SOLOMON AMMAR ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Αρ. Αγωγής: 2106/2005, 30.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. ΓΙΑΣΕΜΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2106/2005 Μεταξύ: SOLOMON AMMAR Ενάγοντα και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Εναγομένου Ημερομηνία: 30.9.
- Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: Ο κ. Μ. Γεωργίου. Για Εναγομένους: Η κα Κ. Λοίζου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με αυτή ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές τις οποίες υπέστη κατά τη διάρκεια τροχαίου δυστυχήματος το οποίο, όπως ισχυρίζεται, συνέβηκε λόγω της αμέλειας του κράτους να καταστήσει και διατηρεί την προσπέλαση από συγκεκριμένο δρόμο ασφαλή. Πρόκειται για το χωματόδρομο ο οποίος συνδέει την κοινότητα Λυθροδόντα με το Δήμο Λευκάρων και διέρχεται μέσα από δασική περιοχή. Το δυστύχημα συνέβηκε στις 12.7.2003 γύρω στις 6.30 το πρωί ενώ ο ενάγοντας οδηγούσε το αυτοκίνητο του στον εν λόγω δρόμο με κατεύθυνση προς Λεύκαρα. Συγκεκριμένα, όπως είναι ο ισχυρισμός, σε κάποιο σημείο στα μέσα περίπου της διαδρομής όπου υπάρχει αριστερή στροφή, ο ενάγοντας απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του το οποίο στη συνέχεια κατέπεσε σε γκρεμό βάθους 50 με 100 μέτρων. Στις λεπτομέρειες αμέλειας γίνεται επίκληση διαφόρων αιτιάσεων, με κυριότερη την κακή κατάσταση του δρόμου, που οδήγησαν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Σαν αποτέλεσμα, τόσο αυτός όσο και η φίλη και συνοδηγός του τραυματίσθηκαν σοβαρά και μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. Η πτυχή που αφορά στο θέμα των αποζημιώσεων έχει συμβιβαστεί. Παρέμεινε το θέμα της ευθύνης. Όσον αφορά την πτυχή αυτή η θέση η οποία προβλήθηκε εκ μέρους της Δημοκρατίας είναι ότι δεν είχε οποιαδήποτε νομική υποχρέωση έναντι του ενάγοντα και ειδικά όσον αφορά την κατάσταση του εν λόγω δρόμου. Ενώ διαζευκτικά προβλήθηκε και η θέση ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμέλεια εκ μέρους της. Εννοείται κάποιου κυβερνητικού τμήματος που συνήθως έχει αρμοδιότητα σε τέτοια θέματα. Η συζήτηση η οποία θα ακολουθήσει, αφού παρατεθεί και όλη η σχετική μαρτυρία, θα επικεντρωθεί στα θέματα αυτά δεδομένων των πιο πάνω θέσεων των αντιδίκων μερών καθώς επίσης στο θέμα της συντρέχουσας ευθύνης που τυχόν να επέδειξε ο ενάγοντας. Υπάρχει στην υπεράσπιση ανάλογος ισχυρισμός για συντρέχουσα ευθύνη του τελευταίου. Προς υποστήριξη της απαίτησης κατάθεσε μόνο ο ενάγοντας. Σε γραπτή δήλωση την οποία κατάθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους πιο πάνω ισχυρισμούς από την έκθεση απαιτήσεως του. Ακολούθως, καταθέτοντας ο ενάγοντας διαζώσης ισχυρίστηκε περαιτέρω πως αυτό που θυμόταν σε σχέση με το δυστύχημα είναι ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπήρχε πάρα πολύ «τσιακκίλι» και μια στροφή, ο πισινός αριστερός τροχός του αυτοκινήτου του έπεσε στο κενό οπότε το αυτοκίνητο αναποδογυρίστηκε και έπεσε στο γκρεμό. Στη συνέχεια, αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας σε σχέση με άλλη πτυχή της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι στις 12.7.2003 γύρω στις 5.00 το πρωί είχε ξεκινήσει από τη Λευκωσία με το αυτοκίνητο του για να μεταφέρει την προαναφερθείσα φίλη του στην Ακτή του Κυβερνήτη. Ενώ οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού, λόγω πολύ πυκνής ομίχλης, απώλεσε την πορεία του και βρέθηκε να κατευθύνεται προς Λυθροδόντα και ακολούθως να οδηγεί στο χωματόδρομο ο οποίος πηγαίνει προς Λεύκαρα. Η προσπάθεια του, όπως είπε, ήταν να επανέλθει στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Ο ενάγοντας τα ανάφερε αυτά προκειμένου να εξηγήσει την παρουσία του στο δρόμο όπου συνέβηκε το δυστύχημα. Αρκετά ομιχλώδης όμως και εδώ η κατάσταση αφού οι εξηγήσεις που έδωσε σχετικά μάλλον δεν πείθουν. Όμως, δεν είναι αναγκαίο να αναφερθώ περαιτέρω στους ισχυρισμούς αυτούς καθ΄ ότι θεωρώ ότι είναι άσχετοι με το υπό εξέταση θέμα της ευθύνης. Βέβαια, παραμένει αδιαμφισβήτητος ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι κατά τον εν λόγω χρόνο βρέθηκε τυχαία να οδηγεί το αυτοκίνητο του στο συγκεκριμένο δρόμο και ενεπλάκη στο υπό αναφορά δυστύχημα. Ο εξεταστής της υπόθεσης αστυφύλακας Νίκος Χαραλάμπους κλήθηκε ως μάρτυρας από την υπεράσπιση. Επιβεβαίωσε ότι η πτώση του αυτοκινήτου του ενάγοντα στον γκρεμό συνέβηκε σε σημείο όπου ο δρόμος σχημάτιζε αριστερή στροφή. Επίσης, ανάφερε ότι η επιφάνεια του δρόμου σε όλη τη διαδρομή είναι χωμάτινη και στρωμένη με μικρές πέτρες. Εξήγησε δε ότι είναι αγροτικός δρόμος και χρησιμοποιείται από τους γεωργούς για να πηγαίνουν στα κτήματα τους. Τέλος, ο κ. Χαραλάμπους ανάφερε επίσης ότι το δρόμο αυτό χρησιμοποιούσε τότε και ο συνάδελφος του Ζαχαρίας Ηρακλέους για να μεταβαίνει από το Λυθροδόντα όπου κατοικούσε στον αστυνομικό σταθμό Λευκάρων όπου υπηρετούσε. Μάλιστα ήταν αυτός που είχε αρχικά εντοπίσει το δυστύχημα μετά που είχε σχολάσει από την εργασία του και πήγαινε στο Λυθροδόντα. Ακολούθως κατέθεσε αριθμός υπαλλήλων του δημοσίου προερχομένων από διάφορα τμήματα. Σκοπός της υπεράσπισης είναι να καταδειχθεί μέσα από τη μαρτυρία τους το καθεστώς, η κατάσταση και η χρήση που γινόταν του εν λόγω δρόμου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Μ.Υ.2 κ. Σταύρος Προδρομή είναι υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Με αναφορά στο κτηματολογικό χάρτη Φ/Σχ. 39/60, τεκμήριο 9, εξήγησε ότι πλησίον του δασικού οροσήμου που φαίνεται σ΄ αυτό με τον αριθμό 66 δεν περνά δημόσιος δρόμος. Αν δε υπήρχε τέτοιος δρόμος στην περιοχή θα φαινόταν στο χάρτη με διπλή διακεκομμένη γραμμή. Για να προσθέσει στη συνέχεια ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ αίτηση για την εγγραφή στην εν λόγω περιοχή δημόσιου δρόμου. Τέλος, συμπλήρωσε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τι υπήρχε επιτόπου, υπό τη μορφή δρόμου, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Για το θέμα αυτό κλήθηκε η επόπτης της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας κα Ευφροσύνη Γεωργίου, Μ.Υ.
- Ανάφερε ότι επιτόπου, στη συγκεκριμένη περιοχή, υπάρχει χωματόδρομος. Ως τέτοιος δεν είναι εγγεγραμμένος ως δημόσιος οπότε θα υπήρχαν σ΄ αυτόν πινακίδες και σήματα για την ασφαλή χρήση του. Αυτό το γνωρίζει ως εκ του καθήκοντος που έχει να επιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, αιτήσεων για εγγραφή ως δημόσιων, αγροτικών δρόμων οι οποίοι εμπίπτουν στην περιοχή εποπτείας της που περιλαμβάνει και την περιοχή Λευκάρων. Επιβεβαίωσε έτσι με την αναφορά αυτή τη μαρτυρία, ανωτέρω, του κ. Προδρομή, από την πλευρά της Επαρχιακής Διοίκησης. Περαιτέρω, η κα Γεωργίου εξήγησε ότι ο εν λόγω δρόμος χρησιμοποιείται από τους γεωργούς της περιοχής για να μεταβαίνουν στα κτήματα τους και από το προσωπικό του Τμήματος Δασών σε σχέση με τα δικά τους καθήκοντα. Όπως η μάρτυρας ανάφερε στη συνέχεια, για να είναι η διακίνηση στο δρόμο αυτό ευχερής και ασφαλής για τις πιο πάνω κατηγορίες οδηγών, ανταποκρινόμενο το γραφείο της σε σχετικό αίτημα του Δήμου Λευκάρων εξουσιοδοτεί κάθε χρόνο τη διεξαγωγή εργασιών επισκευής του. Οι εργασίες αυτές αφορούν το μήκος του δρόμου που εμπίπτει στο όριο της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας και ειδικά τα τμήματα του που περνούν μέσα από ιδιωτική ή κρατική γη η οποία δεν είναι δασική. Τα έργα δε που γίνονται σ΄ αυτό δεν είναι μόνιμης φύσεως. Περιορίζονται στην απλή συντήρηση και βελτίωση του με καθαρισμό από την άγρια βλάστηση και επίστρωση του με αμμοχάλικο όπου χρειάζεται, ειδικά μετά από βροχόπτωση. Όσον αφορά το σημείο που συνέβηκε το δυστύχημα διευκρίνισε ότι αυτό βρίσκεται είτε εντός ιδιωτικής γης είτε εντός κρατικής γης η οποία όμως δεν είναι υπό την ευθύνη του Τμήματος Δασών. Για την ίδια πτυχή κατάθεσε και ο κ. Γεώργιος Αναστασιάδης, Μ.Υ.5, τεχνικός στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας. Τα καθήκοντα του περιλαμβάνουν κατασκευές και βελτιώσεις δρόμων. Ανάφερε ότι σε μη εγγεγραμμένους δρόμους, όπως είναι ο υπό αναφορά τον οποίο γνωρίζει, γίνονται από την υπηρεσία του έργα βελτίωσης και συντήρησης ώστε να είναι οι δρόμοι αυτοί προσβάσιμοι με ασφάλεια από τροχοφόρα οχήματα που χρησιμοποιούνται από γεωργούς και από πυροσβεστικά οχήματα. Συγκεκριμένα, τοποθετούνται σ΄ αυτούς υλικά οδοποιίας όπου χρειάζεται για βελτίωση του οδοστρώματος. Όπως εξήγησε, αυτά τα έργα δεν είναι μόνιμης φύσεως. Όσον αφορά το συγκεκριμένο δρόμο ανάφερε ότι προβαίνουν σχεδόν κάθε χρόνο σε τέτοια έργα συντήρησης και βελτίωσης του με αίτημα του Δήμου Λευκάρων. Τέλος, ανάφερε ότι στους δρόμους αυτούς δεν τοποθετούν προστατευτικά κιγκλιδώματα ούτε οποιαδήποτε προειδοποιητικά σήματα ή πινακίδες. Τέλος, είναι και η μαρτυρία τους κ. Αργύρη Αργυρού, Μ.Υ.3, ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Δασών για 26 χρόνια και όπως ανάφερε είναι πολύ καλός γνώστης της περιοχής και του συγκεκριμένου δρόμου δεδομένου ότι περνά μέσα από κρατικό δάσος. Επίσης, ανάφερε ότι έλαβε γνώση του σημείου στο οποίο έγινε το δυστύχημα και διευκρίνισε ότι ήταν σε σημείο του δρόμου που δε βρίσκεται υπό την ευθύνη του Τμήματος Δασών. Αναφερόμενος δε περαιτέρω σε τι συνίσταται η ευθύνη αυτή ανάφερε ότι είναι μέσα στα καθήκοντα του Τμήματος Δασών να συντηρεί κάθε χρόνο τους δασικούς δρόμους, περιλαμβανομένου και του υπό αναφορά. Δηλαδή, τα τμήματα των δρόμων αυτών που περνούν μέσα από το κρατικό δάσος. Αυτό γίνεται, όπως είπε, προς το σκοπό διευκόλυνσης της διέλευσης πυροσβεστικών οχημάτων και οχημάτων μεταφοράς προσωπικού που γίνεται στα πλαίσια προστασίας και διαχείρισης του δάσους και όχι για χρήση τους από το κοινό. Ανκαι, όπως διευκρίνισε, γίνεται χρήση των δρόμων αυτών και από γεωργούς. Τέλος, ο κ. Αργυρού ανάφερε ότι δεν υπάρχει πινακίδα που να απαγορεύει την είσοδο στον υπό αναφορά δρόμο από το κοινό. Ούτε πινακίδα που να προειδοποιεί το κοινό για την κατάσταση που υπάρχει σ΄ αυτόν. Βασικά δεν υπήρξε αμφισβήτηση της μαρτυρίας του ενάγοντα αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε το δυστύχημα. Η εκδοχή του δε σχετικά είναι σύντομη όσο και απλή. Ισχυρίστηκε ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο οποίος είναι κοινώς παραδεκτό ότι είναι χωματόδρομος, όπου υπάρχει αριστερή στροφή και η επιφάνεια του ήταν στρωμένη με χαλίκια, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του. Ως αποτέλεσμα, αυτό κινήθηκε προς τον γκρεμό όπου και κατέπεσε, αφού δεν υπήρχε προστατευτικό κιγκλίδωμα για να αποτρέψει την πτώση του. Στο σημείο αυτό γίνεται αποδεκτό ότι όντως έτσι είχαν τα γεγονότα. Ενώ αποδεκτή είναι στο σύνολο της και η μαρτυρία όλων των μαρτύρων υπεράσπισης. Τα γεγονότα που περιέχονται σ΄ αυτή δεν έχουν αμφισβητηθεί και αποτελούν μέρος των ευρημάτων στην παρούσα υπόθεση τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά της αλήθειας. Εξετάζοντας τα γεγονότα αυτά στη συνέχεια, και ειδικά αυτά που προκύπτουν από τη μαρτυρία του ενάγοντα, κάτω από το φακό του νομικού πλαισίου της αμέλειας, δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί με βάση αυτά πώς ευθύνεται η Δημοκρατία για το γεγονός ότι ο ενάγοντας απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του. Δεν υπήρξε αναφορά στη μαρτυρία σε οποιαδήποτε από τις αιτιάσεις οι οποίες αναφέρονται ως λεπτομέρειες αμέλειας στην έκθεση απαιτήσεως. Δεν γίνεται καν αναφορά στο ότι το γεγονός αυτό μπορεί να οφείλεται στην παρουσία των χαλικιών στην επιφάνεια του δρόμου, ανκαι έγινε αναφορά από τον ενάγοντα στην ύπαρξη τους. Σε μια περίπτωση, στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Λουκαϊδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 69, διαπιστώθηκε ότι η συσσώρευση λάσπης στο οδόστρωμα, που είχε ως αποτέλεσμα να γλιστρήσει το αυτοκίνητο της ενάγουσας εκτός του δρόμου και έτσι να προκληθεί ζημιά, συνιστούσε την αιτία στη βάση της οποίας είχε διαπιστωθεί η αμέλεια του εναγομένου ο οποίος βρέθηκε ότι ευθύνετο για την παρουσία της λάσπης στο οδόστρωμα. Δεν είναι όμοια η παρούσα περίπτωση. Το κενό δε που υπάρχει στη μαρτυρία σε σχέση με τη συγκεκριμένη αυτή πτυχή επιτρέπει την ατέρμονη πιθανολόγηση ως προς την αιτία που προκάλεσε την απώλεια από τον ενάγοντα του ελέγχου του αυτοκινήτου. Δεν αποκλείεται έτσι και η πιθανότητα κατά τη συγκεκριμένη στιγμή να οδηγούσε ο ίδιος αμελώς, κατά κάποιο τρόπο. Η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να κριθεί οριστικά στη βάση αυτή, με αρνητική κατάληξη για τον ενάγοντα όσον αφορά το θέμα της ευθύνης. Όμως, μια άλλη δικογραφημένη θέση του μεταφέρει το θέμα αυτό ένα στάδιο παραπέρα συνδέοντας το με την απουσία προστατευτικού κιγκλιδώματος στην πλευρά του δρόμου που βρίσκεται ο γκρεμός. Με αυτό το δεδομένο μπορεί να εξεταστεί θέμα ευθύνης της Δημοκρατίας ακόμα και στην περίπτωση που ο ενάγοντας υπήρξε ο ίδιος αμελής με αποτέλεσμα να ξεφύγει το αυτοκίνητο του από το δρόμο και να προκληθεί σ΄ αυτόν ζημιά, (βλ. Levine v. Morris
(1970)1 All E.R. 144). Σε τέτοια περίπτωση όπου η πτώση σε γκρεμό είναι εύλογα προβλεπτό ότι απολήγει σε ζημιά, παραμένει το βασικό ερώτημα κατά πόσο υπήρχε, κατ΄ αρχάς, καθήκον για επιμέλεια έναντι του ενάγοντα από την πλευρά της Δημοκρατίας. Το ερώτημα αυτό μάλλον σπάνια έχει εγερθεί αφού η Δημοκρατία φέρει μεν το καθήκον επιμέλειας να διατηρεί τους δημόσιους δρόμους ασφαλείς από εύλογα προβλεπτούς κινδύνους οι οποίοι δυνατό να προκαλέσουν ζημιά σε οδηγούς που τους χρησιμοποιούν, όμως, προφανώς, συνήθως φέρει σε πέρας το καθήκον της αυτό. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει επί του προκειμένου σχετική Κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοχάρους
(2007)1(Β) ΑΑΔ 937, η οποία παρουσιάζει κάποια σχετικότητα ως προς τα γεγονότα της με την παρούσα, αποφασίστηκε τελικώς ότι η Δημοκρατία δεν είχε καθήκον επιμέλειας έναντι του εφεσιβλήτου. Το ερώτημα που είχε τεθεί εκεί ήταν κατά πόσο η Δημοκρατία είχε καθήκον να μεριμνήσει για την τοποθέτηση στηθαίου ασφαλείας παραπλεύρως του αυτοκινητοδρόμου, που είναι δημόσιος δρόμος, το οποίο θα εμπόδιζε τον εφεσίβλητο να ξεφύγει από αυτόν ενώ οδηγούσε αμελώς, γεγονός το οποίο επεσυνέβη με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Η απόφαση κατέληξε ως ανωτέρω, αφού κρίθηκε ότι το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου δεν παρουσίαζε "στοιχεία ιδιαίτερης επικινδυνότητας ώστε να εμπίπτει στην κατηγορία των σημείων για τα οποία το αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα, κατά πάγια τακτική, τοποθετεί στηθαία ασφαλείας". Κατά συνέπεια η τοποθέτηση του δεν ήταν υπό τις περιστάσεις νομικά επιβεβλημένη. Σε μία Αγγλική υπόθεση, την Dorset Yacht Co v. Home Office
(1970)2 All ER 294, τα γεγονότα ήσαν σε συντομία τα εξής: Η εναγόμενη κρατική αρχή γνώριζε το εγκληματικό παρελθόν των υπό περιορισμό σε συγκεκριμένο σωφρονιστικό ίδρυμα ανηλίκων και την τάση που είχαν για να αποδράσουν από αυτό καθώς επίσης την ύπαρξη των γειτνιαζόντων σκαφών των εναγόντων. Στη βάση των γεγονότων αυτών η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έκρινε ότι η συγκεκριμένη κρατική αρχή είχε καθήκον επιμέλειας έναντι των εναγόντων το οποίο και παρέβη όταν δεν απέτρεψε την πρόκληση ζημιάς στους ενάγοντες την οποία προκάλεσαν οι δραπετεύσαντες ανήλικοι. Άλλο παράδειγμα είναι η Αγγλική υπόθεση Levine v. Morris
(1970), ανωτέρω, όπου και πάλι αποφασίστηκε ότι η εκεί εναγόμενη κρατική αρχή είχε καθήκον επιμέλειας έναντι του ενάγοντα το οποίο καθήκον παρέβη με αποτέλεσμα να διαπιστωθεί ότι υπήρξε αμελής. Σε αυτήν την υπόθεση η ευθύνη για επιμέλεια συσχετίστηκε με την επιλογή των σημείων στα οποία η κρατική αρχή τοποθετούσε τις πινακίδες του δρόμου παραπλεύρως αυτού. Κρίθηκε ότι θα έπρεπε να επιλέγοντο σημεία στα οποία υπήρχε ο ελάχιστος δυνατός κίνδυνος για σύγκρουση σ΄ αυτά οδηγών οι οποίοι ενώ οδηγούσαν ξέφευγαν από το δρόμο, το οποίο καθήκον απέτυχε να φέρει σε πέρας. Βέβαια, τα γεγονότα των πιο πάνω υποθέσεων και ειδικά των Αγγλικών δεν είναι όμοια με τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση. Όμως, έγινε αναφορά σ΄ αυτά προκειμένου να φανεί πώς εξετάζεται νομικά το θέμα της διαπίστωσης ύπαρξης ή μη καθήκοντος επιμέλειας από μια κρατική αρχή. Στην απουσία δε γεγονότων τα οποία να καθοδηγούν ως προς τον εδώ χειρισμό, η παρούσα υπόθεση εξετάζεται με αναφορά στις βασικές αρχές του δικαίου της αμέλειας και ειδικά σε αυτές που διέπουν το θέμα του καθήκοντος για επιμέλεια. Επί του προκειμένου υπάρχει ιδιαίτερα κατά νουν η κλασσική στον τομέα αυτό του δικαίου υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)All E. R. Rep. 1 και ιδιαίτερα η απόφαση του Λόρδου Atkin στην οποία διατύπωσε την αρχή του εύλογα προβλεπτού ως κριτήριο για το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Εξετάζοντας λοιπόν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως έχουν προηγουμένως διαπιστωθεί, επισημαίνεται, κατ΄ αρχάς, ότι το δυστύχημα συνέβηκε σε δασικό δρόμο, και όχι δημόσιο δρόμο, η επιφάνεια του οποίου άνκαι χωμάτινη δεν παρουσίαζε όμως οποιοδήποτε ασυνήθιστο ή μη προβλεπτό για τέτοιας φύσεως δρόμο κίνδυνο. Ακόμα και αν, όπως λέχθηκε και έγινε αποδεκτό, δεν υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο στο σημείο έναρξης του, από οποιαδήποτε κατεύθυνση, σήμα απαγόρευσης της εισόδου σε αυτόν προσώπων άλλων από αυτά στις κατηγορίες που ανάφεραν οι μάρτυρες ή κάποια προειδοποίηση ότι επρόκειτο για χωματόδρομο και γενικά ως προς τη φυσική κατάσταση του. Όμως, αυτά ήσαν εμφανή σε κάθε λογικό οδηγό με την είσοδο του στον εν λόγω δρόμο, μη εξαιρουμένης και της ύπαρξης κατά μήκος του γκρεμών. Την κατάσταση αυτή ο ενάγοντας θα πρέπει οπωσδήποτε να την είχε εγκαίρως αντιληφθεί. Όμως, δοθέντων των ανωτέρω, πιστεύω πως το πιο κρίσιμο στοιχείο στην υπόθεση αυτή είναι ότι ο ενάγοντας αποτελούσε στην προκειμένη περίπτωση κατηγορία από μόνος του. Είχε εισέλθει στον εν λόγω δρόμο, όπως ο ίδιος ανάφερε και δεν αμφισβητήθηκε, κατά λάθος και μάλιστα κάτω από συνθήκες πολύ απίθανες για να είχαν υπάρξει στο παρελθόν παρόμοιες, και να είχαν έλθει και σε γνώση της αρμόδιας αρχής, ή να επαναληφθούν οι περιστάσεις αυτές στο μέλλον, ιδιαίτερα αφού πρόκειται για δρόμο ο οποίος είναι απομονωμένος και δεν αποτελεί μέρος του οδικού δικτύου, ακόμα και της περιοχής όπου βρίσκεται. Η χρήση του από συγκεκριμένο αστυνομικό για να πηγαινοέρχεται στην εργασία του δεν τον καθιστά δημόσιο δρόμο και μάλλον και ο αστυνομικός αυτός συγκαταλέγεται στην κατηγορία του μεμονωμένου και τυχαίου χρήστη του συγκεκριμένου δρόμου, όπως και ο ενάγοντας. Ασφαλώς είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση από την παρούσα η συστηματική και επί σκοπώ χρήση του εν λόγω δρόμου από τους υπαλλήλους του Τμήματος Δασών και από τους γεωργούς των κοινοτήτων που γειτνιάζουν προς αυτόν. Ο ενάγοντας σαφώς δεν εμπίπτει στις κατηγορίες αυτές των χρηστών. Επομένως, μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι δεν ήταν εύλογα αναμενόμενο από το λογικό άνθρωπο η υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις παρουσία του σ΄ αυτόν. Συνακόλουθα, ούτε και από την αρμόδια κρατική αρχή ήταν η τέτοια χρήση του εν λόγω δρόμου από τον ενάγοντα εύλογα αναμενόμενη. Δηλαδή, ότι θα τύγχανε να βρεθεί ο ενάγοντας να οδηγεί στο δρόμο αυτό και μάλιστα υπό τις δεδομένες περιστάσεις. Μετά λοιπόν και τη συζήτηση αυτή καταλήγω ότι η Δημοκρατία δεν είχε οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας έναντι του ενάγοντα στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ του εναγομένου. Αυτά να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο