BIDI WHOLESALES LIMITED ν. MAN ABOUT TOWN TRADING LTD, Αρ. Αγωγής: 583/08,
- Σεπτεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 583/08 Μεταξύ: BIDI WHOLESALES LIMITED Εναγόντων Και MAN ABOUT TOWN TRADING LTD ΜΑΡΙΝΟΥ ΦΟΥΡΟΥΚΛΑ Εναγομένων ....
- Σεπτεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Α.Ποιητής. Για τους Εναγόμενους: Η κα Κ. Κακουλή. A Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από την εναγόμενη εταιρεία 1 και εναγόμενο 1: (Α) Ποσό €140.335.03 (£82.134,45) ως υπόλοιπο τιμήματος εμπορευμάτων ή και λογαριασμού από την Εναγομένη
- (Β) Προσωπικά ή εναντίον του Εναγομένου 2 μέρος του πιο πάνω ποσού ίσο προς €111.520,60 (£65.270,11) δυνάμει δόλου και/ή άλλως πως και (Γ) Τόκο ή αποζημιώσεις. Σε κάποιο στάδιο, ενόψει της διαγραφής της Εναγομένης 1 από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, η αγωγή, καθόσον αφορά την Εναγομένη 1, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε και παρέμεινε μόνο καθόσον αφορά τον Εναγόμενο
- ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας όπως δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης έχουν, βασικά, ως εξής: Δυνάμει συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 η Ενάγουσα, η οποία είναι εταιρεία ασχολούμενη με κατασκευή και πώληση ειδών ανδρικής ένδυσης, πώλησε και παρέδωσε διάφορα εμπορεύματα της ειδικότητας της στους Εναγομένους οι οποίοι ανέλαβαν να καταβάλουν το αντίτιμο στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα χρέωνε την Εναγομένη 1 με το εκάστοτε συμφωνηθέν και/ή λογικό ποσό και την πίστωνε με οποιεσδήποτε εν τω μεταξύ γενόμενες πληρωμές. Κατά ή περί την 15/3/00 ο λογαριασμός της Εναγομένης 1 με την Ενάγουσα έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο €75.573,73 (£44.231,34) ποσό που η Εναγομένη 1 απεδέχθη ότι πράγματι είναι το οφειλόμενο ποσό. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία η Ενάγουσα συμφώνησε, επίσης, με τους Εναγόμενους να προσλάβει τον Εναγόμενο 2 στην υπηρεσία της και ο Εναγόμενος 2 ανέλαβε ότι θα κατέβαλλε σταθερό ποσό από τα εισοδήματα του που θα προέρχονταν από την Ενάγουσα προς το χρέος της Εναγομένης 1 ούτως ώστε αυτό να ξοφληθεί. Ο Εναγόμενος 2, κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας ή και κατόπιν δόλου και χωρίς γνώση της Ενάγουσας, υπό την ιδιότητα του πλέον ως εργοδοτούμενος της Ενάγουσας ο οποίος είχε απόλυτη ελευθερία στα εμπορεύματα της Ενάγουσας από την πιο πάνω ημερομηνία, έλαβε διάφορα εμπορεύματα από την Ενάγουσα και τα μετέφερε στα υποστατικά της Εναγομένης
- Ο Εναγόμενος 2 από 15/3/00 μέχρι 30/4/01 απέσυρε εμπορεύματα συνολικής αξίας €111.520,60 (₤65.270.,11). Συνεπεία της πιο πάνω πράξης του ο Εναγόμενος 2 προκάλεσε στην Ενάγουσα ζημιά ίση προς το πιο πάνω ποσό. Λαμβανομένων υπόψη των πληρωμών οι οποίες έγιναν ο λογαριασμός των Εναγομένων με τους Ενάγοντες ανήλθε σε €140.335,03 ( 82.044,.45) Ο Εναγόμενος 2 είναι υπεύθυνος για μέρος του πιο πάνω ποσού ίσο προς €111.520.,60 (₤65.270.11). Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται τα ακόλουθα: · Η Εναγομένη 1 διατηρούσε από το 1989 επιχείρηση λιανικής πώλησης ανδρικών ειδών στη Λεμεσό σε ενοικιαζόμενο από αυτή κατάστημα. · Από το έτος 1997 έως και τον Μάρτιο 2000 ένας από τους προμηθευτές τους ήταν η Ενάγουσα από την οποία η Εναγομένη 1 αγόραζε εμπορεύματα δυνάμει συμφωνίας διανομής και, συγκεκριμένα, είδη ανδρικής ένδυσης BIDI τα οποία πωλούσε λιανικώς στο κατάστημα της στη Λεμεσό. Για το σκοπό αυτό οι διάδικοι διατηρούσαν αλληλόχρεο και/ή τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος παρουσίαζε από καιρού εις καιρό χρεωστικό υπόλοιπο από £30.000 έως και £57,000.- · Ο Εναγόμενος ήταν Διευθυντής και κύριος μέτοχος της Εναγομένης 1 και μέχρι τις 14/3/00 εργοδοτούμενος της. · Κατά ή περί το Μάρτιο του 2000 η Ενάγουσα πρότεινε στην Εναγομένη 1 και η Εναγομένη 1 αποδέχθηκε και συμφώνησε όπως μετατρέψει το κατάστημα της στη Λεμεσό σε κατάστημα πώλησης ανδρικών ειδών ένδυσης ΒΙDI αποκλειστικά και όπως ο Εναγόμενος 2 παραιτηθεί από εργοδοτούμενος της Εναγομένης 1 και εργοδοτηθεί από την Ενάγουσα ως Διευθυντής πωλήσεων της για όλη την Κύπρο και ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε. Οι απολαβές και τα ωφελήματα του Εναγομένου 2 συμφωνήθηκαν σε μισθό £20,000 ετησίως πλέον τη σταδιακή παραχώρηση σ΄ αυτόν μετοχών της Ενάγουσας επιπλέον του μισθού και/ή την παραχώρηση μετοχών της Ενάγουσας στον Εναγόμενο 2 κατά το χρόνο εξαγοράς της Εναγόμενης 1 από την Ενάγουσα αξίας αντίστοιχης με την αξία εξαγοράς της Εναγόμενης 1 και, επιπλέον, μετά την εξαγορά ο Εναγόμενος 2 θα συμμετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης
- · Η Ενάγουσα παρέστησε στους Εναγομένους ότι απώτερος σκοπός της πιο πάνω συνεργασίας ήταν η εξαγορά της Εναγομένης 1 από την Ενάγουσα εντός του 2000 και η εισαγωγή των μετοχών της Ενάγουσας στο ΧΑΚ με την εναγόμενη 1 ως θυγατρική τους εταιρεία και οι Εναγόμενοι συμφώνησαν συνεπεία των παραστάσεων αυτών. · Προς επίτευξη αυτού του σκοπού η Ενάγουσα απαίτησε από την Εναγομένη 1 όπως αυτή τερματίσει εντός του 2000 κάθε εμπορική συνεργασία της με τρίτους προμηθευτές έτσι ώστε να αυξήσει τις συναλλαγές με την ενάγουσα με την οποία θα συναλλάσσονταν πλέον αποκλειστικά και/ή εξοφλήσει κάθε χρεωστικό υπόλοιπο της προς τους προμηθευτές κατά προτεραιότητα έναντι του χρεωστικού υπολοίπου της προς την Ενάγουσα και η Εναγομένη 1 συμφώνησε. · Σε καμία περίπτωση συμφώνησε ο Εναγόμενος 2 να καταβάλει σταθερό ποσό από τα εισοδήματα του προςέναντι του το χρέους της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα και ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρεωστικού υπολοίπου της Εναγομένης 1, η δε συμφωνία δεν αφορούσε τη μείωση του τότε χρεωστικού υπολοίπου της Εναγομένης 1 που ήταν στα συνήθη του επίπεδα. · Η Εναγομένη 1 προς εκτέλεση της συμφωνίας τερμάτισε σταδιακά και μέχρι τα τέλη του 2000 και/ή αρχές του 2001 ολοκλήρωσε τον τερματισμό της εμπορικής συνεργασίας της με τρίτους προμηθευτές και εξόφλησε σχεδόν πλήρως χρεωστικό υπόλοιπο της προς αυτούς, κατά την ίδια δε περίοδο διέθεστε στο κατάστημα με τα είδη ένδυσης ΒΙDI αποκλειστικά. Ο δε εναγόμενος 2 παραιτήθηκε από εργοδοτούμενος της Εναγομένης 1 και αποδέχθηκε την εργοδότηση του από την Ενάγουσα με τους πιο πάνω όρους. · Η συνεργασία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 1 συνέχισε με την τοποθέτηση παραγγελιών από την Εναγομένη 1 και/ή την έκδοση σχετικών οδηγιών από τον Διευθυντή πωλήσεων της Ενάγουσας που μετά τον Μάρτη του 2001 ήταν ο Εναγόμενος 2, προς την αποθήκη της Ενάγουσας, την έκδοση δελτίων αποστολής (waybills) από την αποθήκη της Ενάγουσας και την έκδοση αντίστοιχου τιμολογίου από τα κεντρικά γραφεία και/ή λογιστήριο της Ενάγουσας και ο λογαριασμός της Εναγομένης 1 χρεωνόταν ανάλογα. Τόσο οι παραγγελίες όσο και οι παραλαβές από την Εναγομένη 1 όσο και η χρεοπίστωση του λογαριασμού της παρακολουθείτο κατ΄ αυτόν τον τρόπο σε καθημερινή βάση από την Ενάγουσα, ο δε Εναγόμενος 2 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη με την έκδοση τιμολογίων από την Ενάγουσα. · Η αύξηση του χρεωστικού υπολοίπου της Εναγομένης 1 ήταν από κοινού αναμενόμενη και αποδεκτή ενόψει της αποδοχής από την Εναγομένη 1 της εισήγησης της Ενάγουσας όπως τερματίσει κάθε άλλη συνεργασία και εξοφλήσει τρίτους προμηθευτές της κατά προτεραιότητα ενόψει της επικείμενης εξαγοράς της Εναγομένης 1 από την Ενάγουσα. Μέχρι τον Απρίλιο του 2001 η Ενάγουσα ουδέποτε όχλησε τους Εναγομένους για τη σταθερή αύξηση του χρεωστικού τους υπολοίπου το οποίο αναμένετο να αρχίσει να μειώνεται μετά την εξόφληση των τρίτων προμηθευτών που είχε σχεδόν ολοκληρωθεί περί τις αρχές του
- · Ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε ανέλαβε προσωπικά υποχρέωση για εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου της Εναγομένης
- Στην Ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται: Κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2001 υπήρξε έντονη διαφωνία μεταξύ του Εναγομένου 2 και του Διευθυντή της Ενάγουσας Hagop Bohdjelian αναφορικά με την αδράνεια και/ή την μη προώθηση της δημοσιοποίησης της Ενάγουσας και της εισαγωγής των μετοχών τους στο ΧΑΚ. Εκτοτε οι σχέσεις μεταξύ του Εναγομένου 2 και των Εναγόντων δεν εξομαλύνθηκαν. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2001, χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη προειδοποίηση, ο λογιστής της Ενάγουσας κάλεσε τον Εναγόμενο 2 όπως υπογράψει έγγραφο με το οποίο να αναγνωρίζει το χρέος της Εναγομένης 1 και να αναλαμβάνει την αποπληρωμή του προσωπικά και αλληλέγγυα με την Εναγομένη
- Η Ενάγουσα, μέσω του λογιστή της, κατέστησε σαφές στον Εναγόμενο 2 ότι, αν δεν υπέγραφε το έγγραφο, δεν θα ήταν δυνατή η συνέχιση της απασχόλησης του και τον απέπεμψαν με αναγκαστική άδεια μέχρι να αποφασίσει να δεκτεί την πιο πάνω απαίτηση της. Στις 30/4/01 ο Εναγόμενος 2, με επιστολή του προς την Ενάγουσα, δήλωσε έτοιμος να επιστρέψει στα καθήκοντα του νοουμένου ότι δεν θα επέμεναν στην προαναφερθείσα απαίτηση της. Στις 4/5/01 η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 3/5/01 τερμάτισε την απασχόληση του Εναγομένου 2, ενώ από τα τέλη Μαρτίου 2001 η Ενάγουσα είχε παύσει να προμηθεύει την εναγομένη 1 με εμπορεύματα τερματίζοντας έτσι μ΄ αυτή την εμπορική συνεργασία διανομής. Είναι ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι η πιο πάνω περιγραφόμενη συμπεριφορά της Ενάγουσας συνιστά παράνομο και/ή αντισυμβατικό τερματισμό της απασχόλησης του με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 2 να υποστεί ζημιά και/ή να απωλέσει ποσό ίσο με τις πιο πάνω συμφωνημένες απολαβές τις οποίες θα εισέπραττε μέχρι την αφυπηρέτηση του και/ή για 25 χρόνια. Είναι, περαιτέρω, ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι η Ενάγουσα προέβη σε αμελήείς και αναληθείς δηλώσεις και ο Εναγόμενος 2 βασιζόμενος στις παραστάσεις και/ή υποσχέσεις και/ή δηλώσεις της Ενάγουσας και σαν αποτέλεσμα της συνεργασίας του με αυτή και/ή της τήρησης των όρων της πιο πάνω συμφωνίας και/ή βασιζόμενος στην προοπτική συμμετοχής του στην εταιρεία της Ενάγουσας μέχρι την αφυπηρέτηση του υπέστη απώλεια μελλοντικών απολαβών και/ή απώλεια καριέρας. Ο Εναγόμενος 2 ανταπαιτεί δε από την Ενάγουσα: (Α) Γενικές αποζημιώσεις και/ή αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας εργοδότησης και/ή συνεργασίας και/ή απώλειας καριέρας. (Β) Αποζημιώσεις για παραβίαση σχέσης εμπιστοσύνης και/ή ζημιάς που προήλθε λόγω παραπλάνησης της Εναγομένης 1 και/ή λόγω ψευδών και/ή αμελών παραστάσεων και/ή υποσχέσεων και/ή δηλώσεων. (Γ) Νόμιμο τόκο και έξοδα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Εκ μέρους της Ενάγουσας κατέθεσαν συνολικά δύο μάρτυρες, ο Ακόπ Ποχτζελιάν (Μ.Ε.1) και ο Γιάννης Κυριακίδης (Μ.Ε.2), ενώ από πλευράς Εναγόμενου 2 κατέθεσε μόνο ένας μάρτυρας ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1). Θα συνοψίσουμε στη συνέχεια την προσαχθείσα μαρτυρία. Μαρτυρία ΜΕ1 Ο Μ.Ε.1 είναι διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας η οποία ασχολείται με την κατασκευή και πώληση ειδών ανδρικής ένδυσης. 'Ενας από τους συνεργάτες της Ενάγουσας στη Λεμεσό ήταν η Εναγόμενη 1 και επειδή ο Μ.Ε.1 γνώριζε τον Εναγόμενο 2 συμφώνησαν να συνεργαστούν. Δυνάμει της συμφωνίας που έγινε μεταξύ τους η Ενάγουσα πωλούσε εμπορεύματα στην Εναγόμενη 1 και χρεώνετο η τελευταία με το τίμημα, πληρώνετο δε αυτό σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο βάσει «open account». Η συνεργασία αυτή συνεχίστηκε μέχρι τον Μάρτιο του 2000 οπότε ο λογαριασμός της Εναγόμενης Εταιρείας με την Ενάγουσα ανήλθε στο χρεωστικό υπόλοιπο των £44.231,34 ή €75.573,
- Ο εναγόμενος 2, όταν κλήθηκε από την Ενάγουσα να συζητήσει το υπόλοιπο, παραδέχθηκε ότι πράγματι οφειλόταν το εν λόγω ποσό. Λόγω του ότι το ποσό ήταν ψηλό συζητήθηκαν τρόποι εξόφλησης του. Συμφωνήθηκε, τελικά, να προσληφθεί ο Εναγόμενος 2 στην Ενάγουσα ούτως ώστε αυτός να έχει ένα σταθερό εισόδημα από το οποίο μέρος θα χρησιμοποιείτο για εξόφληση του χρέους της Εναγόμενης. Με αυτόν τον τρόπο ο Εναγόμενος 2 ανέλαβε προσωπική υποχρέωση για εξόφληση του χρέους του. Ταυτόχρονα, θα αφιέρωνε όλο το χρόνο στην Ενάγουσα. Δυστυχώς, δεν υπήρχε αίσια κατάληξη. Συγκεκριμένα από 15/3/00 μέχρι 30/4/01 ο Εναγόμενος 2 απέσυρε εμπορεύματα από την Ενάγουσα συνολικής αξίας £65.270,11 ή €111.520,60 και γι΄ αυτό το ποσό ο Εναγόμενος 2 ήταν προσωπικά υπεύθυνος στην Ενάγουσα. Λαμβανομένων υπόψη των πληρωμών του το χρέος ανήλθε σε £82.134,45 ή €140.335,
- Κατέθεσε δε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 χειρόγραφη κατάσταση λογαριασμού. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι πράγματι ο μισθός του Εναγόμενου 2 ήταν £20,000.- ετησίως. Ουδέποτε, όμως, συμφωνήθηκε να του παραχωρηθούν μετοχές και ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα σκόπευε να εισέλθει στο ΧΑΚ είναι φανταστικός. Περαιτέρω, ουδέποτε ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 2 το κατάστημα του να μετατραπεί αποκλειστικά σε κατάστημα ειδών BIDI. Αυτό ήταν δική του απόφαση που η Ενάγουσα αποδέχθηκε. Από ό,τι φαίνεται οι Εναγόμενοι έπαιρναν τα εμπορεύματα της Ενάγουσας, τα πωλούσαν, εξοφλούσαν άλλους πιστωτές και προμηθευτές και άφηναν την Ενάγουσα απλήρωτη. Από τον Εναγόμενο 2 ζητήθηκε επανειλημμένα το οφειλόμενο ποσό και αυτός εύρισκε διάφορες δικαιολογίες, φθάνοντας μέχρι του σημείου να κλείσει το τηλέφωνο του και μετά να ακυρώσει τον αριθμό τηλεφώνου του για να μην μπορεί η Ενάγουσα να επικοινωνεί μαζί του σχετικά με το χρέος του. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 δέσμη από επιστολές που αντηλλάγησαν μεταξύ Μ.Ε.1 και Μ.Υ.
- Όσον αφορά την αγωγή 1588/01 που εγέρθηκε από την Ενάγουσα εναντίον των Εναγομένων και αυτή αποσύρθηκε άνευ βλάβης αντίγραφο απόφασης Δικαστηρίου ημερ. 7/2/05 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- αΑνέφερε ότι η σύζυγος του Εναγόμενου 2 ήταν ενοικιάστρια του καταστήματος στη Λεμεσό και είχε διαφορές με τον ιδιοκτήτη οπότε συμφωνήθηκε ότι, αν πετύχαινε την ενοικίαση του καταστήματος, θα υπολογίζετο ο αέρας του καταστήματος, έναντι του χρέους του Εναγομένου. Τελικώς δεν επήλθε συμφωνία λόγω των όρων που θέλησε να επιβάλει η σύζυγος του Εναγόμενου
- Κατατέθηκε δε ως Τεκμήριο 5 προτεινόμενη συμφωνία εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της συζύγου του ΜΥ1 και της Ενάγουσας Εταιρείας. Αντεξέταση Μ.Ε.
- Ερωτηθείς ο Μ.Ε.1 γιατί ανησυχούσε το Μάρτιο του 2000 για το χρεωστικό υπόλοιπο που ανέρχετο σε ΛΚ44,000 ενώ τα χρεωστικά υπόλοιπα το 1998 ανέρχονταν γύρω στις ΛΚ40,000-45000 και το 1999 γύρω στις ΛΚ57,000 απάντησε ότι ανησυχούσε το 1999 για την πορεία του λογαριασμού της Εναγομένης 1 και το 2000 έκαναν μία συμφωνία για να μην χειροτερεύσει η κατάσταση. Πρόσθεσε ότι έβλεπαν ότι το 1999 οι αγορές ήταν πολύ μεγαλύτερες από τις πληρωμές. Όταν του τέθηκε ότι το Μάρτη του 2000 το υπόλοιπο ήταν πιο χαμηλό από το υπόλοιπο την 31.12.99 απάντησε ότι τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο του 2000 γίνονταν πληρωμές από αυξημένα έσοδα λόγω ξεπουλημάτων της Εναγομένης
- Δέχτηκε ότι η Εναγομένη 1 έστελλε χρήματα και ότι μ΄ αυτό τον τρόπο μείωσε το χρεωστικό υπόλοιπο το
- Ενώ δέχτηκε ότι γίνονταν πολύ καλές πληρωμές από την Εναγομένη 1 σημείωσε ότι αυτή η τακτική της καλής συμπεριφοράς σταμάτησε απόλυτα την ημέρα της εργοδότησης του Εναγόμενου
- Ερωτηθείς αν έκαναν συμφωνία με τον Εναγόμενο 2 απάντησε ότι δεν έκαναν γραπτή συμφωνία αλλά ένα ΜΕΜΟ (Τεκμήριο 8). Ερωτηθείς αν στο Τεκμήριο 8 υπάρχει όρος για αποκοπές από το μισθό του Εναγόμενου 2 για να πηγαίνει στην Εναγομένη 1 απάντησε ότι σ΄ αυτό δεν υπάρχει. Ερωτηθείς γιατί, αφού μπήκε στον κόπο να γράψει τους όρους εργοδότησης, την ουσία της όλης πράξης που ήταν να μειωθεί το υπόλοιπο της Εναγομένης 1, δεν έγραψε μια γραμμή στο Τεκμήριο 8, απάντησε ότι λόγω των καλών σχέσεων που είχαν δεν θα ετοίμαζε ολοκληρωμένη συμφωνία για να μην έχουν αργότερα παρεξήγηση. Ερωτηθείς κατά πόσο ήταν μετά τη συνάντηση του με τον Εναγόμενο 2 που αποφάσισε να του αποκόπτεται ένα ποσό από το μισθό του και να καταβάλλεται στο λογαριασμό της Εναγομένης και ότι δεν το είχε αυτό κατά νου όταν ετοίμασε το ΜΕΜΟ, απάντησε ότι σ΄ αυτό το ΜΕΜΟ μιλά για ποσό ΛΚ800 καθαρά πλέον bonus ενώ το σύνολο απολαβών ήταν μεγαλύτερο. Δέχτηκε, ωστόσο, ότι στο ΜΕΜΟ δεν γράφει ότι το bonus θα πήγαινε στο λογαριασμό της Εναγομένης
- Αρνήθηκε ότι αρχικά συμφώνησε το bonus να πηγαίνει στην τσέπη του Εναγομένου 2 και μετά στο λογαριασμό της Εναγομένης
- Ερωτηθείς γιατί δεν έγραψε στο ΜΕΜΟ ότι ο Εναγόμενος 2 δεν θα λάμβανε ο ίδιος το bonus απάντησε ότι το είχαν συζητήσει. Ερωτηθείς πως από τη μια αγωνιούσαν για το υψηλό υπόλοιπο και από την άλλη του αύξησαν το ετήσιο ποσό απολαβών από ΛΚ15340 σε ΛΚ20,000 απάντησε ότι η αξία της εργασίας του Εναγομένου 2 του ανήκε. Σε ό,τι αφορά ποσά που πιστώθηκαν στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 και προέρχονταν από το μισθό του Εναγομένου 2 μεταξύ Μαρτίου 2000 και Απριλίου 2001 αναφέρθηκε στο credit note ημερ. 6/12/00 για ποσόά ΛΚ6,319 και στο Τεκμήριο 9 εξήγησε ότι έγινε με αυτό, κατόπιν απόφασης του λογιστή. Ερωτηθείς κατά πόσο με το Τεκμήριο 9 δήλωναν ψέματα όταν αναφέρονταν εκεί επιστροφές αγαθών και πίστωση ΦΠΑ απάντησε ότι δεν ήταν όντως ο απόλυτα σωστός τρόπος. Η συνεργασία Ενάγουσας - Εναγομένης 1 ήταν στη βάση ανοικτού λογαριασμού (open account) χωρίς όριο και χωρίς συγκεκριμένες προθεσμίες πληρωμής. Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στα υπόλοιπα (closing balances) από το 1995-2001 ως εξής: 1995 ΛΚ7,882.87 1996 ΛΚ25,367.72 1997 ΛΚ37,522.03 1998 ΛΚ25,757.24 1999 ΛΚ55,641.58 2000 ΛΚ82,530 2001 ΛΚ81,534.45 και στις 15/3/00 ΛΚ44,231.
- Δέχθηκε, ωστόσο, ότι το υπόλοιπο στις 31/12/98 ήταν ΛΚ42,567.05 και όχι ΛΚ25,757.24 με βάση την κατάσταση Τεκμήριο 6 που του υπεδείχθη κατά την αντεξέταση χωρίς να μπορεί να εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ της κατάστασης αυτής και της άλλης που κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Του υπεδείχθη στη συνέχεια και δεύτερη μηχανογραφημένη κατάθεση λογαριασμού, Τεκμήριο 7, που έδειχνε υπόλοιπο στις 31.12.98 ένα άλλο ποσό από τις ΛΚ23,185.76 χωρίς, ωστόσο, να διαφοροποιείται το τελικό υπόλοιπο. Η θέση του Μ.Ε.1 ήταν ότι θα έπρεπε να το μελετήσει αυτό το στοιχείο αδυνατώντας, προφανώς, να δώσει μια εξήγηση. Αρνήθηκε ο Μ.Ε.1 ότι ετοίμασε το Τεκμήριο 7 με σκοπό να δείξει χαμηλό υπόλοιπο κατά τη 1.1.
- Μάλιστα του τέθηκε ότι με το Τεκμήριο 7 προσπάθησε να δείξει ότι το υπόλοιπο την 1.1.99 ήταν ΛΚ23,000, ενώ ήταν ΛΚ42,000 και στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ότι ήταν ΛΚ25,000, ενώ στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι ήταν ΛΚ42,000.-. Μάλιστα του υπεδείχθη ότι στο Τεκμήριο 1 στο τιμολόγιο 1225, ημερ. 7/10/09, η χρέωση είναι ΛΚ21,53.40, ενώ στο Τεκμήριο 7 για το ίδιο τιμολόγιο και ημερομηνία η χρέωση είναι ΛΚ21,534.
- Η εξήγηση που δόθηκε από τον Μ.Ε.1 ήταν ότι πιθανόν να υπήρχε πρόβλημα στην αντιγραφή. 'Οσον αφορά τη συνεργασία και τη διαδικασία που ακολουθείτο πριν τον Μάρτιο του 2000 με την εναγομένη ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ο δικός τους πωλητής έπαιρνε παραγγελία από την Εναγομένη 1, ετοίμαζε δελτίο αποδοχής (waybill) και το λογιστήριο της Ενάγουσας εξέδιδε τιμολόγιο. Τα εμπορεύματα παραδίδονταν με το waybill. Το waybill υπογράφετο από το άτομο που ήταν στην αποθήκη, ενώ το τιμολόγιο εκδίδετο από το λογιστήριο της Ενάγουσας. Μετά το Μάρτιο του 2001 ο Εναγόμενος 2 ήταν ο ίδιος υπεύθυνος στην αποθήκη, έβγαζε τις παραγγελίες και έδιδε οδηγίες στους υπαλλήλους της αποθήκης για να του παραδώσουν. Ο Εναγόμενος 2 δεν είχε σχέση με την μετατροπή του waybill σε τιμολόγιο. Ερωτηθείς πως όταν η εταιρεία πωλεί και εκδίδει τιμολόγιο έρχεται και λέγει ότι αυτός που τα παίρνει είναι κλέπφτης ενώ θα έπρεπε, απλώς, να ζητήσει το τίμημα, απάντησε ότι ο Εναγόμενος 2 αγόραζε υπερδιπλάσια από τις πληρωμές που γίνονταν και αυτό ανησύχησε τον Μ.Ε.
- Η εναγόμενη 1 ανέβαζε από τη μια το χρεωστικό υπόλοιπο, αφού δεν έκαμνε πληρωμές, και ο Εναγόμενος 2 απέσυρε εμπορεύματα. Ερωτηθείς γιατί ενώ ανησύχησε για τη ψαλίδα το 1999 και έκανε συμφωνία το 2000 άφησε τη ψαλίδα να αυξάνεται για άλλους 14 μήνες αντί στους 2, 3, 4 μήνες να μην δίδει η Ενάγουσα άλλο εμπόρευμα στην Εναγομένη 1, απάντησε ότι είχαν συνεργασία για 20 χρόνια και πρώτα τους λες πρόσεχε, βελτίωσε την κατάσταση ώσπου διαπιστώνεις ότι μεγαλώνει η ψαλίδα. Η τελευταία αποστολή εμπορευμάτων έγινε με εντολή του Εναγομένου 2 στις 13 και 26 Μαρτίου
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι μέχρι τον Φεβρουάριο του 2001 δεν αντέδρασε στην αύξηση του υπολοίπου γιατί η Εναγομένη 1 εκτελούσε αυτό που τους είχε πει η Ενάγουσα, δηλαδή, να εξοφλήσουν τους τρίτους προμηθευτές και να γίνουν κατάστημα πώλησης κατ΄ αποκλειστικότητα ειδών ένδυσης ΒΙDI. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι τον Φεβρουάριο του 2001 ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 ήλθε και βρήκε τον Μ.Ε.1 και τον ρώτησε γιατί μένει αδρανής και δεν προχωρά στη δημοσιοποίηση της εταιρείας. Στην υποβολή ότι οι σχέσεις τους ψυχράνθηκαν όταν τον Απρίλη του 2001 ο λογιστής Κυριακίδης (Μ.Ε.2) κάλεσε τον Εναγόμενο 2 και του ζήτησε να υπογράψει σειρά από έγγραφα αναγνώρισης χρέους για το χρέος της Εναγομένης 1, απάντησε ότι ο Εναγόμενος 2 είχε συναντήσεις με τον Μ.Ε.2 για να βρεθεί μια λύση για το υπόλοιπο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Μ.Ε.2 απαίτησε από τον Εναγόμενο 2 να αναλάβει προσωπικά το χρέος της Εναγομένης 1 διαφορετικά δεν θα γινόταν δεκτός στην εργασία του και πρόσθεσε ότι ο Μ.Ε.2 δεν είχε το δικαίωμα να διαπραγματευθεί τέτοια πράγματα και ότι, επειδή είχε καλές σχέσεις με τον Εναγόμενο 2, βρέθονταν. Διαφώνησε με την υποβολή ότι ο Εναγόμενος 2 με επιστολή του ημερ. 3/5/01 ήθελε κάτι γραπτώς για να ξεκαθαρίσει οριστικά το ζήτημα της απαίτησης του Μ.Ε.1 για υπογραφή εγγύησης. Μαρτυρία ΜΕ2 Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Γ.Κυριακίδης λογιστής/ελεγκτής. Κλήθηκε από την Ενάγουσα εταιρεία για να βοηθήσει στη μηχανογράφηση των λογιστικών της βιβλίων. Ξεκίνησαν τις διεργασίες τον Φεβρουάριο, Μάρτιο του
- Εψαχναν διάφορα λογιστικά πακέττα και ενόσω ο Μ.Ε.2 ήταν εκεί δεν είχαν καταλήξει σε συγκεκριμένο. Στα πλαίσια των προσπαθειών που γίνονταν για μηχανογράφηση δεν είχαν περαστεί όλες οι πράξεις από τα χειρόγραφα αλλά ορισμένες πράξεις, το δε μηχανογραφημένο σύστημα δεν αποτελούσε, σε εκείνο το χρόνο, το επίσημο σύστημα αλλά, επισήμως, ήταν τα λογιστικά βιβλία της Ενάγουσας εταιρείας. Αν και ο Μ.Ε.1 είχε καλέσει τον Μ.Ε.2 για το θέμα της μηχανογράφησης ο Μ.Ε.2 πρόσεξε στο χειρόγραφο σύστημα να υπάρχει κάποιο πρόβλημα και του είχε κάνει εντύπωση ότι ο Εναγόμενος 2, ως διευθυντής στο Τμήμα Πωλήσεων, είχε αυξήσει τις πωλήσεις της Εναγόμενης
- Επιπροσθέτως διαπίστωσε ότι η συχνότητα των αποπληρωμών της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα λιγόστεψε, δηλαδή, η αναλογία του ποσού πληρωμών μειώνετο αντί να αυξάνεται με αποτέλεσμα να αυξηθεί σημαντικά το υπόλοιπο. Αυτά τα έθεσε υπόψη του Εναγόμενου 2 με τον οποίο μίλησε λέγοντας του να είναι πιο προσεκτικός και ότι ο Μ.Ε.2 όφειλε να ενημερώσει την Ενάγουσα, όπως και έγινε. Διευθετήθηκε συνάντηση του Μ.Ε.1, Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1 στα γραφεία της Ενάγουσας όπου αναλύθηκε η κατάσταση και ο ΜΥ1 ανέφερε ότι τώρα είχε δει ότι υπάρχει πρόβλημα βεβαιώνοντας ότι θα ερχόταν με εισηγήσεις για να το λύσει. Σε δυό- τρεις επισκέψεις που έγιναν ο Μ.Υ.1 εισηγήθηκε στον Μ.Ε.2 τρόπους για να βελτιωθεί η κατάσταση. Μεταξύ αυτών ήταν να πωλήσει το σπίτι του και με τα λεφτά που θα έπαιρνε να αποπληρώσει το υπόλοιπο. Η αντίδραση του Μ.Ε.2 σ΄ αυτή την εισήγηση ήταν ότι ήταν άσχημη ιδέα. Η δεύτερη εισήγηση ήταν να βάλει το σπίτι του και το κατάστημα που είχε υποθήκη και να πάρει δάνειο. Ο Μ.Ε.2 επικρότησε αυτή την εισήγηση. Μετά από αυτό ανέμεναν να έλθει ο Εναγόμενος 2 να τους πει τι έγινε. Συναντήθηκαν ξανά και ο Μ.Ε.1 μαζί με τον Εναγόμενο
- σΣυζητούσαν για μία συμφωνία όπου η Ενάγουσα θα έδινε του Εναγόμενου 2 ως μισθό £20,000.- αλλά ο Εναγόμενος 2 να εισπράττει £800.- μηνιαίως και το υπόλοιπο να το καταβάλλει υπό μορφή credit note ως έκπτωση στην Εναγόμενη 1 ούτως ώστε να κρατηθεί στη ζωή και να μπορεί η Εναγόμενη 1 να πληρώσει το υπόλοιπο. Ο Μ.Ε.2 ήταν φίλος και με τους δύο και προσπαθούσε να βρεθεί ο καλύτερος τρόπος. Σε καμία περίπτωση δεν ανέφερε στον Εναγόμενο 2 να σταματήσει να έρχεται αν δεν υπογράψει εγγύηση. Όταν αργότερα ο Εναγόμενος 2 δεν παρουσιάστηκε στη δουλειά του και τον ρωτούσε σχετικά γιατί δεν απαντά τα τηλέφωνα ο Μ.Ε.2 δεν είχε ιδέα. Ο Μ.Ε.2 πήρε μία επιστολή από τον Μ.Ε.1 που είχε στείλει ο Εναγόμενος 2 στην οποία έλεγε ότι ήταν ο Μ.Ε.2 που τον ανάγκασε να τα κάμει αυτά. Αντεξέταση Μ.Ε.2 Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ο ίδιος είχε φύγει στο στάδιο όπου ο Εναγόμενος 2 είχε αποχωρήσει από την εταιρεία οικιοθελώςοικειοθελώς, η Ενάγουσα τον ειδοποιούσε να έλθει να συζητήσουν και ο Εναγόμενος 2 ζητούσε, πριν να έλθει, η εταιρεία να βάλει τις σκέψεις της γραπτώς. Από εκείνο το στάδιο και μετά δεν γνωρίζει οτιδήποτε. Ερωτηθείς γιατί στις καταστάσεις στο μηχανογραφημένο σύστημα για το έτος 2000 το opening balance είναι £25,000.- ενώ στις χειρόγραφες £44,000.- απάντησε ότι αυτά ήταν άσχετα και ότι όταν θα υιοθετείτο το λογιστικό πακέτο θα έβγαινε καινούργια κατάσταση και δεν θα υπήρχε διαφορά στα ποσά των υπολοίπων. Στο δε πειραματικό στάδιο δεν έγινε έλεγχος. Στην ερώτηση πως κατάφερε ο ίδιος να δει ότι υπήρχε σταδιακή αύξηση του υπολοίπου της Εναγόμενης 1 ενώ το λογιστήριο και ο διευθυντής της Ενάγουσας δεν το πήρε «χαπάρι» απάντησε ότι αυτά τα στοιχεία υπήρχαν στο χειρόγραφο σύστημα και, αν ήταν λάθος του, θα του έλεγε ο Εναγόμενος
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος έδωσε στον Εναγόμενο 2 μία σειρά από έγγραφα, γραμμάτια για να υπογράψει και ο τελευταίος αρνήθηκε και είπε ο Μ.Ε.2 ότι αυτό δεν έγινε ποτέ. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι όσα είπε στη μαρτυρία του ότι ήταν ιδέες που ο Εναγόμενος 2 έβαλε κάτω στο τραπέζι ήταν ψεύδη. Ερωτηθείς πως ισχυρίζεται ότι είναι ανεξάρτητος και μη εξουσιοδοτημένος όταν ανέλαβε ο ίδιος να πληρωθεί το υπόλοιπο απάντησε ότι επειδή ήλθε στην προσοχή του κάποιο γεγονός θα μπορούσε να βοηθήσει και να σταματήσει να ζημιώνει η άλλη πλευρά οπόταν για κάτι τέτοιο δεν χρειαζόταν εξουσιοδότηση. Όταν του τέθηκε ότι δεν είχε καμία θέση να κάμνει διαπραγματεύσεις μεταξύ Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1 επανέλαβε ότι ο ίδιος ήταν ανοικτός να δώσει συμβουλή. Ο λόγος που εισηγήθηκε το credit note ήταν για να βοηθηθεί η Εναγόμενη 1 να παίρνει προϊόντα φθηνότερα και, άρα με περισσότερο κέρδος, και έτσι να παραμείνει βιώσιμη, τα δε λεφτά του Εναγόμενου 2 θα πήγαιναν για πληρωμή του υπολοίπου της Εναγομένης
- Αρνήθηκε, τέλος, ότι η ανάμειξη του περιορίστηκε στο να προσπαθήσει να εκμαιεύεσει από τονστον Εναγόμενο 2, καθ΄ υπόδειξη της Ενάγουσας, την προσωπική ανάληψη των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 από τον Εναγόμενο
- Μαρτυρία Εναγομένου 2 (Μ.Υ.1) Ο Εναγόμενος 2 ήταν ένας από τους διευθυντές και μετόχους της Εναγόμενης 1 η οποία διεγράφη από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στις 14/2/
- Η Εναγόμενη 1 ήταν διανομέας της Ενάγουσας στη Λεμεσό και συγκεκριμένα αγόραζαν από αυτήν είδη ανδρικής ένδυσης BIDI και τα διέθεταν λιανικώς σε κατάστημα τους στη Λεμεσό. Η συνεργασία άρχισε το 1995, αρχικά με μικρό κύκλο συναλλαγών, αλλά από το 1997 η Ενάγουσα ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής της Εναγόμενης
- Σύμφωνα με την διαδικασία που ακολουθείτο υπάλληλος της Ενάγουσας έφερνε στο κατάστημα της Εναγόμενης 1 στη Λεμεσό δείγματα, ο Εναγόμενος 2 ή η γυναίκα του συμπλήρωναν δελτίο παραγγελίας και σε λίγες μέρες παραλάμβαναν τα εμπορεύματα συνοδευόμενα από δελτίο αποστολής (way bill) υπογραμμένο από αποθηκάριο της Ενάγουσας το οποίο οι Εναγόμενοι προσυπόγραφαν. Λίγες ημέρες αργότερα οι Εναγόμενοι παραλάμβαναν και σχετικό τιμολόγιο. Η Ενάγουσα τηρούσε κατάσταση λογαριασμού όπου χρέωναν τα ποσά των τιμολογίων τους και πίστωναν τις πληρωμές ή επιστροφές εμπορευμάτων εκ μέρους των Εναγομένων. Δεν υπήρχε τακτική προθεσμία εξόφλησης, ούτε τόκος επί των εκκρεμών τιμολογίων. Η κίνηση ήταν συνεχής και προς ικανοποίηση της Ενάγουσας εφόσον η Εναγόμενη 1 αγόραζε μεγάλο όγκο εμπορευμάτων και κρατούσε τα χρεωστικά της υπόλοιπα σε αποδεκτά επίπεδα. Πριν από τον Φεβρουάριο 2001 δεν έγιναν οποιαδήποτε παράπονα για το ύψος τους. Τα χρεωστικά υπόλοιπα της Εναγομένης 1 από τα τέλη Νοεμβρίου 1997 μέχρι αρχές 2000 ήταν από £35.000 μέχρι £55.000.-. Τον Μάρτιο του 2000 ο Μ.Ε.1 κάλεσε τον Μ.Υ.1 και του υπέβαλε πρόταση όπως η Εναγόμενη 1 μετατρέψει το κατάστημα της στη Λεμεσό σε κατάστημα πώλησης ανδρικών ειδών ένδυσης BIDI αποκλειστικά και ο Εναγόμενος 2 παραιτηθεί από εργοδοτούμενος της Εναγόμενης 1 και να εργοδοτηθεί από την Ενάγουσα ως διευθυντής πωλήσεων με ετήσιες απολαβές £20,000.-. Ο Μ.Ε.1 πληροφόρησε τον Μ.Υ.1 ότι σκεφτόταν σοβαρά την εισαγωγή των μετοχών της Ενάγουσας στο ΧΑΚ και στόχος ήταν όπως μέχρι τις αρχές του 2001 να καταστεί η Εναγόμενη 1 θυγατρική εταιρεία της Ενάγουσας. Προς επίτευξη αυτού του σκοπού ο Μ.Ε.1 ανέφερε στον Μ.Υ.1 ότι η Εναγόμενη 1 θα έπρεπε εντός του 2000 να τερματίσει κάθε εμπορική συνεργασία της με τρίτους προμηθευτές και να εξοφλήσει κάθε χρεωστικό υπόλοιπο της προς αυτούς για να είναι «καθαρή από άλλες συνεργασίες και οφειλές». Αυτό συνεπαγόταν ότι η Εναγόμενη 1 θα πραγματοποιούσε μικρότερες πληρωμές στην Ενάγουσα κατά το
- Η πρόταση του Μ.Ε.1 κρίθηκε από τον Μ.Υ.1 ελκυστική και έγινε αποδεκτή. Κατά τη σύναψη της συμφωνίας τον Μάρτιο του 2000 δεν είχε εκφραστεί οποιαδήποτε ανησυχία για δήθεν αυξημένο υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 και ούτε, συνεπακόλουθα, ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε να καταβάλει σταθερό ποσό από τα εισοδήματα του έναντι του χρέους της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα και, τέλος, ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ο ίδιος έναντι του χρεωστικού υπολοίπου της Εναγομένης
- Η Εναγόμενη 1 προς εκτέλεση της συμφωνίας τερμάτισε σταδιακά και μέχρι τα τέλη του 2000 αρχές του 2001 ολοκλήρωσε τον τερματισμό της εμπορικής συνεργασίας με τρίτους προμηθευτές και εξόφλησε σχεδόν πλήρως τα χρεωστικά της υπόλοιπα προς αυτούς, διέθετε δε στο κατάστημα της σχεδόν αποκλειστικά είδη ένδυσης BIDI. Για την τήρηση της συμφωνίας ο Μ.Υ.1 τηρούσε ενήμερο τον Μ.Ε.
- Το πρόβλημα στη σχέση της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο 2 και τελικά με την Εναγόμενη 1 ξεκίνησε όταν ο Εναγόμενος 2 τον Φεβρουάριο 2001 ζήτησε να μάθει τι γίνεται με το θέμα της δημοσιοποίησης. Η αντίδραση του Μ.Ε.1 ήταν ότι δεν τίθετο πλέον τέτοιο θέμα με αποτέλεσμα ο Μ.Υ.1 να αντιδράσει έντονα γιατί ουδέποτε πριν ενημερώθηκε για την αλλαγή των σχεδίων της Ενάγουσας. ΄ΕΈκτοτε οι σχέσεις μεταξύ τους ψυχράνθηκαν, όμως ο Εναγόμενος 2 συνέχισε να εκτελεί κανονικά τα καθήκοντα του. Γύρω στις 15-20 Απριλίου του 2001 διευθετήθηκε συνάντηση του Μ.Ε.2 με τον Μ.Υ.1 για το υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 το οποίο, όπως ο Μ.Ε.2 ανέφερε ανησυχούσε τον Μ.Ε.1 και, όπως τέθηκε στον Μ.Υ.1, θα έπρεπε να δώσει προσωπική εξασφάλιση. Ο Μ.Ε.2 έθεσε στον Μ.Υ.1 μια σειρά από έγγραφα για να υπογράψει που αφορούσαν το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 με βάση τους λογαριασμούς της Ενάγουσας. Ο Μ.Υ.1 αρνήθηκε και εξήγησε στον Μ.Ε.2 ποια ήταν η συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας. Η θέση του Μ.Ε.1 ήταν ότι αν ο Μ.Υ.1 δεν υπέγραφε δεν θα έπρεπε να επιστρέψει στην εργασία. Ακολούθησε επιστολή του Μ.Υ.1 ημερομηνίας 30/4/
- Η πλευρά της Ενάγουσας κάλεσε τον Εναγόμενο 2 σε συνάντηση, ενώ ο Εναγόμενος 2 επέμενε να έχει γραπτώς τις θέσεις της και, αντ΄ αυτού, ο Εναγόμενος 2 έλαβε επιστολή απόλυσης και τερματισμού της συμφωνίας διανομής με την Εναγόμενη
- Η απόφαση αυτή της Ενάγουσας είχε δραματικές συνέπειες για τον Εναγόμενο 2 όσο και για την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 έμεινε χωρίς προμηθευτές και με ένα απόθεμα ειδών BIDI το οποίο δεν ανανεώνετο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να έχει ικανοποιητικές πωλήσεις στις επόμενες σαιζόν. Ως οικογένεια έχασαν το εισόδημα του Εναγόμενου
- Εν τω μεταξύ η Ενάγουσα κατεχώρησε την αγωγή 1588/01 με παρόμοιες αξιώσεις η οποία απεσύρθη άνευ βλάβης. Εγιναν διάφορες επαφές μεταξύ των δύο πλευρών και με την παρουσία των δικηγόρων τους και η κατάληξη ήταν τον Μάρτιο του 2008 να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη 1 σταμάτησε να διεξάγει εργασίες από το 2001 και τελικά ζητήθηκε η διαγραφή της στις 3/5/
- Ο Εναγόμενος 2 βρέθηκε χωρίς απασχόληση. Από την Ενάγουσα δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση και ούτε καν του δόθηκε μισθός για το μήνα Απρίλιο
- Από τα μέσα 2001 μέχρι και τα τέλη 2003 απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες χωρίς να πρόκειται, όμωςόμως, για σταθερή απασχόληση και τα εισοδήματα του ήταν για το 2001 £2717, για το 2002 £6859.-, και για το 2003 £7896.-. Μόλις το 2004 βρήκε σταθερή απασχόληση με απολαβές £1100.- μηνιαίως. Αντεξέταση Εναγομένου 2 (Μ.Υ1) Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 και ερωτηθείς αν είχε πάρει το bonus του για τους τρεις μήνες που δούλεψε το 2001 απάντησε ότι πως θα τα ζητούσε όταν του έστελλε ο Μ.Ε.1 επιστολές και ήθελε να τον υποχρεώσει να υπογράψει εγγύηση. Το 2000 του είχε δώσει το bonus του, ενώ το 2001 πήρε το μισθό του για τους 3 μήνες αλλά όχι για το μήνα Απρίλη. Στις Μεταξύ 15.-20 Απριλίου 2001 έγινε συνάντηση με τον Μ.Ε.2 όταν του είπε να σκεφτεί για την υπογραφή εγγύησης και να τον πάρει τηλέφωνο με την απάντηση του. Ο Μ.Υ.1 του τηλεφώνησε μετά και του είπε ότι δεν ήταν πρόθυμος να υπογράψει τις εγγυητικές προσωπικά και τότε ο Μ.Ε.2 του είχε πει ότι η θέση του Μ.Ε.1 ήταν να μην επιστρέψει, όπως και έγινε. Αφού πέρασαν κάποιες μέρες και δεν πήρε τηλεφώνημα από τον Μ.Ε.1, ο Μ.Υ.1 έτυχε νομικής συμβουλής για να στείλει επιστολή για να έχει κάτι γραπτώς, όπως έκανε στις 30/4/
- Από τον Φεβρουάριο 2001 που ο Μ.Υ.1 ρωτούσε τον Μ.Ε.1 για την πορεία της Ενάγουσας και Εναγομένης 1 για το ΧΑΚ και δόθηκε η απάντηση από τον Μ.Ε.1 ότι δεν υπήρχε σκέψη γι΄' αυτό το θέμα έκτοτε οι σχέσεις τους είχαν πρόβλημα. Στις 3/5/01 ο Μ.Ε.1 του έστειλε επιστολή ότι απολύεται και ότι σταματά τη διαμνομήονή εμπορευμάτων στην Εναγομένη
- Η Εναγομένη 1 συνέχιζε, ωστόσο, να πληρώνει μέχρι και 11/5/01 (Τεκμήριο 10). Το κατάστημα δεν έκλεισε το Μάιο του 2001 και ούτε χάθηκε το εμπόρευμα. Η Εναγομένη 1 δούλευε μέχρι 14/8/01 (Τεκμήριο 11) που ήταν και η τελευταία μέρα εργασίας της. Ερωτηθείς αν σκέφτηκε να δώσει οποιοδήποτε μέρος από το χρέος της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα απάντησε ότι. σκόπευαν να λύσουν το πρόβλημα της Ενάγουσας με τη συμφωνία συνεργασίας του 2004 μεταξύ της γυναίκα του Εναγομένου 2 και της Ενάγουσας. Η Εναγομένη 1 καταστράφηκε εφόσον σταμάτησε η διανομή των εμπορευμάτων BIDI σε μια εταιρεία όπου το 99% των ειδών που πωλούνταν ήταν είδη BIDI και άρχιζε η νέα σαιζόν άνοιξη-καλοκαίρι 2001 χωρίς να υπάρχει νέο εμπόρευμα. Η Εναγομένη 1 έχασε όλους τους πελάτες της. Η Εναγόμενη 1 ούτε από τις πωλήσεις μπορούσε να καλύψει τα έξοδα της, όπως ενοίκια κτλ. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Μ.Ε.1 φάνηκε εύπιστος και τον προμήθευε εμπόρευμα, ενώ ο Εναγόμενος 2 εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση για να ανεβάσει το χρέος του εξοφλώντας τους προμηθευτές. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι ο Μ.Ε.1 ανεχόταν την αύξηση του χρέους της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 2 τον ξεγέλασε αποσπώντας πολύ μεγαλύτερο ποσό εμπορευμάτων αυξάνοντας το χρέος της Εναγομένης κατακόρυφα, ενώ είχε πει ότι θα το μείωνε, και μετά έκλεισε και εγκατέλειψε το κατάστημα σε μια μέρα στις 14/8/
- Πρόσθεσε δε ότι, αν η Ενάγουσα είχε πρόβλημα με τα υπόλοιπα της Εναγομένης, τότε γιατί δεν σταμάτησε να πουλά εμπορεύματα σ΄ αυτή. Επεσήμανε δε ότι Ηη Ενάγουσα είχε έλεγχο στο λογιστήριο. Στην υποβολή ότι συμφώνησαν να τον προσλάβουν η Ενάγουσα και αυτός θα κατέβαλλε από το εισόδημα του έναντι του χρέους της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα απάντησε ότι αν ήταν ο σκοπός να εξοφλήσει ο ίδιος προσωπικά το χρέος της Εναγομένης γιατί θα πήγαινε, με βάση το Τεκμήριο 8 , «a period of a few months of testing". Ερωτηθείς γιατί δεν ειδοποίησε ο Μ.Υ.1 τους Ενάγοντες για την πρόθεση του να κλείσει την Εναγόμενη 1 εταιρεία εφόσον η εταιρεία αυτή όφειλε στους Ενάγοντες, απάντησε ότι ο λόγος ήταν επειδή είχαν συμφωνήσει το 2004 και ο σκοπός της συμφωνίας αυτής ήταν να λυθεί το πρόβλημα που υπήρχε με την Ενάγουσα εταιρεία. Συμφώνησαν δε να συνεργαστεί η γυναίκα του Μ.Υ.1 μαζί με τους Ενάγοντες κάνοντας ένα είδος συνεταιρισμού στο κατάστημα που χρησιμοποιούσε η γυναίκα του. Όλα, επομένως, θα προχωρούσαν στη βάση της συμφωνίας του
- Εν πάση δε περιπτώσει η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν έκαμνε οποιαδήποτε δραστηριότητα και ο λογιστής του, ο οποίος είχε υπόψη του σχετικά με την αγωγή υπ΄ αρ. 1588/01, θεώρησε παράλογο να συνεχίζουν να πληρώνουν λεφτά για μια εταιρεία χωρίς δραστηριότητες. Ερωτηθείς αν μίλησε με τον Μ.Ε.1 σχετικά με τους όρους εισαγωγής της Ενάγουσας στο ΧΑΚ απάντησε ότι έγινε συζήτηση σε γενικές γραμμές στηριζόμενη σε καταστάσεις λογαριασμών της Εναγόμενης 1 του 2000 και θα έβλεπαν την αξία της εταιρείας αυτής και θα κατέληγαν στο ποσό. Ένα περίπου τα ποσά που συζητούνταν ήταν £100,000.- σε διάστημα πέντε χρόνων. Ερωτηθείς αν είχε δώσει τους λογαριασμούς της Εναγόμενης εταιρείας στο Μ.Ε.1 απάντησε ότι ο τελευταίος δεν τα ζήτησε. Ερωτηθείς αν η συζήτηση ήταν «του αέρα» απάντησε ότι με τον Μ.Ε.1 δούλευαν μαζί από το 1984 και όποτε έκαμναν συμφωνία την τηρούσαν οπόταν δεν υπήρχε τότε λόγος να έχουν γραπτή συμφωνία. Εκείνο που αναμένετο να γίνει, αφού ελέγχονταν οι λογαριασμοί της εναγόμενης εταιρείας, ήταν ο Μ.Ε.1 να έδινε στον Μ.Υ.1 το ποσό των £100,000.- σε μετοχές. Ερωτηθείς αν ο ίδιος εξέτασε τους λογαριασμούς της Ενάγουσας εταιρείας απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι ούτε ο Μ.Ε.1 εξέτασε τους λογαριασμούς της Εναγόμενης εταιρείας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[1]. Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[2] Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 H ουσιαστική μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας είναι αυτή που προήλθε από τον Μ.Ε.
- Η εκδοχή που ο Μ.Ε.1 προσπάθησε να προωθήσει ενώπιον του Δικαστηρίου ελέγχεται τόσο ως προς την αξιοπιστία της όσο και ως προς την λογική. Προχωρώ στη συνέχεια να παραθέσω ενδεικτικά αποσπάσματα και αναφορές από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 που το Δικαστήριο έχει ξεχωρίσει ιδιαίτερα χωρίς αυτά, βέβαια, να απομονώνονται από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η βασική θέση που προβλήθηκε ήταν ότι ο Εναγόμενος 2 είχε αναλάβει προσωπική υποχρέωση προς την Ενάγουσα για εξόφληση του χρέους που είχε η Εναγόμενη 1 προς αυτήν και ότι, για να μπορέσει να γίνει κατορθωτή η αποπληρωμή του χρέους της Εναγόομεένοης 1 προς την Ενάγουσα, συνήφθη μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 2 συμφωνία εργοδότησης του εναγόμενου
- Σύμφωνα δε με την εκδοχή που προβλήθηκε με βάση τη συμφωνία εργοδότησης ο Εναγόμενος 2 θα λάμβανε ένα σταθερό εισόδημα από την Ενάγουσα για τις υπηρεσίες του και ταυτόχρονα από το εισόδημα αυτό η Ενάγουσα θα έπαιρνε ένα μέρος για την εξόφληση του χρέους. Μάλιστα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 έγγραφο «ΜΕΜΟ» το οποίο ετοίμασε ο Μ.Ε.
- Είναι, όμως, αξιοσημείωτο ότι, ενώ η πλευρά της Ενάγουσας θέλησε να παρουσιάσει ως λόγο σύναψης της συμφωνίας εργοδότησης την εξεύρεση τρόπου αποπληρωμής του χρέους της Εναγομένης, στο εν λόγω έγγραφο δεν καταγράφεται ούτε λέξη γι΄ αυτό το ζήτημα. Ουδεμία αναφορά ή όρος υπάρχει στο Τεκμήριο 8 αναφορικά με αποκοπές από το μισθό του Εναγομένου ούτως ώστε αυτές να πηγαίνειουν στο χρέος της Εναγομένης 1 ή να καταλήγειουν σε λογαριασμό της Εναγομένης
- 'Επειτα στο Τεκμήριο 8 γίνεται αναφορά σε «period of a few months testing". Kαι εύλογα προκύπτει το ερώτημα πως θα επιτυγχάνετο ο στόχος της αποπληρωμής του χρέους της Εναγομένης 1 αν η απασχόληση του Εναγομένου 2 ήταν επί δοκιμαστικής βάσης. Ένα άλλο σημείο που προκαλεί εύλογα ερωτηματικά αναφορικά με την αξιοπιστία της εκδοχής που η πλευρά της Ενάγουσας μέσω του Μ.Ε.1 προσπάθησε να προωθήσει ήταν και το ότι, ενώ, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της πλευράς της Ενάγουσας, είχε προσληφθεί ο Εναγόμενος 2 με απώτερο σκοπό να βοηθηθεί η εξόφληση του χρέους της Εναγομένης 1, τελικά διαπιστώνεται ότι αυξήθηκε η αμοιβή του Εναγόμενου 2 από ΛΚ15340, που ήταν οι ετήσιες απολαβές του με βάση το Τεκμήριο 8, σε ποσό ΛΚ20,000, δηλαδή, κατά ΛΚ4660 περισσότερα. Και στο σημείο αυτό εύλογα διερωτάται ένας κατά πόσο υπάρχει λογική σ΄ αυτού του είδους τη συναλλαγή και κατά πόσο θα ήταν εφικτό, κάτω από τα δεδομένα, όπως τα παρουσίασε η πλευρά της Ενάγουσας, να μπορούσε η οφειλή της Εναγομένης 1 να εξοφληθεί. Ο Μ.Ε.1 ρωτήθηκε επισταμένα κατά την αντεξέταση σχετικά με το Τεκμήριο 8 και την εκδοχή που προώθησε. Όταν ρωτήθηκε το λόγο που δεν συμπεριελήφθηκε στο εν λόγω έγγραφο ρητός όρος ότι θα γίνονταν αποκοπές από το μισθό του Εναγομένου 2 για να πηγαίνουν στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 αρκέστηκε να πει ότι δεν υπάρχει τέτοιος όρος και ότι αυτό το έγγραφο το είχε ετοιμάσει προτού έλθει ο Εναγόμενος 2 και ότι, λόγω της σχέσης που είχε τόσα χρόνια μαζί του, δεν θα ετοίμασε ολοκληρωμένη συμφωνία για να υπογράψει, απλώς, θα περιοριζόταν σε υποβολή πρότασης και στη συνέχεια σε συμφωνία και να προχωρήσουν. Είναι φανερό, κατά την άποψη μου, ότι ο Μ.Ε.1 απέφυγε να δώσει σαφείς εξηγήσεις στο ερώτημα που του τέθηκε και υπήρξε από μέρους του έκδηλη δυσκολία να αιτιολογήσει την παράλειψη συμπερίληψης του πιο ουσιαστικού όρου που θα ανέμενε κανείς σ΄ ένα τέτοιο έγγραφο εφόσον, κατά την εκδοχή του Μ.Ε.1, η συμφωνία εργοδότησης είχε γίνει με απώτερο σκοπό την εξόφληση του χρέους της Εναγομένης 1 και όχι, απλώς, για να εργοδοτηθεί ο Εναγόμενος
- Συγκεκριμένα, ενώ ισχυρίσθηκε ότι στο Τεκμήριο 8 γίνεται αναφορά σε ποσό ΛΚ800 καθαρά, που θα ήταν ο μισθός του Εναγομένου 2 πλέον bonus και ότι η διαφορά θα πήγαινε για την μείωση του λογαριασμού της Εναγομένης 1, αδυνατούσε να εξηγήσει γιατί δεν αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο ότι το bonus θα πληρώνετο στο λογαριασμό της εναγομένης
- Μάλιστα, ενώ δέχτηκε ότι ήταν από την πρώτη στιγμή που συμφωνήθηκε ότι το bonus δεν θα το λάμβανε ο Εναγόμενος 2, ερωτηθείς ξανά γιατί τότε δεν το συμπεριέλαβαν αυτό στο Τεκμήριο 8, αρκέστηκε να πει ότι το συζήτησαν χωρίς, τελικώς, να δίδει μια εξήγηση σε ένα προφανές και εύλογο ερώτημα. Τα όσα ο Μ.Ε.1 ανέφερε σε σχέση με το Τεκμήριο 8 και γενικότερα την εκδοχή που έδωσε σε σχέση με το λόγο πρόσληψης και εργοδότησης του Εναγόμενου 2 από την Ενάγουσα για τα οποία δεν υπήρχαν ανάλογες αναφορές ή σχετικοί όροι στο εν λόγω έγγραφο, όπως ήδη προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, φαίνεται να αποτελούν προσπάθεια αλλοίωσης του εγγράφου με εξωγενή μαρτυρία. Είναι ανεπίτρεπτο νομολογιακά να γίνεται προσπάθεια εισαγωγής εξωγενούς μαρτυρίας όταν ένα έγγραφο έχει καθαρό και σαφές λεχτικό και μιλά από μόνο του, χωρίς, δηλαδή, να τίθεται θέμα ασάφειας. Μια άλλη παραδοξότητα, η οποία προέκυψε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 και η οποία επηρεάζει την αξιοπιστία της εκδοχής που προσπάθησε να προωθήσει σχετικά περί της εργοδότησης του Εναγομένου 2 προς το σκοπό αποπληρωμής του χρέους της Εναγομένης 1, είναι και τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά με το Τεκμήριο
- Συγκεκριμένα η πλευρά της Ενάγουσας προσπάθησε να παρουσιάσει ότι αυτό αντιπροσώπευε μέρος των εισοδημάτων του Εναγομένου 2 κατά το 2000 το οποίο πληρώθηκε έναντι της οφειλής της εναγομένης 1 και ότι έγινε με την μορφή credit note κατόπιν συμβουλής του λογιστή ελεγκτή. Ουδεμία, όμως, εύλογη εξήγηση δόθηκε από τον Μ.Ε.1 όταν ρωτήθηκε σχετικά στη διάρκεια της αντεξέτασης, γιατί έγινε με αυτό τον τρόπο η πληρωμή της οφειλής και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε να παρουσιαστεί, αναληθώς, ως επιστροφή εμπορευμάτων και, συνακόλουθα, να διεκδικηθεί ΦΠΑ. Με άλλα λόγια ο Μ.Ε.1 δεν εξήγησε γιατί αυτή η πληρωμή να μην γίνει μέσω κατάθεσης του Εναγομένου 2 από τα χρήματα που λάμβανε από την Ενάγουσα έναντι του χρέους της Εναγομένης. Ένα άλλο σημείο το οποίο δεν έχει επεξηγηθεί από τον Μ.Ε.1 στα πλαίσια της εκδοχής που προέβαλε ήταν και ο ισχυρισμός του ότι ο Εναγόμενος 2 είναι προσωπικά υπεύθυνος για το ποσό του ΛΚ65,270.11 ή €111,520.60 για τα εμπορεύματα που αγοράσθηκαν μετά την πρόσληψη του, δηλαδή από 15/3/00 μέχρι 30/4/01, ενώ ουδεμία απαίτηση υπάρχει εναντίον του εναγομένου 2 για το ποσό των ΛΚ44,231.34 το οποίο ισχυρίσθηκε ότι ήταν οφειλόμενο από την εναγομένη 1 στις 15.3.
- Πέραν της έλλειψης οποιασδήποτε επεξήγησης από τον Μ.Ε.1 διαπιστώνω ότι τα όσα σχετικά κατέθεσε ο Μ.Ε.1 για το ποσό που θεωρεί τον Εναγόμενο 2 προσωπικά υπόλογο (δηλ. το ποσό των ΛΚ65,270.11 ή €111,520.60) δεν συνάδουν με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας στην Εκθεση Απαίτησης. Συγκεκριμένα στην Έκθεση Απαίτησης στην παρά.5 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τους Εναγόμενους ότι ο Εναγόμενος 2 «ανελάμβανε ότι θα κατέβαλλε σταθερό ποσό από τα εισοδήματα του που θα προέρχονταν από τους Ενάγοντες προς το χρέος της 1ης εναγομένης εταιρείας ούτως ώστε αυτό να εξοφληθεί.» Περαιτέρω στην παρα.4 της Έκθεσης Απαίτησης ισχυρίζονται ότι στις 15/3/00 το χρέος της εναγομένης 1 ήταν ΛΚ44,231.34 ή €75,573.
- Παρά τους πιο πάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς, εν τέλει ο Μ.Ε.1, με τα όσα κατέθεσε, ισχυρίσθηκε ότι ο Εναγόμενος 2 οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ.65,270.111 και όχι το ποσό των ΛΚ44,231.34 που αναφερόταν στην Έκθεση Απαίτησης ως το οφειλόμενο ποσό για το οποίο ο Εναγόμενος 2 είχε αναλάβει, σύμφωνα με τον σχετικό ισχυρισμό που προβάλλεται, να το εξοφλήσει. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 πέραν των πιο πάνω ζητημάτων που πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της λόγω, κυρίως, της απουσίας λογικοφάνειας στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν σε συνάρτηση με τα σχετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν που δεν μπορούν να υποστηρίξουν τέτοιους ισχυρισμούς αλλά και της απουσίας ικανοποιητικών και πειστικών εξηγήσεων, και τα όσα κατέθεσε έρχονται και σε σύγκρουση και αντίθεση με τα ίδια τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρομαι, συγκεκριμένα, στη θέση που προβλήθηκε από τον Μ.Ε.1 ότι το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενος 1 κατά τον Μάρτιο του 2000 ήταν «ανησυχητικά ψηλό» με αποτέλεσμα να προχωρήσουν στη σύναψη συμφωνίας με τον Εναγόμενο 2 για εργοδότηση του στην εταιρεία και καταβολή μέρους από τις απολαβές του έναντι του χρέους της εναγομένης
- Για το θέμα αυτό ο Μ.Ε.1 αρχικά παρουσίασε καταθέσεις λογαριασμού που έδειχναν υπόλοιπα (closing balances) ως εξής: - Στις 31/12/97 ΛΚ37,522.03 - Στις 31/12/98 ΛΚ25,757.24 - Στις 31/12/998 ΛΚ55,641.58 και - Στις 15/3/00 ΛΚ44,231.34 Στην αντεξέταση του, ωστόσο, ο Μ.Ε.1 δέχτηκε ότι το υπόλοιπο στις 31/12/98 ήταν ΛΚ42,567.05 και όχι ΛΚ 25,757.24 με βάση την κατάθεση Τεκμήριο 6 που του υπεδείχθη, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει τη διαφορά αυτή μεταξύ της κατάστασης αυτής και της άλλης που ο ίδιος είχε καταθέσει ως Τεκμήριο
- Τονίζω, εμφαντικά, ότι για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα ο Μ.Ε.1 έδειξε παντελή αδυναμία να εξηγήσει γιατί υπήρχαν δύο παράλληλες καταθέσεις για το 1998, ούτε γιατί δεν παρουσίασε την μία κατάσταση, το Τεκμήριο 7, κατά την κύρια εξέταση του. Όμως η αναφορά στο χρεωστικό υπόλοιπο κατά τις 31/12/98 διεφάνη, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, ότι είχε και τρίτη εκδοχή εφόσον στο Τεκμήριο 7 έδειχνε υπόλοιπο ένα άλλο, τρίτο ποσό αυτό των ΛΚ.23,
- Απ΄' όλα τα πιο πάνω αντιφατικά και αλληλοσυγκρουόμενα έχουμε από τη μια ο Μ.Ε.1 να προσπαθεί να παρουσιάσει ότι το χρεωστικό υπόλοιπο της εναγόμενης 1 κατά την 1/1/99 ήταν ΛΚ23,185, μέσω του Τεκμηρίου 7 και μέσω της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο, ότι ήταν ΛΚ25,757.24, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ΛΚ42,567.
- Είναι φανερό, απ΄' όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ότι αφ΄ ης στιγμής η αιτιολογική βάση στην οποία στηρίχθηκε ο Μ.Ε.1 για να δείξει ότι τον Μάρτιο του 2000 το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγομένης 1 ήταν ανησυχητικά ψηλό στηρίχθηκε πάνω σε αλληλοσυγκρουόμενα στοιχεία και καταστάσεις λογαριασμού που στο τέλος κατέδειξαν ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ του χρεωστικού υπολοίπου στις 15/3/00, που ήταν ΛΚ44,231.34 και του πραγματικού χρεωστικού υπολοίπου την 1/1/99 που ήταν ΛΚ42,567.05, η όλη βάση επί της οποίας στήριξε την εκδοχή του ο Μ.Ε.1 κατέρρευσε πλήττοντας, ως λογικό επακόλουθο, ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του. Ένα άλλο ερώτημα που τέθηκε στον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση ήταν να εξηγήσει γιατί, ενώ ανησύχησε για τη ψαλίδα το 1999 και έκανε μάλιστα συμφωνία το 2000, άφησε τη ψαλίδα να αυξάνεται για άλλους 14 μήνες αντί στους 2,3,4 μήνες να μην δίδει η Ενάγουσα άλλο εμπόρευμα στην Εναγομένη
- Ο Μ.Ε.1 και σ΄ αυτό το ερώτημα δεν κατάφερε να δώσει μια πειστική και εύλογη απάντηση επικαλούμενος τη συνεργασία που είχαν για 20 χρόνια και λέγοντας ότι στην αρχή απλώς περιορίζεται κάποιος να ζητήσει από τον άλλο να προσέχει και να βελτιώσει την κατάσταση ώσπου διαπιστώνεται ότι η ψαλίδα μεγαλώνει. Να πω και κάτι άλλο. Κάποιοι από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης δεν έχουν, όπως προέκυψε, υποστηριχθεί από τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Αναφέρομαι, συγκεκριμένα, στον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος 2 «κατόπιν δόλου και χωρίς γνώση των εναγόντων, υπό την ιδιότητα του πλέον ως εργοδοτουμένου των Εναγόντων ο οποίος είχε απόλυτη ελευθερία στα εμπορεύματα των Εναγόντων από την πιο πάνω ημερομηνία έλαβε διάφορα εμπορεύματα από τους Ενάγοντες και τα μετέφερε στα υποστατικά των 1ων εναγομένων.»[3] Περαιτέρω στην παράγραφο 6 της Εκθεσης Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος από τις 15/3/00 μέχρι 30/4/01 απέσυρε εμπορεύματα αξίας ΛΚ65,270.11 ή €111,520.60 το οποίο ποσό το αξιώνει η Ενάγουσα προσωπικά εναντίον του Εναγομένου 2 «δυνάμει δόλου ή και άλλως πως».[4] Ωστόσο, ουδεμία μαρτυρία προσκομίσθηκε προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού. Αντίθετα ο Μ.Ε.1, όταν ρωτήθηκε για την πρακτική και τη διαδικασία που ακολουθείτο, ουσιαστικά επιβεβαίωσε, κατά την αντεξέταση τα όσα σχετικά είχε πει ο Εναγόμενος 2 στη δική του κατάθεση. Με λίγα λόγια οι παραγγελίες δίδονταν από το κατάστημα της Εναγομένης 1 προς την αποθήκη της Ενάγουσας η οποία εκτελούσε τις παραγγελίες με αντίστοιχη έκδοση τιμολογίου από το λογιστήριο της Ενάγουσας. Μάλιστα όταν τέθηκε στον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση ευθέως το ερώτημα πως όταν η εταιρεία πωλεί και εκδίδει τιμολόγιο έρχεται στη συνέχεια και λέει ότι αυτός που τα παίρνει τα εμπορεύματα είναι κλέφτης ενώ θα έπρεπε, απλώς, να ζητήσει το τίμημα ο Μ.Ε.1 αρκέστηκε, μόνο, να πει ότι ο Εναγόμενος 2 αγόραζε υπερδιπλάσια από τις πληρωμές που γίνονταν και αυτό ανησύχησε τον Μ.Ε.
- Στο τέλος της ημέρας η εκδοχή που προωθήθηκε μέσω του Μ.Ε.1 για το θέμα αυτό ήταν ότι από τη μια η Εναγόμενη 1 ανέβαζε το χρεωστικό υπόλοιπο, αφού δεν έκαμνε πληρωμές, και ο Εναγόμενος 2 απέσυρε εμπορεύματα. Αυτή, όμως, η θέση, όπως είναι φανερό, δεν συνάδει με τους πιο πάνω αναφερόμενους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί δόλιας μεταφοράς από τον Εναγόμενο 2 εμπορευμάτων στις αποθήκες της Εναγόμενης 1 κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του. Επί της ουσίας πως μπορεί να προβάλλεται από την πλευρά της Ενάγουσας ισχυρισμός για αύξηση του χρέους της Εναγομένης 1 καθ΄ ην στιγμή η ίδια η Ενάγουσα έδιδε δελτία αποστολής (way bill) και τιμολόγια επ΄ ονόματι της Εναγομένης 1 για τα εμπορεύματα που παραδίδονταν στην Εναγομένη
- Είναι δυνατό να γίνεται λόγος σε δόλια και χωρίς γνώση της Ενάγουσας μεταφορά εμπορευμάτων από τον Εναγόμενο 2 από τις αποθήκες της Ενάγουσας στο κατάστημα της Εναγομένης 1 κάτω από τέτοιες συνθήκες όπου εκδίδονταν κανονικά τιμολόγια από το ίδιο το λογιστήριο της Ενάγουσας και, συνακόλουθα, χρεώνετο για το τίμημα της η Εναγομένη 1; Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που κατέθετε, της μη λογικοφανούς ή αληθοφανούς εκδοχής που προσπάθησε να προωθήσει στο Δικαστήριο, των παραδόξων και αφύσικων θέσεων του όπως και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει πειστικές απαντήσεις σε εύλογα ερωτήματα που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση, επί των αμφισβητουμένων σημείων της υπόθεσης δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του και την απορρίπτω. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του ΜΕ2 θεωρώ ότι ήταν από την αρχή εμφανής η προσπάθεια του να προωθήσει στο Δικαστήριο μια εκδοχή η οποία θα ήταν, όπως νόμιζε ο ίδιος, υποβοηθητική για τους σκοπούς της υπόθεσης της ενάγουσας και των απαιτήσεων της εναντίον του εναγομένου
- Θα προχωρήσω να δώσω κάποια ενδεικτικά, κατά τη γνώμη μου, παραδείγματα. Ισχυρίσθηκε ότι, ενώ ο ίδιος είχε απλώς κληθεί από την ενάγουσα και το ΜΕ1 περί τον Φεβρουάριον - Μάρτιο του 2001 για να βοηθήσει την εταιρεία στην μηχανογράφηση των λογιστικών της βιβλίων και δεν ήταν ο σκοπός του να παρακολουθεί τα λογιστικά, κατάφερε και διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος 2, ως υπεύθυνος των πωλήσεων της εταιρείας, είχε αυξήσει τις πωλήσεις της εναγόμενης 1, ενώ η συχνότητα των αποπληρωμών της εταιρείας αυτής προς την ενάγουσα είχε λιγοστέψει με αποτέλεσμα να αυξηθεί σημαντικά το οφειλόμενο υπόλοιπο και ότι, ως εκ τούτου, να πάει να θέσει το θέμα στον ΜΕ1 ο οποίος μάλιστα, όπως ισχυρίσθηκε ο ΜΕ2, εξεπλάγηκε. Επίσης, με βάση τους δικούς του ισχυρισμούς, ανέλαβε πρωτοβουλίες για να προσπαθήσει να βρει μαζί με τον εναγόμενο 2 τρόπους για βελτίωση της κατάστασης και μάλιστα συνάντησε τον εναγόμενο 2 στο σπίτι του και υπέγραψε, επίσης, για λογαριασμό της ενάγουσας, το Τεκμήριο 9 ,που ήταν καθαρά εσωτερικό ζήτημα του λογιστηρίου της ενάγουσας,. κΚατά τα άλλα ωστόσο επικαλέστηκε έλλειψη εξουσιοδότησης για να ετοιμάσει και να υποβάλει στον εναγόμενο 2 διάφορα έγγραφα προσωπικής ανάληψης υποχρέωσης εναντίον της ενάγουσας. Ακόμη, ενώ συνεχώς στη μαρτυρία του επικαλείτο το ότι ήταν ανεξάρτητος και μη εξουσιοδοτημένος, σύμφωνα με την ίδια την εκδοχή του αυτός ανέλαβε δράση για να πληρωθεί το υπόλοιπο της εναγόμενης 1 που χρωστούσε στην ενάγουσα. Με άλλα λόγια τα όσα ο ίδιος ανάφερε σχετικά με τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε ενώ απλώς ο ρόλος του, όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε, να βοηθήσει την ενάγουσα στη μηχανογράφηση, δεν συνάδουν με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ότι δεν είχε εξουσιοδότηση και ότι ήταν δήθεν ανεξάρτητος για να ετοιμάσει και υποβάλει στον εναγόμενο 2 διάφορα έγγραφα προσωπικής ανάληψης υποχρέωσης έναντι της ενάγουσας με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει πιστευτός σχετικά με αυτούς τους ισχυρισμούς. Τα όσα δε προσπάθησε να εξηγήσει κατά την αντεξέταση του ότι ήταν δήθεν ανοικτός να δώσει συμβουλή και να βοηθήσει δεν τον βοηθούν και ούτε θεωρώ λογικοφανή και αληθοφανή τη θέση ότι θα αναμένετο από ένα λογιστή ο οποίος απλώς κλήθηκε, με βάση τα δικά του λεγόμενα, να βοηθήσει μια εταιρεία στη μηχανογράφηση να ασχοληθεί και να κάνει διαπραγματεύσεις εκ μέρους της ενάγουσας και του εναγόμενου 2 για να βρεθεί τρόπος εξόφλησης του οφειλόμενου υπόλοιπου της εναγόμενης
- Η πραγματική θέση, κατά τη γνώμη μου, ήταν ότι ο ΜΕ2 είχε ουσιαστική ανάμιξη και εμπλοκή στην όλη προσπάθεια να εκμαιεύσει από τον εναγόμενο 2, καθ΄ υπόδειξη των εναγόντων, την προσωπική ανάληψη υποχρέωσης του εναγομένου 2 για το οφειλόμενο υπόλοιπο της εναγόμενης
- Όσον αφορά δεν την εξήγηση που έδωσε για το τΤεκμήριο 9 και το σκοπό ετοιμασίας του θεωρώ ότι τα όσα προσπάθησε να εξηγήσει και δικαιολογήσει περί μείωσης του κόστους αγοράς των εμπορευμάτων για την εναγομένη 1 και αύξησης, συνεπακόλουθα, του κέρδους δεν πείθουν. Δεν έδωσε μια σαφή και πειστική απάντηση στην ερώτηση γιατί επιλέγηκε η λύση του πιστωτικού σημειώματος (credit note) αντί να γίνει μια απλή πληρωμή μετρητών ή με επιταγή λέγοντας ότι αυτό ήταν μία λύση και όχι η μόνη λύση παραδεχόμενος στο τέλος ότι πράγματι θα μπορούσε απλώς να γίνει μια απλή πληρωμή από την εναγόμενη 1 ή τον εναγόμενο
- Να πω και κάτι τελευταίο. Ισχυρίσθηκε ότι ο ΜΕ1 είχε εκπλαγεί τον Μάρτιο του 2001 για τα όσα του είπε περί αύξησης του χρεωστικού υπολοίπου της εναγόμενης 1 ενώ η εκδοχή του ΜΕ1 ήταν ότι από το Μάρτιο του 20010 είχαν συζητηθεί τρόποι εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου της εναγόμενης 1 που είχε κριθεί από τότε από τον ΜΕ1 ως υψηλό με κατάληξη τη σύναψη συμφωνίας πρόσληψης του εναγόμενου 2 από την ενάγουσα. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΕ2 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που κατέθετε, της μη λογικοφανούς και αληθοφανούς εκδοχής που προσπάθησε να προωθήσει στο Δικαστήριο και των αφύσικων και παράδοξων θέσεων αλλά και την αδυναμία του να δώσει πειστικές και λογικές απαντήσεις σε εύλογα ερωτήματα που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση, είναι η κρίση μου ότι επί των αμφισβητουμένων σημειών της υπόθεσης, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του και συνακόλουθα την απορρίπτω. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1 (Εναγόμενου 2) Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 (ΜΥ1) λέω από την αρχή ότι χαρακτηριζόταν από σαφήνεια και θετικότητα και χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία αλλά με άνεση και φυσικότητα αφηγήθηκε τα σχετικά γεγονότα αναφορικά με τη συνεργασία που είχε η εναγόμενη 1, στην οποία ο ίδιος ήταν ένας από τους διευθυντές και μετόχους της, με την ενάγουσα, πως ακριβώς λειτουργούσε στη πράξη και γενικά το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα μέχρι τέλους και συγκεκριμένα μέχρι το στάδιο που διεκόπη η συνεργασία του ιδίου με την ενάγουσα αφού προηγήθηκε το Μάρτιο του 2000 η πρόσληψη του ιδίου ως εργοδοτούμενου της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 2 ήταν πλήρως επεξηγηματικός σε όλες τις αναφορές του στη διάρκεια της μαρτυρίας του και έδιδε στις απαντήσεις του κάθε λεπτομέρεια. Ήταν ξεκάθαρος για την πορεία της συνεργασίας της εναγόμενης 1 με την ενάγουσα και πλήρως επεξηγηματικός σε σχέση με την εικόνα που παρουσίαζαν τα χρεωστικά υπόλοιπα της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα τονίζοντας ότι οι μικρότερες πληρωμές προς την ενάγουσα μετά το 2000 ήταν αποτέλεσμα της εφαρμογής της Συμφωνίας που είχε συναφθεί με την εναγόμενη 1 σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη 1 θα μετέτρεπαν το κατάστημα τους στη Λεμεσό σε κατάστημα πώλησης ανδρικών ειδών ένδυσης BIDI αποκλειστικά. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο εναγόμενος 2 κατέθεσε και σχετικά τεκμήρια, όπως για παράδειγμα το τΤεκμήριο
- Ήταν κατηγορηματικός ότι ουδέποτε κατά τη σύναψη της Συμφωνίας περί το Μάρτιο του 2000 είχε εκφραστεί από μέρους της ενάγουσας οποιαδήποτε ανησυχία για αυξημένο χρεωστικό υπόλοιπο της εναγόμενης 1 και ότι ουδέποτε ο ίδιος συμφώνησε να καταβάλει σταθερό ποσό από τα εισοδήματα του έναντι του χρέους της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα ως και ότι ουδέποτε ο ίδιος κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρεωστικού υπολοίπου της εναγομένης
- Στην αντεξέταση του ο εναγόμενος 2 παρέμεινε αταλάντευτα σταθερός και συνεπής στην εκδοχή του χωρίς να τη διαφοροποιεί σε οποιοδήποτε σημείο. Κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε ένεκα της αντεξέτασης. Αντίθετα, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, έδωσε αποστομωτικές και πειστικότατες απαντήσεις σε σωρεία ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν. Επιπρόσθετα θα έλεγα ότι η όλη εκδοχή του εναγομένου 2 χαρακτηριζόταν τόσο από αληθοφάνεια όσο και λογικοφάνεια. Πλείστα δε σημεία της μαρτυρίας του συνάδουν, όπως προέκυψε, από σχετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του δΔικαστηρίου. Και αναφέρομαι στις καταστάσεις λογαριασμού της εναγομένης 1 όπου εμφαίνονται τα χρεωστικά υπόλοιπα προς την ενάγουσα από το 1997 και τα επόμενα έτη ως, επίσης, και η κατάσταση οφειλών της εναγομένης 1 προς τους υπόλοιπους προμηθευτές της. Περαιτέρω το τΤεκμήριο 9, για το οποίο υπήρξε ισχυρισμός ότι αποτελούσε στην πραγματικότητα αποκοπή από τις απολαβές του εναγόμενου 2 έναντι του χρέους της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα, στην όψη του αποτελεί έγγραφο που αναφέρεται σε επιστροφή εμπορευμάτων και, επομένως, η εκδοχή του εναγομένου 2 συνάδει περισσότερο με το ό,τι παρουσιάζεται μέσω του τΤεκμηρίου 9 παρά η εκδοχή που προωθήθηκε σχετικά από το ΜΕ
- Τα ίδια σχόλια και παρατηρήσεις επαναλαμβάνω και σε σχέση με το MEMO (Τεκμήριο 8) που αφορά τους όρους εργοδότησης του εναγομένου 2 από την ενάγουσα και στο οποίο έγγραφο ήδη κάναμε αναφορά στο στάδιο που αξιολογούσαμε τη μαρτυρία του ΜΕ1 τονίζοντας και εδώ ότι το περιεχόμενο του, ως έχει, συνάδει πλήρως με τα όσα σχετικά κατέθεσε ο εναγόμενος 2 αναφορικά με τους όρους εργοδότησης του από την ενάγουσα και την κατηγορηματική του θέση ότι ουδέποτε ανέλαβε την προσωπική υποχρέωση αποπληρωμής των οφειλών της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα και μάλιστα με την αποκοπή μέρους από τις απολαβές του, όπως ήταν ο ισχυρισμός εκ μέρους της ενάγουσας. Στη διάρκεια της αντεξέτασης και σε υποβολή προς τον εναγόμενο 2 ότι συμφωνήθηκε να προσληφθεί στην ενάγουσα για να καταβάλλεται μέρος από το εισόδημα του έναντι του χρέους της εναγόμενης 1 και ο εναγόμενος 2 να έχει ένα σταθερό εισόδημα, ο εναγόμενος 2 ήταν κατηγορηματικός ότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Μάλιστα έδωσε και την αποστομωτική απάντηση ότι, αν ήταν ο σκοπός να εξοφλήσει ο ίδιος τα χρέη της εναγόμενης 1, προς τι να καταγράφεται στο τΤεκμήριο 8 (το ΜΕΜΟ) ότι η εργοδότηση του θα ταν "for a few months testing." Ακόμη στην υποβολή ότι εκμεταλλεύτηκε το ΜΕ1, ο οποίος φάνηκε εύπιστος και τον προμήθευε εμπορεύματα ανεβάζοντας με αυτό τον τρόπο ο εναγόμενος 2 το χρέος της εναγομένης 1, τόνισε ότι η εναγόμενη 1 είχε προχωρήσει να εξοφλήσει τους υπόλοιπους προμηθευτές της και δεν θα είχε λόγο να το κάμνει αυτό, δηλαδή να εξοφλά όλους τους άλλους προμηθευτές της και να μην εξοφλά την ενάγουσα. Διερωτήθηκε δε σε άλλο στάδιο της αντεξέτασής του ότι αν η ενάγουσα είχε πρόβλημα με τα χρεωστικά υπόλοιπα της εναγομένης 1 τότε γιατί δεν σταμάτησε να πουλά εμπορεύματα στην εναγόμενη 1 δεδομένου δε και του γεγονότος ότι ήταν η ενάγουσα που είχε έλεγχο στο λογιστήριο. Η εξήγηση, λοιπόν, που ο εναγόμενος 2 έδωσε σε σχέση με την αύξηση του χρεωστικού υπολοίπου της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα κατά την επίδικη περίοδο, είναι, κατά την άποψη μου, και λογική και πειστική. Με λίγα λόγια εφόσον η συμφωνία, όπως ήταν η εκδοχή του εναγόμενου 2, ήταν να μετατραπεί το κατάστημα στο οποίο διεξήγαγε την επιχείρηση της η εναγόμενη 1 σε κατάστημα αποκλειστικά ειδών BIDI οι συναλλαγές της με άλλους τρίτους προμηθευτές έπρεπε να ολοκληρωθούν και οι οφειλές της να διευθετηθούν. Στον εναγόμενο 2 τέθηκε, επίσης, η θέση ότι η πρόθεση του ήταν να μην εξοφλήσει το χρέος της εναγόμενης 1 αλλά να βοηθήσει τον εαυτό του. Εκείνο, όμως, που προέκυψε από τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο εναγόμενος 2 είναι ότι κατά την περίοδο 13/3/01 μέχρι 11/5/01 γίνονταν συνέχεια πληρωμές, ακόμα και μετά που διεκόπη η εργοδότηση του εναγόμενου 2 στην ενάγουσα και η συνεργασία της ενάγουσας με την εναγομένη 1, γεγονός που συνάδει με την εκδοχή του εναγόμενου 2 ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση αλλά ότι με την διακοπή της συνεργασίας η εναγόμενη 1 έμεινε χωρίς απόθεμα εμπορευμάτων και αδυνατούσε, ως αποτέλεσμα, να αντιμετωπίσει τις οικονομικές της υποχρεώσεις. Σχετικά τεκμήρια είναι το τΤεκμήριο 10 και το τΤεκμήριο 11 που κατέθεσε ο εναγόμενος
- Ένα άλλο θέμα που τέθηκε κατά την αντεξέταση του εναγομένου 2 ήταν να εξηγήσει γιατί δεν είχε ειδοποιήσει την ενάγουσα για την πρόθεση του να κλείσει την εναγόμενη αρ.1 με δεδομένο το γεγονός ότι αυτή όφειλε στην ενάγουσα. Η σταθερή και κατηγορηματική απάντηση του εναγομένου 2 ήταν ότι είχαν καταλήξει προς διευθέτηση της διαφοράς με τη συμφωνία να ξεκινήσει μια νέα συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας και της συζύγου του εναγομένου 2 όταν αυτή θα ανακτούσε την κατοχή του καταστήματος. Στην κύρια του εξέταση ο εναγόμενος 2 είχε τονίσει ότι η αγωγή 1588/01, που είχε εν τω μεταξύ καταχωρήσει η ενάγουσα με παρόμοιες αξιώσεις όπως η παρούσα, είχε αποσυρθεί άνευ βλάβης για να είναι σίγουρη η ενάγουσα, όπως τους λέχθηκε, ότι οι εναγόμενοι δεν θα υπαναχωρούσαν όταν η γυναίκα του εναγόμενου 2 θα ανακτούσε την κατοχή του καταστήματος. Είναι σημαντικό εδώ να επισημάνω και την αναφορά του εναγόμενου 2, στην κύρια εξέταση, ότι η σύζυγος του είχε μάλιστα δεκτεί να διορίσει, ως δεύτερο δικηγόρο στην αίτηση ανάκτησης κατοχής, και τον κ.Ποιητή για να παρακολουθεί την διαδικασία. Στην αντεξέταση του όταν, λοιπόν, του τέθηκε το πιο πάνω θέμα για το λόγο που δεν θεώρησε σκόπιμο να ενημερώσει την ενάγουσα για την επικείμενη διάλυση της εναγόμενης 1 εφόσον μάλιστα είχαν και πρόθεση να συνεργαστούν, ήταν χαρακτηριστική η απάντηση που έδωσε ότι η λύση που βρέθηκε και από τις δυο πλευρές το 2004 «ήταν το κατάστημα» και ότι διάδικος στην αγωγή για ανάκτηση του καταστήματος ήταν η σύζυγος του. Με άλλα λόγια το κατάστημα, που θα ήταν η βάση της νέας συνεργασίας, το ενοικίασε η γυναίκα του εναγόμενου 2 και όχι η εναγόμενη
- Εν πάση περιπτώσει, όπως φάνηκε από τα όσα κατατέθηκαν ως προσχέδια συμφωνίας και από τις δυο πλευρές, η εναγόμενη 1 δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος και, άρα, σε καμία περίπτωση μέρος της όλης διευθέτησης που οι δυο πλευρές επιθυμούσαν να έχουν. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι, τόσο με βάση το τεκμήριο 14, που είναι το κείμενο της συμφωνίας που η ενάγουσα απέστειλε στη δικηγόρο του εναγομένου 2, όσο και με βάση το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της Απάντησης στην Υπεράσπιση, προκύπτει ότι η ενάγουσα θεωρούσε ως νέο της συνεργάτη στη διευθέτηση που θα γινόταν τη σύζυγο του εναγομένου 2, Γεωργίνα Φουρουκλά. Μάλιστα επισημαίνω ότι ο εναγόμενος 2 στη μαρτυρία του αναφέρθηκε σε ενημέρωση που έτυχε το Δεκέμβριο του 2007 από τη δικηγόρο του ότι ο κ.Ποιητής της είχε πει ότι η συμφωνία ήταν πολύ κοντά με βάση αυτά που συμφωνήθηκαν και ότι, αφού θα συζητούσε με τους πελάτες του, θα επανερχόταν. Σημειώνω ότι αυτή η αναφορά του εναγομένου 2 δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την διάρκεια της αντεξέτασης. Ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι δεν είχε συμφωνηθεί η παραχώρηση του καταστήματος στην ενάγουσα προς εξόφληση της απαίτησης της εναντίον της εναγομένης 1 αλλά ότι θα ξεκινούσε ένα είδος συνεταιρισμού της ενάγουσας με τη σύζυγο του και ότι αυτός ήταν και ο λόγος της απόσυρσης της αγωγής 1588/01 από την ενάγουσα. Ο πιο πάνω ισχυρισμός φαίνεται να συνάδει και με το τεκμήριο 14, το οποίο επικαλέστηκε ο εναγόμενος 2, και στο οποίο κάναμε αναφορά προηγουμένως, που αποτελεί το κείμενο της συμφωνίας που αποστάληκε από το ΜΕ1 και είχε ως αντισυμβαλλόμενο της γυναίκας του εναγόμενου 2 την εταιρεία Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υιοί. Αν και τέθηκε στον εναγόμενο 2 ότι η εταιρεία αυτή, Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υιοί, απέκτησε την ενάγουσα, αυτό δεν φαίνεται να συνάδει με τα όσα σχετικά κατέθεσε ο ΜΕ1 όταν αναφερόταν στους μετόχους της ενάγουσας, δηλαδή τον ίδιο και τον κουνιάδο του Χαρουτιάν Κουγιουμτζιάν κατά 50% (έγγραφο 1). Υπό το φως όλων των πιο πάνω που ενδεικτικά ανέφερα καταλήγω ότι οι εξηγήσεις που έδωσε ο εναγόμενος 2 για το θέμα της μη ενημέρωσης της ενάγουσας περί της επικείμενης διάλυσης της εναγομένης 1 ήταν και λογικές και πειστικές. Έχοντας εξετάσει με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας του εναγομένου 2, τις απαντήσεις που έδινε και γενικά την όλη συμπεριφορά του από τη θέση του μάρτυρα (ύφος και τρόπος που κατέθετε) μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Δεν έχω, επομένως, οποιαδήποτε αμφιβολία ότι κατέθεσε τα αληθινά γεγονότα και, συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του εξολοκλήρου και ως επακόλουθο την εκδοχή του πάνω στα αμφισβητούμενα γεγονότα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου: ü Ο Εναγόμενος 2 ήταν ένας από τους διευθυντές και μετόχους της Εναγόμενης 1 η οποία διεγράφη από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στις 14/2/
- Η Εναγόμενη 1 ήταν διανομέας της Ενάγουσας στη Λεμεσό και συγκεκριμένα αγόραζαν από αυτήν είδη ανδρικής ένδυσης BIDI και τα διέθεταν λιανικώς σε κατάστημα τους στη Λεμεσό. Η συνεργασία άρχισε το 1995, αρχικά με μικρό κύκλο συναλλαγών, αλλά από το 1997 η Ενάγουσα ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής της Εναγόμενης
- ü Σύμφωνα με την διαδικασία που ακολουθείτο υπάλληλος της Ενάγουσας έφερνε στο κατάστημα της Εναγόμενης 1 στη Λεμεσό δείγματα, ο Εναγόμενος 2 ή η γυναίκα του συμπλήρωναν δελτίο παραγγελίας και σε λίγες μέρες παραλάμβαναν τα εμπορεύματα συνοδευόμενα από δελτίο αποστολής (way bill) υπογραμμένο από αποθηκάριο της Ενάγουσας το οποίο οι Εναγόμενοι προσυπόγραφαν. Λίγες ημέρες αργότερα οι Εναγόμενοι παραλάμβαναν και σχετικό τιμολόγιο. Η Ενάγουσα τηρούσε κατάσταση λογαριασμού όπου χρέωναν τα ποσά των τιμολογίων τους και πίστωναν τις πληρωμές ή επιστροφές εμπορευμάτων εκ μέρους των Εναγομένων. Δεν υπήρχε τακτική προθεσμία εξόφλησης, ούτε τόκος επί των εκκρεμών τιμολογίων. ü Η συνεργασία Ενάγουσας - Εναγομένης 1 ήταν στη βάση ανοικτού λογαριασμού (open account) χωρίς όριο και χωρίς συγκεκριμένες προθεσμίες πληρωμής. ü Η κίνηση ήταν συνεχής και προς ικανοποίηση της Ενάγουσας εφόσον η Εναγόμενη 1 αγόραζε μεγάλο όγκο εμπορευμάτων και κρατούσε τα χρεωστικά της υπόλοιπα σε αποδεκτά επίπεδα. Πριν από τον Φεβρουάριο 2001 δεν έγιναν οποιαδήποτε παράπονα για το ύψος τους. Τα χρεωστικά υπόλοιπα της Εναγομένης 1 από τα τέλη Νοεμβρίου 1997 μέχρι αρχές 2000 ήταν από £35.000 μέχρι £55.000.- και συγκεκριμένα ως ακολούθως:. 1995 ΛΚ7,882.87 1996 ΛΚ25,367.72 1997 ΛΚ37,522.03 1998 ΛΚ 42,567.05 1999 ΛΚ55,641.58 2000 ΛΚ82,530 2001 ΛΚ81,534.45 και στις 15/3/00 ΛΚ44,231.34 ü Τον Μάρτιο του 2000 ο Μ.Ε.1 κάλεσε τον Μ.Υ.1 και του υπέβαλε πρόταση όπως η Εναγόμενη 1 μετατρέψει το κατάστημα της στη Λεμεσό σε κατάστημα πώλησης ανδρικών ειδών ένδυσης BIDI αποκλειστικά και ο Εναγόμενος 2 παραιτηθεί από εργοδοτούμενος της Εναγόμενης 1 και να εργοδοτηθεί από την Ενάγουσα ως δΔιευθυντής πΠωλήσεων της Ενάγουσας παγκύπρια με ετήσιες απολαβές £20,000.- Στο εν λόγω ποσό συμπεριλαμβάνετο τόσο ο μισθός του Εναγόμενου 2 όσο και το bonus του (φιλοδώρημα).. Ο Μ.Ε.1 πληροφόρησε τον Μ.Υ.1 ότι σκεφτόταν σοβαρά την εισαγωγή των μετοχών της Ενάγουσας στο ΧΑΚ και στόχος ήταν όπως μέχρι τις αρχές του 2001 να καταστεί η Εναγόμενη 1 θυγατρική εταιρεία της Ενάγουσας. Προς επίτευξη αυτού του σκοπού ο Μ.Ε.1 ανέφερε στον Μ.Υ.1 ότι η Εναγόμενη 1 θα έπρεπε εντός του 2000 να τερματίσει κάθε εμπορική συνεργασία της με τρίτους προμηθευτές και να εξοφλήσει κάθε χρεωστικό υπόλοιπο της προς αυτούς για να είναι «καθαρή από άλλες συνεργασίες και οφειλές». Αυτό συνεπαγόταν ότι η Εναγόμενη 1 θα πραγματοποιούσε μικρότερες πληρωμές στην Ενάγουσα κατά το
- ü Η πρόταση του Μ.Ε.1 κρίθηκε από τον Μ.Υ.1 ελκυστική και έγινε αποδεκτή. ü Κατά τη σύναψη της συμφωνίας τον Μάρτιο του 2000 δεν είχε εκφραστεί οποιαδήποτε ανησυχία για δήθεν αυξημένο υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 και ούτε, συνεπακόλουθα, ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε να καταβάλει σταθερό ποσό από τα εισοδήματα του έναντι του χρέους της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα και, τέλος, ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ο ίδιος έναντι του χρεωστικού υπολοίπου της Εναγομένης
- ü Η Εναγόμενη 1 προς εκτέλεση της συμφωνίας τερμάτισε σταδιακά και μέχρι τα τέλη του 2000 αρχές του 2001 ολοκλήρωσε τον τερματισμό της εμπορικής συνεργασίας με τρίτους προμηθευτές και εξόφλησε σχεδόν πλήρως τα χρεωστικά της υπόλοιπα προς αυτούς, διέθετε δε στο κατάστημα της σχεδόν αποκλειστικά είδη ένδυσης BIDI. Για την τήρηση της συμφωνίας ο Μ.Υ.1 τηρούσε ενήμερο τον Μ.Ε.
- ü Το πρόβλημα στη σχέση της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο 2 και τελικά με την Εναγόμενη 1 ξεκίνησε όταν ο Εναγόμενος 2 τον Φεβρουάριο 2001 ζήτησε να μάθει τι γίνεται με το θέμα της δημοσιοποίησης. Η αντίδραση του Μ.Ε.1 ήταν ότι δεν τίθετο πλέον τέτοιο θέμα με αποτέλεσμα ο Μ.Υ.1 να αντιδράσει έντονα γιατί ουδέποτε πριν ενημερώθηκε για την αλλαγή των σχεδίων της Ενάγουσας. ΄ΈΕκτοτε οι σχέσεις μεταξύ τους ψυχράνθηκαν, όμως ο Εναγόμενος 2 συνέχισε να εκτελεί κανονικά τα καθήκοντα του. ü Γύρω στις 15-20 Απριλίου του 2001 διευθετήθηκε συνάντηση του Μ.Ε.2 με τον Μ.Υ.1 για το υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 το οποίο, όπως ο Μ.Ε.2 ανέφερε ανησυχούσε τον Μ.Ε.1 και όπως τέθηκε στον Μ.Υ.1 θα έπρεπε να δώσει προσωπική εξασφάλιση. Ο Μ.Ε.2 έθεσε στον Μ.Υ.1 μια σειρά από έγγραφα για να υπογράψει που αφορούσαν το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 με βάση τους λογαριασμούς της Ενάγουσας. Ο Μ.Υ.1 αρνήθηκε και εξήγησε στον Μ.Ε.2 ποια ήταν η συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας. Η θέση του Μ.Ε.1 ήταν ότι αν ο Μ.Υ.1 δεν υπέγραφε δεν θα έπρεπε να επιστρέψει στην εργασία. Ακολούθησε επιστολή του Μ.Υ.1 ημερομηνίας 30/4/
- Η πλευρά της Ενάγουσας κάλεσε τον Εναγόμενο 2 σε συνάντηση, ενώ ο Εναγόμενος 2 επέμενε να έχει γραπτώς τις θέσεις της και, αντ΄ αυτού, ο Εναγόμενος 2 έλαβε επιστολή απόλυσης και τερματισμού της συμφωνίας διανομής με την Εναγόμενη
- Ημερομηνία της εν λόγω επιστολής ήταν 4.5.01 (μέρος ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 3).
- ü Η απόφαση αυτή της Ενάγουσας είχε δραματικές αρνητικές συνέπειες για τον Εναγόμενο 2 όσο και για την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 έμεινε χωρίς προμηθευτές και με ένα απόθεμα ειδών BIDI το οποίο δεν ανανεώνετο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να έχει ικανοποιητικές πωλήσεις στις επόμενες σαιζόν. Ως οικογένεια έχασαν το εισόδημα του Εναγόμενου
- ü Εν τω μεταξύ η Ενάγουσα κατεχώρησε την αγωγή 1588/01 με παρόμοιες αξιώσεις η οποία απεσύρθη άνευ βλάβης. ΕγινανΈγιναν διάφορες επαφές μεταξύ των δύο πλευρών και με την παρουσία των δικηγόρων τους και η κατάληξη ήταν τον Μάρτιο του 2008 να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. ü Η Εναγόμενη 1 σταμάτησε να διεξάγει εργασίες από το 2001 και τελικά ζητήθηκε η διαγραφή της στις 3/5/
- και διαγράφηκε στις 14.2.
- Ο Εναγόμενος 2 βρέθηκε χωρίς απασχόληση. Από την Ενάγουσα δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση και ούτε καν του δόθηκε μισθός για το μήνα Απρίλιο
- Από τα μέσα 2001 μέχρι και τα τέλη 2003 απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες χωρίς να πρόκειται, όμως, για σταθερή απασχόληση και τα εισοδήματα του ήταν για το 2001 £2717, για το 2002 £6859.-, και για το 2003 £7896.-. Μόλις το 2004 βρήκε σταθερή απασχόληση με απολαβές £1100.- μηνιαίως. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την Ανταπαίτηση του ο εναγόμενος 2 αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας εργοδότησης του με την ενάγουσα και/ή απώλεια καριέρας και/ή για παραβίαση σχέσης εμπιστοσύνης και/ή λόγω ψευδών παραστάσεων θεραπείες οι οποίες εκτίθενται με περισσότερη λεπτομέρεια στο αιτητικό της Ανταπαίτησης υπό στοιχεία (Α) και (Β). Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία καταγράφηκαν ανωτέρω η ενάγουσα και ο εναγόμενος 2 είχαν συνάψει το Μάρτιο του
- Συμφωνία σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα θα εργοδοτούσε τον εναγόμενο 2 ως δΔιευθυντή πΠωλήσεων με ετήσιες απολαβές ΛΚ20.000.- Προτού εξεταστεί η ουσία της επίδικης αξίωσης να πούμε δυοό λόγια σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εξετάσει και ν΄ αποφασίσει θέμα αποζημιώσεων λόγω παράνομου ή αδικαιολόγητου τερματισμού συμφωνίας εργοδότησης. Οι σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν συνοψισθεί στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co
(1990)1 ΑΑΔ 517, στη σελ. 527. Παραθέτω τη σχετική περικοπή: «
(1)Διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Κανένα άλλο δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου και του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του νόμου αυτού.
(2)Το δικαίωμα εργοδοτουμένου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο που ρητά διασφαλίζεται από το εδάφιο 2 εξυπακούει ευχέρεια διεκδίκησης αποζημιώσεων βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου. Διαφορετικά το δικαίωμα το οποίο παρέχεται θα ήταν άνευ αντικειμένου ενόψει της αποκλειστικής καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών προς επίλυση διαφορών που αναφύονται στη διεκδίκηση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67.
(3)Το δικαίωμα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων (για τον άνευ λόγου τερματισμό απασχόλησης) πέραν του ορίου που προβλέπεται στο Ν.24/67, υποδηλώνει την ύπαρξη δικαιώματος για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ανεξάρτητα και έξω από το πλαίσιο του νόμου αυτού.
(4)Ο Περί Τερματισμού απασχολήσεως νόμος δεν καταργεί ούτε περιορίζει τις διατάξεις του Κεφ.149 ή την εφαρμογή των αρχών του Κοινού δικαίου (άρθρο 29
(1)(γ) - Ν.14/60)στο βαθμό που διέπουν συμβάσεις εργασίας ή τις συνέπειες από τη διάρρηξή τους. Ο πρωταρχικός σκοπός του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου είναι η προστασία του εργοδοτουμένου από τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησής του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας. Θα αποτελούσε αντινομία προς τους σκοπούς του νόμου η αποστέρηση του εργοδοτουμένου πλέον εκτεταμένων δικαιωμάτων που δυνατό να του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος.» Κατά συνέπεια η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου εξαρτάται από την διατυπωθείσα αξίωση και δεν μεταβάλλεται ανάλογα με την έκβαση. Τίθεται ως κριτήριο για ανάληψη δικαιοδοσίας μόνο το ύψος της αξίωσης του εργοδοτούμενου. Του παρέχεται το δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο εφόσον η αξίωση του είναι για αποζημιώσεις που υπερβαίνει τις αποζημιώσεις που μπορούν να διεκδικηθούν με βάση τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο 24/67. Το δικαίωμα του να προβάλει αξίωση πέραν ορισμένου ύψους προσδιορίζει και την αντίστοιχη δικαιοδοσία που είναι γενική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η διάταξη δεν συναρτά τη δικαιοδοσία με την επιτυχία της αξίωσης. Ούτε άλλωστε θα μπορούσε να αναμένεται να υπάρχει τέτοια εξάρτηση στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου.[5] Η εν λόγω συμφωνία εργοδότησης δεν είχε καθορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή δεν είχε συμφωνηθεί, όπως προκύπτει, συγκεκριμένη χρονική διάρκεια. Στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co
(1990)1 ΑΑΔ 517[6] η σύμβαση ήταν ακαθόριστης χρονικής διάρκειας όχι με την έννοια της υποχρέωσης εργοδότησης μέχρι αφυπηρέτησης αλλά με την έννοια ότι αυτού του είδους η εργοδότηση θα συνέχιζε επ΄ αόριστο, πλην όμως θα υπόκειτο σε τερματισμό μετά από λογική προειδοποίηση. Στην εν λόγω απόφαση τονίστηκε ότι η σύμβαση εργοδότησης υπαλλήλου ακαθόριστης χρονικής διάρκειας υπόκειται σε εξ΄υπακουόμενο όρο για εκατέρωθεν ευχέρεια των μερών να τερματίσουν τη σύμβαση κατόπιν λογικής προειδοποίησης. Τι συνιστά λογική προειδοποίηση εξαρτάται: (α) από τη φύση της εργασίας (β) τη ζήτηση υπηρεσιών ανάλογων με εκείνες που μπορεί να προσφέρει ο εργοδοτούμενος στην ελεύθερη αγορά, και (γ) η διάρκεια εργοδότησης Η νομολογία των αγγλικών Δικαστηρίων αναφορικά με το χρόνο της προειδοποίησης αποκαλύπτει ότι η προειδοποίηση κυμαίνεται μεταξύ ενός και δώδεκα μηνών, ανάλογα με τη φύση του επαγγέλματος. Εξ΄ υπακουόμενος όρος για προειδοποίηση δώδεκα μηνών, με βάση την αγγλική νομολογία, αναγνωρίζεται σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις κυρίως για διευθυντικές θέσεις. Χρήσιμη είναι η πιο κάτω περικοπή από το Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS 30th edn, παρα. 39-154, σελ. 1109-1110 όπου κάτω από τον τίτλο «Employment for an unspecified period: terminability by reasonable notice» διαβάζουμε: «If a contract of employment makes no express or specifically implied provision for its duration or termination by notice, there is likely to be implied at common law a presumption that the contract is for an indefinite period and terminable by a reasonable notice given by either party.» Επίσης στο ίδιο Σύγγραμμα στην παράγραφο 39-155,σελ.11100 κάτω από τον τίτλο «The length of notice: common law» διαβάζουμε: «Although the contracts of employment legislation prescribes minimum periods of notice to terminate a contract of employment, the common law rules on the subject may, in particular cases, require a longer period of notice to terminate a contract. The general rule is that the length of notice depends on the intention of the parties, revealed in their contract, as to what constitutes reasonable notice. All the circumstances, such as the type of employment, local, trade or professional customs on the topic, the intervals at which remuneration is paid, or the period in relation to which the remuneration is stated (e.g. '£450 a year'), have been regarded as relevant in fixing what amounts to reasonable notice in an individual case.» Όσον αφορά το ύψος των αποζημιώσεων, κατά γενικό κανόνα, αυτές, εκ πρώτης όψεως, αντιπροσωπεύουν το ποσό το οποίο ο ενάγων θα κέρδιζε αν η εργοδοσία του συνεχιζόταν σύμφωνα με τη σύμβαση, μείον οποιοδήποτε ποσό κέρδισε ή θα έπρεπε εύλογα να κερδίσει από τυχόν άλλη εργασία την οποία εξασφάλισε επιτελώντας το καθήκον του για μείωση της ζημιάς που υπέστη. [7] Όσον αφορά την περίοδο υπολογισμού του υπολοίπου της εργοδοσίας του ενάγοντα όπως επισημαίνεται στην αγγλική υπόθεση Gunton v. Richmond L.B.C.
(1980)3 All E.R. 577, η ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι θα έφθανε στο τέλος της η εργοδοσία πρέπει να διακριβώνεται θεωρώντας ότι ο εργοδότης θα ασκούσε οποιοδήποτε δικαίωμα είχε να τερματίσει τη σύμβαση κατά το πλέον επωφελή γι΄ αυτόν τρόπο. Δηλαδή, τερματίζοντας τη σύμβαση κατά τη συντομότερη ημερομηνία κατά την οποία δικαιωματικά θα μπορούσε να το πράξει. Έτσι, αν για παράδειγμα ένας εργοδότης είχε το δικαίωμα να απολύσει ένα εργοδοτούμενο του δίδοντας όχι λιγότερη από ενός μηνός προειδοποίηση, τότε σε περίπτωση που παράτυπα επιχειρεί να τον απολύσει συνοπτικά τότε η απόλυση είναι άκυρη και ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ύψους ίσου με ενός μηνός αμοιβή και τίποτε περισσότερο, υποκείμενη δε σε μείωση λόγω άλλης εργοδοσίας. Παραπέμπω σχετικά στο ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, 30th edn. παρα. 39-194, σελ. 1142 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "If the defendant has a right to terminate the contract before the expiry of the term, damages for the wrongful dismissal should be assessed only up to the earliest time at which the defendant could validly have terminated the contract. Thus, if the contract expressly provides that it is terminable upon, e.g. a month's notice, the damages will ordinarily be a months' wages. In Gunton v. Richmond L.B.C. it was held that where a dismissal was wrongful by reason of a failure to comply with a contractually binding dismissal procedure, the damages were to be assessed only up to the expiry of the contractually due notice of one month notionally served on the day when the proper disciplinary procedure, if followed, could have been concluded." Όσον αφορά το μισθό του Εναγόμενου 2 υπήρξε εύρημα του Δικαστηρίου ότι ανέρχετο στο ποσό των ΛΚ20,000 ετησίως. Διευκρινίζω ότι δεν υπήρξεό του αμφισβήτηση από τις δύο πλευρές για το γεγονός αυτό. Το ότι ο Εναγόμενος 2 λάμβανε ένα ποσό ως βασικό και δεδηλωμένο ποσό μισθού και επιπλέον bonus δεν αλλάζει την κατάσταση και, σίγουρα, δεν μπορεί να επενεργήσει συμβατικά εναντίον του Εναγομένου
- Επομένως, καταλήγω ότι για σκοπούς υπολογισμού οποιασδήποτε αποζημίωσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο Εναγόμενος 2 λάμβανε ως μηνιαίες απολαβές το ποσό των ΛΚ 1.667 ή το ισόποσο σε ευρώ ήτοι €2.848,24 το οποίο προκύπτει από τη διαίρεση του ποσού των ΛΚ20.000 που ήταν ο μισθός του Εναγομένου 2 ετήσια δια του αριθμού 12 που αντιπροσωπεύσει τους 12 ημερολογιακούς μήνες ενός έτους . Οι λόγοι τερματισμού της εργοδότησης του Εναγομένου 2 καταγράφονται στην επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 3.5.01 (μέρος ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 3) και, συγκεκριμένα, στην παρ.3 η οποία έχει ως εξής: «
- Όπως γνωρίζεις, από την ημέρα που ξεκίνησες την συνεργασία μαζί μας το χρέος της εταιρείας αρχικά σημείωσε μείωση και μετά σημείωσε αδικαιολόγητη σημαντική αύξηση και έφτασε στο ποσό των Λ.Κ.82.134,
- Διερωτόμαστε πράγματι με ποίο σκοπό και με ποία δικαιολογία απεσύρθησαν όλα αυτά τα εμπορεύματα από την αποθήκη της εταιρείας μας για να καταλήξουν στην δική σου, ενώ από το ξεκίνημα της εργασίας σου κοντά μας είπαμε ότι έπρεπε να μειωθεί. Εσύ αντίθετα το αύξησες με αποτέλεσμα η ευθύνη σου για όλα αυτά τα ποσά να είναι προσωπική. Ως εκ τούτου: (α) Η εταιρεία μας δια του παρόντος τερματίζει οποιαδήποτε συνεργασία μαζί σου υπό οποιαδήποτε μορφή. (β) Σε καλούμε προσωπικά μέσα στις επόμενες 3 ημέρες να διευθετήσεις τα ποσά που αντιστοιχούν στα εμπορεύματα που έλαβες εσύ ή η εταιρεία σου από την ημέρα που ήρθες στην εταιρεία μας.» Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω ο Εναγόμενος 2 απολύθηκε γιατί: - Το χρέος της Εναγομένης 1 σημείωσε αδικαιολόγητη σημαντική αύξηση - Αδικαιολόγητα αποσύρθηκαν τα εμπορεύματα από την αποθήκη της Ενάγουσας για να καταλήξουν στην αποθήκη της Εναγόμενης
- Όμως, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η διαδικασία που ακολουθείτο στις συναλλαγές της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 ήταν η συμπλήρωση δελτίου παραγγελίας από μέρους της Εναγομένης 1 και η παραλαβή σε λίγες μέρες των εμπορευμάτων συνοδευόμενα αυτά από δελτίο αποστολής (way bill) υπογραμμένο από τον αποθηκάριο της Ενάγουσας. Λίγες μέρες αργότερα η Εναγόμενη 1 παραλάμβανε και το σχετικό τιμολόγιο. Η Ενάγουσα δε τηρούσε κατάσταση λογαριασμού όπου χρέωνε τα ποσά των τιμολογίων της και πίστωνε τις πληρωμές ή επιστροφές εμπορευμάτων εκ μέρους της Εναγόμενης
- Η συνεργασία Ενάγουσας -Εναγομένης 1 ήταν στη βάση ανοικτού λογαριασμού (open account) χωρίς όριο και χωρίς συγκεκριμένες προθεσμίες πληρωμής. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να επικαλείται η Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος 2 αύξησε το χρέος της Εναγόμενης 1 καθ' ην στιγμή η ίδια εξέδιδε δελτία αποστολής, τιμολόγια και κατάσταση λογαριασμού επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 μόνο. Ούτε μπορεί να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι υπήρχε απόσυρση εμπορευμάτων από την αποθήκη της μιας εταιρείας (της Ενάγουσας) στην αποθήκη της άλλης (της Εναγόμενης 1) καθ' ην στιγμή η Ενάγουσα γι' αυτά εμπορεύματα που παραλάμβανε η Εναγόμενη 1 εξέδιδε δελτία αποστολής, τιμολόγια και τηρούσε σχετικές καταστάσεις λογαριασμού με τις χρεώσεις που εγίνονταν σχετικά μ' αυτά τα εμπορεύματα. Κατά συνέπεια διαπιστώνεται, αφενός, ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στην επιστολή με την οποία τερματίσθηκε η εργοδότηση του Εναγόμενου 2 είναι χωρίς βάση και δεν υποστηρίζονται από τα σχετικά γεγονότα, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, και, αφετέρου, δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με τους όρους απασχόλησης του Εναγόμενου 2 ως Διευθυντή πωλήσεων στην Ενάγουσα. Εν πάση δε περιπτώσει δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους της Ενάγουσας για οτιδήποτε μεμπτό αναφορικά με τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του Εναγομένου 2, ως υπαλλήλου της Ενάγουσας, ήτοι οτιδήποτε που να σχετίζεται με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του συμφώνως της σύμβασης εργοδότησης που είχε με την Ενάγουσα. Τούτου λεχθέντος καταλήγω ότι υπήρξε από μέρους της Ενάγουσας απόλυση του Εναγόμενου 2 κατά παράβαση της συμφωνίας εργοδότησής του και χωρίς βάσιμο λόγο και/ή δικαιολογία. Έχοντας καταλήξει ότι η επίδικη συμφωνία εργοδότησης ήταν ακαθόριστης χρονικής διάρκειας αυτό σημαίνει ότι η Ενάγουσα θα μπορούσε να την τερματίσει δίδοντας προηγουμένως λογική προειδοποίηση. Στην προκειμένη περίπτωση παρέλειψε να το πράξει. Η παράλειψη της να το πράξει την καθιστά υπόλογη στο να καταβάλει στον Εναγόμενο 2 ποσό ίσο με το χρόνο προειδοποίησης που εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση και που κρίνεται ως λογική προειδοποίηση και τίποτα περισσότερο, υποκείμενο δε το ποσό αυτό σε μείωση λόγω άλλης εργοδοσίας. Άρα εκείνο που χρήζει απόφασης σ' αυτό το σημείο είναι ο υπολογισμός του χρόνου της περιόδου που φαίνεται ως λογική προειδοποίηση. Οι παράγοντες οι οποίοι θα πρέπει, κατά την άποψη μου, να ληφθούν υπόψη για σκοπούς υπολογισμού της περιόδου αποζημίωσης στην παρούσα υπόθεση είναι και οι ακόλουθοι: - Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 εργοδοτείτο σε διευθυντική θέση στην Ενάγουσα εταιρεία (Διευθυντής Πωλήσεων) - Το γεγονός ότι η συνολική εργοδότηση του Εναγόμενου 2 ήταν πολύ σύντομη και συνίστατο μόλις στους 14 περίπου μήνες (Μάρτιος του 2000 έγινε η συμφωνία εργοδότησης και τερματίστηκε με την επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 4.5.01) - Τη φύση της εργασίας του Εναγομένου
- Αφού έλαβα υπόψη τους πιο πάνω παράγοντες κρίνω ότι λογική προειδοποίηση στην περίπτωση του θα ήταν μια περίοδος ενός μηνός και, συνακόλουθα, ανάλογη θα πρέπει να είναι και η αποζημίωση στην οποία δικαιούται. Είναι το τελικό μου συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος 2 λόγω του αδικαιολόγητου και χωρίς ειδοποίηση τερματισμού της εργοδοσίας του, δικαιούται σε αποζημιώσεις ύψους ΛΚ1.667 ή το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ ήτοι, €2.848,24 ποσό που ανστιστοιχεί προς ένα μηνιαίο μισθό. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Όσον αφορά την απαίτηση στην παρούσα αγωγή υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου και όλων όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω αυτή πρέπει να απορριφθεί. Ως αποτέλεσμα η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 2 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου
- Όσον αφορά την Ανταπαίτηση εκδίδεται απόφαση υπέρ του Εναγόμενου 2 και εναντίον της Ενάγουσας για ποσό €2.848,24 με νόμιμο τόκο. Ενόψει του ότι η Αγωγή και Ανταπαίτηση εκδικάσθηκαν στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας κρίνεται λογικό και δίκαιο να υπολογιστεί ένα σετ εξόδων. (Υπ.) .................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου Α.Ε.Δ [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Παπακόκκινου κ.α. ν. Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C + A Pelecanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Χ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). [2] Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [3] Δέστε παρα.5 της Εκθεσης Απαίτησης. [4] Δέστε παρα.11 (Β) της αξίωσης της Εκθεσης Απαίτησης. [5] Δέστε Interamerican Insurance Co Limited v. Άντρης Μακρίδου,
(2000)1 ΑΑΔ 1529. [6] Δέστε, επίσης, Σάββας Σαββίδης ν. ΣΕΚ κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 5.7. [7] Δέστε Mc Gregor on Damages 18th Ed παρα. 28-002, σελ. 1043 στο εξής απόσπασμα: «The measure of damages for wrongful dismissal is prima facie the amount that the claimant would have earned had the employment continued according to contract subject to a deduction in respect of any amount accruing from any other employment which the claimant, in minimizing damages, either had obtained or should reasonably have obtained» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο