← Κύπρος

Ρολάνδου Καμενία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 108/09, 15/10/2010

Ρολάνδου Καμενία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 108/09, 15/10/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 108/09 Μεταξύ: Ρολάνδου Καμενία Ενάγοντα -και- Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου Εναγόμενου ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 19/02/2010 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 15/10/2010 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη: κα Ορφανίδου για Α. Σοφοκλέους και Ι. Δημητρίου Για Καθ' ου η Αίτηση-Ενάγοντα: κα Αχιλλέως για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας-Καθ' ου η αίτηση με ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, αξιώνει από την Εναγομένη-Καθ' ης η Αίτηση, τόσο γενικές αποζημιώσεις, καθώς και ειδικές αποζημιώσεις, για τις ζημιές που υπέστη η περιουσία του από την πυρκαγιά που προκλήθηκε λόγω της παράβασης ή/και της αμέλειας της Εναγόμενης να επιδιορθώσει το εναέριο δίκτυο, το οποίο τροφοδοτούσε το μετασχηματιστή, που με τη σειρά του τροφοδοτούσε τρία εναέρια δίκτυα με γυμνούς και χαλαρούς αγωγούς με ηλεκτρικό ρεύμα στην περιοχή, μεταξύ των χωριών Πυργά και Μοσφιλωτή. Στην Υπεράσπισή της, ημερομηνίας 23/06/2009, η Εναγόμενη-Αιτήτρια αρνείται τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση και καταγράφει τους λόγους αποκλεισμού αμέλειας εκ μέρους της ή/και του αντιπροσώπου της και ισχυρίζεται ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από τυχαίο ή/και άσχετο παράγοντα με το ηλεκτρικό δίκτυο της περιοχής και ότι το αίτιο της πυρκαγιάς ήταν εκτός της σφαίρας ελέγχου της. Η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει και τα δικόγραφα της υπόθεσης δεν έχουν κλείσει αφού δεν έχει καταχωριστεί η απάντηση στην Υπεράσπιση. Η αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης καταχωρίστηκε στις 19/02/2010 και αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από την πλευρά του Ενάγοντα-Καθ ου η Αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε στις 09/04/2010. ΑΙΤΗΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την υπό κρίση αίτηση, η Εναγόμενη-Αιτήτρια αιτείται: 1. Διαγραφή της παραγράφου 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και αντικατάστασής της με την ακόλουθη παράγραφο «3. Η Εναγόμενη δεν παραδέχεται την παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης και αναφέρει ότι η Εναγόμενη είναι πρόσωπο δημοσίου δικαίου η οποία ιδρύθηκε και ασκεί δραστηριότητες δυνάμει του περί Αναπτύξεως Ηλεκτρικού Νόμου Κεφ.171 ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.» 2. Με την προσθήκη στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπιση πριν την τελεία, της ακόλουθης φράσης: «στον Ενάγοντα» 3. Με την προσθήκη στην υφιστάμενη υποπαράγραφο ii της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης, μετά τη φράση «επιδιορθωθεί έγκαιρα» και πριν τη φράση «και εν πάση περιπτώσει σε χρόνο πριν ξεσπάσει η πυρκαγιά» η ακόλουθη φράση: «χωρίς να έχει προκληθεί καμία πυρκαγιά» 4. Με την προσθήκη των ακόλουθων νέων υποπαραγράφων κάτω από τον υπότιτλο «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΝΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΚΑΙ/Η ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΗΣ ΚΑΙ/Η ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ» της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης ως νέες υποπαράγραφοι ii, iv, vi, vii, viii: «ii. Η επαφή των δύο αγωγών δεν μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά για το λόγο ότι όταν ικανοποιείται η συνθήκη βραχυκύκλωσης (ουδετέρωσης) σε γραμμές χαμηλής τάσης του δικτύου διαμονής όπως ήταν οι συγκεκριμένοι αγωγοί, τότε η εκδήλωση βραχυκυκλώματος συνεπάγεται ακαριαία τξη της ασφάλειας των αγωγών με αποτέλεσμα να προστατεύονται οι αγωγοί από υπερθέρμανση και να μη δημιουργούνται σπινθηρίσματα ή τήγματα μετάλλου από αυτούς.» «iv. Η παρατήρηση σπινθηρισμών μεταξύ των γυμνών αγωγών χαμηλής τάσης σημαίνει τη δραστική μείωση της διηλεκτρικής αντοχής του αέρα, δηλαδή τη μείωση της μονωτικής ικανότητας του αέρα εξαιτίας της συγκέντρωσης πολύ μεγάλης ποσότητας καπναιθάλης. Ως εκ τούτου είναι ασφαλές το συμπέρασμα ότι η πυρκαγιά προκάλεσε τους σπινθηρισμούς και όχι το αντίθετο.» «vi. Τα ίχνη επί των αγωγών δεν οφείλονται σε βραχυκύκλωμα αλλά στο φαινόμενο της ηλεκτρικής διάβρωσης των αγωγών σε συνδυασμό με τις καθαλατώσεις και τη θερμοκρασία που καταστρέφουν το οξείδιο του αλουμινίου στην επιφάνεια του αγωγού.» «vii. Τα τήγματα αλουμινίου από αγωγούς είναι ανίκανα να προκαλέσουν πυρκαγιά κατά την πρόσκρουσή τους στο έδαφος, σε ξερά χόρτα και/ή άλλα υλικά τα αναφλέγονται σε κατά πολύ υψηλότερες θερμοκρασίες.» «viii. Εν πάση περιπτώσει και έχοντας υπόψη ότι η πυρκαγιά κινείται πάντα προς τη διεύθυνση του πνέοντα ανέμου ανοίγοντας σαν βεντάλια, η εστία της πυρκαγιά οριοθετείται νότια του μετασχηματιστή της Εναγόμενης.» 5. Με την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου ως παράγραφος 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης «8. Η Εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η πυρκαγιά ξέσπασε από αίτια ανεξάρτητα και/ή άσχετα με αυτή και/ή με το δίκτυο της Εναγομένης στην περιοχή της πυρκαγιάς. Ειδικότερα: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ ΣΕ ΑΛΛΑ ΑΙΤΙΑ i. Η ελάχιστη απαιτούμενη ένσταση του ηλεκτρικού πεδίου για την εκδήλωση σπινθηρισμών στη συγκεκριμένη γραμμή είναι 26,24 kV/cm ενώ η ένταση του ηλεκτρικού πεδίου ήταν περίπου 0,032 kV/cm. Ως εκ τούτου αποκλείεται η εκδήλωση σπινθηρισμών αφού η ένταση του ηλεκτρικού πεδίου ήταν 820 φορές μικρότερη από την ελάχιστη απαιτούμενη. ii. Στον τόπο όπου εκδηλώθηκε η πυρκαγιά υπάρχει άγρια βλάστηση και εφάπτεται ασφαλτόδρομου διασταυρούμενου με χωματόδρομο καθιστώντας την πιθανότητα πρόκλησης της πυρκαγιά από τον ανθρώπινο παράγοντα πολύ μεγάλη και ενδεχομένως η απόρριψη αναμμένου αποτσίγαρου να ήταν το αίτιο. iii. Διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό του ισχυρισμού υπό το στοιχείο ii, ανωτέρω, η πυρκαγιά οφείλεται σε εστίαση της ηλιακής ακτινοβολίας από γυαλί επί εύφλεκτου υλικού που υπήρχε στην περιοχή όπως τα ξερά χόρτα. iv. Διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των ισχυρισμών υπό τα στοιχεία (
  2. i)έως και (iii) ανωτέρω, η πυρκαγιά οφείλεται σε εμπρησμό με τη χρήση γκαζάκι το οποίο εντοπίστηκε στην περιοχή.» 6. Με την προσθήκη της ακόλουθης νέας υποπαραγράφου ως υποπαράγραφος (γ) κάτω από την παράγραφο 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης. «γ) η καμένη ασφάλεια της πρώτης φάσης η οποία επιδιορθώθηκε όπως αναφέρεται στην παράγραφο 7 (iii) πιο πάνω, δεν έχει καμία σχέση με την πρόκληση της πυρκαγιάς.» 7. Με τη διαγραφή στην παράγραφο 14 της Έκθεσης Υπεράσπισης της λέξης «της» μεταξύ των φράσεων «Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το ξέσπασμα της πυρκαγιάς δεν ήταν αποτέλεσμα» και «διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά αντιθέτως η πυρκαγιά προκάλεσε την εκ νέου διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος» και αντικατάσταση της με τη λέξη: «οποιασδήποτε» 8. Με την αναρίθμηση και/ή μετονομασία των υφιστάμενων παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης ως ακολούθως: (α) Οι υποπαράγραφοι της παραγράφου υπ' αριθμόν ii, iii, iv, v, vi, vii, viii να αναριθμηθούν και να γίνουν iii, v, ix, x, xi, xii, xiii αντίστοιχα. (α) Οι παράγραφοι 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 να αναριθμούν σε 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16 και 17 αντίστοιχα. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, θ.θ.1, 2, 13 και 15, Δ.21, θ.θ. 1, 7Α και 11, Δ.25, θ.θ. 1, 2, 3, 4 και 5, Δ.39, Δ.48, θ.θ.1, 2, 3, 7, 8 και 9 και Δ.59 στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (Α.30), στους Κανόνες της Επιείκειας (Equity), στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.9, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Χριστιάνας Μικελλίδου, η οποία είναι δικηγόρος και συνεργάτιδα στο γραφείο του Ανδρέα Σοφοκλέους, δικηγόρου της Εναγόμενης-Αιτήτριας. Σ' αυτήν καταγράφεται ως λόγος που συνηγορεί υπέρ της τροποποίησης το γεγονός ότι είναι αναγκαία για να εκτεθούν τα πραγματικά γεγονότα, αναφορικά με τα αίτια της πυρκαγιάς. Είναι η θέση της ότι οι συγκεκριμένες τροποποιήσεις κατέστησαν αναγκαίες μετά από τη διενέργεια έρευνας από ειδικούς εμπειρογνώμονες από την Ελλάδα και την σύγκλιση της Γενικής Συνέλευσης στον τομέα Ηλεκτρικών Βιομηχανικών Διατάξεων και Συστημάτων Αποφάσεων της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου στις 31/07/2009 και της ετοιμασίας Έκθεσης Πραγματογνωμοσύνης. Καταλήγει, η ομνύουσα, ότι δεν επηρεάζεται δυσμενώς ο Ενάγοντας-Καθ' ου η αίτηση, ενώ αν δεν επιτραπεί η επιδιωκόμενη τροποποίηση, η Εναγόμενη-Αιτήτρια θα στερηθεί του δικαιώματος να υπερασπίσει τον εαυτό της. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Ο Ενάγοντας-Καθ' ου η αίτηση, καταχώρησε Ένσταση η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.19, Δ.25 θ.θ.1-6, Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60), το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγους Ένστασης προβάλει τους ακόλουθους: (α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας, (abuse of the process of the Court). (γ) Η παρούσα αίτηση είναι αντικανονική και/ή αντίκειται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς καθ' ότι η Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση ημερ.17/02/10 γίνεται από το δικηγόρο των Εναγομένων-Αιτητών. (δ) Υπάρχει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται η τροποποίηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων και ουσιαστικά η όλη αντικατάσταση της υφιστάμενης Υπεράσπισης των, αναφορικά με στοιχεία και/ή γεγονότα τα οποία είναι γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους Αιτητές-Εναγομένους από το 2009 ήτοι από την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση των Εναγομένων δηλαδή 7 μήνες από την καταχώριση της υφιστάμενης Υπεράσπισης. Επίσης, δεν δίδεται καμία σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση, ούτε επεξηγείται επαρκώς πότε ακριβώς προέκυψε η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση. (ε) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους εκ μέρους των Αιτητών, αλλά προσπάθεια διάσωσης μιας ελλιπούς Υπεράσπισης και επιπρόσθετα προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. (στ) Με την παρούσα αίτηση, οι Ενάγοντες-Αιτητές εισαγάγουν νέα θέματα αγωγής και εγείρουν νέους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα να μεταβάλουν άρδην και/ή τροποποιούν την ουσία της υφιστάμενης Υπεράσπισης με νέους αβάσιμους και/ή λανθασμένους και/ή ανυποστήρικτους ισχυρισμούς που αναπόφευκτα συνεπάγονται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και τη μετατροπή όλων των ήδη καταχωρηθέντων δικογράφων. (ζ) Με την παρούσα Αίτηση επιζητείται, μεταξύ άλλων, προσθήκη νέων παραγράφων στην Υπεράσπιση των Εναγομένων με την εισαγωγή ισχυρισμών που άπτονται μαρτυρίας και δεν μπορούν να περιέχονται σε δικόγραφα και/ή στην Υπεράσπιση των Εναγομένων, καθότι τέτοιοι ισχυρισμοί θα πρέπει να αναφερθούν μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. (η) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες είναι αντινομικές και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπούν καθότι αποτελούν προϊόν δευτέρας σκέψεως των Εναγομένων, καθότι οι Εναγόμενοι-Αιτητές με τις αιτούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες εισαγάγουν νέα επίδικα θέματα τα οποία τροποποιούν παντελώς την υφιστάμενη Υπεράσπιση τους γεγονός που αποτελεί κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court). (θ) Δεν υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων και προσθήκων της υφιστάμενης Υπεράσπισης. (ι) Η παρούσα Αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία της παρούσας αγωγής και/ή κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την ακροαματική διαδικασία. (κ) Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τροποποίησης στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, η παρούσα Αίτηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα και δεν αποσκοπεί στη διόρθωση και την ορθή παρουσίαση της Υπεράσπισης των Εναγομένων-Αιτητών, αλλά έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. (λ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν υπό τις περιστάσεις. (μ) Τα αιτούμενα διατάγματα θα επιφέρουν τέτοια βλάβη στον Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με έξοδα. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Χρίστου Πλούταρχου, Διευθυντή του Τμήματος Απαιτήσεων των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου, η οποία είναι η ασφαλιστική εταιρεία του Ενάγοντα. Ο ίδιος γνωρίζει τα γεγονότα από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και στη φύλαξή του και από πληροφορίες που συγκέντρωσε από τον Ενάγοντα, ενώ έλαβε και νομική συμβουλή από τους νομικούς συμβούλους των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου. Ισχυρίζεται ότι η αίτηση τροποποίησης είναι αντικανονική και παράτυπη και αντίκειται στους Θεσμούς - Δ.39, θ.2 - γιατί η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει γίνεται από τη δικηγόρο των Αιτητών. Παράλληλα, προβάλλει προδικαστική ένσταση ότι η Εναγόμενη-Αιτήτρια υπέδειξε υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και δεν δόθηκε οποιαδήποτε σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση και ότι απλά καταχωρίστηκε για σκοπούς ενδυνάμωσης της Υπεράσπισής τους και με απώτερο στόχο να προσκομίσουν περαιτέρω μαρτυρία, ώστε ν' αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις και το Δικαστήριο τις έχει κατά νου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τη νομική πτυχή της αίτησης, η οποία έχει ως κύρια βάση της την Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties." Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. Μερικές πρόσφατες αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα αυτό είναι και οι αποφάσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου

(1995)1 Α.Α.Δ. 560, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, ημερ. 22.2.02 και Δ. Σ. Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608. Σύνοψη των καθιερωθέντων από την νομολογία νομικών αρχών είναι η ακόλουθη: «
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελίδα 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.»
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα. (Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33.)
(5)Ο παράγοντας χρόνος, στην υποβολή αίτησης τροποποίησης, είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manu-Facturing & Exporting Co κ.ά ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω): «... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση.»Βλ. επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378.
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. (Βλ. SABA & Co. (T.M.B.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426).
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. (Βλ. Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ 607). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά την δίκη (βλ. Kallice Holding Co Ltd ν. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd (Aρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162).
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο. (Βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (ανωτέρω).» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου κ.ά
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν΄ αποζημιωθεί με χρήμα». ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ Αρχικά θα πρέπει να γίνει αναφορά στον ισχυρισμό ότι η Αίτηση είναι παράτυπη λόγω του ότι η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει έγινε από δικηγόρο. Το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό αποφάσεών του έχει σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής να υπογράφεται η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει μια αίτηση από τον δικηγόρο που εκπροσωπεί το διάδικο. Στην απόφαση Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036) το Ανώτατο Δικαστήριο (Per Curiam) έκαμε το ακόλουθο σχόλιο σχετικά με την υπογραφή ενόρκου δηλώσεως που συνόδευε την αίτηση από τον συνήγορο του αιτητή: « Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη εκλείψει.» Σύμφωνα με τη νομολογία ο δικηγόρος μετά που θα διοριστεί από ένα διάδικο ασκεί πλέον καθήκοντα αντιπροσώπου αυτού και ενεργεί μέσα στο πλαίσιο των οδηγιών του διαδίκου βλ. Αριστοδήμου v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 402. Η ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα είναι ασυμβίβαστες. Η θέση του δικηγόρου ως λειτουργού της δικαιοσύνης οριοθετεί και το πλαίσιο άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος βλ. In Re Efthymiou
(1987)1 CLR. 329 και In re Τζιεννάρο Παρέλλα (Αρ. 1)
(1995)1 A.A.Δ. σελ. 356 με αποτέλεσμα να δημιουργείται κώλυμα στο δικηγόρο να αντιπροσωπεύει τον πελάτη του στη διαδικασία στην οποία ο ίδιος καταθέτει σαν μάρτυρας και το κώλυμα αυτό υπάρχει σε κάθε περίπτωση που η ιδιότητα του μάρτυρα καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή του δικηγόρου στη διαδικασία ως λειτουργού της δικαιοσύνης. Το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του δικηγόρου ως μάρτυρος στην ίδια διαδικασία τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Σωκράτους v. Πανίκου Σαββίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 1602 και Παπακόκκινου κ.ά. v. Δήμου Πάφου (Αρ. 1)
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 634 . Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω παρόλο ότι από τη νομολογία έχει κριθεί ως «ανεπιθύμητη» η πρακτική να προβαίνει σε ένορκο δήλωση ο δικηγόρος του αιτητή δεν έχει αποφασιστεί ότι στην αντίθετη περίπτωση η διαδικασία είναι ή καθίσταται άκυρη. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση δηλαδή ότι η κα Μικελλίδου, η οποία είναι δικηγόρος και ορκίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να παρουσιάσει την αίτηση κατά την ακροαματική διαδικασία, κρίνω ότι η αίτηση όπως υποβλήθηκε δεν είναι παράτυπη. Σημειώνω ότι Σημείωμα Εμφανίσεως δεν καταχωρίστηκε από την κα Μικελλίδου αλλά από το δικηγορικό γραφείο Ιωαννίδης και Δημητρίου και αυτοί είναι οι διορισμένοι δικηγόροι της Καθ ης η Αίτηση- Εναγόμενης. Είναι ο δεύτερος ισχυρισμός των Καθ ων η Αίτηση ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση. Μια αναδρομή στο ιστορικό της Υπόθεσης καταδεικνύει ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 19.1.09, επιδόθηκε στις 23.1.09 και η Υπεράσπιση καταχωρίστηκε στις 23.6.09. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 17.2.10, οκτώ μήνες μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης και ενώ στο μεταξύ γίνονταν συζητήσεις μεταξύ των μερών για την αποκάλυψη εγγράφων, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φάκελου του Δικαστηρίου. Παράλληλα δεν είχε καταχωριστεί μέχρι την ημέρα καταχώρισης της αίτησης η απάντηση στην Υπεράσπιση. Η καθυστέρηση, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Αιτήτριας, οφειλόταν στο ότι είχαν κληθεί εμπειρογνώμονες από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, οι οποίοι επισκέφτηκαν τον χώρο της πυρκαγιάς, μετά τον Ιούλιο 2009, προέβηκαν σε μετρήσεις και εκτιμήσεις και ετοίμασαν σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Federal Bank of Lebanon (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η μεγάλη καθυστέρηση συναρτάται με τους λόγους που την προκάλεσαν, η δε έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια την δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτό που έχει σημασία είναι η ανεκμετάλλευτη και αναξιοποίητη παρέλευση του χρόνου που διέρρευσε από τη στιγμή που διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση ή που προέκυψαν τα στοιχεία στα οποία αυτή αναφέρεται. Δεν παρατηρείται, με βάση τα όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω, μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης για τροποποίηση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ομνύουσα δεν αντεξετάστηκε αναφορικά με τους λόγους που παρέθεσε για την καταχώρηση της αίτησης, την συγκεκριμένη στιγμή. Δηλαδή πέντε
(5)μήνες μετά που έγινε αποδεκτό το αίτημα της Αιτήτριας - Εναγόμενης για εξέταση των αιτιών της πυρκαγιάς από εμπειρογνώμονες του Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Ερχόμενη στον ισχυρισμό του Καθ ου η Αίτηση - Ενάγοντα ότι η Αιτήτρια - Εναγόμενη με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκει την εισαγωγή νέων επιδίκων θεμάτων και στοιχείων και επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και αυτό θα βλάψει τα δικαιώματα του Καθ ου η Αίτηση-Ενάγοντα. Το πιο κάτω απόσπασμα από τη υπόθεση Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 σκιαγραφεί το νομικό πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων όπως η παρούσα: "Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R. 669, 680). Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης.» Με το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης κατά νου θεωρώ ότι είναι προς το συμφέρον του Καθ ου η Αίτηση - Ενάγοντα να μην βρεθεί εξ απήνης κατά την ακρόαση της υπόθεσης με την εισαγωγή της μαρτυρίας της πλευράς της Εναγομένης, την οποία σκιαγραφεί στην επιδιωκόμενη τροποποίηση. Η ανάγκη για τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι κατά την άποψή μου προφανής αφού με την τροποποίηση θα προσδιοριστεί η γραμμή της Υπεράσπισης έτσι ώστε να την γνωρίζει και η πλευρά του Ενάγοντα - Καθ ης η Αίτηση βλ. Νικολάου ν Μιλτιάδους
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005. Δεν διαπιστώνω από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου οποιαδήποτε κακοπιστία στην καταχώριση της αίτησης αντίθετα διαπιστώνω την πρόθεση οριστικοποίησης των δικογράφων πριν την έναρξη της ακρόασης. Σ΄ αυτό το στάδιο θα πρέπει ν΄ αναφερθώ στο κακόπιστο της αίτησης, σημείο τ' οποίο έχει θιχτεί. Στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob´s "Precedents of Pleadings", 12η έκδ., στην σελ. 130, έχει επεξηγηθεί ο όρος «καλή πίστη» ως ακολούθως: «The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising "the real question in controversy between the parties" and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused.» Θεωρώ πως με την επιδιωκόμενη τροποποίηση η Αιτήτρια-Εναγόμενη επιδιώκει να θέσει την Υπεράσπιση της, στην σωστή της μορφή, Στον Ενάγοντα-Καθ ου η Αίτηση για να μην βρεθεί προ εκπλήξεως. Αυτό συνηγορεί υπέρ της Αιτήτριας-Εναγόμενης και δείχνει την καλοπιστία της στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της δίκης, η αγωγή δεν έχει ακόμα οριστεί για ακρόαση, οπόταν δεν θα προκληθεί μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Επίσης υπάρχει η δυνατότητα αποζημίωσης του Ενάγοντα-Καθ ου η Αίτηση με σχετική διαταγή για έξοδα αν διαπιστωθεί ότι θα προκληθεί σε αυτόν οποιαδήποτε ζημιά. Αυτά καθώς και ότι τα γεγονότα θα εκτεθούν στην σωστή τους διάσταση ενώπιον του Δικαστηρίου πριν την έναρξη της δίκης επιμετρούν υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει οι τροποποιήσεις που ζητούνται στις παραγράφους 1,2,3,7 και 8 είναι τυπικές. Συνεπακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης μου είναι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της Υπεράσπισης ως η αίτηση. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από την ημέρα σύνταξης του διατάγματος. Τα έξοδα της αίτησης θα είναι στην πορεία της υπόθεσης. ............ Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.