Ανδρέας Νίκου Λουγκρίδης ν. Μιχάλης Δημητρούδης, Συνεκδ. Αγωγές Αρ. 4477/2005 και 877/2008., 30.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Συνεκδ. Αγωγές Αρ. 4477/2005 και 877/
- Αγωγή Αρ. 4477/2005: Μεταξύ: Ανδρέας Νίκου Λουγκρίδης, από τη Λεμεσό Ενάγοντα -και- Μιχάλης Δημητρούδης, εκ Λονδίνου Εναγομένου Αγωγή Αρ. 877/2008: Μεταξύ: Μιχάλης Δημητρούδης, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντα -και- Ανδρέας Νίκου Λουγκρίδη, από τη Λεμεσό Εναγομένου Ημερομηνία: 30.9.
- Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: Η κα Έλ. Ανδρέου. Για εναγόμενο: Ο κ. Α. Χαραλάμπους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 1.8.2003 ο ενάγοντας Ανδρέας Λουγκρίδης, ενεργώντας μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου και πατέρα του Νίκου Λουγκρίδη, πώλησε στον εναγόμενο Μιχάλη Δημητρούδη το ακίνητο του με αριθμό εγγραφής 13829, φύλλο/σχέδιο LV/22, τεμάχιο 707, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Δήματα του χωριού Μαρώνι της επαρχίας Λάρνακας. Η πώληση έγινε με αγοραπωλητήριο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου ως μαρτυρία και σημειώθηκε τεκμήριο
- Σ΄ αυτό φέρεται να καταγράφονται οι όροι οι οποίοι συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλoμένων μερών. Ως τίμημα αναφέρεται το ποσό των £109.000 ενώ ο τρόπος πληρωμής του συμφωνήθηκε ως εξής: Ποσό £500,- πληρώθηκε κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας, ως προκαταβολή. Το υπόλοιπο εκ ποσού £108.500 θα πληρωνόταν μέχρι την 30.9.2003 οπότε θα πραγματοποιείτο και η μεταβίβαση του ακινήτου. Συναφώς η συμφωνία προέβλεπε επίσης ότι μη έγκαιρη πληρωμή από τον αγοραστή της οφειλής του, έδινε το δικαίωμα στον πωλητή να προβεί στον τερματισμό της συμφωνίας. Αυτοί είναι όροι που απαντούνται συνήθως σε μια συμφωνία όπως είναι η παρούσα. Εμπίπτουν δε στις πρόνοιες των άρθρων 51 και 55 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Περαιτέρω, η εν λόγω συμφωνία προέβλεπε ότι «Ο πωλητής (δηλαδή ο ενάγοντας) θα εξασφαλίση δρόμο να εφάπτεται του κτήματος». Ο χρόνος παρήλθε και ο εναγόμενος, αγοραστής του ακινήτου, δεν πλήρωσε στον ενάγοντα, πωλητή, το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος, και είτε στις 30.9.2003 που προέβλεπε η συμφωνία είτε σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο, οπότε δεν πραγματοποιήθηκε και η μεταβίβαση του ακινήτου. Όμως, ούτε και ο ενάγοντας εξασφάλισε ποτέ δρόμο ο οποίος να εφάπτετο σ΄ αυτό, όπως προέβλεπε ο προαναφερθείς όρος. Τα πιο πάνω γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα. Βασιζόμενη δε η κάθε πλευρά σ΄ αυτά, επιρρίπτει στην άλλη πλευρά την ευθύνη για τη μη ολοκλήρωση, τελικώς, της συμφωνίας. Μάλιστα, εξ αφορμής του γεγονότος της μη εξόφλησης του τιμήματος, ο ενάγοντας απέστειλε στις 30.5.2005 προς τον εναγόμενο, μέσω των δικηγόρων του, την επιστολή τεκμήριο 7, με την οποία προέβη στον τερματισμό της. Στην ίδια επιστολή προβάλλεται επίσης η θέση ότι η συμφωνία κατέστη άκυρη λόγω αδυναμίας του ενάγοντα η οποία δεν οφείλετο στον ίδιο, να εξασφαλίσει δρόμο ο οποίος να εφάπτετο του ακινήτου. Τα ανωτέρω, σε σχέση με την ισχυριζόμενη μη τελεσφόρηση της συμφωνίας παρατίθενται, κατά κάποιο τρόπο, ως ουσιώδη γεγονότα στην έκθεση απαιτήσεως. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του αμφισβητεί ότι η επιστολή τερματισμού ή και η ισχυριζόμενη αντικειμενική αδυναμία του ενάγοντα για εκπλήρωση του προαναφερθέντος όρου έθεσαν τέλος στη συμφωνία, και με ξεχωριστό δικονομικό διάβημα που έλαβε εναντίον του αξιώνει την ειδική εκτέλεση της. Ειδικά όσον αφορά το θέμα του τερματισμού, ισχυρίζεται ότι η υποχρέωση του με βάση την επίδικη συμφωνία για εξόφληση του τιμήματος «εξαρτόταν άμεσα» από την εκπλήρωση της υποχρέωσης του ενάγοντα ή και του αντιπροσώπου του για εξασφάλιση δικαιώματος διάβασης ή και δρόμου ο οποίος να εξυπηρετούσε το ακίνητο. Την υποχρέωση αυτή ο εναγόμενος τη χαρακτηρίζει ως ουσιώδη όρο η εκπλήρωση του οποίου θα του εξασφάλιζε τη δυνατότητα να ανεγείρει στο ακίνητο πέντε κατοικίες. Και συμπληρώνει ότι ως εκ των προσπαθειών που κατέβαλλε ο ενάγοντας ή και ο αντιπρόσωπος του για συμμόρφωση με τον όρο αυτό, ρητώς ή σιωπηρώς παρατάθηκε ο χρόνος που προέβλεπε η συμφωνία για εξόφληση από αυτόν του τιμήματος. Συνεπώς, δε θεωρεί ότι παρέβη την επίδικη συμφωνία ώστε να δικαιολογείτο ο τερματισμός της από τον ενάγοντα. Ενώ, πρόσθετα, στα πλαίσια του προαναφερθέντος νέου δικονομικού διαβήματος που έλαβε για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας δηλώνει επίσης έτοιμος να καταβάλει στον πωλητή το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Τέλος, απαντώντας ο ενάγοντας στον πιο πάνω ισχυρισμό του εναγομένου, ισχυρίζεται ότι ο χρόνος εξόφλησης του υπολοίπου του τιμήματος ήταν ανεξάρτητος από τον όρο της συμφωνίας για εξασφάλιση δρόμου ο οποίος να εφάπτετο του ακινήτου. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι στις 5.9.2003 το αγοραπωλητήριο έγγραφο, τεκμήριο 3, κατατέθηκε από τον εναγόμενο στο οικείο κτηματολογικό γραφείο, με βάση τις πρόνοιες του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ.
- Σχετικά προς απόδειξη του πιο πάνω γεγονότος, είναι τα έγγραφα που κατατέθηκαν εκ συμφώνου και σημειώθηκαν τεκμήριο
- Σε μεταγενέστερο χρόνο και αφού πέρασαν δυόμιση χρόνια, σχεδόν, από την έγερση της παρούσας αγωγής, και η εκδίκαση της ακόμα εκκρεμούσε, ο εναγόμενος ήγειρε εναντίον του ενάγοντα την αγωγή 877/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με την οποία αξιώνει την απόδοση της θεραπείας που προβλέπει ο προαναφερθείς Νόμος· ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας. Επίσης, να σημειωθεί ότι η ανταπαίτηση του εναγομένου στην παρούσα αγωγή, η οποία περιορίζετο σε αξίωση για αποζημιώσεις λόγω της μη εκμετάλλευσης του ακινήτου, τελικώς αποσύρθηκε πριν από την έναρξη της δίκης. Ενώ η προαναφερθείσα αγωγή 877/2008, συναινούσης της πλευράς του ενάγοντα, συνενώθηκε με την παρούσα προς το σκοπό συνεκδίκασης τους. Αυτό επιτεύχθηκε δεδομένου ότι ήταν κοινή η θέση των συνηγόρων των αντιδίκων πλευρών, με την οποία συμφώνησε το Δικαστήριο, ότι οι δύο αυτές αγωγές, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, έχουν κοινά πραγματικά και νομικά ζητήματα. Στην ουσία με τη συνένωση η απαίτηση στην αγωγή 877/2008 έλαβε τη μορφή ανταπαίτησης στην αγωγή 4477/
- Εντούτοις, παρά τη στάση ανωτέρω, η πλευρά του ενάγοντα, εναγομένου στην αγωγή 877/2008, εξακολουθεί να επιμένει στη θέση που είχε προβάλει αρχικά στην υπεράσπιση της, ότι η καταχώρηση της μεταγενέστερης αγωγής 877/2008 αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Πρόσθετα, προβάλλει την υπεράσπιση ότι δεν πληρούνται οι πρόνοιες του Νόμου, Κεφ.
- Τα θέματα αυτά θα εξεταστούν αργότερα στο κατάλληλο σημείο. Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας προβάλλει δύο διαφορετικές μεταξύ τους αιτίες για τις οποίες η επίδικη συμφωνία φέρεται να έπαυσε να βρίσκεται σε ισχύ, βασιζόμενος σ΄ αυτά, που κατά τον ίδιο, είχαν συμφωνηθεί μεταξύ του και του εναγομένου. Κατά τη διάρκεια δε της δίκης οι δύο πλευρές εστίασαν περισσότερο την προσοχή τους στην αιτία η οποία φέρεται να είχε ως κατάληξη την ακύρωση της συμφωνίας, όμως για διαφορετικό λόγο η κάθε μια, και χωρίς βέβαια ο εναγόμενος να αποδέχεται ότι κάτι τέτοιο έχει πράγματι συμβεί. Ειδικά η προφορική μαρτυρία αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά την πτυχή αυτή. Ενώ στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας η συνήγορος του ενάγοντα κατέστησε σαφές ότι, κατά την άποψη της, η εξέταση της εν λόγω πτυχής θα πρέπει να διενεργηθεί στη βάση των προνοιών των άρθρων 31 έως 36 του Νόμου, Κεφ.
- Δηλαδή, θεωρώντας ότι η επίδικη συμφωνία αποτελεί σύμβαση υπό αίρεση. Η άλλη αιτία αναφέρεται στον τερματισμό της συμφωνίας από τον ενάγοντα με υπαιτιότητα του εναγομένου. Στην επίδικη συμφωνία, τεκμήριο 3, είναι πρόδηλο ότι υπάρχουν δύο κεντρικοί, σε σχέση με το όλο περιεχόμενο της, όροι με τους οποίους έχουν συσχετιστεί άμεσα οι προαναφερθείσες δύο αιτίες για τη μη τελεσφόρηση της. Ο ένας αναφέρεται στην υποχρέωση του εναγομένου αγοραστή να πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα για το ακίνητο εντός προκαθορισμένου χρόνου. Ο άλλος όρος αναφέρεται σε υποχρέωση του ενάγοντα πωλητή να εξασφαλίσει δρόμο ο οποίος να εφάπτετο του ακινήτου. Η κάθε πλευρά ισχυρίζεται στο δικόγραφο της, μεταξύ άλλων, ότι η εκπλήρωση της δικής της υποχρέωσης εξαρτάτο από την εκπλήρωση προηγουμένως της υποχρέωσης της άλλης πλευράς, απορρίπτοντας συγχρόνως τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό. Όσον αφορά τον ενάγοντα η θέση του σχετικά προκύπτει, μάλλον, από το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της έκθεσης απαίτησης ανκαι στο τέλος η θέση αυτή δεν προωθήθηκε περαιτέρω. Ενώ η θέση σχετικά του εναγομένου είναι αυτή που έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, στην οποία ο εναγόμενος επέμενε μέχρι τέλους. Όμως, ανεξάρτητα με τις αντίστοιχες θέσεις, ανωτέρω, των δύο πλευρών, από την ανάγνωση της συμφωνίας σαφώς δεν προκύπτει οποιοσδήποτε συσχετισμός μεταξύ των εν λόγω δύο όρων της. Είναι φανερό από τη διατύπωση τους ότι οι όροι αυτοί είναι εντελώς ανεξάρτητοι μεταξύ τους. Ενώ τελικώς δεν έγινε και οποιαδήποτε εισήγηση σχετικά από τους συνηγόρους των αντίδικων μερών, παρά μόνο από πλευράς του εναγομένου λέχθηκε σχετικά ό,τι αναφέρεται προηγουμένως, για να εξηγήσει την αρχική παράλειψη του να προβεί στην πληρωμή του τιμήματος. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η υπό εξέταση συμφωνία δεν καταρτίστηκε από δικηγόρο αλλά από τα ίδια τα μέρη με τη συμβολή του μεσάζοντος για την επίτευξη της αγοραπωλησίας κ. Μάκη Αυξεντίου, κτηματομεσίτη στο επάγγελμα. Βέβαια, η πιο πάνω διαπίστωση δεν την κατατάσσει σε οποιαδήποτε ξεχωριστή κατηγορία όσον αφορά την ερμηνεία της. Εφαρμόζονται και σ΄ αυτήν οι ίδιες αρχές που εφαρμόζονται και σε κάθε άλλη συμφωνία. Η σχετική νομολογία καταδεικνύει ότι η ερμηνεία μιας γραπτής συμφωνίας είναι κατά κύριο λόγο θέμα νομικό και διενεργείται κατά κανόνα με αναφορά στο περιεχόμενο της. Κατ΄ εξαίρεση και για τον ίδιο πιο πάνω σκοπό, λαμβάνονται καμιά φορά υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη συνομολόγηση της, ήτοι ως μέσο ερμηνείας ή καλύτερης κατανόησης των όρων της, (βλ. The Aphrodite Matches Co. Ltd v. Seferis of Ioannides Ltd
(1983)1(B) C.L.R. 553, σελίδα 557 και επίσης Chitty on Contract, 13η έκδοση, τόμος 1, παράγραφος 12-118, σελίδες 876 έως 878), αλλά και προς διαπίστωση συνομολήγησης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών κάποιας υπάλληλης συμφωνίας (collateral agreement) η οποία σχετίζεται και επιδρά κατά κάποιο τρόπο στην κύρια συμφωνία, (βλ. Γερμανού ν. Κόκκαλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 788). Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο αποδέχεται και λαμβάνει υπόψη εξωγενή μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία άλλη από αυτή που περιέχεται στην ίδια τη γραπτή συμφωνία. Η όλη προσπάθεια επικεντρώνεται στη διαπίστωση της πρόθεσης των συμβαλλομένων μερών από το μέσο λογικό άνθρωπο κατά το χρόνο σύναψης τα συμφωνίας. Η ίδια διεργασία θα πρέπει να γίνει σε σχέση και με την επίδικη συμφωνία. Στην παρούσα περίπτωση προβάλλονται στη δικογραφία και από τις δύο πλευρές ισχυρισμοί είτε για ύπαρξη συνθηκών είτε για σύναψη προφορικής υπάλληλης συμφωνίας που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για την ερμηνεία, αναλόγως, της επίδικης συμφωνίας. Άνκαι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα από την κάθε πλευρά είναι διαφορετικό εντούτοις το αντικείμενο της ερμηνείας την οποία καλείται το Δικαστήριο να διενεργήσει είναι το ίδιο· η σημασία του όρου που αναφέρεται στην υποχρέωση του πωλητή να εξασφαλίσει δρόμο ο οποίος να εφάπτεται του ακινήτου. Αναφορικά με το θέμα αυτό ο ενάγοντας ισχυρίζεται στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαιτήσεως ότι «δυνάμει της επίδικης συμφωνίας και με βάση τις περιστάσεις και ή γεγονότα που επικρατούσαν και ή ίσχυαν κατά το χρόνο της υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας συμφώνησε όπως εξασφαλίσει στον εναγόμενο δρόμο που να εφάπτεται επί του πιο πάνω αναφερόμενου επίδικου ακινήτου». Ενώ ο εναγόμενος για το ίδιο θέμα ισχυρίζεται στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης ότι «ήταν ουσιώδης προφορικός όρος τόσο της επίδικης συμφωνίας όσο και της συμφωνίας για την αγορά του τεμαχίου 875 πως ο εν λόγω Μάκης Αυξεντίου και/ή ο ενάγων θα εξασφάλιζε πολεοδομική άδεια για τα δύο τεμάχια και/ή θα διευθετούσε και/ή μεριμνούσε για την παροχή στα δύο τεμάχια δικαιώματος διάβασης και/ή τα οποία θα κατέληγαν σε εγγεγραμμένο ως δημόσιο δρόμο». Τελικώς, ο ισχυρισμός, ανωτέρω, του εναγομένου ότι ο ενάγοντας ανέλαβε να εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια για τα εν λόγω δύο τεμάχια δεν προωθήθηκε περαιτέρω. Οι ισχυρισμοί εκατέρωθεν, που παρατίθενται πιο πάνω, κατέστησαν επιτρεπτή την προσφορά μαρτυρίας κατά τη δίκη με την οποία η κάθε πλευρά επιχείρησε να αποδείξει τη θέση της. Από την πλευρά του ενάγοντα σχετική είναι η μαρτυρία του κ. Νίκου Λουγκρίδη, Μ.Ε.
- Αυτός είχε χειριστεί εκ μέρους του το όλο θέμα και βασικά προσπάθησε να εξηγήσει πως ήταν κατανοητός στα μέρη, υπό τις δοσμένες περιστάσεις κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ο όρος για εξασφάλιση δρόμου ο οποίος να εφάπτετο του επίδικου ακινήτου. Όπως ανάφερε, με δεδομένη τη κοινή γνώση των συμβαλλομένων μερών ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν περίκλειστο, ο εναγόμενος συγχρόνως με τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας συνήψε και μια δεύτερη συμφωνία για την αγορά του όμορου τεμαχίου 875, ιδιοκτησία κάποιας κυρίας Ανδρούλας Θεοδώρου για το οποίο υπήρχε δικαίωμα διάβασης που κατέληγε σε δημόσιο δρόμο. Ο εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας στη προαναφερθείσα συναλλαγή και εισηγητής για τη διενέργεια της ήταν ο κ. Μάκης Αυξεντίου ο οποίος συνεργαζόταν τόσο με τον κ. Νίκο Λουγκρίδη όσο και με τον εναγόμενο. Η υπόδειξη του δε σχετικά ήταν πως με την ενοποίηση των δύο τεμαχίων θα εξασφάλιζε και για το επίδικο ακίνητο πρόσβαση στο δημόσιο δρόμο. Όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, τεκμήριο 20, το οποίο τα μέρη κατέθεσαν εκ συμφώνου, η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου αυτού είχε δικαίωμα διάβασης πλάτους 7.62 μέτρων και ακαθορίστου μήκους, το οποίο κατέληγε σε δημόσιο δρόμο ο οποίος βρίσκεται προς τα βόρεια των δύο τεμαχίων. Όπως ο κ. Λουγκρίδης το έθεσε ακολούθως στη μαρτυρία του, η επίδικη συμφωνία, τεκμήριο 3, έγινε νοουμένου ότι ο εναγόμενος θα αγόραζε και το τεμάχιο 875 που είχε δρόμο. Μάλιστα θεωρούσε πως επειδή ο δρόμος που εξυπηρετούσε το εν λόγω τεμάχιο υφίστατο επιτόπου, δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο το οποίο είχε υποχρέωση να πράξει ο ενάγοντας για εκπλήρωσε του σχετικού όρου. Γι΄ αυτό, όπως ισχυρίστηκε, τέθηκε ως χρόνος εξόφλησης του τιμήματος η 30.9.2003 που ήταν πολύ κοντά στο χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας. Και συμπλήρωσε πως κατά τον ίδιο χρόνο και με τη μεσολάβηση του κ. Αυξεντίου, βρήκε ένα άλλο ακίνητο στην ίδια περιοχή στο οποίο ο ενάγοντας θα επένδυε τα χρήματα που θα έπαιρνε εντός σύντομου χρόνου από τον εναγόμενο. Όπως ο κ. Λουγκρίδης ανάφερε στη συνέχεια, όταν πέρασε η 30.9.2003 χωρίς ο εναγόμενος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με βάση τη συμφωνία, μίλησε με τον κ. Αυξεντίου. Αυτός τον πληροφόρησε ότι ο εναγόμενος συνέδεε τη μεταβίβαση του ακινήτου και την πληρωμή του υπολοίπου του τιμήματος με την εξασφάλιση δρόμου. Όμως, όπως ανάφερε ο ενάγοντας ουδέποτε είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει με άλλο τρόπο δρόμο ο οποίος να εξυπηρετούσε το επίδικο ακίνητο και αυτό ήταν γνωστό στα εμπλεκόμενα μέρη. Οπότε κατά το Νοέμβριο του 2003 ο κ. Αυξεντίου τον πληροφόρησε ότι θα κατέβαλλε ο ίδιος προσπάθεια ώστε να επιλύετο το θέμα του δρόμου και ότι για το σκοπό αυτό θα μιλούσε στον εναγόμενο τον οποίο θα συναντούσε σε ταξίδι που θα πραγματοποιούσε στο Λονδίνο. Μετά που ο κ. Αυξεντίου επέστρεψε τον πληροφόρησε κατά τον Ιανουάριο του 2004 ότι κατέβαλε προσπάθεια για να εξασφαλίζετο δρόμος από το τεμάχιο 706 το οποίο είχε κοινά σύνορα με το επίδικο ακίνητο και εφάπτετο δημόσιου δρόμου προς τα νότια. Τελικώς, η προσπάθεια αυτή δεν απέδωσε και ο κ. Λουγκρίδης απέστειλε, όπως είπε, στον εναγόμενο την επιστολή ημερομηνίας 30.1.2004, τεκμήριο
- Με αυτή τον πληροφορούσε ότι ήταν αδύνατο να εξασφαλιστεί δρόμος και του εισηγείτο να περάσει εντός των επομένων δέκα ημερών από το γραφείο του κ. Μάκη Αυξεντίου για να πάρει πίσω την προκαταβολή που είχε πληρώσει για την αγορά του ακινήτου. Η απάντηση του εναγομένου ήρθε μέσω του δικηγόρου του με την επιστολή ημερομηνίας 10.2.2004, τεκμήριο
- Με αυτήν πληροφορείτο ο κ. Νίκος Λουγκρίδης ότι ο εναγόμενος ήταν έτοιμος να προβεί στην πληρωμή ολόκληρου του υπολοίπου του τιμήματος νοουμένου ότι εξασφαλίζετο δρόμος ο οποίος να εφάπτετο του ακινήτου. Ο κ. Λουγκρίδης, όπως είπε, δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επαφή με τον εναγόμενο μετά την πιο πάνω ημερομηνία, όμως ο κ. Αυξεντίου συνέχισε τις ενέργειες του για επίλυση του προβλήματος σε σχέση με το δρόμο. Στο πλαίσιο αυτό ο κ. Αυξεντίου αντάλλαξε διάφορες επιστολές με τον εναγόμενο φτάνοντας μέχρι τον Ιούνιο του 2004, χωρίς όμως να υπάρξει οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα στις προσπάθειες του. Συνεχίζοντας τη μαρτυρία του ο κ. Λουγκρίδης ανάφερε ότι σε κάποιο χρόνο τον οποίο δεν προσδιόρισε αλλά ήταν μετά την αποστολή της επιστολής του ημερομηνίας 30.1.2004, τεκμήριο 6, ο κ. Αυξεντίου του παρουσίασε κάποια προσχέδια και του είπε να τα υπογράψει εκ μέρους του ενάγοντα προκειμένου να υποβληθούν στην Πολεοδομία. Όπως είπε, ήλπιζε ότι ίσως έτσι να επιλύετο το θέμα του δρόμου και τα υπέγραψε, παρά την επιστολή που είχε ήδη στείλει στον εναγόμενο την 30.1.
- Για να προσθέσει ότι ένα χρόνο περίπου μετά και αφού άρχισε να ανησυχεί για την πορεία της όλης υπόθεσης αποτάθηκε σε δικηγόρο. Σαν αποτέλεσμα απεστάλη προς τον εναγόμενο η προαναφερθείσα επιστολή τερματισμού και ακύρωσης της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 30.5.2005, τεκμήριο
- Τη θέση ανωτέρω του κ. Λουγκρίδη ως προς τη διευθέτηση η οποία είχε γίνει για την εξασφάλιση δρόμου ο οποίος να εφάπτετο του ακινήτου, υποστήριξε στη μαρτυρία του ο κ. Μάκης Αυξεντίου, Μ.Ε.
- Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι εφόσον ο εναγόμενος θα αγόραζε συγχρόνως με την αγορά του επίδικου ακινήτου και το τεμάχιο 875, όπως ήταν η εισήγηση του, θα αποκτούσε και το επίδικο ακίνητο δικαίωμα διάβασης προς δημόσιο δρόμο. Μάλιστα διαβεβαίωσε, όπως είπε, τον εναγόμενο ότι με τη διευθέτηση αυτή παρήχετο η δυνατότητα ανάπτυξης των δύο τεμαχίων με την ανέγερση σ΄ αυτά επτά κατοικιών, όπως ήταν η επιθυμία του τελευταίου. Όμως, ο εναγόμενος δεν αντιλαμβανόταν τη φύση του δικαιώματος διάβασης και επέμενε να περιληφθεί στη συμφωνία ο όρος «δρόμος» όπως και έγινε. Και συμπλήρωσε λέγοντας πως τον όρο αυτό ανέγραψε στη συμφωνία ο ίδιος και αφορούσε το δικαίωμα διάβασης που εξασφαλίζετο με την αγορά από τον εναγόμενο του τεμαχίου 875, καθιστώντας συγχρόνως σαφές ότι δε θα εξασφαλίζετο άλλος δρόμος από τον ενάγοντα. Όπως ανάφερε η εν λόγω αγορά πραγματοποιήθηκε, όμως λόγω διαφορών που παρουσιάστηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών κατέληξε και αυτή η περίπτωση στο δικαστήριο. Συνεχίζοντας ο κ. Αυξεντίου τη μαρτυρία του ανάφερε επίσης ότι μετά την παρέλευση της προθεσμίας για εξόφληση του τιμήματος ο εναγόμενος, παραλείποντας να συμμορφωθεί με την υποχρέωση του αυτή, επέμενε όπως ο ενάγοντας εξασφάλιζε δρόμο ο οποίος να εφάπτετο του ακινήτου όπως αναφέρετο στη συμφωνία. Προκειμένου δε να ικανοποιούσε την απαίτηση του αυτή, του πρότεινε, προς το τέλος του 2003, να προβεί στην αγορά του τεμαχίου 706, το οποίο ήταν προς πώληση. Δήλωσε μάλιστα ότι σε περίπτωση που ο εναγόμενος αρνείτο να προβεί στην πράξη αυτή θα το αγόραζε ο ίδιος και θα προέβαινε σε διαβήματα για να γινόταν αναπροσαρμογή συνόρων ώστε το επίδικο ακίνητο να αποκτούσε άμεση πρόσβαση στο δημόσιο δρόμο ο οποίος βρίσκεται προς τα νότια του. Μέχρι όμως να ολοκληρώσει την προσπάθεια του αυτή πληροφορήθηκε ότι το τεμάχιο 706 πωλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο και όλες οι προσπάθειες που ακολούθησαν για να πεισθεί ο τρίτος να πωλήσει αλλά και ο εναγόμενος να αγοράσει το συγκεκριμένο τεμάχιο έπεσαν στο κενό. Καταθέτοντας ο εναγόμενος τη δική του εκδοχή σε σχέση με την εν λόγω επίμαχη πτυχή ανάφερε ότι μετά που του έδειξε ο Νίκος Λουγκρίδης το ακίνητο του ενάγοντα έδωσε οδηγίες σε αρχιτέκτονα να το ερευνήσει. Διαπιστώθηκε ότι το ακίνητο δεν είχε πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο. Τότε ο Μάκης Αυξεντίου, προς τον οποίο είχαν γνωστοποιήσει την πρόθεση τους σε σχέση με αυτό, του εισηγήθηκε να αγοράσει και το τεμάχιο 875 της κυρίας Ανδρούλας Θεοδώρου για το οποίο υπήρχε δικαίωμα διάβασης σε δημόσιο δρόμο. Όμως, ο αρχιτέκτονας του τού υπέδειξε ότι ακόμα και έτσι θα υπήρχαν περιορισμοί στην μεγιστοποίηση της ανάπτυξης του επίδικου ακινήτου διότι ο δημόσιος δρόμος βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από το τεμάχιο
- Οπότε ο κ. Μάκης Αυξεντίου τον πληροφόρησε ότι υπήρχε δυνατότητα εξασφάλισης πρόσβασης σε δημόσιο δρόμο μέσω του τεμαχίου 706, νότια του επιδίκου ακινήτου. Με αυτά κατά νου ο ίδιος επέμενε και συμπεριλήφθηκε στη συμφωνία, τεκμήριο 3, ο όρος "δρόμος" ώστε να υπήρχε η σχετική υποχρέωση του πωλητή γραπτώς, και τότε προχώρησαν και υπέγραψαν τη συμφωνία. Όρισαν δε την 30.9.2003 ως την ημερομηνία μέχρι την οποία θα ολοκληρωνόταν η διαδικασία εξασφάλισης δρόμου, όπως το διαβεβαίωναν ο Μάκης Αυξεντίου και ο Νίκος Λουγκρίδης. Και πρόσθεσε πως νοουμένου ότι θα εξασφαλίζετο ο δρόμος θα πλήρωνε και ο ίδιος το υπόλοιπο του τιμήματος. Κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος συμφώνησε αρχικά με τη θέση που του υποβλήθηκε εκ μέρους του ενάγοντα ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας πρόθεση του τελευταίου ήταν να εξασφαλιστεί δίοδος για το πωλούμενο ακίνητο μέσω του τεμαχίου
- Όμως, κατά το ίδιο στάδιο της μαρτυρίας του διεφάνη ότι δεν ήταν βέβαιος όσον αφορά το χρόνο κατά τον οποίο είχε προταθεί η λύση αυτή από το Μάκη Αυξεντίου. Για να προσθέσει αμέσως μετά ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας του είχαν πει ότι για τα τεμάχια του ενάγοντα και της κυρίας Ανδρούλας Θεοδώρου θα του εξασφάλιζαν δρόμο. ΄Οπως δε διευκρίνησε σε κάποιο άλλο σημείο, για τον ίδιο «ο δρόμος» και «το δικαίωμα διάβασης» ήταν το ίδιο πράγμα. Τέλος, απαντώντας ο εναγόμενος στη θέση που του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που δεν προωθήθηκε η λύση της αγοράς από τον ίδιο του τεμαχίου 706 ήταν επειδή ο νέος ιδιοκτήτης του δε συγκατατίθετο να το πωλήσει, ανάφερε ότι δε θεωρούσε την αγορά του τεμαχίου αυτού αναγκαία πιστεύοντας ότι το θέμα ρυθμίζετο επαρκώς από τη ρητή ανάληψη υποχρέωσης του ενάγοντα ότι θα εξασφάλιζε δρόμο ο οποίος θα εφάπτετο του ακινήτου. Εκτός από τους πιο πάνω τρεις μάρτυρες, μαρτυρία στην υπόθεση έδωσαν ακόμα τρία πρόσωπα εκ των οποίων ο ένας ήταν ο ενάγοντας ενώ και οι άλλοι δύο κατέθεσαν επίσης για λογαριασμό του. Ο ενάγοντας ανάφερε μόνο ότι την όλη υπόθεση είχε χειριστεί εκ μέρους του ο πατέρας του Νίκος Λουγκρίδης με βάση πληρεξούσιο έγγραφο που του είχε παραχωρήσει. Είναι το τεκμήριο
- Ενώ επιβεβαίωσε και την αναφορά του τελευταίου ότι ο ίδιος είχε συναντήσει σε κάποιο στάδιο τον νέο ιδιοκτήτη του τεμαχίου 706 προκειμένου να τον πείσει να παραχωρήσει δρόμο στο ακίνητο του το οποίο είχε πωλήσει στον εναγόμενο. Η προσπάθεια του αυτή απέτυχε οπότε παρέμεινε, όπως είπε, σε εκκρεμότητα η οικονομική διαφορά του με τον εναγόμενο. Η επόμενη μάρτυρας κα Έλενα Φιλίππου είναι τεχνικός στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως με έδρα τη Λάρνακα. Ανάφερε ότι στις 26.5.2004 είχε αποσταλεί από το Τμήμα της προς τον αρχιτέκτονα του εναγόμενου η επιστολή τεκμήριο 14 στην οποία αναφέρονταν οι προϋποθέσεις που θα έπρεπε να ικανοποιηθούν ώστε να καθίστατο εφικτή η ανάπτυξη του επίδικου ακινήτου, τεμάχιο 707, και του τεμαχίου
- Απαντούσε στην επιστολή του αρχιτέκτονα προς το εν λόγω Τμήμα ημερομηνίας 19.4.2004, τεκμήριο
- Μια προϋπόθεση η οποία ετίθετο ήταν ότι η απόσταση του δικαιώματος διάβασης προς όφελος του τεμαχίου 875 από το δημόσιο δρόμο δε θα έπρεπε να ξεπερνά τα 213 μέτρα. Όπως δε ανάφερε η κα Φιλίππου, αφού συμβουλεύτηκε τοπογραφικό σχέδιο της περιοχής, το μήκος αυτό ήταν περί τα 220 μέτρα. Τέλος, για τον ενάγοντα κατάθεσε και ο κ. Σταύρος Προδρομή υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας. Ανάφερε ότι δεν υποβλήθηκε αίτηση για παραχώρηση δικαιώματος διάβασης από το τεμάχιο 706 προς όφελος του επίδικου ακινήτου καθώς επίσης ότι η απόσταση του δικαιώματος διάβασης το οποίο υπήρχε προς όφελος του τεμαχίου 875 από το δημόσιο δρόμο, κυμαίνετο μεταξύ 270 και 220 μέτρα. Με τη μαρτυρία αυτή βασικά επιβεβαιώνεται ότι τελικώς δεν ικανοποιείτο η προϋπόθεση αναφορικά με την απόσταση που θα έπρεπε να είχε το δικαίωμα διάβασης προς όφελος του τεμαχίου 875 από το δημόσιο δρόμο. Τίποτε άλλο δεν προσθέτει στην υπόθεση η μαρτυρία των τελευταίων πιο πάνω τριών μαρτύρων και επομένως δε θα γίνει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά σ΄ αυτήν παρά μόνο ότι βασικά ήταν και παρέμεινε αναντίλεκτη. Η εξέταση του συνόλου της μαρτυρίας είναι το πρώτιστο καθήκον του δικαστηρίου στη διαδικασία διαπίστωσης της αλήθειας της εκδοχής της κάθε πλευράς. Ενίοτε το έργο αυτό μπορεί να αποδειχτεί δύσκολο αν οι εκδοχές διίστανται κατά πολύ μεταξύ τους. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε δυσκολία ως προς τούτο αφού η εκδοχή των τριών βασικών μαρτύρων, ανωτέρω, φαίνεται να συμπίπτει όσον αφορά την υπό εξέταση πτυχή. Συγκεκριμένα, από τα λεχθέντα και των τριών, μη εξαιρουμένου του εναγομένου, είναι φανερό ότι ήταν κοινή η αντίληψη τους πως η συμβατική υποχρέωση που είχε αναλάβει ο ενάγοντας κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, ήτοι να εξασφαλίσει δρόμο ο οποίος να εφάπτετο του επιδίκου ακινήτου, ουσιαστικά θα εκπληρώνετο με την αγορά από τον εναγόμενο του όμορου τεμαχίου
- Για τη λύση αυτή, η οποία είχε προταθεί από τον κ. Μάκη Αυξεντίου, ο ενάγοντας δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ενώ ο εναγόμενος την υιοθέτησε και αγόρασε το εν λόγω τεμάχιο συγχρόνως με την αγορά του επίδικου ακινήτου. Η διευθέτηση αυτή λάμβανε ως δεδομένο το γεγονός ότι για το τεμάχιο 875 υπήρχε δικαίωμα διάβασης πλάτους 7.62 μέτρων το οποίο κατέληγε σε δημόσιο δρόμο. Μάλιστα, τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν προβλέψει για την εξασφάλιση του εν λόγω δικαιώματος προς όφελος του επίδικου ακινήτου από προηγουμένως όταν την 1.7.2003 οι ιδιοκτήτες των δύο τεμαχίων, δηλαδή του επιδίκου και του τεμαχίου 875, παραχώρησαν δικαίωμα αγοράς (option), διαρκείας ενός μηνός, προς την εταιρεία του εναγομένου Legal Direct Properties Services. Αυτό έγινε με την έγγραφη συμφωνία, τεκμήριο
- Αυτή είναι η σημασία, όπως αναφέρεται πιο πάνω, που θα πρέπει να αποδοθεί στο συγκεκριμένο όρο ώστε να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο η υποχρέωση του ενάγοντα η οποία απορρέει από αυτόν. Έπειτα, ο ίδιος ο εναγόμενος προφανώς τελούσε σε άγνοια όσον αφορά τη διαφορά μεταξύ "δρόμου" και "δικαιώματος διάβασης" και βασικά αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να υπάρχει πρόσβαση από το επίδικο ακίνητο προς δημόσιο δρόμο ώστε να ήταν δυνατή η ανάπτυξη του. Και η πρόσβαση αυτή, όπως θεωρείτο απ΄ όλους κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, θα εξασφαλίζετο μέσω του δικαιώματος διάβασης το οποίο υφίστατο προς όφελος του τεμαχίου
- Γι΄ αυτό και ο ενάγοντας το αγόρασε, καθ΄ υπόδειξη και προτροπή του κ. Μάκη Αυξεντίου. Αν ο εναγόμενος ήταν βέβαιος τότε ότι το εν λόγω δικαίωμα διάβασης δε θα παρείχε αυτή τη δυνατότητα σαφώς δε θα προέβαινε στην αγορά του ακινήτου του ενάγοντα, αλλά ούτε και στην αγορά του τεμαχίου
- Έπειτα, ήταν επίσης γνωστό σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη πως κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ενάγοντας δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει με άλλο τρόπο την υποχρέωση του στον υπό αναφορά όρο της επίδικης συμφωνίας. Πρόσθετα με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω διαπιστώνεται επίσης ότι κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δε διεξαγόταν οποιαδήποτε συζήτηση είτε για ενέργειες οι οποίες θα γίνονταν από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος για την εξασφάλιση δικαιώματος διάβασης προς δημόσιο δρόμο μέσω του τεμαχίου 706 είτε για την αγορά του τεμαχίου αυτού από τον εναγόμενο. Το μόνο που υπάρχει σχετικά με το θέμα αυτό είναι μια υποβολή η οποία έγινε προς τον εναγόμενο κατά την αντεξέταση του, ότι τάχα λόγω της άρνησης του νέου ιδιοκτήτη του τεμαχίου 706 να παραχωρήσει δικαίωμα διάβασης προς όφελος του επίδικου ακινήτου κατέστη αντικειμενικά αδύνατο για τον ενάγοντα να εκπληρώσει την υποχρέωση του για εξασφάλιση δρόμου ο οποίος να εφάπτετο σ΄ αυτό. Μάλλον πρόκειται για θέση η οποία υιοθετήθηκε εκ των υστέρων για ευνόητους λόγους, όπως θα φανεί στην πορεία, αφού ο κ. Νίκος Λουγκρίδης ουδέποτε ανάφερε κάτι τέτοιο στη μαρτυρία του και ούτε υιοθέτησε ποτέ μια τέτοια θέση. Η θέση του κ. Λουγκρίδη επί του προκειμένου ήταν σαφής και είναι αυτή που αναφέρεται προηγουμένως. Μάλιστα συμπίπτει επί της ουσίας με τη δικογραφημένη θέση ανωτέρω του εναγομένου (παράγραφος 4), ότι ήταν ουσιώδης προφορικός όρος της επίδικης συμφωνίας ο ενάγοντας να διευθετούσε για την παροχή δικαιώματος διάβασης σε σχέση με τα εν λόγω δύο τεμάχια το οποίο να κατέληγε σε δημόσιο δρόμο. Είναι και η μόνη αποδεκτή θέση που προκύπτει από τη μαρτυρία του εναγόμενου και υποστηρίχτηκε επίσης από τον εισηγητή της συγκεκριμένης λύσης κ. Μάκη Αυξεντίου, όμως όχι στη βάση ότι συνομολογήθηκε οποιαδήποτε υπάλληλη συμφωνία σχετικά. Ό,τι δε διαπιστώνεται πιο πάνω ως ανταποκρινόμενα στην αληθινή κατάσταση πραγμάτων που υφίσταντο κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας την 1.8.2003 είναι αποτέλεσμα της αποδοχής τους ως πραγματικών γεγονότων στην παρούσα υπόθεση. Για το ίδιο θέμα, της υποβληθείσας προς τον εναγόμενο θέσης η οποία αναφέρεται προηγουμένως, επισημαίνω περαιτέρω ότι αυτή δε δικογραφείται από τον ενάγοντα. Και όχι μόνο το συγκεκριμένο γεγονός που φέρεται να συνιστά την αντικειμενική αδυναμία του ενάγοντα να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωση του αλλά και ότι υπάρχει τέτοιος όρος στην επίδικη συμφωνία, δηλαδή όρος ο οποίος να την καθιστά σύμβαση υπό αίρεση. Και είτε με επίδραση σ΄ αυτήν εκ των προτέρων (condition precedent) είτε εκ των υστέρων (condition subsequent) έχοντας ως αποτέλεσμα τη μη ενεργοποίηση ή την ακύρωση της, αναλόγως της περίπτωσης, ανεξάρτητα από τη βούληση των συμβαλλομένων μερών, στοιχείο το οποίο ενυπάρχει στην ίδια τη σύμβαση από τη στιγμή της συνομολόγησης της και ορίζει την τύχη της αναλόγως. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σχετικά στην έκθεση απαιτήσεως ενώ θα έπρεπε αφού ένας τέτοιος όρος ο οποίος έχει την ιδιότητα να καθορίζει τη φύση και το περιεχόμενο της συμφωνίας αποτελεί οπωσδήποτε ουσιώδη γεγονός το οποίο θα πρέπει να δικογραφείται, (βλ. Odgers Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, στη σελίδα 162) Περαιτέρω, δε διαπιστώνεται από το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας η ύπαρξη όρου σ΄ αυτήν ο οποίος να της προσδίδει τέτοια υφή, ήτοι να την καθιστά σύμβαση υπό αίρεση όπως καθορίζεται στα άρθρα 31 έως 36 του Νόμου, Κεφ. 149 και στη σχετική νομολογία. Για παράδειγμα στην υπόθεση Κανναουρίδης ν. «Η Μέριμνα» Λτδ
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1390 ο όρος ο οποίος προβλέπετο ρητώς στην εκεί συμφωνία χαρακτηρίστηκε ως εκ των υστέρων προϋπόθεση (condition subsequent), ενώ στην υπόθεση Στυλιανού ν. Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Στροβόλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1924, ο συγκεκριμένος όρος έθετε προϋπόθεση εκ των προτέρων (condition precedent) με αποτέλεσμα η σύμβαση να μην είχε τεθεί ποτέ σε ισχύ. (βλ. επίσης Κλεάνθους ν. Union General De Bienfaisance Armenian 1(Γ) Α.Α.Δ. 1659). Στην παρούσα υπόθεση ο υπό εξέταση όρος προβλέπει ότι "Ο πωλητής θα εξασφαλίση δρόμο να εφάπτεται του κτήματος". Η πρόνοια αυτή δε συνδέεται με οποιαδήποτε άλλη πρόνοια στη συμφωνία και είναι φανερό ότι πρόκειται για αυτοτελή πρόνοια η οποία έθετε μια συγκεκριμένη υποχρέωση στον πωλητή του ακινήτου, χωρίς να καθιστά τη συμφωνία υπό αίρεση. Τέλος, η όλη προσπάθεια εκ μέρους του ενάγοντα κατά τη δίκη, όπως διαπιστώνεται προηγουμένως, επιδίωξε να καταδείξει ότι ο πιο πάνω όρος ουσιαστικά αναφερόταν στο δικαίωμα διάβασης από το οποίο θα εποφελείτο το επίδικο ακίνητο με την αγορά συγχρόνως από τον εναγόμενο και του τεμαχίου
- Υπενθυμίζεται ότι η πιο πάνω θέση έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επομένως, θεωρώ αχρείαστη την περαιτέρω συζήτηση του κατά πόσο τυγχάνουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογής οι πρόνοιες των άρθρων 31 έως 36 του Νόμου, Κεφ.
- Καταλήγοντας δε, διαπιστώνω ότι η επίδικη συμφωνία δεν ήταν υπό αίρεση και επομένως δε θα μπορούσε να ακυρωθεί και δεν ακυρώθηκε αυτοδικαίως λόγω της μη εκπλήρωσης του προαναφερθέντος όρου από τον ενάγοντα. Άλλωστε με βάση την εκδοχή του κ. Λουγκρίδη, η οποία ουσιαστικά έγινε αποδεκτή, ο ενάγοντας εκπλήρωσε τον εν λόγω όρο. Παραμένει βέβαια προς εξέταση η άλλη αιτία την οποία έχει επικαλεστεί ο ενάγοντας στην έκθεση απαιτήσεως του, ότι τερμάτισε τη συμφωνία εξαιτίας της παράλειψης του εναγομένου να του καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος. Η αιτία αυτή δεν προωθήθηκε τελικώς από τη συνήγορο του ενάγοντα κατά την αγόρευση της και εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι εγκαταλείφθηκε εν όψει και της ιδιαίτερης έμφασης που δόθηκε στην αιτία που εξετάστηκε ήδη και απορρίφθηκε. Πλην όμως το θέμα του κατά πόσο τερματίστηκε η όχι τελικώς η συμφωνία θα πρέπει να εξεταστεί και να αποφασιστεί εν όψει και της αξίωσης του ενάγοντα για ειδική εκτέλεση της. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως ο τερματισμός της συμφωνίας φέρεται να συνέβηκε με την επιστολή ημερομηνίας 30.5.2005, τεκμήριο 7, την οποία απέστειλαν οι δικηγόροι του ενάγοντα στον εναγόμενο. Με αυτήν του έλεγαν, μεταξύ άλλων, ότι "Επειδή παραλείψατε να καταβάλετε εντός του καθορισμένου χρόνου το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς κατά παράβαση των όρων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου .... με την παρούσα το πιο πάνω αναφερόμενο αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 1.8.2003 τερματίζεται....". Εννοούσε ότι η συμφωνία τερματίζετο. Με βάση συγκεκριμένο όρο η πληρωμή του υπολοίπου του τιμήματος έπρεπε να είχε γίνει μέχρι την 30.9.2003 και ο όρος αυτός περιγράφεται ως ουσιώδης. Τίποτε όμως δεν έγινε μέχρι τότε από πλευράς του εναγομένου, όμως ούτε και ο ενάγοντας έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για τον τερματισμό της συμφωνίας. Αντίθετα, ήλπιζε ότι έστω και καθυστερημένα θα εξοφλείτο το τίμημα και έτσι επέτρεψε, βασικά, στον κ. Μάκη Αυξεντίου να προβεί σε διάφορες ενέργειες προς την κατεύθυνση του εναγομένου προκειμένου να γίνει αυτό κατορθωτό. Στο πλαίσιο αυτό ο κ. Μάκης Αυξεντίου προσπαθούσε να ικανοποιήσει την απαίτηση του εναγομένου για εξασφάλιση πρόσβασης από το επίδικο ακίνητο προς δημόσιο δρόμο αφού ο εναγόμενος το έθετε αυτό ως όρο για να προβεί στην εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος. Προφανώς, είχε διαφανεί μετά τη σύναψη της συμφωνίας ότι η αγορά του τεμαχίου 875 δεν εξασφάλιζε ικανοποιητική πρόσβαση για σκοπούς ανάπτυξης του επίδικου ακινήτου όπως ήταν η πρόθεση του. Περί το τέλος του 2003 οι προσπάθειες του κ. Μάκη Αυξεντίου επικεντρώνοντο στο να πείσει τον εναγόμενο να προβεί στην αγορά του τεμαχίου 706 το οποίο βρισκόταν προς τα νότια του επίδικου ακινήτου και εφάπτετο δημόσιου δρόμου. Ήταν τότε που ο εναγόμενος φαίνεται να κατέστησε σαφές ότι δεν αποδεχόταν τίποτε λιγότερο από τη διασφάλιση πρόσβασης του εν λόγω ακινήτου προς δημόσιο δρόμο που θα παρείχε έτσι τη δυνατότητα για την ανάπτυξη του στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Αντιλαμβανόμενος ο κ. Λουγκρίδης την απαίτηση του αυτή του απέστειλε στις 30.1.2004 την επιστολή τεκμήριο 6 με την οποία του σύστηνε να πάρει πίσω την προκαταβολή που είχε πληρώσει και έτσι με τον τρόπο αυτό να επιλύετο οριστικά η διαφορά τους. Είναι προφανές ότι με την προαναφερθείσα επιστολή ο αντιπρόσωπος του ενάγοντα δεν έθετε οριστικά τέρμα στη συμφωνία και αντίθετα οι ενέργειες του κ. Μάκη Αυξεντίου προς την κατεύθυνση του εναγομένου συνεχίστηκαν από καιρού σε καιρό όπως προδίδει η συγκεκριμένη επιστολογραφία, τεκμήρια 15, 16 και
- Σε μια περίπτωση που θα πρέπει να ήταν μέσα στο Μάιο του 2004 ο κ. Λουγκρίδης υπόγραψε και κάποια έγγραφα εκ μέρους του ενάγοντα, ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου, τα οποία θα υποβάλλονταν στην Πολεοδομία. Του το είχε ζητήσει ο κ. Μάκης Αυξεντίου στο πλαίσιο των προσπαθειών που κατέβαλλε για να καταστεί δυνατή από τον εναγόμενο η ανάπτυξη του επίδικου ακινήτου. Μέσα στον Ιούνιο του 2004 ο κ. Μάκης Αυξεντίου πίεσε ακόμα περισσότερο τον εναγόμενο προκειμένου να προβεί ο τελευταίος στην αγορά του τεμαχίου 706 και επίσης για να το διαβεβαιώσει ότι θα ήταν έτοιμος να πληρώσει το υπόλοιπο του τιμήματος, μάλιστα με τόκο. Του έδωσε και προθεσμία πέντε ημερών για να απαντήσει αν ενδιαφερόταν να προβεί στην εν λόγω πράξη χωρίς όμως ο ίδιος, όπως δήλωνε, να ήταν βέβαιος αν θα μπορούσε να πείσει τον ιδιοκτήτη του εν λόγω τεμαχίου να το πωλήσει. Τα ανωτέρω αναφέρονται στην επιστολή του κ. Μάκη Αυξεντίου προς τον εναγόμενο ημερομηνίας 12.6.2004, τεκμήριο
- Γίνεται εδώ ειδική μνεία στην πιο πάνω επιστολή για το λόγο ότι υπήρξε εισήγηση ότι ο Μάκης Αυξεντίου ενεργώντας στην περίπτωση εκείνη ως αντιπρόσωπος του ενάγοντα είχε καταστήσει το χρόνο εξόφλησης του τιμήματος ουσιώδη. Έχω την άποψη ότι η εισήγηση αυτή δεν ευσταθεί. Κατ΄ αρχάς, είναι πρόδηλο ότι η αγορά από τον εναγόμενο του τεμαχίου 706 εξαρτάτο από το αν θα επείθετο τελικώς ο ιδιοκτήτης του από τον κ. Μάκη Αυξεντίου να το πωλήσει. Επομένως, είναι σαφές ότι η προθεσμία των πέντε ημερών που είχε δοθεί στον εναγόμενο, όπως αναφέρεται πιο πάνω, ήταν υπό την αίρεση της ύπαρξης προηγουμένως θετικής εξέλιξης στις ενέργειες ανωτέρω του κ. Μάκη Αυξεντίου. Ως εκ τούτου δεν αποσκοπούσε και ούτε θα μπορούσε να καταστήσει η εν λόγω επιστολή το χρόνο εξόφλησης του υπολοίπου του τιμήματος από τον εναγόμενο ουσιώδη όρο της συμφωνίας. Έπειτα, είναι αμφίβολο αν ο κ. Μάκης Αυξεντίου ενεργούσε ποτέ και ειδικά στο στάδιο εκείνο, ως αντιπρόσωπος του ενάγοντα δεδομένου ότι τον εναγόμενο τον είχε εξεύρει ως αγοραστή του επίδικου ακινήτου ο κ. Νίκος Λουγκρίδης. Ενώ ο κ. Μάκης Αυξεντίου δήλωσε επανειλημμένα αλλά και στην περίπτωση της αποστολής της εν λόγω επιστολής ότι δεν ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του ενάγοντα αλλά για την εξασφάλιση οφέλους από την ανάπτυξη του εν λόγω ακινήτου και γενικά από τη συνεργασία του με τον εναγόμενο. Βέβαια, το πιο σοβαρό εμπόδιο στην αποδοχή της πιο πάνω εισήγησης εκ μέρους του ενάγοντα προκύπτει από το γεγονός ότι η θέση η οποία προβάλλει δεν είναι δικογραφημένη. Δεν υπάρχει δηλαδή αναφορά στην έκθεση απαιτήσεως ότι ο χρόνος εξόφλησης του τιμήματος είχε καταστεί με την εν λόγω επιστολή του κ. Μάκη Αυξεντίου ουσιώδης. Η σχετική αναφορά στην παράγραφο 6 του εν λόγω δικογράφου είναι ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος μέχρι την 30.9.2003 που προέβλεπε ρητώς η συμφωνία. Η παράλειψη δε αυτή του έδινε το δικαίωμα, σύμφωνα και με άρθρο 55
(1)του Νόμου Κεφ. 149, να προβεί στον τερματισμό της. Αυτή είναι η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα. Όμως, οι ενέργειες οι οποίες γίνονταν από τον κ. Αυξεντίου με τη σιωπηρή συγκατάθεση ή ανοχή του ενάγοντα, προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα του δρόμου που έθετε ο εναγόμενος, αλλά προπαντός η διέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος μέχρι την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 30.5.2005, τεκμήριο 7, με την οποία τερματίζετο η συμφωνία, αποτελεί ακλόνητη απόδειξη του γεγονότος ότι ο ενάγοντας είχε παραιτηθεί του προαναφερθέντος δικαιώματος. Και ήταν λογικό υπό τις δεδομένες περιστάσεις να είχε συμπεριφερθεί ως ανωτέρω. Όπως ανάφερε ο κ. Λουγκρίδης χρειαζόταν τα χρήματα που θα κατέβαλλε ο εναγόμενος για εξόφληση του τιμήματος προκειμένου να ολοκληρώσει την πράξη αγοράς από τον ενάγοντα άλλου ακινήτου το οποίο είχε εξεύρει στην ίδια περιοχή. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στη στάση αυτή του ενάγοντα, ήτοι να επιμένει στην εκπλήρωση της συμφωνίας από την πλευρά και του εναγόμενου αφού θεωρούσε ότι ο ίδιος είχε ήδη εκπληρώσει το δικό του μέρος. Όμως, προκειμένου να δικαιούτο να αναζητήσει άλλη διέξοδο εν όψει της συνέχισης, όπως θεωρούσε, της παράλειψης του εναγομένου να εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωση του θα έπρεπε να το θέσει εκ νέου αυστηρά επί τούτου. Για να το επιτύγχανε αυτό θα έπρεπε να καθορίσει ξανά το χρόνο εντός του οποίου ο εναγόμενος θα υποχρεούτο να προβεί στην πληρωμή του τιμήματος και να του γνωστοποιούσε, καθιστώντας έτσι εκ νέου τον όρο ως προς το χρόνο εξόφλησης του τιμήματος ουσιώδη. Όμως αυτό ουδέποτε συνέβηκε. Με την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 30.5.2005, τεκμήριο 7, ο ενάγοντας προέβηκε απευθείας στον τερματισμό της συμφωνίας. Το λεκτικό που χρησιμοποιείται σ΄ αυτήν, όπως παρατίθεται πιο πάνω, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία περί τούτου. Τέτοιος τερματισμός της συμφωνίας βέβαια ήταν παράνομος και έφερε τον ενάγοντα στη θέση να έχει πλέον αυτός παραβεί τη συμφωνία αφού δεν είχε δώσει εκ νέου εύλογη προειδοποίηση στον εναγόμενο με την οποία να τον καλούσε να εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωση του, (βλ. Pop Life Electric Shops v. Ονησιφόρου
(2007)1 Α.Α.Δ. 359 και Ζακχαίου ν. Καλογήρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 117). Και ασφαλώς δεν επέφερε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα του τερματισμού της συμφωνίας. Μια τέτοια εξέλιξη επαφύετο πλέον στην επιλογή που θα έκανε σχετικά ο εναγόμενος. Αυτός θα μπορούσε να εμμένει στην τήρηση των όρων της συμφωνίας από τον ενάγοντα ή διαζευκτικά να αποδεχτεί τον αντισυμβατικό τερματισμό της. Σε κάθε περίπτωση είχε επίσης δικαίωμα να διεκδικήσει εναντίον του ενάγοντα αποζημιώσεις για ζημιά την οποία τυχόν είχε υποστεί. Στην παρούσα περίπτωση η στάση του εναγομένου όσον αφορά το πιο πάνω υπό συζήτηση θέμα κάθε άλλο παρά ξεκάθαρη είναι. Επομένως θα πρέπει να διαπιστωθεί από τις περιστάσεις. Όμως, εδώ να σημειωθεί ότι το θέμα αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σε σχέση με την έκβαση της απαίτησης του εναγομένου για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας καθ΄ ότι αν διαφανεί ότι υπήρξε από τον ίδιο αποδοχή του τερματισμού τον οποίο επιχείρησε ο ενάγοντας τότε αναμφίβολα δε θα δικαιούται στην εν λόγω θεραπεία γι΄ αυτό το λόγο και μόνο, (βλ. Beit v. Papa
(1971)1 C.L.R. 172). Κατ΄ αρχάς, να αναφερθεί ότι δεν κατατέθηκε στη δίκη οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το ποια ήταν η αντίδραση του εναγομένου στο εγχείρημα του ενάγοντα να τερματίσει τη συμφωνία με την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 30.5.2005, τεκμήριο 7. Το επόμενο στάδιο στην πορεία της επίδικης διαφοράς είναι η έγερση της παρούσας αγωγής στις 6.12.2005 και η ανταλλαγή ακολούθως δικογράφων μεταξύ των αντιδικούντων μερών. Εν προκειμένω αξιοπρόσεκτη είναι η θέση που διατυπώνει ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του. Απορρίπτει τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι αυτός ευθύνεται για τον τερματισμό της συμφωνίας, θεωρώντας περαιτέρω ότι αυτή δεν έχει στην πραγματικότητα τερματιστεί και δηλώνοντας συγχρόνως ότι είναι έτοιμος να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος νοουμένου ότι ο ενάγοντας εξασφαλίσει δικαίωμα διάβασης ή και δρόμο για το επίδικο ακίνητο. Παρά την θεωρούμενη από αυτόν εξάρτηση της πιο πάνω υποχρέωσης του από την υποχρέωση του ενάγοντα να εξασφαλίσει δρόμο για το επίδικο ακίνητο, δεν μπορεί πιστεύω να αποδοθεί κακοπιστία στην εν λόγω δικογραφημένη θέση του έστω και αν με αυτή βασικά επικαλείται κάτι που δεν προβλέπεται στη συμφωνία και ούτε είχε άλλως πως συμφωνηθεί μεταξύ του και του ενάγοντα. Όμως, το πιο σημαντικό στοιχείο στη διερεύνηση της πρόθεσης του εναγομένου για το αν αποδέχθηκε τελικώς τον τερματισμό της συμφωνίας από τον ενάγοντα, η ανταπαίτηση του, δεν καταδεικνύει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η πολύ γενική απαίτηση που προβάλλει με αυτήν εναντίον του ενάγοντα, ήτοι για απώλεια κέρδους από τη μη εκμετάλλευση του ακινήτου από τον ίδιο, συνάδει και με το δικαίωμα του για διεκδίκηση αποζημιώσεων ισχύουσας της συμφωνίας ακόμα και κατόπιν παράβασής της από τον ενάγοντα. Τέτοιο δικαίωμα παρέχεται και από το άρθρο 55
(2)του Νόμου, Κεφ. 149 στο δανειστή ισχύουσας της συμφωνίας. Το μόνο άλλο στοιχείο που υπάρχει στις υπό διερεύνηση περιστάσεις είναι η παράλειψη του εναγομένου να διεκδικήσει ανταπαιτητικά, στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και η φαινομενική αφύπνιση του μετά από πάροδο σχεδόν δυόμιση χρόνων που τον οδήγησε στην καταχώρηση της συνεκδικαζόμενης αγωγής 877/
- Είναι πρόδηλο γιατί έγινε ο χειρισμός αυτός, από την εισήγηση που διατύπωσε στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου. Εισηγείται ότι ο χρόνος των έξι μηνών για την έγερση αγωγής, ο οποίος προβλέπεται από την πρώτη επιφύλαξη του άρθρου 2(δ) του Νόμου, Κεφ. 232, θα πρέπει να υπολογιστεί από την ημερομηνία που ο εναγόμενος με την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 25.10.2007, τεκμήριο 9, κάλεσε τον ενάγοντα να προσέλθει στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για να προβεί στη μεταβίβαση σε αυτόν του επίδικου ακινήτου. Πιστεύω πως είναι προφανές ότι με τη μεταγενέστερη αγωγή 877/2008 επιχειρείται να αποδοθεί μία συγκεκριμένη ερμηνεία στην επιφύλαξη του άρθρου 2(δ), αυτή που βασικά προκύπτει από την εισήγηση, ανωτέρω, του συνηγόρου. Ενώ προηγουμένως στη σκέψη θα κυριαρχούσε, μάλλον, έννοια η οποία κάθε άλλο παρά βοηθητική θα ήταν για την υπόθεση του εναγομένου. Εν πάση περιπτώσει, η έννοια η οποία θα πρέπει να αποδοθεί στην εν λόγω πρόνοια θα πρέπει να ταυτίζεται με τους όρους οι οποίοι χρησιμοποιούνται στη διατύπωση της. Αναφέρει τα εξής: "
- Τηρουμένων των διατάξεων που περιέχονται πιο κάτω, κάθε σύμβαση για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης, δυνάμει διατάγματος Επαρχιακού Δικαστηρίου ή του Ανώτατου Δικαστηρίου, αν είναι έγκυρη σύμβαση σύμφωνα με το νόμο και αν έχουν τηρηθεί οι ακόλουθοι όροι σε σχέση με αυτή, δηλαδή- (α) ..... (β) ...... (γ) ..... (δ) αν εγέρθηκε αγωγή εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία συνάφθηκε η σύμβαση για εξαναγκασμό της ειδικής εκτέλεσης αυτής: Νοείται ότι, όταν στη σύμβαση προβλέπεται ή εξυπακούεται κάποια μεταγενέστερη ημερομηνία για τη δήλωση μεταβίβασης της ακίνητης ιδιοκτησίας που αναφέρεται σε αυτήν ή για την καταβολή της αντιπαροχής ή για την καταβολή της τελευταίας δόσης της αντιπαροχής που συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί με δόσεις (περιλαμβανόμενης και της περίπτωσης της σύμβασης ενοικιαγοράς), η εξάμηνη προθεσμία που προβλέπεται από την παράγραφο αυτή αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία που προβλέπεται στη σύμβαση η οποία είναι μεταγενέστερη αυτής." Από το πιο πάνω κείμενο δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ότι ο χρόνος των έξι μηνών για την έγερση αγωγής με την οποία να επιδιώκεται η ειδική εκτέλεση μιας συμφωνίας θα πρέπει απαραιτήτως να υπολογίζεται από το χρόνο ο οποίος ορίζεται από την ίδια τη συμφωνία για την ολοκλήρωση της. Δεν επισέρχεται εδώ θέμα αν ο τέτοιος ορισμός ημερομηνίας είναι ή όχι ουσιώδης όρος. Το σημαντικό είναι ότι προβλέπεται ή εξυπακούεται από τη συμφωνία. Στην προκειμένη περίπτωση η ημερομηνία αυτή ήταν η 30.9.2003 η οποία αναφέρεται ειδικά για το συγκεκριμένο συμφωνηθέντα σκοπό. Όταν δε καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή στις 5.12.2005 η ημερομηνία αυτή είχε ήδη παρέλθει ανεπιστρεπτί. Τα ανωτέρω ήταν γνωστά στην πλευρά του εναγομένου όταν καταχωρήθηκε υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην αγωγή 4477/2005 και προφανώς ήταν γι΄ αυτό το λόγο που δεν περιλήφθηκε τότε σε αυτήν αξίωση για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Πιστεύω είναι η μόνο λογική εξήγηση που μπορεί να δοθεί για το συγκεκριμένο χειρισμό εκ μέρους του εναγομένου. Ενώ η πιο πάνω ερμηνεία της επιφύλαξης του άρθρου 2(δ), ανωτέρω, είναι και η μόνη που γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επομένως, απορρίπτεται η εισήγηση του συνηγόρου του εναγομένου επί της οποίας βασικά εδράζεται η μεταγενέστερη αγωγή. Ως εκ τούτου η αγωγή 877/2008 δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Βέβαια, μια άλλη κατάληξη στην οποία έχω οδηγηθεί, με βάση ό,τι έχει ήδη προηγουμένως συζητηθεί, είναι ότι η επίδικη συμφωνία δεν τερματίστηκε από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη και ειδικά από τον ενάγοντα και ως εκ τούτου εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Εν όψει δε της διαπίστωσης αυτής και της αμέσως προηγούμενης, ότι δεν μπορεί να επιτύχει η αξίωση του εδώ εναγομένου και ενάγοντα στην αγωγή 877/2008, επιτυγχάνει μόνο η απαίτηση του ενάγοντα για άρση της εγγραφής της επίδικης συμφωνίας από το σχετικό μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Τέλος, να παρατηρήσω ότι εν όψει της πιο πάνω κατάληξης θεωρώ πως είναι αχρείαστο πλέον να εξεταστεί κατά πόσο αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η καταχώριση της μεταγενέστερης αγωγής 877/
- Άνκαι πιστεύω, επίσης, ότι είναι αμφίβολο κατά πόσο η πιο πάνω ένσταση του ενάγοντα θα μπορούσε να επιτύχει εν όψει της συγκατάθεσης του για συνένωση και συνεκδίκαση των δύο αγωγών. Με βάση λοιπόν όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω η αγωγή ουσιαστικά επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η άρση της εγγραφής του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 1.8.2003 και υπό κτηματολογικά στοιχεία ΠΩΕ 1327/2003 από το σχετικό μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας. Ενώ η αγωγή 877/2008 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Περαιτέρω, επιδικάζονται έξοδα αφορώντα στις δύο αγωγές όταν ήσαν χωριστά και ακολούθως αφού συνενώθηκαν, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου στην αγωγή 4477/
- Αυτά να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο