← Κύπρος

ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Βασούλα Κωνσταντίνου ν. ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ:- ALPHA BANK CYPRUS LTD (Πρώην Alpha Bank Ltd), Αίτηση πτώχευσης αρ. 268/2009, 23.7.2010

ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Βασούλα Κωνσταντίνου ν. ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ:- ALPHA BANK CYPRUS LTD (Πρώην Alpha Bank Ltd), Αίτηση πτώχευσης αρ. 268/2009, 23.7.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αίτηση πτώχευσης αρ. 268/2009 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Βασούλα Κωνσταντίνου, το γένος Ανδρέα Ρωτή, εκ Λάρνακας. ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ:- ALPHA BANK CYPRUS LTD (Πρώην Alpha Bank Ltd), εκ Λευκωσίας. Πιστωτές Ημερομηνία: 23.7.

  1. Εμφανίσεις: Για αιτητές: Η κα Αλ. Ζαχαρίου. Για καθ΄ ης η αίτηση: Ο κ. Α. Μαθηκολώνης με κ. Χαρ. Σκορδή. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αίτηση πτώχευσης στρέφεται εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση ως εξ αποφάσεως χρεώστιδα στην αγωγή 412/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Η σχετική απόφαση, τεκμήριο 3, είχε εκδοθεί στις 6.4.
  2. Η καθ΄ ης η αίτηση ήταν μία εκ των τριών εναγομένων στην προαναφερθείσα αγωγή. Είχε εναχθεί ως εγγυήτρια του εκεί αναφερόμενου ως πρώτου εναγομένου. Επίσης, ενάχθηκε ως η ιδιοκτήτρια δύο συγκεκριμένων ακινήτων, τα οποία είναι δεσμευμένα με αντίστοιχο αριθμό υποθηκών προς εξασφάλιση του χρέους του εν λόγω πρώτου εναγομένου προς τους ενάγοντες. Οι πιο πάνω πληροφορίες προκύπτουν από πιστοποιητικό το οποίο κατατέθηκε από τους αιτητές και σημειώθηκε τεκμήριο 5 καθώς επίσης από την προαναφερθείσα δικαστική απόφαση. Με βάση την απόφαση αυτή η καθ΄ ης η αίτηση οφείλει να πληρώσει στους ενάγοντες, αιτητές στην παρούσα διαδικασία, τουλάχιστον ποσό €959.725,58 πλέον τόκο προς 9,588% ετησίως πλέον δικηγορικά έξοδα. Όλα τα ποσά που επιδικάστηκαν ήσαν άμεσα πληρωτέα. Όμως, από τη μαρτυρία η οποία έχει κατατεθεί στη δίκη δεν προκύπτει να έχουν ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση. Ούτε αναφέρθηκε κατά πόσο προωθήθηκε η εκποίηση των εν λόγω ενυπόθηκων ακινήτων της. Ας σημειωθεί ότι η εκποίηση τους έχει διαταχθεί με την προαναφερθείσα απόφαση και το διάταγμα ήταν επίσης άμεσα εκτελεστό. Έκτοτε, το εξ αποφάσεως χρέος έχει αυξηθεί σημαντικά συνεπεία της προσθήκης σ΄ αυτό των δεδουλευμένων τόκων που προκύπτουν κατ΄ έτος. Αυτή η αύξηση φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 4, όπως και κάποιες πληρωμές οι οποίες είχαν γίνει στο μεταξύ έναντι του χρέους και συμποσούντο στις €92.000,- περίπου. Ως αποτέλεσμα, το εξ αποφάσεως χρέος φέρεται να ανήρχετο στις 31.12.2009 στο ποσό των €1.460.475,
  3. Για την απόδειξη της πιο πάνω οφειλής της καθ΄ ης η αίτηση κατέθεσε η υπάλληλος των αιτητών κα Εύη Αποστόλου. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της η κα Αποστόλου κατάθεσε την κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 4, και το προαναφερθέν πιστοποιητικό, τεκμήριο
  4. Το τελευταίο έγγραφο κατατέθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35

(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  1. Σκοπός του είναι η επιβεβαίωση του γεγονότος ότι η προαναφερθείσα κατάσταση λογαριασμού αποτελεί μέρος του αρχείου της επιχείρησης των αιτητών. Επίσης, η κα Αποστόλου κατάθεσε έκθεση ειδικού εκτιμητή ακινήτων, τεκμήριο 6, στην οποία καθορίζεται ως αγοραία αξία των δύο ενυπόθηκων ακινήτων της καθ΄ ης η αίτηση το ποσό των €470.
  2. Ενώ ως αξία στην περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης τους αναφέρεται το συνολικό ποσό των €375.
  3. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί των γεγονότων αυτών και ούτε προσβλήθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία της. Επίσης δεν προσβλήθηκαν η εγκυρότητα και η αλήθεια της προαναφερθείσας έκθεσης εκτίμησης. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία της μάρτυρος στο σύνολο της κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή ως αντιπροσωπευτική της αλήθειας. Η απόδειξη του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούντα αιτητή είναι ένα από τα θέματα για τα οποία θα πρέπει το δικαστήριο να ικανοποιηθεί κατά την ακρόαση, προκειμένου να προβεί στην έκδοση διατάγματος παραλαβής σύμφωνα με την αίτηση, (άρθρο 6
(2)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5). Όπως διαπιστώνεται πιο πάνω αυτό έχει επιτευχθεί. Ας σημειωθεί δε ότι σε σχέση με την πτυχή αυτή έχει ληφθεί υπόψη ότι στο παρόν στάδιο της πτωχευτικής διαδικασίας, κατά το οποίο επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος παραλαβής με σκοπό την προστασία της περιουσίας του χρεώστη (άρθρο 4), σαφώς δεν απαιτείται η απόδειξη του ακριβές ποσού του χρέους. Αλλά η απόδειξη ύπαρξης χρέους, το ύψος του οποίου θα πρέπει να υπερβαίνει τις £500,- και τώρα το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ, (άρθρο 5
(1)(α), σε σχέση με το οποίο ο χρεώστης έχει τελέσει πράξη πτώχευσης σύμφωνα με τον προαναφερθέντα Νόμο. Η τελευταία πτυχή εξετάζεται πιο κάτω. Ένα δεύτερο θέμα για το οποίο θα πρέπει επίσης να ικανοποιηθεί το δικαστήριο είναι σε σχέση με την επίδοση της αίτησης στην καθ΄ ης η αίτηση. Θα πρέπει να έχει γίνει στην ίδια προσωπικά. Σε σχέση με το θέμα αυτό προσφέρθηκε η μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη κ. Κούλλη Ξενή. Συγκεκριμένα, κατέθεσε την ένορκη δήλωση επίδοσης την οποία αυτός ορκίστηκε, τεκμήριο 2, το περιεχόμενο της οποίας ικανοποιεί την απαίτηση για προσωπική επίδοση που θέτει ο κανονισμός 51
(1)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Σύμφωνα με την ίδια πρόνοια, του άρθρου 6
(2), το δικαστήριο απαιτεί επίσης την απόδειξη τέλεσης πράξης πτώχευσης από τον καθ΄ ου η αίτηση, χρεώστη. Τέτοια πράξη μπορεί να επισυμβεί με έναν από τους διάφορους τρόπους οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 3
(1)του προαναφερθέντος Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτητές χρησιμοποίησαν τον πλέον συνηθισμένο τρόπο, ήτοι την επίδοση προς τη χρεώστιδα ειδοποίησης πτώχευσης. Προβλέπεται στην υποπαράγραφο (ζ) του προαναφερθέντος άρθρου. Σύμφωνα με το φάκελο της εν λόγω διαδικασίας, τεκμήριο 1, η σχετική ειδοποίηση επιδόθηκε στην καθ΄ ης η αίτηση δεόντως. Την καλούσε δε, σε συμμόρφωση με ό,τι η εν λόγω πρόνοια ορίζει, όπως εντός επτά ημερών από την επίδοση προς αυτή της ειδοποίησης να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της. Διαφορετικά να ικανοποιούσε το δικαστήριο ότι είχε ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισούτο ή υπερέβαινε το εξ αποφάσεως χρέος και την οποία δεν κατέστη δυνατό να προβάλει στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης της απόφασης. Η καθ΄ ης η αίτηση δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα προς αυτήν την κατεύθυνση. Ανεξάρτητα με τη στάση ανωτέρω, η υπεράσπιση της καθ΄ ης η αίτηση ήγειρε διάφορες ενστάσεις σε σχέση με την προαναφερθείσα τελευταία απαίτηση του άρθρου 6
(2). Δηλαδή την απόδειξη τέλεσης πράξης πτώχευσης. Συγκεκριμένα, η γενική εισήγηση του συνηγόρου της, η οποία έγινε στη βάση των ενστάσεων αυτών, είναι ότι η εν λόγω ειδοποίηση δεν είναι έγκυρη. Αντίθετη ήταν η άποψη της συνηγόρου των αιτητών όσον αφορά την επίμαχη αυτή πτυχή. Ειδικότερα, ο συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση εισηγήθη κατ΄ αρχάς,ότι το επιδικασθέν ποσό στην απόφαση, τεκμήριο 3, επί της οποίας έχει βασιστεί η ειδοποίηση πτώχευσης, εμφανίζεται να είναι και σε ΛΚ και σε ευρώ συγχρόνως. Ενώ το ποσό που αναφέρεται στην ειδοποίηση πτώχευσης υπερβαίνει το πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι δεν γίνεται αναφορά στην ειδοποίηση πτώχευσης στην ύπαρξη των εξασφαλίσεων, ήτοι των υποθηκών. Και αντίθετα, με την ειδοποίηση ζητείται από την καθ΄ ης η αίτηση να παράσχει εξασφάλιση για ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος. Τέλος, με μια άλλη εισήγηση του, θεωρεί πως η μη εκποίηση πρώτα των ενυπόθηκων ακινήτων καθιστά, επίσης άκυρη την ειδοποίηση πτώχευσης. Όλες οι πιο πάνω ενστάσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή. Όμως, να αναφερθεί από την αρχή ότι καμιά από αυτές δεν ευσταθεί. Πρόνοια για τον τύπο και το περιεχόμενο της ειδοποίησης πτώχευσης γίνεται κατ΄ αρχάς στο άρθρο 3
(3)του εν λόγω Νόμου. Αναφέρει τα εξής: «Ειδοποίηση πτώχευσης με βάση το Νόμο αυτό θα γίνεται κατά τον καθορισμένο τύπο και θα καλεί το χρεώστη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρώσει σύμφωνα με τους όρους της απόφασης ή του διατάγματος, ή να εξασφαλίσει το χρέος ή να συμβιβάσει αυτό κατά τρόπο που να ικανοποιεί τον πιστωτή ή το Δικαστήριο, και να εκθέτει τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης προς την ειδοποίηση και πρέπει να επιδίδεται κατά τον καθορισμένο τρόπο: Ενώ τα θέματα που αφορούν στη διαδικασία έκδοσης και προώθησης μέσω του δικαστηρίου ειδοποίησης πτώχευσης προβλέπονται στους κανονισμούς 38 έως 43 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Στο Παράρτημα Α αυτών και υπό τον αριθμό 4 παρατίθεται ο τύπος της ειδοποίησης πτώχευσης, κατ΄ επιταγή του άρθρου 3
(3), ανωτέρω. Έχει ως εξής: «To the above-named debtor of ................... Take notice that within (seven) days after service of this notice on you, you must pay to .... of ...... the sum of £..... claimed by the said ........ as being the amount due on a final judgment obtained by him against you in the ........ Court of ........, Registry of ......, dated ....... whereon execution has not been stayed, or you must secure or compound for the said sum to his satisfaction or to the satisfaction of this Court; or you must satisfy this Court that you have a counterclaim, set-off, or cross-demand against him which equals or exceeds the sum claimed by him and which you could not set up in the action or other proceedings in which the judgment was obtained.» Όσον αφορά την πρώτη ένσταση το μεγαλύτερο από τα ποσά που συναποτελούν το εξ αποφάσεως χρέος που αναφέρεται στην ειδοποίηση πτώχευσης είναι μόνο σε ευρώ. Δεν εμφανίζεται πριν από αυτό και το σήμα της κυπριακής λίρας όπως συμβαίνει στη συντεταγμένη απόφαση, τεκμήριο
  1. Ενώ για κάποια άλλα ποσά που είχαν επιδικαστεί σε λίρες Κύπρου, δίδεται και το αντίστοιχο σε ευρώ. Συνεπώς, όσον αφορά την πιο πάνω πτυχή η ειδοποίηση στην όψη της είναι καθ΄ όλα εντάξει. Και είναι η εν λόγω ειδοποίηση που επιδόθηκε στην καθ΄ ης η αίτηση και την καλούσε να πράξει ως οι απαιτήσεις που προβάλλονταν σ΄ αυτή, σε σχέση με συγκεκριμένο ποσό χρέους προερχόμενο από δικαστική απόφαση. Παρεμπιπτόντως, να σημειωθεί ότι δεν απαιτείται να επισυνάπτεται με την ειδοποίηση πτώχευσης πιστό αντίγραφο της απόφασης επί της οποία αυτή βασίζεται. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 39, αυτό θα πρέπει να προσκομίζεται στον Πρωτοκολλητή κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης προκειμένου αυτός να ικανοποιηθεί ως προς το λόγο του αιτήματος. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση η καθ΄ ης η αίτηση είχε σαφή γνώση ως προς την οικονομική απαίτηση που προβάλλετο εναντίον της με την ειδοποίηση πτώχευσης ανεξάρτητα με την παράτυπη χρήση στην απόφαση και των δύο προαναφερθέντων νομισμάτων στον καθορισμό του μεγαλύτερου από τα διάφορα ποσά που συναποτελούν το εξ αποφάσεως χρέος. Η επόμενη ένσταση είναι ότι το απαιτούμενο με την ειδοποίηση πτώχευσης ποσό για εξόφληση της οφειλής ήταν μεγαλύτερο αυτού που πραγματικά οφείλετο. Κατ΄ αρχάς να σημειωθεί ότι δεν απαιτείται να αναφέρεται στην ειδοποίηση πτώχευσης το ποσό το οποίο έχει επιδικαστεί με την απόφαση, αν δεν είναι αυτό το οφειλόμενο κατά το χρόνο της έκδοσης της. Αλλά θα πρέπει να αναφέρεται το οφειλόμενο κατά το συγκεκριμένο χρόνο ποσό για να γνωρίζει ο χρεώστης το ακριβές ύψος της οφειλής του. Έτσι θα είναι καλύτερα σε θέση να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της ειδοποίησης πτώχευσης ή να ενεργήσει όπως αλλιώς πληροφορείται με αυτή ότι δικαιούται, αν αυτή είναι η πρόθεση του. Στην προκειμένη περίπτωση με την ειδοποίηση πτώχευσης απαιτείτο από την καθ΄ ης η αίτηση η καταβολή ποσού €959.725,58 με τόκο από την 1.7.2004 και επίσης ποσού €4.438 με τόκο από την 21.12.2004, και για τα δύο ποσά μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα συν ΦΠΑ. Η έκδοση της είχε γίνει στις 9.7.2009, βασιζόμενη προφανώς στην απόφαση, τεκμήριο 3, και η επίδοση της την 30.7.
  2. Πρόσθεση όλων των επιδικασθέντων ποσών, συμπεριλαμβανομένων των δεδουλευμένων τόκων κατά την τελευταία πιο πάνω ημερομηνία, θα έδινε ένα ποσό το οποίο όμως δε θα ανταποκρινόταν, προφανώς, στο ακριβές ύψος της οφειλής κατ΄ εκείνη την ημερομηνία για το λόγο ότι μέχρι τότε είχαν γίνει κάποιες πληρωμές έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, ύψους €92.000, περίπου. Οι πληρωμές αυτές προκύπτουν από την κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 4, πλην όμως δεν αναφέρεται οπουδήποτε αν έχουν ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της ειδοποίησης πτώχευσης. Ως εκ τούτου, με αυτήν απαιτείτο από την καθ΄ ης η αίτηση να προβεί στην πληρωμή κλπ ποσού μεγαλύτερου από αυτό που οφείλετο στην πραγματικότητα. Όμως, ο Νόμος δεν είναι τόσο αυστηρός όσον αφορά το θέμα αυτό. Αναφορά δε σε ειδοποίηση πτώχευσης σε μεγαλύτερο ποσό οφειλής από αυτό που πραγματικά οφείλεται δεν την καθιστά άκυρη. Το θέμα ρυθμίζεται νομοθετικά. Η σχετική πρόνοια απαντάται στη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)του Νόμου και αναφέρει και τα εξής: Νοείται ότι ειδοποίηση πτώχευσης― (α) ............................................................................. (β) δεν θα ακυρώνεται εξαιτίας μόνο ότι το ποσό που ορίζεται στην ειδοποίηση ως το οφειλόμενο υπερβαίνει το ποσό που πραγματικά οφείλεται, εκτός αν ο οφειλέτης μέσα στην προθεσμία που δόθηκε για πληρωμή δώσει ειδοποίηση στον πιστωτή ότι αμφισβητεί την εγκυρότητα της ειδοποίησης πτώχευσης με βάση την ανακρίβεια αυτή, αλλά, αν ο οφειλέτης δεν δώσει τέτοια ειδοποίηση θα θεωρείται ότι έχει συμμορφωθεί με την ειδοποίηση πτώχευσης αν μέσα στην προθεσμία που δόθηκε λαμβάνει τέτοια μέτρα τα οποία θα συνιστούσαν συμμόρφωση προς την ειδοποίηση αν το πραγματικά οφειλόμενο ποσό οριζόταν ορθά σε αυτή.» Είναι σαφές ότι η πιο πάνω πρόνοια παρέχει κατ΄ αρχάς στον οφειλέτη, τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της ειδοποίησης πτώχευσης. Ο λόγος που δύναται να προβάλει σχετικά είναι ότι αναφέρεται σ΄ αυτή ποσό μεγαλύτερο από αυτό που οφείλεται στην πραγματικότητα. Διαφορετικά, δύναται να λάβει τέτοια μέτρα προς συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης πτώχευσης ως εάν το ποσό που ορίζεται σε αυτή ως οφειλόμενο να είναι το πραγματικό. Στην προκειμένη περίπτωση η καθ΄ ης η αίτηση ουδέν έπραξε με αποτέλεσμα να διαρρεύσει ο χρόνος και να τελεστεί πράξη πτώχευσης, η οποία ουσιαστικά συνιστά αναγνώριση αδυναμίας ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Η επόμενη ένσταση αφορά στις εξασφαλίσεις που υπάρχουν υπό μορφή υποθηκών επί των ακινήτων της καθ΄ ης η αίτηση. Είναι και αυτή αβάσιμη. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει πρόνοια είτε στο Νόμο είτε στους σχετικούς κανονισμούς ότι θα πρέπει να γίνεται αναφορά στην ειδοποίηση πτώχευσης στην ύπαρξη υποθηκών προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους, του οποίου απαιτείται η πληρωμή. Το ίδιο διαπιστώνεται με αναφορά και στον τύπο της ειδοποίησης πτώχευσης που προβλέπουν οι περί Πτωχεύσεως Κανονισμοί και παρατίθεται πιο πάνω. Βέβαια, η ύπαρξη εξασφαλίσεων που τυχόν να έχουν δοθεί από τον καθ΄ ου η αίτηση, χρεώστη, δεν παραβλέπεται στο στάδιο της ειδοποίησης πτώχευσης. Εξετάζεται δυνάμει και στο πλαίσιο εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 3
(1)(ζ) και
(3), ανωτέρω, και εφόσον ο καθ΄ ου η αίτηση εκδηλώσει την πρόθεση του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ή υποδείξεις της, αναλόγως. Το στάδιο αυτό του επιτρέπει να προβάλει τις δικές του θέσεις και αξιώσεις αν δε συμφωνεί πλήρως με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης πτώχευσης. Αν όμως, για οποιοδήποτε λόγο, ο καθ΄ ου η αίτηση δεν αξιοποιήσει τη δυνατότητα, ανωτέρω, που του παρέχουν οι συγκεκριμένες πρόνοιες του άρθρου 3 σε σχέση με το θέμα των ασφαλειών που τυχόν να υπάρχουν για το χρέος, τότε υπάρχει και η πρόνοια στο άρθρο 5
(2)η οποία, στο πλαίσιο της αίτησης πλέον για έκδοση διατάγματος παραλαβής, περιορίζει την απαίτηση του αιτητή. Συγκεκριμένα, στο στάδιο αυτό θα πρέπει να ληφθεί οπωσδήποτε υπόψη η αξία των οποιωνδήποτε εξασφαλίσεων υπάρχουν από μέρους του καθ΄ ου η αίτηση για το συγκεκριμένο χρέος, και η έκδοση διατάγματος παραλαβής θα πρέπει να είναι σε σχέση με το υπόλοιπο που δεν είναι εξασφαλισμένο. Προκειμένου να συμβεί αυτό θα πρέπει να γίνεται αναφορά στην αίτηση για την ύπαρξη των εξασφαλίσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5
(2). Παράλειψη τέτοιας αναφοράς, η οποία όμως καλύπτεται με μαρτυρία την οποία προσφέρει σχετικά ο αιτητής, δεν καθιστά την αίτηση άκυρη αλλά παράτυπη. Η παρατυπία αυτή μπορεί να διορθωθεί με διάταγμα τροποποίησης της αίτησης. Ακόμα και σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της πτωχευτικής διαδικασίας, ώστε αυτή να συνάδει με τις πρόνοιες του Νόμου. Σχετική με τα θέματα αυτά είναι η υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1716. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει στην παράγραφο 2 της αίτησης σαφής αναφορά στην ύπαρξη υποθηκών επί ακινήτων της καθ΄ ης η αίτηση καθώς επίσης στην αγοραία αξία των εν λόγω ακινήτων με αποτέλεσμα το χρέος, που αναφέρεται ότι υπάρχει, να μειώνεται αναλόγως. Η επόμενη παράγραφος στην αίτηση, με αρίθμηση 3, αναφέρει κατ' ουσίαν ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ασφάλεια για την εξασφάλιση της κατά τα ως άνω οφειλής. Από τη διατύπωση αυτή μπορεί εύλογα να συναχθεί ότι η αναφορά είναι στο υπόλοιπο του χρέους που δεν είναι εξασφαλισμένο. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία η οποία έχει δοθεί από την κα Αποστόλου με την κατάθεση της έκθεσης εκτίμησης, τεκμήριο 6, όπως αναφέρεται πιο πάνω, καλύπτει πλήρως το θέμα και δεν αφήνεται οποιαδήποτε αμφιβολία για την ικανοποίηση στην προκειμένη περίπτωση των προνοιών του άρθρου 5
(2). Με την κατάληξη αυτή, επί του θέματος που συζητείται τελευταία, καταρρίπτεται και η ένσταση ότι δεν γίνεται αναφορά στη παρούσα αίτηση στις ασφάλειες οι οποίες υπάρχουν επί ακινήτου περιουσίας της καθ΄ ης η αίτηση, για εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους. Μια τελευταία ένσταση η οποία ηγέρθη εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση αναφέρει ότι για να είναι έγκυρη η δοθείσα ειδοποίηση πτώχευσης, οι αιτητές θα έπρεπε να είχαν προβεί προηγουμένως στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Στην απόφαση, τεκμήριο 3, υπάρχει διάταγμα για την εκποίηση τους. Όμως, δεν περιέχεται σ΄ αυτή και οποιοσδήποτε όρος ο οποίος να αναστέλλει την εκτέλεση της ή να θέτει ως προϋπόθεση για τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων, τα οποία δικαιούται να λάβει ένας πιστωτής εναντίον εξ αποφάσεως χρεώστη, την προηγούμενη εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης διαπιστώνεται με πλήρη βεβαιότητα ότι αυτή ήταν άμεσα εκτελεστή και επομένως τελεσίδικη, όπως ο ορισμός αυτός έγινε αποδεκτός στην υπόθεση Τάκη Οικονομίδη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λίμιτεδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1255. Κατά συνέπεια, θεωρείται ότι οι αιτητές είναι πιστωτές οι οποίοι εξασφάλισαν τελεσίδικη, απόφαση και ως εκ τούτου δικαιούμενοι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(ζ), να επιδώσουν στην καθ΄ ης η αίτηση, χρεώστιδα, ειδοποίηση πτώχευσης, το οποίο και έπραξαν. Η ενέργεια τους αυτή εντάσσεται πλήρως στις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, και ως εκ τούτου η επιδοθείσα ειδοποίηση πτώχευσης είναι καθ΄ όλα έγκυρη. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση. Να ειδοποιηθεί σχετικά ο Επίσημος Παραλήπτης. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας να καταβληθούν από την περιουσία της καθ΄ ης η αίτηση, ως ο Νόμος ορίζει, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.