Frantisek Stepanek κ.α. ν. Elizwood Trading Ltd κ.α., Αρ. Αγ. 2103/2010, 14.10.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 2103/2010 Μεταξύ:
- Frantisek Stepanek
- Jaroslav Rokos
- Sokolovska Uhelna, Pravni Nastupce A.S. Εναγόντων-Αιτητών -και-
- Elizwood Trading Ltd
- Αντρέας Καραπατάκης
- Avila Consulting Ltd
- Altolex Ltd
- Νεόφυτος Γρηγοριάδης Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 30.9.
- Ημερομηνία: 14.10.
- Εμφανίσεις: Για ενάγοντες-αιτητές: Ο κ. Κ. Θεοδωρίδης με κ. Μ. Λοϊζου. Για εναγόμενους 1-καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Χ. Κυριακίδης με κ. Μ. Κυριακίδη. Για εναγόμενο 2-καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Α. Καραπατάκης. Για εναγόμενους 3,4,5-καθ΄ων η αίτηση: Ο κ. Ν. Θρασυβούλου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες στις 29.7.2010 αιτήθηκαν από το δικαστήριο και εξασφάλισαν μονομερώς διάταγμα για αποκάλυψη του τύπου που είναι γνωστό ως Norwich Pharmacal. Η θεραπεία αυτή είναι επίσης μέρος της αιτίας την οποία οι ενάγοντες προωθούν εναντίον των εναγομένων με την παρούσα αγωγή. Το σχετικό διάταγμα, που είναι σε τρία μέρη και φέρουν τη σήμανση Γ, Δ και Ε, επιδόθηκε σε όλους τους εναγομένους οι οποίοι ακολούθως καταχώρησαν, ξεχωριστά ο καθένας μέσω του δικηγόρου του, ειδοποίηση ένστασης η οποία στρέφεται τόσο κατά του διατάγματος όσο και κατά της αρχικής αίτησης. Οι ειδοποιήσεις αυτές συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις στις οποίες αμφισβητούνται πλείστοι όσοι ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλονται με την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την προαναφερθείσα μονομερή αίτηση των εναγόντων. Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση, η οποία κατόπιν οδηγιών του δικαστηρίου υποβλήθηκε γραπτώς και συνοδεύεται από υποστηρικτική ένορκη δήλωση, οι ενάγοντες αιτούνται αδείας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δυνάμει της Δ.48 Κ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο σκοπός, όπως αναφέρεται, είναι να απαντηθούν και εξηγηθούν κάποιοι από τους ισχυρισμούς των εναγομένων στο στάδιο πλέον που το εν λόγω διάταγμα θα τύχει αναθεώρησης στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας συμμετεχόντων σ΄ αυτήν και των δύο πλευρών. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ενάγοντες έχουν ήδη ικανοποιήσει το δικαστήριο για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος και μάλιστα μονομερώς, έχοντας αποσείσει το σχετικό βάρος που έφεραν όπως αυτό έχει καθιερωθεί από τη σχετική νομολογία, (βλ. Pieris Estates Ltd v. Odysseos
(1982)1 C.L.R. 557). Στο παρόν στάδιο θα πρέπει να ικανοποιήσουν το δικαστήριο εκ νέου, αυτή τη φορά ότι το διάταγμα μπορεί να παραμείνει σε ισχύ και να οριστικοποιηθεί. Οι προϋποθέσεις και η αρχή τα οποία θα πρέπει να καταδείξουν οι ενάγοντες ότι συντρέχουν, προκειμένου να επιτύχει μέχρι τέλους το υπό αναφορά διάβημα τους, είναι σε κάθε ένα από τα δύο στάδια που αναφέρονται πιο πάνω οι ίδιες· αυτές που προβλέπει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Στις πρόνοιες του παραπέμπει η ίδια η αίτηση. Ίδιο είναι επίσης και το επίπεδο απόδειξης· αυτό που έχει καθιερωθεί από την προαναφερθείσα νομολογία. Μόνο που τώρα οι ενάγοντες θα πρέπει να επιτύχουν σ΄ αυτό και κατά το στάδιο της αναθεώρησης του διατάγματος υπό το φως και των ισχυρισμών των εναγομένων οι οποίοι προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις αντίστοιχες ειδοποιήσεις ενστάσεως τους. Σ΄ αυτό το πλαίσιο εξεταζόμενη μια αίτηση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε παρεμπίπτον διάταγμα δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου, και επίσης η αναθεώρηση του διατάγματος, καθιστά την όλη διαδικασία ιδιάζουσα. Κατά τη διεξαγωγή της δε θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι το υπό αναθεώρηση διάταγμα έχει ήδη εκδοθεί μονομερώς καθώς επίσης ότι το επίπεδο απόδειξης που διατρέχει όλα τα στάδια της, και το φέρει η πλευρά του αιτητή, αποκλείει τη διαπίστωση γεγονότων αναφορικά με την ουσία της διαφοράς μεταξύ των αντιδίκων μερών. Είναι υπό το φως των προαναφερθέντων κριτηρίων που θα πρέπει να εξεταστεί στην προκειμένη περίπτωση αν, όπως προβλέπει η Δ.48 Κ.4
(2), συντρέχει καλός λόγος για να επιτραπεί στους ενάγοντες η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ο συνήγορος των εναγόντων, αιτητών, υποστήριξε την αίτηση παραπέμποντας βασικά στις εξηγήσεις οι οποίες δίδονται με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση, ως προς της αναγκαιότητα αυτή να επιτραπεί. Όμως, οι συνήγοροι των εναγομένων ήσαν ομόφωνοι ότι τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση παραπέμπουν σε επιχειρηματολογία, μάλλον, την οποία επιθυμούν να αναπτύξουν οι ενάγοντες μέσω ενόρκου δηλώσεως και, εν πάση περιπτώσει, δεν αποκαλύπτουν καλό λόγο, όπως απαιτείται από τη σχετική δικονομική διάταξη, γιατί η αίτηση θα πρέπει να επιτραπεί. Η εξουσία η οποία προβλέπεται από τη Δ.48 Κ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως. Ασκείται δε επί τη βάσει γεγονότων που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου και καταδεικνύουν την αναγκαιότητα για την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης A. Messios & Sons Ltd v. Ανδρέας Λεωνίδα, Πολιτική Έφεση Αρ. 277/2007, ημερομηνίας 10 Φεβρουαρίου 2010, στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος των εναγόντων, είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές στην παρούσα υπόθεση. Δεν αφορούσαν καν εφαρμογή του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, αλλά αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησης της. Στο πλαίσιο της εξέτασης της αίτησης εκείνης είχε λεχθεί από τον κ. Νικολάτο Δ. το εξής, το οποίο πιστεύω είναι διαφωτιστικό για τον τρόπο άσκησης της εν λόγω διακριτικής εξουσίας και σε κάθε άλλη περίπτωση: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Το πιο πάνω απόσπασμα καταδεικνύει εν πρώτοις ότι η εν λόγω διακριτική εξουσία ασκείται με αναφορά σε γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο εξετάζει το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Πρόσθετα, καταδεικνύει ότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ως ένας σημαντικός παράγοντας στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου, η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση σκοπεί να εξυπηρετήσει. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση έχει ήδη καταδειχθεί το ιδιάζον της φύσης της διαδικασίας η οποία εν προκειμένω εκπηγάζει από την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Εξετάζοντας δε την ένορκη δήλωση η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης διαπιστώνεται η, σχεδόν, πλήρης έλλειψη σε αυτή αναφοράς σε γεγονότα τα οποία να τείνουν να καταδείξουν την επίδραση που μπορεί να υπάρξει στην προαναφερθείσα πτυχή της κύριας διαδικασίας από την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Για παράδειγμα, μήπως η μαρτυρία η οποία θα προσφερθεί με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα έπρεπε να είχε τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά το στάδιο της έκδοσης του διατάγματος μονομερώς; Και είτε για να καταδειχθεί το επείγον της περίπτωσης, είτε και το βάσιμο της έκδοσης του διατάγματος; Η αμφιβολία που διατυπώνεται πιο πάνω ως προς το περιεχόμενο της μαρτυρίας που επιθυμεί να προσφέρει με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση η πλευρά των εναγόντων, και ο σκοπός που ήθελεν εξυπηρετήσει, προκύπτει από το γεγονός, που έχει ήδη αναφερθεί και προηγουμένως, της έλλειψης γεγονότων στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση. Οι σχετικές αναφορές σ΄ αυτή εκ μέρους των εναγόντων είναι πολύ γενικές και αόριστες. Περιορίζονται στο γενικό ισχυρισμό για ανάγκη η οποία υπάρχει να απαντήσουν και να δώσουν εξηγήσεις σε επιμέρους ισχυρισμούς των εναγομένων τους οποίους οι τελευταίοι προβάλλουν στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθεώρησης του διατάγματος. Δεν αποκαλύπτουν όμως το περιεχόμενο των απαντήσεων και των εξηγήσεων που επιθυμούν να προσφέρουν. Είναι καθιερωμένη πρακτική, όπου η μαρτυρία η οποία επιθυμείται να προσφερθεί με συμπληρωματική μαρτυρία είναι εκτενής, η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση να τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου μαζί με το σχετικό αίτημα. Και είτε αυτό γίνεται γραπτώς είτε προφορικώς. Σ΄ αυτήν περιέχονται τα γεγονότα επί των οποίων καλείται το δικαστήριο να ενεργήσει. Δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση με αποτέλεσμα το δικαστήριο να μην έχει ενώπιον του μαρτυρία επί της οποίας να ασκήσει τη διακριτική εξουσία που του παρέχει η Δ.48 Κ.4
(2). Συναφώς παρατηρώ επίσης ότι σε κάποιες των περιπτώσεων, όπου διατυπώνεται από τους ενάγοντες η πρόθεση να απαντήσουν και να εξηγήσουν επιμέρους ισχυρισμούς των εναγομένων, δεν αναφέρεται ότι υπάρχει πρόθεση να το πράξουν αυτό με την προσφορά μαρτυρίας. Και οπωσδήποτε είναι ανεπίτρεπτη η συμπερίληψη σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιχειρηματολογίας, η οποία βέβαια μπορεί να αναπτυχθεί στο στάδιο των αγορεύσεων με αναφορά στην ήδη προσφερθείσα από τις δύο πλευρές μαρτυρία. Τέλος, είναι αξιοσημείωτες και κάποιες θέσεις των εναγόντων οι οποίες προβάλλονται στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση. Στην παράγραφο 11 αναφέρεται ότι επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου «ουσιώδη γεγονότα τα οποία αφορούν και είναι απαραίτητα για σκοπούς εξέτασης από το Δικαστήριο της μονομερούς (ex parte) αιτήσεως» των εναγόντων. Σε σχέση με τη δήλωση αυτή προκύπτει εύλογα η απορία, αφού τα γεγονότα που επιθυμούν να παρουσιάσουν τώρα είναι ουσιώδη γιατί δεν τα έθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου εξ υπαρχής; Πέραν της παρατήρησης αυτής και σε αντίθεση με τον ισχυρισμός τους ανωτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην παράγραφο 13 της εν λόγω υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης ότι «καμιά πρόσθετη ή απαντητική μαρτυρία δεν προτίθεται να προστεθεί με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση». Τα ανωτέρω είναι ενδεικτικά της ανυπαρξίας μιας καθαρής εικόνας από πλευράς των εναγόντων όσον αφορά το τι επιθυμούν να περιλάβουν σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αν ήταν να επιτραπεί η καταχώριση τέτοιου εγγράφου. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων-αιτητών. Αυτά να καταβληθούν με το πέρας της αγωγής, αφού υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο