ΜΑΡΙΑ ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΚΟΛΟΜ ν. ΜΑΡΙΝΑ ΣΚΟΥΛΟΥΚΟΥ, Αρ. Υπ.: 2945/2005, 7 Οκτωβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 2945/2005 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑ ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΚΟΛΟΜ Ενάγουσα -και- ΜΑΡΙΝΑ ΣΚΟΥΛΟΥΚΟΥ Εναγόμενη Αίτηση ημερ. 28.4.2010 για ψήφιση της αμοιβής του διαιτητή και για αναστολή πληρωμής της μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης αρ.105/10 7 Οκτωβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη - αιτήτρια: κα Μ.Αντωνίου - Χάματσου Για ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση: κ. Μακρίδης Για τον διαιτητή: κα Ορφανίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η
- Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ψήφιση της αμοιβής και των εξόδων του διαιτητή από τον Πρωτοκολλητή και όπως ανασταλεί η πληρωμή της αμοιβής του διαιτητή μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης 105/10 ημερ. 9.4.
- Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 άρθρα 20-23, 28, 29 και 30, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, Δ.40 θ.7 και θ.11, Δ.48 θ.1, 2, 3, 8 και 9, Δ.49, Δ.59 θ.10 και Δ.64 στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 ως τροποποιήθηκε, στη σχετική νομολογία και επί της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου.
- Ο διαιτητής φέρει ένσταση στην πιο πάνω αίτηση και προβάλλει ως λόγους μεταξύ άλλων ότι η αμοιβή του, συμφωνήθηκε και δεν νομιμοποιείται η αιτήτρια να ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η ψήφιση των εξόδων του από τον Πρωτοκολλητή και ότι προβαλλόμενοι λόγοι για ψήφιση των δικαιωμάτων και εξόδων του διαιτητή είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμοι.
- Η ενάγουσα δεν καταχώρησε ένσταση αφού ο συνήγορος της δήλωσε ότι δεν φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Όπως διαφαίνεται από τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τις ενόρκους δηλώσεις της αιτήτριας και του διαιτητή αλλά και από το φάκελο του Δικαστηρίου αυτά έχουν ως ακολούθως: α) Την 1.9.05 καταχωρήθηκε το κλητήριο και στις 6.5.08 οι διάδικοι συμφώνησαν όπως η μεταξύ τους διαφορά παραπεμφθεί σε διαιτησία ο οποίος διαιτητής θα διοριζόταν από την διοικούσα επιτροπή του ΕΤΕΚ. Τα θέματα τα οποία θα καλείτο να αποφασίσει ήταν Κατά πόσο δημιουργήθηκε υψομετρική διαφορά στην χωμάτινη αυλή της εναγόμενης από τις εργασίες στις οποίες προέβηκε από το 2002 και μετά στα σημεία που συνορεύει με τα ακίνητα της ενάγουσας και κατά πόσο η υψομετρική διαφορά, εάν υπάρχει, επηρέασε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα ακίνητα της ενάγουσας. Περαιτέρω συμφώνησαν μεταξύ άλλων όπως τα έξοδα του διαιτητή τα επωμισθούν εξ ημισείας οι διάδικοι, όμως στο τέλος της αγωγής τα έξοδα της διαιτησίας θα τα επωμισθεί ο διάδικος εναντίον του οποίου θα εκδοθεί το πόρισμα. Έτσι το Δικαστήριο κατόπιν των σχετικών δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων εξέδωσε το ακόλουθο διάταγμα: «Ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί εκ συμφώνου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραπέμπεται σε διαιτησία ειδικού διαιτητή, ο οποίος θα διοριστεί από τη Διοικούσα Επιτροπή του Ε.Τ.Ε.Κ. η επίλυση των πιο κάτω διαφορών: (α) κατά πόσο έχει δημιουργηθεί υψομετρική διαφορά στην χωμάτινη αυλή της εναγομένης στα σημεία της που γειτνιάζει με τον τοίχο ή/και τα ακίνητα της ενάγουσας, τα οποία περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και η οποία δυνατόν να δημιουργήθηκε από την εκτέλεση εργασιών στην αυλή της εναγομένης από το 2002 και εντεύθεν και, (β) κατά πόσο η εν λόγω υψομετρική διαφορά στην περίπτωση που διαφανεί ότι υπάρχει επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τον τοίχο ή/και τα ακίνητα της ενάγουσας. Η αμοιβή του διαιτητή θα υπολογιστεί με βάση τις αμοιβές διαιτητών που ισχύουν στο Ε.Τ.Ε.Κ. και θα πληρωθεί εξ΄ ημισίας από τους διαδίκους. Όμως στο τέλος της αγωγής όλα τα έξοδα της διαιτησίας θα επωμιστεί ο διάδικος εναντίον του οποίου θα εκδοθεί το πόρισμα. Ο διαιτητής υποχρεούται όπως ετοιμάσει το πόρισμα του και το υποβάλει στο Δικαστήριο εντός ενενήντα ημερών από του διορισμού του. Όλες οι πιο πάνω δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων έχουν σημειωθεί στο πρακτικό του Δικαστηρίου και γίνονται Κανόνας Δικαστηρίου. Η αγωγή θα επαναοριστεί για οδηγίες στις 7.7.08 ώρα 9:00π.μ.» β) Ο διαιτητής κ.Λούκας Γεωργιάδης διορίστηκε από το ΕΤΕΚ. Στην επιστολή ημερ. 30.10.08 (τεκμ. Γ) το ΕΤΕΚ πληροφορούσε μεταξύ άλλων το συνήγορο της αιτήτριας για το διορισμό του πιο πάνω προσώπου ως επίσης και για την αμοιβή ότι είναι €85.- ανά ώρα και ότι θα υπογραφεί σχετική συμφωνία στην οποία θα αναφέρονταν οι όροι εντολής, η αμοιβή και ότι η διαιτησία θα παραδιδόταν από το τεχνικό επιμελητήριο με την κατάθεση στο ταμείο της σχετικής αποζημίωσης σύμφωνα με την απόφαση του διαιτητή. Στις 20.11.08 υπογράφτηκε συμφωνητικό έγγραφο στο οποίο καθορίστηκε η αμοιβή του διαιτητή ως ακολούθως: «(α) Ωριαία χρέωση:€85,00 / ώρα απασχόλησης ή μέρος αυτής. (β) Χρέωση για την ακύρωση συνεδριάσεων με προειδοποίηση λιγότερη από 72 ώρες:€300,
- (γ) Έξοδα αναφορικά με τη Διαιτησία.» Ο διαιτητής αποδέχθηκε το διορισμό, με γραπτή δήλωση του η οποία συνοδεύει την πιο πάνω συμφωνία. γ) Μετά από ακροαματική διαδικασία ο διαιτητής εξέδωσε την απόφαση του στις 21.4.09 στην οποία καθόρισε και τα έξοδα του και που ανέρχονται στο ποσό των €10.606,
- Σύμφωνα με την αιτήτρια ο διαιτητής θα ανέμενε την απόφαση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 27.2.09 για παραπομπή με υπόμνημα νομικό ζήτημα που ανέκυψε αναφορικά με την οδηγία αρ.3 και κατά πόσο η οδηγία αυτή ενέπιπτε εντός των όρων εντολής του διαιτητή. Η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε στις 15.9.09 αφού ήδη εκδόθηκε η απόφαση του διαιτητή. δ) Ο διαιτητής με επιστολή του ημερ. 21.4.09 πληροφορούσε τους συνηγόρους των διαδίκων ότι κατατέθηκε η απόφαση στο Δικαστήριο και ότι τα έξοδα του ανέρχονται στις €10,606.86 (βλ. τεκμ. Ζ και Ζ1). Στις 23.4.09 η συνήγορος της αιτήτριας απέστειλε επιστολή στον διαιτητή αναφέροντας του μεταξύ άλλων ότι το ποσό που ζητούσε το θεωρούσε «εκ πρώτης όψεως» πολύ ψηλό και ζητούσε περαιτέρω λεπτομέρειες (τεκμ.Η). Ο διαιτητής απάντησε με επιστολή του ημερ. 26.4.09 στους συνηγόρους των διαδίκων απορρίπτοντας τα όσα του καταλογίζονταν (τεκμ.Θ). ε) Στις 29.4.09 καταχωρήθηκε αίτηση από μέρους της αιτήτριας με την οποία ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο διαιτητής να παραδώσει την απόφαση του και όπως τα δικαιώματα του ψηφιστούν από τον Πρωτοκολλητή, η οποία αποσύρθηκε στις 14.4.
- Στις 2.6.09 καταχωρήθηκε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης του διαιτητή ως επίσης και αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του διαιτητή. Στις 22.6.09 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο αναστάληκε η πληρωμή της αμοιβής και των εξόδων του διαιτητή μέχρι εκδίκασης της αίτησης ημερ. 2.6.
- στ) Στις 26.3.10 μετά από ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση του διαιτητή για τους λόγους που περιγράφονται σ΄ αυτή. Στις 9.4.10 η ενάγουσα καταχώρησε την έφεση με αρ. 105/10 κατά της πιο πάνω απόφασης. ζ) Στις 20.4.10 ο διαιτητής με επιστολή του ζητούσε από τους διαδίκους την πληρωμή των εξόδων του. η) Στις 3.6.09 καταχωρήθηκε αίτηση από μέρους της ενάγουσας για την εκ νέου παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Το Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 28.9.10 απέρριψε την αίτηση για τους λόγους που εκτίθενται σ΄ αυτήν.
- Η ενάγουσα παραπονείται ότι τα έξοδα του διαιτητή είναι διογκωμένα και αδικαιολόγητα και ως εκ τούτου ζητεί την έκδοση διατάγματος για ψήφιση των δικαιωμάτων του.
- Αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι το άρθρο 29 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 και η Δ.59 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προσδίδουν εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα ψήφισης των εξόδων του διαιτητή. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του διαιτητή, η οποία ανέφερε ότι τα πιο πάνω άρθρα δεν προσδίδουν τέτοια εξουσία και δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση αφού ο διαιτητής παρέδωσε την απόφαση του και τα έξοδα συμφωνήθηκαν και περαιτέρω η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη.
- Όπως ρητά αναφέρεται στον περί Διαιτησίας Νόμο το συνυποσχετικό, εκτός αν εκφράζεται αντίθετη πρόθεση σ΄ αυτό, είναι ανέκκλητο, εκτός αν επιτραπεί από το Δικαστήριο και έχει την ίδια ισχύ από κάθε άποψη ωσάν να ήταν διάταγμα Δικαστηρίου (βλ. άρθρο 3 του περί Διαιτησίας Νόμου).
- Τα μέρη δύνανται να συνάψουν συμφωνία αναφορικά με τα έξοδα της διαιτησίας όπως αυτά κρίνουν. (βλ. Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση παρ. 102) και μπορούν εξ αρχής να συμφωνήσουν ρητά την αμοιβή του διαιτητή και στην απουσία τέτοιας συμφωνίας ο διαιτητής δικαιούται εύλογης αμοιβής (βλ. Halsbury´s Laws of England, παρ. 105). Στην περίπτωση δε που υπάρχει ρητή συμφωνία των μερών ότι θα τον πληρώσουν, ο διαιτητής μπορεί να καταχωρήσει αγωγή για να ανακτήσει την εύλογη αμοιβή του (βλ. Halsbury´s Laws of England, παρ. 109).
- Το άρθρο 29 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 προνοεί: «
(1)Αν σε οποιαδήποτε περίπτωση ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής αρνηθεί να παραδώσει την απόφασή του εκτός αν καταβληθούν σε αυτόν τα δικαιώματα που απαιτεί, το Δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση για το σκοπό αυτό, να διατάξει όπως ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής παραδώσει την απόφασή του στον αιτητή αφού ο αιτητής καταβάλει στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα δικαιώματα, και περαιτέρω όπως τα απαιτούμενα δικαιώματα ψηφιστούν από τον λειτουργό για ψήφιση εξόδων και όπως από τα καταβληθέντα στο Δικαστήριο χρήματα πληρωθεί στο διαιτητή ή τον επιδιαιτητή υπό μορφή δικαιωμάτων το ποσό το οποίο θα κριθεί εύλογο κατά την ψήφιση και όπως τα υπόλοιπα χρήματα (αν υπάρχουν) επιστραφούν στον αιτητή.
(2)Αίτηση για τους σκοπούς του άρθρου αυτού δύναται να υποβληθεί από οποιοδήποτε από τους συμβαλλόμενους στην παραπομπή εκτός αν τα απαιτούμενα δικαιώματα έχουν οριστεί με γραπτή συμφωνία μεταξύ αυτού και του διαιτητή ή επιδιαιτητή.
(3)Η ψήφιση δικαιωμάτων με βάση το άρθρο αυτό δύναται να αναθεωρηθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως και η ψήφιση εξόδων.
(4)Ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής δικαιούται να εμφανιστεί και να ακουστεί κατά την ψήφιση ή κατά την αναθεώρηση της ψήφισης η οποία διενεργείται με βάση το άρθρο αυτό.»
- Όπως διαφαίνεται από το λεκτικό του άρθρου 29 του Κεφ.4 οι πρόνοιες του έχουν εφαρμογή στην περίπτωση που ο διαιτητής αρνηθεί να παραδώσει την απόφαση του εκτός αν καταβληθούν σ΄ αυτόν τα δικαιώματα που απαιτεί και τότε το Δικαστήριο μετά από αίτηση δύναται να διατάξει όπως παραδώσει την απόφαση στον αιτητή αφού ο αιτητής καταβάλει στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα δικαιώματα και περαιτέρω όπως αυτά ψηφιστούν από τον αρμόδιο λειτουργό. Στην προκειμένη περίπτωση ο διαιτητής δεν αρνήθηκε να παραδώσει την απόφαση του. Η απόφαση του εκδόθηκε στις 21.4.09 και την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο. Η αίτηση που καταχωρήθηκε στις 29.4.09 αποσύρθηκε στις 14.4.10 αφού σύμφωνα με τη συνήγορο της αιτήτριας ήταν άνευ αντικειμένου. Ο διαιτητής παρέδωσε την απόφαση του και στις δυο πλευρές.
- Σύμφωνα με το άρθρο 29
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 αίτηση για τους σκοπούς του πιο πάνω άρθρου μπορεί να υποβληθεί από οποιοδήποτε από τους συμβαλλόμενους εκτός αν τα αιτούμενα δικαιώματα έχουν οριστεί με γραπτή συμφωνία μεταξύ αυτού και του διαιτητή. Στην προκειμένη περίπτωση συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η αμοιβή του διαιτητή θα υπολογιστεί με βάση τις αμοιβές που ισχύουν στο ΕΤΕΚ και θα πληρωθεί εξ ημισείας από τους διαδίκους (βλ. παρ. 5(α) (I)). Ακολούθως διορίστηκε ο κ.Λ. Γεωργιάδης από το ΕΤΕΚ σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Στις 20.11.08 υπογράφηκε συμφωνητικό έγγραφο διαιτησίας το οποίο υπέγραψαν οι διάδικοι και ο διαιτητής αποδέχθηκε με γραπτή δήλωση του τον διορισμό (βλ. τεκμ.Δ που συνοδεύει την αίτηση). Στην πιο πάνω συμφωνία που υπογράφηκε καθορίστηκε η αμοιβή του διαιτητή όπως περιγράφεται στην παρ. 5(β).
- Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι πρόνοιες του άρθρου 29 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 9 δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση αφού ο διαιτητής δεν αρνήθηκε να παραδώσει την απόφαση του και επίσης τα δικαιώματα του διαιτητή έχουν οριστεί με γραπτή συμφωνία.
- Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την ψήφιση των εξόδων του διαιτητή δυνάμει της Δ.59 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Η πιο πάνω διαταγή προνοεί τα ακόλουθα: «....... Έξοδα μπορούν (όπου είναι αναγκαίο) να ψηφισθούν και σε απόφαση διαιτητού» 16.Η Δ.59 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι αντίστοιχη της Δ.65 θ.15 των Αγγλικών θεσμών. Σύμφωνα με το Annual Practice του 1956 τα έξοδα του διαιτητή μπορούν να ψηφιστούν και παραπέμπει αναφορικά με την ψήφιση στο άρθρο 19 του Arbitration Act του 1950 το οποίο είναι το ίδιο με το άρθρο 29 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.
- Καθώς αντιλαμβάνομαι η Δ.59 θ.10 αναφέρεται στην περίπτωση του άρθρου 29 του Κεφ.4 και ειδικότερα στην περίπτωση που ο διαιτητής αρνηθεί να παραδώσει την απόφαση του όπως αναφέρεται πιο πάνω. Ακόμη και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν είναι, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες της πιο πάνω διαταγής δεν κρίνεται αναγκαίο να ψηφιστούν τα έξοδα του διαιτητή αφού όπως αναφέρεται πιο πάνω, αυτά συμφωνήθηκαν. Συνακόλουθα δεν δικαιολογείται η έκδοση σχετικού διατάγματος δυνάμει της Δ.59 θ.
- Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος για ψήφιση από τον Πρωτοκολλητή της αμοιβής ή και των εξόδων του διαιτητή είτε με βάση το άρθρο 29 του Κεφ. 4 είτε με βάση την Δ.59 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Περαιτέρω επιζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης και/ή πληρωμής της αμοιβής και των εξόδων του διαιτητή μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της έφεσης αρ.105/
- Επί του προκειμένου δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά παρά μόνο να αναφερθεί ότι το αίτημα είναι αβάσιμο. Οι διατάξεις της Δ.35 θ.18 δεν εφαρμόζονται ανασταλτικά σε περιπτώσεις όπου δεν επιβάλλεται από την προσβαλλόμενη κατ΄ έφεση απόφαση κάποια θετική υποχρέωση (βλ. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1987)1 Β ΑΑΔ 693 και Λύρας κ.ά. ν. Πετρολίνα Λτδ (αρ.1) Πολ.΄Εφ. 9946/ημερ.30.10.97). Στην προκειμένη περίπτωση εφεσιβλήθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου για παραμερισμό της απόφασης του διαιτητή κατόπιν σχετικής αίτησης της αιτήτριας για τους λόγους που περιγράφονται σ΄ αυτή. Δεν υφίσταται οποιαδήποτε θετική υποχρέωση ή καθήκον το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση που εφεσιβλήθηκε αναφορικά με τα έξοδα του διαιτητή. (βλ. Λύρας, ανωτέρω). Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω δεν συντρέχει κανένας λόγος ώστε κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να εκδοθεί το σχετικό διάταγμα. 19. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του διαιτητή και εναντίον της αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ..................... Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο