← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής 1977/09, 10 Σεπτεμβρίου  2010

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής 1977/09, 10 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A72 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1977/09 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγοντα -και- ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγόμενου 10 Σεπτεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: Ο κ. Μ. Κυριακίδης (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Καμάρη) Για τον εναγόμενο: Ο κ. Κορέλλης, για κ. Ε. Ευσταθίου (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Φανή) Α Π Ο Φ Α Σ Η

  1. Ο ενάγοντας αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €59.625,33, το οποίο οφείλεται ως παράλειψη καταβολής λατομικών δικαιωμάτων και κατ΄ επέκταση ποσό το οποίο οφείλεται δυνάμει εκτελεστής διοικητικής πράξης.
  2. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία έχουν ως ακολούθως: (α) Ο τεχνικός της Υπηρεσίας Μεταλλείων, κ. Γιώργος Σαμανής, στις 3.04.2009 επέδωσε προσωπικά στον εναγόμενο την επιστολή (Τεκμήριο 1). (β) Το ποσό που αναφέρεται στην πιο πάνω επιστολή δεν καταβλήθηκε στη Δημοκρατία από τον εναγόμενο ή και από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του εναγομένου. (γ) Δεν καταχωρήθηκε προσφυγή ή άλλο ένδικο μέσο ή βοήθημα για την αμφισβήτηση των δικαιωμάτων που αναφέρονται στην πιο πάνω επιστολή (Τεκμήριο 1).
  3. Το περιεχόμενο της επιστολής (Τεκμήριο 1) έχει ως ακολούθως: «..Παράληψη καταβολής λατομικών δικαιωμάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ογδόου Πίνακα των περί Μεταλλείων και Λατομείων Κανονισμών του 1990 έως 2005 Αναφέρομαι στο πιο πάνω θέμα και σας πληροφορώ τα ακόλουθα:
  4. Από πληροφορίες που συλλέξαμε από το Τμήμα Δημοσίων ΄Εργων και την εταιρεία MEDCON CONSTRUCTION LTD., κατά την περίοδο 17/062002 έως 17/03/2004 είχατε προμηθεύσει και τοποθετήσει για τις ανάγκες της κατασκευής της λεωφόρου Αλεξάνδρου Παναγούλη στη Λάρνακα (Αρ. Συμβολαίου PS/C/37-KC301) λατομικά υλικά χωρίς να καταβάλετε στην Υπηρεσία μου τα καθορισμένα λατομικά δικαιώματα που αναφέρονται στους πιο πάνω Κανονισμούς. Η συμφωνία την οποία είχατε με την προαναφερόμενη εταιρεία επισυνάπτεται της παρούσας. Το οφειλόμενο ποσό των εν λόγω λατομικών δικαιωμάτων ανέρχεται μαζί με τις επιβαρύνσεις (25%) για την παράλειψη της καταβολής των εν λόγω δικαιωμάτων, στις £32443,48, δηλαδή €55432,
  5. Από πληροφορίες που συλλέξαμε από το Δήμο Λάρνακας και την εταιρεία CYBARCO LTD., κατά την περίοδο από τον Απρίλιο 2003 έως Δεκέμβριο 2004 είχατε προμηθεύσει για τις ανάγκες βελτίωσης της λεωφόρου Στρατηγού Τιμάγια στη Λάρνακα λατομικά υλικά χωρίς να καταβάλετε στην Υπηρεσία μου τα καθορισμένα λατομικά δικαιώματα που αναφέρονται στους πιο πάνω Κανονισμούς. Το οφειλόμενο ποσό των εν λόγω λατομικών δικαιωμάτων ανέρχεται στις £2453,68, δηλαδή €4192,
  6. Παρακαλώ όπως άμεσα με την παραλαβή της παρούσης καταβάλετε στην Υπηρεσία μου τα προαναφερόμενα ποσά, δηλαδή €59625,
  7. Σε διαφορετική περίπτωση θα ληφθούν εναντίον σας τα δέοντα δικαστικά μέτρα.»
  8. Kαμιά άλλη μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από μέρους του ενάγοντα. 5.1 Στη μαρτυρία του ο εναγόμενος ανέφερε ότι είναι κοινοτάρχης τα τελευταία 8 χρόνια και περαιτέρω ασχολείται και με διάφορα άλλα παρεμφερή. Δήλωσε ότι προσωπικά δεν κατήρτισε οποιαδήποτε προσωπική συμφωνία με την εργοληπτική εταιρεία MEDCON CONSTRUCTION LTD., αλλά η εταιρεία Νικοστάντια Λτδ. Παρουσίασε ως τεκμήριο συμφωνητικό έγγραφο για προμήθεια και μεταφορά χωματουργικών υλικών μεταξύ των δύο πιο πάνω εταιρειών. Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν είχε συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία με την εταιρεία CYBARCO. 5.2 Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι είναι διευθυντής της εταιρείας Νικοστάντια και δεν είχε υπόψη του κατά πόσο διεγράφη. Ανέφερε ότι υφίσταται η εταιρεία αλλά δεν είναι ενεργή. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι πολύ πρόσφατα τον ενημέρωσαν από τον Έφορο Εταιρειών ότι δεν μπορεί να ασκήσει δραστηριότητες ενώ ακολούθως, όταν του υποδείχθηκε πιστοποιητικό του Έφορου Εταιρειών (Τεκμήριο 3), στο οποίο αναφέρεται ότι διαγράφηκε στις 22.09.2000, αυτός συμφώνησε.
  9. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι το περιεχόμενο του εγγράφου (Τεκμήριο 1) δεν συνιστά διοικητική πράξη αφού στερείται εκτελεστότητας και παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 5 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Νόμου αφού ελλείπει ο ουσιώδης τύπος. Στην επιστολή, σύμφωνα με τον συνήγορο του εναγομένου, δεν καθορίζεται, μεταξύ άλλων, η προθεσμία που τάσσει το Σύνταγμα και το αρμόδιο Δικαστήριο προς το οποίο μπορούσε να προσφύγει ο εναγόμενος προς αμφισβήτηση της ορθότητας επιβολής των λατομικών δικαιωμάτων. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι τα δύο έγγραφα, και ειδικότερα η επιστολή (Τεκμήριο 1) και το συμφωνητικό έγγραφο (Τεκμήριο 2), έρχονται σε αντίθεση αφού σύμφωνα με το τελευταίο η συμφωνία έγινε με την εταιρεία και όχι με τον εναγόμενο και επίσης οι ενάγοντες στρέφονται εναντίον προσώπου που δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα.
  10. Κατ΄ αρχή θα πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο πρόκειται για διοικητική πράξη που εμπίπτει εντός του άρθρου 146.1 του Συντάγματος και σε περίπτωση που η πράξη αυτή είναι τέτοια το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την υπεράσπιση του εναγομένου, αφού η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αν δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο η απόφαση διατηρεί καθ΄ όλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Στην Τakis Ρ. Markides Ltd. ν. Γεν. Εισαγγελέα

(1977)1 Α.Α.Δ. 1424 και στη Συμβ. Εγγρ. Αρχ. Πολ. Μηχανικών ν. Κωνταντίνου κ.α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, υπογραμμίζεται ότι δεν χωρεί συγχρωτισμός της αναθεωρητικής και πολιτικής δικαιοδοσίας σε κανένα σημείο. (Βλ. επίσης Philippa Estates Ltd. Και άλλοι ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λεμεσού - Αμαθούντας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1026). 8. Στην υπόθεση Shoham (Cyprus) Ltd. ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου,
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 404 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Καλλή, σε σχέση με το κατά πόσο μια πράξη της διοίκησης εμπίπτει εντός της δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος δικαιοδοσίας: «Κατά την εξέταση του κατά πόσο μι πράξη της διοίκησης εμπίπτει εντός της δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος δικαιοδοσίας πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης πράξης ή απόφασης. Αυτό το θέμα πρέπει να εξετάζεται επί της ουσίας και υπό τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η υπόσταση του Οργάνου το οποίο έλαβε την απόφαση καθώς και οι περιστάσεις λήψης της. Είναι δυνατό για το ίδιο Όργανο να ενεργεί είτε εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου ή εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, ανάλογα με τη φύση της πράξης του. Αυτό που αποτελεί τον σημαντικό και αποφασιστικό παράγοντα είναι η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης λειτουργίας, αντικείμενο της προσφυγής. Όπου η λειτουργία του διοικητικού οργάνου έχει σαν πρωταρχικό σκοπό την προαγωγή δημοσίου σκοπού αυτός ο σκοπός έχει θεωρηθεί σαν χαρακτηριστικό πράξης ή απόφασης εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου (Βλ. Greek Registrar of the Co-operative Societies etc. v. Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164, 170, 171 Vakana v. Republic, 3 R.S.C.C. 91). Το ότι μια πράξη η οποία πρωτίστως επηρεάζει ιδιωτικά δικαιώματα μπορεί να ενταχθεί στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου λόγω κάποιου ιδιαίτερου συμφέροντος του κοινού στη σωστή εφαρμογή της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης έχει τονιστεί στην Republic v. M.D.M. Estate Development Ltd.
(1982)3 C.L.R. 642, 655 (απόφαση Ολομέλειας). Αυτό που είναι σχετικό για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης είναι κατά πόσο σε σχέση με τη συγκεκριμένη λειτουργία οι εφεσίβλητοι ενεργούσαν με την ιδιότητα "οργάνου αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν", εντός της έννοιας του άρ. 146.1 του Συντάγματος (Βλ. Stamatiou v. The Electricity Authority of Cyprus, 3 R.S.C.C. 44, 45-46). Στην Ναυτικός ΄Ομιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882, αντικείμενο της διαδικασίας ήταν - όπως είναι και εδώ η περίπτωση - πράξη της Αρχής Λιμένων Κύπρου. Ο Πικής, Δ. - όπως ήταν τότε - έχει προβεί σε εκτεταμένη ανάλυση της νομικής υπόστασης και των εξουσιών της Αρχής Λιμένων Κύπρου, καθώς και των αρχών που διέπουν την ταξινόμηση των διοικητικών πράξεων στο πεδίο του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου. Έθεσε το θέμα ως εξής (βλ. σελ. 892 - 894): "Η Αρχή Λιμένων είναι οργανισμός δημόσιου δικαίου στον οποίο έχει εναποτεθεί κρατική ευθύνη και εξουσία για τη λειτουργία και διαχείριση των λιμένων της Δημοκρατίας. Οι λιμένες συνιστούν σημεία ελέγχου εισόδου και εξόδου ατόμων και εμπορευμάτων στη Δημοκρατία. Η διαχείρισή τους συνιστά σημαντική κρατική λειτουργία, συνυφασμένη με την κυριαρχία του κράτους στο χώρο της επικράτειας της Πολιτείας. Το κοινό έχει άμεσο συμφέρον στην ευόδωση των σκοπών της Αρχής και ανάλογο ενδιαφέρον για την καλή λειτουργία της. Οι πράξεις της Αρχής Λιμένων, όπως και εκείνες κάθε δημόσιας αρχής ή οργάνου, που σχετίζονται με την προώθηση ή εκπλήρωση των δημοσίων σκοπών που έχουν εναποτεθεί σ΄ αυτή, συνιστούν πράξεις εξουσίας, δηλαδή πράξεις που εκπηγάζουν από την άσκηση των εξουσιών της Αρχής. Πράξεις αυτής της κατηγορίας - πράξεις εξουσίας - ανάγοντα και επενεργούν στο πεδίο του δημοσίου δικαίου, οι αρχές του οποίου διέπουν την υπόστασή τους. Εφόσον είναι εκτελεστές, δηλαδή γενεσιουργοί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, υπόκεινται σε αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο παρέχεται, βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος, αποκλειστική αρμοδιότητα για τον έλεγχο της εγκυρότητάς τους. Η λειτουργία δημόσιας αρχής ή οργάνου δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Επεκτείνεται και στο ιδιωτικό δίκαιο οποτεδήποτε η αρχή ενεργεί για την προστασία του ταμιευτικού της συμφέροντος (fiscus). Οι πράξεις αυτές χαρακτηρίζονται ως πράξεις διαχείρισης. Έρεισμα για τον καταρτισμό ή σύναψη πράξης διαχείρισης αντλείται όχι από τη δημόσια εξουσία αρχής ή οργάνου, αλλά από τα περιουσιακά τους δικαιώματα βάσει του αστικού δικαίου. Πράξεις διαχείρισης δημόσιας αρχής επενεργούν στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και αποτελούν αντικείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κατά το αστικό δίκαιο. . . . . . . . . . . . . . . . . . Πράξεις διαχείρισης διαστέλλονται από πράξεις εξουσίας, ανάλογα με το σκοπό για τον οποίο εκδίδονται και τα συστατικά τους στοιχεία. Στην Κύπρο, έχει κατ΄ επανάληψη αναγνωριστεί ότι στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και κατ΄ ακολουθία στην αποκλειστική του αρμοδιότητα, υπάγονται μόνο εκτελεστές πράξεις δημόσιων αρχών που επενεργούν στον τομέα του δημόσιου δικαίου . . . . . . . . . . . . . . . . . . Εμπειρική υπήρξε η προσέγγιση στην ταξινόμηση των διοικητικών πράξεων ως προς το πεδίο δικαίου, δημόσιο ή ιδιωτικό στο οποίο επενεργούν. Η ουσία και όχι ο τύπος ή η μορφή της οποία λαμβάνει η πράξη, συνιστά το κριτήριο για την κατάταξή τους σε πράξεις εξουσίας ή πράξεις διαχείρισης. Η διάκριση των δυο τομέων δικαίου και τα κριτήρια για το διαχωρισμό τους, απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο ειδικά στην Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623, Machlouzarides v. Republic
(1985)3 C.L.R.
  1. Ο σκοπός για τον οποίο λαμβάνεται η απόφαση, ή γίνεται πράξη σε συνάρτηση με τις εξουσίες δημόσιας αρχής, αποτελεί το γνώμονα για την ταξινόμησή τους στο ένα ή στο άλλο πεδίο του δικαίου. Εφόσον η πράξη ανάγεται ή σχετίζεται με την επίτευξη των σκοπών δημόσιας αρχής ή οργάνου, αυτή επενεργεί στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Δημόσιος σκοπός είναι εκείνος για τον οποίο εξ αντικειμένου το κοινό ή τμήμα του έχουν εκ της φύσεως των πραγμάτων συμφέρον στην ευόδωσή του. Στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου εμπίπτουν όχι μόνο πράξεις διαχείρισης δημόσιας αρχή ή οργάνου, αλλά και μονομερείς πράξεις κρατικής εξουσίας που έχουν ως αντικείμενο τη ρύθμιση ή διακανονισμό δικαιωμάτων στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου." Σύμφωνα με τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας 1929 - 59 σελ. 235, πράξεις που απορρέουν από διοικητική αρχή και αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που διέπονται από διοικητικούς νόμους υπάγονται εις την αρμοδιότητα του Συμβουλίου Επικρατείας: "Ούτω εθεωρήθη παραδεκτώς προσβληθείσα πράξις εκδοθείσα κατ΄ εφαρμογήν διοικητικών νόμων ρυθμιζόντων τα του ελέγχου και της εποπτείας της πολιτείας επί της εν γένει εκμεταλλεύσεως των δασών, δημοσίων τε και ιδιωτικών."
  2. Στην υπόθεση kanika Hotels κ.ά. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας
(1996)3 Α.Α.Δ. 169 κρίθηκε ότι γνωστοποίηση από τον σχετικό κανονισμό των περί Αποχετεύσεων Αμαθούντας Κανονισμών του 1991 είναι εκτελεστή διοικητική πράξη. Το ίδιο αποφασίστηκε και στις υποθέσεις E.O.E. Tourist Enterprises Ltd. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 441 και L´ Union Nationale (Tourism & Sea Resorts) Ltd και άλλων ν. ΣΑΛΑ
(1998)3 Α.Α.Δ. 513, όπου κρίθηκε ότι τα τέλη αποχετεύσεως συνιστούν μορφή φορολογίας και επομένως διοικητική πράξη υποκείμενη σε αναθεώρηση βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος. 10. Οι αποφάσεις των τελωνειακών αρχών στην εκτέλεση του καθήκοντός τους για συλλογή δασμών, φόρων και τελών ανάγονται στον τομέα του δημόσιου δικαίου και υπόκεινται σε αναθεωρητικό έλεγχο από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. μεταξύ άλλων, Antoniades and Co. ν. Republic
(1965)3 C.L.R. 673 και Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & άλλων
(1991)1 Α.Δ.Δ. 225).
  1. Στην υπόθεση Αδελφοί Π & Ν. Μουζούρη (Εκσκαφές - Μεταφορές) Λτδ. και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, υπόθεση αρ. 1237/99, ημερ. 27.11.2000 αποφασίστηκε ότι η επιστολή που στάληκε από μέρους των καθ΄ ων η αίτηση ήταν πληροφοριακού χαρακτήρα με αποτέλεσμα η προσφυγή να απορριφθεί. Αναφέρθηκε όμως (βλ. σελίδα 5) ότι η μόνη εκτελεστή πράξη ήταν εκείνη με την οποία ανακλήθηκε η σχετική άδεια.
  2. Τα πραγματικά γεγονότα εκτίθενται στις παραγράφους 2 και
  3. Όλα τα μεταλλεύματα ή λατομικά υλικά που λαμβάνονται κατά την διεξαγωγή οποιασδήποτε επισκοπικής, μεταλλευτικής ή λατομικής εργασίας, υπόκεινται σε δικαιώματα όπως πιθανόν να καθοριστούν πλην των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 11 του περί Μεταλλείων και Λατομείων Νόμου. Σύμφωνα με τον πιο πάνω Νόμο το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει κανονισμούς για πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή των σκοπών που αναφέρονται στο άρθρο 47 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 36 του περί Μεταλλείων και Λατομείων Κανονισμών τα νενομισμένα δικαιώματα καταβάλλονται σύμφωνα με τον όγδοο πίνακα των σχετικών κανονισμών. Σύμφωνα με τους κανονισμούς οποιοσδήποτε εξορίσει, χρησιμοποιεί ή πωλεί λατομικά υλικά οφείλει να καταβάλει στον προϊστάμενο της υπηρεσίας μεταλλείων τα δικαιώματα που αναφέρονται στην παρ.2(β) των κανονισμών. Η κυριότητα και ο έλεγχος όλων των μεταλλευμάτων και λατομικών υλικών περιέρχεται στη Δημοκρατία (βλ. άρθρο 4
(1)του Νόμου), πλην των μεταλλευμάτων και λατομικών υλικών που βρίσκονται εντός των περιοχών που ορίζονται στον χωρομετρικό χάρτη που περιέρχονται στον ιδιοκτήτη της γης. Στις περιπτώσεις που περιγράφονται στο άρθρο 2(β) των κανονισμών, το 75% των δικαιωμάτων παραχωρείται στις κοινότητες που επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα για την εκτέλεση των δικών τους αναπτυξιακών έργων και ως αποζημίωση για την οχληρία που προκαλείται από την λειτουργία των λατομείων. Το δε υπόλοιπο 25% των δικαιωμάτων διατίθενται στη Δημοκρατία για την βελτίωση ή την επανόρθωση του περιβάλλοντος από ζημιές που προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα της λειτουργίας των μεταλλείων ή λατομείων νοούμενου ότι οι ζημιές δεν μπορούν να καλυφθούν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. (βλ. άρθρο 2(β) των περί Μεταλλείων και Λατομείων Κανονισμών). Συνεπώς με βάση όλα τα πιο πάνω η σχετική νομοθεσία είναι υψίστης σπουδαιότητας αφού σχετίζεται με την προώθηση και εκπλήρωση δημοσίων σκοπών και το κοινό έχει συμφέρον για την ευόδωση τους.
  1. Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι η πράξη επιβολής των επίδικων δικαιωμάτων σχετίζεται με την προώθηση ή εκπλήρωση δημόσιων σκοπών γιατί το κοινό έχει συμφέρον στην ευόδωσή τους. Η διαχείριση των μεταλλευμάτων και των λατομικών υλικών αποτελεί τομέα ζωτικής σημασίας, μεταξύ άλλων, και για τα οικονομικά πράγματα του τόπου. Επομένως, είναι βέβαιο ότι το κοινό διατηρεί ειδικό ενδιαφέρον για τη σωστή εφαρμογή των συγκεκριμένων νομοθετικών διατάξεων. Συνεπώς, η πιο πάνω πράξη επιβολής δικαιωμάτων ταξινομείται στο πεδίο του δημοσίου δικαίου.
  2. Στη συνέχεια θα εξετασθεί κατά πόσο η εν λόγω διοικητική πράξη είναι εκτελεστή. Στην υπόθεση Αδελφοί Π Ν Μουζούρη (Εκσκαφές - Μεταφορές) Λτδ. Και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, (ανωτέρω)ο τότε δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Π. Καλλής ανέφερε τα ακόλουθα: «.Η έννοια του όρου ΄εκτελεστή διοικητική πράξη΄ έχει επεξηγηθεί στην Δημοκρατία ν. Sunoil Bunkering Ltd.
(1994)3 Α.Α.Δ. 26, 27 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε), στην οποία το θέμα τέθηκε ως εξής: ΄Το κριτήριο για την εκτελεστότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης είναι η παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, δηλαδή η γένεση εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Πράξη είναι εκτελεστή εφόσον επιβάλλει υποχρεώσεις στο διοικούμενο, μη υφιστάμενες πριν την έκδοσή της, η μη εκπλήρωση των οποίων παρέχει το δικαίωμα στη Διοίκηση να επικαλεσθεί τα μέσα του δικαίου για την εκτέλεσή τους. Πράξη εκτέλεσης είναι εκείνη που έχει ως λόγο την εφαρμογή εκτελεστής πράξης. Διοικητικά μέτρα για την εφαρμογή εκτελεστής πράξης συνιστούν πράξη εκτέλεσης που όπως υποδηλώνει ο όρος η πράξη δεν είναι αφ΄ αυτής γενεσιουργός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αλλά μοχλός για την υλοποίηση της γενέτειρας πράξης ή απόφασης (Βλ. ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Της ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 1929-1959 σελ. 240, Τσάτσος - Η ΑΙΤΗΣΙΣ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Της ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, σελ. 127 κ.επ., και Στασινόπουλος - ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ, σελ. 125).΄ Σύμφωνα με το ΄Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο΄ του Α.Ι. Τάχου, 4η έκδοση, 1993, σελ. 356, εκτελεστή διοικητική πράξη είναι εκείνη που συνεπάγεται ευθέως και αμέσως με την εκτέλεση τις έννομες συνέπειες για τους διοικούμενους δηλαδή συνιστά, μεταβάλλει ή καταργεί δικαιώματα ή (και) υποχρεώσεις. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της ΄εκτελεστής διοικητικής πράξεως΄ είναι ότι με την δήλωση βουλήσεως που περιέχει καθορίζει δίκαιον δηλαδή δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις είτε κατά τρόπο γενικό με το να θέτει κανόνες δικαίου (κανονιστική πράξη) είτε κατά τρόπο ειδικό στην ατομική περίπτωση (ατομική πράξη) (Βλ. Στασινοπούλου, Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων, ΄Εκδοση 1982, σελ. 170). . Το Ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας ορίζει τις εκτελεστές πράξεις ως εκείνες ΄δια των οποίων δηλούται βούλησις διοικητικού οργάνου σκοπούσα στην παραγωγήν εννόμου αποτελέσματος έναντι των διοικούμενων΄. Στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929 - 59, σελ. 236 - 237 αναφέρονται τα ακόλουθα: Εις προσβολήν δι΄ αιτήσεως ακυρώσεως δεν υπόκειται οιαδήποτε πράξις απορρέουσα εκ διοικητικού οργάνου, δρώντος ως τοιούτου, αλλά μόνον αι εκτελεσταί πράξεις, τουτέστιν εκείναι δι΄ ων δηλούται βούλησις διοικητικού οργάνου, αποσκοπούσα εις την παραγωγήν εννόμου αποτελέσματος έναντι των διοικουμένων και συνεπαγομένη την άμεσον εκτέλεσιν αυτής δια της διοικητικής οδού. Το κύριον στοιχείον της εννοίας της εκτελεστής πράξεως είναι η άμεσος παραγωγή εννόμου αποτελέσματος, συνισταμένου εις την δημιουργία, τροποποίησιν ή κατάλυσιν νομικής καταστάσεως, ήτοι δικαιωμάτων και υποχρεώσεων διοικητικού χαρακτήρος παρά τοις διοικουμένοις» 15. Με την πιο πάνω πράξη, δηλαδή με το να απαιτήσει ο διευθυντής Μεταλλείων την καταβολή των δικαιωμάτων στον χρόνο και στον τόπο που αναφέρονται στην επιστολή (τεκμήριο 1), δυνάμει των σχετικών κανονισμών επιβάλλει υποχρέωση στον διοικούμενο και καθορίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Συνεπώς πρόκειται για εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία υπόκειτο σε αναθεώρηση στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Η πιο πάνω διοικητική πράξη δεν προσβλήθηκε με προσφυγή μέσα στην προθεσμία που επιβάλλει το άρθρο 146.3 του Συντάγματος. 16.1 Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι η επιστολή (Τεκμήριο 1) έρχεται σε αντίθεση με το συμφωνητικό έγγραφο για προμήθεια και μεταφορά υλικών (Τεκμήριο 2) και περαιτέρω, υπάρχει παραβίαση των προνοιών του άρθρου 5 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 158
(1)/99, αφού στο έγγραφο με το οποίο κοινοποιήθηκε η πράξη δεν ενημερώθηκε ο ενδιαφερόμενος για τις θεραπείες που έχει για να προσβάλει την πράξη ως επίσης και η προθεσμία που μπορεί ο ενδιαφερόμενος να απευθυνθεί. 16.2 Όλα τα πιο πάνω θα μπορούσαν ίσως να αποτελέσουν λόγο για ακύρωση της πιο πάνω εκτελεστής διοικητικής πράξης. Το Δικαστήριο τούτο στερείται αρμοδιότητας αφού η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης, όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αν δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο διατηρεί την ισχύ της.
  1. Εφόσον η υπεράσπιση του εναγομένου συναρτάται με την αναθεώρηση της πιο πάνω διοικητικής πράξης που βρίσκεται εκτός της καθ΄ ύλιν αρμοδιότητας του πολιτικού δικαστηρίου και εφόσον η επίδικη διοικητική πράξη δεν προσβλήθηκε με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση.
  2. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €59.625,33 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ........................ Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.