 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis &Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5] «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378. [6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ.607. [8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [9] Δέστε Astor ν. Leventis
(1993)1 A.A.Δ. 726. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.