Thomas Kyriacou Co Ltd ν. GTO Fashion Market Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1323/08, 13/10/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1323/08 Thomas Kyriacou & Co Ltd Ενάγοντες - Αιτητές και
- G.T.O. Fashion Market Ltd
- G.T. & K. Fashion Market Ltd
- G.P.A. Fashion Market Ltd
- Άννα Ζαρίφη
- Μαρία Ζαρίφη Μιτσιγιώργη Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η αίτηση Ημερομηνία: 13/10/2010 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Ζαχαρίου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Καπελάκης). Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Αμπίζας Εναγόμενες-Καθ' ων η αίτηση 4 και5: Παρούσες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, οι ενάγοντες, με μονομερή αίτηση πέτυχαν στις 9.6.2008, την έκδοση προσωρινού διατάγματος σε βάρος των εναγομένων. Σύμφωνα με αυτό, το Δικαστήριο διαταττει και απαγορεύει: ".... στους εναγομένους 1, 4 και 5 και / ή υπαλλήλους και / ή αντιπροσώπους αυτών όπως αποξενώσουν την επιχείρηση και την εμπορική εύνοια αναφορικά με τα καταστήματα πωλήσεως ειδών τουρισμού που διατηρούν με την κοινή ονομασία Fashion Market που βρίσκονται στην οδό Σταυρού 96Ε, Στρόβολος, Λευκωσία μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. .............. στους εναγομένους 2, 4 και 5 και / ή υπαλλήλους και /ή αντιπροσώπους αυτών όπως αποξενώσουν την επιχείρηση και την εμπορική εύνοια αναφορικά με τα καταστήματα πωλήσεως ειδών ρουχισμού που διατηρούν με την κοινή επωνυμία Fashion Market που βρίσκονται στην οδό Καλλιπόλεως 13, Λυκαβητός (ΚΑΛΛΙΠΟΛΕΩΣ) και Ταγματάρχου Πουλίου 11 (ΑΓΙΟΣ ΔΟΜΕΤΙΟΣ), Λευκωσία, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. .............. στους εναγομένους 3, 4 και 5 και / ή υπαλλήλους και / ή αντιπροσώπους αυτών όπως αποξενώσουν την επιχείρηση και την εμπορική εύνοια αναφορικά με τα καταστήματα πωλήσεως ειδών ρουχισμού που διατηρούν με την κοινή επωνυμία Fashion Market που βρίσκονται στην οδό Αρχαγγέλου 40, Παρισινός (ΔΙΑΣ), Λευκωσία, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου." Το ως άνω διάταγμα, στις 9.2.2009 κατέστη απόλυτο. Ο συνήγορος των εναγομένων που στο μεταξύ εμφανίστηκε στη διαδικασία για λογαριασμό τους, δεν καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης εκ μέρους τους. Τα ουσιαστικά ζητήματα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εκκρεμούν ακόμη για εκδίκαση και δικαστική επίλυση. Οι ενάγοντες με αίτηση τους ημερ. 29.12.2009, επιζητούν την τιμωρία των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση 1, 4 και 5, εξαιτίας ως διατείνονται, της εκ προθέσεως παρακοής του ως άνω διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερ. 9.6.
- Την αίτηση τους συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων - αιτητών στην οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Η πλευρά των ως άνω εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση προχώρησε στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης, την οποία επίσης συνοδεύουν και υποστηρίζουν ένορκες δηλώσεις των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση 4 και 5, ως επίσης ένορκη δήλωση τρίτου προσώπου. Στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση 4 και 5 επισυνάπτεται επίσης αριθμός τεκμηρίων. Με την έναρξη της προγραμματισμένης ακρόασης της ως άνω αίτησης παρακοής, η δικηγόρος των εναγόντων - αιτητών υπέβαλε αίτημα όπως της επιτραπεί να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για την παρουσίαση και απόδειξη της αίτησης της πλευράς της. Στο ως άνω αίτημα της συναδέλφου του, ο συνήγορος των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση ήγειρε ένσταση και το Δικαστήριο κάλεσε τις δύο πλευρές να αναπτύξουν τις θέσεις τους επί τούτου. Η κα Γ. Ζαχαρίου, για την πλευρά των αιτητών, αναφερόμενη στο χαρακτήρα των αιτήσεων ως η υπό συζήτηση, υπογράμμισε ότι πρόκειται για οιονεί ποινική διαδικασία, γεγονός που από μόνο του επιβάλλει στην πλευρά των αιτητών να αποδείξουν την υπόθεση τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Για να πράξουν τούτο, συνέχισε η ευπαίδευτη συνήγορος, είναι αναγκαίο να τους δοθεί η δυνατότητα να προσκομίσουν προφορική μαρτυρία αφού σε διαδικασίες όπως η υπό συζήτηση, ως υποστήριξε, ουσιαστικά οι ένορκες δηλώσεις οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούν το «δικόγραφο» ή ακόμη το «κατηγορητήριο» της υπόθεσης και αναφέρονται απλά σε γενικές γραμμές στα γεγονότα, τα οποία θα πρέπει να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου με την ανάλογη προφορική μαρτυρία. Η υπό εξέταση αίτηση υπέδειξε, αποτελεί πρωτογενή αίτηση, στα πλαίσια της οποίας όπου διαπιστώνεται διαφωνία ως προς τα γεγονότα θα πρέπει αυτός που φέρει το βάρος της απόδειξης να τα αποδείξει με προφορική μαρτυρία κατά τη δίκη. Παρέπεμψε σε σχέση με το τελευταίο, σε σχετική νομολογία. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του κ. Αμπίζα, για την πλευρά των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση. Δεν διαφώνησε με τη θέση της συναδέλφου του ότι η αίτηση παρακοής αποτελεί οιονεί ποινική διαδικασία στο χαρακτήρα, χωρίς όμως τούτο, υπογράμμισε, να επιτρέπει τη διάκριση της από τις ήδη υπάρχουσες και θεσμοθετημένες διαδικασίες και μηχανισμούς διεξαγωγής της αστικής δίκης. Το γεγονός ότι χαρακτηρίζεται ως οιονεί ποινική, υποστήριξε, έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με τον αυξημένο βαθμό απόδειξης που απαιτείται να καταδειχθεί σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, όπως δηλαδή και στις ποινικές υποθέσεις πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Διαφώνησε κατηγορηματικά με την εισήγηση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παρακοής υπέχει ουσιαστικά ρόλο "δικογράφου" ή "κατηγορητηρίου", υποδεικνύοντας ότι αποτελεί μαρτυρία, επί του περιεχομένου της οποίας υπάρχει πάντα η δυνατότητα να αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών. Το Δικαστήριο με δεδομένες τις πρόνοιες της Δ.48 θθ 2 και 4 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, δεν έχει καν την εξουσία να ενεργήσει διαφορετικά όσον αφορά τη διαδικασία ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης Οι ως άνω Διαδικαστικοί Κανονισμοί, ως έχουν διαμορφωθεί, υποστήριξε, είναι ξεκάθαροι για την διαδικασία που ακολουθείται. Οι ακροάσεις αιτήσεων αυτής της μορφής διεξάγονται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, τηρουμένης πάντα της δυνατότητας, αν τούτο κριθεί αναγκαίο και επιτραπεί από το Δικαστήριο, καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Η υπό εξέταση αίτηση, συνέχισε, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί πρωτογενής αίτηση αφού η εκδίκαση της αγωγής εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώ σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί αίτηση που μπορεί να ενταχθεί σ' αυτές που καθορίζονται στη Δ.55 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Επικαλούμενος τέλος τις πρόνοιες του Περί Αποδείξεως Νόμου, (Κεφ. 9) ως σήμερα ισχύουν, υπέδειξε πως ακόμη και αγωγές είναι δυνατό να παρουσιαστούν και να ολοκληρωθεί η ακρόασης τους επί της ουσίας, στη βάση μόνο γραπτών δηλώσεων - καταθέσεων, τηρουμένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης των δηλούντων σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Αποδείξεως Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατά το στάδιο που ανέπτυσσαν την επιχειρηματολογία τους για το ως άνω ζήτημα, δεν έθεσαν υπόψη του δικαστηρίου οποιαδήποτε δεσμευτική νομολογία των Δικαστηρίων μας στα πλαίσια της οποίας να απασχόλησε και να συζητήθηκε ειδικά το διαδικαστικό ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Ούτε η έρευνα του Δικαστηρίου έκανε κατορθωτό τον εντοπισμό δεσμευτικού Δικαστικού προηγούμενου για το συγκεκριμένο ζήτημα. Είναι γεγονός ότι εντοπίστηκε αριθμός αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας οι οποίες πραγματεύονται ζητήματα σχετικά με αιτήσεις για τιμωρία συνεπεία παρακοής διατάγματος του Δικαστηρίου, χωρίς όμως ειδικά να έχει εγερθεί και να έχει απασχολήσει σε αυτές και το υπό εξέταση στην παρούσα ζήτημα. Σε ορισμένες από αυτές, όπως στις υποθέσεις Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269 και Halin v. Timour κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 424, διαφαίνεται από το λεκτικό τους ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης παρακοής, ήταν μόνο με την καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων με δικαίωμα ασφαλώς αντεξέτασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν απασχόλησε το ζήτημα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, ούτε βεβαίως υποδείχτηκε ότι η διαδικασία αυτή ήταν λανθασμένη. Σε άλλη περίπτωση, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1 ΑΑΔ 1085, όπου αφορούσε αίτηση παρακοής Διατάγματος Οικογενειακού Δικαστηρίου, διαφαίνεται από το κείμενο της απόφασης ότι επιπρόσθετα των Ενόρκων Δηλώσεων, κατά την ακρόαση της αίτησης προσήχθη και εκατέρωθεν προφορική μαρτυρία, πραγματικότητα που και πάλι δεν έτυχε οποιουδήποτε σχολιασμού ούτε απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την εξέταση της έφεσης και για την κατάληξή του. Αποτελεί η υπό συζήτηση αίτηση πρωτογενή αίτηση ως προβάλλεται από την πλευρά των εναγόντων - αιτητών; Αυτόνομη, αυτοτελή, προσδιοριστική δηλαδή των δικών της επιδίκων θεμάτων αίτηση, δυνάμενη ως η εισήγηση των εναγόντων-αιτητών, να οδηγήσει στην δυνατότητα παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας; Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι η υπό συζήτηση αίτηση δεν συμπεριλαμβάνεται στις αιτήσεις που προσδιορίζονται και περιγράφονται στη Δ.55 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Ούτε έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε νομοθέτημα ή κανονισμός που να επιτρέπει την κατάταξη της υπό συζήτηση αίτησης στην κατηγορία των εναρκτήριων, πρωτογενών δικονομικών μέσων, όπως για παράδειγμα η Αίτηση με την οποία δρομολογείται Πτωχευτική Διαδικασία ή η Αίτηση για Ακύρωση Δόλιας Μεταβίβασης που δρομολογείτε κατ' εφαρμογή των προνοιών του Κεφ. 62. Αντίθετα, στην υπόθεση Wunderlich κ.α. v. Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366, όπου επιδιώχθηκε επίσης η τιμωρία των εναγομένων μέσω αίτησης παρακοής, γιατί οι τελευταίοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης των εναγόντων, υπεδείχθη ανάμεσα σε άλλα ότι η προωθούμενη αίτηση παρακοής αποτελούσε ενδιάμεση αίτηση καθ' ην έκταση συναρτάτο άμεσα με τα ενδιάμεσα θέματα που είχαν εγερθεί στην αγωγή, η εκδίκαση της οποίας, όπως και στην υπό συζήτηση περίπτωση εκκρεμούσε. Έχοντας καταλήξει, στη βάση και του λόγου της υπόθεσης Wunderlich, (ανωτέρω) ότι η υπό συζήτηση αίτηση αποτελεί, εκκρεμούσας της εκδίκασης της αγωγής, ενδιάμεση αίτηση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί Περί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται και στην περίπτωση αιτήσεων ως η υπό συζήτηση. Οι ίδιοι οι αιτητές άλλωστε τους προβάλλουν ως δικαιοδοτική βάση για την προώθηση της υπό συζήτησης αίτησής τους. Ο πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας, Γ.Μ.Πικής, (Δικαστής όπως ήταν τότε) στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1(E) ΑΑΔ 750, με τον διαχρονικά διαυγή δικαστικό του λόγο, αποσαφήνισε το ζήτημα ως εξής: "Το Άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 - Ν 14/60: Το άρθρο 42 του Ν 14/60 είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή προστίμου, φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση πραγμάτων. Πρόσθετα παρέχεται δικαιοδοσία για την επιδίκαση αποζημιώσεων. Ούτε ο τρόπος επίκλησης ούτε το πλαίσιο άσκησης της δικαιοδοσίας για τιμωρία για ανυπακοή ρυθμίζονται από το άρθρο
- Όπως αναφέρεται ρητά στο εισαγωγικό μέρος του άρθρου 42 η δικαιοδοσία η οποία παρέχεται ασκείται "τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού ..". Όπως και στην περίπτωση του άρθρου 25 του ίδιου νόμου που προβλέπει για την άσκηση έφεσης εναντίον απόφασης πρωτόδικου δικαστηρίου, έτσι και στην περίπτωση του άρθρου 42 η άσκηση της δικαιοδοσίας αφήνεται να ρυθμιστεί με διαδικαστικό κανονισμό από την Εξουσία που έχει αρμοδιότητα στο θέμα - τη Δικαστική Εξουσία (Άρθρο 163 του Συντάγματος). Η εισήγηση των εφεσίβλητων ότι δεν ισχύει οποιοσδήποτε διαδικαστικός κανονισμός για την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42, παραγνωρίζει τις διατάξεις του Άρθρου 188 του Συντάγματος βάσει των οποίων διατηρήθηκαν σε ισχύ προϋπάρχοντες νόμοι και κανονισμοί που δε συγκρούονται με το Σύνταγμα. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας διατηρήθηκαν σε ισχύ βάσει του Άρθρου 188 και συνεχίζουν να αποτελούν, εκτός στο βαθμό και έκταση που έχουν τροποποιηθεί, τους διαδικαστικούς θεσμούς βάσει των οποίων ασκείται η πολιτική δικαιοδοσία των δικαστηρίων. Άλλωστε οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι τους έχουν επικαλεσθεί, βασίζοντας την αίτησή τους για ανυπακοή στις πρόνοιες της Δ.48 κ
- Αν γινόταν δεκτή η θέση των εφεσίβλητων ότι η άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου δε διέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τότε το θέμα της παρακοής διατάγματος θα μπορούσε να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο με κλητήριο ένταλμα που αποτελεί τον καθιερωμένο τρόπο για την έναρξη αστικής διαδικασίας ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου (βλέπε άρθρο 2 - Ν 14/60). Πρόβλεψη για την έγερση θέματος ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με αίτηση γίνεται στους θεσμούς, στο μέρος εκείνο που επικαλέστηκαν οι εφεσίβλητοι στη Δ.
- Καταλήγουμε ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής. .............. " Αποτελεί θα έλεγα σταθερό αξίωμα στο δικό μας σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, πως όπου διαπιστώνεται διαφωνία ως προς τα γεγονότα, επιβάλλεται η απόδειξη τους από το διάδικο που φέρει αυτό το βάρος, σύμφωνα πάντα με τη Δ.48 θ.
- Όπως μάλιστα έχει υποδειχθεί στις υποθέσεις Krashias (ανωτέρω), Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά,
(1993)1 ΑΑΔ 309 και στη Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, αυτά τα αμφισβητούμενα γεγονότα θα πρέπει να αποδειχθούν με προφορική μαρτυρία, στις περιπτώσεις όπου δεν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου. Η μαρτυρία δε η οποία προσάγεται πρέπει να είναι αποδεκτή με βάση το δίκαιο της απόδειξης. Αναγνωρίστηκε ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει περιορισμός στους μάρτυρες οι οποίοι μπορούν και πρέπει να κληθούν για να αποδείξουν τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Ο λόγος των ως άνω αναφερόμενων αποφάσεων, σε σχέση με τον τρόπο απόδειξης, την αναγκαιότητα δηλαδή να αποδεικνύονται τα αμφισβητούμενα γεγονότα στα πλαίσια και αιτήσεων ως η υπό συζήτηση με προφορική μαρτυρία, ήταν ασφαλώς απόλυτα εναρμονισμένος με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς ως ίσχυαν κατά τον χρόνο που αυτές εκδίδονταν. Στις 23.12.1999 όμως, η σχετική πρόνοια της Δ.48 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας έχει αντικατασταθεί. Συνεπεία αυτής της αντικατάστασης, χωρίς ασφαλώς να διαφοροποιείται οτιδήποτε σε σχέση με το αυξημένο βάρος απόδειξης σε αιτήσεις για τιμωρία συνεπεία παρακοής διαταγμάτων του Δικαστηρίου, επήλθε ωστόσο ουσιαστική τροποποίηση αναφορικά με τον τρόπο ακρόασής τους. Σύμφωνα με τον ως άνω διαδικαστικό κανονισμό ως έχει αντικατασταθεί και έκτοτε ισχύει: «.............. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ένορκων δηλώσεων θα αφήνονται στον αιτητή μαζί με την ειδοποίηση.
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39» Φανερή ήταν η πρόθεση της ως άνω τροποποίησης του σχετικού Διαδικαστικού Κανονισμού, όπως άλλωστε έχει επεξηγηθεί σε πληθώρα μεταγενέστερων αποφάσεων των Δικαστηρίων μας. Αποσκοπούσε μεταξύ άλλων στο να απλοποιήσει, να συντομεύσει και να διευκολύνει τις διαδικασίες στις ακροάσεις αιτήσεων, διαφοροποιώντας πλήρως την κατάσταση που ίσχυε προηγουμένως σε σχέση με το ζήτημα, όπως αυτή περιγράφετο μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Krashias, Παπαχρυσοστόμου και Louis Vuitton, (ανωτέρω). Η στοιχειοθέτηση πλέον μιας αίτησης ως η υπό συζήτηση, μπορεί και πρέπει να επιδιωχθεί μέσω της διαδικασίας που προβλέπεται και καθορίζεται στη Δ.48 θ4 ως έχει αντικατασταθεί και έκτοτε ισχύει, χωρίς ασφαλώς τούτο να μεταβάλλει ή να διαφοροποιεί, έστω στο ελάχιστο, το αυξημένο βάρος απόδειξης, πέραν δηλαδή από κάθε λογική αμφιβολία, που βαραίνει πάντα τους ώμους του αιτητή. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση που εκδόθηκε από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, στα πλαίσια της υπόθεσης Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω): "Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Είναι καλά θεμελιωμένο ότι η διαδικασία που ακολουθείται στα πλαίσια αίτησης παρακοής αποτελεί διαδικασία stricticimy uris, διαδικασία δηλαδή κατά την οποία όλα τα δικονομικά εχέγγυα και προϋποθέσεις θα πρέπει με αυστηρότητα και σχολαστικότητα να τηρούνται, απόρροια προφανώς των δραστικότατων συνεπειών που μπορεί να έχει η κατάληξη μιας αίτησης παρακοής για τον καθ' ου η αίτηση, καθ΄ ην έκταση στα πλαίσια διαδικασίας όπως η υπό συζήτηση είναι δυνατό να διαταχθεί η στέρηση ελευθερίας πολιτών και η μεσεγγύηση εναντίον της περιουσίας τους. Ως πιο πάνω άλλωστε έχει ήδη σημειωθεί, είναι καλά γνωστό πως ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε αιτήσεις παρακοής δικαστικών διαταγμάτων είναι το ίδιο υψηλός όπως σε ποινική υπόθεση, πέραν δηλαδή από κάθε λογική αμφιβολία (βλ. Borrie & Lawe, The Law of Contempt, 3rd ed. σελ. 565-567). Σπεύδω εξ αρχής να σημειώσω ότι η εισήγηση πως το γεγονός και μόνο ότι η αίτηση παρακοής χαρακτηρίζεται ως οιονεί ποινική διαδικασία, επιτρέπει την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας στην πλευρά που φέρει το ανάλογο βάρος, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το γεγονός και μόνο ότι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ιδιαίτερα ψηλός, δεν μπορεί να επιδράσει και να διαφοροποιήσει τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί όπως αυτή προβλέπεται και ρυθμίζεται με την Δ.48 θ.4. Η αίτηση παρακοής δεν απεκδύεται του μανδύα της πολιτικής διαδικασίας που την περιβάλλει. Είναι προφανές κατά την αντίληψη μου, ότι η αναφορά σε οιονεί ποινική διαδικασία γίνεται ακριβώς για να τονιστεί, ενόψει των δραστικότατων αποτελεσμάτων που μπορεί να έχει η απόδειξη της παρακοής, το υψηλό επίπεδο απόδειξης που απαιτείται και η αναγκαιότητα ανάλογης τήρησης με σχολαστικότητα των δικονομικών εχεγγύων και προυποθέσεων που τίθενται από τον νόμο και την νομολογία για αιτήσεις αυτού του είδους και όχι με τον τρόπο που θα τεθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου η σχετική μαρτυρία και τα αναγκαία στοιχεία. Ο τρόπος που αυτό μπορεί και πρέπει να γίνει, εξακολουθεί να διέπεται και να ρυθμίζεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα την Δ.48 θ.4 των περί ου ο λόγος κανονισμών. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το αίτημα της πλευράς των εναγόντων-αιτητών για την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Με δεδομένη την πρόνοια της Δ.48 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτή ισχύει από τις 23.12.1999 για τον τρόπο που διεξάγεται η διαδικασία αιτήσεων που καλύπτονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς, ως και η υπό συζήτηση, δεν βλέπω πως θα μπορούσε να παρακαμφθεί η σχετική πρόνοια. Ως εκ τούτου το αίτημα απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη το ζήτημα το οποίο είχε εγερθεί κατά την προηγούμενη δικάσιμο και την εξέλιξη στη διαδικασία, αισθάνομαι ότι αυτά θα πρέπει να είναι έξοδα δίκης της αίτησης, σε καμία όμως περίπτωση δεν θα βαρύνουν την πλευρά των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ.) ......................... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο